Οι  ιδέες του Τζων Μέυναρντ Κέυνς (3ο μέρος)

keynes_picture

 του Sam Williams

πηγή: https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-1/the-ideas-of-john-maynard-keynes-pt-3/

Μετάφραση: Φ.Τ. Επιμέλεια: Θανάσης Λ. για το avantgarde

Εδώ το 1ο μέρος, εδώ το 2ο.

Ρικάρντο και Μαρξ απέναντι στον Κέυνς

Σε αντίθεση με τον Άνταμ Σμιθ, ο Ρικάρντο επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το νόμο της αξίας της εργασίας με συνέπεια. Αντιλήφθηκε ότι ο νόμος της αξίας της εργασίας ίσχυε όχι μόνο για την απλή παραγωγή εμπορευμάτων αλλά για τα οργανικά στοιχεία του ίδιου του καπιταλισμού. Ο Ρικάρντο δεν τα κατάφερε πλήρως, αλλά σίγουρα ήταν στην σωστή κατεύθυνση. Συνειδητοποίησε ότι η τιμή συνιστά μια σχέση μεταξύ δύο εμπορευμάτων, από την μια τα εμπορεύματα των οποίων μετριέται η τιμή και από την άλλη το χρηματικό εμπόρευμα – χρυσός- στο οποίο υπολογίζεται  η τιμή του εμπορεύματος.

Σύμφωνα με τον ρικαρδιανό νόμο της αξίας της εργασίας, οι τιμές της αγοράς τείνουν να κυμαίνονται γύρω από ένα άξονα που ορίζεται από τις σχετικές αξίες του χρυσού και του εμπορεύματος η αξία του οποίου μετριέται σε χρυσό.  Ο Ρικάρντο συνειδητοποίησε ότι η άνοδος ή η πτώση των μισθών επηρεάζει το ποσοστό κέρδους όχι όμως τις συνολικές τιμές των εμπορευμάτων.

Ο Μαρξ ανέπτυξε περαιτέρω το ρικαρδιανό νόμο της αξίας της εργασίας, επιλύοντας τις αντιφάσεις που ο Ρικάρντο δεν μπόρεσε να υπερβεί. Ωστόσο, ακόμη και η ρικαρδιανή εκδοχή του νόμου της αξίας της εργασίας είναι επαρκής για την διάψευση του ισχυρισμού του Κέυνς ότι οι μισθοί καθορίζουν τις τιμές.

Ο Μαρξ, στα τρία πρώτα κεφάλαια του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου,  δείχνει ότι η τιμή πρέπει πάντα να μετριέται σύμφωνα με την αξία χρήσης του εμπορεύματος που χρησιμεύει ως καθολικό ισοδύναμο.   Αν υποθέσουμε ότι ο χρυσός είναι το χρηματικό εμπόρευμα, η ανταλλακτική αξία ή αυτό που καταλήγει να είναι το ίδιο, δηλαδή η τιμή, είναι πάντα μια συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού που μετριέται σε βάρος.

Η αξία, σε αντίθεση με την ανταλλακτική αξία δεν διαμεσολαβείται από μια υλική ουσία όπως ο χρυσός, αλλά είναι καθαρά κοινωνική ουσία- αφηρημένη ανθρώπινη εργασία.  Ενώ ο χρυσός ως υλική αξία χρήσης μετριέται σε βάρος, η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, παρόλο που είναι κοινωνική, όχι απτή ουσία, έχει επίσης μονάδα μέτρησης- το χρόνο.

Αντίθετα από τον Ρικάρντο, ο Μαρξ, στα ώριμα γραπτά του από το 1857 κι έπειτα κάνει διάκριση ανάμεσα στην εργασία και την εργατική δύναμη. Αφού η εργασία με την αφηρημένη έννοια είναι η πεμπτουσία της αξίας, η εργασία ως τέτοια δεν μπορεί να έχει αξία. Ως εκ τούτου, η εργασία δεν μπορεί η ίδια να αποτελεί εμπόρευμα.

Αυτό που είναι εμπόρευμα είναι η ικανότητα του εργάτη για εργασία- δηλαδή η εργατική δύναμη.  Οι εργάτες πρέπει να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη. (1) Όταν ο βιομήχανος κεφαλαιοκράτης αγοράζει την εργατική δύναμη των εργατών από τους ίδιους τους εργάτες, αποκτά την ικανότητα των εργατών για εργασία. Ο  βιομήχανος κεφαλαιοκράτης —το αφεντικό—στην συνέχεια διατάζει τους εργάτες να εκτελέσουν εργασία η οποία χρησιμοποιείται για να παραχθεί ένα προϊόν που θα πάρει την μορφή εμπορεύματος. Η εργασία των εργατών που ενσωματώνεται στο εμπόρευμα αποτελεί την αξία αυτού του εμπορεύματος.

Η εργασία που ενσωματώνεται στο εμπόρευμα που παράγουν οι εργάτες συναποτελείται με την σειρά της από δύο μέρη. Το ένα μέρος, η απαραίτητη εργασία, αντικαθιστά την αξία του μισθού των εργατών.  Το άλλο μέρος, η επιπρόσθετη εργασία, η οποία στην καπιταλιστική παραγωγή παίρνει την μορφή της υπεραξίας, είναι η εργασία που εκτελούν οι εργάτες χωρίς πληρωμή για τους κεφαλαιοκράτες, τους γαιοκτήμονες και άλλους που ροκανίζουν την υπεραξία. Οι  βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες δεν καταφέρνουν να κρατήσουν όλη την υπεραξία που παράγουν οι εργάτες. Είναι αναγκασμένοι να την μοιραστούν με τους κεφαλαιοκράτες του χρήματος, τους γαιοκτήμονες και το κράτος.

Η αξία της εργατικής δύναμης

Αν και η εργασία δεν είναι εμπόρευμα, η εργατική δύναμη είναι.  Όπως όλα τα εμπορεύματα, έχει αξία καθώς και ανταλλακτική αξία. Η τιμή, ή η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης είναι γνωστό ως μισθός. (2) Ο μισθός είναι ένα χρηματικό ποσό—δηλαδή ο μισθός αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη (σε βάρος) ποσότητα χρυσού που οι βιομηχανικοί κεφαλαιοκράτες πρέπει να χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν μια συγκεκριμένη ποσότητα εργατικής δύναμης.

Ως αξία χρήσης, η εργατική δύναμη μετριέται σε χρόνο. Το γεγονός ότι η μονάδα μέτρησης τόσο της εργασίας όσο και της εργατικής δύναμης  είναι ο χρόνος οδηγεί συχνά στην αδυναμία διάκρισής τους. Αυτή η συχνότατη σύγχυση δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι αμείβεται όλη η εργασία που εκτελεί ο εργάτης.

Με τους οριακούς οικονομολόγους, συμπεριλαμβανομένου του Κέυνς, η σύγχυση αυτή επισημοποιείται μαθηματικά με την ανακήρυξή της σε αξίωμα, που δεν χρειάζεται να επαληθευτεί.

Προσδιορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης

Προκειμένου να εργαστούν, οι εργάτες πρέπει καταρχήν να ζήσουν και στην συνέχεια, να παράξουν την επόμενη γενιά εργατών. Για να το κάνουν αυτό στο καπιταλιστικό σύστημα, οι εργάτες πρέπει να καταναλώνουν τα εμπορεύματα που αγοράζουν με τα χρήματα που εισπράττουν σε αντάλλαγμα για την εργατική τους δύναμη. Καθώς οι εργάτες καταναλώνουν αυτά τα εμπορεύματα, μεταβιβάζουν την αξία— την ποσότητα αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας που χρειάστηκε για να παραχθούν αυτά τα εμπορεύματα υπό τις κυρίαρχες κατά μέσον όρο συνθήκες παραγωγής— στην δική τους εργατική δύναμη, καθώς και στην αναπτυσσόμενη εργατική δύναμη των παιδιών τους.

Επομένως, η αξία της εργατικής δύναμης των εργατών συνίσταται στα εμπορεύματα που πρέπει να καταναλώσουν οι εργάτες για να αναπαράξουν την εργατική τους δύναμη σε καθημερινή βάση καθώς και για να παράξουν την επόμενη γενιά εργατών. Η αξία της εργατικής δύναμης  μπορεί να αλλάξει για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά μια αλλαγή στην παραγωγικότητα της εργασίας στην βιομηχανία που παράγει «κοινά αγαθά» (“wage goods”, αγαθά τα οποία καταναλώνονται για βιοποριστικούς λόγους) που πρέπει να καταναλώσουν οι εργάτες για να αναπαράξουν την εργατική τους δύναμη και να θρέψουν την επόμενη γενιά εργατών. (3) Ο δεύτερος παράγοντας αφορά μια αλλαγή στην ποσότητα και την ποιότητα των αξιών χρήσης που καταναλώνουν οι εργάτες.

Τι καθορίζει την ποσότητα και την ποιότητα αυτών των εμπορευμάτων με όρους αξιών χρήσης που καταναλώνουν οι εργάτες για να αναπαράξουν την εργατική τους δύναμη; Ο Μαρξ εξηγεί ότι ο μισθός αποτελείται από δύο στοιχεία. Το ένα είναι το βιολογικό ελάχιστο. Το βιολογικό ελάχιστο, με την σειρά του, αποτελείται κι αυτό από δύο υπο στοιχεία. Το πρώτο  υπό στοιχείο είναι το ποσοστό του μισθού που χρειάζεται για να αναπαραχθεί η εργατική δύναμη των εργατών σε καθημερινή βάση. Το δεύτερο  υπό στοιχείο είναι το ποσοστό του μισθού που χρειάζεται για να αναπαραχθεί η επόμενη γενιά εργατών.

Εάν ο μισθός έπεφτε κάτω από το επίπεδο που είναι αναγκαίο για να  αναπαραχθεί η εργατική δύναμη των εργατών σε καθημερινή βάση, η καπιταλιστική παραγωγή θα κατέρρεε μέσα σε λίγες μέρες ή βδομάδες  καθώς η εργατική τάξη θα λιμοκτονούσε. Εάν ο μισθός έπεφτε κάτω από το επίπεδο που είναι αναγκαίο στους εργάτες για να παράξουν και να αναθρέψουν την επόμενη γενιά εργατών, η καπιταλιστική παραγωγή θα κατέρρεε μέσα σε μια δεκαετία περίπου, καθώς δεν υπήρχαν αντικαταστάτες για τους εργάτες που θα πέθαιναν. (4) Το βιολογικά οριζόμενο ελάχιστο θέτει το όριο κάτω από το οποίο δεν μπορούν ποτέ να πέσουν οι μισθοί, τουλάχιστον όχι  για πολύ καιρό.

Το άλλο στοιχείο του μισθού είναι το κοινωνικό στοιχείο. Κατά την εναλλαγή γενεών ταξικής πάλης, οι εργάτες κατόρθωσαν να προσθέσουν στο βιολογικό ελάχιστο ένα επιπρόσθετο στοιχείο, το οποίο επιτρέπει στους εργάτες, όπως το θέτει ο Μαρξ,  να συμμετέχουν σε κάποιο βαθμό στην πρόοδο του πολιτισμού.

