Λέον Τρότσκι: Μπροστά στην απόφαση (ύστερα από την εγκαθίδρυση της κυβέρνησης Χίτλερ) 5-3-1933

Λέον Τρότσκι: Μπροστά στην απόφαση. Γραφτηκε στην εξορία στην Τουρκία, 5 Φεβρουαρίου 1933
Μεταφράστηκε για το αμερικάνικο The Militant στις 24 Φεβρουαρίου 1933 και δημοσιεύτηκε επίσης στο Δελτίο της Αντιπολίτευσης, αριθ. 33, Μάρτιος 1933. Πρώτη μετάφραση στα ελληνικά το 1933 για την εφημερίδα «Πάλη των τάξεων» βδομαδιάτικο όργανο της ΚΟΜΛΕΑ (Αρχείο του μαρξισμού) χωρίς το Υστερόγραφο και αναδημοσιεύτηκε το 1997 σε επιμέλεια του Λουκά Καρλιάφτη σε ειδική έκδοση του περιοδικού «Διεθνιστής».
Η νέα μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον Κ.Μ. για το Avantgarde από το marxists/archive (λαμβάνοντας υπόψην την μετάφραση του 1933). Ο χρονολογικός πίνακας στο τέλος του κειμένου είναι του Avantgarde

Εισαγωγικό σημείωμα

Ο Τρότσκι γράφει το κείμενο αυτό 5 μέρες μετά το διορισμό του Χίτλερ ως καγκελάριο από τον Χίντενμπουργκ στις 30/1/1933.  Ο Χίτλερ συμφωνεί να λάβει 3 από τις 11 θέσεις του υπουργικού συμβουλίου. Ο Τρότσκι αναμένει ότι τα εργατικά κόμματα θα αντισταθούν στον Χίτλερ και θα κινητοποιηθούν. Οι ηγέτες SPD λένε ότι ο «διορισμός του Χίτλερ» είναι συνταγματικός και απαγορεύουν τις ενέργειες των εργατών που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τους Ναζί. Το KPD, από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να καταγγέλλει τους σοσιαλδημοκράτες για «σοσιαλφασισμό». Παρά την ελεεινή και μοιρολατρική στάση των δύο εργατικών κομμάτων ο Τρότσκι επιμένει ότι η μοναδική περίπτωση να αλλάξει η ροή των γεγονότων είναι το ενιαίο μέτωπο δράσης κατά των Ναζί. Αυτό κάνει σε αυτό όμως και και πολλά άλλα κείμενα της ίδιας περιόδου. Δυστυχώς η εξέλιξη ήταν η χειρότερη δυνατή. Στις 27 Φεβρουαρίου οι Ναζί πυρπολούν φωτιά στο Ράιχσταγκ και κατηγορούν τους Κομμουνιστές. Την επόμενη μέρα ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ αναστέλλει τις συνταγματικές εγγυήσεις για την ελευθερία της έκφρασης, του Τύπου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι. Χιλιάδες στελέχη του KPD και και του SPD συνελήφθησαν. Μόνο οι Ναζί και οι εθνικιστές επιτρέπεται να διεξάγουν την εκλογική τους καμπάνια μια εβδομάδα πριν από τις εκλογές. Στις 3 Μαρτίου συλλαμβάνεται ο Ταίλμαν. Στις 5 γίνονται εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Οι Ναζί παίρνουν 17,2 εκατομμύρια, οι σοσιαλδημοκράτες 7,1 και το ΓΚΚ 4,8 εκατομμύρια. Ακόμη και με όλη αυτή την «συνταγματική» καταπίεση, οι Ναζί δεν μπορούσαν να αποκτήσουν πλειοψηφία. Έτσι ενώνουν τις 288 έδρες τους με τις 52 των Εθνικιστών Γερμανών και τις 83 του καθολικού Κέντρου και σχηματίζουν κυβέρνηση. Την άλλη μέρα καταργούνται οι 81 έδρες του ΚΚ.  Στις 23 Μαρτίου με αναφορά στο Σύνταγμα, ο Χίτλερ ζητά από το νέο Ράιχσταγκ να του παραχωρήσει δικτατορική εξουσία. Αυτό απαιτεί την ψήφο των δύο τρίτων του Ράιχσταγκ. Καθώς οι βουλευτές του KPD φυλακίζονται ή εγκαταλείπουν τη χώρα, η απαίτηση του Χίτλερ γίνεται δεκτή (441 υπέρ και 84 κατά). Τα φιλελεύθερα και συντηρητικά κόμματα ψηφίζουν υπέρ. Μόνο οι εναπομείναντες Σοσιαλδημοκράτες καταψήφισαν. Ο ναζιστικός τρόμος απλώνεται σε όλη τη χώρα.

Συλληθφέντες κομμουνιστές από συμμορίες των SA τη νύχτα της πυρπόλησης του Ράιχσταγκ

Λέον Τρότσκι

Μπροστά στην απόφαση

Το αντεπαναστατικό στρατόπεδο

Οι μετατοπίσεις στην κυβέρνηση από την εποχή του Μπρύνινγκ [Brüning] δείχνουν πόσο κούφια και ανυπόστατη είναι το καθολικό (σ.τ.μ. σταλινικό) αφήγημα περί φασισμού (του εντελώς αποξηραμένου φασισμού, του εθνικού φασισμού, του σοσιαλφασισμού, του αριστερού σοσιαλφασισμού) που οι σταλινικοί περικλείουν τα πάντα και όλους, εκτός από τους εαυτούς τους. Το ανώτερο στρώμα της κυρίαρχης τάξης είναι πολύ μικρό σε αριθμό και πολύ μισητό από το λαό για να μπορέσει να κυβερνά με το πραγματικό της όνομα. Της χρειάζεται ένα παραβάν: η παραδοσιακή μοναρχία (τη «Θέληση του Θεού»), ο Φιλελεύθερος-κοινοβουλευτισμός (τη «Λαϊκή Κυριαρχία»), ο Βοναπαρτισμός (τον «αμερόληπτο διαιτητή») και τέλος, ο φασισμός (το «θυμό του λαού»). Ο πόλεμος και η επανάσταση της απέσπασαν τη μοναρχία. Χάρη στους ρεφορμιστές, στηρίχθηκε για δεκατέσσερα χρόνια πάνω στα δεκανίκια της δημοκρατίας. Όταν, το κοινοβούλιο έσπασε στα δύο, υπό την πίεση των ταξικών ανταγωνισμών, προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από την πλάτη του προέδρου. Έτσι άνοιξε το κεφάλαιο του βοναπαρτισμού, δηλαδή της γραφειοκρατικής αστυνομικής εξουσίας που τοποθετήθηκε πάνω από την κοινωνία και διατηρείται από μια σχετική ισορροπία μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων στρατοπέδων.

