Οι Ιδέες του Τζων Μέυναρντ Κέυνς (Μέρος 4ο)

800x-1

Τζ. Μ. Κέινς – φωτογραφία: Bettmann/getty images

Του Sam Williams

Πηγή: https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-1/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-4/

Μετάφραση ΔΚ, ΝΧ για το avantgarde

Εδώ τα προηγούμενα μέρη:

Η θεωρία του Κέυνς για την υπεραξία

Σε προηγούμενο μέρος της παρούσας εργασίας, είδαμε ότι ο Κέυνς αρνείται το ότι η υπεραξία παράγεται από την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης. Οπότε τίθεται το ερώτημα: πως η υπεραξία- όπως άλλωστε και το κέρδος και ο τόκος και η πρόσοδος- προκύπτει, σύμφωνα με τον Κέυνς, εάν δεν παράγεται από την εργατική τάξη; (1)

«Είναι κατά πολύ προτιμότερο», έγραφε ο Κέυνς στο 16ο κεφάλαιο της «Γενικής Θεωρίας», «να μιλάμε για το κεφάλαιο ως εάν αυτό να έχει απόδοση κατά την διάρκεια της ζωής του πάνω από το αρχικό του κόστος, παρά σαν να είναι παραγωγικό. Διότι ο μόνος λόγος για τον οποίο ένα περιουσιακό στοιχείο προσφέρει προοπτική απόδοσης κατά την διάρκεια της ζωής του έχοντας μια συνολική αξία μεγαλύτερη από την αρχική τιμή προσφοράς του (2), είναι η σπανιότητά του, η οποία και παραμένει εξαιτίας του ανταγωνισμού του ποσοστού του τόκου του χρήματος. Εάν το κεφάλαιο καταστεί λιγότερο σπάνιο, η επιπλέον αξία του θα μειωθεί, χωρίς να έχει γίνει το ίδιο λιγότερο παραγωγικό- τουλάχιστον με την φυσική έννοια του όρου».

Η διαφορά μεταξύ της «συνολικής αξίας» για να χρησιμοποιήσουμε και την ορολογία του Κέυνς, και της «τιμής προσφοράς» -το κόστος που έχει για τον κεφαλαιοκράτη αυτό το περιουσιακό στοιχείο- είναι η υπεραξία που αποφέρει το «περιουσιακού στοιχείο» -και δεν την παράγει, σύμφωνα με τον Κέυνς- στον ιδιοκτήτη του. Αλλά από πού προέρχεται αυτή η αποφερόμενη υπεραξία αν δεν παράγεται – δηλαδή εάν δεν ανακύπτει εντός της σφαίρας της παραγωγής; Όπως έχουμε δει σε άλλο σημείο της εργασίας αυτής, ο Κέυνς αποδέχεται τον «κλασικό» μαρτζιναλιστικό ισχυρισμό, ή για να το πούμε αλλιώς την αναπόδεικτη υπόθεση, ότι ο εργάτης δεν παράγει καμιά υπεραξία αλλά απλώς αναπαράγει την αξία του εργατικού μισθού.

Ούτε η εργατική τάξη, ούτε το κεφάλαιο, σύμφωνα με τον Κέυνς, παράγουν υπεραξία. Δηλαδή, σε αντίθεση με τους φυσιοκράτες ή και με την σχολή των Σμιθ-Ρικάρντο, η υπεραξία δεν παράγεται εντός της σφαίρας της παραγωγής. Από πού πηγάζει λοιπόν η υπεραξία;

Σύμφωνα με τον Κέυνς, ο μόνος λόγος για τον οποίο το κεφάλαιο αποφέρει υπεραξία είναι η σπανιότητά του. Εάν το κεφάλαιο δεν ήταν σπάνιο, δεν θα υπήρχε υπεραξία. Στην πραγματικότητα, η αξία του κεφαλαίου θα μηδενιζόταν ή πράγμα που σημαίνει ακριβώς το ίδιο, το κεφάλαιο θα έπαυε να υπάρχει.

Οι μαρτζιναλιστές, συμπεριλαμβανομένου του Κέυνς, στην πραγματικότητα έχουν στραφεί  στις απόψεις των εμποροκρατών και του Μάλθους -ο Κέυνς έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον Μάλθους- σύμφωνα με τις οποίες η υπεραξία δεν προκύπτει στην σφαίρα της παραγωγής αλλά στην σφαίρα της κυκλοφορίας. Σε αυτό το σημείο, οι μαρτζιναλιστές όντες έξω από το έδαφος της εργασιακής θεωρίας της αξίας, αρνούνται το μεγαλύτερο επίτευγμα των φιλελεύθερων κλασικών της πολιτικής οικονομίας. Πρόκειται για την ανακάλυψη του γεγονότος ότι η υπεραξία προκύπτει στην σφαίρα της παραγωγής και όχι στην σφαίρα της κυκλοφορίας. Ως εκ τούτου, ο Κέυνς υπερασπίζεται το τεράστιο βήμα προς τα πίσω των «κλασικών» μαρζτιναλιστών οικονομολόγων, ότι δηλαδή η υπεραξία δεν παράγεται αλλά προκύπτει εξαιτίας της σπανιότητας, στην σφαίρα της κυκλοφορίας.

Ο Κέυνς για το κέρδος και τον τόκο

Το σημείο στο οποίο ο Κέυνς διαφοροποιούνταν από την κλασσική οριακή θεωρία, ήταν η άποψή του για την φύση και την σχέση μεταξύ δύο διαφορετικών μερών της υπεραξίας, του κέρδους της επιχείρησης και του τόκου. Σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο οποίος εξηγούσε τον «τόκο» σαν ένα απλό υπο-μέρος του κέρδους, το οποίο κι αυτό είναι μονάχα ένα μέρος της υπεραξίας που έχει παραχθεί από την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης, ο Κέυνς αντιμετώπιζε το κέρδος και τον τόκο σαν απόδοση του χρήματος και του πραγματικού κεφαλαίου αντίστοιχα. Το πραγματικό κεφάλαιο αποδίδει κέρδος γιατί είναι «σπάνιο», όπως και το χρήμα αποδίδει στον κάτοχό του ένα τόκο επειδή κι αυτό είναι σπάνιο επίσης.

