Οι ιδέες του John Maynard Keynes (μέρος Πρώτο)

του Sam Williams

Πηγή: https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-1/

Μετάφραση: Νίκος Χ για το avantgarde

Οι ιδέες του Άγγλου οικονομολόγου John Maynard Keynes, που έζησε ανάμεσα στο  1883-1946, βρέθηκαν στο μέγιστο της επιρροής τους κατά τη δεκαετία του 1960 και στις αρχές του 1970. Εκείνη την εποχή, ο Keynes θεωρούταν  από τους υποστηριχτές του οικονομολόγους ως αυτός που κατάφερε να σώσει τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Οι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι περιγράφουν την ιστορία κάπως έτσι. Στις σκοτεινές ημέρες της Ύφεσης  του 1930, ο καπιταλισμός οδηγούταν κατά τα φαινόμενα στο τέλος του. Στις αρχές της Ύφεσης, οι εκπρόσωποι του οικονομικού[1]  φιλελευθερισμού[2], οι οποίοι είχαν εγκαθιδρυθεί ως οι κυρίαρχοι στην επιστήμη της Οικονομίας, ισχυρίζονταν πως ο καπιταλισμός θα ανακάμψει γρήγορα από την Ύφεση χωρίς να χρειαστεί η παρέμβαση της κεντρικής κυβέρνησης. Η πρόταση, επομένως, αυτών των οικονομολόγων  ήταν η κυβέρνηση να μην κάνει τίποτα ουσιαστικά για να ενθαρρύνει την οικονομική ανάκαμψη.

Άλλωστε οι εκπρόσωποι της παλιάς σχολής υποστήριζαν ότι έτσι καταφέραμε να υπερβούμε τη κρίση και στο παρελθόν. Η ανάκαμψη πάντοτε ακολουθούσε μετά την ύφεση. Όμως, σύμφωνα με την εξιστόρηση των Κεϊνσιανών, η Ύφεση της δεκαετίας του 1930 ήταν διαφορετική. Η οικονομία δεν φαινόταν να ανακάμπτει από μόνη της. Ως αποτέλεσμα, πολλοί νέοι, συμπεριλαμβανομένου ενός ορισμένου αριθμού ατόμων που ανήκαν στην κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη, στρέφονταν προς τις μαρξιστικές ιδέες[3]. Η αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό φάνηκε να γίνεται όλο και πιο πιθανή για το εγγύς μέλλον.

Τότε ο κορυφαίος οικονομολόγος της Μεγάλης Βρετανίας, ο John Maynard Keynes, εξήγησε ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να διαρκέσει επ’ αόριστον κάτω από τις νέες συνθήκες, εάν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες άλλαζαν ορισμένες πολιτικές που θεωρούνταν απαραβίαστες. Καθώς αναστοχάζονταν τα χρόνια της Ύφεσης από την πλεονεκτική του θέση της δεκαετίας του 1960, οι Κεϋνσιανοί συμπέραναν αυτομάτως ότι ο σοσιαλισμός δεν ήταν τελικά αναγκαίος.

Για να σωθεί ο καπιταλισμός, οι Κεϊνσιανοί ισχυρίζονταν ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να δημιουργήσει ένα αρκετά μεγάλο έλλειμμα ως μέσο αντιστάθμισης της μείωσης των δαπανών από τον ιδιωτικό τομέα. Έτσι αντί για ανεργία θα είχαμε «πλήρη απασχόληση», πράγμα με το οποίο οι περισσότεροι Κεϋνσιανοί στην πραγματικότητα εννοούσαν την ποσότητα της ανεργίας που ήταν υποφερτή, ώστε τα συνδικάτα να παραμένουν υπό έλεγχο.

Για να ενισχύσουν την άποψή τους, οι Κεϋνσιανοί οικονομολόγοι επεσήμαναν πως με τα τεράστια ελλείμματα που δημιουργήθηκαν για τη μαζική σφαγή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέστη δυνατή η κινητοποίηση της βιομηχανίας και της νέας γενιάς της εργατικής τάξης. Ο τεράστιος στρατός των ανέργων που χαρακτηρίζει τα χρόνια της Ύφεσης μετατράπηκε σε πραγματικό στρατό και έτσι η ανεργία εξαφανίστηκε.

Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, ήταν αρκετά διευρυμένη η πεποίθηση ότι η Ύφεση θα επέστρεφε. Θα μπορούσαν όλοι αυτοί οι στρατιώτες να έβρισκαν θέσεις εργασίας; Ή ακόμα και αν συνέβαινε αυτό, δεν θα επέστρεφε η Ύφεση με το καταλάγιασμα της έκρηξης της ανοικοδόμησης που θα ακολουθούσε μετά τον πόλεμο; Οι Κεϋνσιανοί της δεκαετίας του 1960 ισχυρίζονταν ότι η Ύφεση θα είχε πιθανότατα επιστρέψει αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν ακολουθήσει τις νέες πολιτικές που υποστήριζε ο Κέινς και οι υποστηρικτές του στη δεκαετία του 1930.

Οι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι λόγω των κυβερνητικών δαπανών της δεκαετίας του 50’ κατέστη δυνατή η αποφυγή της Ύφεσης και της μαζικής ανεργίας, όπως αυτή είχε εκφραστεί τη δεκαετία του 1930[4]. Ωστόσο, σύμφωνα με αυτούς τους οικονομολόγους, ο συντηρητικός Αϊζενχάουερ -με την αμερικανική έννοια της λέξης «συντηρητικός»- δεν είχε υιοθετήσει ολοκληρωτικά την Κεϊνσιανή πολιτική. Ως αποτέλεσμα, σημειώθηκε μια σειρά από «υφέσεις» που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν είχαν εφαρμοστεί απολύτως οι Κεϊνσιανές πολιτικές[5].

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, οι κυβερνήσεις των Δημοκρατικών του John F. Kennedy και του Lyndon B. Johnson υιοθέτησαν πλήρως την κεϊνσιανή θεωρία, με τρόπο που η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση του Eisenhower δεν είχε κάνει. Για παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, αντί να αυξήσει τους φόρους για να χρηματοδοτήσει τον κλιμακούμενο πόλεμο ενάντια στο Βιετνάμ, η κυβέρνηση του Johnson νομοθέτησε δια του Κογκρέσου των ΗΠΑ τεράστιες φοροαπαλλαγές. Ακολουθώντας τους εμπνευόμενους από τον Κεϊνσιανισμό οικονομικούς συμβούλους του, η κυβέρνησή του θεωρούσε πως με τις μειώσεις των φόρων θα αύξανε την αποτελεσματική ζήτηση και θα μείωνε τα υψηλά επίπεδα ανεργίας που χαρακτήριζαν την αμερικανική οικονομία έπειτα από την ύφεση του 1957-58.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η αμερικανική και η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία ήταν και πάλι σε πλήρη ακμή και τα επίπεδα ανεργίας των ΗΠΑ είχαν πέσει στα χαμηλά επίπεδα της περιόδου του Κορεάτικου Πόλεμου του 1950-53. Οι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι ισχυρίζονταν ότι στο μέλλον θα μπορούσαν να εξαφανίσουν όχι μόνο τις μεγάλες υφέσεις, αλλά ακόμη και τις πιο «ήπιες» υφέσεις όπως αυτές που εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1950. Αυτό βέβαια κρινόταν από το αν η κεντρική κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει ορθά τα «εργαλεία» των δημοσιονομικών και των νομισματικών πολιτικών που πρόσφεραν τα «νέα» κεϊνσιανά οικονομικά.

Τα κεϊνσιανά δόγματα δεν εφαρμόστηκαν μόνο από το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ. Πρακτικά υιοθετήθηκαν από όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας, είτε αριστερά είτε δεξιά.

Στα αριστερά, τα Σοσιαλδημοκρατικά και τα Εργατικά Κόμματα αντικατέστησαν τον Μαρξ με τον Κέινς. Τα δεξιά κόμματα όπως τα διάφορα Χριστιανοδημοκρατικά ή Φιλελεύθερα κόμματα στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του Συντηρητικού Κόμματος στη Βρετανία, επίσης υιοθέτησαν την λογική των Κεϊνσιανών οικονομικών.

Ακόμη και οι Ρεπουμπλικάνοι στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να επηρεάζονται από αυτό το κύμα. Ήταν μάλιστα ο δεξιός Ρεπουμπλικάνος Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon που διακήρυξε «Είμαστε πια όλοι Κεϊνσιανοί».

Στην περίπτωση που η οικονομία άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα επιβράδυνσης, τα κυρίαρχα Κεϊνσιανά δόγματα ισχυρίζονταν πως θα κατάφερναν να αντιμετωπίσουν την κρίση δια της αύξησης των ελλειμματικών δαπανών της κυβέρνησης και μέσω της μείωσης των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα. Αν είχαμε απειλητικά επίπεδα πληθωρισμού, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εξισορροπήσει τον προϋπολογισμό -ή τουλάχιστον να μειώσει τα ελλείμματα- επιβραδύνοντας το ρυθμό αύξησης των δαπανών και αυξάνοντας τους φόρους[6].  Στην περίπτωση που χρειαστεί, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να βοηθήσει αυξάνοντας τα επιτόκια.

