Ο μπαμπούλας του «ρώσικου ιμπεριαλισμού» 

Μεταφράσαμε και αναδημοσιεύουμε μια ανάλυση για το χαρακτήρα του ρώσικου καπιταλισμού από το Internationalist Group, League for the Fourth International, με έδρα τις ΗΠΑ. Η οργάνωση αυτή αποτελεί διάσπαση των Σπαρτακιστών (International Communist League). Η ανάλυση αυτή, που υποστηρίζει πως η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική, δημοσιεύθηκε το Μάη του 2014, λίγους μήνες μετά το ιμπεριαλιστικό πραξικόπημα στην Ουκρανία που εγκαθίδρυσε ένα αντιδραστικότατο καθεστώς με ισχυρό φασιστικό βραχίονα, και μέσα στη φωτιά της «αντιτρομοκρατικής επιχείρησης» – δηλαδή του εύηχου ονόματος που έδωσε το καθεστώς στον πόλεμο που είχε εξαπολύσει ενάντια στο λαό της νοτιοανατολικής Ουκρανίας που απέρριπτε την εξουσία του. Την ίδια περίοδο, ο λαός του Λουγκάνσκ και του Ντονιέτσκ ψήφιζε με συντριπτικά ποσοστά την αυτονομία του από τη φασιστοκρατούμενη Ουκρανία, λίγο μετά την απόσχιση της Κριμαίας. Η ιδιαίτερα επείγουσα πάλη για το σωστό προσανατολισμό του όποιου αντιιμπεριαλιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, ειδικά στις χώρες της ιμπεριαλιστικής Δύσης, περνούσε τότε από την αδιάλλακτη πάλη ενάντια στην παραλυτική επίδραση των διάφορων αριστερών που ένιπταν τας χείρας τους μπροστά στην καταπίεση και σφαγή του λαού της νοτιοανατολικής Ουκρανίας, κρυβόμενοι πίσω από το μπαμπούλα του «ρώσικου ιμπεριαλισμού», ενώνοντας τη φωνή τους με αυτή της αστικής τους τάξης στην καταδίκη της «ρώσικης επιθετικότητας» και υποστηρίζοντας πως τάχα «όλο αυτό που γίνεται στην Ουκρανία είναι απλώς μια ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση (στην καλύτερη περίπτωση, όταν έμπαιναν στον κόπο να βάλουν κάπως στο κάδρο και το δυτικό ιμπεριαλισμό) στην οποία το προλεταριάτο δεν πρέπει να διαλέξει στρατόπεδο αλλά να οικοδομήσει το δικό του ενάντια σε όλους τούς ιμπεριαλισμούς». Τι ωραία λόγια, ειδικά όταν προέρχονται από σοσιαλιστές στο ειρηνικό Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και την Αθήνα! Υπό αυτή την έννοια, η ανάλυση των Αμερικανών συντρόφων δεν ήταν απλώς μια ακαδημαϊκού τύπου εργασία, αλλά είχε (και έχει ακόμα) άμεσες πολιτικές προεκτάσεις και ιδιαίτερη αξία.

Για να είμαστε δίκαιοι, επαναλαμβάνουμε ότι πολλοί σύντροφοι εδώ στην Ελλάδα κράτησαν συνεπή διεθνιστική κομμουνιστική στάση ενάντια στον ιμπεριαλισμό «τους» και υπεράσπισαν το Ντονμπάς, παρά το γεγονός ότι θεωρούσαν ή θεωρούν τη Ρωσία ιμπεριαλιστική – στην πλειοψηφία τους όμως χωρίς να έχουν τεκμηριώσει τον ισχυρισμό τους αυτόν. Σε αυτούς τούς συντρόφους, με πολλούς από τους οποίους βρεθήκαμε μαζί στην Καμπάνια Αλληλεγγύης στην Αντιφασιστική Αντίσταση στην Ουκρανία που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της ΚΕΔ, επαναλαμβάνουμε την πρόκληση – προτροπή μας να παρουσιάσουν κάποια ανάλυση, δική τους ή κάποιου άλλου, που να καταδεικνύει πως η Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική. Το ότι πιάνει πολύ χώρο στο χάρτη και έχει μονοπώλια δεν αποτελεί επαρκή τεκμηρίωση. Οι καουτσκικοί δε μας απασχολούν καθόλου, μπορούν να εξακολουθήσουν να ψάχνουν τον εχθρό στο εξωτερικό σφιχταγκαλιασμένοι με τον ιμπεριαλισμό τους ή να μιλάνε για ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στις οποίες το προλεταριάτο δεν πρέπει να εμπλακεί – από χώρες του ΝΑΤΟ όλα αυτά.

Παραθέτουμε για μία ακόμα φορά τη δική μας άποψη για το ζήτημα: η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική. Περισσότερα μπορεί να βρει κανείς στα παρακάτω άρθρα:

Κριμαία, Ρωσία και ιμπεριαλιστική ηγεμονία (Α’ Μέρος)
Ρωσία και ιμπεριαλιστική ηγεμονία [2]
Είναι η Ρωσία ιμπεριαλιστική;

Ακολουθεί το άρθρο των Αμερικανών συντρόφων. Ανεξάρτητα από επιμέρους διαφωνίες – που μάλιστα δεν είναι καθόλου ασήμαντες – τοποθετείται σωστά στο κύριο επίδικο με το οποίο καταπιάνεται (το αν η σημερινή Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική ή όχι) και αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση που αξίζει να διαβαστεί. Ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε ότι το ύφος του κειμένου και πολύ περισσότερο στα σημεία που κάνει πολεμική στις διαφορετικές αντιλήψεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα για το χαρακτήρα της Ρωσίας, σήμερα αλλά και πριν από την πτώση της ΕΣΣΔ, χαρακτηρίζοντας τούς φορείς τους ως «αντιτροτσκιστές, ψευδοσοσιαλιστές, φιλοϊμπεριαλιστικές αγέλες, αριστερά σκυλιά των ΗΠΑ» κοκ,  είναι επιεικώς απαράδεκτο, και δε βοηθά στο ελάχιστο την ουσιαστική συζήτηση. Μακριά λοιπόν από εμάς τέτοιοι χαρακτηρισμοί.

Ένα κομμάτι του μετέφρασε ο συντάκτης του σάιτ leninreloaded (εδώεδώ και εδώ), ενώ το υπόλοιπο ο Νίκος Χ. για το avantgarde. Το παραθέτουμε ολόκληρο.

Π. Παπ.

 

Για την προλεταριακή αντίσταση ενάντια στο νέο Ψυχρό Πόλεμο των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ / ΕΕ / ΝΑΤΟ!

Ο μπαμπούλας του «ρώσικου ιμπεριαλισμού» 

Στην παγκόσμια κρίση που ξέσπασε με τον πόλεμο για την Ουκρανία, οι ιμπεριαλιστές προετοιμάζουν έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο. Στον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο, μετά τον Β Παγκόσμιο, στόχος των πολεμικών, οικονομικών και πολιτικών απειλών ήταν το γραφειοκρατικά εκφυλισμένο εργατικό κράτος της Σοβιετικής Ένωσης.  Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα, ως αποτέλεσμα της ατιμωτικής ήττας των ΗΠΑ στο Βιετνάμ το 1975, εξαπολύθηκε ένας δεύτερος αντισοβιετικός Ψυχρός Πόλεμος όταν η Ουάσινγκτον προκάλεσε την παρέμβαση της Μόσχας στο Αφγανιστάν το 1980.  Τώρα, δύο δεκαετίες μετά την αντεπανάσταση του 1989-1992, η οποία ανέτρεψε το Σοβιετικό μπλοκ και διέλυσε την ΕΣΣΔ, εμφανίζεται ένας τρίτος Ψυχρός Πόλεμος, ενάντια στην καπιταλιστική Ρωσία. Οι καθημερινές αποκηρύξεις και οι κυρώσεις από τις ΗΠΑ και τους νατοϊκούς συμμάχους της, μαζί με την υστερία των ιμπεριαλιστικών ΜΜΕ, είναι τρομακτικά οικεία πράγματα. Για τώρα, οι απειλές είναι κυρίως λεκτικές, με αναφορές στην ανάγκη «τιμωρίας» του Πούτιν για την παραβίαση των κανόνων της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης» της ανεξέλεγκτης Αμερικανικής ηγεμονίας. [1]  Αλλά ο πόλεμος προπαγάνδας και ο οικονομικός πόλεμος προοικονομούν στο τέλος έναν πόλεμο με όπλα.

putineconomistcover140322

Στη σύγκρουση αυτή, αρκετές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις αναπαράγουν τα δυτικά ΜΜΕ, διαμαρτυρόμενες σφόδρα για τον «Ρωσικό ιμπεριαλισμό» που προσάρτησε την Κριμαία, και κατηγορώντας τη Μόσχα ότι καλλιεργεί αστάθεια στην ανατολική Ουκρανία. Αυτές οι οργανώσεις αγνοούν μακαρίως το γεγονός ότι ιστορικά, η Κριμαία ήταν τμήμα της Ρωσίας και ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της Κριμαίας υποστήριξε έντονα την ένωση με τη Ρωσία. Απορρίπτουν τις εξεγέρσεις κατά του καθεστώτος του Κιέβου στο Ντόνετσκ και το Λουχάνσκ ως έργο «Ρώσων προβοκατόρων», αγνοώντας την ξεκάθαρη μαζική στήριξη του κυρίως ρωσόφωνου πληθυσμού αυτής της βιομηχανικής περιοχής. Οι ισχυρισμοί αυτών των ρεφορμιστών ότι είναι επίσης ενάντιοι στον δυτικό ιμπεριαλισμό είναι ένα κυνικό πρόσχημα, καθώς συντάσσονται με την φασιστική χούντα του Κιέβου και τους ακροδεξιούς της ελεύθερης αγοράς, που πήραν την εξουσία με στήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Ορίστε κάποια απ’ τα ρεφραίν αυτής του ψευδοσοσιαλιστικής, φιλοϊμπεριαλιστικής ορχήστρας:

Το Βρετανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SWPUK) δηλώνει «Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί φέρνουν την Ουκρανία στο χείλος του πολέμου» και «Η επέμβαση στην Κριμαία φέρνει την κλιμάκωση σε ένα φονικό παιχνίδι ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση» (Socialist Worker [UK], 8 Μάρτη). Στο ίδιο τεύχος, άρθρο του γκουρού του SWPUK Άλεξ Καλλίνικος λέει ότι ο Ρώσος πρόεδρος «Πούτιν εμπλέκεται σε ενδο-ιμπεριαλιστική πάλη για ισχύ«, και ότι η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό «σημαίνει αντίθεση στην Ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία.» Το Βρετανικό SWP είναι τμήμα του ρεύματος που ίδρυσε ο μακαρίτης Tony Cliff, ο οποίος αποχώρησε από την τροτσκιστική Τέταρτη Διεθνή στις αρχές του Πρώτου Ψυχρού Πολέμου, αρνούμενος να υπερασπιστεί την Σοβιετική Ένωση ενάντια στον ιμπεριαλισμό και δικαιολογώντας την πράξη του ισχυριζόμενος ότι η [Σοβιετική] Ρωσία ήταν «κρατικο-καπιταλιστική.»

