Οι ιδέες του John M. Keynes (μέρος 2ο)

keynes_picture

του Sam Williams

Πηγή: https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-1/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-2/

Μετάφραση: Θανάσης Λ. για το avantgarde

 

Οι ιδέες του John Maynard Keynes (μέρος Πρώτο)

Ο Keynes για τους «κλασσικούς» οριακούς οικονομολόγους

Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου «Η γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», ο Keynes μάς παρέχει μια περίληψη των θεωριών αυτών που ο ίδιος αποκαλεί «κλασσικούς» οικονομολόγους. Παρόλο που ο Keynes χρησιμοποιεί την ιδία ορολογία με αυτή του Marx, αναφέρεται στους «κλασσικούς» της οριακής σχολής και όχι τους κλασσικούς οικονομολόγους με την μαρξιστική έννοια του όρου. [1]

Για τον Marx, οι κλασσικοί οικονομολόγοι ήταν εκείνοι οι προ-1830 αστοί οικονομολόγοι που ζούσαν σε μια εποχή που η αντίφαση μεταξύ της καπιταλιστικής και της εργατικής τάξης ήταν ακόμη υποανάπτυκτη. Ως εκ τούτου, οι αστοί οικονομολόγοι ήταν ακόμα σε θέση να αναλύσουν τους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής επιστημονικά, παρά απλώς απολογητικά.

Οι «κλασσικοί» οικονομολόγοι του Keynes ήταν οι «κλασσικοί» της οριακής σχολής, ειδικά ο ίδιος ο δάσκαλος του Keynes, Alfred Marshall (1842-1924). Στην κριτική του για το «κλασσικό» οριακό δόγμα, ο Keynes δεν απέρριψε την οριακή σχολή, για να επιστρέψει σε κάτι παρόμοιο με την κλασική οικονομία με τη μαρξιστική έννοια. Αντί αυτού, ανανέωσε την οριακή σκέψη, έτσι ώστε να μην βρίσκεται πλέον σε τόσο προφανή αντίφαση με την καπιταλιστική πραγματικότητα, ειδικά την πραγματικότητα της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του ‘30. Ο κύριος στόχος του Keynesήταν να αναπτύξει μια μορφή οριακής σκέψης που θα μπορούσε να εξηγήσει την ύπαρξη της μόνιμης αλλά και επίμονης μαζικής ανεργίας υπό τα πλαίσια του καπιταλισμού.

Η τροποποίηση της οριακής σκέψης από τον Keynes σχεδιάσθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετήσει δυο σκοπούς. Πρώτον, όπως ο Keynes ήλπιζε, να σταματήσει την εξάπλωση των Μαρξιστικών ιδεών μεταξύ φοιτητών των οικονομικών, αλλά και άλλων μελών της διανόησης της νεολαίας, πράγμα το οποίο προέκυπτε υπό την πίεση που ασκούσε η επίδραση της Μεγάλης Ύφεσης. Ο Keynes ήλπιζε ακριβώς πως μια τέτοια πιο αξιόπιστη εκδοχή της οριακής σκέψης θα κατέληγε να αναστρέψει τους πρόσφατα ριζοσπαστικοποιημένους νέους διανοούμενους, προς μια πιο «ασφαλή» αστική εκδοχή των οικονομικών. Δεύτερον, η αναθεωρημένη οριακή σκέψη του Keynes θα παρείχε επίσης μια επαρκή δικαιολόγηση για τις τεράστιες δαπάνες μέσω δημοσίων ελλειμμάτων, μια οικονομική πολιτική η οποία ήταν αναγκαία, κατά την πεποίθησή του, για να αντιμετωπιστεί η Μεγάλη Ύφεση. Μια οικονομική πολιτική την οποία η «κλασσική» οριακή σκέψη δεν θα εφάρμοζε ποτέ.

Η κριτική του Keynes για την οριακή θεωρία των μισθών και των τιμών.

Στο δεύτερο κεφάλαιο της «Γενικής Θεωρίας», ο Keynes παρουσίασε τα αξιώματα των φιλελεύθερων οριακών οικονομολόγων. Αυτά τα αξιώματα εξακολουθούν να υπερασπίζονται σήμερα οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι. Όλα τα αποσπάσματα αυτής της δημοσίευσης προέρχονται από το δεύτερο κεφάλαιο της «Γενικής Θεωρίας» του Keynes.

Το πρώτο αξίωμα, ίσως το πιο σημαντικό αξίωμα της παραδοσιακής οριακής σκέψης, είναι ότι «Ο μισθός ισούται με το οριακό προϊόν της εργασίας». «Δηλαδή, ο μισθός ενός μισθωτού είναι ίσος με την αξία η οποία θα μειωνόταν εάν μειωνόταν η απασχόληση κατά μια μονάδα (αφού πρώτα αφαιρεθούν οι τυχόν άλλες δαπάνες που θα απέτρεπε αυτή η μείωση της παραγωγής), με την επιφύλαξη όμως του ότι η ισότητα μπορεί να διαταραχθεί, σύμφωνα με ορισμένες αρχές, εάν ο ανταγωνισμός και οι αγορές είναι ατελείς.» [2]

Αυτό το αξίωμα θεωρεί ότι ο μισθός του εργαζόμενου είναι ίσος με το οριακό προϊόν της εργασίας του εργαζόμενου υπό συνθήκες «τέλειου ανταγωνισμού» – δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, κανένας νόμος περί κατώτατου μισθού και καμία κοινωνική ασφάλιση. Υποθέτει ότι οι εργάτες δεν υφίστανται εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές. Σύμφωνα με την οριακή σκέψη, όταν προσλαμβάνεται ένας νέος εργαζόμενος, η παραγωγή θα αυξηθεί κατά ένα ορισμένο ποσό. Η πρόσθετη παραγωγή είναι το οριακό προϊόν που παράγεται από τους εργαζόμενους της συγκεκριμένης δεξιότητας. Καθώς προσλαμβάνονται περισσότεροι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης δεξιότητας, η αξία του οριακού προϊόντος των εργαζομένων θα τείνει να μειωθεί, καθώς τα προϊόντα που παράγονται με τη βοήθεια των νεοπροσληφθέντων εργαζομένων γίνονται όλο και πιο άφθονα. Σύμφωνα με την οριακή θεωρία, αν όλα τα άλλα παραμείνουν ίσα, η τιμή και, συνεπώς, η αξία αυτών των προϊόντων θα μειωθεί. [3]

Από την άλλη πλευρά, όσο περισσότεροι εργαζόμενοι μιας δεδομένης δεξιότητας προσλαμβάνονται, τόσο ισχυρότερη είναι η ζήτηση εργασίας και τόσο υψηλότερος θα είναι ο μισθός. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου η αξία που προστίθεται από τον τελευταίο εργαζόμενο που προσλήφθηκε να ισούται ακριβώς με τον μισθό του τελευταίου εργαζομένου. Σύμφωνα με τους οριακούς, η ισορροπία επιτυγχάνεται σε αυτό το σημείο. Επομένως, στο σημείο ισορροπίας, οι εργαζόμενοι μέσω της εργασίας τους παράγουν μια ποσότητα αξίας που είναι ακριβώς ίση με την αξία των μισθών τους.