Πολλοί αν όχι όλοι οι μαρξιστές της εποχής εκείνης φαινόταν να παραδέχονται την ορθότητα των βασικών ισχυρισμών των Κεϊνσιανών. Ωστόσο, αυτοί οι «Κεϊνσιανοί μαρξιστές» επεσήμαναν ότι μεγάλο μέρος των «κεϊνσιανών» κυβερνητικών ελλειμμάτων δαπανούνταν με σκοπό τη συντήρηση της μηχανής της παγκόσμιας εκμετάλλευσης, καθώς για παράδειγμα με αυτά τα κονδύλια χρηματοδοτήθηκε ο πόλεμος ενάντια στο Βιετνάμ ή ο «ψυχρός πόλεμος» ενάντια στην Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της,  και όχι για τη δημιουργία δημόσιων έργων ή δημόσιων προγραμμάτων οικιστικής στήριξης που πραγματικά θα βοηθούσαν την εργατική τάξη.

Η μεταπολεμική ευημερία αποδόθηκε στις στρατιωτικές δαπάνες

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και τις αρχές του 50’, όταν οι κεϋνσιανές ιδέες είχαν αποκτήσει σημαντική επιρροή, υπήρχαν τμήματα του σοσιαλιστικού Τύπου που «απέδιδαν» τη μεταπολεμική ευημερία στις τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες των αρχών του «ψυχρού πολέμου» και του θερμού  πολέμου στην Κορέα. Η ευημερία αυτή διέψευδε τις ελπίδες για την ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης στις ιμπεριαλιστικές χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ.

Αυτοί οι σοσιαλιστές ισχυρίζονταν ότι οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες θεμελίωναν μια ολοκληρωτικά «τεχνητή» ευημερία. Εάν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις δεν είχαν προβεί σε αυτές τις δαπάνες, σύμφωνα με τους σοσιαλιστές, θα είχαν εκδηλωθεί υφεσιακές τάσεις και ως αποτέλεσμα θα υπήρχε η αναμενόμενη ριζοσπαστικοποίηση των συνδικάτων και της εργατικής τάξης γενικά. Σύμφωνα με αυτούς τους μαρξιστές, ο καπιταλισμός ήταν ακόμη πτωχευμένος, αφού το μόνο που απέτρεπε την επιστροφή των τεράστιων επίπεδων ανεργίας της περιόδου της μεγάλης Ύφεσης ήταν η πολεμική προετοιμασία .

Φυσικά αυτοί οι σοσιαλιστές δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να αποδείξουν αυτούς τους ισχυρισμούς.[7]

Στο βαθμό που οι εργαζόμενοι πραγματικά ασχολούνταν με αυτές τις σοσιαλιστικές εφημερίδες, θα είχαν οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι όσο υπήρχε ο κίνδυνος του πόλεμου με τη Σοβιετική Ένωση και οι στρατιωτικές δαπάνες παρέμεναν υψηλές, η ύφεση και η ανεργία δεν θα ξεπερνούσαν το όριο του ανεκτού[8]. Αν υπήρχε όμως πραγματική ειρήνη, θα είχαμε ύφεση και μαζική ανεργία! Πράγματι, οι αστικές φυλλάδες και τα περιοδικά έλεγαν τα ίδια πράγματα καθώς προσπαθούσαν να χτίσουν τον απαραίτητο πολιτικό συσχετισμό για την αντικομμουνιστική σταυροφορία του ψυχρού πολέμου.

Μόνο λίγοι από μας που μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια της έκρηξης της δεκαετίας του 1960 γνώριζαν το πόσες φορές οι καπιταλιστές οικονομολόγοι είχαν δηλώσει την νίκη τους απέναντι στον «επιχειρηματικό κύκλο» ή τον εμπορικό κύκλο, κατά την αγγλική ορολογία. Για παράδειγμα, όπως έδειξα στην δημοσίευση της περασμένης εβδομάδας, οι νομοθέτες του British Bank Act του 1844 ισχυρίζονταν ότι η μεταρρύθμιση αυτή θα έθετε τέλος στις κρίσεις.

Βέβαια και η ιδέα ότι η πολεμική δαπάνη αποτελούσε το κλειδί για την καπιταλιστική ευημερία δεν ήταν και τόσο καινούργια. Ο σημαντικότερος αντίπαλος του Ricardo ανάμεσα στους Άγγλους οικονομολόγους, ο υπεραντιδραστικός Thomas Robert Malthus, είχε υποστηρίξει ότι μέσω τεράστιων κυβερνητικών δαπανών θα αντισταθμιζόταν ο κίνδυνος μίας γενικής κρίσης στην κίνηση των εμπορευμάτων και η αντίστοιχη αύξηση της ανεργίας.

Στις δημοσιεύσεις των προσεχών εβδομάδων, θέλω να διερευνήσω την πραγματική σημασία των ιδεών του Κεϊνς και να τις εξετάσω στην ιστορική τους διάσταση. Το έργο του Κεϊνς αντιπροσώπευε μια αντίδραση ενάντια στις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού που κυριάρχησαν στην αγγλική πολιτική οικονομία από τις ημέρες του Adam Smith[9].

Συγκριτικά με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, οι κευνσιανές ιδέες υποστηρίζουν περισσότερο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης;  Πώς σχετίζονται στη πραγματικότητα η κριτική του Κέυνς στον οικονομικό φιλελευθερισμό και η μαρξική κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας; Ήταν όντως η πολεμική δαπάνη η αιτία της ευημερίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως θεωρούσαν πολλοί Αμερικανοί και Βρετανοί σοσιαλιστές;

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες εξέτασα το φιλελεύθερο δόγμα του διεθνούς εμπορίου, το οποίο κωδικοποιείται ως έννοια από τους σύγχρονούς μας οικονομολόγους ως ο νόμος του συγκριτικού πλεονεκτήματος.

Όμως η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος και η ποσοτική θεωρία του χρήματος καθώς και η λεγόμενη θεωρία των αγορών του Say, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος, αποτελούν μόνο ένα μέρος της ευρύτερης οικονομικής σχολής που είναι γνωστή ως οικονομικός φιλελευθερισμός. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός έχει επίσης αλλάξει με την πάροδο του χρόνου.

Την περίοδο που πρωτοσυγκροτήθηκε ως σχολή, δηλαδή από τους Γάλλους φυσιοκράτες και τον Adam Smith και τον David Ricardo, οι εκπρόσωποι του οικονομικού φιλελευθερισμού ανακάλυψαν ότι η υπεραξία προέρχεται από τη σφαίρα της παραγωγής και όχι από την σφαίρα της κυκλοφορίας.

Αυτό αποτέλεσε τομή σε σχέση με το παλιό δόγμα των πρώιμων οικονομολόγων, που έμειναν στην ιστορία ως οι μερκαντιλιστές, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η υπεραξία εμφανίζεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας[10]. Η πρώτη φορά που εμφανίστηκαν κάποια ψήγματα της έννοιας της αξίας της εργασίας ήταν με το έργο πρωτοπόρων  οικονομολόγων πριν την εποχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, όπως ήταν ο William Petty που έζησε στα τέλη του 17ου αιώνα. Με τον David Ricardo έχουμε το ανώτατο σημείο ανάπτυξης αυτών των ιδεών.

Ο νόμος της αξίας της εργασίας που αποτέλεσε το ανώτερο σημείο ανάπτυξης της αστικής πολιτικής οικονομίας με το έργο του Ricardo οδηγούσε κατευθείαν στο συμπέρασμα ότι τα εισοδήματα των «ιδιοκτήτριων τάξεων» -των καπιταλιστών και των ιδιοκτητών- προέρχονταν από την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης[11]. Με την ανάπτυξη της πάλης ανάμεσα σε καπιταλιστές και εργάτες, οι οικονομολόγοι άρχισαν να γίνονται πιο νευρικοί. Ο ρικαρντιανός νόμος της αξίας της εργασίας έγινε το θεμέλιο μίας πρώιμης σοσιαλιστικής κριτικής του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Και για αυτό τον λόγο έπρεπε να τον ξεφορτωθούν.

Αλλά με τι έπρεπε να αντικατασταθεί; Οι αστοί οικονομολόγοι δεν ήταν σε θέση να αντιπροτείνουν τίποτα καλύτερο από την ιδέα ότι τα αγαθά έχουν αξία λόγω της σπανιότητάς τους συγκριτικά με τις υποκειμενικά προσδιοριζόμενες ανθρώπινες ανάγκες. Αυτή η ιδέα αναπτυσσόταν σταθερά και θεμελιώθηκε και μαθηματικά κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, λαμβάνοντας την ονομασία “marginalism” («θεωρία της οριακής ωφελιμότητας» ή «οριακή θεωρία»). Οι αρχές αυτής της θεωρίας διδάσκονται πλέον στους φοιτητές οικονομικών, και ιδιαίτερα στον τομέα των σύγχρονων αστικών οικονομικών της «μικροοικονομίας».

Η Οριακή Θεωρία της αξίας

Οι υποστηρικτές της Οριακής Θεωρίας χρησιμοποιούν ως αφετηρία της σκέψης τους την αξία των καταναλωτικών αγαθών. Υποστηρίζουν ότι τα προσωπικά είδη κατανάλωσης έχουν αξία επειδή κρίνονται υποκειμενικά από τους καταναλωτές στη βάση της σπανιότητάς τους. Λόγω της σπανιότητάς τους έχουν και «οικονομική αξία».