Για παράδειγμα, οι εργάτες δεν χρειάζονται στην πραγματικότητα ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, κινητά τηλέφωνα, προσωπικούς υπολογιστές και ούτω καθεξής για να ζήσουν και να αναπαράξουν την εργατική τους δύναμη. Οι απολογητές του καπιταλισμού αρέσκονται να επισημαίνουν ότι κατά το παρελθόν, ακόμη και οι πλουσιότεροι  άνθρωποι στερούνταν αυτά τα αγαθά και πολλά άλλα εμπορεύματα που στις ιμπεριαλιστικές χώρες τουλάχιστον τα θεωρούμε δεδομένα σήμερα.  Κατόπιν, εξάγουν το συμπέρασμα ότι οι εργάτες σήμερα ζουν καλύτερα απ’ ότι οι πλούσιοι μόλις πριν από λίγες γενιές.  (5) Μέσα σε αξιοσημείωτα σύντομο χρονικό διάστημα,  πολλά από αυτά τα είδη εμπορευμάτων έγιναν ανάγκες.

Μισθοί και συνδικάτα

Ο αγώνας των συνδικάτων περιστρέφεται γύρω από αυτόν τον επιπλέον μισθό που προστίθεται στο σκέτο βιολογικά οριζόμενο ελάχιστο μισθό.  Οι κεφαλαιοκράτες συνεχώς πιέζουν τους μισθούς προς τα κάτω προς το βιολογικό ελάχιστο. Πράγματι ,στις καταπιεζόμενες καπιταλιστικές χώρες, οι μισθοί συχνά προσεγγίζουν πολύ το βιολογικό ελάχιστο. Τα συνδικάτα, από την άλλη, προσπαθούν να υπερασπιστούν και σε ευμενείς συνθήκες, να αυξήσουν το επιπλέον μέρος του μισθού   που προστίθεται στο βιολογικά οριζόμενο ελάχιστο μισθό.

Μισθοί και τιμές

Τώρα, τι σχέση έχουν οι αλλαγές στο επίπεδο των μισθών με τις τιμές των εμπορευμάτων;  Στην ανάρτηση της προηγούμενης εβδομάδας, εξήγησα ότι ο Κέυνς ισχυριζόταν ότι η άνοδος στους χρηματικούς μισθούς θα επέφερε την άνοδο των τιμών. Εν τούτοις, στην πραγματικότητα, οι αλλαγές στο επίπεδο των χρηματικών μισθών— ή στους πραγματικούς μισθούς, σε αυτή την περίπτωση — δεν έχουν παρά ελάχιστη επίδραση στις τιμές. Αν υποθέσουμε ότι όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ίσα, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι Κευνσιανοί οικονομολόγοι, η άνοδος των χρηματικών μισθών δεν θα έχει καμία επίδραση στο συνολικό κόστος διαβίωσης.

Αυτό που επηρεάζεται είναι το ποσοστό της επιπρόσθετης αξίας, ή πράγμα που είναι ακριβώς το ίδιο, ο λόγος της απλήρωτης προς την πληρωμένη εργασία. Όπως εξήγησε ο Ρικάρντο, άνοδος των μισθών δεν επιφέρει άνοδο των τιμών, αλλά μειώνει το ποσοστό κέρδους. Οι κεφαλαιοκράτες και τα φερέφωνά τους στις τάξεις των αστών οικονομολόγων και στα ΜΜΕ αντιτίθενται στις αυξήσεις των μισθών όχι γιατί αυξάνουν τον πληθωρισμό αλλά γιατί χαμηλώνουν το ποσοστό κερδοφορίας των κεφαλαιοκρατών.

Το σύνολο των εμπορευμάτων που χρησιμεύουν ως είδη προσωπικής κατανάλωσης μπορούν αν διαιρεθούν σε δύο είδη, αναγκαία αγαθά και αγαθά πολυτελείας. Τα αναγκαία αγαθά καταναλώνονται τόσο από την εργατική τάξη όσο και από την τάξη των κεφαλαιοκρατών. Για παράδειγμα, είτε είσαι ο Μπιλ Γκέιτς είτε δουλεύεις σε εργοστάσιο ενδυμάτων στο Λος Άντζελες, πρέπει να φας, να ντυθείς κλπ. Τα αγαθά πολυτελείας καταναλώνονται μόνο από τα μέλη της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Για παράδειγμα, τα προσωπικά αεροσκάφη τύπου τζετ Gulf Stream αγοράζονται και χρησιμοποιούνται ως είδη προσωπικής κατανάλωσης μόνο από τους κεφαλαιοκράτες, και δη μόνο από τα μέλη του πιο εύπορου τμήματος της τάξης των κεφαλαιοκρατών.

Ωστόσο, το ποια αγαθά είναι αναγκαία και ποια πολυτελείας δεν είναι αιώνιο αλλά μπορεί να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Σε αυτό το σημείο, ο αγώνας των συνδικάτων σε ευμενείς συνθήκες μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση. Για παράδειγμα, τα αυτοκίνητα ήταν αναμφισβήτητα αγαθά πολυτελείας στις αρχές του 20ου αιώνα. Λίγα χρόνια πριν, στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν υπήρχαν καν.  Η πλησιέστερη εκδοχή/ αυτό που υπήρχε και πλησίαζε το αυτοκίνητο ήταν η άμαξα που την έσερναν άλογα. Αρχής γενομένης με την εισαγωγή της μαζικής παραγωγής των αυτοκινήτων την δεκαετία του 1920, η αξία και κατά συνέπεια, η τιμή των αυτοκινήτων μειώθηκαν σημαντικά.  Πράγματι, η αξία και η τιμή τους έπεσε τόσο πολύ που οι καλύτερα αμειβόμενοι εργάτες στις ΗΠΑ μπορούσαν να τα αγοράσουν.

Σήμερα, σε κάποιες χώρες, τα αυτοκίνητα δεν είναι αγαθά πολυτελείας  αλλά αναγκαία. Ειδικά στις ΗΠΑ, λόγω του ανεπαρκούς συστήματος δημόσιας συγκοινωνίας, πολλοί εργάτες δεν θα μπορούσαν να μεταβούν στον χώρο εργασίας τους και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη αν δεν είχαν αυτοκίνητο. (6) Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, τα αυτοκίνητα εξακολουθούν να υπερβαίνουν τις δυνατότητες των εργατών. Σ’α υτές τις χώρες, το αυτοκίνητο παραμένει σε μεγάλο βαθμό πολυτέλεια. Ποια αγαθά είναι πολυτέλεια και ποια αντιπροσωπεύουν ανάγκες ποικίλλει ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο.

Ας υποθέσουμε ότι σε μια δεδομένη χώρα μια δεδομένη στιγμή τα συνδικάτα έχουν αρκετή δύναμη ώστε να επιτύχουν γενική αύξηση των μισθών. Σύμφωνα με τον Κέυνς, αυτό θα οδηγήσει σε άνοδο του οριακού άμεσου κόστους, η οποία με την σειρά της θα οδηγήσει σε γενική αύξηση των τιμών.  Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα;

Η αύξηση των χρηματικών μισθών αυξάνει την αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης. Όμως η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργατών  αντισταθμίζεται από την μείωση της αγοραστικής δύναμης των κεφαλαιοκρατών. Γι’ αυτό οι κεφαλαιοκράτες αντιτίθενται με τόσο σθένος σε οποιαδήποτε πρόταση για αύξηση των χρηματικών μισθών.  Η αυξανόμενη αγοραστική δύναμη των εργατών θα αυξήσει την ζήτηση για αναγκαία καταναλωτικά αγαθά (φαγητό, ενδυμασία, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις κλπ). Πιθανότατα ορισμένα είδη που στο παρελθόν θεωρούνταν πολυτελείας ενταχτούν στην κατανάλωση της εργατικής τάξης επιτρέποντας έτσι στην εργατική τάξη να συμμετάσχει στην «πρόοδο του πολιτισμού».

Ακόμη και αν συμβεί αυτό, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι δεν θα αυξηθεί η ζήτηση για προσωπικά αεροσκάφη τύπου τζετ  Gulf Stream. Αντίθετα, αύξηση στους μισθούς σημαίνει ότι η ζήτηση για αεροσκάφη Gulf Streams θα σημειώσει πτώση, αφού η τάξη των κεφαλαιοκρατών θα έχει μικρότερη αγοραστική δύναμη από πριν. Όμως η αύξηση της αγοραστικής δύναμης της εργατικής τάξης δεν θα ωθήσει προς τα πάνω τις τιμές των αναγκαίων αγαθών που εντάσσονται στην κατανάλωση της εργατικής τάξης; Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Είναι πιθανό οι τιμές τροφίμων, βασικών φαρμάκων και άλλων αναγκαίων αγαθών να αυξηθούν.

Όμως, όπως έχουν κατανοήσει οι οικονομολόγοι ήδη από την εποχή του Άνταμ Σμιθ, το ποσοστό κέρδους σε διαφορετικές βιομηχανίες τείνει  να εξισώνεται. Το κεφάλαιο στην διαρκή του αναζήτηση για το υψηλότερο δυνατό κέρδος ρέει από τομείς όπου το ποσοστό κέρδους είναι κάτω από το μέσο όρο σε τομείς όπου το  ποσοστό κέρδους είναι πάνω από το μέσο όρο.

Αμέσως μετά την αύξηση των μισθών, το ποσοστό κέρδους στις βιομηχανίες που παράγουν αναγκαία αγαθά θα ανέλθει πάνω από το επί του παρόντος χαμηλότερο μέσο ποσοστό κέρδους, ενώ οι βιομηχανίες εκείνες που παράγουν αγαθά πολυτελείας όπως τα αεροσκάφη Gulf Streams θα δουν το ποσοστό κέρδους τους να πέφτει κάτω από το νέο χαμηλότερο μέσο ποσοστό κέρδους.  Το ποσοστό κέρδους πιθανότατα θα σημειώσει πτώση σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας, αλλά θα σημειώσει πολύ μεγαλύτερη πτώση σε βιομηχανίες που παράγουν εμπορεύματα όπως τα αεροσκάφη Gulf Streams παρά  σε βιομηχανίες τροφίμων και βασικής ένδυσης, για παράδειγμα.