Πώς οι οικονομολόγοι της οριακής σκέψης χρησιμοποίησαν τα μαθηματικά για να «αντικρούσουν» τον Μαρξ

Αυτό το «αξίωμα» αποκρυσταλλώνεται στη δήλωση ότι η πηγή της υπεραξίας δεν είναι η απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης, αφού ο μισθός του εργάτη είναι ίσος με την αξία που παράγει ο εργαζόμενος. Ποια απόδειξη παρέχουν οι οριακοί οικονομολόγοι ότι πράγματι συμβαίνει αυτό; Και ποια είναι ακριβώς η έννοια της λέξης «αξίωμα»;

Το «αξίωμα» είναι ένας μαθηματικός όρος, και στα μαθηματικά, ένα γνωστικό αντικείμενο με το οποίο ο Keynes ήταν πολύ εξοικειωμένος, το «αξίωμα» έχει πολύ ακριβές νόημα. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν «Τα βασικά αξιώματα και θεωρίες γεωμετρίας» η λέξη «αξίωμα» ορίζεται ως εξής: «Τα αξιώματα είναι δηλώσεις που θεωρούνται αληθή χωρίς απόδειξη».

Επομένως, βλέπουμε πώς οι οριακοί οικονομολόγοι, με την βοήθεια των μαθηματικών, διέψευσαν την εξήγηση του Marx για την υπεραξία. Απλώς υπέθεσαν χωρίς απόδειξη πως η εργατική τάξη δεν παράγει υπεραξία.

Το δεύτερο «αξίωμα» είναι ότι «η χρησιμότητα του μισθού όταν χρησιμοποιείται ένας δεδομένος όγκος εργασίας είναι ίσος με την οριακή δυσαρέσκεια του εν λόγω όγκου εργασίας». Οι οριακοί οικονομολόγοι υποθέτουν ότι κανένας εργαζόμενος δεν θέλει πραγματικά να εργαστεί. Η εκτέλεση εργασίας για έναν καπιταλιστή είναι σίγουρα μια «δυσαρέσκεια» από την οπτική του εργάτη. Από την άλλη πλευρά, τα χρήματα που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι σε αντάλλαγμα για την «εργασία» δίνουν τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να αγοράζουν αγαθά που έχουν καθοριστική «χρησιμότητα» γι’ αυτούς. Πράγματι, χωρίς τη «χρησιμότητα» που παρέχεται από τον μισθό, την οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αποκτήσει μόνο με την πώληση του «εργασίας» του, ο εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να ζήσει καθόλου. [4]

«Δηλαδή», εξηγεί ο Keynes, «ο πραγματικός μισθός ενός μισθωτού είναι ο μισθός που θεωρείται μόλις επαρκής (κατά την εκτίμηση των ίδιων των μισθωτών) για να παροτρύνει εκείνους που πραγματικά απασχολούνται να είναι διαθέσιμοι, υπό την περιοριστική συνθήκη ότι η ισότητα για κάθε ξεχωριστή μονάδα εργασίας μπορεί να διαταραχθεί εξαιτίας μιας συνεννόησης μεταξύ των ατόμων που μπορούν να απασχοληθούν, ανάλογα με τις ατέλειες του ανταγωνισμού που χαρακτηρίζει το πρώτο αξίωμα. Εδώ η δυσαρέσκεια πρέπει να νοηθεί ότι καλύπτει κάθε λόγο που μπορεί να οδηγήσει κάποιον ή κάποιους να μην προσφέρουν την εργασία τους για ένα ημερομίσθιο που θα τους προσπόριζε χρησιμότητα κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο.»

Συνεπώς, σύμφωνα με τους «κλασσικούς οριακούς οικονομολόγους», ο μισθωτός εργαζόμενος προβαίνει σε κάποιου τύπου ασυνείδητο μαθηματικό υπολογισμό. Όσο η χρησιμότητα του μισθού υπερβαίνει την «δυσαρέσκεια» του μισθωτού να εργάζεται για ένα αφεντικό, ο μισθωτός θα συνεχίσει να εργάζεται. Σε κάποιο χρονικό σημείο, ωστόσο, ο μισθωτός θα αποφασίσει ότι η δυσαρέσκειά του, που προκύπτει από την εργασία του για ένα αφεντικό, ξεπερνά την χρησιμότητα που του παρέχεται από τους επιπλέον μισθούς τούς οποίος ο μισθωτός θα κέρδιζε εάν συνέχιζε να εργάζεται. Σε αυτό το σημείο ο μισθωτός αποφασίζει πως μέχρι εδώ ήταν αρκετά και σχολάει.

Η παραπάνω συλλογιστική πορεία σύμφωνα με τους οριακούς οικονομολόγους θα διατηρούσε τα χαρακτηριστικά του αξιώματος και συνεπώς δεν θα υπήρχε ανάγκη για την απόδειξή της. Ο οποιοσδήποτε που εργάστηκε ποτέ υπό το καπιταλιστικό σύστημα θα καταλάβαινε αμέσως πως το παραπάνω «αξίωμα» είναι εντελώς διαζευγμένο από την πραγματικότητα. Ας υποθέσουμε πως ένας μισθωτός ο οποίος έχει πραγματικά μελετήσει τους οριακούς οικονομολόγους εξηγούσε στο αφεντικό του πως έφτασε σε ένα σημείο όπου η οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας του ισούται με το ημερομίσθιό του και, σύμφωνα με το αξίωμα που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες οικονομολόγοι, είναι πλέον ώρα να σχολάσει.

Ενδεχομένως το αφεντικό -εάν είναι μαθηματικά καταρτισμένο- θα εξηγήσει πως οι οικονομολόγοι δεν έχουν την ανάγκη να αποδείξουν αυτό το αξίωμα, από την στιγμή που ένα αξίωμα στα μαθηματικά είναι μια δήλωση η οποία δεν χρειάζεται απόδειξη. Παρ’ όλα αυτά, εγώ, το αφεντικό σου, θα αντικρούσω το συγκεκριμένο αξίωμα που χρησιμοποιείται από τους οικονομολόγους για εσάς. Εάν σχολάσεις τώρα, απολύεσαι. Υπάρχουν πολλοί άλλοι άνθρωποι που θα ήταν υπέρ του δέοντος πρόθυμοι να πάρουν την θέση σου.

Το δεύτερο «αξίωμα των κλασσικών οικονομολόγων» καταρρίπτεται κάθε φορά που ένα αφεντικό προγραμματίζει «αναγκαστικές» υπερωρίες. [5] Ακόμα και με την πρακτική του «150%», ο μισθωτός συχνά θα ήταν διατεθειμένος και με το παραπάνω να μην δουλέψει υπερωρίες, αλλά δεν μπορεί αφού, εάν αρνηθεί, επίκειται η απόλυσή του. Εξ ου και η ονομασία «αναγκαστικές υπερωρίες».

Ίσως οι καθηγητές που δίδασκαν στην Οξφόρδη ή στο Κέιμπριτζ, οι οποίοι ανακάλυψαν αυτό το «αξίωμα», να είχαν την δυνατότητα να αρνηθούν να διδάξουν για παραπάνω από 2 ώρες την εβδομάδα. Τα τέλη του 19ου αιώνα στην Βρετανία, σχεδόν όλοι μάλλον οι καθηγητές προέρχονταν από οικογένειες της άρχουσας τάξης, οι οποίες και είχαν μεγάλα εισοδήματα από ενοίκια της οικογενειακής ακίνητης περιουσίας όπως επίσης από τόκους και μερίσματα από οικογενειακές επενδύσεις.