Το γεγονός ότι τα καταναλωτικά αντικείμενα είναι σπάνια  σημαίνει ότι και τα μέσα παραγωγής τους -αυτό που  οι σύγχρονοι οικονομολόγοι ονομάζουν συντελεστές παραγωγής (γη, εργασία και κεφάλαιο)- είναι επίσης σπάνια. Συνεπώς, η σχετική σπανιότητα καθορίζει το πώς κάθε συντελεστής παραγωγής δημιουργεί αξία. Όσο υπάρχει «ελεύθερος ανταγωνισμός», κάθε συντελεστής παραγωγής (δηλαδή η γη που εκπροσωπείται από τους ιδιοκτήτες γης, το κεφάλαιο από τους καπιταλιστές και η εργασία από τους εργάτες) θα εισπράττει το εισόδημα που αντιστοιχεί στην πραγματική αξία που παράγει ο κάθε ένας εξ αυτών.

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της Οριακής Θεωρίας, όσο υπάρχει ελεύθερος ανταγωνισμός, κανένας «συντελεστής παραγωγής» δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί έναν άλλο «συντελεστή παραγωγής», τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι εργαζόμενοι παίρνουν λιγότερη αξία με τη μορφή των μισθών από ό,τι δημιουργεί η εργασία τους. Σύμφωνα με τον Μαρξ, αυτό είναι νομοτέλεια κάτω υπό τις συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Διαφορετικά δεν θα υπήρχε κανένα κέρδος.

Οι υποστηρικτές της Οριακής Θεωρίας αντιτάσσονται στην βασιμότητα αυτής της θέσης. Εάν οι εργαζόμενοι παράγουν περισσότερα από όσα λαμβάνουν με τη μορφή του μισθού, θα είναι επικερδές για τους καπιταλιστές να προσλάβουν επιπλέον εργαζόμενους, ώστε να επωφεληθούν από την κατάσταση. Όσο η ζήτηση για «εργασία» ανεβαίνει, τόσο θα ανεβαίνουν και οι μισθοί. Αυτό θα συμβαίνει, σύμφωνα με τους υποστηριχτές της Οριακής Θεωρίας, μέχρι οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν με τη μορφή των μισθών την πλήρη αξία που δημιουργεί η εργασία τους. Ούτε μια δεκάρα παραπάνω ή παρακάτω.

Αν είναι έτσι όμως η κατάσταση ποια είναι η πηγή του κέρδους; Οι υποστηρικτές της Οριακής Θεωρίας  υποστηρίζουν ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός οδηγεί την οικονομία σε μια θέση «εξισορρόπησης» όπου το κέρδος εξαφανίζεται ως τέτοιο! Το πολύ, οι καπιταλιστές να κερδίζουν έναν τόκο. Σύμφωνοι, όμως και πάλι από πού προέρχεται ο τόκος;

Ο τόκος, υποστηρίζουν, δημιουργείται από τη συμβολή του κεφαλαίου, όπως ακριβώς το ενοίκιο δημιουργείται από τη γη, και οι μισθοί από την εργασία[12].  Αντί να καταναλώνουν το κεφάλαιό τους, οι καπιταλιστές επιλέγουν να το αξιοποιήσουν «παραγωγικά», όπως κάνουν και οι εργαζόμενοι που επιλέγουν να εργαστούν για την ανταμοιβή των μισθών αντί να αναπαύονται

Αλλά οι καπιταλιστές ως λογικοί άνθρωποι, δεν εκτελούν μια τέτοια «υπηρεσία» δωρεάν. Όπως οι μισθοί αυξομειώνονται ανάλογα με την «σπανιότητα» των μισθών, έτσι και ο «τόκος», που είναι η ανταμοιβή των καπιταλιστών για την μη κατασπατάληση του κεφαλαίου τους καταναλώνοντάς το – αυξάνεται όταν το κεφάλαιο σπανίζει και πέφτει όταν το κεφάλαιο είναι υπάρχει σε πληθώρα.

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός της Οριακής Θεωρίας και τα συνδικάτα

Οι εκπρόσωποι του οικονομικού φιλελευθερισμού ή απλώς, όπως ονομάζονται τώρα, οι νεοφιλελεύθεροι, αντιτίθενται σθεναρά στα συνδικάτα, επειδή θεωρούν ότι αυτά λειτουργούν ως μονοπώλια που διαταράσσουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας. Το μοναδικό όφελος που αναγνωρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι από την ύπαρξη των συνδικάτων βρίσκεται στο ότι ορισμένοι εργαζόμενοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση εις βάρος άλλων εργαζομένων.

Σύμφωνα λοιπόν με τους νεοφιλελεύθερους, τα συνδικάτα λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρούνται οι μισθοί σε υψηλές «μονοπωλιακές τιμές». Οι εργαζόμενοι λοιπόν που είναι ανειδίκευτοι και που η εργασία τους παράγει μικρότερη αξία από τους εξειδικευμένους δεν είναι σε θέση να «αγγίξουν» τους «μονοπωλιακά υψηλούς μισθούς. Για αυτό τον λόγο αδυνατούν να βρουν δουλειά λόγω της δράσης των συνδικάτων. Αυτό έχοντας κατά νου ότι οι εργαζόμενοι που είναι ανειδίκευτοι μπορούν να βελτιωθούν μόνο δουλεύοντας. Έτσι οι εκπρόσωποι της Οριακής Θεωρίας υπερασπιζόμενοι δήθεν τα συμφέροντα των ανειδίκευτων εργατών στην πραγματικότητα μάς λένε ότι τα συνδικάτα εν τέλει είναι αυτά που καταδικάζουν τους ανειδίκευτους εργάτες σε ένα φαύλο κύκλο ανεργίας και φτώχειας διά της διατήρησης των μισθών σε υψηλό σημείο με τεχνητό τρόπο.

Η αιτία της ανεργίας λοιπόν, σύμφωνα με τους νεοφιλελεύθερους, δεν είναι η τάξη των κεφαλαιοκρατών, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, αλλά τα συνδικάτα και οποιαδήποτε φιλεργατική νομοθεσία που έχει επιβάλει το εργατικό κίνημα στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις.

Οι φιλελεύθεροι -ή αυτοί που ονομάζονται Συντηρητικοί στην Αμερικανική πολιτική- ισχυρίζονται ότι για την χρόνια ανεργία και την φτώχεια φταίνε οι διάφορες μορφές κοινωνικής ασφάλισης και οι νομοθετικές ρυθμίσεις περί κατώτατων μισθών, όπως φυσικά και η ύπαρξη των σωματείων. Σύμφωνα με αυτούς τους οικονομολόγους, εφόσον η «τιμή της εργασίας» διατηρείται σε υψηλότερο σημείο από την αξία που μπορούν να δημιουργήσουν οι ανειδίκευτοι εργάτες, οι τελευταίοι αδυνατούν να βρουν δουλειά. Εφόσον δεν δουλεύουν δεν μπορούν και να βελτιώσουν τις δεξιότητές τους. Έτσι δημιουργείται ο φαύλος κύκλος της φτώχειας, σύμφωνα με τους φιλελεύθερους. Το αποτέλεσμα, είναι αυτό που οι σύγχρονοι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, όπως ο Milton Friedman, αποκαλούν υψηλό «φυσικό ποσοστό ανεργίας».

Τι αντιπροτείνουν λοιπόν οι εκπρόσωποι του οικονομικού φιλελευθερισμού για την αντιμετώπιση της χρόνιας ανεργίας και της φτώχειας; Μα φυσικά την διάλυση των συνδικάτων, την κατάργηση των νόμων που προστατεύουν τους ανέργους και τις άλλες μορφές κοινωνικής ασφάλισης καθώς και των νόμων που θεσμοθετούν τον κατώτατο μισθό. Με αυτό τον τρόπο οι φιλελεύθεροι υπόσχονται ότι το «φυσικό ποσοστό της ανεργίας» θα μειωθεί σε τέτοιο βαθμό, που θα εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Έτσι υπόσχονται οι νεοφιλελεύθεροι ότι η χρόνια φτώχεια και η ανεργία θα εξαφανιστούν.

Τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, αυτές οι θεωρίες και οι πολιτικές συνδέθηκαν με τον Ronald Reagan και τη Βρετανίδα πρωθυπουργό Margaret Thatcher, οι οποίοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τις θέσουν σε εφαρμογή. Λόγω της αντίστασης των εργαζομένων και των συνδικάτων τους, ο Reagan και η Thatcher μπόρεσαν  να εφαρμόσουν μόνο ένα μέρος του νεοφιλελεύθερου προγράμματος.

Το φιλελεύθερο δόγμα του κράτους ονομάζεται μερικές φορές το «κράτος νυχτοφύλακας». Το κράτος δεν πρέπει, σύμφωνα με το φιλελεύθερο δόγμα, είτε να εμπλακεί στην ίδια την παραγωγή, είτε να επιχειρήσει να καθορίσει τι παράγεται από τους ιδιωτικούς καπιταλιστές. Ούτε θα πρέπει να ανησυχεί για τη δεινή κατάσταση των ανέργων και των άπορων. Αυτό θα πρέπει να αφεθεί στην ιδιωτική φιλανθρωπική οργάνωση, ή όπως αποκαλείται σήμερα, «οργανώσεις που βασίζονται στην πίστη».