Διά μέσου των μεταβατικών κυβερνήσεων του Μπρύνινγκ [Brüning] και του Πάπεν [Papen], ο Βοναπαρτισμός πήρε την πιο καθαρή του μορφή στο πρόσωπο του στρατηγού Σλάϊχερ [Schleicher] – αλλά μόνο για να αποκαλύψει την αφερεγγυότητα του. Με εχθρότητα, αμηχανία ή ανησυχία, όλες οι τάξεις έστρεψαν την προσοχή τους πάνω σε αυτή την αινιγματική πολιτική φιγούρα που έμοιαζε με ένα ερωτηματικό με τις επωμίδες του στρατηγού. Αλλά ο κύριος λόγος για την αποτυχία του Σλάϊχερ όπως εξάλλου και των προηγούμενων επιτυχιών δεν βρίσκεται σ΄αυτόν τον ίδιο. Ο βοναπαρτισμός δεν μπορεί να επιτύχει καμία σταθερότητα, όσο τα στρατόπεδα της επανάστασης και της αντεπανάστασης δεν έχουν ακόμα μετρήσει τις δυνάμεις τους στη μάχη. Ταυτόχρονα, η τρομακτική βιομηχανική και αγροτική κρίση που πλανιέται πάνω από τη χώρα σαν εφιάλτης διόλου δεν ευνοεί τη βοναπαρτίστικη ισορροπία. Είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, η παθητικότητα του προλεταριάτου διευκόλυνε στον υπέρτατο δυνατό βαθμό τα καθήκοντα του «κοινωνικού στρατηγού».

Αλλά αποδείχθηκε διαφορετικά. Ακριβώς αυτή η παθητικότητα εξασθένησε τον κύκλο του φόβου που δεσμεύει τις κυρίαρχες τάξεις, αναδεικνύοντας τους ανοικτούς ανταγωνισμούς που τις καταξεσκίζουν.

Από οικονομική άποψη, η γερμανική αγροτική οικονομία φυτοζωεί σε μια παρασιτική ύπαρξη και είναι μια βαριά μπάλα και αλυσίδα στα πόδια της βιομηχανίας. Αλλά η στενή κοινωνική βάση της βιομηχανικής αστικής τάξης μετατρέπει σε πολιτική ανάγκη την διατήρηση της «εθνικής» γεωργίας, δηλαδή της τάξης των Junkers (τσιφλικάδων) και των πλούσιων αγροτών μαζί με όλα τα στρώματα που εξαρτώνται από αυτή. Ο Μπίσμαρκ έθεσε τα θεμέλια αυτής της πολιτικής, δεσμεύοντας τους αγρότες και τους βιομηχάνους με στρατιωτικές νίκες, χρυσές αποζημιώσεις, υψηλά κέρδη και το φόβο του προλεταριάτου. Αλλά οι καιροί του Μπίσμαρκ έχουν περάσει στην αιωνιότητα. Η σημερινή Γερμανία στέκεται όχι πάνω σε νίκες αλλά πάνω στην ήττα. Δεν είναι η Γαλλία που της πληρώνει πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά ακριβώς το ανάποδο. Ο καπιταλισμός σε αποσύνθεση δεν αποφέρει κέρδη, δεν ανοίγει προοπτικές. Τίποτα δεν ενώνει τις κατέχουσες τάξεις, πέρα από το φόβο του προλεταριάτου. Εντούτοις, το γερμανικό προλεταριάτο -με την απόλυτη ευθύνη της ηγεσίας του- παρέμεινε παραλυμένο στην πιο κρίσιμη περίοδο, που οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων ξέσπασαν ανοιχτά. Μπροστά στην παθητική αναμονή του αριστερού στρατοπέδου, ο «κοινωνικός στρατηγός» έπεσε κάτω από τα πλήγματα της δεξιάς.

Ύστερα από αυτό, η ανώτερη κάστα της άρχουσας τάξης έκανε τον κυβερνητικό της απολογισμό: στο παθητικό – μια διάσπαση στις δικές της γραμμές. Στο ενεργητικό – ένας ογδοντάρης στρατάρχης. Τι άλλο απέμεινε; Τίποτα, εκτός από τον Χούγκενμπεργκ. Ενώ ο Σλάϊχερ προσωποποιούσε την αναλλοίωτη ιδέα του βοναπαρτισμού, ο Χούγκενμπεργκ προσωποποιεί τον εαυτό του, τη χημικά καθαρή ιδέα της ιδιοκτησίας. Ο στρατηγός παραδιδόταν σε κοκεταρίες, αρνούμενος να απαντήσει στο ερώτημα τι είναι καλύτερο: ο καπιταλισμός ή ο σοσιαλισμός. Ο Χούγκενμπεργκ δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν γιούνκερ της Ανατολικής Πρωσίας στο θρόνο. Η πιο ριζωμένη, η πιο βαριά και η πιο εδραιωμένη μορφή ιδιοκτησίας είναι η ατομική ιδιοκτησία της γης. Αν από οικονομική άποψη η γεωργία της Γερμανίας είναι η παλακίδα της βιομηχανίας, είναι πλέον σωστό ότι κανένας άλλος πέρα από τον ίδιο τον Χούγκενμπεργκ δεν θα πρέπει να είναι επικεφαλής του πολιτικού αγώνα των κυρίαρχων εναντίον του λαού.

Έτσι, το καθεστώς ενός ανώτατου διαιτητή, που τέθηκε πάνω από όλες τις τάξεις και τα κόμματα, οδήγησε κατευθείαν στην κυριαρχία του Γερμανικού Εθνικιστικού Κόμματος, στην επικράτηση της πιο αχόρταγης και άπληστης κλίκας των κυρίαρχων τάξεων. Η κυβέρνηση Χούγκενμπεργκ αντιπροσωπεύει την πεμπτουσία του κοινωνικού παρασιτισμού. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, όταν έγινε αναγκαία, στην καθαρή της μορφή αποδείχτηκε αδύνατη. Ο Χούγκενμπεργκ έχει ανάγκη από ένα παραβάν. Μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να βρει καταφύγιο πίσω από το μανδύα ενός Κάϊζερ, και αναγκάζεται να καταφύγει στα γκρίζα πουκάμισα των Ναζί. Εάν δεν μπορεί κανείς να επιτύχει μέσω της μοναρχίας την επιβολή της ανώτατης ουράνιας εξουσίας για τις κατέχουσες τάξεις, δεν έχει πια παρά να σκεπαστεί με το κύρος ενός αντιδραστικού και αχαλίνωτου μανδύα.

Η προσκόλληση του Χίτλερ στην εξουσία εξυπηρετούσε έναν διπλό σκοπό: πρώτον, να διακοσμήσει την καμαρίλα των ιδιοκτητών με τους ηγέτες ενός «εθνικού κινήματος». Και δεύτερον, να θέσει τις μάχιμες δυνάμεις του φασισμού στην άμεση διάθεση των ιδιοκτητών.