Μετά από τις δύο ώρες διδασκαλίας των κακομαθημένων νέων που αποτελούσαν την ανερχόμενη γενιά της άρχουσας τάξης πάνω στα βασικά στοιχεία της οριακής οικονομικής σκέψης, οι καθηγητές φυσικά θα προτιμούσαν να ξεκουραστούν για την υπόλοιπη εβδομάδα από το να συνεχίσουν να διδάσκουν. Ίσως αυτοί οι επαγγελματίες οικονομολόγοι που δίδασκαν σε τόσο μεγάλα ιδρύματα όπως το Κέιμπριτζ και η Οξφόρδη δεν συνειδητοποίησαν ότι οι συνθήκες εργασίας τους δεν ήταν ακριβώς ίδιες με εκείνες των εργαζομένων σε μύλους, σε ορυχεία και σε χωράφια. Σε αντίθεση με τους περισσότερους επαγγελματίες οικονομολόγους, οι πραγματικοί εργαζόμενοι δεν είχαν άλλη πηγή εισοδήματος εκτός από τους μισθούς τους. Αυτό το αξίωμα της κλασσικής οριακής σκέψης, ωστόσο, παρέχει μια ενδιαφέρουσα εικόνα της υλιστικής θεωρίας της ιδεολογίας του Μαρξ. Το Είναι όντως καθορίζει την συνείδηση.

Χρησιμοποιώντας αυτά τα δύο αξιώματα της οριακής οικονομικής σκέψης – αμφότερα σε αντίθεση με την πραγματικότητα – οι οριακοί οικονομολόγοι προχωρούν στην κατασκευή της «απόδειξής» τους ότι, αν υποτεθεί πως στην αγορά εργασίας επικρατεί «ελεύθερος ανταγωνισμός», τα είδη ανεργίας που μπορεί να υπάρξουν είναι είτε λόγω τριβής είτε εθελοντική. [6] Ένας εργαζόμενος που παραιτείται από μια δουλειά θα χρειαστεί μόνο λίγες μέρες να βρει μια άλλη δουλειά που του αρέσει περισσότερο. Μια τέτοια κατάσταση είναι ένα παράδειγμα της «ανεργίας λόγω τριβής».

Η άλλη μορφή ανεργίας είναι η εθελοντική. Γιαπαράδειγμα, ίσως μπορώ να βρω μια δουλειά με μισθό $500 την εβδομάδα. Αλλά κάνω τον ακόλουθο υπολογισμό. Ενώ θα ήθελα σίγουρα τα εμπορεύματα που θα μπορούσα να αποκτήσω αν είχα ένα επιπλέον εισόδημα $500 την εβδομάδα, η χρησιμότητα που θα αποκτούσα από αυτά τα προϊόντα είναι μικρότερη από την δυσαρέσκεια μου να σηκωθώ το πρωί και να εργάζομαι για οκτώ ώρες. Ως εκ τούτου, επιλέγω τον ελεύθερο χρόνο παρά την εργασία.

Πράγματι, η εθελοντική ανεργία ήταν ένα αυξανόμενο φαινόμενο για τα μέλη της άρχουσας τάξης στην Βρετανία κατά την περίοδο που αναπτύχθηκε η οριακή οικονομική σκέψη. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα σημειώθηκε η μετάβαση από τον βιομηχανικό καπιταλισμό με βάση τον ελεύθερο ανταγωνισμό στον μονοπωλιακό καπιταλισμό ή τον ιμπεριαλισμό. Τα μέλη της καπιταλιστικής τάξης αποσύρονταν όλο και περισσότερο από την ενεργό κατεύθυνση των επιχειρήσεων τους – αφήνοντάς τα σε μισθωτούς διευθυντές – και μεταμορφώνονταν σε απλούς συλλέκτες τόκων και μερισμάτων. Τα μέλη της άρχουσας τάξης όντως επέλεγαν όλο και περισσότερο την «ξεκούραση» παρά κάθε επιπλέον εισόδημα που θα μπορούσαν να έχουν κερδίσει διευθύνοντας επιχειρήσεις, ως βουλευτές, υπηρετώντας στα ανώτερα αξιώματα του στρατού, ως δημόσιοι υπάλληλοι του κράτους ή της εκκλησίας, ως καθηγητές ή άλλα παρόμοια επαγγέλματα που θα μπορούσαν να τιμούν έναν «κύριο».

Όσο ανήθικη και αν ήταν αυτή η ανάπτυξη ενός είδους μαζικής αδράνειας μεταξύ των μελών της άρχουσας τάξης, ήταν απολύτως αντιπροσωπευτική της ελεύθερης βούλησης των συγκεκριμένων ατόμων. Η αδράνεια στην εργατική τάξη ήταν εντελώς διαφορετική. Σε αντίθεση με τους αδρανείς καπιταλιστές και γαιοκτήμονες, η αδράνεια στην εργατική τάξη σήμαινε φτώχεια. Ελάχιστοι εργάτες θα επέλεγαν οικειοθελώς την ακραία φτώχεια που έζησαν οι άνεργοι στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αγγλία αντί να εργαστούν.

Με βάση αυτά τα δύο παράλογα αξιώματα, οι κλασσικοί οριακοί οικονομολόγοι «απέδειξαν» ότι η μαζική μακροχρόνια ανεργία στην εργατική τάξη – εκτός ίσως σε βιομηχανίες που υφίστατο ο συνδικαλισμός – ήταν απλώς αδύνατη.

Αυτή την «απόδειξη», ότι σε μια καπιταλιστική οικονομία μπορούσε να υπάρξει μόνο οικειοθελής ανεργία ή ανεργία λόγω τριβής, αμφισβήτησε ο Keynes. Μετά την εμπειρία της μαζικής ανεργίας της δεκαετίας του 1920, ακολουθούμενη από την ακόμα μεγαλύτερη ανεργία του 1929 της Ύφεσης, ο Keynes συνειδητοποίησες πως κάτι πήγαινε πολύ στραβά με την «απόδειξη» των κλασσικών οριακών οικονομολόγων. Αλλά τι ακριβώς πήγαινε στραβά με την «απόδειξη»;

Oι φανατικοί του οικονομικού φιλελευθερισμού, ιδιαίτερα οι ηγέτες της Αυστριακής σχολής των οριακών οικονομολόγων όπως ο Fredrick von Hayek και ο Ludwig von Mises, υποστηριζόμενοι στην Αγγλία από τον Lionel Robbins, επέμεναν πως η διέξοδος από την ύφεση ήταν οι τεράστιες περικοπές μισθών. [7]

Σύμφωνα με αυτούς τους οικονομολόγους, εάν οι καπιταλιστές προσελάμβαναν τους ανέργους στο επίπεδο μισθών που κυριαρχούσε, η εργασία του μισθωτού θα παρήγαγε πολύ λιγότερη αξία από την αξία των μισθών που θα πλήρωναν οι εργοδότες στους μισθωτούς. Οι καημένοι οι καπιταλιστές θα έπεφταν θύμα εκμετάλλευσης από τους εργάτες! Σε μια ελεύθερη κοινωνία, οι καπιταλιστές απλώς δεν θα μπορούσαν να ανεχτούν κάτι τέτοιο.

Η μόνη διέξοδος, με βάση τους οικονομολόγους της σχολής των Hayek, Mises και Robbins, ήταν με σημαντικές περικοπές μισθών. Μόλις οι μισθοί θα έπεφταν σε ένα επίπεδο το οποίο θα αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία που ήταν δυνατό να παράγουν οι εργάτες, η μαζική ανεργία θα εξαφανιζόταν. Το εμπόδιο, με βάση τούς Hayek, Mises και Robbins, ήταν η δύναμη που είχαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι «σοσιαλιστικές» κυβερνητικές πολιτικές οι οποίες είτε ενθάρρυναν την μαζική «οικειοθελή» αδράνεια της εργατικής τάξης είτε κρατούσαν τους μισθούς σε τόσο υψηλά επίπεδα, έτσι ώστε οι καπιταλιστές να μην έχουν την πολυτέλεια να κάνουν προσλήψεις στα υφιστάμενα μισθολογικά επίπεδα.