Οι εκπρόσωποι του οικονομικού φιλελευθερισμού ισχυρίζονται ότι αν δεν υπήρχαν τα συνδικάτα και η φιλεργατική νομοθεσία, όπως οι νόμοι υποστήριξης των ανέργων, η θεσμοθέτηση των κατώτατων μισθών και οτιδήποτε κινείται σε αυτή τη λογική, ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να βρει γρήγορα δουλειά. Εφόσον κάποιος δεν διαθέτει τις δεξιότητες που απαιτούνται για μια δουλειά, σύμφωνα με τους φιλελεύθερους, ο μισθός του θα είναι αρχικά χαμηλός, επειδή η εργασία του δεν θα δημιουργεί πολλή αξία. Σε τελική ανάλυση η ανειδίκευτη εργασία είναι περισσότερη από την ειδικευμένη εργασία.

Με την πάροδο όμως του χρόνου, αυτοί οι εργαζόμενοι θα γίνονται όλο και πιο εξειδικευμένοι με αποτέλεσμα οι μισθοί τους να αυξηθούν. Αν δεν υπήρχαν συνδικάτα και οι νόμοι για τους κατώτατους μισθούς κ.ο.κ., θα παρουσιαζόταν μόνο «μεταβατική ανεργία», δηλαδή σύντομες περίοδοι ανεργίας των εργαζομένων ανάμεσα σε διαφορετικές θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να έχουμε μόνο «εθελοντική ανεργία».

Όσοι παραμένουν άνεργοι για μεγάλο χρονικό διάστημα στην πραγματικότητα επιλέγουν να «ξεκουράζονται» αντί να κερδίζουν μισθούς ανάλογα με τις δεξιότητες τους.

Αν κάποιος από αυτούς τους μακροχρόνια άνεργους ήθελε πραγματικά να βρει μια θέση εργασίας, θα μπορούσε να την βρει, αν και ίσως αρχικά σε πολύ χαμηλούς μισθούς λόγω της μικρής δεξιοτήτάς του.

Ως εκ τούτου, το πραγματικό καθήκον των κυβέρνησεων είναι να μπορούν να επιβάλλουν τους νόμους που υπερασπίζονται το «δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία» και να εγγυώνται την δύναμη των συμβολαίων που έχουν αυτό το ρόλο. Η μόνη πραγματική νόμιμη λειτουργία του κράτους, σύμφωνα με το φιλελεύθερο δόγμα, είναι συνεπώς να λειτουργεί ως αστυνομική δύναμη.

Οι απαρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού

Η κυριαρχία του οικονομικού φιλελευθερισμού ως ιδεολογία συνέπεσε με τη μετάβαση από την πρώιμη καπιταλιστική παραγωγή, που η παραγωγή θεμελιωνόταν στη βάση παραγωγικών δυνάμεων που εμφανίστηκαν στους προ-καπιταλιστικούς χρόνους, στην εκμηχανισμένη παραγωγή στη βάση της ατμοκίνητης δύναμης. Αυτό το νέο στάδιο του καπιταλισμού, που άρχισε να εμφανίζεται στην Βρετανία στα τέλη του 18ου αιώνα, ονομάζεται βιομηχανικός καπιταλισμός. Η μεταβατική περίοδος ανάμεσα στον πρώιμο καπιταλισμό και τον βιομηχανικό καπιταλισμό – περίπου από το 1760 ως το 1830 – ονομάζεται από τους ιστορικούς ως «η βιομηχανική επανάσταση».

Πριν από την άνοδο της ατμοκίνητης βιομηχανίας, οι εμποροκαπιταλιστές -δηλαδή οι καπιταλιστές που έχουν ως αντικείμενο κυρίως το εμπορικό κεφάλαιο και όχι το παραγωγικό κεφάλαιο- ήταν αυτοί που κυριαρχούσαν στον καπιταλιστικό κόσμο. Όμως με την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι βιομήχανοι καπιταλιστές ήταν αυτοί που αναδείχθηκαν ως το κυρίαρχο τμήμα της ανερχόμενης τάξης των κεφαλαιοκρατών. Συνέβη λοιπόν μία μετάβαση από τη συσσώρευση χρηματικού κεφαλαίου με τη μορφή χρυσού και ασημιού στη συσσώρευση βιομηχανικού κεφαλαίου.

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός και η κορύφωση της κλασικής πολιτικής οικονομίας

Όπως ακριβώς ένας άνθρωπος περνά μέσα από τα στάδια της νηπιακής ηλικίας, της παιδικής ηλικίας, της εφηβείας, της μέσης ηλικίας, και τελικά του γήρατος, έτσι και η αστική πολιτική οικονομία. Στα νεανικά της χρόνια, επί των κλασικών οικονομολόγων, συνελήφθη για πρώτη φορά ο νόμος της αξίας και η θεώρηση ότι η υπεραξία προέρχεται από τον τομέα της παραγωγής και όχι από τη σφαίρα της κυκλοφορίας.

Οι κλασικοί οικονομολόγοι ήταν αυτοί που συνειδητοποίησαν για πρώτη φορά ότι η καπιταλιστική κοινωνία είναι χωρισμένη σε τρεις τάξεις: οι ιδιοκτήτες, τα εισοδήματα των οποίων έχουν τη μορφή των ενοικίων, οι καπιταλιστές, των οποίων το εισόδημα παίρνει τη μορφή του κέρδους, και οι εργαζόμενοι, των οποίων το εισόδημα λαμβάνει τη μορφή μισθών.

Και έτσι με τη βιομηχανική επανάσταση -στην εποχή του Ricardo- η κλασική πολιτική οικονομία έφτασε στο αποκορύφωμά της. Αλλά τότε οι πρώτοι εκπρόσωποι του αναπτυσσόμενου βιομηχανικού προλεταριάτου άρχισαν να στρέφουν το νόμο της αξίας που είχε αναπτύξει ο Ricardo ενάντια στο ίδιο το κεφάλαιο.

Η φυσική εξέλιξη του ρικαρδιανού νόμου της αξίας θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η υπεραξία προέρχεται από την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης. Για αυτό τον λόγο έπρεπε εξαφανιστεί ολοσχερώς η έννοια της αξίας της εργασίας. Τα οικονομικά ως αστική επιστήμη έφτασαν στο τελικό τους σημείο.

Επομένως, το στοίχημα της περαιτέρω ανάπτυξης της ρικαρδιανής θεωρίας της αξίας και της επιστήμης των οικονομικών παραδόθηκε από τους αστούς οικονομολόγους στους εκπροσώπους της εργατικής τάξης-πρώτα στους Ρικαρδιανούς σοσιαλιστές, όπως αποκαλούνταν, και στη συνέχεια στον Μαρξ.

Με το τέλος της περιόδου του Ricardo γύρω στο 1830, που δεν ήταν πολύ μετά την πρώτη παγκόσμια οικονομική κρίση υπερπαραγωγής του 1825, ο οικονομικός φιλελευθερισμός άρχισε να γερνάει απότομα, καθώς εγκατέλειπε την νεανική ορμή της ανιδιοτελούς εξερεύνησης των οικονομικών νόμων του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού συστήματος.

Η Ιστορία δεν μπορούσε να δημιουργήσει άλλους επιστήμονες όπως ο Ricardo. Οι βασικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας αντικαταστάθηκαν από άλλες έννοιες όπως τα «νοικοκυριά», τα άτομα και τους «επιχειρηματίες», όπως διαβάζουμε και στα σημερινά εγχειρίδια της οικονομίας. Η κλασική πολιτική οικονομία ήταν ένα όπλο στα χέρια της καπιταλιστικής τάξης την περίοδο της καταπολέμησης της φεουδαρχικής αντίδρασης αλλά και της εργατικής τάξης. Η Οριακή Θεωρία, από την άλλη πλευρά, είναι χρήσιμη μόνο για την καταπολέμηση της εργατικής τάξης.

Η Οριακή Θεωρία εμποδίζει οποιαδήποτε προσπάθεια επιστημονικής κατανόησης των κρίσεων

Εφόσον σύμφωνα με την Οριακή Θεωρία η αξία τελικά προκύπτει από τη σπανιότητα, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει  γενική υπερπαραγωγή των αγαθών. Πώς γίνεται η προμήθεια ενός εμπορεύματος να «σπανίζει» και τα «παράγεται υπερβολικά» ταυτόχρονα; Το πολύ, θα μπορούσε να υπάρξει μία δυσανάλογη παραγωγή η οποία όμως θα εξαλειφόταν γρήγορα μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού. Σε καμία περίπτωση όμως δεν γίνεται να εμφανιστεί γενική υπερπαραγωγή.

Σε αντίθεση με την περίπτωση της κλασσικών της πολιτικής οικονομίας, όπου ο νόμος του Say εισάγεται εξωτερικά στα θεωρητικά τους συστήματα, ο νόμος του Say είναι χτισμένος ακριβώς στα θεμέλια της Οριακής Θεωρίας. Το ξέσπασμα των οικονομικών κρίσεων -φυσικά η σημασία τους υποβαθμιζόταν, όμως δεν γινόταν να τις απαρνηθούν τελείως- θεωρήθηκε ότι αποτελεί απλώς στιγμιαίες ανισορροπίες μεταξύ της αποταμίευσης και των επενδύσεων ή ζήτημα που είχε να κάνει με τις προσωρινές δυσαναλογίες μεταξύ των παραγόμενων εμπορευμάτων των βιομηχανικών καπιταλιστών και των διαρκώς μεταβαλλόμενων προτιμήσεων των καταναλωτών.