Επομένως, θα αρχίσει μια ροή κεφαλαίου από τις βιομηχανίες που παράγουν εμπορεύματα τα οποία καταναλώνονται από τους κεφαλαιοκράτες προς  τις βιομηχανίες που παράγουν εμπορεύματα για τους εργάτες. Καθώς εκτυλίσσεται αυτή η διαδικασία, οι τιμές των αναγκαίων αγαθών θα πέσουν ενώ οι τιμές των εμπορευμάτων όπως τα αεροσκάφη Gulf Streams θα ανέβουν. Σύντομα το ποσοστό κέρδους θα είναι πάλι περίπου ίσο. Ωστόσο, το νέο μέσο ποσοστό κέρδους θα είναι σε χαμηλότερα επίπεδα απ’ ότι ήταν πριν από την αύξηση των μισθών. (7)

Δεύτερον, μεγαλύτερο μέρος του συνολικού χρόνου εργασίας της κοινωνίας θα αφιερωθεί στην παραγωγή εμπορευμάτων για τους εργάτες και λιγότερο  παραγωγή εμπορευμάτων για τους κεφαλαιοκράτες. Θα είναι πιο πιθανό μια δεδομένη εργάτρια να παράγει εμπορεύματα για τους συναδέλφους της εργάτες παρά για τους κεφαλαιοκράτες εκμεταλλευτές της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα είναι απαραιτήτως οι ίδιες ακριβώς όπως πριν. Αυτό συμβαίνει επειδή τα εμπορεύματα τείνουν να πωλούνται σε τιμές που δεν  εκφράζουν ακριβώς την αξία τους αλλά σε τιμές που εξισώνουν το ποσοστό κέρδους μεταξύ των διαφόρων κλάδων της βιομηχανίας.  Σε κλάδους υψηλότερης έντασης εργασίας, ή για να χρησιμοποιήσουμε την μαρξιστική ορολογία, στους κλάδους εκείνους της βιομηχανίας που έχουν χαμηλότερη από το μέσο όρο οργανική σύνθεση κεφαλαίου, οι τιμές ανεβαίνουν καθώς αυξάνονται οι μισθοί και πέφτουν καθώς μειώνονται  οι μισθοί, επειδή οι κλάδοι αυτοί της βιομηχανίας  δαπανούν περισσότερα στα «εργατικά κόστη» απ’ ότι  ο μέσος όρος για την βιομηχανία συνολικά.

Αντιθέτως, οι βιομηχανίες με υψηλότερη του μέσου οργανική σύνθεση κεφαλαίου, αυτές που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «βιομηχανίες έντασης κεφαλαίου», επηρεάζονται λιγότερο από την αύξηση των μισθών. Αμέσως μετά την αύξηση των μισθών, το ποσοστό κέρδους στις  βιομηχανίες με υψηλότερη του μέσου οργανική σύνθεση κεφαλαίου, αν και θα υποστούν κι αυτές μια κάποια μείωση στο ποσοστό κέρδους,  θα υπερβεί το νέο χαμηλότερο μέσο ποσοστό κέρδους στην βιομηχανία συνολικά. Θα υπάρξει ροή κεφαλαίου σε αυτές τις βιομηχανίες από τις βιομηχανίες «έντασης εργασίας». Επομένως, οι τιμές των εμπορευμάτων που παράγουν οι βιομηχανίες αυτές, σε άμεση αντίφαση με τους ισχυρισμούς του Κέυνς, στην πραγματικότητα θα μειωθούν καθώς αυξάνονται οι μισθοί. Αυτή η επίδραση είναι μια από τις μεγάλε ςοικονομικές ανακαλύψεις του Ρικάρντο.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε ορισμένες προϋποθέσεις.  Καταρχήν, κάνουμε την υπόθεση ότι η αύξηση και η μείωση των μισθών διαχέεται σε όλο το φάσμα της βιομηχανίας. Εάν οι εργάτες κερδίσουν μια αύξηση μισθού σε μία μόνο βιομηχανία και το γεγονός αυτό δεν αποτελέσει έμπνευση για μια αύξηση των μισθών και στις άλλες βιομηχανίες, αυτό μπορεί όντως να προκαλέσει μια αύξηση των τιμών για τα εμπορεύματα που παράγει η συγκεκριμένη βιομηχανία.  Αυτό οφείλεται στο ότι τα κέρδη θα μειωθούν έναντι του εργατικού κόστους που θα αυξηθεί στην  συγκεκριμένη βιομηχανία, προκαλώντας έτσι την μείωση του ποσοστού κέρδους αυτής της βιομηχανίας κάτω από μέσο ποσοστό κέρδους για την βιομηχανία συνολικά.

Αν όλα τα υπόλοιπα παραμείνουν ίσα, η αύξηση των μισθών θα προκαλέσει την εκροή κεφαλαίου από αυτή την βιομηχανία. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση των τιμών σε μια βιομηχανία θα οδηγήσει σε μικρή μείωση των τιμών των εμπορευμάτων που παράγονται σε όλες τις άλλες βιομηχανίες καθώς θα υπάρξει εκροή κεφαλαίου από την βιομηχανία που αύξησε τους μισθούς και εισροή του σε όλες τις άλλες βιομηχανίες που δεν έπραξαν αντίστοιχα. Συνεπώς, και σε αυτή την περίπτωση, δεν θα υπάρξει γενική αύξηση τιμών.

Το ίδιο ισχύει και σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι γνωστό ότι οι μισθοί στην Ασία, εκτός της Ιαπωνίας, δεν είναι παρά ένα ελάχιστο ποσοστό των μισθών στις ΗΠΑ, την δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία. Γι’ αυτό, τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια ροή κεφαλαίων από τις ΗΠΑ και την δυτική Ευρώπη προς την Ασία. Πριν την τρέχουσα κρίση, η βιομηχανία αναπτύχθηκε με φρενήρεις ρυθμούς σε πολλές ασιατικές χώρες, ενώ η επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ και στην δυτική Ευρώπη ήταν ελάχιστη, όπου η τάση εδώ και μια γενιά, είναι προς την «εκβιομηχάνιση» (8)

Αυτές οι ακραίες διαφορές στους μισθούς, αδιανόητες την εποχή του Μαρξ, επιτρέπουν στους βιομήχανους κεφαλαιοκράτες που λειτουργούν τις επιχειρήσεις τους στην Ασία να χρεώνουν σημαντικά χαμηλότερες τιμές και παρόλα αυτά να υλοποιούν το συνολικό μέσο ποσοστό κέρδους διεθνώς.

Ωστόσο, αυτές οι χαμηλότερες τιμές αντισταθμίζονται από την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων που εξακολουθούν να παράγονται στις ΗΠΑ, στη δυτική Ευρώπη και στην Ιαπωνία—κατά κανόνα, τα εμπορεύματα που ακόμη παράγονται στις ιμπεριαλιστικές χώρες παράγονται από βιομηχανίες με πολύ υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Οπότε, και πάλι, αν κοιτάξουμε το σύνολο της παγκόσμιας αγοράς, το γενικό επίπεδο τιμών παραμένει ανεπηρέαστο.

Ο μόνος τρόπος να επηρεαστεί το γενικό επίπεδο τιμών από μεταβολές στους μισθούς είναι οι μεταβολές αυτές να επηρεάσουν την «τιμή» του εμπορεύματος που χρησιμεύει ως χρήμα. Όπως έχω εξηγήσει και σε παλιότερες αναρτήσεις, η «τιμή» του χρηματικού εμπορεύματος είναι απλώς όλοι οι κατάλογοι τιμών αν διαβαστούν αντίστροφα.

Για παράδειγμα,  αν οι μισθοί αυξάνονταν σε όλες τις χώρες και η μέση οργανική σύνθεση κεφαλαίου στην βιομηχανία εξόρυξης και επεξεργασίας χρυσού ήταν χαμηλότερη από το διεθνές βιομηχανικό μέσο όρο, η «τιμή» του χρηματικού εμπορεύματος— οι κατάλογοι τιμών αν διαβαστούν αντίστροφα —θα αυξανόταν. Ή αντίστοιχα, η αύξηση στους μισθούς  στην βιομηχανία χρυσού στην πραγματικότητα θα είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του γενικού επιπέδου τιμών παγκοσμίως, αν υποθέσουμε ότι οι αξίες χρυσού των νομισμάτων παρέμεναν αμετάβλητες.

Πώς το απαρτχάιντ βοήθησε τον «ελεύθερο κόσμο» να νικήσει τον Ψυχρό Πόλεμο  

Ως προς αυτό το θέμα, θα ήθελα να εξετάσω την επίδραση των τεχνητά χαμηλών μισθών στην βιομηχανία εξόρυξης χρυσού στις διεθνείς τιμές  εμπορευμάτων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπό το κυρίαρχο τότε διεθνές νομισματικό σύστημα Bretton Woods—το οποίο κατέρρευσε μεταξύ 1968 και 1971—τα νομίσματα, σε αντίθεση με αυτό που ισχύει σήμερα, ήταν λίγο πολύ σταθερά έναντι του χρυσού. Η Νότια Αφρική, που εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό το ρατσιστικό καθεστώς απαρτχάιντ, ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός χρυσού παγκοσμίως.

Υπό το καθεστώς του απαρτχάιντ, η κανονική συνδικαλιστική δραστηριότητα ήταν αδύνατη για τους Αφρικανούς εργάτες που δούλευαν στην εξόρυξη και επεξεργασία του χρυσού. (9) Αν υποθέσουμε ότι ο χρυσός πουλιόταν στην «τιμή» παραγωγής του, αυτό θα σήμαινε ότι το ποσοστό κέρδους στην βιομηχανία χρυσού θα ήταν αρκετά υψηλότερο του μέσου ποσοστού που επικρατούσε στην παγκόσμια αγορά.

Καθώς η ανάπτυξη στην μετα –κρισιακή, μεταπολεμική περίοδο οδηγούσε σταδιακά σε αύξηση των τιμών στην παγκόσμια αγορά, το ποσοστό κέρδους άρχισε να μειώνεται στην νοτιοαφρικανική βιομηχανία χρυσού. Όμως, δεδομένου ότι το ποσοστό κέρδους ήταν αφύσικα υψηλό στην βιομηχανία αυτή εξαιτίας των ακραία χαμηλών μισθών υπό το καθεστώς του απαρτχάιντ, πέρασε πολύ καιρός μέχρι το ποσοστό κέρδους να πέσει στο σημείο όπου άρχισε να μειώνεται η παραγωγή χρυσού.

Πράγματι, η παραγωγή χρυσού δεν άρχισε να εξισορροπεί παρά στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και δεν άρχισε να μειώνεται πριν από το 1971. (10) Επομένως, οι ακραία χαμηλοί μισθοί των Αφρικανών εργατών στα ορυχεία χρυσού  που κατέστησε εφικτούς το απαρτχάιντ, σε συνδυασμό με την υποτίμηση του δολαρίου έναντι του χρυσού από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Ρούζβελτ το 1933-34, εξηγούν γιατί οι τιμές των δολαρίων στις ΗΠΑ και παγκοσμίως ήταν τόσο υψηλότερες κατά την μεταπολεμική περίοδο απ’ ότι  στα χρόνια πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- αν και με όρους δολαρίων ήταν πολύ χαμηλότερες από τις τιμές που ισχύουν σήμερα.

Οι υψηλότεροι μισθοί επομένως δεν είχαν καμία σχέση απολύτως με το «υψηλό κόστος διαβίωσης», αν και το υψηλότερο  κόστος διαβίωσης  όντως οδήγησε σε υψηλότερους μισθούς ως αντίδραση στην άνοδο του κόστους διαβίωσης. Πράγματι, αν οι χρηματικοί μισθοί δεν είχαν αυξηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πραγματικοί μισθοί θα έπεφταν σε επίπεδα πείνας ή ακόμη και κάτω από το βιολογικά οριζόμενο ελάχιστο μισθό.