Άλλη Βρετανική σοσιαλδημοκρατική οργάνωση, η Εργατική Ελευθερία (WL), δηλώνει: «Η Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική χώρα, η οποία προσπαθεί να αρνηθεί την αυτοδιάθεση της Ουκρανίας και να την υποτάξει. Υποστηρίζουμε την πάλη των Ουκρανών για εθνική ελευθερία, όπως υποστηρίζουμε τον αγώνα για ελευθερία από άλλες καταπιεσμένες ή δυνητικά καταπιεσμένες εθνότητες.» (Workers Liberty website, 17 Απρίλη). Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Ψυχρού Πολέμου στην δεκαετία του 1980, το ρεύμα το οποίο εξελίχθηκε στην Εργατική Ελευθερία αγκάλιασε την παρακαταθήκη ενός άλλου αποστάτη του Τροτσκισμού, του  Max Shachtman, ο οποίος ήρθε σε ρήξη με τον Τρότσκι στις αρχές του Β Παγκοσμίου και αρνήθηκε να υπερασπιστεί την ΕΣΣΔ απέναντι στην εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας, ισχυριζόμενος ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν κανενός είδους εργατικό κράτος αλλά «κολλεκτιβιστική-γραφειοκρατική.»

Στις ΗΠΑ, η ηγετική Κλιφική ομάδα είναι η Διεθνής Σοσιαλιστική Οργάνωση (ISO), η οποία δήλωσε: «Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός έκανε τις κινήσεις του για να κρατήσει την πολιτική και οικονομική κυριαρχία του πάνω στη χώρα με την αρπαγή της Κριμαίας. Αυτό πρέπει να καταδικαστεί απροϋπόθετα από όλους τους επαναστάτες που λένε ότι είναι αντι-ιμπεριαλιστές.» (Socialist Worker [ΗΠΑ.], 11 Μάρτη). Η ISO αποκήρυξε μετά βδελυγμίας τους αριστερούς που καταδικάζουν τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ αντί «για τη Ρωσία, τον παρελθοντικό και παροντικό ιμπεριαλιστικό αφέντη της Ουκρανίας» και δήλωσε πως “η δεξιά μπορεί να εκμεταλλευτεί την νόμιμη εχθρότητα προς τον ρωσικό ιμπεριαλισμό» (Socialist Worker, 12 Μάρτη). Πρόκειται για ξεδιάντροπη νομιμοποίηση της φασιστικής προπαγάνδας του Δεξιού Τομέα, του Σβόμποντα και άλλων. [2] Σε ό,τι την αφορά, η κεντρίστικη Λίγκα για το Επαναστατικό Κόμμα (LRP), της οποίας οι ρίζες κρατούν από την τάση Shachtman, καλεί στην «υπεράσπιση της Ουκρανίας ενάντια στον Ρωσικό ιμπεριαλισμό»  (LRP website, 18 Μάρτη).

Δεν είναι τυχαίο ότι ομάδες που γεννήθηκαν από τις σφοδρά αντισοβιετικές τάσεις του Σάχτμαν και του Κλιφ ηγούνται της αγέλης που ουρλιάζει ενάντια στον «ρωσικό ιμπεριαλισμό» σήμερα, αφού αυτό κάνουν από τότε που ήρθαν σε ρήξη με τον Τροτσκισμό για το κεντρικό «ρωσικό ζήτημα.» Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι όλοι τους ισχυρίζονται πως η σημερινή Κίνα είναι καπιταλιστική και κάποιοι την αποκαλούν και «ιμπεριαλιστική», αρνούμενοι να υπερασπιστούν το παραμορφωμένο εργατικό κράτος της Κίνας ενάντια στην αντεπανάσταση και τις απειλές και δολοπλοκίες των πραγματικών ιμπεριαλιστών. Προσέξτε επίσης ότι στη βάση του κοινού τους αντισοβιετισμού, τόσο οι Κλιφικοί όσο και οι Σαχτμανικοί υποστήριξαν «αριστερίστικα» παράγωγα του Φασιστικού Εξεγερσιακού Στρατού (UPA), τον οποίο ίδρυσε ο συνεργάτης των Ναζί Στεπάν Μπαντέρα στην περίοδο μετά τον Β Παγκόσμιο, όταν κρατήθηκε στη ζωή από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.

Αυτό μας φέρνει στον δεύτερο λόγο για τον οποίο η σοσιαλδημοκρατική κατακραυγή εναντίον του «ρωσικού ιμπεριαλισμού» στην Ουκρανία είναι πολιτικά λογική: πολλές από αυτές τις οργανώσεις έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει κάθε είδους εθνικιστές και υπερ-αντιδραστκούς που χρηματοδότησε ο δυτικός ιμπεριαλισμός. Οι αριστερίστικες ομάδες που χαιρέτισαν τους έμμισθους μουτζαχεντίν των ΗΠΑ κατά της Σοβιετικής επέμβασης στο Αφγανιστάν, που καθώς διαλυόταν η ΕΣΣΔ εγκωμίαζαν τα Einsatzgruppe των SS στη Βαλτική, τα οποία εκτελούσαν μαζικά τους Εβραίους, και που παριστάνουν ως επαναστάτες τους φιλο-ιμπεριαλιστές Τζιχαντιστές στη Λιβύη και τη Συρία δεν έχουν αναστολές να στηρίξουν μια Ουκρανική χούντα που αποτελείται από ακροδεξιές μαριονέτες της Ουάσινγκτον, της Γουόλ Στριτ και των Ευρωτραπεζιτών, που επιβάλλουν τη βίαιη αντεργατική λιτότητα με τη στήριξη ομάδων φασιστών φονιάδων.

Όπως το σκυλάκι-μασκότ της RCA Victor στο logo των παλιών δίσκων γραμμοφώνου, ο Nipper, αυτά τα «αριστερά» σκυλιά του Αμερικανικού-Νατοϊκού ιμπεριαλισμού, γαυγίζοντας για «ρωσικό rcavictordogιμπεριαλισμό» απηχούν απλώς «τη φωνή του αφέντη». Κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου και του αντισοβιετικού Ψυχρού Πολέμου αντίστοιχα, οι Σαχτμανικοί [βλ. Max Schachtman, «Ο νέος ρωσικός ιμπεριαλισμός«, 1946] και οι Κλιφικοί [βλ. Tony Cliff, «Η ιμπεριαλιστική επέκταση της Ρωσίας«, 1964], ισχυρίστηκαν πως ανήκουν σε ένα «Τρίτο Στρατόπεδο». Ενώ οι Τροτσκιστές αγωνίστηκαν επίμονα να υπερασπιστούν το εκφυλισμένο εργατικό κράτος της ΕΣΣΔ, παρά –και ενάντια– στη γραφειοκρατική ηγεσία του Στάλιν και των επιγόνων του, που οι πολιτικές τους έθεσαν σε κίνδυνο την επιβίωση του πρώτου εργατικού κράτους της ιστορίας, αυτοί οι αντι-Τροτσκιστές κήρυξαν «Ούτε Ουάσινγκτον, ούτε Μόσχα». Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε «τρίτο στρατόπεδο», και κατέληξαν πιστοί ακόλουθοι του πρώτου, του ιμπεριαλιστικού «στρατοπέδου.»

Είναι η Ρωσία ιμπεριαλιστική; Ι: Τα μονοπώλια και η εξαγωγή κεφαλαίων

Δεν επαναλαμβάνει όλη η αριστερά το ιμπεριαλιστικό ρεφραίν για την Ουκρανία, αλλά ανάμεσα σε αυτούς που δεν το κάνουν δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένη αντίληψη για τη φύση των καπιταλιστικών κρατών που αναδύθηκαν από την αντεπανάσταση που κατέστρεψε την πολυεθνική Σοβιετική Ένωση. Αξίζει τον κόπο να ρωτήσουμε: Είναι η Ρωσία ιμπεριαλιστική; Χτίζει ο Πούτιν μια νέα ρωσική Αυτοκρατορία; Έτσι λένε οι αντικομμουνιστές, σαν τον σκοτεινό Timothy Snyder του Yale, ο οποίος δίνει συνέντευξη με θετική υποδοχή στην «προοδευτική» ραδιοτηλεοπτική εκπομπή του «Democracy Now.» Ο Snyder είναι ο συγγραφέας του Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin (Basic Books, 2012), το οποίο αποπειράται την γκροτέσκα εξίσωση της Ναζιστικής Γερμανίας με την ΕΣΣΔ. Και τι γίνεται με την Ουκρανία και τα άλλα «μετασοβιετικά» κράτη της Ευρασίας; Είναι αποικίες ή ημιαποικίες που η μοίρα τους καθορίζεται απ’ το Κρεμλίνο;

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι ιμπεριαλισμός. Οι βασικοί αστικοί ορισμοί περιλαμβάνουν «την αρχή ή πολιτική της αυτοκρατορίας»· την προώθηση της απόκτησης πολιτικής ηγεμονίας ή ελέγχου πάνω σε εξαρτώμενα εδάφη» (Oxford English Dictionary), “την δια της κρατικής πολιτικής προώθηση της επέκτασης ισχύος και ηγεμονίας, κυρίως δια της άμεσης εδαφικής προσάρτησης, ή δια της απόκτησης πολιτικού και οικονομικού ελέγχου άλλων περιοχών” (Encyclopedia Britannica), ή, γενικότερα, “μια πολιτική ή πρακτική η οποία αυξάνει την ισχύ της αποκτώντας έλεγχο πάνω σε άλλες περιοχές του κόσμου” (MerriamWebster). Στη βάση αυτών των ορισμών, υπήρχε Ελληνικός και Ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός στον αρχαίο κόσμο, και Βρετανικός, Ισπανικός, Ολλανδικός και Γαλλικός ιμπεριαλισμός απ’ την άνοδο των αντίστοιχων αυτοκρατοριών τους στον 16ο και 17ο αιώνα. Μπορεί κανείς να προσθέσει τους Αζτέκους, τους Ίνκας, και την Αυτοκρατορία του Mughal στην Ινδία σε αυτή τη λίστα «ιμπεριαλισμών.»

Λοιπόν, πώς χρησιμοποιούν τον όρο «Ρωσικός ιμπεριαλισμός» σήμερα οι «σοσιαλιστές» προωθητές του; Το βρετανικό SWP δημοσίευσε δισέλιδο φυλλάδιο για το «Αυτοκρατορικό παιχνίδι του Ιμπεριαλισμού»  (Socialist Worker [UK], 5 Απρίλη), στο οποίο ορίζει τον ιμπεριαλισμό ως «έλεγχο, άμεσο ή έμμεσο, πιο αδύνατων χωρών.» Αυτός ο αταξικός ορισμός μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε ξένη επέμβαση από ισχυρή χώρα. Ακόμα και όταν λέει ότι η «καθοδηγητική δύναμη» στο «παγκόσμιο σύστημα» του ιμπεριαλισμού είναι «ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις», αμέσως μετά ισχυρίζεται ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν σύγκρουση «ανάμεσα σε καπιταλιστικές και κρατικοκαπιταλιστικές δυνάμεις», με τις δεύτερες να είναι απλώς η αντιμαρξιστική ταμπέλα για την ΕΣΣΔ και τα παραμορφωμένα εργατικά κράτη του Σοβιετικού μπλοκ. Επί δεκαετίες, οι Κλιφικοί αποκήρυτταν την Σοβιετική παρέμβαση ως «Ρωσικό ιμπεριαλισμό», τόσο στην Κορέα στη δεκαετία του 1950, όσο και στο Αφγανιστάν στη δεκαετία του 1980, καθώς έπαιρναν το μέρος των πραγματικών ιμπεριαλιστών.