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της Οριακής Ωφελιμότητας, οι κεντρικές τράπεζες, όπως για παράδειγμα η Τράπεζα της Αγγλίας, θα έπρεπε να μειώνουν τα επιτόκια κατά τις περιόδους οικονομικής στασιμότητας. Οποιαδήποτε όμως κυβερνητική ενέργεια πέραν αυτής για την καταπολέμηση της κρίσης θα προκαλούσε μεγαλύτερο κακό από ό,τι καλό.

Ως εκ τούτου, η θεωρία της Οριακής Ωφελιμότητας υπονοεί ότι δεν μπορούν να υπάρξουν ποτέ υφέσεις, αλλά αν για κάποιο λόγο εμφανιστούν, η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να λάβει κανένα μέτρο στην κατεύθυνση της δημιουργίας θέσεων εργασίας ή καταπολέμησης της ανεργίας.

Στη περίπτωση που παρθεί κάποιο μέτρο υποβοήθησης των ανέργων, το αποτέλεσμα θα είναι η μακροχρόνια ακούσια ανεργία, δεδομένου ότι οι άνεργοι εργαζόμενοι θα προτιμούν να εισπράττουν επίδομα ανεργίας αντί να αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους. Αυτό που αρχίζει ως «εθελοντική ανεργία» με την πάροδο του χρόνου θα γίνει τότε «ακούσια ανεργία».

Σίγουρα, ακόμη και οι υποστηρικτές της θεωρίας της Οριακής Ωφελιμότητας παραδέχονται ότι υπάρχουν πάντα εργαζόμενοι που αναζητούν εργασία. Και αυτό σε τελική ανάλυση είναι κάτι θετικό. Οι εκπρόσωποι της καθεστηκυίας καθηγητικής επιστήμης των οικονομικών – οι οποίοι κατά κανόνα προέρχονταν από την τάξη των καπιταλιστών και δεν χρειάστηκε ποτέ να ανησυχήσουν μήπως μείνουν άνεργοι – ισχυρίζονταν ότι αυτό αποτελούσε απλώς εκδήλωση της βραχυπρόθεσμης «μεταβατικής ανεργίας», η οποία δεν θα έπρεπε να ανησυχεί τις κυβερνήσεις.

Η μακροχρόνια ανεργία θα ήταν απλώς εθελοντική ανεργία, σύμφωνα με τους φιλελεύθερους οικονομολόγους, αν οι κυβερνήσεις ακολουθούσαν φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και αν τα συνδικάτα απουσίαζαν. Και καθώς ζούμε σε μια «ελεύθερη κοινωνία», και όχι όπως στην δουλοκτητική ή την φεουδαρχική κοινωνία, οι άνθρωποι δεν έχουν το δικαίωμα να «επιλέγουν την ραστώνη» αντί να δουλέψουν; Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρεμβαίνει στις ελεύθερες επιλογές των ατόμων μίας ελεύθερης κοινωνίας.

Ο Οικονομικός φιλελευθερισμός στα γερατειά του

Ωστόσο, την περίοδο της ανάπτυξης της νεοκλασσικής θεωρίας της Οριακής Ωφελιμότητας στα πανεπιστήμια ο ελεύθερος ανταγωνισμός άρχισε να εξαφανίζεται. Ειδικά μετά την οικονομική κρίση του 1873, άρχισαν να εμφανίζονται εντός των χωρών καρτέλ και τραστ. Μόνο η Βρετανία φαινόταν να λειτουργεί ακόμα σύμφωνα με τις αρχές του «ελεύθερου εμπορίου», αλλά ακόμη στη περίπτωση της Βρετανίας τα πράγματα δεν πήγαιναν και πολύ καλά. Και παρά τις διαπιστώσεις των οικονομολόγων της Οριακής Ωφελιμότητας, η ανεργία αυξανόταν συστηματικά κατά τη διάρκεια της «Μεγάλης Ύφεσης» μετά την κρίση του 1873[13].

Στην Βρετανία άρχισε να αναπτύσσεται ένα κίνημα προστατευτισμού, χωρίς βέβαια να κυριαρχεί ακόμα ως λογική. Καθώς η προσφορά αγαθών έτεινε όλο και περισσότερο να υπερβαίνει τη ζήτηση, κάτι που οι υποστηρικτές της οριακής ωφελιμότητας είχαν μαθηματικώς «αποδείξει» ότι είναι αδύνατο, οι κυβερνήσεις απαντούσαν με όλο και περισσότερο προστατευτισμό.

Το 1896, όμως, ο παγκόσμιος καπιταλισμός εισήλθε σε μια περίοδο επιταχυνόμενης ανάπτυξης και αυξανόμενων τιμών που έμελλε να διατηρηθούν μέχρι και τις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια αυτού του «μακρού κύματος επέκτασης»[14] οι τιμές και τα κέρδη αυξήθηκαν, σώζοντας την αξιοπρέπεια των νεοκλασικών οικονομολόγων που είχαν εδραιωθεί στα τμήματα οικονομικών των πανεπιστημίων.

Αλλά έπειτα από τον Α’ ΠΠ, ο οικονομικός φιλελευθερισμός,  ιδιαίτερα στη Βρετανία, τη χώρα στην οποία είχε κυριαρχήσει η πολιτική οικονομία, βρέθηκε μπροστά σε μεγάλες δυσκολίες λόγω της χρόνιας και της μαζικής ανεργίας. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Βρετανία αυτή η μαζική ανεργία ξεκίνησε με την ύφεση του 1920-21. Δεν εμφανίστηκε το 1929, όπως στις περισσότερες χώρες

Αυτό δημιούργησε μια εντελώς νέα κατάσταση. Ενώ πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι καθηγητές του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η ανεργία που υπήρχε στη Βρετανία ήταν αποκλειστικά «εθελοντική» και «μεταβατική» ή απλώς οφειλόταν στα συνδικάτα, ήταν πολύ πιο δύσκολο να προβάλουν την ίδια δικαιολογία όταν η ανεργία ήταν γύρω στα 2 εκατομμύρια για μια ολόκληρη δεκαετία.

Σε αυτό το πλαίσιο, ξέσπασε και η Γενική Απεργία του 1926, το μεγαλύτερο κίνημα της βρετανικής εργατικής τάξης από τις ημέρες του Χαρτισμού. Στη συνέχεια ήρθε η κρίση του 1929-33. Η μαζική ανεργία δεν περιοριζόταν πλέον στη Βρετανία και στις ηττημένες χώρες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε πια εξαπλωθεί στην πρωτοπόρο καπιταλιστική χώρα, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τις αρχές της οριακής ωφελιμότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω του εξαιρετικά αδύνατου συνδικαλιστικού κινήματος και την απουσίας οποιασδήποτε μορφής κοινωνικής ασφάλισης, θα έπρεπε να μην έχουν ουσιαστικά κανένα πρόβλημα ανεργίας.

John Maynard Keynes ο άνθρωπος

Η κατάρρευση της αναπτυσσόμενης οικονομίας των ΗΠΑ στη Μεγάλη Ύφεση αποτέλεσε βαθύ πλήγμα στην εμπιστοσύνη των καπιταλιστών για το σύστημά τους. Ακόμη και μερικοί από τους γόνους των οικογενειών της κυρίαρχης τάξης, που μελετούσαν την επιστήμη των οικονομικών στα αμερικανικά και τα βρετανικά πανεπιστήμια, άρχισαν να στρέφονται προς τις μαρξιστικές ιδέες. Ακόμα και όταν η κρίση του 1929-33 βρισκόταν στο χειρότερό της σημείο, οι νεοκλασικοί καθηγητές δίδασκαν μία θεωρία που έλεγε γιατί δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αυτό ακριβώς που συνέβαινε στην εποχή τους.

Για παράδειγμα, ο Paul Sweezy, ο γιος ενός τραπεζίτη, ο οποίος ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών στο Χάρβαρντ, και θεωρούταν ένας από τους πλέον ελπιδοφόρους νεαρούς Αμερικανούς οικονομολόγους της γενιάς του, «λιποτάκτησε» στον σοσιαλισμό. Και σε αντίθεση με πολλούς άλλους διανοούμενους που ριζοσπαστικοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1930, ο Sweezy παρέμεινε  συνεπής σοσιαλιστής καθ ‘όλη τη διάρκεια της μακράς του ζωής.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο κορυφαίος Βρετανός αστός οικονομολόγος, Τζον Μέιναρντ Κέινς, προσπάθησε να διασώσει την αστική επιστήμη των οικονομικών εμποδίζοντας την νέα γενιά οικονομολόγων να στραφούν προς το μαρξισμό και να γίνουν σύμμαχοι της εργατικής τάξης. Όμως εφόσον επρόκειτο να το πετύχει, ο Κέινς έπρεπε να κάνει μια οπισθοχώρηση και να απομακρυνθεί από τον οικονομικό φιλελευθερισμό.

Ο Κέινς γεννήθηκε το 1883 και ήταν ένας πραγματικός γόνος της βρετανικής άρχουσας τάξης. Ο πατέρας του, John Neville Keynes, ήταν, όπως και ο διάσημος γιός του, επίσης οικονομολόγος. Αφού πήγε σχολείο στο Eton, που ήταν ανοιχτό μόνο στα μέλη της άρχουσας τάξης, ο νεαρός Keynes σχεδίαζε να σπουδάσει μαθηματικά στο πανεπιστήμιο του Cambridge.