Το υψηλό επίπεδο παραγωγής χρυσού που επικράτησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο  Πόλεμο και η επακόλουθη επέκταση της παγκόσμιας αγοράς που κατέστη δυνατή χάρη στον παραγόμενο χρυσό, σήμαιναν ότι οι βιομηχανικοί κύκλοι αμέσως μετά τον πόλεμο ήταν σε ανοδική φάση. Και όπως κατέδειξα σε προηγούμενες αναρτήσεις, μια από τις επιδράσεις των ανοδικών φάσεων είναι η άνοδος του γενικού επιπέδου τιμών των εμπορευμάτων. Επομένως, οι υψηλότεροι χρηματικοί μισθοί ήταν επακόλουθο, όχι αιτία της ανόδου του κόστους διαβίωσης.

Αντιθέτως, οι ακραία χαμηλοί μισθοί των Νοτιοαφρικανών  εργατών στα ορυχεία χρυσού όντως συνέβαλαν στα υψηλά και αυξανόμενα επίπεδα τιμών  που επικράτησαν υπό το μεταπολεμικό διεθνές νομισματικό σύστημα  Bretton Woods.

Τι είναι αυτό που πραγματικά προκαλεί τον πληθωρισμό;   

Ο Ρικάρντο και ο Μαρξ απέδειξαν επιστημονικά  ότι οι αύξηση στους μισθούς, είτε εννοούμε του χρηματικούς είτε τους πραγματικούς μισθούς, δεν  προκαλεί πληθωρισμό. Η επίδραση των υψηλότερων μισθών, αν όλα τα υπόλοιπα παραμείνουν ίσα, είναι να  μειώσει το ποσοστό κέρδους. Αν η αύξηση στους χρηματικούς μισθούς δεν προκαλεί πληθωρισμός, τότε τι τον προκαλεί; Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν μια γενική αύξηση στις τιμές των εμπορευμάτων.

Αυξήσεις τιμών που οφείλονται στην οικονομική ανάπτυξη

Καταρχάς, όπως έχω εξηγήσει στην σειρά αναρτήσεων μου σχετικά με τον «ιδανικό» βιομηχανικό κύκλο, κατά την ανοδική φάση του βιομηχανικού κύκλου η ζήτηση για εμπορεύματα  στα υπάρχοντα επίπεδα τιμών τείνει να υπερβαίνει την προσφορά. Επομένως, οι τιμές πρέπει να ανέλθουν ώστε η προσφορά και η ζήτηση να εξισορροπήσουν και πάλι.

Ωστόσο, αυτά τα υψηλότερα επίπεδα τιμών είναι μόνο προσωρινά. Μόλις ο βιομηχανικός κύκλος αρχίσει την πτωτική του πορεία, η προσφορά θα υπερβεί την ζήτηση στα υπάρχοντα επίπεδα τιμών. Οι τιμές πάλι πέφτουν στην αξία τους και κάτω από την αξία τους. Πράγματι, μια από τις κύριες λειτουργίες της κρίσης, είναι να διατηρεί μακροπρόθεσμα τις τιμές αγοράς ευθυγραμμισμένες με τις αξίες. Επομένως, οι εναλλαγές φάσης του βιομηχανικού κύκλου δεν μπορούν να εξηγήσουν  την σχεδόν ακατάπαυστη άνοδο τιμών  την οποία βλέπουμε από  1933 και μετά. Το πολύ- πολύ, η οικονομική ανάπτυξη εν μέρει μόνο εξηγεί την άνοδο των τιμών μεταξύ  1945 και 1968, όταν στους  βιομηχανικούς κύκλους κυριαρχούσε η ανοδική φάση.

Αυξήσεις τιμών που οφείλονται στην πτώση της αξίας του χρήματος

Οι τιμές των εμπορευμάτων συνολικά θα αυξηθούν αν η αξία του χρηματικού εμπορεύματος πέσει σε σχέση με τα την αξία των άλλων εμπορευμάτων. Για παράδειγμα, όταν ανακαλύφθηκαν οι ποσότητες χρυσού και αργύρου στην Αμερική κατά τον 16ο αιώνα,  το άνοιγμα αυτών των νέων πλούσιων  ορυχείων οδήγησε σε μείωση της αξίας του χρυσού και του αργύρου σε σχέση με τα περισσότερα άλλα εμπορεύματα. Αυτό προκάλεσε την αύξηση των τιμών που μετριούνταν με βάση αυτά τα πολύτιμα μέταλλα.

Αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε πάλι μετά την ανακάλυψη χρυσού στην Καλιφόρνια και στην Αυστραλία μεταξύ  1848 και 1851. Η πτωτική τάση στις τιμές που ίσχυε προηγουμένως αντιστράφηκε και οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται μέχρι το  1873. Η εισαγωγή της επεξεργασίας χρυσού  με υδροκυάνιο —που καθιστά δυνατή την εξαγωγή χρυσού από πολύ φτωχά μεταλλεύματα— κατά την δεκαετία του  1890, σε συνδυασμό με την ανακάλυψη πλούσιων νέων κοιτασμάτων χρυσού στην Αλάσκα και το Γιούκον, μείωσαν σημαντικά την αξία του χρυσού. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια σημαντική αύξηση των τιμών των παγκόσμιων εμπορευμάτων, που ξεκίνησε 1896 και συνεχίστηκε μέχρι το 1913.

Αυξήσεις τιμών που οφείλονται σε πολέμους

Οι πόλεμοι, ιδιαίτερα οι παγκόσμιοι πόλεμοι που περικόπτουν την παραγωγή εμπορευμάτων που προορίζονται για τους πολίτες, είτε αυτά είναι είδη προσωπικής κατανάλωσης είτε κεφαλαιουχικά αγαθά,  οδηγούν σε οξύτατες αυξήσεις στις τιμές. Αυτό παρατηρήθηκε, για παράδειγμα, στην διάρκεια του παγκόσμιου πολέμου που ακολούθησε την Γαλλική Επανάσταση  του 1789-93, καθώς και στον Α΄ και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ωστόσο, άμα τη λήξει του πολέμου, επανέρχονται τα κανονικά μοτίβα παραγωγής που αρμόζουν σε «ειρηνικές περιόδους» και οι τιμές που αυξήθηκαν εξαιτίας του πολέμου, αν όλα  τα άλλα παραμείνουν ίσα, πέφτουν απότομα. Αυτό παρατηρήθηκε την εποχή του Ρικάρντο μετά την λήξη του παγκόσμιου πολέμου που ακολούθησε την Γαλλική Επανάσταση και πάλι μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αυξήσεις τιμών που οφείλονται στη νομισματική υποτίμηση

Οι ονομαστικές τιμές, σε αντίθεση με τις τιμές που ορίζονται με βάση στάνταρ ποσότητας χρυσού (ή αργύρου, στο παρελθόν), θα αυξηθούν, εάν μειωθεί η ποσότητα πολύτιμου μετάλλου που αντιπροσωπεύει η νομισματική μονάδα. (11) Κατά το παρελθόν, οι κυβερνήσεις συχνά μείωναν την ποσότητα χρυσού ή αργύρου στην οποία αντιστοιχούσε το νόμισμα. Ή μπορούν απλώς  να ορίσουν την νομισματική μονάδα —την λίρα στερλίνα, για παράδειγμα— ως  μικρότερη ποσότητα του πολύτιμου μετάλλου. Αυτή ήταν συνήθης πρακτική την εποχή του μερκαντιλισμού.

Σήμερα, η άνοδος της «τιμής του χρυσού» με βάση ένα δεδομένο νόμισμα πετυχαίνει το ίδιο πράγμα, όπως εξήγησα στις αναρτήσεις σχετικά με το χρήμα.  Για παράδειγμα, η υποτίμηση του αμερικανικού δολαρίου κατά 40% μεταξύ  1933 και 1934 ξεκίνησε μια μακρά περίοδο ανόδου των τιμών στις ΗΠΑ.

Μια πολύ πιο βίαιη διαδικασία πληθωρισμού έλαβε χώρα την δεκαετία του 1970, όταν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ακολουθώντας την συμβουλή των Κευνσιανών οικονομολόγων, αρνήθηκε να περικόψει το ποσοστό αύξησης του κερματικού νομίσματος εν όψει της μειούμενης παραγωγής χρυσού.  Τελικά, η μάταια προσπάθεια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να διατηρήσει την καπιταλιστική ευημερία των πρώτων χρόνων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο  — η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ  επιχειρούσε να υπερβεί την παγκόσμια «έλλειψη» χρυσού υποκαθιστώντας το κερματικό νόμισμα αντί του χρυσού— οδήγησε στο να χάσει το αμερικανικό δολάριο  γύρω στο 90 % της αξίας χρυσού μέσα σε μια δεκαετία.

Προειδοποίηση για καταιγίδα πληθωρισμού

«Ξαφνικά φαίνεται όλοι να μιλούν για τον πληθωρισμό», έγραφε ο νομπελίστας Κευνσιανός οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν στις 28 Μαΐου 2009, σε άρθρο γνώμης στους New York Times. «Τα αυστηρά άρθρα γνώμης προειδοποιούν ότι ο υπερπληθωρισμός είναι προ των πυλών», επεσήμανε.

Ο Κρούγκμαν, ως τυπικός Κευνσιανός οικονομολόγος, δεν διαβλέπει ιδιαίτερο κίνδυνο πληθωρισμού. «Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε», γράφει, «ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ασκούνται πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία επί του παρόντος».

Και γιατί εξάγει ο νομπελίστας οπαδός του Κέυνς αυτό το καθησυχαστικό συμπέρασμα; Καταρχάς, σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, «οι καταναλωτικές τιμές είναι χαμηλότερες τώρα σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν» και δεύτερον, «οι αυξήσεις στους μισθούς έχουν παγώσει εν όψει της υψηλής ανεργίας. Ο αποπληθωρισμός, κι όχι ο πληθωρισμός είναι ο ορατός, τρέχων κίνδυνος», συμπεραίνει.

Ας εξετάσουμε την επιχειρηματολογία του Κρούγκμαν.  Το πρώτο του επιχείρημα είναι ότι με βάση τα επίσημα κυβερνητικά στοιχεία, το κόστος διαβίωσης μειώθηκε ελαφρώς κατά τον τελευταίο χρόνο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην δυτική Ευρώπη.

Ωστόσο, αν σκεφτεί κανείς ότι κατά τον τελευταίο χρόνο ξέσπασε η πιο βίαιη παγκόσμια κρίση υπερπαραγωγής από την δεκαετία του 1930 και μετά, τόσο ως προς την βιομηχανική παραγωγή όσο και ως προς το παγκόσμιο εμπόριο, το ερώτημα θα έπρεπε αμέσως να ανασκευαστεί. Γιατί το κόστος διαβίωσης  —που σε μεγάλο βαθμό αντανακλά την πτώση στα κόστη καυσίμων— μειώθηκε  μόνο ελαφρώς με βάση τα επίσημα κυβερνητικά στοιχεία εν όψει της άγριας πτώσης της παγκόσμιας οικονομίας;

Την περίοδο πριν την κρίση, μια πολύ πιο ήπια ύφεση θα είχε οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερη πτώση του κόστους διαβίωσης. Το χαμηλότερο κόστος διαβίωσης θα αντιστάθμιζε σε κάποιο βαθμό τις μειωμένες ώρες απασχόλησης και τις περικοπές στους χρηματικούς μισθούς που συμβαίνουν κατά την πτωτική φάση του βιομηχανικού κύκλου. Στην ανάρτηση της προηγούμενης βδομάδας, κατέδειξα πώς ταραζόταν ο Κέυνς από την τάση των πτωτικών τιμών να εξουδετερώνουν τις περικοπές στους χρηματικούς μισθούς  κατά την διάρκεια της κρίσης.