Ο ορισμός του SWP είναι μια συνοπτική εκδοχή του βασικού αστικού ορισμού, που είναι πολύ διαφορετικός από τον μαρξιστικό, και ιδιαίτερα τον λενινιστικό ορισμό του ιμπεριαλισμού. Στη μπροσούρα του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (1916), ο Λένιν ορίζει τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό ως εξής:

(1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, που αναπτύχθηκε σε τέτοιο ψηλό στάδιο ώστε να δημιουργήσει μονοπώλια, τα οποία παίζουν κρίσιμο ρόλο στην οικονομική ζωή· (2) σύμφυση του τραπεζιτικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό κεφάλαιο και δημιουργία, στη βάση αυτού του «χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου» μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας· (3) η εξαγωγή κεφαλαίων, σε διάκριση με την εξαγωγή εμπορευμάτων, αποκτά ξεχωριστή σημασία· (4) ο σχηματισμός διεθνών μονοπωλιακών καπιταλιστικών ενώσεων που μοιράζουν τον κόσμο ανάμεσά τους· και (5) έχει ολοκληρωθεί το εδαφικό μοίρασμα όλου του κόσμου ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις. leninimperialismcover

Το κεντρικό σημείο του έργου του Λένιν είναι ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι απλώς μια πολιτική που μπορούν να αλλάξουν οι ηγέτες – όπως ισχυριζόντουσαν οπορτουνιστές σαν τον Καρλ Κάουτσκι – αλλά είναι το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στο οποίο η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου προαπαιτεί ιμπεριαλιστικές πρακτικές. Ο ορισμός του Κάουτσκι λειτούργησε για να δικαιολογήσει το ουτοπικό-ρεφορμιστικό και πασιφιστικό του πρόγραμμα πίεσης στους ηγέτες να υιοθετήσουν ειρηνική, «μη ιμπεριαλιστική» πολιτική. Η ανάλυση του Λένιν αποκάλυψε πως ο μόνος δρόμος για την ειρήνη ήταν η ανατροπή του ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Πού στέκει σήμερα η Ρωσία σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια; Φυσικά, σ’ αυτή η γη των «ολιγαρχών», τα μονοπώλια κυριαρχούν στη ρωσική οικονομία. Σε γενικές γραμμές, λίγοι εκατοντάδες μεγάλοι καπιταλιστές ελέγχουν περίπου το 40% των πωλήσεων. [3] Αυτό οφείλεται εν μέρει στη δομή της οικονομίας, στην οποία η βιομηχανία (η εξόρυξη, η βιομηχανική παραγωγή, οι κατασκευές και η ενέργεια), με τις τεράστιες ανάγκες της σε κεφάλαιο και τις οικονομίες κλίμακας, συνεισφέρει πολύ μεγαλύτερο τμήμα του ΑΕΠ (37%) από ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ (20%). [4] Κυρίως όμως, αντανακλά το γεγονός ότι ο ρωσικός καπιταλισμός χτίστηκε πάνω στα ερείπια της κεντρικά σχεδιασμένης, κολλεκτιβοποιημένης οικονομίας, στην οποία ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι και αλυσίδες διανομής ανά περιοχή ελέγχονταν από μια και μόνο εταιρεία. Τα μονοπώλια δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα με διεθνή καπιταλιστικά στάνταρ, αλλά υπάρχουν πολύ λίγες μικρές εταιρείες.

Ένας Αυστριακός ψευδο-Τροτσκιστής, ο Michael Pröbsting [5], έγραψε πρόσφατα ένα έργο με τίτλο Η Ρωσία ως μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη: Η δημιουργία του ρωσικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και της αυτοκρατορίας του (2014). Ο Pröbsting ισχυρίζεται πως η Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική δύναμη πρώτον εξαιτίας της κυριαρχίας πάνω στην οικονομία των μονοπωλίων, και αναφέρει τις Gazprom, Sberbank, Rosneft, Lukoil, και άλλες. Αυτό δεν αποδεικνύει τίποτε. Στην εποχή της συνδυασμένης και άνισης ανάπτυξης, ακόμα και στις ημι-αποικιακές καπιταλιστικές χώρες τα μονοπώλια συχνά κυριαρχούν στην οικονομία. Η Vale Corp. της Βραζιλίας και η Cemex και América Móvil του Μεξικού είναι μεγαλύτερες από την Gazprom και τη Lukoil σε περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό [6], αλλά αυτό δεν καθιστά ιμπεριαλιστικές χώρες τη Βραζιλία και το Μεξικό.

Και βέβαια δεν πρόκειται για κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο είναι η κορωνίδα της λενινιστικής ανάλυσης του ιμπεριαλισμού. Η Ρωσία έχει μονάχα 2 από τις 100 μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου στην κατάταξη συνολικών περιουσιακών στοιχείων: την Sberbank (αρ. 74) και την VTB (αρ. 93), των οποίων η συνδυασμένη αξία είναι λιγότερο από το μισό από αυτή των τριών βραζιλιάνικων τραπεζών στη λίστα (των Itaú Unibanco, Banco do Brasil και Bradesco). Οι τράπεζες αποτελούν πολύ μικρότερο μέρος της ρωσικής οικονομίας (4% του ΑΕΠ) από ό,τι στις ΗΠΑ (8% του ΑΕΠ, 41% των εταιρικών κερδών), ή από ό,τι στην υπόλοιπη ιμπεριαλιστική Δύση, και παίζουν μικρό ρόλο στη διεύθυνση της οικονομίας. Η Sberbank είναι μια γιγαντιαία τράπεζα αποταμιεύσεων, το πλειοψηφικό της πακέτο ανήκει στο κράτος, και χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο εταιρείες που πλειοψηφικά επίσης ανήκουν στο κράτος. Η VTB, η οποία επίσης ανήκει κατά πλειοψηφία στο κράτος, είναι η πρώην Τράπεζα Ξένου Εμπορίου της ΕΣΣΔ. Οι θυγατρικές της στις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες επικεντρώνονται στην χρηματοδότηση του εμπορίου με τη Ρωσία.

Όσο για την εξαγωγή κεφαλαίων, η Ρωσία κατέχει ενδιάμεση θέση ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες και τις νεοαποικίες. Έτσι, το σύνολο των ξένων επενδύσεων της Ρωσίας είναι 21% του ΑΕΠ, ποσοστό πολύ μικρότερο από αυτό της Σουηδίας (78% του ΑΕΠ), της Μεγάλης Βρετανίας (74%), της Γαλλίας (54%), της Γερμανίας (46%) και των ΗΠΑ (35%), ή ακόμα και της Χιλής (37%)· είναι ταυτόχρονα αρκετά ψηλότερο από ό,τι στη Βραζιλία και το Μεξικό (γύρω στο 10% του ΑΕΠ) και περίπου το ίδιο με της Νότιας Αφρικής (22%). [7] Επιπρόσθετα, ενώ στις ιμπεριαλιστικές χώρες οι επενδύσεις εκτός χώρας (το 44% του ΑΕΠ στις «αναπτυγμένες οικονομίες») σχεδόν πάντα ξεπερνούν τις επενδύσεις εντός χώρας (33% του ΑΕΠ), στη Ρωσία οι άμεσες επενδύσεις εκτός χώρας (21% του ΑΕΠ) είναι λιγότερες από τις ξένες επενδύσεις εντός χώρας (26%), αν και το χάσμα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο στις μεγαλύτερες ημι-αποικιακές χώρες, όπου η εισροή επενδυτικών κεφαλαίων μπορεί να φτάνει στο διπλάσιο ή τριπλάσιο της εκροής.

Επιπλέον, μεγάλο μέρος των εκροών κεφαλαίου από τη Ρωσία δεν είναι ξένες επενδύσεις αλλά απόκρυψη κεφαλαίων σε φορολογικούς οφσόρ παραδείσους. Δείτε τις χώρες που είναι αποδέκτες των ρωσικών ξένων «επενδύσεων»: Ουκρανία 1.2%· υπόλοιπες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, 3.1%· αλλά Ευρωπαϊκή Ένωση, 64%, απ’ τα οποία τα 122 δις δολάρια, το 34%, είναι στην Κύπρο (το 2012, το 43%). [8] Κύπρος; Όχι ένα κέντρο βιομηχανίας και πρώτων υλών αλλά ένας φορολογικός παράδεισος (τουλάχιστον, τέτοιος ήταν). Ο άλλος βασικός προορισμός, οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι (12.8% το 2012), έχουν έκτοτε αυξήσει δραματικά το μερίδιό τους από 49 δις δολάρια σε 80 δις, καθώς το ρώσικο χρήμα διέφυγε από το καταρρέον κυπριακό τραπεζικό σύστημα στον βρετανικό φορολογικό παράδεισο. Αντί να ενθαρρύνει τις ξένες επενδύσεις, η ρωσική κυβέρνηση παρακαλάει να επιστρέψει αυτό το κεφάλαιο στη χώρα, χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. [9]

Πολύ από αυτό το κεφάλαιο έχει «παρκαριστεί» σε οφσόρ προσωρινά, όπως δείχνει το γεγονός ότι οι εισροές και οι εκροές κεφαλαίου λίγο-πολύ ισορροπούν, εδώ και χρόνια. Έτσι, η εταιρεία λογιστικής Ernst & Young ανέλυσε την κίνηση των ρωσικών κεφαλαίων απ’ το 2007 στο 2011 (“Capital Outflow from Russia: From Myths to Reality” [2012]), δείχνοντας ότι υπήρξε κίνηση 153 δις προς οφσόρ και 133 δις από οφσόρ.  Το συμπέρασμά τους; «Το ποσό πραγματικών κεφαλαιακών εκροών έχει υπερτιμηθεί τουλάχιστο στο διπλάσιο από ό,τι πραγματικά είναι.» Επιπρόσθετα,  πολλές απ’ τις μεγαλύτερες ρωσικές εταιρείες έχουν απαλλαχθεί από περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, όπως είναι η Severstal, που αναζητά αγοραστή για τις δύο βιομηχανίες χάλυβα που είχε στις ΗΠΑ. [10] Υπάρχουν πολύ λίγα τέτοια περιουσιακά στοιχεία στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.