Δεν ήταν με ελαφριά καρδιά που η υψηλή κοινωνία έκλεισε μια συμφωνία με τους αγροίκους φασίστες. Πίσω απ’ αυτούς τους ξιπασμένους λυσσασμένους υπάρχουν πολλές, πάρα πολλές γροθιές. Και εκεί βρίσκεται η επικίνδυνη πλευρά των συμμάχων με τα γκρίζα πουκάμισα. Αλλά εκεί είναι επίσης και το θεμελιώδες, και πιο συγκεκριμένα, το μοναδικό τους πλεονέκτημα. Και αυτό είναι το πλεονέκτημα που αποφασίζει, γιατί τέτοιοι είναι οι καιροί τώρα που δεν υπάρχει καμία άλλη εγγύηση της ιδιοκτησίας πέρα από τις γροθιές. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος χωρίς τους Ναζί. Αλλά είναι επίσης αδύνατο να τους εμπιστευτούν την πραγματική εξουσία. Η απειλή εκ μέρους του προλεταριάτου δεν είναι ακόμα τόσο έντονη, ώστε οι κυρίαρχες τάξεις να μπορούν να προκαλέσουν συνειδητά έναν εμφύλιο πόλεμο με μια αβέβαιη έκβαση. Σε αυτό το νέο στάδιο της εξέλιξης της κοινωνικής κρίσης στη Γερμανία αντιστοιχεί ο νέος κυβερνητικός συνδυασμός, στον οποίο τα στρατιωτικά και οικονομικά πόστα παραμένουν στα χέρια των κυρίων, ενώ τα διακοσμητικά και δευτερεύοντα πόστα αποδίδονται στους πληβείους. Η ανεπίσημη αλλά και πιο πραγματική λειτουργία των φασιστών υπουργών είναι να δεσμεύσουν την επανάσταση με τρόμο. Ωστόσο, για τη συντριβή και την εξόντωση της προλεταριακής πρωτοπορίας, οι φασίστες δεν μπορούν να την πετύχουν παρά μόνο μέσα στα όρια που θέτουν οι εκπρόσωποι των αγροτών και των βιομηχάνων. Αυτό είναι το σχέδιο. Αλλά πώς θα εξελιχθεί η εκτέλεσή του;

Η κυβέρνηση των Χούγκενμπεργκ-Χίτλερ περιλαμβάνει μέσα της ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα αντιφάσεων: μεταξύ των παραδοσιακών εκπροσώπων των αγροτών, αφενός, και των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου, αφετέρου. Μεταξύ των δύο αυτών από τη μια πλευρά και των μεγάλων ανδρών της αντιδραστικής μικροαστικής τάξης από την άλλη. Ο συνδυασμός είναι εξαιρετικά ασταθής. Με τη σημερινή του μορφή δεν θα αντέξει για πολύ. Τι θα έρθει στη θέση του σε περίπτωση κατάρρευσης; Δεδομένου ότι τα κυριότερα όργανα εξουσίας δεν βρίσκονται στα χέρια του Χίτλερ και αφού έχει καταδείξει επαρκώς ότι παράλληλα με το μίσος για το προλεταριάτο, έχει ένα οργανικό φόβο για της κυρίαρχες τάξεις και τους θεσμούς της, δεν θα μπορούσε κανείς να αποκλείσει απολύτως την πιθανότητα ότι τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, σε περίπτωση ρήξης με τους Ναζί, θα επιχειρήσουν και πάλι να ακολουθήσουν το δρόμο του προεδρικού βοναπαρτισμού.
Ωστόσο, η πιθανότητα μιας τέτοιας προοπτικής, η οποία επιπλέον θα μπορούσε να έχει μόνο επεισοδιακό χαρακτήρα, είναι εξαιρετικά μικρή. Είναι απείρως πιο πιθανό ότι η κρίση θα εξακολουθήσει να αναπτύσσεται προς την κατεύθυνση του φασισμού. Ο Χίτλερ ως καγκελάριος είναι μια τόσο άμεση και ανοιχτή πρόκληση ενάντια στο προλεταριάτο, τέτοια που μια μαζική αντίδραση, ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, μια σειρά από σκόρπιες αντιδράσεις, είναι απολύτως αναπόφευκτη. Και αυτό θα αρκούσε για να ωθήσει τους φασίστες στην πρώτη γραμμή, βγάζοντας από τη μέση τους υπερβολικά οχληρούς τους μέντορες. Αλλά με μια προϋπόθεση: αν δεχτούμε ότι οι ίδιοι οι φασίστες παραμείνουν στα πόδια τους

Ο ερχομός του Χίτλερ στην εξουσία είναι αναμφίβολα ένα φοβερό πλήγμα για την εργατική τάξη. Αλλά αυτό δεν είναι ακόμα μια οριστική ή αμετάκλητη ήττα. Ο εχθρός, ο οποίος μπορεί να είχε συνθλιβεί, όσο προσπαθούσε να ανέλθει, κατέλαβε σήμερα μια ολόκληρη σειρά διοικητικών θέσεων. Αυτό του δίνει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί η αποφασιστική μάχη. Η κατοχή πλεονεκτικών θέσεων δεν αποφασίζει τίποτε από μόνη της – είναι οι πραγματικές δυνάμεις που αποφασίζουν.

Η Ραϊχόβερ (Reichswehr) και η αστυνομία, οι Χαλυβδόκρανοι (Stahlhelm) και οι ομάδες εφόδου (SA) των ναζιστών αποτελούν τρία ανεξάρτητα στρατεύματα στην υπηρεσία των κυρίαρχων τάξεων. Αλλά σύμφωνα την ίδια την έννοια του σημερινού κυβερνητικού συνδυασμού, αυτοί οι στρατοί δεν είναι ενωμένοι σε ένα γροθιά. Η Ραϊχόβερ, για να μην πούμε για τους χαλυβδόκρανους, δεν βρίσκεται στα χέρια του Χίτλερ. Οι δικές του ένοπλες δυνάμεις αντιπροσωπεύουν μια προβληματική ποσότητα η οποία χρειάζεται ακόμα να επαληθευτεί. Τα εκατομμύρια των εφεδρειών του είναι ανθρώπινη σκόνη. Για να κατακτήσει την πλήρη εξουσία, ο Χίτλερ πρέπει να προκαλέσει μια απομίμηση εμφυλίου πολέμου (ο ίδιος φοβάται έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο). Οι συνεργάτες του στο υπουργείο, που έχουν στη διάθεσή τους την Ραιχόβερ και τους Χαλυβδόκρανους, θα προτιμούσαν να στραγγαλίζουν το προλεταριάτο με «ειρηνικά» μέτρα, ενώ είναι πολύ λιγότερο πρόθυμοι να προκαλέσουν έναν μικρό εμφύλιο πόλεμο από φόβο ενός πραγματικού. Έτσι ώστε δεν υπάρχει μικρή απόσταση από ένα υπουργείο με επικεφαλής ένα φασίστα καγκελάριο μέχρι την πλήρη νίκη του φασισμού. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμα χρόνος στη διάθεση του επαναστατικού στρατοπέδου. Πόσο; Δεν μπορεί να υπολογιστεί εκ των προτέρων. Μόνο οι μάχες μπορούν να μετρήσουν τη διάρκειά του.