Αλλά ακόμη κι αν το κόστος διαβίωσης είχε σημειώσει σημαντική πτώση στην παρούσα κρίση—πράγμα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει —αυτό δεν μας λέει τίποτα για το τι πρόκειται να συμβεί στο κόστος διαβίωσης τα επόμενα χρόνια.

Δεύτερον, και αυτό είναι το κύριο επιχείρημα του Κρούγκμαν, «οι αυξήσεις στους μισθούς έχουν παγώσει εν όψει της υψηλής ανεργίας». Ασφαλώς, ο Κρούγκμαν έχει δίκιο λέγοντας ότι οι αυξήσεις στους μισθούς έχουν παγώσει. Μάλιστα και λίγα λέει. Οι αυξήσεις στους μισθούς έχουν όχι απλώς παγώσει, αλλά ανεβαίνει ολοένα ένα κύμα  περικοπών στους μισθούς εν όψει της μαζικής ανεργίας που προκαλεί η κρίση.

Σε αντίθεση με τις κρίσεις πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο, αυτές οι περικοπές στους μισθούς δεν αντισταθμίζονται παρά ανεπαίσθητα από μια πτώση του κόστους διαβίωσης.  Ως οπαδός του Κέυνς, κι όχι του Ρικάρντο ή του Μαρξ, ο Κρούγκμαν πιστεύει ότι  οι αλλαγές στους μισθούς προκαλούν αλλαγές στις τιμές. Αν ο Κέυνς είχε δίκιο, δεν θα υπήρχε ιδιαίτερος κίνδυνος πληθωρισμού αυτή την στιγμή. Πράγματι, ο πληθωρισμός δεν θα αποτελούσε καθόλου απειλή μέχρι να επιστρέψει η οικονομία σε επίπεδα «πλήρους απασχόλησης», πράγμα που μάλλον απέχει πολλά χρόνια αν προκύψει ποτέ ξανά στο καπιταλιστικό σύστημα. Αν όμως έχουν δίκιο ο Ρικάρντο και ο Μαρξ, οι αλλαγές στους μισθούς δεν μας λένε απολύτως τίποτα για την πιθανή μελλοντική τάση των τιμών.  

Κι ωστόσο, παρά τα όσα ισχυρίζεται ο Κρούγκμαν, υπάρχουν σημάδια ότι οι τιμές θα αυξηθούν σύντομα και μάλιστα απότομα, αν δεν αυξάνονται ήδη. Για παράδειγμα, η τιμή του πετρελαίου έχει ανέλθει από  $33.87 το βαρέλι στις 19 Δεκεμβρίου, 2008, σε $68.58 την 1η Ιουνίου, 2009. Με΄σα σε λιγότερους από έξι μήνες, η τιμή του πιο σημαντικού βιομηχανικού εμπορεύματος υπερδιπλασιάστηκε! Κι αυτό ενώ σοβεί η βαθιά κρίση στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή και το διεθνές εμπόριο.

Είναι αλήθεια ότι οι τιμές του πετρελαίου εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες από τα επίπεδα των άνω των $100 το βαρέλι που επικράτησαν το προηγούμενο καλοκαίρι, πριν από τον πανικό του προηγούμενου φθινοπώρου. Αν όμως συνεχιστεί η ανοδική τάση στις τιμές του πετρελαίου, στις αρχές του επόμενου χειμώνα  του Βόρειου Ημισφαιρίου θα έχουν επανέλθει στα επίπεδα του προηγούμενου καλοκαιριού.

Να θυμίσουμε ότι πέρσι το καλοκαίρι υπήρχαν ανησυχίες για την επίδραση που θα είχε το δριμύ κρύο του χειμώνα, καθώς οι άνθρωποι δεν θα είχαν αρκετά λεφτά να αγοράσουν τα καύσιμα για την θέρμανση στα σπίτια τους, αν οι τιμές του πετρελαίου που επικρατούσαν κατά τους θερινούς μήνες επέμεναν και κατά την χειμερινή περίοδο. Ο πανικός και η επακόλουθη κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου μετρίασαν αυτήν την κατάσταση, όμως με κόστος μια τερατώδη αύξηση της ανεργίας.

Όμως ποια θα είναι η κατάσταση αυτόν τον χειμώνα; Μήπως τα διψήφια νούμερα ανεργίας που προκάλεσε η κρίση και το επακόλουθο κραχ συνδυαστούν με απρόσιτες τιμές καυσίμων τον επόμενο χειμώνα; Με τις τιμές των τροφίμων τι θα γίνει; Αν δεν ελέγξει κάτι την τρέχουσα αύξηση των τιμών του πετρελαίου, πολλοί άνθρωποι θα τουρτουρίζουν στα παγωμένα σπίτια τους και θα αναπολούν με νοσταλγία τον χειμώνα του 2008-09 σαν τον παλιό καλό καιρό.

Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο που συσκοτίζει αυτές τις κινήσεις των τιμών. Από τον προηγούμενο Αύγουστο— αμέσως πριν να φουντώσει ο πανικός— σύμφωνα με τα στοιχεία  που δημοσιεύονται δύο φορές την εβδομάδα  στην ιστοσελίδα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σεντ Λούις , η νομισματική βάση των ΗΠΑ  —το κερματικό νόμισμα σε δολάρια— έχει υπερδιπλασιαστεί. Και όπως εξήγησα στο τμήμα που αφορά το κερματικό νόμισμα, ο διπλασιασμός του κερματικού νομίσματος— αν όλα τα άλλα παραμείνουν ίσα— θα επιφέρει τον διπλασιασμό του γενικού επιπέδου των τιμών.

Φυσικά όλα τα άλλα δεν παραμένουν ποτέ ίσα στον πραγματικό κόσμο. Παρόλα αυτά, η θεωρία του Μαρξ για το κερματικό νόμισμα, η ιστορική εμπειρία και η τρέχουσα κίνηση των τιμών των πρωταρχικών εμπορευμάτων  όπως η τιμή του πετρελαίου, όλα συγκλίνουν προς μια μεγάλη αύξηση  των τιμών. (12) Μόνο οπαδοί του Κέυνς, όπως ο Κρούγκμαν, οι οποίοι κολλάνε σε μια θεωρία που έχει διαψευστεί ήδη από την εποχή του Ρικάρντο ότι δήθεν οι αλλαγές στους χρηματικούς μισθούς είναι αυτές που προκαλούν  τις αλλαγές στις τιμές, δεν θορυβούνται από την επερχόμενη δραστική αύξηση του κόστους διαβίωσης.

Πώς να αντιδράσουμε και πώς να μην αντιδράσουμε στη νομισματική υποτίμηση — δύο παραδείγματα από την ιστορία

Σχεδόν αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του το 1933, στο ναδίρ της Μεγάλου Κραχ, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ άρχισε να πειράζει το αμερικανικό νομισματικό σύστημα.  Διέταξε τον Οργανισμό Χρηματοδότησης για την Ανασυγκρότηση (RFC)  να αρχίσει να αγοράζει χρυσό στην ανοιχτή αγορά σε όλο και υψηλότερες τιμές. Την διετία  1933 – 1934, η κυβέρνηση Ρούζβελτ ώθησε προς τα πάνω την τιμή σε δολάρια του χρυσού από $20.67 που είχε επικρατήσει από το 1879 σε $35. Αυτό ισοδυναμούσε με μια υποτίμηση του δολαρίου έναντι του χρυσού της τάξεως του 40%.

Αυτή ήταν μια κίνηση του Νιου Ντηλ με σκοπό να αυξήσει τις τιμές σε δολάρια, δήθεν για να βοηθήσει τους χρεωμένους αγρότες οι οποίοι αντιπροσώπευαν σημαντικό ποσοστό της βάσης του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι τιμές άρχισαν να εκτινάσσονται και η βιομηχανική παραγωγή επίσης άρχισε να αυξάνεται ραγδαία καθώς οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες αλλά και οι κεφαλαιοκράτες του εμπορίου  άρχισαν να αγοράζουν εμπορεύματα  με την προσδοκία ότι οι τιμές τους σύντομα θα αυξηθούν. (13) Αυτή η «προσδοκία» από την πλευρά των καπιταλιστών —αρκετά ορθολογική αν λάβουμε υπόψη την σκόπιμη μείωση της αξίας σε χρυσό του νομίσματος από τον Ρούζβελτ  —σύντομα έγινε πραγματικότητα και οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν απότομα.

Οι Αμερικανοί εργάτες , που οι μισθοί τους είχαν ήδη χτυπηθεί τα πρώτα τριάμιση χρόνια της Κρίσης, απάντησαν με ένα κύμα απεργιών απαιτώντας αναγνώριση των συνδικάτων και αυξήσεις στους μισθούς για να αντισταθμίσουν τον πληθωρισμό που προκάλεσε η σκόπιμη υποτίμηση του δολαρίου από τον Ρούζβελτ. Μέσα σε λίγα χρόνια, η βασική βιομηχανία για πρώτη φορά στην ιστορία των ΗΠΑ οργανώθηκε σε βιομηχανικά συνδικάτα και έτσι γεννήθηκε η  CIO. (14)

Η αύξηση των μισθών εξουδετέρωσε τις επιδράσεις της πτώσης της αξίας του δολαρίου στο βιοτικό επίπεδο των Αμερικανών εργατών. Είναι πιθανόν ο Ρούζβελτ να σταμάτησε την υποτίμηση  του δολαρίου το 1934 εξαιτίας της αντίστασης με την μορφή απεργιών και της συνδικαλιστικής οργανωτικής ορμής που προκαλούσε η υποτίμηση. Επομένως, έμμεσα, η πίεση για υψηλότερους χρηματικούς μισθούς από τους εργάτες μπορεί στην πραγματικότητα να ανέκοψε περαιτέρω πληθωρισμό  εκείνη την εποχή.

Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό που συνέβη την δεκαετία του  1970. Το διάστημα μεταξύ  1968-71, η αμερικανική κυβέρνηση έσπασε την υπόσχεσή της να διατηρήσει το δολάριο στο  1/35 μιας ουγγιάς χρυσού, και η τιμή του χρυσού απογειώθηκε. Ανήλθε από $35 η ουγγιά το 1970 στο μέγιστο  $875  κάποια στιγμή μέσα στον χειμώνα του 1980. Σε αμερικανικά δολάρια, η τιμή του χρυσού δεν ξανάπεσε ποτέ κάτω από  $250.