Το ρεζουμέ είναι ότι αντί να έχει «τεράστιο πλεόνασμα κεφαλαίου» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός), που αναποδογυρίζει τον πλανήτη αναζητώντας πιο επικερδείς επενδύσεις, προσπαθώντας να στριμώξει χώρες ή να ανεβάσει το περιθώριο κέρδους εκμεταλλευόμενο την χαμηλά αμειβόμενη εργασία σε ημι-αποικιακές χώρες, η Ρωσία έχει έλλειψη κεφαλαίων και είναι καθαρός εισαγωγέας κεφαλαίου. Μόνο μία από τις 100 μεγαλύτερες «υπερεθνικές» επιχειρήσεις είναι ρώσικη (η Vimpel.com, αρ. 93, εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, η οποία έχει λιγότερα από τα μισά περιουσιακά στοιχεία της βραζιλιάνικης Vale και έχει το ίδιο μέγεθος με την μεξικανικής βάσης América Móvil του Carlos Slim). Σε ό,τι αφορά την αναζήτηση πρώτων υλών, η Ρωσία έχει τεράστιες ποσότητες από σχεδόν όλους τους ζωτικούς πόρους, περιλαμβανομένων των μεγαλύτερων αποθεμάτων φυσικού αερίου στον κόσμο. Είναι κυρίως εξαγωγέας πρώτων υλών και ενέργειας (το 70% των συνολικών εξαγωγικών κερδών είναι από πετρέλαιο και φυσικό αέριο). Εν ολίγοις, σε ό,τι αφορά το κριτήριο της εξαγωγής κεφαλαίων, η Ρωσία απέχει πολύ απ’ το να μπορεί να χαρακτηριστεί ιμπεριαλιστική χώρα.

Είναι η Ρωσία ιμπεριαλιστική;
ΙΙ: Μοιράζοντας και κυριαρχώντας εδαφικά στον κόσμο

Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή ως μέλος «διεθνών μονοπωλιακών καπιταλιστικών ενώσεων που μοιράζουν τον κόσμο.» Παρά τις αναφορές σε «συνεργασίες», η μετασοβιετική, καπιταλιστική Ρωσία αντιμετωπίστηκε ως παρίας, παρά ως κάποιος με τον οποίο πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός. Αν και έκανε αίτηση εισόδου στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου του 1993, έγινε δεκτή μόνο το 2012, περισσότερο από δέκα χρόνια μετά την Κίνα. Η Ρωσική Ομοσπονδία εξακολουθεί να αποκλείεται από τον ΟΟΣΑ, τον όμιλο των ηγέτιδων καπιταλιστικών χωρών, ο οποίος έχει συμπεριλάβει την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, το Μεξικό και την Τσεχία. Η ιμπεριαλιστική στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤO επεκτείνεται ως τα σύνορα της Ρωσίας. Και τώρα, η Ρωσία πετάχτηκε με τις κλωτσιές έξω από τους G-8.

Ο ορισμός του ιμπεριαλισμού στον Λένιν είχε πολλά στοιχεία, και κάποιες χώρες μπορεί να συμπληρώνουν κάποια αλλά όχι όλα τα κριτήρια. Ο ίδιος ο Λένιν αναφέρθηκε σε «μια χώρα εντελώς υπανάπτυκτη οικονομικά (τη Ρωσία), όπου ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός εμπλέκεται, τρόπον τινά, με ένα πολύ πυκνό δίκτυο προκαπιταλιστικών σχέσων». Κι όμως, παρά την οικονομική της αδυναμία και οπισθοδρόμηση, η τσαρική αυτοκρατορία ενεργούσε ως «αστυνόμος  της Ευρώπης» στα μέσα του 19ου αιώνα, συντρίβοντας επαναστάσεις στην Ουγγαρία και την Πολωνία· και, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους λίγο πριν την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου, ήταν αντιληπτή ως προστάτης των νότιων Σλάβων ενάντια στην Αυστρο-Ουγγρική αυτοκρατορία. Συνεπώς, η οικονομία της Ρωσίας δεν κυριαρχείται από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, δεν είναι μεγάλος εξαγωγέας κεφαλαίων, και δεν έχει γίνει πλήρες μέλος των ιμπεριαλιστικών ομίλων. Τι συμβαίνει με τον γεωπολιτικό της ρόλο;

Ο Pröbsting στη μπροσούρα του αναφέρει ότι «Ο ρώσικος ιμπεριαλισμός ήδη κυριαρχεί ή τουλάχιστον παίζει σημαντικό ρόλο στην καταπίεση ενός αριθμού ημιαποικιών στην Κεντρική Ασία και στην Ανατολική Ευρώπη». Ισχυρίζεται ότι ενός από τους 28 πίνακες που παρουσιάζει (ο πίνακας νούμερο 9) δείχνει το εξής:

«Τα ρωσικά μονοπώλια επενδύουν κυρίως σε ημιαποικίες στην Κεντρική Ασία και την Ανατολική Ευρώπη, καθώς και στην Δυτική Ιμπεριαλιστική Ευρώπη και στα ημι-αποκιακά Βαλκάνια. Στη βάση αυτών των στοιχείων συμπεραίνουμε ότι τα Ρώσικα μονοπώλια απορροφούν σημαντικό υπερκέρδος από τις εξωτερικές επενδύσεις τους σε ημιαποκιακές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ασίας.»

Τα στοιχεία που παραθέτει όμως δεν αποδεικνύουν τίποτα τέτοιο, αφού δε δίνουν κανένα στοιχείο για τα πραγματικά ποσά των επενδύσεων. Με τέτοια δακτυλουργικά κόλπα, ελπίζει ότι οι αναγνώστες δεν θα θυμηθούν ότι ένας από τους προηγούμενους πίνακες (ο πίνακας νο. 4) έδειχνε ότι λιγότερο από ένα 4% των ρωσικών ξένων επενδύσεων προσανατολίζονται στην Κεντρική Ασία, την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Ακόμα και υποθέσουμε ότι ένα μικρό ποσοστό των μεταφορών σε φορολογικούς παραδείσους είναι στην πραγματικότητα επενδύσεις σε οφ-σορ ρώσικες επιχειρήσεις, όπως η Lukoil, η οποία δραστηριοποιείται στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει την βάση της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους,  ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό επενδύεται στην Κεντρική Ασία και στην Ανατολική Ευρώπη.

tengizoilfieldkazakhstan

Αποθέματα πετρελαίου στο Tengiz: Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές εκμεταλλεύονται τα αποθέματα στην Κεντρική Ασία

Για παράδειγμα, τα στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι ρώσικες επενδύσεις στο Καζακστάν είναι στο ύψος των $2.5 δις (0.7 επί του συνόλου των επενδύσεων στο εξωτερικό) σίγουρα υποτιμούν το πραγματικό ποσό. Διάφορες πηγές τοποθετούν το πραγματικό ποσό των Ρωσικών επενδύσεων στα $7 δις. Όμως και πάλι αυτό είναι λιγότερο σε σχέση με τα $9.7 δις των επενδύσεων εταιρειών αμερικανικών συμφερόντων, λαμβάνοντας επίσης υπ’ όψιν το γεγονός ότι και πάλι το ποσό των ρώσικων επενδύσεων αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 8% των συνολικών ξένων επενδύσεων στην συγκεκριμένη χώρα (η οποία δέχεται τα 4/5 των συνολικών επενδύσεων στην Κεντρική Ασία). [11]  Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι επενδύσεις είναι συγκεντρωμένες στην Βιομηχανία Πετρελαίου, συμπεριλαμβάνοντας την τεράστια περιοχή κοιτασμάτων πετρελαίου στο Tengiz, την οποία έχει αναλάβει μία κοινοπραξία της Chevron και της Exxon, και την περιοχή στο Kashagan, που την έχει αναλάβει μία κοινοπραξία των εταιριών Eni (Ιταλία), BP (H.B.), Statoil (Νορβηγία), Mobil, Royal Dutch Shell και της Total S. A. (Γαλλία). Η Ρωσική Rosneft και η Lukoil έχουν μικρότερες περιοχές και παράγουν σημαντικά λιγότερο από ότι η αυστριακή OMW.

Σε ό,τι αφορά το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου, η Ρωσία δεν είναι ούτε και σε αυτόν τον τομέα ιδιαίτερα επιτυχής. Την στιγμή που οι ηγέτες της Μόσχας έχουν πραγματοποιήσει δύο βάρβαρους, βρώμικους πολέμους για να παρεμποδίσουν την απόσχιση της Τσετσενίας από την Ρωσική Ομοσπονδία, έχουν αποδεχθεί την ανεξαρτησία άλλων μη ρωσικών πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Ο Γιέλτσιν έφτασε στο σημείο να τις παρακινεί να ανεξαρτητοποιηθούν, εκμεταλλευόμενος το σοβινιστικό αίσθημα ότι η Ρωσία θα πρέπει να σταματήσει να επιχορηγεί την υπόλοιπη πρώην Σοβιετική Ένωση. Ο Πούτιν έχει διακηρύξει ότι «η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η μεγάλη γεωπολιτική καταστροφή του αιώνα», όχι λόγω κάποιας παλαιάς αγάπης για το σοσιαλισμό, αλλά στην εθνικιστική βάση ότι «δεκάδες εκατομμύρια Ρώσων συμπολιτών μας βρέθηκαν εκτός της ρωσικής περιφέρειας» (Απρίλης 2005, απεύθυνση στην ομοσπονδιακή ένωση της Ρωσικής Ομοσπονδίας).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Πούτιν θα ήθελε να αποκαταστήσει τη «δόξα» και τη δύναμη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όμως η μετασοβιετική καπιταλιστική Ρωσία δεν έχει υπάρξει ποτέ και ούτε είναι τώρα σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο. Η Μόσχα δεν έχει ασκήσει πίεση στις δημοκρατίες της Βαλτικής, ακόμα και όταν οι αντιδραστικοί αστοί ηγέτες τους είχαν αποκλείσει αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσων από το δικαίωμα της ιθαγένειας στην Εσθονία και την Λετονία στη βάση των ναζιστικής κοπής «νόμων του αίματος», οι οποίοι έθεταν ως προϋπόθεση για τους εθνικά Ρώσους να αποκηρύξουν τη ρωσική τους ιθαγένεια και να περάσουν εξετάσεις για τη γλώσσα. Σε όλες αυτές τις τρεις χώρες, τα SS και οι αστυνομικές μεραρχίες των συνεργατών των Ναζί κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου εξυμνούνται ως εθνικοί ήρωες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εκτέλεσαν κομμουνιστές και σφαγίασαν δεκάδες χιλιάδες Εβραίους.

kyrgyzstantuliprevolution050331

Η σχεδιασμένη από την Ουάσιγκτον «Επανάσταση της Τουλίπας» το 2005 στην Κιργιζία, Κεντρική Ασία, κατά την οποία η Ουάσινγκτον παρείχε πιεστήρια και χρηματοδότηση σε ομάδες της αντιπολίτευσης, διατηρώντας παράλληλα στρατιωτική βάση στο Μανάς για να προμηθεύει τις δυνάμεις κατοχής στο Αφγανιστάν.