Το προλεταριακό στρατόπεδο

Όταν το επίσημο Κομμουνιστικό Κόμμα δηλώνει ότι η Σοσιαλδημοκρατία είναι το σημαντικότερο στήριγμα της αστικής κυριαρχίας, απλώς επαναλαμβάνει την ιδέα που χρησίμευσε ως αφετηρία της τότε ίδρυσης της Τρίτης Διεθνούς. Όταν η μπουρζουαζία την προσκαλέσει στην εξουσία, η Σοσιαλδημοκρατία ανέχεται κάθε αστική κυβέρνηση που ανέχεται τη Σοσιαλδημοκρατία. Αλλά ακόμα και όταν διωχθεί εξ ολοκλήρου από την εξουσία, η Σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να υποστηρίζει την αστική κοινωνία, συνιστώντας στους εργάτες να μην εξαντλούν τις δυνάμεις τους για μάχες στις οποίες είναι δεν προτίθεται να τις καθοδηγήσει. Παραλύοντας την επαναστατική ενέργεια του προλεταριάτου, η Σοσιαλδημοκρατία παρέχει στην αστική κοινωνία την ευκαιρία να παραμείνει ζωντανή υπό συνθήκες που δεν είναι πλέον ικανή να ζήσει, μετατρέποντας έτσι τον φασισμό σε πολιτική αναγκαιότητα. Η ίδια η έκκληση του Χίτλερ στην εξουσία προέρχεται από τον στρατάρχη των Χοεντζόγερν (Hohenzollern) ο οποίος είχε εκλεγεί με τις ψήφους των σοσιαλδημοκρατών εργατών! Η πολιτική αλυσίδα από τον Βελς (Wels) στον Χίτλερ είναι αρκετά προφανής. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο απόψεις σε αυτό το ζήτημα μεταξύ των Μαρξιστών. Αλλά αυτό που τίθεται υπό αμφισβήτηση δεν είναι πώς να ερμηνεύσουμε μια πολιτική κατάσταση αλλά πώς να την μεταμορφώσουμε με επαναστατικό τρόπο.

Η ενοχή της σταλινικής γραφειοκρατίας δεν είναι ότι είναι «αδιάλλακτη» (απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία), αλλά πολιτικά ανίκανη. Από το γεγονός ότι ο μπολσεβικισμός υπό την ηγεσία του Λένιν αποδείχθηκε νικηφόρος στη Ρωσία, η σταλινική γραφειοκρατία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το καθήκον» του γερμανικού προλεταριάτου είναι να συσπειρώσει γύρω από τον Τέλμαν (Thälmann). Το τελεσίγραφό της λέει: αν οι Γερμανοί εργάτες δεχτούν εκ των προτέρων, χωρίς επιφυλάξεις την κομμουνιστική ηγεσία, δεν θα τυος πέρναγε κάν η σκέψη να δώσουν σοβαρές μάχες. Οι σταλινικοί το εκφράζουν διαφορετικά. Όμως, οι επιφυλάξεις, οι παρασιωπήσεις και τα ρητορικά σχήματα δεν αλλάζουν τίποτα στον θεμελιώδη χαρακτήρα του γραφειοκρατικού τελεσιγραφισμού, που βοήθησε τη Σοσιαλδημοκρατία να παραδώσει τη Γερμανία στον Χίτλερ.

Η ιστορία της γερμανικής εργατικής τάξης από το 1914 αποτελεί την πιο τραγική σελίδα της σύγχρονης ιστορίας. Τι συγκλονιστικές προδοσίες από το ιστορικό της κόμμα, τη Σοσιαλδημοκρατία! Τι αθλιότητα και ανικανότητα από την πλευρά της επαναστατικής πτέρυγας! Αλλά δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε πολύ πίσω. Μέσα στα τελευταία δύο ή τρία χρόνια της φασιστικής ανάκαμψης, η πολιτική της σταλινικής γραφειοκρατίας δεν ήταν παρά μια αλυσίδα εγκλημάτων που έσωσε κυριολεκτικά τον ρεφορμισμό και προετοίμασε έτσι τις επακόλουθες επιτυχίες του φασισμού. Αυτή τη στιγμή που ο εχθρός έχει ήδη καταλάβει σημαντικές θέσεις διοίκησης, ανακύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα: Δεν είναι πλέον αργά να ζητήσουμε την ανασυγκρότηση των δυνάμεων προκειμένου να αποκρούσουμε τον εχθρό; Αλλά πρώτα πρέπει να απαντήσουμε σε μια άλλη ερώτηση: τι σημαίνει «πολύ αργά» στη συγκεκριμένη περίπτωση; Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η πιο τολμηρή στροφή στο δρόμο της επαναστατικής πολιτικής δεν είναι πλέον σε θέση να αλλάξει ριζικά το συσχετισμό δύναμης; Ή μήπως σημαίνει ότι δεν υπάρχει καν, ούτε η δυνατότητα ούτε η ελπίδα να επιτευχθεί η απαραίτητη στροφή; Αυτές είναι δύο διαφορετικές ερωτήσεις.

Έχουμε στην πραγματικότητα δώσει ήδη μια απάντηση στην πρώτη, σε αυτό που ειπώθηκε παραπάνω. Ακόμα και κάτω από τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για τον Χίτλερ, θα χρειαστούν πολλοί μήνες -και τι κρίσιμοι μήνες!- για να εδραιωθεί η ηγεμονία του φασισμού. Αν ληφθεί υπόψη η οξύτητα της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης, ο δυσοίωνος χαρακτήρας του σημερινού κινδύνου, ο τρομακτικός συναγερμός των εργαζομένων, το πλήθος τους, η ακατάσχετη ορμή τους τους, η παρουσία έμπειρων μαχητικών στοιχείων στις τάξεις τους και η ασύγκριτη ικανότητα των γερμανών εργατών για οργάνωση και πειθαρχία, τότε η απάντηση είναι ξεκάθαρη: κατά τη διάρκεια εκείνων των μηνών που χρειάζονται οι φασίστες για να διασπάσουν τους εσωτερικούς και εξωτερικούς φραγμούς και να εδραιώσουν τη δικτατορία τους, το προλεταριάτο με τη σωστή ηγεσία θα είχε δύο και τρεις φορές τον καιρό να έρθει στην εξουσία.

Εδώ και δυόμισι χρόνια, η Αριστερή Αντιπολίτευση πρότεινε με πείσμα ότι όλα τα θεσμικά όργανα και οι οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος από την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή ως τον μικρότερο επαρχιακό πυρήνα να απευθυνθούν αμέσως στις Σοσιαλδημοκρατικές και παράλληλες συνδικαλιστικές οργανώσεις με συγκεκριμένη πρόταση για αμοιβαία δράση κατά της επαπειλούμενης συντριβής της προλεταριακής δημοκρατίας. Αν είχε οικοδομηθεί ένας αγώνας εναντίον των Ναζί, σε αυτή η βάση, ο Χίτλερ δεν θα ήταν σήμερα καγκελάριος και το Κομμουνιστικό Κόμμα θα καταλάμβανε την ηγετική θέση μέσα στην εργατική τάξη. Αλλά δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν Οι συνέπειες των λαθών που έχουν διαπραχθεί έχουν καταφέρει να γίνουν πολιτικά γεγονότα και να συνθέσουν επί του παρόντος ένα μέρος της αντικειμενικής κατάστασης. Η οποία πρέπει να ληφθεί όπως είναι. Δεν χρειάζεται ποτέ να είναι τόσο κακή όσο είναι, αλλά δεν είναι απελπιστική. Μια πολιτική στροφή -αλλά πραγματική, τολμηρή, ξεκάθαρη, η οποία να είναι το προϊόν σκέψης όλων των πλευρών- μπορεί να σώσει τελείως την κατάσταση και να ανοίξει το δρόμο προς τη νίκη.