Καθώς όμως τα ενδιαφέροντα του Keynes συμπεριλάμβαναν, πέραν των μαθηματικών, και την πολιτική, ο Alfred Marshall, που θεωρούταν ο ηγέτης της θεωρίας της οριακής ωφελιμότητας στην Βρετανία, τον έπεισε να στραφεί στην επιστήμη των οικονομικών. Στα οικονομικά, ο Keynes Θα μπορούσε να συνδυάσει το ενδιαφέρον του στα μαθηματικά με την πολιτική.

Ο Keynes ως ευρυμαθής διανοούμενος ενδιαφερόταν για την λογοτεχνία και την τέχνη, καθώς και για τα μαθηματικά και τα οικονομικά. Μεταξύ άλλων είχε ένα εγγενές ενδιαφέρον για την ζωή του Sir Isaac Newton, συλλέγοντας αυθεντικά αντίγραφα των γραπτών του. Ο συγκεκριμένος επιστήμονας θεωρούταν την εποχή του Keynes η σπουδαιότερη επιστημονική προσωπικότητα στη Φυσική της Βρετανίας και ενδεχομένως όλων των εποχών.

Αλλά τα οικονομικά ήταν το πρώτιστο ενδιαφέρον του Keynes. Στο Κέιμπριτζ, ο Κέινς έλαβε βαθειά γνώση της νεοκλασικής θεωρίας της οριακής ωφελιμότητας. Ο οποιοσδήποτε με ένα παρόμοιο υπόβαθρο δεν θα μπορούσε να γίνει υποστηρικτής της εργατικής τάξης και ο Κέινς δεν αποτέλεσε την εξαίρεση.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι ο Κέινς ανήκε σε μια καταπιεσμένη ομάδα. Ήταν γκέι. Την εποχή του Κέινς, οι ομοφυλόφιλοι όφειλαν να είναι διακριτικοί. Κανένας ανοιχτά δηλωμένος ομοφυλόφιλος δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στις δημόσιες υποθέσεις. Πράγματι, αυτή η λυπηρή κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι την άνοδο του σύγχρονου κινήματος των ομοφυλοφίλων μετά την εξέγερση του Stonewall του 1969 στη Νέα Υόρκη. Παρότι αυτό με θλίβει ιδιαίτερα, οφείλω να πω ότι, τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, μερικές σοσιαλιστικές οργανώσεις δεν επέτρεπαν να οργανώνονται ομοφυλόφιλοι στις τάξεις τους τη δεκαετία του 1960.

Ενδεχομένως η ομοφυλοφιλία του Κέινς και άρα η καταπίεση που βίωνε τον κατέστησε  πιο ανοικτό σε «ανορθόδοξες» ιδέες από ό,τι θα αναμενόταν κανονικά από έναν άνθρωπο της τάξης του και του ιστορικού του.

Ο Κέινς όσον αφορά την εργατική και την αστική τάξη

Έγραφε ο Keynes: «Πώς μπορώ να αποδεχθώ το κομμουνιστικό δόγμα, το οποίο θεωρεί πως το βασικό του εγχειρίδιο τίθεται πέραν κάθε κριτικής, την στιγμή που θεωρώ πως είναι ένα ξεπερασμένο βιβλίο με πολλά επιστημονικά λάθη και κυρίως χωρίς κανένα ενδιαφέρον ή πρακτική εφαρμογή στον σύγχρονο κόσμο;

Πώς μπορώ να υποστηρίξω ένα δόγμα, το οποίο τίθεται με το μέρος της λάσπης και όχι των ψαριών, που εκθειάζει το αμαρτωλό προλεταριάτο θεωρώντας ότι βρίσκεται πάνω από την αστική τάξη και τη διανόηση, οι οποίοι με όλα τα ελαττώματά τους είναι ωστόσο η δύναμη που εξασφαλίζει ό,τι ποιοτικό στη ζωή και αποτελούν την πηγή όλων των ανθρώπινων επιτευγμάτων; Ακόμη και αν η υποθέσουμε ότι η ανθρωπότητα χρειάζεται μια θρησκεία, γιατί πρέπει αυτή να τη βρούμε στον θολό σκουπιδότοπο του κόκκινου βιβλιοπωλείου;

Δεν είναι δυνατόν ένας μορφωμένος, τίμιος και έξυπνος γόνος της Δυτικής Ευρώπης να βρει τα ιδανικά του εδώ, παρά μόνο αν έχει προηγουμένως υποστεί κάποια παράξενη και τρομακτική μετάλλαξη, λόγω της οποίας στράφηκε μακριά από τις αξίες του» (John Maynard Keynes, Essays in Persuasion, p 300 [WW Norton & Company, 1963])

Σε αυτά τα αποσπάσματα ο Κέινς παρομοιάζει την εργατική τάξη με τη «λάσπη». Ο Κέινς είχε ένα ιδιαίτερα ειρωνικό ύφος. Παραμένει όμως αφοσιωμένος στη τάξη του. Σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Κέινς ξεκαθαρίζει πως συντάσσεται πολιτικά με την πλευρά των εκμεταλλευτών, «οι οποίοι παρά τα ελαττώματά τους αντιπροσωπεύουν ό,τι είναι ποιοτικό στη ζωή». Στη σημερινή εποχή είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος έναν αστό οικονομολόγο ή διανοούμενο που να παίρνει τόσο σαφή θέση δημόσια στο ζήτημα τού με ποιο στρατόπεδο συντάσσεται στην ταξική πάλη.

Όπως αναφέρει και ο Ben Leach στο φύλλο της 18 Οκτωβρίου του 2008 της βρετανικής εφημερίδας The Telegraph, ο Keynes θεωρούσε ότι η ευγονική αποτελούσε «τον σημαντικότερο και με τη μεγαλύτερη σημασία, κατά τη γνώμη μου, αυθεντικό κλάδο της κοινωνιολογίας που υπάρχει».

Τέτοιες ιδέες περί δημιουργίας μίας ανώτερης φυλής, όπως του Κέινς, δεν ήταν και ιδιαίτερα ξένες στους κύκλους της βρετανικής άρχουσας τάξης. Τέτοιες ρατσιστικές ιδέες ήταν μάλλον ο κανόνας μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων της Ευρώπης και της Αμερικής. Η διαφορά του Χίτλερ από αυτές τις ιδέες της άρχουσας τάξης είχε να κάνει με το πόσο μακριά έφτασε τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, αλλά και με την προθυμία του να εφαρμόσει τις ιδέες αυτές εντός Ευρώπης (και όχι μόνο στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική).

 Αλλά ο Κέινς δεν ήταν κανένας ηλίθιος αντιδραστικός. Ήταν έξυπνος. Διαφωνούσε με τις τιμωρητικές διατάξεις της διαβόητης Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στο βιβλίο του «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης» τόνισε ότι η Γερμανία δεν θα μπορούσε να πληρώσει το ποσό που όφειλε να καταθέσει και ότι αν εφαρμοζόταν θα είχε έναν αποσταθεροποιητικό ρόλο στις οικονομίες όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και συνολικά της Ευρώπης.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Κέινς συναντήθηκε με τον ηγέτη του Βρετανικού Φιλελεύθερου Κόμματος, Lloyd George, για να συζητήσουν για ένα πρόγραμμα δημόσιων έργων με σκοπό την καταπολέμηση της μαζικής ανεργίας. Η πρόταση για δημόσια έργα που κατατέθηκε από τον George και τον Κέινς ήταν μια προσπάθεια να καταπολέμησης του νέου βρετανικού Εργατικού Κόμματος.

Η άνοδος του βρετανικού Εργατικού Κόμματος

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Βρετανία διέθετε ένα δικομματικό σύστημα αποτελούμενο από το Συντηρητικό Κόμμα, γνωστό και με το ψευδώνυμό του ως το κόμμα των Τόρηδων, και το Φιλελεύθερο Κόμμα. Οι Συντηρητικοί ήταν παραδοσιακά το κόμμα των μεγάλων ιδιοκτητών γης, ενώ οι Φιλελεύθεροι αντιπροσώπευαν τους βιομήχανους καπιταλιστές[15].

Τα βρετανικά συνδικάτα ιστορικά υποστήριζαν τους Φιλελεύθερους, όπως ακριβώς και τα συνδικάτα των Η.Π.Α., τα οποία μέχρι και σήμερα υποστηρίζουν τους Δημοκρατικούς – με παρόμοια αποτελέσματα. Ωστόσο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις άρχισαν να υποστηρίζουν το νέο Εργατικό Κόμμα, το οποίο βασιζόταν στα συνδικάτα.

