Η Στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία

Ο Τρότσκυ γράφει το κείμενο αυτό στις 27/9/1930 λίγο μετά τον εκλογικό θρίαμβο των ναζίδων στις εκλογές της 14ης Σεπτέμβρη 1930. Οι εκλογές αυτές γίνονται ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 1929. Οι αναλογίες με τη σημερινή εποχή είναι προφανείς για όσους επιμένουν να μην κρύβονται πίσω από το δάκτυλο τους. Θεωρήσαμε αναγκαίο να υπενθυμίσουμε με ένα μικρό ιστορικό εισαγωγικό σημείωμα τα γεγονότα της εποχής και μετά ακολουθεί το κείμενο του Τρότσκυ με τίτλο: Η Στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία, σε μετάφραση Παντελή Πουλιόπουλου. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε 3 συνέχειες στο Σπάρτακο (Οκτ.1930/Νο 4-5, Δεκ.1930/Νο 6, Γενάρης 1931/Νο 7)

Το ιστορικό της ναζιστικής επικράτησης

Οι Ναζί εμφανίστηκαν στο προσκήνιο από την δεκαετία του 20 καταγγέλλοντας την Συνθήκη των Βερσαλλιών, τα κοινοβουλευτικά κόμματα με τους επαγγελματίες πολιτικούς και τη “διεθνή σιωνιστική συνωμοσία” που έχουν φέρει την Γερμανία στο χείλος της αβύσσου. Καταφέρονταν ενάντια στις απεργίες που “διαλύουν την χώρα και ανοίγουν δρόμο στον μπολσεβικισμό”. Η οικονομική κρίση και η συνεπακόλουθη καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων τους άνοιξε μαζικά ακροατήρια. Μεθοδικά έστρεψαν την μικροαστική δυσαρέσκεια ενάντια στην εργατική τάξη. Τα Τάγματα Εφόδου των Ναζί συστηματικά χτυπούσαν με απαράμιλλη βιαιότητα τις εργατικές συγκεντρώσεις. Το Μάρτη του 30 σχηματίζει κυβέρνηση (χωρίς εκλογές like Παπαδήμος) ο κεντρώος Μπρύνινγκ, με την υποστήριξη του ΣΚΓ (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας-SPD). Στις εκλογές (Σεπτέμβρης 30) τα αποτελέσματα δίνουν 8,5 εκ. ψήφους (24,5%) στο ΣΚΓ και 4,5 εκ. ψήφους (13,1%) στο ΚΚΓερμανίας (ΚPD). Όμως θεαματική είναι η άνοδος των Ναζί που παίρνουν 6.3 εκ. ψήφους (18,3%) όταν στις προηγούμενες εκλογές (20/5/1928) είχαν λάβει μόλις το 2,6%. Στις ίδιες εκλογές το Κέντρο (Μπρύνινγκ) παίρνει 12% και διάφορα δεξιά και συντηρητικά σχήματα αθροιστικά περίπου 30%.
Μετά τον Μπρύνινγκ σχηματίζει κυβέρνηση ο συντηρητικός Πάπεν. (Ιούνης 32). Στις εκλογές του Ιούλη οι Ναζί λαμβάνουν 13,7 εκ. ψήφους (38%), έναντι 7,9 εκ. του ΣΚΓ (22%) και 5,2 εκ. του ΚΚΓ (14,6%). Ο Πάπεν σχηματίζει κυβέρνηση αλλά δυο μήνες αργότερα παραιτείται κάτω από το βάρος ενός τεράστιου απεργιακού κύματος ενάντια σε αναγκαστικό διάταγμα μείωσης των μισθών. Έτσι σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Σλάιχερ.
Ωστόσο, οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις αποδεικνύονται όλο και πιο ανίκανες να επιβάλλουν τις λύσεις που χρειάζεται το γερμανικό κεφάλαιο. Η αστική τάξη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι θα εξασφαλίσει το μέλλον της μόνο αν η ναζιστική τρομοκρατία γίνει κυβερνητικό σύστημα. Βήμα-βήμα, οι Ναζί εδραιώνουν τις θέσεις τους. Ενώ το ΣΚΓ παρέλυε την εργατική τάξη και το ΚΚΓ πνιγόταν στα αδιέξοδα της μυωπικής σεχταριστικής πολιτικής του, οι Ναζί μαζικοποιούνταν και αύξαιναν τις αντεργατικές τους επιθέσεις. Το Γενάρη του 33 πραγματοποιείται συνάντηση επιφανών Ναζί με εκπροσώπους οργανώσεων των μεγαλοεργοδοτών. Οι καπιταλιστές χρίζουν επίσημα τον Χίτλερ ως εκλεκτό τους. Άλλωστε ήδη είχαν διαθέσει τεράστια ποσά για την ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος. Η κυβέρνηση Σλάιχερ παραιτείται.
Ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ να αναλάβει την καγκελαρία. Σχηματίζεται κυβέρνηση συνασπισμού του Χίτλερ με τον Πάπεν. Το ΚΚΓ πραγματοποιεί στροφή 180 μοιρών, καλώντας το ΣΚΓ να οργανώσουν μαζί μια γενική απεργία. Ήταν όμως πια αργά. Οι γραφειοκράτες του ΣΚΓ αποκρούουν την πρόταση, ελπίζοντας ακόμη ότι η αστική τάξη θα στραφεί ενάντια στον φασισμό αν οι εργάτες δείξουν μετριοπάθεια και νομιμοφροσύνη. Οι Ναζί προχωρούν ακάθεκτοι. Το Φλεβάρη του 33 οργανώνουν την γνωστή προβοκάτσια της πυρκαγιάς στο Ράιχσταγκ. (κτήριο του κοινοβουλίου). Αμέσως καταργούνται με αναγκαστικό διάταγμα τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα, πράγμα που σαρώνει τα απομεινάρια του συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Εξαπολύεται κύμα συλλήψεων, ενώ συλλαμβάνεται και ο Τέλμαν (γραμματέας του ΚΚΓ). Απαγορεύεται ο τύπος του ΚΚΓ, αλλά και του ΣΚΓ.
Στις εκλογές που ακολουθούν οι Ναζί φτάνουν στους 17,2 εκ. ψήφους. Το ΣΚΓ παίρνει 7,1 εκ. και το ΚΚΓ 4,8εκ. Ο Χίτλερ σχηματίζει νέα κυβέρνηση, αποκλειστικά ναζιστική αυτή την φορά. Σε 5 μέρες δημοσιεύεται διάταγμα που καταργεί τις 81 έδρες του ΚΚΓ, ενώ το Μάη του 33 οι Ναζί διαλύουν τα συνδικάτα και τον Ιούλη απαγορεύουν το ΣΚΓ. Η φασιστική νίκη είχε συντελεστεί.