Ο Χίτλερ χρειάζεται χρόνο. Μια αναζωπύρωση του εμπορίου και της βιομηχανίας, αν συνέβαινε πραγματικά, δεν θα σήμαινε καθόλου την ενίσχυση του φασισμού ενάντια στο προλεταριάτο. Με το μικρότερο σημάδι ανάκαμψης, το κεφάλαιο, άπληστο για κέρδη, θα αισθανθεί την έντονη ανάγκη για ειρήνη στα εργοστάσια, και αυτό θα αλλάξει αμέσως το συσχετισμό δύναμης προς όφελος των εργαζομένων. Για να μπορέσει ο οικονομικός αγώνας να συγχωνευθεί από τον πολιτικό αγώνα, είναι επείγον οι κομμουνιστές να βρίσκονται στις θέσεις τους, δηλαδή στα εργοστάσια και στα συνδικάτα. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ανακοίνωσαν ότι επιθυμούν μια προσέγγιση με τους κομμουνιστές εργαζόμενους. Πολύ ωραία. Αφήστε τους 300.000 εργαζόμενους που ανήκουν στην Κόκκινη Συνδικαλιστική Αντιπολίτευση (RGO) να αδράξουν από τα λόγια τους ρεφορμιστές και να απευθυνθούν στην Γενική Συνομοσπονδία (ADGB) με την πρόταση να εισέλθουν αμέσως στις Ελεύθερες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις, ως φράξια. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα έφερνε μια αλλαγή στα αισθήματα και τη διάθεση των εργατών, και επομένως σε ολόκληρη την πολιτική κατάσταση.

Είναι ωστόσο αυτή η στροφή δυνατή; Αυτό είναι το όλο το πρόβλημα αυτή τη στιγμή. Κατά κανόνα, οι χυδαίοι μαρξιστές, που στρέφονται προς τη μοιρολατρία, δεν παρατηρούν τίποτα στην πολιτική σκηνή πέρα από τις αντικειμενικές αιτίες. Εν τω μεταξύ, όσο πιο οξύς γίνεται ο ταξικός αγώνας, όσο πιο κοντά βρισκόμαστε σε μια καταστροφή, τόσο πιο συχνά το κλειδί σε ολόκληρη την κατάσταση ανατίθεται σε ένα συγκεκριμένο κόμμα και την ηγεσία του. Αυτή τη στιγμή το ερώτημα τίθεται με αυτό τον τρόπο: Αν στο παρελθόν η σταλινική γραφειοκρατία έχει αντέξει στο δρόμο του ηλίθιου τελεσιγραφισμού, παρά την πίεση δέκα πολιτικών ατμοσφαιρών, θα αποδειχτεί ικανή να αντέξει μια πίεση δέκα φορές μεγαλύτερη, για παράδειγμα από εκατό ατμόσφαιρες;

Αλλά μπορεί επίσης οι μάζες θα αναλάβουν δράση από μόνες τους, ανατρέποντας τα εμπόδια του μηχανισμού, όπως συνέβη στην απεργία στις μεταφορές στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του 1932; Εννοείτε ότι δεν θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ενός αυθόρμητου κινήματος των μαζών. Προκειμένου όπως να καταστεί αποτελεσματικό, πρέπει αυτή την φορά να υπερβεί την απεργία του Βερολίνου εκατό ή διακόσιες φορές. Το γερμανικό προλεταριάτο είναι αρκετά ισχυρό για να αναπτύξει ένα τέτοιο κίνημα, ακόμη και αν παρεμποδίζεται από τα πάνω. Αλλά τα αυθόρμητα κινήματα ξεσπούν ακριβώς έτσι επειδή ξεσπάνε παρά τη θέληση της ηγεσίας. Πρόκειται λοιπόν να ξέρουμε τι πρέπει να κάνει το κόμμα προκειμένου να δώσει ώθηση στο μαζικό κίνημα προκειμένου να το βοηθήσει να ξετυλιχθεί για να μπει επικεφάλης και να του εξασφαλίσει τη νίκη…

Τα σημερινά τηλεγραφήματα έφεραν νέα για μια γενική απεργία στο Lübeck ως απάντηση στη σύλληψη ενός κομματικού υπαλλήλου της Σοσιαλδημοκρατίας. Το γεγονός αυτό, αν είναι αλήθεια, δεν αποκαθιστά επ ουδενί την σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία. Αλλά καταδικάζει αμετάκλητα τους σταλινικούς και τις θεωρίες τους περί σοσιαλφασισμού. Μόνο η ανάπτυξη και η όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικοσοσιαλιστών και των σοσιαλδημοκρατών μπορεί να βγάλει τους κομμουνιστές από την απομόνωση, ύστερα από όλα τα λάθη που έγιναν και να ανοίξει το δρόμο προς την επανάσταση. Όχι μόνο δεν πρέπει να παρεμποδίζουμε αλλά να βοηθήσουμε αυτή τη διαδικασία, η οποία προκύπτει από τη λογική των ίδιων των σχέσεων. Ο δρόμος προς τα κει περνάει μέσα από μια τολμηρή πολιτική ενιαίου μετώπου.

Οι εκλογές του Μαρτίου, κατά τις οποίες η Σοσιαλδημοκρατία θα γαντζωθεί για να παραλύσει κάθε ενέργεια των εργατών, δεν αποφασίζουν από μόνες τους το παραμικρό φυσικά. Εάν δεν σημειωθούν σημαντικά γεγονότα πριν από τις εκλογές, που θα φέρουν ζήτημα πάνω σε μια διαφορετική βάση, τότε το Κομμουνιστικό Κόμμα θα πρέπει αυτόματα να αυξήσει τις ψήφους του. Θα είναι ακόμα μεγαλύτερη εάν το Κομμουνιστικό Κόμμα πάρει από σήμερα την πρωτοβουλία για ένα αμυντικό ενιαίο μέτωπο. Ναι, σήμερα το θέμα είναι η άμυνα! Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να καταστραφεί εάν, παρά την Σοσιαλδημοκρατία, αν και με διαφορετικούς όρους, μετατρέπει την προεκλογική του δράση σε καθαρά κοινοβουλευτικό μπάχαλο, σε ένα μέσο για να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από την σημερινή του ανικανότητα και τις προετοιμασίες για την άμυνα. Η τολμηρή πολιτική του ενιαίου μετώπου είναι αυτή τη στιγμή η μόνη σωστή βάση για την προεκλογική εκστρατεία.