Σε αντίθεση με τον Κέυνς, οι «κλασικοί» μαρτζιναλιστές, ισχυρίζονται πως το κεφάλαιο αποφέρει τόκο επειδή είναι ένας σπάνιος συντελεστής της παραγωγής. Ο Κέυνς, ωστόσο, διέκρινε το κέρδος των βιομήχανων κεφαλαιοκρατών από των εμπόρων κεφαλαιοκρατών- το κέρδος που έβγαζαν οι επιχειρηματίες, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία που προτιμούσε ο Κέυνς- και τον τόκο που κέρδιζαν οι κεφαλαιοκράτες του χρήματος- ή οι εισοδηματίες, όπως τους αποκαλούσε ο Κέυνς.

Η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου

Όπως οι «κλασικοί» μαρτζιναλιστές, έτσι και ο Κέυνς αποφεύγει τον όρο «κέρδος» ή «ποσοστό κέρδους». Αντιθέτως, εισάγει έναν νέο όρο για να διακρίνει το κέρδος που βγαίνει από τους «επιχειρηματίες» από τον «τόκο» που ιδιοποιούνται οι «εισοδηματίες». Ο Κέυνς αποκαλεί το κέρδος που βγαίνει από τους βιομήχανους και εμπόρους κεφαλαιοκράτες ως οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου.

Σε αυτό το σημείο ο Κέυνς χρησιμοποιεί την μαρτζιναλιστική μεθοδολογία για να αναλύσει αυτό που στην απλή γλώσσα είναι το ποσοστό του κέρδους. Ο Κέυνς το έθεσε ως εξής: Εάν μια δοσμένη μονάδα πρόσθετου κεφαλαίου χρησιμοποιηθεί, τα εμπορεύματα τα οποία θα παραχθούν θα είναι λιγότερο σπάνια, και έτσι η αξία ή η τιμή τους- πράγμα που είναι το ίδιο στην οικονομική θεωρία του μαρτζιναλισμού- θα μειωθεί. Αναγνωρίζοντας πως θα συμβεί κάτι τέτοιο, ο βιομήχανος κεφαλαιοκράτης θα αναμένει ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους σε κάθε επιπρόσθετη μονάδα κεφαλαίου στην οποία επενδύει. Το ποσοστό κέρδους το οποίο αναμένει ο κάθε βιομήχανος ή έμπορος κεφαλαιοκράτης από μια επιπρόσθετη μονάδα κεφαλαίου, ο Κέυνς το ορίζει σαν οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου.

Σύμφωνα με τον Μαρξ, υποθέτουμε πως οι βιομήχανοι και οι έμποροι κεφαλαιοκράτες δημιουργούν το μέσο ποσοστό κέρδους, αυτοί οι κεφαλαιοκράτες ιδιοποιούνται τον τόκο του κεφαλαίου τους μαζί με ένα επιπρόσθετο κέρδος, το κέρδος της επιχείρησης. Το μέσο κέρδος, σύμφωνα με τον Μαρξ, αποτελείται από τον τόκο συν το κέρδος της επιχείρησης.

Ο Κέυνς, ωστόσο, εξαιτίας του ιδιότυπου τρόπου με τον οποίο ορίζει τον τόκο, αρνείται το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας εκ των πραγμάτων λαμβάνει τόκο επί του κεφαλαίου του ή της. Ο Κέυνς ορίζει τον τόκο σαν «ανταμοιβή» την οποία ένας κεφαλαιοκράτης του χρήματος- ή ένας εισοδηματίας κατά την ορολογία του Κέυνς- λαμβάνει επειδή δεν αποθησαυρίζει χρήμα. Η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου- η οποία διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο στο Κεϋνσιανό σύστημα με αυτόν που διαδραματίζει το μέσο ποσοστό του κέρδους στην κλασική και μαρξιστική σχολή- ανακύπτει, σύμφωνα με τον Κέυνς, λόγω της σπανιότητας του πραγματικού κεφαλαίου, και ο τόκος ανακύπτει κι αυτός εξαιτίας της σπανιότητας του χρηματικού κεφαλαίου. Εν αντιθέσει με τους «κλασικούς» μαρτζιναλιστές, ο Κέυνς, όπως και ο Μαρξ, διακρίνουν με μεγάλη σαφήνεια το πραγματικό από το χρηματικό κεφάλαιο.

Η διάκριση την οποία τόσο ο Μαρξ όσο και ο Κέυνς κάνουν μεταξύ του πραγματικού και του χρηματικού κεφαλαίου είναι ασύμβατη με την ποσοτική θεωρία του χρήματος. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, όταν αλλάζει η αναλογία στην ποσότητα του χρήματος σε σχέση με την ποσότητα των εμπορευμάτων οι πραγματικοί μισθοί και τα πραγματικά κέρδη δεν επηρεάζονται. Η σύγχρονη εκδοχή της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος με βασικό εκπρόσωπο τον Μιλτον Φριντμαν, θα τροποποιούσε αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι δεν επηρεάζονται μακροπρόθεσμα.

Οι πιο παραδοσιακοί μαρτζιναλιστές -για παράδειγμα οι νεοφιλελεύθεροι ακόλουθοι του Μ. Φριντμαν- θα επιχειρηματολογούσαν λέγοντας πως αν η ποσότητα του χρήματος είναι ανεπαρκής προκειμένου να κινηθούν οι αξίες των εμπορευμάτων στις υπάρχουσες τιμές, οι τιμές απλά θα έπεφταν σε ένα τέτοιο επίπεδο στο οποίο θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση της αξία τους. Εάν η συνολική ποσότητα χρήματος που βρίσκεται στην κυκλοφορία αποτελείτο από ένα δολάριο ή ένα ευρώ, για παράδειγμα, όλα τα εμπορεύματα που έχουν παραχθεί θα συνέχιζαν να πωλούνται αν και οι τιμές τους που θα αναφέρονταν σε μικρά κλάσματα του ενός λεπτού.

Ως εκ τούτου, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα, η ποσότητα του χρήματος δεν θα είχε καμιά επίπτωση στο επιτόκιο. Το πολύ, σύμφωνα με την παραδοσιακή οριακή θεωρία, αν ο ρυθμός αύξησης της ποσότητα των χρημάτων υπερβεί τον ρυθμό αύξησης της ποσότητας των εμπορευμάτων, θα προστεθεί ένα «ασφάλιστρο πληθωρισμού» στο «φυσικό επιτόκιο» το οποίο καθορίζεται με την σειρά του από την σπανιότητα του πραγματικού κεφαλαίου.