Παρ’ όλο που αυτό το κόμμα είχε ανέκαθεν καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική πολιτική, ακόμα και αν διακηρυκτικά κρατούσε αποστάσεις, αποτελούσε ένα σημαντικό προοδευτικό ιστορικό βήμα για την βρετανική εργατική τάξη. Ένας από τους λόγους που οι Βρετανοί εργαζόμενοι έχουν πρόσβαση σε ένα κοινωνικοποιημένο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, σύμφωνα με το οποίο η υγειονομική περίθαλψη είναι δικαίωμα και όχι προνόμιο για όσους μπορούν να πληρώσουν, όπως συμβαίνει ακόμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι η ύπαρξη του Εργατικού Κόμματος.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, το Εργατικό Κόμμα υπό τον Ramsay McDonald δεν κατάφερε να υλοποιήσει κάποιο πρόγραμμα αντιμετώπισης της ανεργίας στη Βρετανία. Αφότου η εργατική τάξη εγκατέλειψε το Φιλελεύθερο Κόμμα, αυτό έμεινε χωρίς μαζική εκλογική βάση. Ο Lloyd George και ο Κέινς ήλπιζαν να επανακτήσουν αυτή την εκλογική βάση διά της πρότασής τους για δημόσια έργα.

Ωστόσο για τον Keynes υπήρχε ένα πρόβλημα. «Γνώριζε», ως εκπαιδευμένος στη θεωρία της οριακής ωφελιμότητας, ότι «δεν μπορούσε» να υπάρξει μαζική ανεργία για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Όμως ήταν σαφές ότι υπήρχε ανεργία. Ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929, η ήδη σοβαρή ανεργία της Βρετανίας επιδεινώθηκε, αν και η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν είχε επηρεάσει τόσο τη Βρετανία όσο τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία.

Ο μαθηματικός και εκπαιδευμένος οικονομολόγος και καθηγητής του Cambridge, John Maynard Keynes, ήταν, σε αντίθεση με τους κοντόφθαλμους συναδέλφους του, παραξενεμένος από την τραγική αντίφαση ανάμεσα στις προβλέψεις της οριακής ωφελιμότητας και της πραγματικότητας.

 Το 1936, ο Keynes δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, των Τόκων και του Χρήματος», με το οποίο εγκαινιάστηκε η ρήξη του με πολλές παραδοχές του οικονομικού φιλελευθερισμού, καταφέρνοντας έτσι να τροποποιήσει σε σημαντικό βαθμό την οικονομική θεωρία της οριακής ωφελιμότητας. Την επόμενη εβδομάδα θα εξετάσω την «Γενική Θεωρία» του Κέινς, η οποία θεωρείται το ιδρυτικό έγγραφο των κεϊνσιανών οικονομικών.

Σημειώσεις

[1] . Η λέξη liberal (φιλελεύθερος) έχει διαφορετικό νόημα στις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι «φιλελεύθεροι» υποστηρίζουν την κυβερνητική παρέμβαση στην οικονομία με σκοπό την διατήρηση «υψηλών επιπέδων απασχόλησης» και την εξασφάλιση ενός μίνιμουμ εργασιακών δικαιωμάτων, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα των εργαζομένων να ενταχθούν στα συνδικάτα και της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Όσοι αντιτίθενται στην κυβερνητική παρέμβαση και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις γενικά χαρακτηρίζονται με τον προσδιορισμό «συντηρητικοί» (conservatives) στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το γεγονός αυτός ο όρος χρησιμοποιείται διαφορετικά στις Ηνωμένες Πολιτείες αντικατοπτρίζει την διαφοροποίηση της ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών από αυτήν της Ευρώπης. Στη Βρετανία, ο όρος «συντηρητικός» χρησιμοποιήθηκε κυρίως από την ημι-φεουδαρχική αριστοκρατία της γης, η οποία προσπαθούσε να διατηρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις αξίες της παλιάς φεουδαρχικής κοινωνίας στο πλαίσιο του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού. Οι «φιλελεύθεροι» αντιπροσώπευαν τα συμφέροντα των βιομήχανων καπιταλιστών που ήθελαν να αναμορφώσουν πλήρως την κοινωνία στη βάση του  βιομηχανικού καπιταλισμού.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν ποτέ ένα πραγματικό φεουδαρχικό παρελθόν. Ως εκ τούτου, ο όρος «συντηρητικός» υιοθετήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους ίδιους τους καπιταλιστές του χρήματος και τους βιομήχανους που επιθυμούσαν να «συντηρήσουν» όλα τα ακραία γνωρίσματα του καπιταλισμού, αντιτιθέμενοι σε μεταρρυθμιστές που προέρχονταν από την εργατική και τη μικροαστική τάξη. Εδώ, όταν χρησιμοποιώ τον όρο «φιλελεύθερος» ή «νεοφιλελεύθερος», το χρησιμοποιώ στην «ευρωπαϊκή» και όχι στην αμερικανική έννοια, εκτός αν υποδεικνύεται διαφορετικά.

[2] Οι «πολύ σκληροί για να πεθάνουν» φιλελεύθεροι οικονομολόγοι της δεκαετίας του ’30, όπως ο Φρέντερικ Φον Χάγιεκ και ο Λούντβιχ Φον Μίζες, οι οποίοι αντιτασσόνταν στον Κέινς, θα είχαν εξεγερθεί από τις πολιτικές της δημοκρατικής κυβέρνησης Ομπάμα και του Ομοσπονδιακού Συστήματος Καταθέσεων, κάτω υπό την ηγεσία του «μετριοπαθούς» Ρεπουμπλικάνου Μπεν Μπερνάκε. Αυτές οι πολιτικές βασίζονται στη δημιουργία ελλειμμάτων τρισεκατομμυρίων δολαρίων και στον εικονικό πολλαπλασιασμό της προσφοράς χαρτονομισμάτων σε διάστημα μερικών μηνών. Τα επόμενα χρόνια, ο κόσμος θα μάθει τις συνέπειες αυτών των πολιτικών.

[3] Ο Μαρξ και ο Ένγκελς σημείωναν ότι καθώς οξύνεται η ταξική αντιπαράθεση ένας ορισμένος αριθμός ανθρώπων που προέρχεται από την τάξη των καπιταλιστών αποσπάται από αυτήν και αρχίζει να υποστηρίζει την εργατική τάξη. Ο ίδιος ο Μαρξ και ο Ένγκελς είναι παραδείγματα τέτοιων επαναστατών διανοουμένων. Κατά τη διάρκεια περιόδων έντονης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ο αριθμός τέτοιου είδους επαναστατών διανοουμένων αυξάνεται. Η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς την εσωτερική αποσύνθεση της παλιάς άρχουσας τάξης, με αποτέλεσμα οι πιο λαμπροί και καλλιεργημένοι άνθρωποι της άρχουσας τάξης να τεθούν στο πλευρό της εργατικής τάξης.

[4] Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι περισσότεροι από τους κεϊνσιανούς οικονομολόγους ήταν ιστορικά συνδεδεμένοι με τις πολιτικές του Δημοκρατικού Κόμματος. Όσοι οικονομολόγοι αντιτάχθηκαν στις ιδέες του Κέινς από μία νεοφιλελεύθερη στάση ιστορικά αποτέλεσαν και παραμένουν υποστηρικτές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

[5] Η σοβαρότερη από αυτές τις υφέσεις ήταν αυτή που έλαβε χώρα την διετία 1957-58. Το μέγεθος της ύφεσης αυτής ανάγκασε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να μειώσει πολύ απότομα τα επιτόκια. Ως αποτέλεσμα παρατηρήθηκε μία σημαντικότατη κίνηση εξαγωγής χρυσού από τη χώρα, που παρόμοιά της είχε να εμφανιστεί από τις αρχές του 1930. Για να σταματήσει τη διαρροή του χρυσού, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αναγκάστηκε να αυξήσει κατακόρυφα τα επιτόκια, γεγονός που οδήγησε σε μία δεύτερη ύφεση το 1960-61.

Η οικονομική κρίση του 1957-61 σε συνδυασμό με την ταχεία πρόοδο της οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησε μεγάλη ανησυχία στην άρχουσα τάξη ότι η Σοβιετική Ένωση και οι ανατολικοευρωπαίοι σύμμαχοί της θα ξεπερνούσαν οικονομικά το καπιταλιστικό σύστημα, καταδικάζοντας σε καταστροφή τον καπιταλισμό μακροπρόθεσμα.

Στις εκλογές του 1960, ο Δημοκρατικός υποψήφιος για την προεδρία, ο γερουσιαστής της Μασαχουσέτης, John F. Kennedy, θεμελίωσε το πρόγραμμά του στο σύνθημα «getting America moving again» (σημ. μτφρ: Να κινήσουμε και πάλι η Αμερική).  Οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι, που είχαν την πλήρη ηγεμονία στους οικονομικούς συμβούλους του Kennedy και του διαδόχου του, Lyndon B. Johnson, θεωρούσαν πως η κυβέρνηση έπρεπε να ακολουθήσει αυστηρότερες κεϋνσιανές οικονομικές πολιτικές με σκοπό την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες και γενικότερα στον καπιταλιστικό κόσμο. Αυτό επίσης θα μείωνε το υψηλό ποσοστό ανεργίας που είχε διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα μετά την οικονομική κρίση του 1957-61.

[6] Οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι ήταν πολύ πιο ανεκτικοί στον «μέτριο» πληθωρισμό συγκριτικά με τους  παραδοσιακούς φιλελεύθερους αστούς οικονομολόγους. Συχνά υποστήριζαν ότι υπήρχε ο πληθωρισμός λειτουργούσε αντισταθμιστικά ως προς την ανεργία. Η καπιταλιστική κοινωνία, ισχυρίζονταν, θα χτυπούσε ταχύτερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και χαμηλότερη ανεργία αν ανεχόταν λίγο περισσότερο πληθωρισμό.