Και πάλι, υπάρχουν αρκετές δυνάμεις στο Κομμουνιστικό Κόμμα για να πραγματοποιήσει τη στροφή; Θα έχουν οι κομμουνιστές εργάτες αρκετή ενέργεια και αποφασιστικότητα για να βοηθήσουν την πίεση εκατό ατμοσφαιρών να ανοίξουν ένα πέρασμα μέσα από τα κεφάλια των γραφειοκρατών; Ανεξάρτητα από το πόσο θλιβερή είναι μια τέτοια αυτογνωσία, αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που τίθεται επί του παρόντος…

Οι παραπάνω γραμμές γράφτηκαν όταν μάθαμε, μετά μια αναμενόμενη καθυστέρηση, από τις γερμανικές εφημερίδες ότι η Μόσχα έδωσε επιτέλους το σήμα κινδύνου στην ΚΕ του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος: ήρθε η στιγμή για συμφωνία με τη Σοσιαλδημοκρατία. Δεν υπάρχει καμιά επιβεβαίωση αυτής της είδησης, αλλά μοιάζει με αληθινή: η σταλινική γραφειοκρατία δεν διαστάζει για μια στροφή μόνο αφού τα γεγονότα πλήξουν στο κεφάλι την εργατική τάξη (στην ΕΣΣΔ, στην Κίνα, στη Βρετανία, στη Γερμανία). Μόνο όταν ο φασίστας Καγκελάριος στήσει τα πολυβόλα του στο μηλίγγι του δεμένου χειροπόδαρα προλεταριάτου – τότε και μόνο τότε το προεδρείο της Κομιντέρν μετανιώνει και σκέφτεται: «ήρθε η ώρα να χαλαρώσουμε τα σχοινιά».

Είναι αυτονόητο ότι η Αριστερή Αντιπολίτευση θα σταθεί και με τα δύο πόδια στο έδαφος αυτής της καθυστερημένης ομολογίας και θα προσπαθήσει να επωφεληθεί από κάθε δυνατή προσπάθεια για τη νίκη του προλεταριάτου. Όμως, ενώ το κάνει, δεν θα ξεχάσει ούτε στιγμή ότι η στροφή της Κομιντέρν είναι ένα καθαρά εμπειρικό ζιγκ-ζαγκ, που πραγματοποιείται υπό τις επιπτώσεις του πανικού. Οι άνθρωποι που εξομοιώνουν τη Σοσιαλδημοκρατία με το φασισμό είναι ικανοί, κατά τη διαδικασία της πάλης με το φασισμό, να στραφούν στην εξιδανίκευση της Σοσιαλδημοκρατίας. Οφείλουμε την άγρυπνη προσοχή μας προκειμένου να υπερασπιστούμε την πλήρη πολιτική ανεξαρτησία του κομμουνισμού. Να συνδυάσουμε τα χτυπήματα στο πεδίο της μάχης, χωρίς να υποστείλουμε τις σημαίες μας. Να επιδείξουμε μια πλήρη εντιμότητα στις σχέσεις μας με τον σύμμαχό μας, αλλά να τον παρακολουθούμε, ως αυριανό μας εχθρό.

[Στο φως των πρόσφατων γεγονότων και στο φόντο των τραγικών λαθών των σταλινικών, το ανέκδοτο της συνθηκολόγησης του Βελς και των συνεταίρων του. Μοιάζει με το διάλειμμα του κλόουν στη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αυτοί οι κύριοι δήλωναν χθες ότι ο κίνδυνος του φασισμού έχει εξαλειφθεί, χάρη στη σωστή πολιτική του κόμματος [KPD]. Και ότι η πολιτική του ενιαίου μετώπου, που επιτρεπόταν στο πρόσφατο παρελθόν, είναι πλέον αντεπαναστατική. Την επόμενη μέρα μετά αυτές τις προειδοποιήσεις, ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία και ο Στάλιν δήλωνε ότι η πολιτική του ενιαίου μετώπου, άλλοτε αντεπαναστατική, είναι πλέον αναγκαία].

* * *

Εάν η σταλινική φράξια θέσει πραγματικά σε εφαρμογή την στροφή που υπαγορεύεται από την όλη κατάσταση, η Αριστερή Αντιπολίτευση, φυσικά, θα πάρει τη θέση της στις κοινές γραμμές της μάχης. Αλλά η εμπιστοσύνη των μαζών σε αυτή τη στροφή θα είναι όλο και μεγαλύτερη όσο πιο δημοκρατικά θα επιτευχθεί. Οι ομιλίες του Τέλμαν ή τα μανιφέστα της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής δεν ανταποκρίνονται στο εύρος των σημερινών γεγονότων. Αυτό που χρειάζεται είναι η φωνή του κόμματος. Πρέπει να καλεστεί ένα συνέδριο του κόμματος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κόμματος στο εαυτό του και να τονωθεί η εμπιστοσύνη των εργατών στο κόμμα! Το συνέδριο πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε δύο ή τρεις εβδομάδες, το αργότερο μέχρι το άνοιγμα του Ράιχσταγκ (αν το Ράιχσταγκ εξακολουθεί να συνέρχεται μέχρι τότε).

Το πρόγραμμα δράσης είναι σαφές και απλό:

  • Άμεση πρόταση σε όλες τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις από πάνω προς τα κάτω για το σχηματισμό ενός ενιαίου αμυντικού μέσου.
  • Άμεση πρόταση προς την Γενική Συνομοσπονδία-ADGB να δεχτεί την Κόκκινη Συνδικαλιστική Αντιπολίτευση -RGO στα συνδικάτα.
  • Άμεση προετοιμασία ενός εκτάκτου συνεδρίου του κόμματος.

Πρόκειται για το κεφάλι της εργατικής τάξης, για το κεφάλι της Κομμουνιστικής Διεθνούς και -ας μην το ξεχνάμε- για το κεφάλι της Σοβιετικής Δημοκρατίας!

Υστερόγραφο

Ποια είναι τα πιθανά σχέδια της κυβέρνησης των Χίτλερ-Χούγκενμπεργκ σε σχέση με τις εκλογές για το Ράιχσταγκ; Είναι απολύτως προφανές ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να ανεχθεί ένα Ράιχσταγκ με την αντιπολίτευση στην πλειοψηφία. Υπό το πρίσμα αυτό, η εκστρατεία και οι εκλογές είναι υποχρεωμένες να οδηγήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε μια απογραφή. Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και μια ολοκληρωτική εκλογική νίκη της, δηλαδή εάν λάβει εντολή 51% στο κοινοβούλιο, όχι μόνο δεν θα σημαίνει μια ειρηνική λύση της κρίσης, αλλά αντίθετα μπορεί να είναι το μήνυμα για μια αποφασιστική κίνηση ενάντια στον φασισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι προετοιμασμένη για μια αποφασιστική δράση όταν τα αποτελέσματα των εκλογών γίνουν γνωστά.

Η απαραίτητη προκαταρκτική κινητοποίηση δυνάμεων για το σκοπό αυτό δεν θα αποδειχθεί λιγότερο εφαρμόσιμη στην περίπτωση που τα κυβερνητικά κόμματα τελειώσουν στη μειοψηφία και κατά συνέπεια θα πρέπει τελικά να εγκαταλείψουν το έδαφος της νομιμότητας της Βαϊμάρης. Έτσι και στις δύο περιπτώσεις, σε περίπτωση κοινοβουλευτικής ήττας της κυβέρνησης (κάτω του 50%) και σε περίπτωση νίκης (πάνω από 50%), είναι εξίσου αναμενόμενο ότι οι νέες εκλογές θα είναι η ευκαιρία για μια αποφασιστική πάλη.