Στην «Γενική Θεωρία», ο Keynes απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η μείωση των ονομαστικών μισθών θα οδηγούσε στην εξάλειψη της ανεργίας. Οι εργοδότες την περίοδο της Ύφεσης ήξεραν ακριβώς πώς να επωφεληθούν από την μαζική ανεργία. Δεν υπήρχε έλλειψη στις περικοπές μισθών, όμως σε αντίθεση με τις προβλέψεις των Hayek, Mises και Robbins, δεν υπήρχε κανένα σημάδι αποκατάστασης της πλήρους απασχόλησης.

Ο Keynes σε καμία περίπτωση δεν διαφώνησε εντελώς με τους Hayek και σία. Μοιράστηκε μαζί τους τις βασικές παραδοχές της οριακής οικονομικής σκέψης. Αλλά η οριακή οικονομική σκέψη του Keynes ήταν πιο ρεαλιστική και ευέλικτη κατά τον βρετανικό τρόπο, σε αντίθεση με τον αυστηρό δογματισμό των Αυστριακών.

Ο Keynes συμφώνησε με τους Αυστριακούς ότι πρέπει να μειωθούν οι «πραγματικοί μισθοί» προκειμένου να αποκατασταθεί η «πλήρης απασχόληση». Ισχυρίστηκε ότι η μείωση των χρημάτων σε έναν μισθό δεν ήταν το ίδιο πράγμα με την μείωση του πραγματικού μισθού. Σύμφωνα με τον Keynes, ήταν οι πραγματικοί μισθοί που έπρεπε να περικοπούν ώστε να αποκατασταθεί η πλήρης απασχόληση. «Ενώ οι εργαζόμενοι συνήθως αντιστέκονται σε μια χρηματική μείωση του μισθού τους», εξήγησε, «δεν είναι στην πρακτική των εργαζομένων να αποσύρονται από την εργασία όταν υπάρχει μια αύξηση των τιμών των αγαθών.»

Ο Keynes επηρεάστηκε σχεδόν σίγουρα από την γενική απεργία του 1926, την σημαντικότερη κοινωνική και πολιτική κρίση στην πρόσφατη βρετανική ιστορία. Και είναι προφανές. Η γενική απεργία έλαβε χώρα λιγότερο από μια δεκαετία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στην Ρωσία. Θα μπορούσε να συμβεί κάτι παρόμοιο και στην Βρετανία. Αυτό ήταν φυσικά, ο απόλυτος εφιάλτης όλων των μελών της βρετανικής άρχουσας τάξης, συμπεριλαμβανομένου και του Keynes.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, ο υπουργός οικονομικών της Βρετανίας, Winston Churchill, αντιμετωπίζοντας πλατιά αντιπολίτευση από το εσωτερικό της βρετανικής άρχουσας τάξης, συμπεριλαμβανομένου του Keynes, κινήθηκε προς την αποκατάσταση της μετατρεψιμότητας της βρετανικής λίρας σε χρυσό με την παλιά ισοτιμία. [8] Δεδομένου ότι η λίρα είχε παρουσιάσει μείωση της τάξης του 10% από την αναστολή της μετατρεψιμότητας του χρυσού το 1914, η κίνηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ανατίμηση της λίρας έναντι του χρυσού και του δολαρίου της τάξης του 9%. (Σε αντίθεση με την λίρα, το αμερικανικό δολάριο δεν είχε υποτιμηθεί έναντι του χρυσού ως αποτέλεσμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.)

Η επίδραση αυτής της ανατίμησης του νομίσματος είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής της εργατικής δύναμης σε όρους χρυσού και δολαρίου περίπου 9%. Οι εργοδότες – ειδικά στην φθίνουσα βρετανική βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα – ανταποκρίθηκαν προσπαθώντας να μειώσουν τους μισθούς σε σχέση με τις ανατιμημένες λίρες κατά περίπου 9%, προκειμένου να εξαλείψουν τα αποτελέσματα της ανατίμησης της λίρας. Η εναντίωση σε αυτές τις περικοπές των μισθών – σε όρους της ανατιμημένης βρετανικής λίρας – οδήγησε κατευθείαν στην γενική απεργία του 1926.

Αλλά τι θα συνέβαινε αν, αντί για ανατίμηση της λίρας, γινόταν υποτίμηση? Ας υποθέσουμε ότι η υποτίμηση της λίρας ήταν τέτοια, ώστε η τιμή των βασικών αγαθών τα οποία κατανάλωναν οι Βρετανοί εργάτες για την αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης να αυξανόταν κατά 10% σε όρους λίρας, ενώ οι ονομαστικοί μισθοί σε όρους λίρας παρέμεναν αμετάβλητοι. Οι πραγματικοί μισθοί θα παρουσίαζαν μια μείωση της τάξης του 9%. Θα ήταν η αντίδραση των εργατών το ίδιο δυνατή; Θα συνέβαινε η γενική απεργία του 1926 έτσι και αλλιώς;

Ο Keynes υποψιαζόταν πως η απάντηση θα ήταν όχι. Συνεπώς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι πάντοτε καλύτερο να αποφεύγεται η μείωση της ονομαστικής αξίας του μισθού, απέναντι στην οποία οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι εργάτες θα εναντιωθούν σθεναρά. Αντιθέτως, ο Keynes τόνισε πως η κυβέρνηση θα πρέπει να ακολουθήσει πολιτικές οι οποίες θα ενθαρρύνουν την άνοδο στο κόστος διαβίωσης. Αυτή η πρακτική έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργατών με τρόπο που είναι λιγότερο αντιληπτός σε αυτούς και, ως εκ τούτου, ήλπιζε να αποφευχθεί οποιαδήποτε επανάληψη της «δυσαρέσκειας» του 1926 η οποία έθεσε υπό αμφισβήτηση τη διαιώνιση της κυριαρχίας της -αγαπημένης του Keynes- καπιταλιστικής τάξης.

Ο Keynes φοβήθηκε πως η μείωση των χρημάτων στους μισθούς δεν θα μείωνε τους πραγματικούς μισθούς

Εκτός από τις αντιθέσεις για τις μειώσεις των ονομαστικών μισθών επειδή προκαλούσαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και την εργατική τάξη, ο Keynes ισχυρίστηκε επίσης ότι η μείωση των ονομαστικών μισθών ήταν απλώς αναποτελεσματική σε ότι αφορούσε την πραγματική μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

«Επιπλέον», έγραψε ο Keynes, «η άποψη ότι η ανεργία που χαρακτηρίζει μια ύφεση οφείλεται σε άρνηση των εργαζομένων να αποδεχτούν μείωση των ονομαστικών μισθών δεν φαίνεται να στηρίζεται στα γεγονότα. Δεν είναι τόσο εύλογο να ισχυριστούμε ότι η ανεργία στις ΗΠΑ το 1932 οφειλόταν είτε στο ότι οι εργαζόμενοι αρνούνταν κατηγορηματικά να αποδεχθούν μια μείωση των ονομαστικών μισθών είτε στην κατηγορηματική τους απαίτηση για πραγματικούς μισθούς πάνω από την παραγωγικότητα που η οικονομική μηχανή μπορούσε να προσφέρει. Στον όγκο της απασχόλησης παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις δίχως κάποια εμφανή αλλαγή είτε σε ελάχιστες πραγματικές απαιτήσεις των εργαζομένων είτε στην παραγωγικότητα. Οι εργαζόμενοι δεν είναι περισσότερο επιθετικοί στην ύφεση απ’ ό,τι στην οικονομική άνθηση – κάθε άλλο μάλιστα. Ούτε και η φυσική τους παραγωγικότητα είναι μικρότερη. Τα εμπειρικά αυτά γεγονότα αποτελούν ένα primafacie (εκ πρώτης όψεως) υπόβαθρο για αμφισβήτηση της επάρκειας της κλασσικής ανάλυσης.»