Για παράδειγμα, αν, σύμφωνα με τον Φρίντμαν, το φυσικό επιτόκιο, είναι 3% και το αναμενόμενο ποσοστό πληθωρισμού είναι 4%, το ονομαστικό επιτόκιο θα είναι 7%. (3) Αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση το πραγματικό επιτόκιο που μπορούμε να το μετρήσουμε έχοντας αντισταθμίσει τις επιπτώσεις του πληθωρισμού, δεν θα επηρεαστεί.

Ο Κέυνς απορρίπτει μια τέτοια ανάλυση. Όπως εξήγησα σε προηγούμενο σημείο της παρούσας εργασίας, ο Κέυνς σε αντίθεση με τον Ρικάρντο, τον Μαρξ και τους μαρτζιναλιστές υποστηρικτές της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος όπως ο Μ. Φρίντμαν, ισχυρίστηκε πως το επίπεδο των ονομαστικών τιμών καθορίζεται από το επίπεδο των χρηματικών μισθών. Συνεπώς, μια συρρίκνωση της ποσότητας του χρήματος θα αυξήσει τα επιτόκια, σύμφωνα με τον Κέυνς, όχι χαμηλότερα από το γενικό επίπεδο των τιμών. Μόνο αν η συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος και η συνακόλουθη αύξηση των επιτοκίων οδηγήσουν σε μαζική ανεργία που με την σειρά της ρίξει τα επίπεδα των μισθών, το γενικό επίπεδο των τιμών τελικά θα πέσει. (4) Άρα, Ο Κέυνς αρνείται την έννοια της ουδετερότητας του χρήματος, που υποστηρίζεται από τον Ρικάρντο, τους παραδοσιακούς μαρτζιναλιστές και άλλους φιλελεύθερους οικονομολόγους.

Μαρξ εναντίον Κέυνς

Ο Μαρξ και ο Κέυνς εδώ βρίσκονται σε μια μερική συμφωνία. Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Κέυνς απορρίπτουν την ποσοτική θεωρία του χρήματος και την συνακόλουθη ουδετερότητά του τελευταίου. Επίσης και οι δύο διανοητές απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η συρρίκνωση της ποσότητας του μεταλλικού χρήματος θα μειώσει τις τιμές, και συμφωνούν αντιθέτως στο γεγονός πως μια συρρίκνωση της προσφοράς του μεταλλικού χρήματος θα αυξήσει τα επιτόκια. (5) Αντίστροφα, συμφωνούν ότι μια αύξηση της ποσότητας του μεταλλικού χρήματος, και αν όλα τα άλλα παραμείνουν ίδια, θα μειωθούν τα επιτόκια και δεν θα αυξηθούν οι τιμές.

Ο Μαρξ και ο Κέυνς αναγνωρίζουν επίσης από κοινού ότι η απόλυτη διάκριση μεταξύ χρήματος και εμπορευμάτων καθιστά εφικτές γενικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Και οι δυο οικονομολόγοι απορρίπτουν τον Νόμο του Say. Οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι είναι γενικά αρκετά θετικοί προς την θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος επίσης (6)  Αυτό δεν εκπλήσσει από την στιγμή που, όπως έχουμε ισχυριστεί, η άποψη ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα σε αντίθεση με το απόλυτο πλεονέκτημα εφαρμόζεται στο εμπόριο μεταξύ κεφαλαιοκρατικών εθνών-κρατών και επιτυγχάνει ή αποτυγχάνει- και αποτυγχάνει- μαζί με την ποσοτική θεωρία του χρήματος.

Επισημαίνοντας αυτά σημεία συμφωνίας, πολλοί μαρξιστές έβγαλαν το βιαστικό συμπέρασμα ότι οι θεωρίες του Κέυνς αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη στροφή προς την κατεύθυνση του Μαρξ. Οι μαρξιστές με τις περισσότερες επιρροές από τον Κέυνς  έχουν υποστηρίξει ότι πολλές από τις διαφορές μεταξύ του Μαρξ και του Κέυνς είναι περισσότερο διαφορές ορολογίας, και αν και ομολογούν, ότι σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Κέυνς δεν κατάφερε να εξάγει κανένα σοσιαλιστικό συμπέρασμα από την κριτική που άσκησε στην «κλασική» μαρτζιναλιστική οικονομική θεωρία.

Αν η διαφορά μεταξύ Μαρξ και Κέυνς ήταν κυρίως διαφορά ορολογίας, θα ήταν εφικτή η ενσωμάτωση ολόκληρου του Κεϋνσιανού συστήματος στον μαρξισμό. Το μόνο που θα χρειαζόμασταν θα ήταν ένα λεξικό για να μεταφράζουμε τους διαφορετικούς όρους. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Πράγματι, ακόμα κι αν αφήσει κανείς στην άκρη το γεγονός ότι ο Κέυνς δεν καταλήγει στο συμπέρασμα του σοσιαλισμού, οι διαφορές μεταξύ του Μαρξ και του Κέυνς είναι πολύ πιο βαθιές. Ξεκινούν από το πιο βασικό ζήτημα ολόκληρης της οικονομικής επιστήμης: Την πηγή και την φύση της υπεραξίας.

Εκτός από αυτό, αφορούν και στην ιδιαίτερη φύση της αξίας, του χρήματος και της τιμής. Γιατί τα προϊόντα της εργασίας κάτω από συγκεκριμένες, ιστορικά καθορισμένες συνθήκες παραγωγής παίρνουν την μορφή του εμπορεύματος. Τι καθορίζει το μέγεθος της αξίας ενός δοσμένου εμπορεύματος; Ποια είναι η σημασία της έννοιας της αξίας; Ο Μαρξ και ο Κέυνς δίνουν ριζικά διαφορετικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε την οικονομική κατηγορία «χρήμα». Όπως έχουμε ισχυριστεί σε αναρτήσεις μας που αφορούν την θεωρία του χρήματος, σύμφωνα με τον Μαρξ, το χαρτονόμισμα και το πιστωτικό χρήμα λειτουργούν κάτω από διαφορετικούς νόμους. Ωστόσο, ο Κέυνς- όπως επίσης και ο Μ. Φρίντμαν- δεν κάνουν καμιά διάκριση μεταξύ αυτών των διαφορετικών μορφών χρήματος. Είτε τα χρήματα παίρνουν την μορφή χρυσών νομισμάτων, τραπεζογραμματίων μετατρέψιμων σε χρυσό, ή χάρτινου χρήματος, το χρήμα είναι χρήμα σύμφωνα με τον Κέυνς και τον Φρίντμαν.