Στην πρώην Σοβιετική Κεντρική Ασία δεν υπάρχουν καθόλου ρωσικές στρατιωτικές βάσεις, ούτε έχει χρησιμοποιήσει η Μόσχα πολεμική ισχύ για να καθυποτάξει την περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη, έχουν μία βάση στο Μανάς του Κιργιστάν, που λειτουργεί ως μονάδα ανεφοδιασμού για την ιμπεριαλιστική δύναμη κατοχής στο Αφγανιστάν. Η Ουάσινγκτον επίσης έχει ξοδέψει εκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια σε βοήθεια στη χώρα για την προάσπιση της «δημοκρατίας» και της «κοινωνίας των πολιτών». Μέσω του ιδρύματος «Εθνική Επιχορήγηση για την Δημοκρατία» (National Endowment for Democracy), η Ουάσινγκτον χρηματοδότησε αντιπολιτευόμενες ομάδες στην Κιργιζία, οι οποίες επίσης χρησιμοποίησαν πιεστήριο του Freedom House για να προετοιμάσουν την «Επανάσταση της Τουλίπας» το 2005, η οποία έριξε την κυβέρνηση του Ασκάρ Ακάγιεβ και όρισε τον Κούρμαν Μπακίγιεβ ως πρόεδρο. [12] Ο Μπακίγιεβ ανετράπη με τη σειρά του το 2010 από αντιστασιακούς, οι οποίοι δυνάμωσαν από τη δυσαρέσκεια ενάντια στη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ και τη διευρυμένη διαφθορά της κυβέρνησης.

Στη Γεωργία, οι ΗΠΑ σχεδίασαν την αποκαλούμενη «Επανάσταση των Ρόδων» το Νοέμβρη του 2003 με σκοπό να διώξουν την κυβέρνηση του πρώην σοβιετικού υπουργού Εξωτερικών Έντουαρτ Σεβαρντνάτζε, αξιοποιώντας ένα δίκτυο «μη κυβερνητικών οργανώσεων», που χρηματοδοτούνταν από τις ΗΠΑ, καθώς και Σέρβους πράκτορες εκπαιδευμένους από τις ΗΠΑ, οι οποίοι είχαν προηγουμένως οργανώσει την πτώση του Μιλόσεβιτς το 2000. Η αντικατάσταση του Σεβαρντνάτζε και η έλευση του Μιχαήλ Σαακασβίλι (ο οποίος σπούδασε με υποτροφία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ νομική στο πανεπιστήμιο Columbia) υποστηρίχθηκε από τον χρηματιστή George Soros, του όποιου η αυτοκρατορία από ΜΚΟ για την προώθηση των «Ανοικτών Κοινωνιών» είχε παίξει ρόλο και στην Ουκρανία το 2004 και ξανά την διετία 2013-14. Έχοντας πάρει την εξουσία μέσω πραξικοπήματος, ο Σαακασβίλι σύντομα έκανε αίτηση για ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ.

Το 2008, ο Σαακασβίλι προκάλεσε εχθροπραξίες που τελικά οδήγησαν τη Γεωργία σε έναν πόλεμο που διήρκησε πέντε ημέρες με τη Ρωσία. Οι πολεμικές προκλήσεις στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία δεν ήταν τυχαίες, καθώς στις περιοχές εκείνες βρίσκονται φιλορωσικοί θύλακες καθώς και μονάδες του ρώσικου στρατού από το 1991-92, όταν η Γεωργία είχε αποπειραθεί να καταστείλει τις τοπικές εξεγέρσεις. Απαντώντας στις γεωργιανές επιθέσεις, η Μόσχα έστειλε ρωσικές μονάδες, οι οποίες έδιωξαν τους εισβολείς και συνέχισαν την κάθοδο τους στη Γεωργία, οδηγώντας στον αντιδραστικό ρωσο-γεωργιανό πόλεμο. Ωστόσο, ακόμα και αξιωματικοί του ΝΑΤΟ και παρατηρητές του OSCE (Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη) κατηγόρησαν τη Γεωργία ότι ξεκίνησε τον πόλεμο, με την ελπίδα ότι το ΝΑΤΟ θα παρενέβαινε, κάτι που θα οδηγούσε σε επιτάχυνση των ενταξιακών διεργασιών στην ιμπεριαλιστική πολεμική συμμαχία. Η ρωσική πολεμική αντίδραση ήταν κατά βάση αμυντική και καθόλου επεκτατική.

Συνεπώς, αν έπρεπε να βρούμε ποια είναι η ιμπεριαλιστική δύναμη που εκμεταλλεύεται την Κεντρική Ασία και τις ημιαποικίες του Καυκάσου, που αντλεί υπερκέρδη από την εξαγωγή κεφαλαίων για την εκμετάλλευση των φυσικών τους πόρων, που παρεμβαίνει εξαγοράζοντας τους τοπικούς πολιτικούς, που οργανώνει πραξικοπήματα και διατηρεί στρατιωτικές βάσεις κατά τη μετασοβιετική περίοδο, η δύναμη αυτή δεν είναι η Ρωσία αλλά οι ΗΠΑ. Φυσικά οι αστοί ηγέτες της Ρωσίας επιδιώκουν να κυριαρχήσουν στον γεωπολιτικό χώρο γύρω από τη μειωμένη κυριαρχία τους και να εγκαταστήσουν υποτακτικά σε αυτούς κράτη. Ο Πούτιν φυσικά και ονειρεύεται κάτι τέτοιο. Όμως προς το παρόν η Ρωσία μπορεί μονάχα να απωθεί τις επιθέσεις του επιθετικού ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ και των ΝΑΤΟϊκων συμμάχων τους, οι οποίοι μέσω τοπικών μαριονετών είναι αποφασισμένοι να διαλύσουν κάθε τι που αντιβαίνει στην παγκόσμια ηγεμονία τους.

georgiaroserevolution080808

Οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ σχεδίασαν επίσης το 2003 την «Επανάσταση των Ρόδων» στη Γεωργία, εγκαθιστώντας τον Μιχαήλ Σαακασβίλι ως πρόεδρο μαριονέτα, ο οποίος το 2008 ξεκίνησε επίθεση εναντίον φιλορωσικών θυλάκων της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, ελπίζοντας να επισπεύσει την ένταξη στο ΝΑΤΟ. (Φωτογραφία: Shakh Aivazov / AP)

Η Ρωσία ως μεταβατική καπιταλιστική χώρα και περιφερειακή δύναμη

Σε αντίθεση με τους σοσιαλδημοκράτες εφημεριδοπώλες της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας περί «ρωσικού ιμπεριαλισμού», ο Λένιν δε χώριζε τον κόσμο αποκλειστικά σε ιμπεριαλιστές και αποικίες ή ημιαποικίες. Στη μπροσούρα του για τον Ιμπεριαλισμό, ο μπολσεβίκος ηγέτης αναφέρεται σε αρκετά σημεία σε «μη αποκιακές ή ημιαποικιακές χώρες» (όπως η Περσία, η Κίνα και η Τουρκία), σε άλλα σημεία μιλάει για «έναν αριθμό σημαντικών μεταβατικών μορφών κρατικής εξάρτησης», συμπεριλαμβανομένης της Αργεντινής («σχεδόν μία βρετανική εμπορική αποικία») και της Πορτογαλίας («ένα βρετανικό προτεκτοράτο»),  και γενικώς για μεταβατικές μορφές όμοιου χαρακτήρα με «αυτές που μπορούν να βρεθούν σε κάθε σφαίρα της φύσης και της κοινωνίας». Αυτό που υποστήριζε ήταν πως όλες αυτές οι χώρες και μορφές αποτελούσαν «κρίκους στην αλυσίδα των λειτουργιών του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου», μέρος ενός «γενικού συστήματος», του ιμπεριαλισμού.

Η Ρωσία σήμερα είναι μία τέτοια μεταβατική καπιταλιστική χώρα, η οποία δεν είναι ούτε ημιαποικία ούτε ιμπεριαλιστικό κράτος – όχι ακόμα. Άλλο ένα παράδειγμα μεταβατικής καπιταλιστικής χώρας είναι η Ελλάδα. [13]  Γεωπολιτικά, η Ρωσία είναι μια περιφερειακή δύναμη με αυτοκρατορικές επιδιώξεις. Δεν είναι και το μοναδικό παράδειγμα. Η Νότια Αφρική, τόσο υπό το καθεστώς του Άπαρτχάιντ όσο και τώρα υπό το καθεστώς ενός νέου μαύρου καπιταλιστικού νέο-άπαρτχάιντ, έχει επιδιώξει να ελέγξει το νότιο τμήμα της αφρικανικής ηπείρου. Ακόμα και μεγαλύτερες ημιαποκιακές χώρες παίζουν αυτό το ρόλο: Το Ιράν υπό το Σάχη αλλά και τον Χομεϊνί και τους κληρονόμους του επιδίωξαν να κυριαρχήσουν στην «περιφέρεια» τους, συμπεριλαμβανομένων των κρατιδίων του «Περσικού» Κόλπου. Η Βραζιλία συμπεριφέρεται ως σερίφης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Καραϊβική, προσφέροντας μισθοφορικές δυνάμεις για την κατοχή της Αιτής από δυνάμεις αμερικάνικες και των Ηνωμένων Εθνών. Η Ρωσία του Πούτιν παίζει σκληρή μπάλα με την Ουκρανία σε ό,τι αφορά την παροχή αερίου και τις τιμές. Για δεκαετίες, η Βραζιλία επέβαλε στην Παραγουάη πληρωμές κάτω από το κόστος για τον ηλεκτρισμό από τους καταρράκτες Ιγκουάζου.

Οι μαρξιστές εναντιώνονται στις ιμπεριαλιστικές και τις «μεγαλοϊδεατικές» διαθέσεις τέτοιων περιφερειακών δυνάμεων, συγκεντρώνοντας παράλληλα τα πυρά τους ενάντια στους πραγματικούς ιμπεριαλιστές, οι οποίοι συνηθίζουν να υλοποιούν την επιθετικότητά τους ως υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και άλλων τέτοιων.  Ο Γούντροου Ουίλσον είχε τέτοια πολιτική στον πρώτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, οι «δημοκράτες» ιμπεριαλιστές ομοίως στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και ο Κλίντον τις δύο φορές που επιτέθηκε στη Σερβία. Οι τωρινοί φιλελεύθεροι Δημοκράτες και ο Μπαράκ Ομπάμα, ο  Γάλλος «σοσιαλιστής» Φρανσουά Ολλάντ και ο Βρετανός Τόρης Ντέιβιντ Καμερον, όλοι μαζί από κοινού υποστήριζαν τους ισλαμιστές που διεξάγουν εθνοκαθάρσεις στη Συρία και τους ναζί που διεξάγουν πογκρόμ στην Ουκρανία. Σήμερα, η βασική απειλή απέναντι στην εργατική τάξη στη σύγκρουση που διεξάγεται για την Ουκρανία είναι η υποστηριζόμενη από τον ιμπεριαλισμό χούντα των εθνικιστών φασιστών και των δεξιών θιασωτών της ελεύθερης αγοράς του Κιέβου, όχι κάποιος «ρωσικός ιμπεριαλισμός».