Όπως ανέφερα την προηγούμενη βδομάδα, τα συνδικάτα της  AFL-CIO, ακούγοντας Κευνσιανούς οικονομολόγους όπως ο Κρούγκμαν, εφάρμοσαν περικοπή μισθών. (15) Ως αποτέλεσμα, σε αντίθεση με αυτό που ακολούθησε μετά το 1933, οι πραγματικοί μισθοί των εργατών καταποντίστηκαν. Και σε κατάφωρη αντίθεση με την οριακή ανάλυση του Κέυνς για την απασχόληση, εκτινάχτηκε επίσης και το ποσοστό ανεργίας.  Αφού τα συνδικάτα απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό στον πρωταρχικό τους ρόλο να υπερασπιστούν το βιοτικό επίπεδο των μελών τους, προοδευτικά απαξιώθηκαν. Αντί να αρχίσουν νέες εκστρατείες που να στοχεύουν στην εγγραφή νέων μελών και στην αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας  —πλην ελαχίστων εξαιρέσεων—όπως έκαναν κατά την δεκαετία του  1930, τα συνδικάτα σήμαναν υποχώρηση σε όλους τους τομείς.

Όλα δείχνουν ότι στο άμεσο μέλλον, το κόστος διαβίωσης σε δολάρια και άλλα παραστατικά νομισματα θα αρχίσει να αυξάνεται αλματωδώς.  Είναι επίσης πιθανό οι βιομηχανικοί κεφαλαιοκράτες και οι κεφαλαιοκράτες του εμπορίου  να αντιδράσουν όπως το1933 και να προβούν σε ένα αγοραστικό όργιο  προκειμένου να «χτυπήσουν» περαιτέρω αύξηση των τιμών, προκαλώντας έτσι ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των τιμών. Όμως αυτό θα προκαλούσε επίσης αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής και της οικονομικής δραστηριότητας εν γένει, που για κάποιο διάστημα λιγότερο ή περισσότερο θα ανέκοπτε το μαζικό κύμα απολύσεων και μπορεί μάλιστα να αύξανε την ζήτηση για το εμπόρευμα της εργατικής δύναμης. Αυτό θα δημιουργούσε μια ευκαιρία για τα συνδικάτα να περάσουν στην αντεπίθεση.

Αν οι εργάτες και τα συνδικάτα σε όλο τον κόσμο αντιδρούσαν σε μια τέτοια περίσταση όπως αντέδρασαν οι Αμερικανοί εργάτες  το 1933-34, ίσως να αρχίζαμε να βλέπουμε μια αναζωπύρωση των συνδικάτων και κατ’ επέκταση του εργατικού κινήματος.  Μια τέτοια αναζωπύρωση θα σήμαινε ότι οι εργάτες θα ήταν σε πολύ καλύτερη θέση ώστε να αντιμετωπίσουν ό, τι μπορεί να φέρει το επόμενο διάστημα.

Ωστόσο, οι Κευνσιανοί οικονομολόγοι όπως ο Κρούγκμαν  θα επιμείνουν τα συνδικάτα να εφαρμόσουν περικοπές μισθών. (16) Θα ισχυριστούν ότι ο πληθωρισμός  δεν αποτελεί κίνδυνο μόνο όμως με την προϋπόθεση οι εργάτες να εφαρμόσουν περικοπή μισθών. Όταν ο πληθωρισμός επέλθει ούτως ή άλλως, οι Κευνσιανοί θα ισχυριστούν ότι οποιαδήποτε αύξηση στους χρηματικούς μισθούς που απλώς αντανακλά την εκτόξευση του κόστους διαβίωσης είναι η αιτία του πληθωρισμού.  Θα εκφράσουν την σθεναρή τους αντίθεση σε οποιαδήποτε απόπειρα από την πλευρά των εργατών να ανεβάσουν τους χρηματικούς μισθούς ώστε να προστατεύσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Οι Κευνσιανοί θα εξηγήσουν ότι αυτή η περικοπή μισθών θα σταματήσει τον πληθωρισμό και θα δώσει την δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ—και σε άλλες κεντρικές τράπεζες  —να συνεχίσουν μια «επεκτατική πολιτική» με την οποία εννοούν  την δημιουργία ακόμη περισσότερου κερματικού νομίσματος που θα καταστήσει δυνατή την χρηματοδότηση των τεράστιων κυβερνητικών ελλειμμάτων, η οποία σύμφωνα με τους Κευνσιανούς,  είναι η μόνη ελπίδα για οικονομική ανάκαμψη για πολλά επόμενα χρόνια. (17)

Αν ακούσουν την συμβουλή των Κευνσιανών οικονομολόγων, τα συνδικάτα θα αποδυναμωθούν ακόμη περισσότερο αν δεν καταρρεύσουν τελείως,  και θα στρωθεί έτσι ο δρόμος για μια νέα έντονη στροφή προς τα δεξιά στην παγκόσμια πολιτική, όπως ακριβώς συνέβη τις δεκαετίες του  1970 και 1980. Αντίθετα από ότι ισχυρίζονται οι Κευνσιανοί οικονομολόγοι, μια ανάκαμψη που θα οικοδομείται πάνω στην εκτίναξη της ποσότητας του κερματικού νομίσματος—σε αντίθεση με την αύξηση της ποσότητας του  παραστατικού χρήματος—θα είναι πολύ βραχυπρόθεσμη και θα οδηγήσει μόνο για λίγο στην μείωση της ανεργίας. Μόλις ο πληθωρισμός εκτοξευτεί «αναπάντεχα», θα πλασαριστούν οι ιδέες του Μίλτον Φρίντμαν και ολόκληρο το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, αυτή την φορά όμως σε πιο ακραία μορφή.

Συμβαίνει ήδη! Στην Καλιφόρνια, την πιο πυκνοκατοικημένη, δυναμική και πλούσια πολιτεία των ΗΠΑ, ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης μόλις πρότεινε οι δομές πρόνοιας να καταργηθούν πλήρως καθώς και να γίνουν βαθιές περικοπές στην εκπαίδευση μεταξύ άλλων.  Οι Δημοκρατικοί πιθανότατα θα προτείνουν «μόνο» σημαντικές περικοπές αντί για την πλήρη κατάργηση του κράτους πρόνοιας. Όλα αυτά σε μια περίοδο που η ανεργία στην πολιτεία έχει σκαρφαλώσει σε διψήφια νούμερα, σύμφωνα με  επίσημες κυβερνητικές αναφορές. Το ξήλωμα του κράτους πρόνοιας  θα κάνει τους άνεργους εργάτες που θα αντιμετωπίζουν το αναπόφευκτο τέλος των επιδομάτων ανεργίας  —αν λαμβάνουν καν καταρχήν —απεγνωσμένους κι έτοιμους να δεχτούν δουλειά με σχεδόν οποιοδήποτε μισθό για να μην λιμοκτονήσουν. Αν αυτό συνδυαστεί με ένα νέο κύμα πληθωρισμού, όπως δείχνου όλοι οι δείκτες, η επίπτωση στους πραγματικούς μισθούς θα είναι ολέθρια .

Γι’ αυτό δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό που εξέφρασαν ορισμένοι της αριστερής πτέρυγας για την αναβίωση των Κευνσιανών ιδεών.  Οι ιδέες αυτές στην πραγματικότητα ανέκαθεν υπήρξαν καταστρεπτικές για τα συνδικάτα και το εργατικό κίνημα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την δεκαετία του  1970. Για να είμαστε δίκαιοι με τον Κέυνς, δεν προσποιήθηκε ποτέ ότι είναι φίλος του εργατικού κινήματος. Όμως με τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, οι ιδέες του Κευνσιανισμού θα είναι καταστροφικές  αν βρουν απήχηση στους εργάτες και τα συνδικάτα τους.

Την επόμενη βδομάδα, θα εξετάσω τις θεωρίες του Κέυνς για το χρήμα, το κέρδος και τα επιτόκια.

———-

1 Δεν χρησιμοποιείται κάθε μορφή εργατικής δύναμης  που πουλάνε οι εργάτες για την παραγωγή υπεραξίας. Για παράδειγμα,. Η εργατική δύναμη της οικιακής υπηρεσίας ή των εργατών που βοηθούν τους κεφαλαιοκράτες εμπόρους να εκτελέσουν συναλλαγές που σχετίζονται καθαρά με τίτλους ιδιοκτησίας δεν παράγει αξία ή υπεραξία.  Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εργατική δύναμη εξακολουθεί να είναι ένα εμπόρευμα με ορισμένη αξία και ανταλλακτική αξία, όμως η αξία χρήσης του για τον αγοραστή είναι κάτι διαφορετικό από την παραγωγή υπεραξίας. Ο ορισμός του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη είναι ο κεφαλαιοκράτης που αγοράζει εργατική δύναμη με τον συγκεκριμένο σκοπό  να αποκτήσει υπεραξία πέρα και πάνω από την αξία της αγορασθείσας εργατικής δύναμης.

2 Τον 19ο αιώνα, κάποιοι από τους καλύτερα αμειβόμενους Άγγλους εργάτες πληρώνονταν κατευθείαν σε χρυσές λίρες. Γενικά όμως, οι εργάτες πληρώνονται με μονάδες που αντιπροσωπεύουν το χρυσό, όπως κερματικά νομίσματα που φτιάχνονται από μέταλλα βάσης,  χαρτονομίσματα και πιστωτικό χρήμα με την μορφή επιταγών που είναι εξαργυρώσιμες σε κερματικό νόμισμα.  Το κερματικό αυτό χρήμα αντιπροσωπεύει χρυσό σε κυκλοφορία σύμφωνα με τους νόμους που διέπουν το κερματικό νόμισμα όπως έχω εξετάσει σε παλιότερες αναρτήσεις.

3 Οι πραγματικοί μισθοί δεν μπορούν με την στενή έννοια να συγκριθούν ποσοτικά μεταξύ διαφορετικών χωρών και σε άλλες χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα, τα  εμπορεύματα που ήταν διαθέσιμα για προσωπική κατανάλωση την εποχή του Μαρξ είναι ποιοτικά πολύ διαφορετικά από τα εμπορεύματα  που είναι διαθέσιμα σήμερα. Οι εργάτες την εποχή του Μαρξ—μάλιστα  και οι κεφαλαιοκράτες την εποχή του Μαρξ—δεν μπορούσαν να βρουν στην αγορά πολλά πράγματα που σήμερα τα θεωρούμε δεδομένα , όπως ραδιόφωνα, ηλεκτρικό φωτισμό, τηλεοράσεις και πολλά είδη φαρμάκων,  για να αναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα.