Η μάχη του Τρότσκυ

Ο Τρότσκυ αντιλαμβάνεται ύστερα από τα εκλογικά αποτελέσματα στις 14/9/1930, ότι ο Ναζισμός βρίσκεται ένα βήμα πριν την εξουσία. Ο φασισμός για τον Τρότσκυ δεν περιορίζεται στην βία ενάντια στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης, αλλά καταστρέφει και εκθεμελιώνει όλες τις μαζικές λαϊκές συλλογικότητες, ακόμα και τις ρεφορμιστικές, που μέχρι τότε ήταν ένας αξιόπιστος συνομιλητής του αστικού καθεστώτος. Οι ρεφορμιστές και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία μπορούν να παίζουν ένα ορισμένο ρόλο διαμεσολάβησης ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους εργάτες μόνο σε εποχές οικονομικής άνθισης, που υπάρχουν περιθώρια κοινωνικής διαπραγμάτευσης και τα αφεντικά προτιμούν προκειμένου να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη συνέχεια της παραγωγής να διαπραγματευτούν με τους εκπροσώπους και τις οργανώσεις της εργατικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο οι κάθε λογής ρεφορμιστές είναι έτοιμοι να αναλάβουν ακόμα και κυβερνητικά πόστα όπως έκαναν πάμπολλες φορές στη μεταπολεμική περίοδο, πάντα όμως στη βάση ενός κοινά αποδεκτού κοινωνικού συμβολαίου. Στη Γερμανία της Βαϊμάρης οι σοσιαλδημοκράτες βρέθηκαν στην κυβέρνηση για περισσότερα από 10 χρόνια. Η κρίση όμως το 1929 ήρθε να βάλει ένα απότομο τέλος σε αυτό το διάλειμμα των ρεφορμιστικών αυταπατών. Η αστική τάξη της Γερμανίας κάνει από δω και πέρα εντελώς διαφορετικές επιλογές, στριμωγμένη άγρια από την οικονομική ύφεση. Χρειάζεται επειγόντως ένα νέο εθνικό σχέδιο ανάκτησης όσων έχασε με την ήττα στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι Ναζίδες είναι ότι καλύτερο υπάρχει για να αναλάβουν αυτό το ρόλο. Η πρώτη όμως προϋπόθεση είναι να συντριφτούν οι οργανώσεις της εργατικής τάξης και όλοι οι «εχθροί του έθνους» που δεν το αφήνουν να ανορθωθεί. Η προπαγάνδα αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα από τη σημερινή προπαγάνδα των φασιστών σε όλη την Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα.
Δυστυχώς όμως η αριστερά όπως και τώρα έτσι και τότε δείχνει να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω της. Οι ηγέτες του Κ.Κ. Γερμανίας (Τέλμαν, Ρέμελε) αρχικά θεωρούσαν αδύνατη την νίκη του φασισμού. Αργότερα όταν οι Ναζί συγκέντρωναν τεράστια εκλογικά ποσοστά, ο ηγέτης του ΚΚΓ Ρέμελε δήλωνε: “οι κ.κ. φασιστές δεν μας τρομάζουν, θα χρεοκοπήσουν πιο γρήγορα από οποιασδήποτε άλλη κυβέρνηση”. Επιπλέον, το ΚΚΓ χαρακτήριζε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ΣΚΓ) σαν “σοσιαλφασιστικό” και ως εκ τούτου απέρριπτε κάθε ιδέα μετώπου ενάντια στους ναζίδες.
Για τον Τρότσκι που παρακολουθούσε μέρα την μέρα, τις γερμανικές εξελίξεις, η πολιτική του ΚΚΓ ήταν καταστροφική. Εξηγούσε ότι, εφόσον το ΣΚΓ στηρίζεται πάνω στις εργατικές οργανώσεις, ήταν αναγκασμένο να υπερασπίσει το κοινοβουλευτικό καθεστώς ενάντια στο φασισμό. Αυτήν την αντίθεση ανάμεσα στην σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό όφειλε να αξιοποιήσει το ΚΚΓ.

“Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία σαν σύνολο, με όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς της, βρίσκεται σε οξεία διαμάχη με τους φασίστες. Το καθήκον μας είναι να επωφεληθούμε από αυτή την διαμάχη”. (Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του Κ.Κ.Γ.)

Η λύση βρισκόταν μόνο στην υιοθέτηση, από την πλευρά του ΚΚΓ της πολιτικής του “ενιαίου εργατικού μετώπου” ενάντια στον φασισμό. Το ΚΚΓ έπρεπε να απευθυνθεί στο ΣΚΓ, καλώντας το να οργανώσουν και να συντονίσουν από κοινού την άμυνα των εργατικών οργανώσεων απέναντι στις φασιστικές προκλήσεις, με την δημιουργία πολιτοφυλακών των εργατών χωρίς βέβαια να αναλαμβάνει καμιά ευθύνη απέναντι στις μάζες για την συνολική πολιτική του ΣΚΓ, ούτε να εγκαταλείπει την ελευθερία δράσης και κριτικής. “Να χτυπάμε μαζί, να βαδίζουμε χωριστά. Να συνεννοούμαστε μόνο ποιον, πως, πότε, θα χτυπήσουμε”. Έτσι κωδικοποιούσε ο Τρότσκι και η Αριστερή Αντιπολίτευση την πολιτική του ενιαίου μετώπου.
Μόνο μέσα από την κοινή δράση όλης της εργατικής τάξης οι φασίστες θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά. Με το ενιαίο μέτωπο, όχι μόνο θα αποτρεπόταν ο φασιστικός κίνδυνος, αλλά οι κομμουνιστές θα αποκάλυπταν στις μάζες του ΣΚΓ τις γραφειοκρατικές ταλαντεύσεις της ηγεσίας τους. Έτσι το ΚΚΓ θα κατόρθωνε μέσα στην πράξη να αποσπάσει τους εργάτες του ΣΚΓ από την ηγεσία τους.

“Η καταπληκτική πλειονότητα από τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα παλέψει ενάντια στους φασίστες, αλλά -για την ώρα τουλάχιστον- μόνο με τις οργανώσεις της. Αυτό το στάδιο δεν μπορεί να υπερπηδηθεί. Πρέπει να βοηθήσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στην πράξη -μέσα σε αυτή την νέα και εξαιρετική κατάσταση- να ελέγξουν τι αξίζουν οι οργανώσεις και οι ηγέτες τους μέσα σε αυτό τον αγώνα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη”.
(Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).