Καθώς λοιπόν, οι υποστηρικτές της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος, όπως οι νεοφιλελεύθεροι οπαδοί του Μ. Φρίντμαν λανθασμένα εφαρμόζουν τους νόμους που αφορούν το χαρτονόμισμα στο μεταλλικό χρήμα, έτσι ο Κέυνς και οι οπαδοί του λανθασμένα εφαρμόζουν τους νόμους του μεταλλικού χρήματος στο χαρτονόμισμα. (7) Ο Κέυνς οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα όταν ισχυρίζεται λανθασμένα πως μια αύξηση της ποσότητας του χαρτονομίσματος από την κεντρική τράπεζα, θα είχε ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα με μια αύξηση της ποσότητας του μεταλλικού χρήματος.

Σε σχέση με το ερώτημα του τι συμβαίνει όταν αυξάνεται η  ποσότητα του χαρτονομίσματος που εκδίδει μία κεντρική τράπεζα, ο Μαρξ ήταν στην πραγματικότητα πιο κοντά στον Μ. Φρίντμαν από ότι στον Κέυνς. Ο Μαρξ και ο Φρίντμαν, θα συμφωνούσαν ότι μία αύξηση στην ποσότητα των χαρτονομισμάτων που τυπώνει μια κεντρική τράπεζα, χωρίς να αλλάζει η ποσότητα του μεταλλικού χρήματος και η ποσότητα των αγαθών, ακόμα κι αν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται  ή μειώνονται, θα ήταν πληθωριστική.

Αλλά ο Μαρξ θα ήταν πιο κοντά στον Κέυνς όταν θα επρόκειτο για τις επιπτώσεις μιας αύξησης στην ποσότητα του μεταλλικού χρήματος. Ενώ ο Φρίντμαν θα θεωρούσε αυτή την αύξηση ως επίσης πληθωριστική, όπως θα έβλεπε δηλαδή και μια αύξηση της ποσότητας των χαρτονομισμάτων, ο Μαρξ θα συμφωνούσε με τον Κέυνς ότι μια αύξηση της ποσότητας του μεταλλικού χρήματος, και με αμετάβλητα όλα τα άλλα, θα προξενούσε μια πτώση των επιτοκίων και όχι μια αύξηση στις τιμές.

Ο Κέινς θεωρούσε ότι αυτό θα οδηγούσε σε μια πληθωριστική αύξηση της τιμής του χρήματος. Σε αντίθεση όμως με τον Μαρξ, ο Φρίντμαν θα αντιτασσόταν σε μία πιθανή αύξηση των μισθών, όχι λόγω των πληθωριστικών επιπτώσεων, αλλά επειδή θα θεωρούσε πως αυτό θα αύξανε την ανεργία. Ιδιαίτερα πρόθυμος στο να  διαφυλάξει τη φήμη του ως το αγαπημένο παιδί του επιχειρηματικού κόσμου, μας φαίνεται δύσκολο να φανταστούμε τον παλιό καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σικάγου να υποστήριζε ποτέ την αύξηση των μισθών ως λύση για οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση.

Ο Μαρξ, αντιθέτως, ως πρωτοπόρος υπερασπιστής της εργατικής τάξης υποστήριζε πάντα το αίτημα για υψηλότερους μισθούς για τους εργαζόμενους, παρόλο που εξηγούσε ότι η πραγματική απελευθέρωση των εργαζομένων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την αύξηση των μισθών αλλά με την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και του καπιταλισμού.

Δεν υπάρχει μαρξιστής, συνδικαλιστής ή αριστερός τουλάχιστον από αυτούς που γνώρισα που να ισχυρίστηκαν ποτέ ότι η «αντι-Κεϋνσιανή αντεπανάσταση» του Μίλτον Φρίντμαν ήταν μια υποχώρηση των αστών ακαδημαϊκών οικονομολόγων προς τον Μαρξ. Παρόλα αυτά έχω δείξει ότι υπάρχουν κάποια σημεία όπου ο Μαρξ και ο Φρίντμαν συμφωνούν μεταξύ τους, διαφωνώντας με τον Keynes. Ως εκ τούτου, νομίζω ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην επιχειρούμενη αναβίωση των κεϋνσιανών οικονομικών, στη βάση της υπόθεσης ότι υπάρχουν κάποια σημεία συμφωνίας μεταξύ του Μαρξ και του Κέινς ενάντια στο Φρίντμαν.

Ο Κέινς σχετικά με τις επιπτώσεις των μεταβολών των τόκων και του ποσοστού του κέρδους στην παραγωγή και την απασχόληση

Οι υποστηριχτές της «κλασσικής» οριακής θεωρίας  θεωρούν πως όταν η οικονομία βρίσκεται σε «ισορροπία» το κέρδος εξαφανίζεται και το μόνο που παραμένει είναι το επιτόκιο. Υποστήριζαν ότι αν υπήρχαν κλάδοι της βιομηχανίας που τα κέρδη υπερέβαιναν τα επιτόκια, οι βιομήχανοι καπιταλιστές θα επένδυαν σε αυτούς τους κλάδους ως μέρος της αδιάκοπης προσπάθειάς τους να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Η παραγωγή τους σε αυτούς τους κλάδους θα επεκτεινόταν μέχρις ότου πέσουν οι τιμές και τα κέρδη επίσης μειωθούν σημαντικά σε αντίθεση με τους τόκους. Υποθέτοντας ότι όντως υπάρχει «ελεύθερος ανταγωνισμός, ειδικά στην αγορά εργασίας», ο μόνος πιθανός δρόμος μέσω του οποίου θα μπορούσε να καταστεί δυνατή η οικονομική ισορροπία θα ήταν αν υπήρχε πλήρης απασχόληση και οι βιομήχανοι καπιταλιστές κέρδιζαν μόνο το «επιτόκιο». Για πολλά χρόνια πριν γράψει τη «Γενική Θεωρία», αυτή ήταν και η άποψη του Κέινς.

Αλλά ο Κέινς προβληματιζόταν από την πρόδηλη αντίφαση ανάμεσα στην μαζική ανεργία στη Βρετανία κατά τη δεκαετία του 1920 και του 1930 και τη μεγάλη «θεωρητική ανακάλυψη» της Οριακής σχολής ότι η καπιταλιστική οικονομία θα μπορούσε να βρίσκεται σε ισορροπία μόνο όταν θα υπήρχε «πλήρης απασχόληση», δηλαδή αποκλείοντας τις αρνητικές επιπτώσεις από την δράση των συνδικάτων και την νομοθεσία της κοινωνικής πρόνοιας.