Ακολουθώντας την συλλογιστική πορεία της κλασσικής οριακής σκέψης και ανάλυσης, γιατί θα έπρεπε η αξία που παρήγαγε η εργασία των μισθωτών ξαφνικά να καταρρεύσει στις αρχές του 1930, προκαλώντας έτσι τους μισθούς τους να ξεπεράσουν ξαφνικά αυτή την αξία; Σε όρους «φυσικής παραγωγικότητας», όπως το έθεσε ο Keynes ή, όπως θα το έθεταν οι κλασσικοί οικονομολόγοι και ο Marx, σε όρους ανταλλακτικής αξίας, η εργασία των μισθωτών ήταν δυνατό να παράγει σε μεγαλύτερο βαθμό από ποτέ.

Όντως, την δεκαετία του 1920, την οποία διαδέχθηκε η Μεγάλη Ύφεση, παρατηρήθηκε μια εξωπραγματικά ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων στις ΗΠΑ, αφού ο ηλεκτρισμός εν τέλει ξεπέρασε τον ατμό ως κινητήρια δύναμη στην βιομηχανία. Ωστόσο οι ΗΠΑ ήταν αυτές που χτυπήθηκαν περισσότερο σε έκταση και διάρκεια από την Μεγάλη Ύφεση και παρατηρήθηκαν σε αυτές τα υψηλότερα και πιο επίμονα επίπεδα μαζικής ανεργίας ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη.

Μεγάλη Ύφεση ή «Μεγάλες Διακοπές»;

Σύμφωνα με τους οριακούς οικονομολόγους, στις ΗΠΑ κατά το τρομακτικό έτος του 1932 οι άνεργοι «επέλεγαν» να μην δουλέψουν αντί να δέχονται μισθούς οι οποίοι θα αντιπροσώπευαν την αξία που όντως παρήγαγε η εργασία τους. Μάλιστα, υπήρχε και μια ειρωνική δήλωση πως, εάν η ανάλυση των οριακών οικονομολόγων ήταν σωστή, η Μεγάλη Ύφεση θα έπρεπε να μετονομαστεί σε «Μεγάλες Διακοπές».

Πράγματι, αυτό δεν απέχει και πάρα πολύ από την ανάλυση του Milton Friedman για την Ύφεση. Εάν η Ύφεση δεν ήταν «Μεγάλες Διακοπές», ήταν τουλάχιστον μια «Μεγάλη Παρεξήγηση». Σύμφωνα με τον Friedman, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν ως αποτέλεσμα της πτώσης των τιμών που προκλήθηκε από την μείωση της προσφοράς χρήματος. Ως εκ τούτου, όταν η Fed (Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα) επέτρεψε να μειωθεί η προσφορά χρήματος κατά ένα τρίτο, οι εργάτες έλαβαν μια τεράστια αύξηση μισθών σε πραγματικούς όρους, η οποία αντισταθμίστηκε εν μέρει από τις περικοπές των ονομαστικών τους μισθών. Οι εργάτες, χωρίς να συνειδητοποιούν πόσο μειώθηκε το κόστος ζωής, δεν δούλευαν διότι ερμήνευαν λανθασμένα τις περικοπές στους ονομαστικούς μισθούς σαν μειώσεις στους πραγματικούς μισθούς.

Ένα προφανές πρόβλημα με αυτή την «ανάλυση» είναι ότι, αν ήταν αληθής, οι εργαζόμενοι έπρεπε να εγκαταλείψουν τις δουλειές τους, αφού οι προϊστάμενοί τους έσπευσαν να τους μειώσουν τους μισθούς – αντί να απολύονται, όπως έγινε στην πραγματικότητα. Οι συνέπειες της «κλασσικής οριακής θεωρίας», που υπερασπίστηκε ο νεοφιλελεύθερος Friedman, ήταν ότι μόλις οι εργαζόμενοι θα είχαν βαρεθεί αρκετά κάνοντας «Διακοπές» και άρχιζαν να συνειδητοποιούν πόσο φθηνότερα ήταν όλα, θα επέστρεφαν με χαρά και με χαμηλότερους μισθούς – αλλά με τους ίδιους πραγματικούς μισθούς – και η οικονομία θα έφτανε και πάλι τα επίπεδα της «πλήρους απασχόλησης».

Αναγνωρίζοντας ότι η Μεγάλη Ύφεση δεν ήταν «Μεγάλες Διακοπές», ο Keynes κατέληξε σε ένα συμπέρασμα το οποίο ήταν προφανές σε κάθε εργάτη και στην ουσία σε κάθε απλό λαϊκό άνθρωπο ο οποίος δεν ήταν επαγγελματίας οικονομολόγος. Αλλά ο Keynes ήταν επαγγελματίας οικονομολόγος και μάλιστα της οριακής σχολής. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να εναρμονίσει την οριακή του ανάλυση με τα πραγματικά γεγονότα τα οποία ήταν τόσο προφανή σε όλους εκτός από τους οριακούς οικονομολόγους;

Ο Keynes τα κατάφερε επικαλούμενος μια ακόμα μεγαλύτερη οικονομική σοφιστεία από αυτήν της οριακή σχολής. Η σοφιστεία αυτή είναι ο ισχυρισμός ότι το γενικό επίπεδο τιμών καθορίζεται από το επίπεδο των ονομαστικών μισθών. Αυτή η άποψη υποστηρίζει πως – ενώ όλοι οι άλλοι προσδιοριστικοί παράγοντες μένουν σταθεροί – εάν οι ονομαστικοί μισθοί αυξηθούν, οι τιμές θα αυξηθούν και αυτές αφήνοντας τους πραγματικούς μισθούς ίδιους. Επίσης, αν οι μισθοί μειωθούν, οι τιμές θα μειωθούν και αυτές, με την ίδια επιρροή στους πραγματικούς μισθούς.

Στο παρελθόν, το επιχείρημα αυτό είχε χρησιμοποιηθεί για να «καταδείξει» τη ματαιότητα της συνδικαλιστικής δραστηριότητας. Το επιχείρημα ήταν ότι εάν τα συνδικάτα κατάφερναν να κερδίσουν υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς, οι εργαζόμενοι δεν θα κέρδιζαν τίποτα από αυτό, επειδή οι προϊστάμενοι απλά θα μετακυλούσαν το πρόσθετο κόστος με τη μορφή υψηλότερων τιμών.

Ο Keynes έγραψε: «Η κλασσική θεωρία υποθέτει πως οι εργαζόμενοι μπορούν να προσαρμόζουν και να μειώνουν τον πραγματικό τους μισθό αποδεχόμενοι μια μείωση στον ονομαστικό τους μισθό. Το αξίωμα ότι υπάρχει η τάση του πραγματικού μισθού να εξισώνεται με την οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας προϋποθέτει ξεκάθαρα πως οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι σε θέση να αποφασίζουν τον πραγματικό μισθό για τον οποίον εργάζονται, χωρίς όμως να είναι σε θέση να αποφασίζουν την ποσότητα της απασχόλησης που είναι διαθέσιμη στον μισθό αυτό.»

Με άλλα λόγια, οι οριακοί οικονομολόγοι υποθέτουν πως εάν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ανεργίας, οι εργαζόμενοι απλά θα δεχθούν χαμηλότερους μισθούς, δηλαδή χαμηλότερους ονομαστικούς και πραγματικούς μισθούς. Υποστήριξαν πως αυτό θα οδηγήσει σε μια ταχεία αποκατάσταση της «πλήρους απασχόλησης».