Και τι γίνεται όμως με τους ισχυρισμούς περί ρωσικής επιθετικότητας ενάντια στην «καημένη μικρή Ουκρανία»; Κατ’ αρχάς, η ενσωμάτωση της Κριμαίας από τον Πούτιν έλαβε χώρα χωρίς να πέσει ούτε μία σφαίρα, εξαιτίας της συντριπτικής και ενθουσιώδους υποστήριξης της κίνησης αυτής από το ντόπιο πληθυσμό. Η Κριμαία ήταν ιστορικά τμήμα της Ρωσίας και η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της πολιτισμικά Ρώσοι. Μόλις το 1954 δόθηκε «ως δώρο» στην Ουκρανία από τον Νικίτα Χρουστσόφ. Η διοικητική αλλαγή δεν επηρέασε ιδιαίτερα το λαό, καθώς εκείνη την περίοδο η Ουκρανία και η Ρωσική Δημοκρατία ήταν τμήματα του ίδιου κράτους, της Σοβιετικής Ένωσης. Οι κάτοικοι εξακολουθούν να ταυτίζονται με την Ρωσία λόγω της οικονομικής κυριαρχίας που ασκεί στη χερσόνησο η βάση του ρωσικού στόλου του Εύξεινου Πόντου στη Σεβαστούπολη, καθώς και επειδή πολλοί κάτοικοι (το 95% των οποίων είναι ρωσόφωνος πληθυσμός που περιλαμβάνει εθνικά Ρώσους και εθνικά Ουκρανούς) είναι βετεράνοι του στρατού και του ναυτικού.

Το Internationalist Group και η League for the Fourth International στήριξαν την αυτοδιάθεση της Κριμαίας και την ένωσή της με τη Ρωσική Ομοσπονδία. Η πολεμική δραστηριότητα της Ρωσίας δεν συνιστούσε καθόλου πράξη βίας – αντίθετα, απλώς διεκπεραίωσε την άσκηση του δημοκρατικού δικαιώματος του αποχωρισμού από την υποστηριζόμενη από τους ιμπεριαλιστές εθνικιστική χούντα του Κιέβου, η οποία είναι επιθετική ενάντια στον πληθυσμό των ρωσόφωνων περιοχών της Ουκρανίας. Η ρωσική επέμβαση ήταν επίσης μια αμυντική κίνηση πρόληψης και υπεράσπισης της Σεβαστούπολης ενάντια στο επιθετικό και υποστηριζόμενο από το ΝΑΤΟ κράτος της Ουκρανίας. Μπορεί η βάση αυτή να μην είναι η μοναδική για το Στόλο του Εύξεινου Πόντου, είναι όμως ζωτική για τις ρωσικές εξαγωγές, επειδή είναι η μόνη έξοδος στη θάλασσα που δεν παγώνει ολοκληρωτικά τον χειμώνα, όπως στο Νοβοροσίσκ. Αν το ΝΑΤΟ αποκτούσε τον έλεγχο της Σεβαστούπολης, θα τον χρησιμοποιούσε για να στραγγαλίσει οικονομικά τη Ρωσία.

Σε ό,τι αφορά τη συζήτηση περί της ρώσικης αρκούδας που καταβροχθίζει την νοτιοανατολική Ουκρανία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ψυχροπολεμική ρητορική φόβου. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μικρό ουκρανικό κράτος υπό την κυριαρχία μιας φαρμακερά αντιρωσικής εθνικιστικής κυβέρνησης με βάση τη δυτική Ουκρανία, από την οποία περνάνε οι περισσότεροι από τους 12 αγωγούς που μεταφέρουν το ρώσικο φυσικό αέριο στην Ευρώπη. Θα μπορούσαν (οι Ουκρανοί) να τους κλείσουν αμέσως και, μολονότι η Ρωσία έχει ανοίξει το νέο αγωγό Nord Stream στη Βαλτική Θάλασσα, να μειώσουν έτσι σημαντικά τις εξαγωγές του ρώσικου αερίου στην Ευρώπη. Επιπλέον, ο πληθυσμός στην ανατολική Ουκρανία είναι πολύ λιγότερο ομοιογενής από ό,τι στην Κριμαία, με μια σημαντική μειονότητα ανθρώπων που έχουν ως μητρική γλώσσα την ουκρανική. Μια ρωσική εισβολή (σε αντίθεση με την αυτοκυβέρνηση) αναμφίβολα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ατέλειωτες επιθέσεις Ουκρανών εθνικιστών. Σε μία από τις λίγες διαυγείς τους στιγμές, οι New York Times (13 Μάη) ανέφεραν:

«Ο κύριος Πούτιν έχει δώσει κάθε ένδειξη ότι ο πραγματικός του σκοπός δεν είναι προσάρτηση περισσότερης ουκρανικής επικράτειας, αλλά η μετατροπή της Ουκρανίας σε ένα ομόσπονδο κράτος με μια αδύναμη και ουδέτερη κυβέρνηση, που θα είναι πάντοτε εξαρτημένη από την Ρωσία».

Αυτό που πραγματικά επιθυμούν οι πιο επιθετικοί πολεμοκάπηλοι ιμπεριαλιστές είναι μια Ουκρανία εξαρτημένη από τη Δύση η οποία θα αποτελούσε μία μόνιμη στρατιωτική απειλή για τη Ρωσία. Μια τέτοια κατάσταση θα οδηγούσε αδιαμφισβήτητα σε πόλεμο. Προκλήσεις από ακροδεξιούς Ουκρανούς ή άλλους θα ήταν αδύνατο να αποφευχθούν. Καμιά «ειρηνευτική» διαδικασία δε θα μπορούσε να απωθήσει έναν τέτοιο κίνδυνο, με αποτέλεσμα την επιστροφή της πυρηνικής αναχαίτισης, και μαζί της και του δόγματος της «Αμοιβαία Εξασφαλισμένης Καταστροφής». Το Πεντάγωνο το κατανοεί αυτό καλά, και για αυτό το λόγο δεν έχει δώσει ακόμα απάντηση στις αιτήσεις της Ουκρανίας (ή της Γεωργίας) για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Το Κρεμλίνο ακόμα περισσότερο αναγνωρίζει αυτό το επικίνδυνο σενάριο στον ορίζοντα, και προσπαθεί να το αποτρέψει.

Ουκρανία: Νέο-αποικία της μετα-σοβιετικής Ρωσίας;

Αν αφήσουμε στην άκρη την ψυχροπολεμική αντιρωσική προπαγάνδα, παραμένει υπαρκτό το ερώτημα της γενικότερης σχέσης της Ουκρανίας με τη Ρωσία: υπό το τσαρικό καθεστώς, στη Σοβιετική Ένωση, και ύστερα από την καταστροφή της Ε.Σ.Σ.Δ. και της αποκατάστασης του καπιταλισμού. Είναι αλήθεια, όπως ισχυρίζεται η αμερικανική ISO (Διεθνής Σοσιαλιστική Οργάνωση) ότι η Ρωσία αποτελούσε «ανέκαθεν τον αυτοκρατορικό ηγεμόνα της Ουκρανίας»; Αυτή η ρητορική των «κατεχόμενων εθνών» ταυτίζεται ξεκάθαρα με την αντίληψη που έχουν οι ηγέτες της χούντας του Κιέβου, όπως ο «πρωθυπουργός» Αρσένι Γιατσεκούκ και ο «πρόεδρος» Ολεξάντρ Τουρτσίνοφ και γενικότερα οι Ουκρανοί εθνικιστές, οι οποίοι δικαιολογούν την εισβολή στην ανατολική Ουκρανία ισχυριζόμενοι ότι πολεμούν για να αποτινάξουν το ρωσικό αυτοκρατορικό ζυγό (την ίδια στιγμή που επιδιώκουν να γίνουν ημιαποικία της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η Ουκρανία ήταν ασφαλώς ένα καταπιεσμένο έθνος υπό τον τσαρισμό, ένα από τα πολλά έθνη στη «φυλακή των λαών» των Ρομανόφ. Η ουκρανική κουλτούρα είχε βρεθεί υπό διωγμό και η ουκρανική γλώσσα είχε απαγορευτεί στα σχολεία από το 1804 και ύστερα. Επιπλέον, στα τέλη του 1800 στην Ουκρανία ζούσε το 20% των Ευρωπαίων Εβραίων, οι οποίοι γίνονταν θύματα της τσαρικής καταπίεσης και των πογκόμ. Πολλοί εγκατέλειψαν την Ουκρανία λόγω αυτής της κατάστασης. Ωστόσο πολλοί παρέμειναν, και οι Εβραίοι της Ουκρανίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο σοσιαλιστικό κίνημα. Αυτός μάλιστα ήταν και ένας από τους λόγους που οι μαύρες εκατονταρχίες του τσάρου επέλεξαν την Οδησσό για να πραγματοποιήσουν το πογκρόμ τους κατά την διάρκεια της Ρώσικης Επανάστασης το 1905.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ύστερα από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, ο Λένιν και ο Τρότσκι ένωσαν το ουκρανικό και το ρωσικό τμήμα των Μπολσεβίκων καθώς και τους αριστερόστροφους Ουκρανούς εθνικιστές σε ένα ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα. Μια βραχύβια σοβιετική δημοκρατία του Ντονιέτσκ – Κριβόι Ρογκ στα ανατολικά ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας, με πρωτεύουσα το Χάρκοβο. Στην ομιλία του στο ρωσικό κοινοβούλιο για την Κριμαία, ο Πούτιν διαμαρτυρήθηκε ότι «Μετά την επανάσταση, οι Μπολσεβίκοι για πολλούς λόγους – ας τους κρίνει ο Θεός – ενσωμάτωσαν μεγάλες περιοχές του ιστορικού νότιου κομματιού της Ρωσίας στη Δημοκρατία της Ουκρανίας. Το έκαναν αυτό χωρίς να σκεφτούν την εθνική διαμόρφωση του πληθυσμού» (RT, 19 Μάρτη). Οι Ρώσοι εθνικιστές κατηγορούν τον Τρότσκι για αυτό, το οποίο ήταν κλειδί για τη δημιουργία μίας πολυεθνικής Ουκρανίας. Η εθνική ομοιογένεια είναι ένα σοβινιστικό πρόγραμμα.

Στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ρωσίας, οι Μπολσεβίκοι ακολουθούσαν την πολιτική της  «korenizatsiia» δηλαδή της ιθαγενοποίησης, σύμφωνα με την οποία προωθούσαν τη χρήση και την ανάπτυξη των τοπικών γλωσσών σε μη-ρωσικές περιοχές της Ε.Σ.Σ.Δ.. Η χρήση των ουκρανικών ενθαρρύνθηκε στην κυβέρνηση και τα σχολεία. Όμως κατά τη διάρκεια του εθνικιστικού δόγματος του Στάλιν περί «οικοδόμησης σοσιαλισμού σε μία χώρα» εγκαινιάστηκε μια ιδιαίτερα επιθετική καμπάνια εκρωσισμού. Το 1929, Ουκρανοί διανοούμενοι συνελήφθησαν. Λίγα χρόνια αργότερα, η διδασκαλία των ουκρανικών απαγορεύτηκε στα σχολεία και οι εφημερίδες άρχισαν να εκδίδονται στα ρωσικά. Επίσης, υπήρξε και το τρομερό τίμημα της βίαιης κολλεκτιβοποίησης, κατά την οποία αρκετά εκατομμύρια Ουκρανοί πέθαναν από το λιμό του 1932-1933. Και όπως παρατήρησε ο Τρότσκι, οι ματωμένες εκκαθαρίσεις των κομμουνιστών από τον Στάλιν στα τέλη του 1930 χτύπησαν το ουκρανικό κομμουνιστικό κόμμα σκληρότερα από οποιοδήποτε άλλο.