Η πρόταση συμφιλίωσης του Keynes ανάμεσα στην Οριακή Θεωρία και την πραγματικότητα της μαζικής ανεργίας

Στη «Γενική Θεωρία» του, ο Κέινς υποστήριξε ότι η οικονομία τείνει προς μια ισορροπία όπου το επιτόκιο ισούται με την οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου. Με όρους άλγεβρας, η οριακή απόδοση του κεφαλαίου ισούται με το επιτόκιο. Ή πιο απλά, το επιτόκιο ισούται με το ποσοστό κέρδους. Οι βιομήχανοι καπιταλιστές στην ατέρμονη αναζήτηση κέρδους στην οποία επιδίδονται θα σταματήσουν να επεκτείνουν την παραγωγή τους στο σημείο όπου αναμένουν ότι μια περαιτέρω επένδυση κεφαλαίου θα τους αποφέρει μόνο το επιτόκιο.

Στα κεϋνσιανά οικονομικά, καθώς η παραγωγή αυξάνεται – με το δεδομένο ότι όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες παραμένουν ίδιοι- τα εμπορεύματα είναι όλο και λιγότερο σπάνια, με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών, πράγμα το οποίο στη συνέχεια μειώνει το ποσοστό του κέρδους του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί στην παραγωγή. Η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου μειώνεται όσο αυξάνεται η παραγωγή. Ωστόσο, οι βιομηχανικοί καπιταλιστές θα συνεχίσουν να αυξάνουν την παραγωγή τους, παρά τις προοπτικές μείωσης του ποσοστού απόδοσης, στο βαθμό που το αναμενόμενο ποσοστό του κέρδους -απόδοσης του κεφαλαίου- υπερβαίνει το επιτόκιο.

Ωστόσο, αυτή η διαδικασία θα σταματήσει τη στιγμή που το ποσοστό του κέρδους που αποδίδεται από το επενδυμένο κεφάλαιο στη βιομηχανία τείνει να εξισώνεται με το επιτόκιο. Σε αυτό το σημείο, η οικονομία φτάνει σε μια ισορροπία όπου το επιτόκιο και η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου είναι ίσα.

Αλλά αυτό μπορεί να μην εξισώνεται με την  «πλήρη απασχόληση». Στο σημείο αυτό  ο Κέινς δεν ταυτιζόταν με την κλασσική φιλελεύθερη οριακή θεωρία. Δεδομένου ότι το επιτόκιο καθορίζεται από τη σχετική σπανιότητα χρημάτων σε σχέση με τη ζήτηση για χρήμα – αυτό που ο Κέινς ονομάζει liquidity preference- δεν υπάρχει κάποιος μηχανισμός στην καπιταλιστική οικονομία που να εξασφαλίζει αυτόματα ότι το επιτόκιο είναι ίδιο με την οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου που ανταποκρίνεται στην πλήρη απασχόληση. Σύμφωνα με τον Keynes, το επιτόκιο και η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου θα μπορούσαν να εξισωθούν μόνο υπό τη προϋπόθεση μαζικής ανεργίας.

Ο Κέινς επί της ουσίας θεώρησε ότι η οικονομία θα κυμαίνεται γύρω από το σημείο εκείνο στο οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί η οριακή απόδοση του κεφαλαίου, δηλαδή το επιτόκιο. Με τον ίδιο τρόπο που στην κλασσική οικονομία και στον Μαρξ, οι τιμές της αγοράς κυμαίνονται γύρω από το κόστος παραγωγής των μεμονωμένων προϊόντων.

 Μερικές φορές η παραγωγή θα είναι κάτω από το σημείο που η οριακή απόδοση του κεφαλαίου και το επιτόκιο ταυτίζονται. Σε αυτή την περίπτωση, οι βιομήχανοι καπιταλιστές θεωρούν ότι αν επενδύσουν πρόσθετες ποσότητες κεφαλαίου αυτό θα τους αποφέρει κέρδος μεγαλύτερο από το επιτόκιο. Υπό αυτό το ανισόρροπο πλαίσιο, η βιομηχανική παραγωγή και η απασχόληση στην οικονομία αυξάνονται. Αυτό αντιστοιχεί στην ανοδική φάση του «εμπορικού κύκλου».

Ωστόσο, σε κάποιο σημείο, καθώς η παραγωγή αυξάνεται και οι τιμές και τα κέρδη αρχίζουν να μειώνονται, η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου θα πέσει κάτω από το επιτόκιο που επικρατεί. Οι βιομηχανικοί καπιταλιστές θα αρχίσουν στη συνέχεια να μειώσουν την παραγωγή και να απολύσουν τους εργαζόμενους. Η οικονομία εισέρχεται στη φάση καθοδικής φάσης ή ύφεσης του «εμπορικού κύκλου».

Εάν, σύμφωνα με τον Κέινς της «Γενικής Θεωρίας», το επίπεδο στο οποίο ισορροπεί η παραγωγή – το σημείο δηλαδή όπου η οριακή αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου είναι ίση με το επιτόκιο – έχει ως αποτέλεσμα την μαζική ανεργία, τότε καθ’όλη την διάρκεια του «εμπορικού κύκλου», θα εμφανίζονται υψηλά ποσοστά «ακούσιας ανεργίας», όπως ακριβώς συνέβαινε στη Βρετανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και της δεκαετίας του 1930.

Η παραδοσιακή θέση της Οριακής θεωρίας, από την οποία ο Κέινς απομακρυνόταν με τη «Γενική Θεωρία», ήταν ότι εφόσον η μόνη δυνατή καπιταλιστική οικονομική ισορροπία θα μπορούσε να εμφανιστεί με την «πλήρη απασχόληση», τότε οποιαδήποτε άνοδος της ανεργίας ως αποτέλεσμα μίας ύφεση θα ήταν σύντομη, καθώς εξ ορισμού οποιοδήποτε επίπεδο ανεργίας εκτός από την περίπτωση «πλήρους απασχόλησης», συνιστά έλλειψη ισορροπίας. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα που συνάγεται ήταν ότι εάν εμφανιστεί ύφεση, τότε η καπιταλιστική οικονομία θα επέστρεφε γρήγορα στην πλήρη απασχόληση αν δεν υπήρχε καμία κυβερνητική παρέμβαση.