«Τώρα, η υπόθεση ότι το γενικό επίπεδο των πραγματικών μισθών εξαρτάται από τις διαπραγματεύσεις του ονομαστικού μισθού μεταξύ των εργοδοτών και των εργατών προφανώς δεν ισχύει. Είναι, πραγματικά, περίεργο ότι δεν έγινε παρά ελάχιστη προσπάθεια για να αποδειχτεί ή να απορριφθεί η υπόθεση αυτή. Πολύ περισσότερο αφού κάθε άλλο παρά συνεπής είναι προς την γενική κατεύθυνση της κλασσικής θεωρίας, η οποία μας έχει διδάξει να πιστεύουμε ότι οι τιμές διαμορφώνονται από το οριακό άμεσο κόστος σε χρηματικούς όρους και ότι οι ονομαστικοί μισθοί προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό το οριακό άμεσο κόστος.» [9]

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους σαν τον Friedman, ακόμα και η ηλιθιότητα της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας (Fed) να «επιτρέψει» ή ακόμα και να «προκαλέσει» την κατά ένα τρίτο μείωση προσφοράς στα χρηματικά διαθέσιμα των Η.Π.Α. κατά την περίοδο 1929-1933 δεν θα ήταν αρκετή από μόνη της για να προκαλέσει την Μεγάλη Ύφεση. [10] Η ηλιθιότητα της Fed έπρεπε να υποστηριχθεί από την ηλιθιότητα των εργαζομένων, που δεν κατάλαβαν την διαφορά μεταξύ της υπαρκτής μείωσης των πραγματικών μισθών και της μείωσης των ονομαστικών μισθών.

Αλλά ο Keynes υποστήριζε ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι τόσο ηλίθιοι. Ακόμα και αν οι εργαζόμενοι «καταλάβουν» πλήρως ότι οι πραγματικοί μισθοί πρέπει να μειωθούν για να μπορέσουν να προσληφθούν, οι εργαζόμενοι δεν θα μπορέσουν πραγματικά να μειώσουν τους πραγματικούς τους μισθούς σε αντίθεση με τους ονομαστικούς. Σύμφωνα με τον Keynes, όσο περισσότερο μειώνονται οι μισθοί, τόσο περισσότερο μειώνονται και οι τιμές. Οπότε οι εργαζόμενοι είναι ανίκανοι να μειώσουν τους πραγματικούς τους μισθούς. Προκειμένου να μειώσουν τους πραγματικούς τους μισθούς έτσι ώστε να μπορούν να εργασθούν ξανά, ο Keynes υπονοούσε πως οι εργαζόμενοι χρειάζονταν την βοήθεια μιας πληθωριστικής πολιτικής εκ μέρους της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας.

Ο ισχυρισμός ότι το «άμεσο κόστος» – το οποίο υποτίθεται πως είναι το μισθολογικό κόστος – καθορίζει το γενικό επίπεδο τιμών, στην πραγματικότητα δεν είναι μια ιδέα της οριακής σχολής αλλά η επιστροφή στην εσφαλμένη ιδέα του Adam Smith η οποία αργότερα καταρρίφθηκε από τον Ricardo. Ο Smith χρησιμοποίησε εν μέρει την θεωρία της αξίας της εργασίας, αλλά με έναν πολύ λιγότερο συνεπή τρόπο από αυτόν του Ricardo.

Βασικά, ο Smith υπέθεσε πως τα εμπορεύματα θα ανταλλάσσονται σε αναλογία με κοινωνικά αναγκαία εργασία για να παραχθούν υπό συνθήκες απλής παραγωγής, κατά την οποία οι μισθοί και τα κέρδη δεν υπάρχουν. Αλλά με την έλευση της καπιταλιστικής παραγωγής, η εξίσωση του ποσοστού κέρδους κατέστη ο βασικός οδηγός της καπιταλιστικής παραγωγής.

Το κεφάλαιο πάντα ρέει από βιομηχανίες όπου το ποσοστό κέρδους είναι μικρότερο του μέσου όρου στις βιομηχανίες όπου το ποσοστό κέρδους είναι μεγαλύτερο από τον μέσο όρο. Συνεπώς, υπό συνθήκες καπιταλιστικής παραγωγής, σύμφωνα με τον Smith, η αξία των εμπορευμάτων – αυτό που αποκάλεσε ο Smith«φυσική τιμή» – δεν είναι πραγματικά ανάλογη με την ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που είναι απαραίτητη για να παραχθούν. Τότε τι καθορίζει την αξία των εμπορευμάτων σε μια καπιταλιστική παραγωγής καθοδηγούμενη από το κέρδος;

Ο Smith πίστευε ότι το «σταθερό κεφάλαιο», υπό την μεταγενέστερη Μαρξιστική ορολογία, θα μπορούσε να μετατραπεί τελικά σε μεταβλητό κεφάλαιο. O Smith υποστήριξε ότι τα εμπορεύματα τα οποία είναι απαραίτητα για να παραχθεί ένα συγκεκριμένο αγαθό εκτός της εργατικής δύναμης παράγονται με σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο. Με την σειρά τους, τα εμπορεύματα που παράγουν αυτά τα εμπορεύματα εκτός της εργατικής δύναμης παράγονται και αυτά με σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, ο Smith υποστήριξε πως, εάν πας αρκετά πίσω σε αυτή τη διαδικασία, όλο το κεφάλαιο αποτελείται μόνο από μεταβλητό κεφάλαιο. Επομένως όλο το κεφάλαιο αποκρυσταλλώνεται στους μισθούς! Πράγματι, μια ωραία θεωρία.

Ο Smith συμπέρανε ότι η αξία ενός αγαθού μπορεί να περιοριστεί σε τρεις μορφές εισοδήματος – ή προσόδων – της καπιταλιστικής κοινωνίας: μισθοί, κέρδη και ενοίκια. Συνεπώς, ο Smith υποστήριξε ότι, εάν οι μισθοί αυξάνονται, η αξία και επομένως η τιμή των αγαθών θα πρέπει να αυξηθεί και αυτή.

Ο Keynes στο αναφερόμενο απόσπασμα αντικαθιστά στην πραγματικότητα την χυδαία θεωρία της οριακής οικονομικής σκέψης με μια άλλη χυδαία θεωρία. Οι μεταβολές των μισθών, τονίζει ο Keynes, προσδιορίζουν τις μεταβολές των τιμών. Εάν αυτό ήταν αληθές – το οποίο δεν είναι – η ποσοτική θεωρία του χρήματος θα ήταν άκυρη.

Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι ακόμη και αν η ποσοτική θεωρία του χρήματος είναι άκυρη, η οποία όντως είναι, δεν σημαίνει πως ο ισχυρισμός του Keynes ότι οι μεταβολές στους μισθούς προσδιορίζουν τις μεταβολές στις τιμές ισχύει. (Αυτός ο ισχυρισμός θα είναι το θέμα της επόμενης εβδομάδας.)

Ήταν ο Keynes όντως φίλος της εργατικής τάξης;

Κατά την διάρκεια των πρώτων αποπληθωριστικών χρόνων της Μεγάλης Ύφεσης, σε σύγκριση με τους οικονομολόγους της «Αυστριακής» σχολής και άλλους οριακούς οικονομολόγους, ο Keynes φάνηκε πιο φιλικός προς την εργατική τάξη. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και η εργατική τάξη αντιστέκονταν στις περικοπές των μισθών τους και ο Keynes για τους δικούς του λόγους αντιστεκόταν στις περικοπές των ονομαστικών μισθών.