Η ιστορία της Ουκρανίας ως τμήμα της Σοβιετικής Ένωσης φυσικά δεν τελείωσε εκεί. Ύστερα από τη δεκαετία του 1930, η ανατολική Ουκρανία έγινε το βιομηχανικό κέντρο της Ε.Σ.Σ.Δ.. Μετά την ανάδειξη του Νικίτα Χρουστσόφ, τέως γραμματέα του ουκρανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στην εξουσία το 1954, οι περιορισμοί όσον αφορά τη γλώσσα χαλάρωσαν και τα ουκρανικά χρησιμοποιούνταν ξανά στα σχολεία και τα ΜΜΕ. Ωστόσο τα ρωσικά ήταν ακόμη κυρίαρχα, όπως και η καταπίεση όλων των αντιφρονούντων, τόσο αυτών που τάσσονταν υπέρ όσο και αυτών που αντιτάσσονταν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Αντίστοιχα φαινόμενα είχαμε και επί ηγεσίας του Ουκρανού Λεονίντ Μπρέζνιεφ, που διαδέχθηκε τον Χρουστσόφ στο Κρεμλίνο από το 1964 μέχρι το 1982. Τα εισοδήματα και η δυνατότητα παροχής καταναλωτικών αγαθών ανέβηκαν, ώστε μέχρι και το 1991 η Ουκρανία να έχει ελαφρά ανώτερο βιοτικό επίπεδο σε σχέση με τη Ρωσική Δημοκρατία. Έπειτα η αντεπανάσταση κατέστρεψε την οικονομία και τα εισοδήματα έπεσαν περίπου κατά 2/3. Ο καπιταλισμός καταδίκασε εκατομμύρια Ουκρανούς στη φτώχεια.

Σήμερα τα εισοδήματα είναι αρκετά υψηλότερα στη Ρωσία από ό,τι στην Ουκρανία: οι συντάξεις στη Ρωσία είναι διπλάσιες σε σχέση με αυτές στην Ουκρανία (ένας λόγος επίσης γιατί ακόμα και εθνικά Ουκρανοί ψήφισαν την ένταξη της Κριμαίας στη Ρωσία). Αυτό οφείλεται κυρίως στη ρωσική αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και στην παγκόσμια αύξηση των τιμών ενέργειας. Παρ’ όλη όμως την προπαγάνδα περί χρήσης του φυσικού αερίου ως μέσο «εκβιασμού» της Ουκρανίας από τη Ρωσία, ακόμα και όταν οι τιμές του ρωσικού αερίου προς την Ουκρανία διπλασιάστηκαν ($130/mcm) το 2006, η μέση αυτή τιμή ήταν μόλις το 40% αυτής που χρεωνόταν στη Γερμανία ($320 mcm). [14] Φαίνεται λοιπόν πως αντί να εξάγει υπερκέρδη από τις πωλήσεις φυσικού αερίου στην Ουκρανία, η Ρωσία έχει υποστηρίξει σε μεγάλο βαθμό την ουκρανική βιομηχανία και τους καταναλωτές, με σκοπό τη διατήρηση φιλικών σχέσεων με τη χώρα. Την ίδια στιγμή, η Ουκρανία έχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς τον έλεγχό της στους αγωγούς και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης για να απορροφήσει τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου. [15]

Η άλλη σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ουκρανική και τη ρωσική οικονομία είναι ο ρόλος των «ολιγαρχών». Και στις δύο χώρες, το τέλος της κοινωνικοποιημένης οικονομίας συνοδεύτηκε από μια λεηλασία τεράστιου μεγέθους, καθώς οι ιδιωτικοποιημένες εταιρείες παραδόθηκαν στους «ημετέρους» έναντι πινακίου φακής. Αυτό είναι τυπικό φαινόμενο της διαμόρφωσης μιας νέας αστικής τάξης, η οποία σχεδόν πάντοτε είναι το αποτέλεσμα της κρατικής στήριξης. Η διαφορά ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία είναι ότι στις αρχές του 2000 ο Πούτιν ανέκτησε ένα μέρος αυτών των παράνομων κερδών, ενίσχυσε τους στρατηγικούς κρατικούς τομείς της οικονομίας και ανάγκασε σε υποταγή τούς καπιταλιστές «πρίγκιπες» εξορίζοντας (Μπερεζόφσκι, Γκουσίνσκι) και φυλακίζοντάς τους (Χοντορκόφσκι). Στην Ουκρανία, η λεηλασία δε σταμάτησε ποτέ και οι ολιγάρχες συνέχισαν να έχουν τον έλεγχο, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν πρόεδρος.

Οι ρωσικές εταιρίες έχουν περιορισμένο ρόλο στην Ουκρανία, καθώς οι «φιλορώσοι» και οι «φιλοουκρανοί» ολιγάρχες έχουν ενωθεί με σκοπό να κρατήσουν τα πλουσιότερα ξαδέρφια τους από τη Ρωσία έξω από το παιχνίδι. Ιδιαίτερη διαπάλη είχε υπάρξει όσον αφορά τα διυλιστήρια πετρελαίου, όταν η ρώσικη εταιρία Tatneft εκδιώχθηκε από το μεγαλύτερο εργοστάσιο το 2007 στο Κερεμεντσούγκ υπό την απειλή όπλου, όπως και επίσης μια πρόσφατη απόφαση δικαστηρίου, που κατέσχεσε ένα μικρότερο εργοστάσιο επεξεργασίας πετρελαίου στην Οδησσό, που είχε αλλάξει κάμποσες φορές ιδιοκτησία (πότε ουκρανική, πότε ρωσική). Το μεγαλύτερο διυλιστήριο στην Ουκρανία που ελέγχεται από μη ουκρανικά συμφέροντα (στη Χερσόνα) ανήκει στην κρατική εταιρεία πετρελαίου του Καζακστάν. Οι ρωσικές εταιρείες έχουν επίσης αποκλειστεί σε μεγάλο βαθμό από την βιομηχανία ατσαλιού: όταν το μεγαλύτερο εργοτάξιο εξόρυξης, το Kryvorizhstal, ιδιωτικοποιήθηκε το 2004, η ρώσικη εταιρία Severstal αποκλείστηκε, καθώς και η αρχική απόφαση να δοθεί στο βαρόνο του ατσαλιού της ανατολικής Ουκρανίας, Ρινάτ Αχμέτοφ, ακυρώθηκε με εντολή του Προέδρου. Το εργοστάσιο είχε πωληθεί στην Arcelor Mittal Steel μέσω δανείου από τη Citigroup. To 2010, η κυβέρνηση έδωσε το δεύτερο μεγαλύτερο εργοστάσιο ατσαλιού, το Ilyich Steel and Iron Works, στον Αχμέτοφ, προκειμένου να αποκλειστούν οι Ρώσοι επενδυτές. [16]

ukrainemissilelauncheraircraft

Ουκρανία, μια ημιαποικία της Ρωσίας; Η Ουκρανία δεν έχει τυπική ημιαποικιακή οικονομία βασισμένη στην παραγωγή πρώτων υλών, αλλά είναι μια βαριά βιομηχανοποιημένη χώρα, η δέκατη μεγαλύτερη εξαγωγέας όπλων και δέκατη μεγαλύτερη παραγωγός χάλυβα στον κόσμο. Οι ρωσικοί εκτοξευτές διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων R-36 (πάνω) και το φορτηγό αεροπλάνο Antonov 124 (κάτω), κατασκευάζονται στην Ουκρανία και πωλούνται κυρίως στη Ρωσία.

Η Ουκρανία δεν έχει μια τυπική ημιαποκιακή οικονομία που βασίζεται στην εξαγωγή πρώτων υλών. Είναι ιδιαίτερα βιομηχανοποιημένη και είναι ο δέκατος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο (το 2012 ο τέταρτος μεγαλύτερος), μπροστά από το Ισραήλ και την Σουηδία, παράγοντας όχι μονάχα ελαφρά οπλικά συστήματα, αλλά και τανκς και άλλα βαριά όπλα. [17]  Η Ουκρανία είναι επίσης η δέκατη μεγαλύτερη παραγωγός ατσαλιού στον κόσμο. [18] Σε αντίθεση με τις αναφορές περί «σκουριασμένης βιομηχανίας», η βαριά βιομηχανία στην ανατολική Ουκρανία έχει αναγεννηθεί κάπως, τη στιγμή που τα ελαφριά μεταποιητικά εργοστάσια της δυτικής Ουκρανίας έχουν κλείσει εξαιτίας του ανταγωνισμού των φθηνότερων εισαγωγών. Η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς πελάτες των ουκρανικών εργοστασίων σιδήρου, ατσαλιού, μετάλλων και όπλων. Η ουκρανική βιομηχανία αεροσκαφών με έδρα το Κίεβο και το Χάρκοβο συνεργάζεται στενά με τα ρωσικά εργοστάσια στη Σαμάρα και το Βορονέζ.

Οι κάτοικοι της ανατολικής Ουκρανίας γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν η χώρα μπει στην τροχιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το σημαντικότερο τμήμα αυτής της βιομηχανίας θα καταστραφεί, με τους Αμερικάνους και Ευρωπαίους καπιταλιστές να αρπάζουν τομείς της επιλογής τους και τους εργαζομένους να καταδικάζονται στην ανεργία.

Γενικότερα η Ουκρανία, όπως και η Ρωσία, είναι μία μεσαίου μεγέθους, μεταβατική καπιταλιστική χώρα,  η οποία όμως είναι ακόμη βυθισμένη στην οικονομική δυσπραγία που ακολούθησε την αντεπανάσταση και είναι πολύ πιο αδύναμη στρατιωτικά. Το ότι οι εργατικοί μισθοί και τα εισοδήματα είναι σε επίπεδα φτώχειας δεν οφείλεται όμως στην υπερεκμετάλλευση από τη Ρωσία. Κυρίως οφείλεται στο ότι οι καπιταλιστές άρχοντες της Ουκρανίας έχουν πλουτίσει λεηλατώντας τον κρατικό πλούτο. Πολλοί Ουκρανοί ολιγάρχες έχουν χρησιμοποιήσει τον πλούτο τους για να εξαγοράσουν ξένες εταιρείες. Σε αυτό οφείλεται το γεγονός ότι ο Σεργκέι Ταρούτα κατέχει σημαντικές μονάδες παραγωγής ατσαλιού στην Ουκρανία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, τη Γεωργία, τη Ρωσία και την εταιρία Australian Consolidated Minerals, η οποία κατέχει το 10% της παγκόσμιας παραγωγής μαγγανίου. Όπως επίσης ο Βίκτορ Πιντσούκ και ο «βασιλιάς της σοκολάτας», Πέτρο Ποροσένκο, καθώς και άλλοι.