Ωστόσο το ΚΚΓ με την τυφλή, σεχταριστική πολιτική του δεν βοηθούσε τους εργάτες του ΣΚΓ να κατανοήσουν την ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Έτσι η άρνηση του ενιαίου μετώπου συνιστούσε σημαντική πολιτική βοήθεια προς την σοσιαλδημοκρατία και, σε τελευταία ανάλυση, έστρωνε το δρόμο στους Ναζί.
Οι ηγέτες του ΚΚΓ με μια δήθεν υπερεπαναστατική φρασεολογία κάλυπταν την αδυναμία τους να καταστρώσουν μια ορθή τακτική αξιοποίησης των αντιθέσεων μεταξύ φασισμού και σοσιαλδημοκρατίας, προς το συμφέρον της επανάστασης. Έλεγε ο Τρότσκυ:

“Είναι αδύνατον να νικήσουμε το φασισμό αν δεν νικήσουμε πρώτα την σοσιαλδημοκρατία… επαναλαμβάνει ο Τέλμαν… Η ιδέα αυτή… σε ιστορική κλίμακα είναι αναμφίβολα σωστή. Αλλά αυτό δε σημαίνει καθόλου πως με την βοήθεια αυτής της άποψης… μπορεί κανείς να λύσει τα σημερινά προβλήματα. Η ιδέα αυτή, ορθή από την άποψη της επαναστατικής στρατηγικής παρμένης σαν σύνολο, μετατρέπεται σε ψέμα … αν δεν μεταφραστεί στην γλώσσα της τακτικής.
Είναι σωστό ότι για να εξαφανιστεί η ανεργία και η αθλιότητα είναι αναγκαίο να καταστραφεί πρώτα ο καπιταλισμός; Ναι, είναι σωστό. Αλλά πρέπει να είσαι ο μεγαλύτερος βλάκας για να βγάλεις από όλα αυτά το συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να παλέψουμε, από σήμερα κιόλας, με όλες μας τις δυνάμεις, ενάντια σε εκείνα τα μέτρα που με την βοήθεια τους ο καπιταλισμός αυξάνει την αθλιότητα των εργατών. Μπορεί κανείς να ελπίζει ότι στους προσεχείς μήνες το ΚΚΓ θα νικήσει ταυτόχρονα την σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό; Κανένας ομαλά σκεπτόμενος άνθρωπος… δεν θα τολμήσει να το ισχυριστεί. Πολιτικά το ζήτημα μπαίνει κάπως έτσι : μπορούμε τώρα, στους προσεχείς λίγους μήνες, δηλαδή με την σοσιαλδημοκρατία πολύ εξασθενημένη, αλλά ακόμα (δυστυχώς) πολύ ισχυρή, να αποκρούσουμε νικηφόρα το φασισμό; (…) Για τους στενοκέφαλους ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα. Αν ένας από τους εχθρούς μου με ποτίζει με μικρές καθημερινές δόσεις από δηλητήριο και ένας άλλος από την άλλη μεριά ετοιμάζεται να με πυροβολήσει κατάστηθα, θα κοιτάξω πρώτα να ρίξω από τα χέρια του δεύτερου εχθρού το πιστόλι, γιατί αυτό μου δίνει την ευκαιρία να απαλλαγώ κι από τον πρώτο εχθρό”.
(Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).

Τελικά η αδυναμία του ΚΚΓ να αποσπάσει τις πλατιές εργατικές μάζες από το ρεφορμισμό και να τις προσανατολίσει προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού ενίσχυσε την φασιστική δημαγωγία ανάμεσα στους μικροαστούς. Οι μικροαστικές μάζες, τρέμοντας από τον πυρετό, ήταν ικανές να στραφούν απότομα, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν παρουσιαζόταν ικανή να εγγυηθεί μια αντικαπιταλιστική διέξοδο στους κατεστραμμένους μικροαστούς, οι τελευταίοι αναζήτησαν – όπως ήταν επόμενο- την λύση στα προβλήματα τους στο φασισμό, που υποσχόταν να φέρει με τις γροθιές “κοινωνική δικαιοσύνη”.
Το ΚΚΓ περιορίστηκε στην οργάνωση ένοπλων πολιτοφυλακών μέσα από τις γραμμές του, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συγκρούστηκαν με τις ομάδες εφόδου των Ναζί. Παρά τον αναμφισβήτητο ηρωισμό των μαχητών τους (30 νεκροί σε συγκρούσεις με φασίστες μόνο τον Ιούνη- Ιούλη του 32), οι πολιτοφυλακές του ΚΚΓ, απομονωμένες από τις εργατικές μάζες, ήταν επόμενο να ηττηθούν.