Οι εργαζόμενοι προσπαθούσαν στο βαθμό που ήταν αυτό δυνατό να υπερασπιστούν ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο υπό τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες των πρώτων χρόνων της Μεγάλης Ύφεσης. Ο Keynes, από την άλλη πλευρά, αντιτάχθηκε στην περικοπή των ονομαστικών μισθών επειδή πίστευε ότι ήταν αναποτελεσματικό μέτρο για την μείωση των πραγματικών μισθών.

Ωστόσο κατά τα πληθωριστικά έτη που θα ακολουθούσαν, οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι έγιναν οι κυριότεροι υποστηρικτές της συγκράτησης μισθών για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Κατά την διάρκεια του «Μεγάλου Πληθωρισμού» την δεκαετία του 1970, οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι, υποστηριζόμενοι από τον αστικό Τύπο, μιλούσαν συνεχώς για το «σπιράλ μισθών και τιμών». Οι υψηλότεροι μισθοί έφερναν αυξήσεις στο «κόστος παραγωγής» – ψήγματα από την παλιά θεωρία του Adam Smith – και συνεπώς αυτό ωθούσε τις τιμές προς τα πάνω. Οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι χαρακτήρισαν αυτή την διαδικασία: πληθωρισμός ως προς το κόστος (cost-push inflation).

Επομένως, οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι παρότρυναν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να ζητούν την «συγκράτηση των μισθών» και ενθουσιάστηκαν όταν ο Ρεπουμπλικάνος Πρόεδρος Richard Nixon επέβαλε ελέγχους στις τιμές και τους μισθούς, οι οποίοι στην πράξη αφορούσαν κυρίως τους μισθούς. [11]

Οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι, οι οποίοι διακήρυξαν νίκη επί του «κύκλου εργασιών» την δεκαετία του 1960, ισχυρίστηκαν ότι η ευημερία θα μπορούσε να διατηρηθεί από – τις επονομαζόμενες επεκτατικές πολιτικές – μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα τα οποία θα χρηματοδοτούνταν από μαζικό δανεισμό της κυβέρνησης συνδυασμένο με την ταχεία αύξηση στην ποσότητα του παραστατικού χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες – χωρίς τον πληθωρισμό να σκαρφαλώνει σε «ανυπόφορα» επίπεδα αν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις συνέχιζαν να ζητούν την συγκράτηση των μισθών.

Δυστυχώς, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, ειδικά στις Η.Π.Α., ακολούθησαν τις συμβουλές των κεϋνσιανών ή επηρεασμένων από τον Keynes συμβούλων και συνέχισαν να έχουν τις ίδιες απαιτήσεις για την συγκράτηση των μισθών. Το αποτέλεσμα; Ο πληθωρισμός συνέχισε να καλπάζει και η αμερικανική οικονομία πέρασε την διαδοχικές τερατώδεις υφέσεις του 1974-1975 και 1979-1982.

Τόσο ο ρυθμός του πληθωρισμού και το επίσημο ποσοστό ανεργίας έφτασαν τελικά σε διψήφιους αριθμούς. Όσο για τους πραγματικούς μισθούς: μετρημένοι σε ωριαία βάση, δεν επέστρεψαν ποτέ στα επίπεδα που κυριάρχησαν το 1973 λίγο μετά τους ελέγχους που είχαν επιβληθεί, παρά την σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα.

Η αποτυχία των συνδικαλιστικών οργανώσεων στο να αντισταθούν στους ελέγχους των μισθών τις αποδυνάμωσε σημαντικά, όχι μόνο από οικονομικής απόψεως αλλά και από πολιτικής. Αυτή η αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων κατέστησε δυνατή την αντίδραση των ετών Reagan-Thatcher και την μακρά κυριαρχία του «νεοφιλελευθερισμού» που ακολούθησε.

Αυτό το μάθημα δεν πρέπει να ξεχαστεί την ώρα που τα δημόσια χρέη διογκώνονται – καμία σχέση με αυτά που είδαμε την δεκαετία του 1970 – υποστηριζόμενα από την δυσθεώρητη αύξηση του παραστατικού χρήματος – επίσης ασύγκριτη σε σχέση με αυτή της δεκαετίας του 1970 – τα οποία υποδεικνύουν όλα τα στοιχεία για μια νέα ανοδική έκρηξη του κόστους διαβίωσης στο εγγύς μέλλον.

(Στη συνέχεια, θα εξεταστεί η κριτική Ricardo-Marx στον ισχυρισμό ότι το επίπεδο των μισθών καθορίζει το γενικό επίπεδο τιμών.)

_________________

Σημειώσεις

[1] Πιο συγκεκριμένα, ο Keynes συνένωσε τους πρώιμους οριακούς όπως ο Marshall με τους Ricardo και Say ως «κλασσικούς» οικονομολόγους. Παρότι ο Say ήταν σύγχρονος του Ricardo, ο Marx θεωρούσε τον Say ως χυδαίο και όχι κλασσικό οικονομολόγο. Ωστόσο, όταν ο Keynes εξήγησε τα «αξιώματα» των «κλασσικών» οικονομολόγων, αναφερόταν ξεκάθαρα στους οριακούς οικονομολόγους.

[2] Για παράδειγμα, αν δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, κοινωνική ασφάλιση και νόμοι περί κατώτατων μισθών.

[3] Σε αντίθεση με τη μαρξιστική θεωρία της αξίας, η οριακή θεωρία της αξίας δεν κάνει διάκριση μεταξύ τιμής και αξίας.

[4] Για την ακρίβεια, ο εργαζόμενος πουλάει την εργατική του δύναμη και όχι την εργασία του.

[5] Η εργασιακή νομοθεσία, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, ενώ ορίζει τη διάρκεια της εργάσιμης μέρας στις 8 ώρες, επιτρέπει στους προϊσταμένους να προγραμματίζουν «αναγκαστικές υπερωρίες», τις οποίες οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αρνηθούν υπό την πίεση της απόλυσης. Ωστόσο, ο προϊστάμενος υποχρεούται να πληρώσει το 150% του μισθού για τις επιπλέον ώρες. Αυτό υποτίθεται ότι αποθαρρύνει την υπερβολική χρήση υπερωριών και δίνει κίνητρο για την πρόσληψη επιπλέον εργαζομένων, εντούτοις η μισθολογική πρακτική του «150%» είναι εντελώς ανεπαρκής να αποτρέψει τους προϊσταμένους από την προσφυγή σε αναγκαστικές υπερωρίες, ιδιαιτέρως σε περιόδους οικονομικής άνθησης.

[6] Και πάλι δεν υπάρχουν συνδικάτα, δεν υπάρχει νομοθεσία περί κατώτατου μισθού και δεν υπάρχει κοινωνική ασφάλιση.

[7] Η βρετανική οριακή σκέψη αναπτύχθηκε σε ένα τόπο και χρόνο όπου οι εργάτες είχαν ελάχιστη ταξική συνείδηση. Οι βρετανικές συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστήριζαν συχνά το Φιλελεύθερο Κόμμα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε μαζικό Κόμμα της εργατικής τάξης στην Βρετανία. Η Αυστριακή σχολή της οριακής οικονομικής σκέψης αναπτύχθηκε αρχικά στη Αυστρία, όπου σε αντίθεση με την Βρετανία πολλοί εργάτες υποστήριζαν το τότε Μαρξιστικό Αυστριακό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και ήταν οργανωμένοι σε συνδικάτα υπό την καθοδήγηση των Σοσιαλδημοκρατών. Ενώ οι Βρετανοί οριακοί οικονομολόγοι απλώς αγνοούσαν τον Marx, οι Αυστριακοί ομόλογοί τους είχαν εμμονή με την «κατάρριψη» του Marx, ωστόσο δανείζονταν συγκεκριμένες ιδέες από τον Marx με έναν ιδιαίτερο τρόπο, όταν ήταν προς το συμφέρον τους.