Το ζήτημα της γλώσσας έχει υπάρξει η προμετωπίδα του αντιρωσικού ουκρανικού εθνικιστικού αισθήματος. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι υπάρχει ένας μεγάλος πληθυσμός εθνικά Ρώσων στην ανατολική και νότια Ουκρανία, μεγάλο μέρος του οποίου δεν αισθάνεται το ουκρανικό κράτος ως δικό του, και εξίσου σημαντικά επειδή ο πραγματικός αριθμός ρωσόφωνων είναι πολύ μεγαλύτερος. Τη στιγμή που το 30% του πληθυσμού δηλώνει τη ρωσική ως μητρική του γλώσσα, το 46% αναφέρει ότι μιλάει ρωσικά στο σπίτι, πάνω από το 50% αναφέρει ότι η ρωσική είναι η καθημερινή του γλώσσα, ενώ η ρωσική είναι η πιο κοινή γλώσσα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στις επιχειρήσεις. Επίσης, στις κεντρικές ουκρανικές περιοχές ένα σημαντικό ποσοστό μιλάει Surzhyk, με προσθήκη ουκρανικού και ρωσικού λεξιλογίου, με αποτέλεσμα τα «καθαρά» ουκρανικά να κυριαρχούν μόνο στο δυτικό τμήμα. Επομένως οι εθνικιστές προσπαθούν να επιβάλουν τη χρήση των Ουκρανικών σε έναν απρόθυμο πληθυσμό.

Η απόφαση του Ουκρανικού Ανωτάτου Συμβουλίου (Ράντα) τη μέρα μετά το πραξικόπημα, σύμφωνα με την οποία τα ρωσικά καταργούνταν ως επίσημη γλώσσα στην ανατολική Ουκρανία, δεν ήταν τυχαία. Τόσο οι φασίστες όσο και τα «μετριοπαθή» εθνικιστικά αστικά κόμματα την είχαν υπερψηφίσει το προηγούμενο φθινόπωρο. Είναι κοινή πρακτική των εθνικιστικών κινημάτων να επιβάλλουν μία εθνική γλώσσα όταν παίρνουν την εξουσία. Ιδιαίτερα για τους Ουκρανούς εθνικιστές, το ότι τα ρωσικά παραμένουν κυρίαρχη γλώσσα αποτελεί πρόκληση. Οι μαρξιστές διεθνιστές αντιτάσσονται στην επιβολή μίας εθνικής γλώσσας ή στα κρατικά προνόμια για οποιαδήποτε συγκεκριμένη γλώσσα. [19]  Η απαίτηση της χρήσης των ουκρανικών από όλους τούς Ουκρανούς πολίτες, της λειτουργίας των σχολείων και των επιχειρήσεων στα ουκρανικά, όπως συμβαίνει και στην Εσθονία και την Λετονία, είναι πολιτική διακρίσεων και σοβινισμού, και την αντιμαχόμαστε όπως ακριβώς αντιπαλεύουμε το Νόμο 101 περί της γαλλικής γλώσσας στο Κεμπέκ, με τον οποίο αποπειράται η καναδική κυβέρνηση να νομοθετήσει να χρησιμοποιούν τα γαλλικά αγγλόφωνοι και μετανάστες. [20]

Συνοψίζοντας, η σχέση της Ρωσίας με την Ουκρανία σήμερα δεν είναι σχέση ιμπεριαλιστή ηγεμόνα και ημιαποκιακού υποτελούς. Είναι μια σχέση μεταξύ δύο καπιταλιστικών κρατών ενδιαμέσου επιπέδου, παρά τις διαφορές τους σε ό,τι αφορά τη σχετική δύναμη. Ο Καναδάς και οι Η.Π.Α. είναι και τα δύο ιμπεριαλιστικά κράτη, και παρότι οι Η.Π.Α. είναι σημαντικά ισχυρότερες δεν υπάρχουν ποιοτικές διαφορές μεταξύ τους. Οι μαρξιστές πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τη μακρά ιστορία της καταπίεσης των Ουκρανών κατά την περίοδο της τσαρικής Ρωσικής Αυτοκρατορίας και των μεγαλορώσων σταλινικών σοβινιστών. Βέβαια ο ουκρανικός αντιρωσικός εθνικισμός δεν είναι λιγότερο αντιδραστικός (και είναι, όπως φυσικά όλοι οι εθνικισμοί, αστικός). Μολονότι είναι αναγκαίο να αντιπαλεύουμε το ρωσικό εθνικισμό στην ανατολική Ουκρανία, οι τροτσκιστές παλεύουν για προλεταριακό διεθνισμό ενάντια σε όλους τούς καπιταλιστές εκμεταλλευτές, και ιδιαίτερα ενάντια στους ιμπεριαλιστές, τις ουκρανικές αστικές μαριονέτες τους και τα φασιστικά σκυλιά τους.

______________________________________________________

[1] “The New World Order,”The Economist, 22 Μάρτη.

[2] Βλέπε “Down with the Imperialist-Backed Fascist/Nationalist Coup in Ukraine!The Internationalist, Μάρτης 2014.

[3] Sergei Guriev and Andrei Rachinsky, “The Role of Oligarchs in Russian Capitalism,”Journal of Economic Perspectives, Χειμώνας 2005.

[4] Στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας: http://data.worldbank.org/indicator/NV.IND.TOTL.ZS

[5] Ο Pröbsting μιλάει εκ μέρους της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς Τάσης (RCIT), μιας διάσπασης του 2011 από τη Λίγκα για την Πέμπτη Διεθνή υπό την ηγεσία της βρετανικής οργάνωσης Workers Power. Μολονότι ισχυρίζονται πως είναι τροτσκιστές, τόσο η RCIT όσο και η οργάνωση από την οποία προήλθε διακηρύσσουν πως η Τέταρτη Διεθνής έχει πεθάνει, όχι μόνο οργανωτικά, αλλά και προγραμματικά. Η Workers Power προέκυψε από μια διάσπαση των κλιφικών International Socialists που έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Σήμερα όλοι αυτοί χαρακτηρίζουν την Κίνα «κρατικοκαπιταλιστική», όπως ακριβώς έκανε ο Κλιφ με τη Ρωσία κατά τον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση, εφευρίσκουν μια ταμπέλα με σκοπό να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να υπερασπίσουν τα εκφυλισμένα / παραμορφωμένα εργατικά κράτη από τον ιμπεριαλισμό.

[6] United Nations Conference on Trade and Development (UNCTAD),World Investment Report 2013, Table of Top 100 TNCs from Development and Transition Economies (2011).

[7] Τα νούμερα σε αυτή την παράγραφο σχετικά με τις εσωστρεφείς και εξωστρεφείς άμεσες ξένες επενδύσεις είναι από το 2012, UNCTAD,World Investment Report 2013, FDI/TNC database.

[8] Aleksei Kuznetsov, “Russian Multinationals FDI Outflows Geography: the Emerging Dominance of Greater Europe,”European Researcher [Vol. 67:1-2, 2014]

[9] «Οι εκκλήσεις του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν προς τις εγχώριες επιχειρήσεις να επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους από τη δικαιοδοσία των οφ-σορ πέφτουν στο κενό» (“Russian Investors Flock to Virgin Islands After Cypriot Crisis,”Moscow Times, 18 Αυγούστου 2013).

[10] “Russian Steel Billionaire Mordashov Seeks U.S. Pull Out,” Bloomberg, 16 May 2014.

[11] OECD Investment Policy Reviews, Kazakhstan 2012: Foreign Direct Investment in Kazakhstan (2012).

[12] “U.S. Helped Prepare the Way for Kyrgyzstan’s Uprising,”New York Times, 30 Μάρτη 2005.

[13] Έχουμε σημειώσει αλλού ότι η Ελλάδα δεν είναι ούτε μια ημιαποικιακή χώρα ούτε μια ολοκληρωμένα αναπτυγμένη ιμπεριαλιστική χώρα, αλλά «μια υπο-ιμπεριαλιστική δύναμη, οι καπιταλιστές της οποίας κατέχουν το μεγαλύτερο στόλο στον κόσμο (αν και ως επί το πλείστον τα καράβια τους δεν έχουν την ελληνική σημαία), της οποίας οι τράπεζες είχαν ανέκαθεν μια προνομιακή θέση στην ανατολική Μεσόγειο και τώρα εξαγοράζουν τράπεζες και εταιρείες στα Βαλκάνια, και η οποία κυριαρχεί οικονομικά στη Μακεδονία και την Αλβανία. (“Greece on the Razor’s Edge,”The Internationalist No. 32, Γενάρης-Φλεβάρης 2011).

[14] S. Pirani,Ukraine’s Gas Sector (Oxford Institute for Energy Studies, June 2007).

[15] Ένα άρθρο από δύο ειδικούς του ινστιτούτου Brookings σημειώνει: «Το απλό γεγονός είναι ότι η Ρωσία σήμερα στηρίζει την ουκρανική οικονομία με ποσά τουλάχιστον $5 δις, ίσως ακόμα και $10 δις, κάθε χρόνο» (Clifford Gaddy and Barry Ickes, “Ukraine: A Prize Neither Russia Nor the West Can Afford to Win,” Brookings, 22 Μάη). Η επιδότηση αυτή δεν περιορίζεται σε φθηνό φυσικό αέριο, αλλά περιλαμβάνει επίσης τη βαριά βιομηχανία και τις αμυντικές βιομηχανίες της Ουκρανίας, που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τις εξαγωγές στη Ρωσία. Όταν η Ρωσία σταμάτησε τις παραγγελίες μηχανών σιδηροδρόμου και τροχαίου υλικού το περασμένο έτος, η Ουκρανία έχασε δισεκατομμύρια δολλάρια και τα εργοστάσιά της πρακτικά έκλεισαν.

[16] Sławomir Matuszak,The Oligarchic Democracy: The Influence of Business Groups on Ukrainian Politics (OSW Studies, 2012).

[17] SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute)Yearbook, 2013.

[18] “World Steel Statistics Data 2013,” World Steel Association, January 2014.

[19] “Συγκεκριμένα, οι σοσιαλδημοκράτες απορρίπτουν μια ‘κρατική’ γλώσσα και αντιτάσσονται ‘σε όλα τα κρατικά προνόμια για κάθε μία γλώσσα’ (V.I. Lenin, “Theses on the National Question,” June 1913). Οι Μπολσεβίκοι δεν έκαναν τα ρωσικά γλώσσα του κράτους, και στην πραγματικότητα προώθησαν μη-ρωσικές γλώσσες στη διδασκαλία και τη διοίκηση στο πλαίσιο της πολιτικής της πολιτικής της «korenization» (ή ιθαγενοποίησης), συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των μειονοτικών γλωσσών σε περιοχές με εθνικές μειονότητες, μεταξύ των οποίων και οι ρωσόφωνοι στην ανατολική Ουκρανία.

[20] Την ίδια στιγμή, αντιτασσόμαστε σε εταιρικές πολιτικές που απαιτούν τη χρήση της γλώσσας που προτιμάει η διοίκηση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s