4 Οι εργάτες, είτε είναι άντρες είτε γυναίκες,  που δεν έχουν παιδιά, μπορούν να ζήσουν με πολύ λιγότερα από τους εργάτες που έχουν οικογένεια. Ωστόσο, αν οι μισθοί έπεφταν τόσο χαμηλά που μόνο οι εργάτες που δεν έχουν παιδιά μπορούσαν να ζήσουν με αυτούς τους μισθούς, θα ήταν αδύνατον να βρεθούν αντικαταστάτες για την παλιότερη γενιά εργατών καθώς θα συνταξιοδοτούνταν ή πέθαιναν. Το μέγεθος της εργατικής τάξης θα συρρικνωνόταν με επακόλουθο την έλλειψη  εργατικών χεριών. Η αυξανόμενη  έλλειψη  εργατικών χεριών  θα μετατόπιζε τον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στους αγοραστές του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης και τους πωλητές της ευνοώντας τους δεύτερους.  Αυτό θα προκαλούσε την άνοδο της τιμής της εργατικής δύναμης, του μισθού σε επίπεδα που θα επέτρεπαν και πάλι στους εργάτες να μεγαλώνουν παιδιά και να παράξουν μια νέα γενιά εργατών.

5 Αυτού του τύπου τα επιχειρήματα εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι είναι αδύνατον να προβεί κανείς σε ποσοτικές συγκρίσεις μεταξύ ποιοτικά διαφορετικών αξιών χρήσης.  Ωστόσο, παρά όλους τους νέους τύπους αξιών χρήσης που επινοήθηκαν από την εποχή του Μαρξ μέχρι σήμερα, οι εργάτες εξακολουθούν συχνά να ανησυχούν για το αν θα έχουν να φάνε την επόμενη βδομάδα ή πώς θα καταφέρουν αν πληρώσουν το νοίκι κι αυτόν τον μήνα και να μην μείνουν άστεγοι. Οι εύποροι των προηγούμενων εποχών δεν είχαν τέτοιες έγνοιες.

6 Στις ΗΠΑ, οι αυτοκινητοβιομηχανίες χρησιμοποίησαν την επιρροή τους για να καταστρέψουν σκόπιμα τις δημόσιες συγκοινωνίες όσο ήταν δυνατόν, ώστε να αναγκάσουν τους εργάτες να αγοράσουν τα προϊόντα τους είτε ήθελαν είτε όχι. Αυτό είναι ένα παράδειγμα της περίφημης «ελευθερίας επιλογής» του καπιταλισμού στην πράξη.

7 Διατυπώνεται μερικές φορές η άποψη από ανθρώπους στο συνδικαλιστικό κίνημα και στην αριστερά γενικότερα ότι οι  κεφαλαιοκράτες που παράγουν εμπορεύματα  αποκλειστικά για κατανάλωση από τους εργάτες θα επωφεληθούν από την αύξηση των μισθών λόγω της αυξημένης ζήτησης για τα προϊόντα τους. Εξάγεται τότε το συμπέρασμα ότι αυτοί οι καπιταλιστές είναι σύμμαχοι της εργατικής τάξης, σε αντίθεση με τους καπιταλιστές που παράγουν αγαθά πολυτελείας και κεφαλαιουχικά αγαθά τα οποία καταναλώνει μόνο η τάξη των καπιταλιστών.

Αυτού του είδους τα επιχειρήματα παραβλέπουν την εξίσωση του ποσοστού κέρδους. Είναι πιθανόν μια αύξηση μισθών στην αρχή να αυξήσει το ποσοστό κέρδους ορισμένων καπιταλιστών που παράγουν εμπορεύματα που καταναλώνει αποκλειστικά η εργατική τάξη.  Σε αυτή την περίπτωση, η άνοδος των τιμών και του κύκλου εργασιών θα αντισταθμίσει και με το παραπάνω την άνοδο στα εργατικά κόστη.

Όμως αυτή η επίδραση είναι προσωρινή. Άλλοι καπιταλιστές συρρέουν  για να εκμεταλλευτούν τα υψηλά κέρδη, και σύντομα οι καπιταλιστές που παράγουν είδη κατανάλωσης  που προορίζονται για την εργατική τάξη μόνο αντιμετωπίζουν πολύ αυξημένο ανταγωνισμό, που συμπιέζει προς τα κάτω τα κέρδη τους προς το νέο  χαμηλότατο μέσο ποσοστό  κέρδους. Ενώ αυτή η διαδικασία είναι επωφελής για τους  καταναλωτές εργάτες,  είναι εξαιρετικά επιζήμια για τους καπιταλιστές που παράγουν είδη προς κατανάλωση αποκλειστικά από την εργατική τάξη. Επομένως, οι συνδικαλιστές και οι αριστεροί που αναζητούν συμμάχους στην τάξη των καπιταλιστών που επωφελούνται από την αυξημένη κατανάλωση  της εργατικής τάξης κυνηγάνε χίμαιρες.

8 Στις ΗΠΑ, η μέγιστη ιστορικά απασχόληση των εργατών στην βιομηχανική παραγωγή, σύμφωνα με επίσημα κυβερνητικά στατιστικά στοιχεία, ήταν το  1979, ακριβώς πριν από 30 χρόνια. Η τάση είναι παρόμοια για την Βρετανία και την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, καθώς και για την Ιαπωνία.

9 Σε αυτό το σημείο αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι, αντίθετα από αυτό που «διδάσκουν» τα εισαγωγικά εγχειρίδια  οικονομικών, το χρήμα δεν δημιουργείται από αέρα κοπανιστό από διευθυντές κεντρικών τραπεζών στα ντιζαινάτα κλιματιζόμενα γραφεία τους, αλλά από την εργασία των βιομηχανικών εργατών που δουλεύουν στην βιομηχανία εξόρυξης και επεξεργασίας χρυσού.

10 Εξαιτίας της πρόκλησης που αντιπροσώπευε η Σοβιετική Ένωση και οι σύμμαχοί της για τον καπιταλισμό  μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η επιβίωση του καπιταλισμού σε σημαντικό βαθμό εξαρτιόταν από μια παρατεταμένη μεταπολεμική ανάπτυξη. Η διατήρηση ενός υψηλού και ανοδικού επιπέδου παραγωγής χρυσού για μια παρατεταμένη περίοδο ήταν απολύτως αναγκαία για τα συμφέροντα της «Δύσης» στην διαμάχη της ενάντια στην Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της.  Πράγματι, μόλις η παγκόσμια παραγωγή χρυσού άρχισε να φθίνει την δεκαετία του 1970, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία άρχισε και πάλι να κατακρημνίζεται σε οικονομική κρίση.

Αυτή τάση συνεχίστηκε  ώσπου η παραγωγή χρυσού άρχισε να αυξάνεται και πάλι στις αρχές της δεκαετίας του 1980 για λόγους που θα εξετάσω σε επόμενες αναρτήσεις. Χωρίς αυτή την εκ νέου άνοδο της παραγωγής χρυσού, που κέρδισε χρόνο για τον διεθνή καπιταλισμό —χρόνο τον οποίο δυστυχώς χρησιμοποίησε πολύ αποτελεσματικά  —η περίοδος «μεγάλης ηρεμίας» που κράτησε από το 1983 ως το 2007 θα ήταν δυνατή. Ωστόσο, μετά το 2001, η παγκόσμια παραγωγή χρυσού μπήκε εκ νέου σε συρρίκνωση, καθώς η παραγωγή στα παλιά μειωμένων αποθεμάτων ορυχεία χρυσού της Νότιας Αφρικής έπεσε κατακόρυφα ενώ οι νέες ανακαλύψεις κοιτασμάτων χρυσού ήταν μάλλον ταπεινές. Μέσα σε μόνο εφτά χρόνια από την ιστορικά μέγιστη παγκόσμια παραγωγή  χρυσού, χτύπησε ο πανικός του 2008.

Η ανάγκη του καπιταλισμού να νικήσει στον «Ψυχρό Πόλεμο»  ενάντια στο σοβιετικό μπλοκ  —και σε τελική ανάλυση ενάντια στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της είναι ένας από τους λόγους που οι Δημοκρατικές και οι Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις, τόσο οι φιλελεύθερες όσο  και  οι συντηρητικές, υποστήριξαν με τόση επιμονή το καθεστώς του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής.  Η Ουάσινγκτον, για παράδειγμα, συμπεριέλαβε το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, ηγέτης του οποίου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα που τώρα χαίρει πάσης τιμής, στην επίσημη λίστα με τις «τρομοκρατικές οργανώσεις».

11 Οι περισσότερες αυξήσεις τιμών που έλαβαν χώρα μετά την Μεγάλη Ύφεση προέρχονται από νομισματικές υποτιμήσεις.  Αν οι τιμές μετρώνται σε χρυσό αντί για τραπεζογραμμάτια μειούμενης αξίας χρυσού, η μακροπρόθεσμη τάση των τιμών  —χωρίς να συνυπολογίσουμε την επίδραση παραγόντων όπως οι πόλεμοι και οι φάσεις οικονομικής ανάπτυξης— είναι  καθοδική από το 1920 και μετά. Αυτή η καθοδική τάση στις τιμές που μετρώνται σε χρυσό αντανακλά την σχετική αυξανόμενη  αξία του χρυσού καθώς τα κοιτάσματα στα ορυχεία χρυσού σε όλον τον κόσμο μειώνονται όλο και περισσότερο.

12 Το Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ πιθανότατα θα επιχειρήσει να απομακρύνει κάποιο μέρος της «ρευστότητας» — κερματικού νομίσματος— που δημιούργησε κατά τους τελευταίους εννιά μήνες  καθώς σταθεροποιείται η οικονομική ανάκαμψη —ασφαλώς με την υπόθεση πάντα ότι  δεν θα υπάρχει μια νέα αναζωπύρωση πανικού. Οι κεντρικές τράπεζες  μπορούν να το κάνουν αυτό στην αρχή του πανικού. Αυτό συμβαίνει επειδή η μη φυσιολογική ζήτηση για χρήμα ως μέσο πληρωμής φτάνει στο τέλος της .

Σε προηγούμενη ανάρτηση εξήγησα ότι στα μέσα του 19ου αιώνα αρκούσε να δοθεί στην Τράπεζα της Αγγλίας η εξουσία να εκδίδει επιπρόσθετα  χαρτονομίσματα που υπερέβαιναν τα αποθέματα χρυσού της χωρίς στην πραγματικότητα να αυξάνεται η προσφορά χαρτονομισμάτων. Ποτέ όμως στην ιστορία του καπιταλισμού δεν δημιούργησε η σημαντικότερη κεντρική  τράπεζα τόσο πολύ κερματικό νόμισμα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα ως απάντηση στον πανικό.

Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο γράφημα που δείχνει τις αλλαγές στην «νομισματική βάση» των ΗΠΑ που παρέχει η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα του Σεν Λούις. Από το  1987, έχουμε παρακολουθήσει το κραχ του χρηματιστηρίου του  1987, την εικονική κατάρρευση των καταθέσεων και του συστήματος δανειοδότησης στις ΗΠΑ σε συνδυασμό με ύφεση το 1990, την ασιατική κρίση που άρχισε το  1997 και εξαπλώθηκε στις αμερικάνικες χρηματαγορές  όταν κατέρρευσε το hedge fund LTCM το 1998, και τέλος την ύφεση και στασιμότητα  το 2000-03, με την φούσκα των  dot-com και την κατάρρευση της  Enron μεταξύ άλλων.