Σήμερα η κρίση φέρνει τη δεκαετία του 1930 περισσότερο κοντά από ποτέ. Η χρυσή αυγή σε γκάλοπ εμφανίζεται να αγγίζει ποσοστά κοντά στο όριο είσοδο της στη βουλή. Το Σεπτέμβρη του 2009 είχε λάβει μόλις 19,5 χιλ. ψήφους και 0,3%. Οι Ναζίδες το 1930 7πλασίασαν τα ποσοστά τους μόλις σε δύο χρόνια. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει στην Ελλάδα του 2012. Τα αποτελέσματα στις δημοτικές εκλογές και το 5% που πήρε η χρυσή αυγή ήταν ο πρώτο καμπανάκι. Η συγκεκριμένη οργάνωση συνεχίζει να χτίζει το δίκτυο των συμμοριών της σε αγαστή συνεργασία με τους μηχανισμούς του βαθέους κράτους και με τον αστικό κοινοβουλευτικό κόσμο να βλέπει στους συμμορίτες έναν αξιόπιστο σύμμαχο για τη σωτηρία του ελληνικού καπιταλισμού. Η χθεσινή πορεία των φασιστών για τα Ιμια είναι ακόμα μια προειδοποίηση. Ένα στρατικοποιημένο μπλοκ 2000 αλητών σε συνδυασμό με τις καθημερινές δολοφονικές επιθέσεις τους υπό την κάλυψη πάντα στης αστυνομίας δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εφησυχασμούς.

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Τρότσκυ που αναδημοσιεύουμε παρακάτω, αυτό που έχει σημασία να κρατήσουμε είναι το μαχητικό πνεύμα και την μεθοδολογία που αντιμετώπιζε το συγγραφέας τον επερχόμενο φασιστικό κίνδυνο. Βεβαίως το ΚΚ των αρχών του 30 δεν έχει σχέση με τα σημερινά ΚΚ και την αριστερά που προέρχεται απ’ αυτό το ρεύμα ύστερα την τραγική εμπειρία του σταλινικού εκφυλισμού και της πτώσης του «υπαρκτού» το 1990. Πολύ περισσότερο με τη σημερινή σοσιαλδημοκρατία που πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα αυτή των αρχών του 20ου αιώνα, ύστερα από μερικές δεκαετίας στο τιμόνι των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών χώρών της Ευρώπης. Όμως το ενιαίο μέτωπο μαζί και οι μάχιμες πολιτοφυλακές του διατηρούν ανέπαφη της αξία τους μέχρι σήμερα. Κάθε σημερινός αριστερός και κάθε αγωνιστής ας βγάλει από τη γερμανική εμπειρία ότι συμπεράσματα είναι χρήσιμα για την μάχη που έχουμε να δώσουμε σήμερα ενάντια στα φασιστικά αποβράσματα. Και σε αυτή τη μάχη η σκέψη του Τρότσκυ είναι από τις πλέον χρήσιμες.

* * *

Ιούνιος 1927, Βερολίνο: Διαδήλωση του Rote Frontkämpferbund, πολιτοφυλακής του ΚΚΓ