Ξεκινώντας από τη «Γενική Θεωρία», ο Κέινς, αντίθετα, έκρινε ότι η οικονομική ισορροπία θα μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου καλά έχοντας υψηλά επίπεδα ανεργίας. Αν αυτό όντως ίσχυε, το οποίο σίγουρα πίστευε ότι συνέβαινε όταν έγραφε τη «Γενική Θεωρία», ο Κέινς, σε αντίθεση με τους «κλασικούς» υποστηρικτές της Οριακής Θεωρίας, πίστευε ότι -αν η κυβέρνηση εμποδιζόταν στο να πάρει κάποια ενέργεια- η μαζική ανεργία θα μπορούσε να επιμείνει -με κυκλικές διακυμάνσεις- επ’ αόριστον.

Σύμφωνα με τον Κείνς της «Γενικής Θεωρίας», ο παραδοσιακός ισχυρισμός της Οριακής θεωρίας ότι υπό προϋποθέσεις ελεύθερου ανταγωνισμού, ειδικά στην αγορά εργασίας, η καπιταλιστική οικονομία θα επανέρθει ταχύτατα στην «πλήρη απασχόληση» έπειτα από μια ύφεση, ισχύει μόνο στην ειδική περίπτωση. Αυτή θα ήταν όταν το επίπεδο της παραγωγής ήταν τέτοιο ώστε το επιτόκιο εξισωνόταν με το ποσοστό του κέρδους και με κάποιο τυχαίο τρόπο αυτό συνέπιπτε με την «πλήρη απασχόληση».

Επομένως, σύμφωνα με τον Κέινς, οι «κλασικοί» υποστηρικτές της Οριακής θεωρίας έκαναν το λάθος να μπερδεύουν μόνο μια ειδική περίπτωση -δηλαδή αυτή που η οικονομική ισορροπία τυχαία συμπίπτει με την «πλήρη απασχόληση»- με τις πολλές πραγματικές καταστάσεις όπου η ισορροπία συμπίπτει με τη μαζική ανεργία.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Keynes, δεν υπάρχει κάτι το θεμελιωδώς λανθασμένο με την Οριακή Θεωρία ή με την καπιταλιστική κοινωνία την οποία υπερασπιζόταν. Το μόνο καθήκον που εκπορευόταν ήταν όχι μόνο η ανάλυση της «ειδικής περίπτωσης» όπου η οικονομική ισορροπία συνέπιπτε με την «πλήρη απασχόληση», αλλά και την άλλη περίπτωση όπου δεν συνέβαινε αυτή η ισορροπία.

Μόλις το έκανε αυτό, θα άνοιγε ένα σημαντικό κεφάλαιο στο ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η κυβέρνηση ώστε να διασφαλίσει την σύμπτωση ανάμεσα στην οικονομική σταθερότητα και την «πλήρη απασχόληση». Ο Κέινς ήταν πεπεισμένος ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει εντός των πλαισίων της αγαπημένης του υπάρχουσας τάξης – δηλαδή το σύστημα της ταξικής καπιταλιστικής εξουσίας και εκμετάλλευσης

Ο Κέινς παρέμεινε στην ουσία υπερασπιστής της Οριακής Θεωρίας

Ο μεγάλος φυσικός του 20ού αιώνα Albert Einstein δεν έκανε την ρήξη με την ειδική θεωρία της σχετικότητας -η οποία εφαρμοζόταν στην ειδική περίπτωση όπου η επιτάχυνση απουσιάζει- όταν την επέκτεινε ώστε να ερμηνεύσει και περιπτώσεις όπου υπάρχει επιτάχυνση. Η γενίκευση της θεωρίας της σχετικότητας που έκανε ο  Einstein είναι γνωστή ως η γενική θεωρία της σχετικότητας.
Ο Einstein μπόρεσε να γενικεύσει την ειδική θεωρία της σχετικότητας στη γενική θεωρία, επειδή η ειδική θεωρία, τουλάχιστον μέσα σε ένα ευρύ πεδίο, αντιστοιχεί στη φυσική πραγματικότητα.

Αντίθετα, η Οριακή Θεωρία βασίζεται σε μια σειρά από αξιώματα τα οποία βρίσκονται σε θεμελιώδη αντίφαση με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Την επόμενη εβδομάδα, θα αντιπαραβάλλω την ανάλυση του Κέινς για την απασχόληση και την ανεργία με την ανάλυση του Μαρξ.

———

1. Αν και οι αστοί οικονομολόγοι, φυσικά, δεν χρησιμοποιούν τον όρο υπεραξία, όλες οι οικονομικές σχολές απαιτείται να έχουν «κάποια» εξήγηση για την προέλευση του κέρδους, του επιτοκίου ή του ενοικίου. Χαρακτηριστικό όλων των οικονομολόγων πριν από τον Μαρξ ήταν ότι η υπεραξία περιγραφόταν διαμέσου συγκεκριμένων εννοιών όπως είναι το ενοίκιο, ο τόκος ή το κέρδος και όχι ως αυτοτελής κατηγορία με το δικό της όνομα.

Οι μερκαντιλιστές και γενικά οι αστοί οικονομολόγοι πριν από την ανάδειξη του κλασσικού φιλελευθερισμού υπέθεταν ότι η υπεραξία προκύπτει στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Δηλαδή, ότι ένας έμπορος προσθέτει  ένα κέρδος πάνω και πέρα από την τιμή κόστους των εμπορευμάτων τα οποία ανέλαβε. Αυτό μερικές φορές ονομάζεται «κέρδος κατά την αλλοτρίωση». Οι πρωτοπόροι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι της γαλλικής φυσιοκρατικής σχολής αναγνώρισαν το πώς η υπεραξία ή αυτό που ονόμαζαν ως μίσθωση, προέκυπτε στην  γεωργική παραγωγή. Ένας σπόρος σιταριού παράγει ένα ολόκληρο ματσάκι σιταριού. Κατέληξαν όμως λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι μόνο η γεωργική εργασία παρήγαγε την υπεραξία.

Η φυσιοκρατική θεωρία, η οποία αντανακλούσε τις ημι-φεουδαρχικές, προ-βιομηχανικές συνθήκες της Γαλλίας της εποχής τους, ήταν, ωστόσο, ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός συγκριτικά με τη θεωρία των μερκαντιλιστών. Ο ‘Ανταμ Σμιθ, στα πιο επιστημονικά του αποσπάσματα, και ο Ρικάρντο, είδαν ότι η υπεραξία προέρχεται ως την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης. Πράγματι, στην κλασσική σχολή, σε αντίθεση με την Οριακή σχολή, υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική εργασία που παράγει υπεραξία και μη παραγωγική εργασία που δεν το κάνει.