Η  Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα αντέδρασε σε αυτές τις κρίσεις δημιουργώντας επιπρόσθετα τραπεζικά αποθεματικά— κερματικό νόμισμα— και στην συνέχεια αποσύροντας το  κερματικό νόμισμα όταν υποχωρούσαν οι κρίσεις. Αν όμως κοιτάξει κανείς το γράφημα, αυτές οι κινήσεις στην «νομισματική βάση» είναι πολύ ήπιες. Η αύξηση της νομισματικής βάσης  από πέρσι τον Αύγουστο είναι τελείως διαφορετικής τάξης μεγέθους.

Αν η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα ξαφνικά απέσυρε αυτά τα αποθεματικά κερματικού νομίσματος από το τραπεζικό  σύστημα, τα επιτόκια σχεδόν σίγουρα θα εκτοξεύονταν  —όπως άλλωστε ήδη δείχνουν  —διακόπτοντας την πολυπόθητη κυκλική ανάκαμψη πριν καν ξεκινήσει. Μια πλήρους κλίμακας  επανάληψη της Μεγάλης Ύφεσης θα έπληττε τότε την οικονομία. Αν όμως, πράγμα που φαντάζει πιο πιθανό, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα  διατηρήσει τον όγκο των αποθεματικών που δημιούργησε τους τελευταίους εννιά μήνες στο τραπεζικό σύστημα, στην καλύτερη σταματήσει απλώς την περαιτέρω αύξησή τους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα καταφέρει να αποφευχθεί ένα νέο κύμα πληθωρισμού πολύ χειρότερο από αυτό που έσκασε την δεκαετία του  1970.

Σε αυτή την περίπτωση, η  Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα σχεδόν σίγουρα θα αναγκαστεί να επιτρέψει την άνοδο των επιτοκίων για μια σύντομη χρονική περίοδο προκειμένου να αποτρέψει την κατάρρευση του δολαρίου ως νομίσματος αναφοράς. Αν συμβεί αυτό, θα σημαίνει άλλη μια τερατώδη οικονομική ύφεση  μέσα σε λίγα μόνο χρόνια στην καλύτερη περίπτωση.

13 Η αμερικανική βιομηχανική παραγωγή είχε σφοδρές διακυμάνσεις, καθώς αρχικά εκτινάχτηκε όταν ο Ρούζβελτ προέβη στην υποτίμηση του δολαρίου και στην συνέχεια έπεσε απότομα όταν η υποτίμηση δεν έφτασε τις προσδοκίες των κερδοσκόπων της αγοράς. Ενώ η κρίση του βιομηχανικού κύκλου αυτή καθαυτή του 1929 -33 είχε φτάσει το κατώτατο σημείο και πλέον η γενική τάση της βιομηχανικής παραγωγής και της οικονομικής δραστηριότητας ήταν ανοδική, η βιομηχανική παραγωγή δεν άρχισε να αυξάνεται με τρόπο ομαλό και βιώσιμο μέχρι που ο Ρούζβελτ    σταθεροποίησε την τιμή του χρυσού σε $35 την ουγγιά το 1934.

14 Το Κογκρέσο Βιομηχανικών Οργανώσεων  (CIO) αρχικά συγκροτήθηκε ως επιτροπή εντός της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας (AFL), μιας ομοσπονδίας ομοιοεπαγγελματικών συνδικάτων. Η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας και τα  ομοιοεπαγγελματικά της σωματεία είχαν κακή φήμη λόγω του ρατσισμού τους και των αντιδραστικών πολιτικών τους. Το  Κογκρέσο Βιομηχανικών Οργανώσεων   σύντομα διασπάστηκε από την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας και οργάνωσε συνδικάτα με βάση τον βιομηχανικό κλάδο και όχι το επάγγελμα.

Ωστόσο, η ρήξη με τις αντιδραστικές πολιτικές της Ομοσπονδίας ήταν μόνο περιορισμένη. Σε αντίθεση με τα συνδικάτα στην Βρετανία, για παράδειγμα, το  Κογκρέσο Βιομηχανικών Οργανώσεων  δεν δημιούργησε ένα εργατικό κόμμα. Αντίθετα, σφυρηλάτησε μια στενή συμμαχία με το Δημοκρατικό Κόμμα και εν γένει υποστήριξε τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό  όπως ακριβώς έκανε και η  Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας. Περιορίστηκε στο να στοχεύει στην βελτίωση των συνθηκών των εργατών μέσα στο πλαίσιο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού που τώρα έβαζε στόχο την εγκαθίδρυση μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.

Κατά το κυνήγι μαγισσών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση πολλών βιομηχανικών συνδικάτων του  Κογκρέσου Βιομηχανικών Οργανώσεων, εκδιώχθηκε από τα συνδικάτα του Κογκρέσου. Άλλοι αριστεροί, συμπεριλαμβανομένων των έμπλεων πικρίας «αντισταλινικών»  αντιπάλων του αμερικανικού Κ.Κ., εκδιώχθηκαν επίσης. Το  1955, έχοντας εκκαθαρίσει πια όλους τους ριζοσπαστικούς όλων των πολιτικών αποχρώσεων, το Κογκρέσο Βιομηχανικών Οργανώσεων ξανασυγχωνεύτηκε με την  Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας, με τους ultra αντιδραστικούς γραφειοκράτες της AFL να έχουν το πάνω χέρι. Έκτοτε, τα αμερικανικά συνδικάτα, τόσο τα ομοιοεπαγγελματικά  όσο και τα βιομηχανικά κλαδικά, έπεσαν σε μαρασμό, καθώς δεν κατάφεραν να οργανώσουν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, νέους εργάτες,   ενώ πολλές από τις αμερικανικές βασικές βιομηχανίες που είχαν οργανωθεί στο  CIO κατέρρευσαν. Τώρα πια, το αμερικανικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι παρά η σκιά αυτού που υπήρξε στις μέρες του  CIO.

15 Αφού είχαν εκδιωχθεί οι «κόκκινοι» όλων των αποχρώσεων, οι οικονομολόγοι της  AFL-CIO ήταν σε γενικές γραμμές υπέρ του Νιου Ντηλ που πρότειναν οι αστοί οικονομολόγοι της Κευνσιανής Σχολής.

16 Οι αντίπαλοί τους, οι οπαδοί του Φρίντμαν, επιρρίπτουν την ευθύνη για τον πληθωρισμό στην Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα καις τις άλλες κεντρικές τράπεζες επειδή προκάλεσαν την υπέρμετρη αύξηση της «προσφοράς χρήματος».  Όπως απέδειξε περίτρανα η δεκαετία  του 1970, η τωρινή αναβίωση των οικονομικών του Κευνσιανισμού δεν μπορεί παρά να είναι βραχύβια. Αν δεν αναπτύξουμε μια μαρξιστική κριτική όλων των αστικών οικονομικών θεωριών και αρκεστούμε απλώς να επαναλαμβάνουμε σαν ηχώ τα επιχειρήματα του Κευνσιανισμού επικαλούμενοι τον ισχυρισμό ότι και ο Κέυνς ήταν επικριτικός απέναντι στον καπιταλισμό,  η νεοφιλελεύθερη αντίδραση— ή κάτι πολύ χειρότερο— θα ξαναφουντώσει και για άλλη μια φορά δεν θα συναντήσει αντίλογο.

17 Ο Κρούγκμαν  στο άρθρο γνώμης του της 28ης Μαΐου 2009, επισημαίνει  ότι ο λόγος του αμερικανικού δημόσιου χρέους  προς το ΑΕΠ, παρόλο που σημειώνει απότομη άνοδο, εξακολουθεί να παραμένει κάτω από τα επίπεδα που επικράτησαν αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αφού δεν συνέβη κάποιος απολύτως καταστροφικός πληθωρισμός  τότε —αν και ήταν μια εν γένει πληθωριστική περίοδος— δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πληθωρισμού τώρα. Ο Κρούγκμαν θα είχε δίκιο αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι το υψηλό δημόσιο χρέος δεν είναι ο μόνος παράγοντας που προκαλεί πληθωρισμό.  Η υπό διαμόρφωση πληθωριστική απειλή δεν προκύπτει από την εκτίναξη του δημόσιου χρέους αλλά από την υπέρμετρη αύξηση της ποσότητας του κερματικού χρήματος, την οποία οι οικονομολόγοι αποκαλούν νομισματική βάση .

Αυτό που προσπαθεί να κάνει η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα και οι άλλες κεντρικές τράπεζες είναι να παράσχουν επαρκή «ρευστότητα» που θα δώσει την δυνατότητα στις κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν τα τεράστια ελλείμματά τους  χωρίς να αυξηθούν σημαντικά τα μακροπρόθεσμα επιτόκια.  Αν αυξηθούν πολύ τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, θα εξουδετερωθεί το διεγερτικό αντίκτυπο των ελλειμμάτων στο οποίο βασίζονται οι Κευνσιανοί και οι κυβερνήσεις για να αποτρέψουν την μετατροπή της παρούσας κρίσης σε μια πλήρους κλίμακας επανάληψη της Ύφεσης της δεκαετίας του 1930.

Ωστόσο, η δημιουργία κερματικού χρήματος σε τέτοια κλίμακα  που υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε πιθανή αύξηση της ποσότητας του χρυσού — του πραγματικού χρήματος—  στην παγκόσμια αγορά, απειλεί με σημαντική πτώση της αξίας σε χρυσό του δολαρίου και άλλων χαρτονομισμάτων που είναι λιγότερο ή περισσότερο προσδεδεμένα  με το δολάριο υπό το κυρίαρχο καθεστώς που λαμβάνει το δολάριο ως νόμισμα αναφοράς.

Αν το δολάριο  πέσει κατακόρυφα έναντι του χρυσού ως αντίδραση στον διπλασιασμό της «νομισματικής βάσης» του δολαρίου,  ένα τεράστιο κύμα πληθωρισμού θα ακολουθηθεί σύντομα από ταχύτατες και έντονες αυξήσεις στα επιτόκια. Αυτό γρήγορα θα οδηγήσει σε νέα σφοδρή ύφεση  και στην επακόλουθη έκρηξη της ανεργίας. Αν αυτή η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο  —δεν υπάρχει προηγούμενο για την τωρινή κατάσταση σε ολόκληρη την ιστορία  του καπιταλισμού— θα μπορούσε να καταλήξει σε οικονομική πανωλεθρία που τελικά θα αποδεικνυόταν ακόμη χειρότερη  από την Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Γι’ αυτό είναι τόσο υψηλό το διακύβευμα.  Αν το εργατικό κίνημα ακούσει τους Κευνσιανούς συμβουλάτορες και συνεχίσει να οπισθοχωρεί και ξεσπάσει πλήρως η επαπειλούμενη οικονομική υπερκρίση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα νέο κύμα φασισμού ή και σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο που θα μπορούσε να γίνει ο τάφος του σύγχρονου πολιτισμού. Σε αυτή την περίπτωση, η σύγχρονη πάλη ανάμεσα στην τάξη των καπιταλιστών και την εργατική τάξη θα κατέληγε στην «αμοιβαία καταστροφή» των αντιμαχόμενων τάξεων, για να χρησιμοποιήσουμε την ζοφερή διατύπωση από το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος».

Εδώ η συνέχεια:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s