Λέον Τρότσκυ

Η Στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΤΡΟΦΗΣ

Στροφές τακτικής, ακόμα δε και μεγάλες στροφές, είναι απόλυτα αναπόφευκτες στην εποχή μας. Προέρχονται από τις στροφές που γίνονται μέσα στην αντικειμενική κατάσταση (έλλειψη σταθερότητας στις διεθνείς σχέσεις, και ακανόνιστη διακύμανση των οικονομικών συνθηκών, απότομη αντανάκλαση των οικονομικών διακυμάνσεων στην πολιτική, προωθήσεις της μάζας που δίνουν την εντύπωση μίας κατάστασης χωρίς διέξοδο, κλπ.).
Η προσεχτική παρακολούθηση των μεταβολών της αντικειμενικής κατάστασης είναι ένα καθήκον πιο σπουδαίο και πιο δύσκολο σήμερα, στην εποχή της «οργανικής» ανάπτυξης του καπιταλισμού, παρά πριν από τον πόλεμο. Η διοίκηση του Κόμματος βρίσκεται σήμερα στην κατάσταση ενός σοφέρ, που οδηγεί το αυτοκίνητό του σ’ ένα βουνό με απότομες στροφές. Μια παράκαιρη στροφή, μία ταχύτητα κακοπαρμένη, αποτελούν για τον ταξιδιώτη και τους επιβάτες απειλή πολύ μεγάλων κινδύνων, ακόμα και θανάτου.
Η διοίκηση της Κ.Δ. μας έδωσε κατά τα τελευταία χρόνια παραδείγματα πολύ απότομων στροφών. Παρατηρούμε το τελευταίο από αυτά κατά τους τελευταίους αυτούς μήνες. Από που προέρχεται μία στροφή μέσα στην Κομμουνιστική Διεθνή από το θάνατο του Λένιν και δώθε; Από μεταβολές της αντικειμενικής κατάστασης; Όχι. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι από το 1923 καμιά στροφή τακτικής δεν πραγματοποιήθηκε στον καιρό της από την Κ.Δ. κάτω από την επίδραση μεταβολών και με σωστή εκτίμηση της αντικειμενικής κατάστασης. Αντίθετα, κάθε στροφή ήταν το αποτέλεσμα της τεράστιας αντίφασης που υπήρχε ανάμεσα στη γραμμή της Κ.Δ. και της αντικειμενικής κατάστασης. Και τώρα βλέπουμε το ίδιο πράγμα.
Η 9η ευρεία της Εκτελεστικής της Κ.Δ., το 6ο Συνέδριο και προπαντός η 10η ευρεία ακολούθησαν την πορεία μιας άμεσης και απότομης γραμμής που ανταποκρινότανε προς μία επαναστατική άνοδο («Τρίτη περίοδος») πορεία που δεν έστεκε πια εξαιτίας της αντικειμενικής κατάστασης, ύστερα μάλοστα από τις πιο σημαντικές ήττες στην Αγγλία, στην Κίνα, ύστερα από το αδυνάτισμα των Κ.Κ. σ’ όλο τον κόσμο προπαντός μέσα σε συνθήκες βιομηχανικής και εμπορικής ανάπτυξης, που αγκάλιασαν μία σειρά από τις πιο σπουδαίες καπιταλιστικές χώρες. Η στροφή τακτικής της Κ.Δ. από το Φλεβάρη του 1928 ήταν ολότελα αντίθετη προς την πραγματική στροφή του ιστορικού δρόμου. Από την αντίφαση αυτή γεννήθηκαν τυχοδιωκτικές τάσεις, μεγαλύτερη αποξένωση του κόμματος από τις μάζες, το αδυνάτισμα των οργανώσεων κλπ. Μονάχα όταν τα φαινόμενα αυτά πήραν απειλητικό χαρακτήρα η διοίκηση πραγματοποίησε μια καινούργια στροφή, τον Απρίλη του 1930, προς τα πίσω και δεξιά της τακτικής της «Τρίτης περιόδου».
Από ειρωνεία της τύχης που είναι σκληρή για όλους εκείνους που βρίσκονται στην ουρά των γεγονότων, η νέα στροφή τακτικής της Κ.Δ. συμπίπτει με μία νέα στροφή στην αντικειμενική κατάσταση. Μια απροσδόκητη όξυνση της διεθνούς κρίσης ανοίγει αναμφίβολα, προοπτικές αριστεροποίησης των μαζών και κοινωνικών αναστατώσεων. Σήμερα μπορούμε και να κάνομε μια στροφή προς τ’ αριστερά, να δώσουμε δηλαδή ένα τολμηρό ρυθμό πάνω στην πορεία μίας επαναστατικής ανάπτυξης. Αυτό θα ήταν ολότελα σωστό και αναγκαίο αν, κατά τα τρία τελευταία αυτά χρόνια, η διοίκηση της Κ.Δ. χρησιμοποιούσε, όπως έπρεπε, την περίοδο της οικονομικής ανόδου που συνοδευότανε με πτώση του επαναστατικού κινήματος, για να δυναμώσει τις θέσεις του Κόμματος μέσα στις μαζικές οργανώσεις και πρώτα μέσα στα συνδικάτα. Μέσα στις συνθήκες αυτές ο σοφέρ θα μπορούσε και θα όφειλε κατά το 1930 να περάσει από τη δεύτερη ταχύτητα στην τρίτη ή τουλάχιστον να ετοιμαστεί για μία τέτοια δουλειά στο πιο κοντινό μέλλον. Στην πραγματικότητα πραγματοποιήθηκε μια ανάπτυξη ολότελα αντίθετη. Ο σοφέρ για να μην πέσει στο γκρεμό, επειδή είχε βάλει τρίτη ταχύτητα, σε μια στιγμή που δεν ήταν ευνοϊκή, βρέθηκε αναγκασμένος να περάσει στη δεύτερη και να επιβραδύνει το ρυθμό εκεί που με μια σωστή στρατηγική γραμμή, ήταν υποχρεωμένος να μεγαλώσει την ταχύτητα.
Τέτοια είναι η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στην αναγκαία τακτική και στην στρατηγική προοπτική, αντίθεση μέσα στην οποία τώρα με τη λογική των σφαλμάτων της διοίκησης τους βρίσκονται τα Κ.Κ. αρκετών χωρών.
Την αντίθεση αυτή τη βλέπουμε τώρα κατά τον πιο περίφημο και πιο επικίνδυνο τρόπο στη Γερμανία, όπου οι τελευταίες εκλογές έφεραν στο φως μία εξαιρετική ιδιομορφία του συσχετισμού των δυνάμεων που δημιουργήθηκαν όχι μονάχα από τις δύο μεταπολεμικές περιόδους της σταθεροποίησης στη Γερμανία, αλλά ακόμα και από τις τρεις περιόδους σφαλμάτων της Κ.Δ.