Όμως η Ρικαρδιανή σχολή δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί ποτέ με την θεώρηση ότι η εργασία της εργατικής τάξης δεν αποδίδεται εξολοκλήρου, καθώς με βάση την ερμηνεία που έκανε πάνω στον νόμο της αξίας, τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται κατά μέσο όρο αντίστοιχα με την ποσότητα της εργασίας που χρειάστηκε κατά μέσο όρο για να παραχθούν. Οι Ρικαρδιανοί σοσιαλιστές θεωρούσαν ότι η εμπορευματική ανταλλαγή δεν διέπεται ακόμα στην καπιταλιστική πραγματικότητα από την έννοια της ανταλλαγής ίσων ποσοτήτων της εργασίας, αλλά μάλλον ως κάτι που έπρεπε να παλέψουν ώστε να επιτευχθεί στην πράξη.

Θεώρησαν ότι εάν η ανταλλαγή ίσων ποσοτήτων εργασίας εφαρμοζόταν στην εμπορευματική ανταλλαγή ορισμένων βασικών προϊόντων, η υπεραξία καθώς και οι ιδιοκτήτριες και οι καπιταλιστικές τάξεις θα εξαφανίζονταν. Μέχρι τον Μαρξ η θεωρία της υπεραξίας περί απλήρωτης εργασίας της εργατικής τάξης, ήταν πλήρως συμφιλιωμένη με την θεώρηση ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται κατ’αναλογία με την ποσότητα της αποκρυσταλλωμένης εργασίας την οποία αντιπροσωπεύουν.

Επιπλέον, ο Μαρξ ήταν ο πρώτος συγγραφέας στην επιστήμη των οικονομικών που αντιμετώπισε την υπεραξία ως μια αυτοτελή κατηγορία με την δική της ονομασία και όχι πίσω από άλλες ονομασίες όπως το κέρδος, το επιτόκιο ή το ενοίκιο. Ο Μαρξ έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο σχετικά με την ιστορία των θεωριών για την υπεραξία που είχε τον τίτλο στα αγγλικά «Θεωρίες για την Υπεραξία», αν και δεν δημοσιεύθηκε στη διάρκεια της ζωής του. Το βιβλίο αυτό θεωρείται ότι είναι ο τέταρτος τόμος του «Κεφαλαίου».

2. Στα οικονομικά του Marshall, η τιμή προμήθειας είναι η χαμηλότερη τιμή στην οποία ο πωλητής διατίθεται να πουλήσει ένα εμπόρευμα. Είναι περίπου η ίδια έννοια με αυτήν της τιμής παραγωγής στα μαρξιστικά οικονομικά. Η τιμή παραγωγής ενός εμπορεύματος -τιμή προμήθειας- ενός βιομήχανου καπιταλιστή το οποίο θα λειτουργήσει ως τμήμα του σταθερού κεφαλαίου του αγοραστή του, ενός δεύτερου βιομηχανικού καπιταλιστή, αποτελεί μέρος της τιμής κόστους του εμπορεύματος που θα παράξει ο δεύτερος καπιταλιστής.

3. Από το ζήτημα της πτώσης των τιμών προκύπτει ένα λογικό πρόβλημα. Όσοι από εμάς έζησαν την περίοδο της «Κεϋνσιανής επανάστασης» – σχεδόν όλοι όσοι είναι ζωντανοί σήμερα – μπορεί να μην συνειδητοποιήσουν ότι οι πτώσεις των τιμών δεν ήταν τόσο ασυνήθιστο φαινόμενο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την περίοδο του διεθνούς χρυσού κανόνα, οι τιμές μειώνονταν περίπου όσο αυξάνονταν.

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το «φυσικό επίπεδο του επιτοκίου» είναι 3 τοις εκατό, όπως θεωρούσε γενικώς ο Friedman, αλλά το γενικό επίπεδο των τιμών πέφτει κατά 10 τοις εκατό, όπως για παράδειγμα συνέβη στην κρίση του 1929-33. Αυτό θα σήμαινε ότι τα ποσοστά του επιτοκίου θα ήταν -7 τοις εκατό. Κανένας όμως δεν θα δάνειζε χρήματα με αρνητικό πρόσημο της τάξης του 7 τοις εκατό, αντί απλώς να τα κρατάει διατηρώντας ένα ποσοστό επιτοκίου της τάξης του μηδέν τοις εκατό –αφαιρώντας φυσικά το κόστος αποθήκευσης του κεφαλαίου- κάτι που είναι ασφαλώς καλύτερο από ένα αρνητικό επιτόκιο του 7 τοις εκατό. Το γεγονός ότι το επιτόκιο όσον αφορά το χρήμα δεν μπορεί να πέσει ποτέ κάτω από μηδέν είναι ένα πρόβλημα στην ανάλυση του Friedman.

4. To 1958, ο κεινσιανός οικονομολόγος William Phillips ισχυρίστηκε ότι υπάρχει θετική συσχέτιση ανάμεσα στο ποσοστό του πληθωρισμού και το επίπεδο της ανεργίας. Σε κάθε μονάδα ανεργίας αντιστοιχεί ένα συγκεκριμένο ποσοστό πληθωρισμού. Αυτό ονομάζεται και η «καμπύλη Phillips». Η συλλογιστική του Phillips, η οποία βασίστηκε στην θεωρία του Κέινς για τους μισθούς και τις τιμές ήταν η εξής:

Όσο μικρότερο το ποσοστό της ανεργίας, τόσο σε καλύτερη θέση θα βρίσκονται όσοι πουλούν την «εργασία» τους συγκριτικά με τους αγοραστές της «εργασίας». Αν η ανεργία είναι χαμηλή, οι μισθοί θα ανεβαίνουν με ένα συγκριτικά υψηλό ρυθμό. Επομένως, εφόσον σύμφωνα με τον Κέινς υψηλότεροι μισθοί σημαίνουν υψηλότερες τιμές, το ποσοστό του πληθωρισμού θα αυξάνεται.