Δεν αποκλείεται ένα τρίτο ενδεχόμενο: υπό την κάλυψη της προετοιμασίας για τις εκλογές, οι Εθνικοσοσιαλιστές θα πραγματοποιήσουν ένα πραξικόπημα χωρίς να περιμένουν τις εκλογές. Από τακτική άποψη, ένα τέτοιο βήμα θα ήταν, αν θέλετε, πιο σωστό – από τη σκοπιά των Ναζί. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τον μικροαστικό χαρακτήρα του κόμματος, την ανικανότητά του για ανεξάρτητη πρωτοβουλία και την εξάρτησή του από τους δύσπιστους συμμάχους του, είναι απαραίτητο να συμπεράνουμε ότι ο Χίτλερ δεν θα αποφασίσει γι’ αυτό το βήμα. Το ότι ένα τέτοιο πραξικόπημα θα σχεδιαζόταν από τον Χίτλερ από κοινού με τους συμμάχους του δεν θα ήταν πολύ πιθανό, αφού το δεύτερο καθήκον των εκλογών είναι ακριβώς να τροποποιήσει την έκταση της συμμετοχής των συμμάχων του στην κυβέρνηση.

Εντούτοις, είναι αναγκαίο στο πλαίσιο της αγκιτατόρικης δουλειάς να τεθεί η τρίτη αυτή πιθανότητα στο προσκήνιο. Αν οι διαθέσεις ήταν έντονες κατά την προεκλογική περίοδο, ένα πραξικόπημα θα μπορούσε να γίνει αναγκαιότητα για την κυβέρνηση, ακόμα κι αν τα πρακτικά της σχέδια σήμερα δεν φτάνουν μέχρι εκεί.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απολύτως σαφές ότι στις τακτικές εκτιμήσεις του, το προλεταριάτο πρέπει να προχωρήσει υπό πίεση χρόνου. Προφανώς, ούτε η κυβερνητική πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ, ούτε η αναστολή λειτουργίας του νέου Ραίχσταγκ για αόριστο χρονικό διάστημα, ούτε το φασιστικό πραξικόπημα πριν από τις εκλογές θα σημάνουν την τελική λύση του ζητήματος προς όφελος του φασισμού. Αλλά καθεμία από αυτές τις τρεις παραλλαγές θα σήμαινε ένα νέο, πολύ σημαντικό στάδιο στον αγώνα της επανάστασης και της αντεπανάστασης.

Το καθήκον της Αριστερής Αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας είναι να δώσει στους εργαζόμενους μια ανάλυση των τριών πιθανών σεναρίων μέσα στη συνολική προοπτική της αναπόφευκτης πάλης μεταξύ του προλεταριάτου και του φασισμού όχι για μια ζωή αλλά για το θάνατο. Η τοποθέτηση του ζητήματος με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί ανησυχία για την πολιτική ενός ενωμένου μετώπου με την απαραίτητη θεμελίωση.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα κραύγαζε αδιάκοπα: «Το προλεταριάτο είναι όλο και περισσότερο στην επίθεση». Σε αυτό το SAP (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) απαντά: «Όχι, το προλεταριάτο βρίσκεται σε άμυνα. Μόνο εμείς το καλούμε στην επίθεση». Και οι δύο φόρμουλες αποδεικνύουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν ούτε από επίθεση ούτε από άμυνα. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι το προλεταριάτο δεν είναι σε άμυνα, αλλά σε μια υποχώρηση που αύριο μπορεί να μετατραπεί σε πανικόβλητη συντριβή.

Καλούμε το προλεταριάτο όχι στην επίθεση αλλά στην ενεργητική άμυνα. Ακριβώς ο αμυντικός χαρακτήρας της δράσης (υπεράσπιση των προλεταριακών οργανώσεων, των εφημερίδων, των συγκεντρώσεων κ.λπ.) αποτελεί την αφετηρία ενός ενιαίου μετώπου με τη Σοσιαλδημοκρατία. Το άλμα πάνω από τη φόρμουλα της ενεργητικής άμυνας σημαίνει να χάνει κανεις τον καιρό του με ηχηρές αλλά κενές φράσεις. Προφανώς, σε περίπτωση επιτυχίας, η ενεργητική άμυνα θα μετατραπεί σε επίθεση. Αλλά αυτό θα είναι το επόμενο στάδιο. Ο δρόμος προς τα κει περνάει μέσα από το ενιαίο μέτωπο, στο όνομα της άμυνας.

Για να αποσαφηνίσω ακόμα περισσότερο την ιστορική σημασία των ενεργειών και των αποφάσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος αυτές τις μέρες και τις εβδομάδες, είναι απαραίτητο, κατά τη γνώμη μου, να θέσω το ζήτημα ενώπιον των κομμουνιστών χωρίς την ελάχιστη μετριοπάθεια, σε αντιπαράθεση, με όλη την οξύτητα και αδιαλλαξία: η εγκατάλειψη από το κόμμα του ενιαίου μέτωπου και της δημιουργίας επιτροπών τοπικής άμυνας, δηλαδή τα μελλοντικά σοβιέτ, σημαίνει τη συνθηκολόγησή του μπροστά στο φασισμό, ένα ιστορικό έγκλημα που ισοδυναμεί με την διάλυση του Κόμματος και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στην περίπτωση μιας τέτοιας καταστροφής, το προλεταριάτο μέσα από σωρούς θυμάτων, μέσα από χρόνια αφόρητων δεινών και καταστροφών, θα στραφεί στην 4η Διεθνή.

6 Φεβρουαρίου 1933

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

1929    
Γενάρης: 2,8 εκατομμύρια άνεργοι
Μάης: Διαδήλωση του Γερμανικού Κ.Κ. στο Βερολίνο για την Πρωτομαγιά παρά την απαγόρευση. Δολοφονούνται από την αστυνομία 31 διαδηλωτές. Απαγορεύονται προσωρινά οι εφημερίδες του Κ. Κ. Γ.

1930  
Γενάρης: 3,2 εκατομμύρια οι άνεργοι
Μάρτης: Το ΓΚΚ έχει 136000 μέλη, το 1/3 απ’ αυτά είναι εργάτες. Πέφτει η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Μύλλερ και σχηματίζεται κυβέρνηση μειοψηφίας του Μπρύνινγκ (κέντρο) χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες.
Σεπτέμβρης: Εκλογές για το Ράιχσταγκ. Η δεξιά και το κέντρο χάνουν ψήφους. Το Γερμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα παίρνει 8,5 εκατομμύρια. Το Γ.Κ.Κ. 4,5 εκατομμύρια και οι Ναζί 6,3 εκατομμύρια. Η κυβέρνηση Μπρύνινγκ παραμένει υπό την ανοχή του Γ.Σ.Κ.
Ο Τρότσκυ καλεί για Ενιαίο εργατικό μέτωπο ενάντια στους φασίστες. Το σταλινικό Γ.Κ.Κ. το αρνείται ταυτίζοντας τη σοσιαλδημοκρατία με τους ναζί.