Η ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ Κ.Κ. ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Σήμερα, ο επίσημος τύπος της Κ Δ. εμφανίζει αποτελέσματα των γερμανικών Εκλογών σαν μία μεγαλοπρεπή νίκη του κομμουνισμού που θέτει στην ημερησία διάταξη το σύνθημα «η σοβιετική Γερμανία». Οι αισιόδοξοι γραφειοκράτες δεν θέλουν να μπουν στην έννοια του συσχετισμού των δυνάμεων που φάνηκαν στις εκλογικές στατιστικές. Αναλύουν την αύξηση του αριθμού των κομμουνιστικών ψήφων ανεξάρτητα από τα επαναστατικά καθήκοντα, που δημιουργήθηκαν από την κατάσταση και ανεξάρτητα από τα εμπόδια, που αναφαίνονται.
Το Κ.Κ. έλαβε 4.600.000 περίπου ψήφους απέναντι 3.300.000 που έλαβε στα 1928. Η αύξηση ανέρχεται σε 1.300.000. Από την άποψη της «κανονικής» κοινοβουλευτικής μηχανής είναι τεράστια και αν ακόμη λάβει κανείς υπ’ όψη του την αύξηση του αριθμού των ψηφοφόρων. Αλλά η επιτυχία του Κ.Κ. ωχριά μπροστά στο φασιστικό άλμα, που από τις 800.000 έφτασε στα 6 εκατ. 400.000 ψήφους. Το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία, παρ’ όλο ότι έχασε πολύ, διατήρησε τα κύρια στελέχη της και συγκέντρωσε οπωσδήποτε περισσοτέρους εργατικούς ψήφους από το Κ.Κ. έχει μια σημασία όχι λιγότερο σπουδαία για την εκτίμηση των εκλογών.
Στο μεταξύ, αν κανείς διερωτάτο ποιος συνδυασμός διεθνών και εθνικών συνθηκών ήταν ικανός να στρέψει με τη μεγαλύτερη δύναμη την εργατική τάξη προς τον κομμουνισμό, δεν θα μπορούσε να φέρει καλλίτερο παράδειγμα ευνοϊκών συνθηκών από τη σημερινή κατάσταση στη Γερμανία. Η δυσχέρεια του σχεδίου Γιουνγκ, η οικονομική κρίση, η κατάπτωση των κυβερνώντων, η κοινοβουλευτική κρίση, η σοσιαλδημοκρατία στην εξουσία, που ξεσκεπάζεται κατά τρόπο τρομακτικό από την άποψη των συγκεκριμένων αυτών ιστορικών συνθηκών, το ειδικό βάρος του γερμανικού Κ.Κ. στην κοινωνική ζωή της χώρας, παρά το κέρδος των 1.300.000 ψήφων, μένει κατ’ αναλογία αδύνατο.
Η αδυναμία των θέσεων του κομμουνισμού, συνδεδεμένη στενά με την πολιτική και το καθεστώς της Κ.Δ., φαίνεται κατά τρόπο ακόμα πιο καταφανή αν θέσουμε απέναντί του σημερινού κοινωνικού βάρους του Κ.Κ. τα συγκεκριμένα και αναπόφευκτα καθήκοντα που παρουσιάζονται σ’ αυτό μέσα στις τωρινές ιστορικές συνθήκες.
Είναι αλήθεια ότι το ίδιο το Κ.Κ. δεν υπολόγιζε επάνω σε μία τέτοια ανάπτυξη. Αλλά αυτό δείχνει φανερά ότι κάτω από το κτύπημα των σφαλμάτων και των ηττών, η διοίκηση του Κ.Κ. έχασε τη συνήθεια των μεγάλων σκοπών και των μεγάλων προοπτικών.
Αν χθες, υποτίμησε τις δυνατότητές της, σήμερα υποτιμά τις δυσκολίες. Έτσι ο ένας κίνδυνος πολλαπλασιάζεται με τον άλλο.
Το πρώτο προσόν ενός αληθινού επαναστατικού κόμματος είναι να μπορεί να παρατηρεί κατάμουτρα την πραγματικότητα.