[8] Η κίνηση για την αποκατάσταση της λίρας στην προπολεμική ισοτιμία έναντι του χρυσού και του δολαρίου υποστηριζόταν από τα οικονομικά συμφέροντα του «Σίτι» (του Λονδίνου). Βασικά, τα βρετανικά τραπεζικά συμφέροντα, εκπροσωπούμενα από τον Churchill, ήλπιζαν πως οι καπιταλιστές που ασχολούντο με το διεθνές εμπόριο θα κατέθεταν για ακόμα μια φορά τα χρήματά τους στις τράπεζες του Λονδίνου, όπως είχαν κάνει και πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, οι υποστηρικτές της επιστροφής στην παλιά ισοτιμία λίρας – χρυσού προέτασσαν το βασικό επιχείρημα ότι η λίρα θα έπρεπε να επιστρέψει στην προπολεμική της ισοτιμία με τον χρυσό και να παραμείνει εκεί. Ωστόσο οι Βρετανοί βιομήχανοι καπιταλιστές, οι οποίοι ευρίσκοντο σε τρομακτικά δυσχερή θέση την δεκαετία του 1920, τρομοκρατήθηκαν από το γεγονός ότι τα κόστη τους, συγκεκριμένα τα μισθολογικά τους κόστη, θα αυξάνονταν σε όρους χρυσού και δολαρίου. Η ανατίμηση, εκτός του ότι βοήθησε να προκληθεί η γενική απεργία του 1926, ήταν πλήρως αποτυχημένη. Το 1931, μόνο 5 χρόνια αργότερα από την επιστροφή της προπολεμικής ισοτιμίας, η Τράπεζα της Αγγλίας αντιμετώπισε μια τεράστια μείωση στα αποθέματά της σε χρυσό, οπότε και αναγκάστηκε να αναστείλει τις πληρωμές σε χρυσό, με αποτέλεσμα την τεράστια υποτίμηση της λίρας. Η υποτίμηση της λίρας το 1931 αποδείχθηκε η πρώτη από τις πολλές που έμελλαν να ακολουθήσουν τις επόμενες δεκαετίες. Οι ημέρες κυριαρχίας της Βρετανίας στον καπιταλιστικό κόσμο άρχισαν να φαίνονται μακρινές.

[9] Οι Βρετανοί οριακοί οικονομολόγοι ισχυρίστηκαν πως συνεχίζουν την κλασσική παράδοση των Adam Smith και David Ricardo. Ωστόσο, βασίστηκαν ενστικτωδώς σε ό,τι ήταν χυδαίο από το έργο των Smith και Ricardo παρά στο επιστημονικό έργο τους. Ο ισχυρισμός ότι το «άμεσο κόστος» – που αποκρυσταλλώθηκε στο «μισθολογικό κόστος» – διακυβεύει το γενικό επίπεδο τιμών, το οποίο επιβεβαίωσαν ο Smith και ο Malthus, αντικρούστηκε από τον Ricardo. Οι πιο συνεπείς οριακοί οικονομολόγοι της επικράτειας γενικά υποστήριζαν πως το επίπεδο τιμών καθορίζεται από την ποσότητα του χρήματος σε σχέση με τα εμπορεύματα. Οι σύγχρονοι υποστηρικτές αυτής της άποψης, όπως ο Milton Friedman, παραδέχονται με τον τρόπο τους ότι οι αλλαγές στους ονομαστικούς μισθούς δεν προκαλούν αλλαγές στο γενικό επίπεδο τιμών αλλά απλά τις αντανακλούν. (Η θέση της επόμενης εβδομάδας θα αφιερωθεί  στην εξέταση του ισχυρισμού, ο οποίος εξακολουθεί να υποστηρίζεται επίμονα από τους οπαδούς του Keynes, ότι οι αλλαγές στους μισθούς διακυβεύουν τις μεταβολές των τιμών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, καθώς πολλαπλασιάζονται οι ενδείξεις – για παράδειγμα, η ανανεωμένη αύξηση της τιμής του πετρελαίου – ότι ένα παλιρροϊκό κύμα πληθωρισμού θα μας πνίξει σύντομα. Εάν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις επαναλάβουν τα λάθη της δεκαετίας του 1970 και ασκήσουν πιέσεις για την διατήρηση των μισθών τους για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό, τα οικονομικά και πολιτικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο καταστροφικά από αυτά της δεκαετίας του 1970.)

[10] Στο βιβλίο “A monetary history of the United States, 1867 – 1960”, το οποίο εκδόθηκε αρχικά το 1963, με τον Friedman συντάκτη από κοινού με την οικονομολόγο Anna Jacobson Schwartz, οι συγγραφείς ισχυρίστηκαν ότι η Fed επιτρέποντας στην «προσφορά χρήματος» – ορισμένη ως μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις – να μειωθεί στο ένα τρίτο, έκαναν την «συρρίκνωση», όπως ο Friedman και η Schwartz συνήθιζαν ονομάζουν τις οικονομικές κρίσεις, πολύ χειρότερη απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά. Εκείνη την περίοδο, o Friedman και η Schwartz δεν ισχυρίζονταν κάτι περισσότερο από αυτό. Αλλά αργότερα, o Friedman και οι οπαδοί του υπονοούσαν αλλά και έλεγαν ξεκάθαρα μερικές φορές πως η ίδια η Fed όχι απλά «επέτρεψε» αλλά στην πραγματικότητα προκάλεσε την μείωση της προσφοράς χρήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, με συνέπεια να προκαλέσει την Μεγάλη Ύφεση, η οποία, όπως υποστήριξαν, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

[11] Αντιθέτως, ο Milton Friedman, πολύ πιο συνεπής στην οριακή σκέψη σε σχέση με τους κεϋνσιανούς, αποκήρυξε τους ελέγχους τιμών-μισθών του Richard Nixon. Έφτασε ακόμη και στο σημείο να περιγράψει υπερβολικά τον δεξιό Ρεπουμπλικάνο Nixon ως τον πιο «σοσιαλιστή» πρόεδρο στην ιστορία των Η.Π.Α. Όταν ο Friedman περιέγραφε ένα άτομο ως «σοσιαλιστή» δεν το έλεγε ως κομπλιμέντο. Ωστόσο, να σημειωθεί πως ο Friedman υποστήριξε σθεναρά ένα άλλο μέρος του προγράμματος του Nixon το οποίο αποδείχθηκε άκρως πληθωριστικό στην πράξη. Αυτή η πράξη – η οποία υποστηρίχθηκε και από κεϋνσιανούς οικονομολόγους – ήταν η τελευταία αποκήρυξη της υπόσχεσης της αμερικανικής κυβέρνησης να ανταλλάσσει χρυσό για δολάρια στην ισοτιμία της μιας ουγκιάς χρυσού για κάθε 35 δολάρια που έφερνε μια ξένη κυβέρνηση ή μια ξένη κεντρική τράπεζα. Χωρίς αυτή την τεράστια υποτίμηση του αμερικανικού δολαρίου – και άλλων νομισμάτων – σε σχέση με τον χρυσό κατά την δεκαετία του 1970, δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί ο πληθωρισμός.

 

Εδώ η συνέχεια:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s