[7] Κατά τη διάρκεια της Ύφεσης, ορισμένοι Αμερικανοί οπαδοί του Keynes, όπως ο καθηγητής Αλβιν Χάνσεν – που είχε αλλάξει αρκετές φορές την άποψή του, αρχικά αντιτιθέμενος στον Keynes υποστηρίζοντας ένα παραδοσιακό οικονομικό φιλελεύθερο σκεπτικό, και στη συνέχεια υποστηρίζοντας τον – υιοθέτησαν την άποψη ότι η αμερικανική οικονομία εισήλθε σε ένα στάδιο στασιμοπληθωρισμού  Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να σώσει τον αμερικανικό καπιταλισμό, δήλωσε ο Hansen, θα ήταν όλο και μεγαλύτεροι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί και αύξηση των δαπανών.

Κάποιοι Αμερικανοί Μαρξιστές, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν συνδικαλιστές και είχαν λίγο χρόνο ώστε να μελετήσουν με συνέπεια την κριτική του Μαρξ στην αστική πολιτική οικονομία, θεώρησαν ότι αυτή η άποψη είχε έναν ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Μετά τον πόλεμο, καθώς η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία εισήλθε σε μια νέα φάση επέκτασης, η θεώρηση ότι «ο Μαρξ είχε διαψευσθεί» κέρδισε ευρύτερα ακροατήρια, ενώ ο Μαρξ είχε εξηγήσει ιδιαίτερα καλά τα γνωρίσματα της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης.

Ο Μαρξ πάντα υπογράμμιζε το ότι ο καπιταλισμός ήταν ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής. Εάν υπήρξε ποτέ οικονομολόγος που ανέπτυξε την έννοια της «ανάπτυξης», αυτός ήταν ο Μαρξ. Ενώ ο Μαρξ σίγουρα δεν θεωρούσε ότι η διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή θα διαρκέσει για πάντα, ποτέ δεν έγραψε ότι η αυτή θα υπήρχε μόνο μέχρι το έτος 1929, και ότι έκτοτε θα γινόταν αδύνατη.

Στις επόμενες δημοσιεύσεις, θα εξετάσω τις λεγόμενες Breakdown theories που είχαν προτείνει η Rosa Luxemburg και ο Henryk Grossman, μαρξιστές στοχαστές που μελέτησαν σοβαρά τόσο την αστική πολιτική οικονομία όσο και την μαρξιστική κριτική της. Σε αυτές τις δημοσιεύσεις, θα εξετάσω τα τελικά ιστορικά όρια της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής και τη σχέση ανάμεσα στην ύφεση της δεκαετίας του ’30 με αυτά τα όρια.

[8] Αυτό δείχνει το με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορεί να παρεισφρήσει  η αστική ιδεολογία στο εργατικό κίνημα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι πρέπει να ακυρώνουμε συνολικά τους αστούς οικονομολόγους. Σε τελική ανάλυση ο Μαρξ πήρε τις περισσότερες από τις ιδέες όσον αφορά τα οικονομικά από τους αστούς οικονομολόγους και στη συνέχεια τις ανέπτυξε στην λογική τους συνέπεια. Οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο με τα μάτια ανοιχτά και όχι απλά να «τσιμπάμε» την οποιαδήποτε θεώρηση των αστών οικονομολόγων που πλασάρεται ως «ριζοσπαστική». Γι ‘αυτό αφιερώνω και τόση προσπάθεια ασχολούμενος με τον Κέινς και τις ιδέες του. Ο Κέινς αξίζει ιδιαίτερης προσοχής ακριβώς επειδή είχε τόσο σημαντική επιρροή μεταξύ των αστών και των μαρξιστών οικονομολόγων.

[9] Από τον Adam Smith έως τον John Maynard Keynes, οι Βρετανοί οικονομολόγοι κυριάρχησαν στον κλάδο της πολιτικής οικονομίας. Αυτό δεν είναι τόσο περίεργο καθώς η Βρετανία δεν αποτέλεσε απλώς πρωτοπορία στο πέρασμα στον βιομηχανικό καπιταλισμό από τον τέλη του 18ου αιώνα και ύστερα, αλλά ήταν και η πρώτη σύγχρονη καπιταλιστική βιομηχανική χώρα που γνώρισε οικονομική παρακμή. Ενώ ο Adam Smith και ο Ricardo αντιπροσωπεύουν την άνοδο του βρετανικού βιομηχανικού καπιταλισμού, ο Keynes αντιπροσωπεύει την παρακμή του.

[10] Πριν από τη βιομηχανική επανάσταση του 1760-1830, οι έμποροι ή αλλιώς οι εμπορο-καπιταλιστές που είχαν κυριαρχήσει στον καπιταλιστικό κόσμο και όχι οι βιομήχανοι καπιταλιστές. Δεδομένου του ότι οι εμπορο-καπιταλιστές δημιουργούν κέρδος αγοράζοντας φτηνά και πωλώντας ακριβά, οι πρώτοι αυτοί οικονομολόγοι – γνωστοί και ως μερκαντιλιστές – θεωρούσαν ότι το κέρδος ή η υπεραξία προκύπτει στη σφαίρα της κυκλοφορίας

[11] Ο Μαρξ επεσήμανε ότι η επιστημονική (κλασσική) πολιτική οικονομία μπορούσε να αναδειχθεί μόνο σε μια περίοδο όπου οι ταξικές αντιφάσεις ήταν ακόμα ανώριμες. Με την ανάπτυξη του ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργοδότες και τους καπιταλιστές, κατέστη πλέον αδύνατη η συγκρότηση της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας σε αστική βάση. Στη σημερινή εποχή οι σύγχρονοι αστοί οικονομολόγοι αρνούνται να επιστρέψουν στην έννοια της αξίας της εργασίας, η οποία μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική βάση κατανόησης μεταξύ άλλων για τις οικονομικές κρίσεις, όπως αυτή που περνάμε αυτή την περίοδο.

[12] Σύμφωνα με την θεωρία της οριακής ωφελιμότητας, οι γαιοκτήμονες που «αντιπροσωπεύουν» τη γη ως «συντελεστή παραγωγής» αξίζει να παίρνουν το ενοίκιο που παράγει η γη. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ισχυρίζονται ότι οι καπιταλιστές «κερδίζουν» τον τόκο, γιατί αν υπό διαφορετικούς όρους όλο το κεφάλαιο της κοινωνίας θα ξοδευόταν στην προσωπική κατανάλωση. Αλλά η γη δημιουργείται από τη φύση και δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους εργασίας των ιδιοκτητών γης. Ακόμη και αν αποδεχθούμε τους ισχυρισμούς των υποστηρικτών της οριακής ωφελιμότητας ότι η γη δημιουργεί το μίσθωμα, για ποιο λόγο θα πρέπει ο ιδιοκτήτης της γης να «κερδίζει» το ενοίκιο εφόσον ακόμα και με βάση τις δικές τους παραδοχές, το νοίκι δεν παράγεται από τον γαιοκτήμονα αλλά από την ίδια τη γη;

[13] Η περίοδος ανάμεσα στο 1873 και το 1896 σημαδεύτηκε από μεγάλες περιόδους πτώσης των τιμών και βραχύτερες περιόδους αύξησης των τιμών. Κατά τις περιόδους αύξησης των τιμών, οι τιμές εν τέλει αυξήθηκαν λιγότερο συγκριτικά με το πόσο μειώθηκαν κατά τη διάρκεια των μεγαλύτερων περιόδων πτώσης των τιμών. Δεδομένου ότι οι περίοδοι πτώσης των τιμών συνδέονταν με περιόδους στασιμότητας και ύφεσης, η περίοδος αυτοί έγινε γνωστή ως η «Μεγάλη Ύφεση». Στη συνέχεια, όμως, ο όρος «Μεγάλη Ύφεση» εφαρμόστηκε και για την δεκαετία του 1930 κατά την οποία η κρίση και τα επίπεδα ανεργίας ξεπέρασαν οτιδήποτε είχε συμβεί μεταξύ του 1873 και του 1896. Ωστόσο η Ύφεση του 1873-1896 διήρκησε περισσότερο συγκριτικά με την «Μεγάλη Ύφεση» του 1929-1940, η οποία κράτησε μόλις λίγο περισσότερο από μία δεκαετία. Προκειμένου να μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε αυτές τις δύο περιόδους της οικονομικής ιστορίας, ορισμένοι ιστορικοί έχουν ονομάσει την ύφεση του 19ου αιώνα ως «μακρά ύφεση».

[14] Δανείστηκα αυτήν την έννοια από τον Ερνέστ Μαντέλ. Στις επόμενες δημοσιεύσεις, θα εξετάσω την μαντελική θεωρία των «μακρών κυμάτων»

[15] Το Φιλελεύθερο Κόμμα κατάγεται από το Whig party, το οποίο αντιπροσώπευε το τμήμα της βρετανικής άρχουσας τάξης που ήταν συνδεδεμένο με την έγγεια ιδιοκτησία, και υποστήριζαν ότι η  Βρετανία έπρεπε να μεταμορφωθεί στα πλαίσια του αστισμού, σε αντίθεση με τους συντηρητικούς Τόρηδες, που αποτέλεσαν τους προπομπούς του βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος.

 

Εδώ η συνέχεια:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s