1931  
Φλεβάρης: 4,9 εκατομμύρια άνεργοι.
Μάρτης: Το Γ.Κ.Κ. φτάνει τα 195000 μέλη, από τα οποία μόλις το 1/4 εργάζεται. Οκτώβρης: Διασπάται από το ΓΣΚ (SPD) η αριστερή του τάση και ιδρύει το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SAP).
Νοέμβρης: Η ηγεσία του ΓΚΚ καλεί για ένα «Κόκκινο ενιαίο μέτωπο» στη βάση. Στην πραγματικότητα δεν ήταν κάλεσμα για ενιαίο μέτωπο, αλλά τελεσίγραφο στην εργατική τάξη να οργανωθεί στο ΓΚΚ.
Δεκέμβρης: Το ΓΣΚ συγκροτεί το «Σιδερένιο Μέτωπο» μαζί με τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Οι άνεργοι αγγίζουν τα 5,6 εκατομμύρια, ενώ γίνεται ρεκόρ στις χρεοκοπίες επιχειρήσεων.

1932
Μάρτης: Πρώτος γύρος προεδρικών εκλογών: 18,7 εκατομμύρια ψηφίζουν Χίντεμπουργκ (αρχιστράτηγος του γερμανικού στρατού από το 1916 και πρόεδρος το 1925). Τον υποστηρίζει και το ΓΣΚ. 5 εκατομμύρια ψηφίζουν τον ηγέτη του ΚΚ Ταίλμαν. Το ΚΚ ταυτίζει τον Χίντεμπουργκ με τον Χίτλερ.

Απρίλης: Ο Χίντεμπουργκ επανεκλέγεται στο δεύτερο γύρο με 19,4 εκατομμύρια ψήφους. Ο Χίτλερ παίρνει 13,4 εκατομμύρια και ο Ταίλμαν μόλις 3,7. Τα χιτλερικά S.Α. (τάγματα εφόδου) και τα S.S. εντείνουν τις επιθέσεις τους κατά των εργατικών οργανώσεων στους δρόμους, παρά τη νομική τους απαγόρευση.
Ιούνης: Σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον συντηρητικό φον Πάπεν, που αντικαθιστά τον κεντρώο Μπρύνινγκ. Μετά την άρση της απαγόρευσης των S.Α. και S.S. ο Χίτλερ ανέχεται την νέα κυβέρνηση.
Το ΓΣΚ απαγορεύει κάθε κοινή αντιφασιστική δράση των μελών του σε τοπική κλίμακα με το ΓΚΚ.
Ιούλης: Εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Ναζί: 13,7 εκατομμύρια ψήφους, ΓΣΚ: 7,9, ΓΚΚ: 5,2.
Σεπτέμβρης, Οκτώβρης: μεγάλο απεργιακό κύμα. Παραίτηση κυβέρνησης Πάπεν. Δεκέμβρης: Ο στρατηγός Σλάϊχερ γίνεται καγκελάριος του Ράιχ. Το ΓΚΚ φτάνει τα 360000 μέλη. Εκδίδει 37 καθημερινές εφημερίδες. Οι άνεργοι επίσημα φτάνουν τα 5,7 εκατομμύρια, ανεπίσημα όμως ξεπερνούν τα 8 εκατομμύρια.

1933
Γενάρης: Μαζικές διαδηλώσεις του ΓΚΚ σε πολλές πόλεις ενάντια στην κυβέρνηση Σλάιχερ.
Συνεννοήσεις Χίτλερ και Πάπεν για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Συναντήσεις βιομηχάνων και τραπεζιτών με τους ναζί. Στις 22 τα S.Α. διαδηλώνουν μπροστά στο Σπίτι του Λήμπνεκτ που βρίσκεται στα χέρια του ΓΚΚ το οποίο απαντά με μαζική διαδήλωση 3 μέρες αργότερα. Στις 28 παραιτείται ο Σλάιχερ. Στις 30 Γενάρη κάτω από την πίεση των ναζιστών ο Χίντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ στην Καγκελαρία. Το ΓΚΚ καλεί σε γενική απεργία και προτείνει στην ηγεσία του ΓΣΚ να την οργανώσουν μαζί. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες αρνούνται την πρόταση.
Φλεβάρης: Διάλυση του Ράΐχσταγκ. Κατάληψη του Σπιτιού του Λήμπνεκτ από την πολιτική αστυνομία. Ο Χίτλερ μιλά ανοικτά για εξόντωση του μαρξισμού και απαγορεύει την κριτική κατά της κυβέρνησης, βγάζοντας ουσιαστικά το ΚΚ στην παρανομία. Στις 27, οι ναζί πυρπολούν το Ράΐχσταγκ και το αποδίδουν στους κομμουνιστές. Η κυβέρνηση και οι ναζιστικές συμμορίες εξαπολύουν κύμα τρομοκρατίας και συλλήψεων. Απαγορεύεται ο τύπος του ΓΣΚ και του ΓΚΚ. με αναγκαστικά διατάγματα περιορίζονται ασφυκτικά οι πολιτικές ελευθερίες.
Μάρτης: Στις 3 συλλαμβάνεται ο Ταίλμαν. Στις 5 γίνονται εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Οι Ναζί παίρνουν 17,2 εκατομμύρια, οι σοσιαλδημοκράτες 7,1 και το ΓΚΚ 4,8 εκατομμύρια. Οι Ναζί ενώνουν τις 288 έδρες τους με τις 52 των Εθνικιστών Γερμανών και τις 83 του καθολικού Κέντρου και σχηματίζουν κυβέρνηση. Την άλλη μέρα καταργούνται οι 81 έδρες του ΚΚ.

Απρίλης: Γενικεύονται οι διώξεις όλων των αντικαθεστωτικών.

Μάης: Διαλύονται τα συνδικάτα και την θέση τους παίρνει το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας.
Ιούνης: Διαλύονται όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός του ναζιστικού. Οργανώνονται τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Νταχάου). Παντού βασιλεύει η τρομοκρατία

1934
Γενάρης: Στις 30 ο Χίτλερ εξοντώνει τους αντιπάλους του (Σλάιχερ, Ρεμ, Στράσσερ) μέσα στο κόμμα, με τη «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών». Διαλύονται τα SΑ
Αύγουστος: Θάνατος του Χίντεμπουργκ. Ο Χίτλερ γίνεται Φύρερ και καγκελάριος του Ράιχ.
Οκτώβρης: Η Γερμανία εγκαταλείπει την Κοινωνία των Εθνών (οργανισμός ανάλογος του ΟΗΕ).

…1938
Πρόγραμμα για οικονομική αυτάρκεια. Αύξηση φόρων και παραγωγής. Μεγάλα δημόσια έργα με βάση την πολεμική βιομηχανία. Πάντως δεν θίγεται η ατομική ιδιοκτησία. Ο αριθμός των επιχειρήσεων ελαττώθηκε κατά 9%, λόγω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Φυλετικοί Νόμοι της Νυρεμβέργης, απαγόρευση γάμων μεταξύ «αριών» και εβραίων. Απαγόρευση κάθε δημόσιου λειτουργήματος στους τελευταίους. Μαζικές εκκαθαρίσεις αντικαθεστωτικών. Γενική προετοιμασία για πόλεμο.

german election 1919 1933

Με μπλε τα κεντρώα κόμματα, μαύρο τα δεξιά και εθνικιστικά, κόκκινο τα αριστερά, και πορτοκαλί οι σοσιαλδημοκράτες

Σχετικά κείμενα του Τρότσκυ:

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s