Από την άλλη, αν το ποσοστό της ανεργίας είναι υψηλό, οι μισθοί θα πέφτουν με αποτέλεσμα σύμφωνα με τον Κέινς μία πτώση σε τιμές. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 60’, οι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι, βασιζόμενοι στην καμπύλη του Philips, ισχυρίστηκαν ότι αν η οικονομία ανεχόταν ένα συγκριτικά υψηλότερο ποσοστό πληθωρισμού- της τάξης του 4,5 για παράδειγμα έναντι παραδοσιακά αποδεκτών τιμών της τάξης του 1 ή 3 τοις εκατό- θα μπορούσαμε να έχουμε αρκετά χαμηλότερη ανεργία και αρκετά υψηλότερους δείκτες οικονομικής ανάπτυξης. Αν λοιπόν ο πληθωρισμός ήταν η τιμή που έπρεπε να πληρώσει η οικονομία με αντάλλαγμα την γρήγορη οικονομική ανάπτυξη και έναν καπιταλισμό χωρίς υφέσεις, τότε αυτό το στοίχημα έπρεπε να παιχτεί. Κατά την δεκαετία του 70’, όμως, παρουσιάστηκε ταυτόχρονα πληθωρισμός με υψηλά ποσοστά ανεργίας, απαξιώνοντας την εγκυρότητα της καμπύλης του Philips.

5. Σε παγκόσμια κλίμακα, η ποσότητα των μεταλλικών χρημάτων δεν μπορεί ποτέ να συρρικνωθεί, καθώς η εξόρυξη και η επεξεργασία νέου χρυσού δεν σταματά. Ωστόσο, η παγκόσμια ποσότητα μεταλλικού χρήματος μπορεί να μειωθεί σε σχέση με την παγκόσμια ποσότητα των βασικών εμπορευμάτων εάν η παγκόσμια ποσότητα των εμπορευμάτων αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από την αύξηση της παγκόσμιας ποσότητας χρυσού. Σε μια δεδομένη χώρα, μια απόλυτη μείωση της ποσότητας μεταλλικού χρήματος είναι δυνατή εάν η χώρα παρουσιάσει αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών.

6. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί αστοί οικονομολόγοι πρώην αποικιακών χωρών που είχαν επηρεαστεί από το Κέινς υποστήριζαν πολιτικές * υποκατάστασης των εισαγωγών διά της βιομηχανοποίησης της ίδιας της χώρας. Για να γίνει αυτό, έπρεπε να απορρίψουν τους παραδοσιακούς ισχυρισμούς των φιλελευθέρων οικονομολόγων ότι το ελεύθερο εμπόριο είναι εξίσου προς το συμφέρον των «υπανάπτυκτων» καταπιεσμένων καπιταλιστικών εθνών και των «αναπτυγμένων» καταπιεστικών καπιταλιστικών εθνών. Αυτοί οι αστοί οικονομολόγοι- υποστηρικτές της ανάπτυξης, επομένως, αντιπροσώπευαν τα συμφέροντα των βιομηχάνων καπιταλιστών των καταπιεσμένων εθνών σε σχέση με τους καπιταλιστές των ιμπεριαλιστικών εθνών, που ήταν πρόθυμοι να προστατεύσουν τη μονοπωλιακή τους θέση στην παγκόσμια αγορά.

Στον βαθμό που ανταγωνίζονται τον ιμπεριαλισμό, αυτοί οι οικονομολόγοι της ανάπτυξης, αν και εξακολουθούν να είναι αστοί οικονομολόγοι, διαδραματίζουν ένα σχετικά προοδευτικό ρόλο σε σύγκριση με τους αστούς οικονομολόγους των ιμπεριαλιστικών χωρών, είτε πρόκειται για Κεϋνσιανούς είτε για υποστηρικτές του Friedman, που εκπροσωπούν όχι μόνο τα συμφέροντα των καπιταλιστών εναντίον της εργατικής τάξης αλλά και το συμφέρον των καταπιεστικών χωρών έναντι των καταπιεσμένων χωρών.

7. Η αδυναμία του Friedman να διαφοροποιήσει ανάμεσα στα χαρτονομίσματα και τα μεταλλικά νομίσματα τον οδήγησε σε σημαντικά λάθη. Στη «Νομισματική Ιστορία» του, για παράδειγμα, ο ίδιος και ο Schwartz ισχυρίστηκαν ότι, εφόσον το γενικό επίπεδο των τιμών έτεινε να μειώνεται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, δεν υπήρχαν πληθωριστικές τάσεις. Ως εκ τούτου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα έπρεπε να είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να αποφευχθεί η πτώση του γενικού επιπέδου τιμών.

Αυτό που ο Friedman -όπως και οι οπαδοί του Keynes- δεν υποψιάζεται είναι ότι η γενική τιμή μπορεί να είναι * υπερβολικά υψηλή συγκριτικά με την καθορισμένη αξία της εργασίας* ακόμα κι έχουμε μηδενικό πληθωρισμό. Υπό αυτές τις οικονομικές συνθήκες, ο μηδενικός πληθωρισμός ή ακόμη και η ελαφριά τάση πληθωρισμού είναι * πάρα πολύς πληθωρισμός *!

Στη «Νομισματική Ιστορία» τους, ο Friedman και ο Schwartz αγνοούν το γεγονός ότι αν και οι τιμές δεν αυξάνονταν τα χρόνια πριν από τη Μεγάλη Ύφεση, ήταν υψηλότερες συγκριτικά με την περίοδο πριν από τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεδομένου ότι οι τιμές ήταν είτε σταθερές ή ελαφρώς μειώθηκαν την παραμονή της Ύφεσης οι Friedman, Schwartz και οι οπαδοί τους κατέληξαν στο παράλογο συμπέρασμα ότι η αμερικανική οικονομία ήταν ουσιαστικά σταθερή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και ότι υπήρχε σημαντική πιθανότητα συνέχισης της  σταθερότητας αυτής αν δεν είχε εμποδίσει απότομα την παροχή χρημάτων μεταξύ του 1929 και 1933 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Στα τελευταία χρόνια της «Μεγάλης Ρύθμισης» του 1983-2007, οι οικονομολόγοι που επηρεάστηκαν από το Friedman ισχυρίστηκαν ότι η αμερικάνικη και άλλες παγκόσμιες καπιταλιστικές οικονομίες ήταν * εξαιρετικά σταθερές * και ότι αυτή τη φορά η σταθερότητα θα συνεχιζόταν επειδή, υπό την επίδραση του έργου του Friedman, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες δεν θα επέτρεπαν ποτέ πάλι την μείωση της «προσφοράς χρήματος».

Έτσι και ο Ben Bernanke, ο σημερινός πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, υποστήριξε αυτή την άποψη. Η ξαφνική και βίαιη συρρίκνωση της αμερικάνικης και άλλων παγκόσμιων καπιταλιστικών οικονομιών που άρχισε το περασμένο φθινόπωρο εξέπληξε εντελώς τους οικονομολόγους που είχαν επηρεαστεί από τον Friedman.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s