ΟΙ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ.

Σε κάθε στροφή του ιστορικού δρόμου, σε κάθε κοινωνική κρίση, πρέπει να βλέπουμε, και πάλι να ξαναβλέπουμε το ζήτημα των σχέσεων των τριών τάξεων της σημερινής κοινωνίας, δια της μεγαλοαστικής τάξης που διευθύνεται από το χρηματιστικό κεφάλαιο, της μικροαστικής που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στα δύο βασικά στρατόπεδα και τέλος της προλεταριακής.
Η μεγαλοαστική τάξη που είναι μια μικρή μειοψηφία του έθνους, δεν μπορεί να κρατηθεί στην εξουσία αν δεν έχει ένα στήριγμα στη μικροαστική τάξη των πόλεων και των χωριών, δηλαδή στ’ απομεινάρια του παρελθόντος και στις μάζες των νέων μεσαίων τάξεων. Το στήριγμα αυτό παίρνει στην τωρινή εποχή δύο τύπους βασικούς, που πολιτικά ανταγωνίζεται ο ένας τον άλλο, αλλά συμπληρώνουν ιστορικά ο ένας τον άλλο, τη σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό. Στο πρόσωπο της σοσιαλδημοκρατίας, η μικροαστική τάξη που ακολουθεί το χρηματιστικό κεφάλαιο σέρνει μαζί της εκατομμύρια εργάτες.
Σήμερα η μεγαλοαστική γερμανική τάξη αμφιταλαντεύεται, παραδέρνει. Το ζήτημα να μάθει πια από τις δύο μεθόδους πρέπει να χρησιμοποιήσει τώρα για να γιατρέψει την κοινωνική κρίση, εξαντλεί τις διαφωνίες της. Η σοσιαλδημοκρατία απομακρύνει απ’ αυτήν μία μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης λόγω των αμφίβολων αποτελεσμάτων της και λόγω των τεράστιων συμπληρωματικών εξόδων (φόροι, νόμοι κοινωνικών ασφαλίσεων, ημερομίσθια). Η χειρουργική επέμβαση του φασισμού εμφανίζεται σε μία άλλη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης σαν να μη ανταποκρίνεται στην κατάσταση και σαν πολύ επικίνδυνη. Μ’ άλλα λόγια, η αστική οικονομία στο σύνολο της αμφιταλαντεύεται στην εκτίμηση της κατάστασης μη βλέποντας ακόμα βάσεις για να διακηρύξει τον ερχομό της «τρίτης περιόδου», όπου η σοσιαλδημοκρατία θ’ αντικατασταθεί στο γενικό πρόσταγμα απόλυτα από το φασισμό, υποκείμενη κοντά στ’ άλλα, όπως το ξέρουμε, για τις περασμένες υπηρεσίες της, σ’ ένα γενικό πογκρόμ. Οι αμφιταλαντεύσεις της μικροαστικής τάξης -από το αδυνάτισμα των κυριοτέρων της κομμάτων- ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό παρουσιάζουν ένα σύμπτωμα πολύ καθαρό μιας προεπαναστατικής κατάστασης. Με τον ερχομό των πραγματικών επαναστατικών συνθηκών, οι αμφιταλαντεύσεις αυτές θα παύσουν φυσικά αμέσως.

Η ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ

Για να καταλήξει η κοινωνική κρίση στην προλεταριακή επανάσταση είναι απαραίτητο, εκτός από τις άλλες συνθήκες, να γίνει μία αποφασιστική ώθηση των μικροαστικών τάξεων προς το προλεταριάτο. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο προλεταριάτο να τεθεί ως οδηγός επικεφαλής του έθνους.
Οι τελευταίες εκλογές δείχνουν, και αυτό αποτελεί τη συμπτωματική τους βασική αξία, μία αντίστροφη φορά: Κάτω από τα κτυπήματα της κρίσης, η μικροαστική τάξη έκλινε όχι προς την προλεταριακή Επανάσταση, αλλά προς την ακρότατη ιμπεριαλιστική αντίδραση, σέρνοντας μαζί της σπουδαία στρώματα του προλεταριάτου.
Η γιγάντια ανάπτυξη του εθνικοσοσιαλισμού είναι έκφραση δύο γεγονότων, της βαθιάς κοινωνικής κρίσης που χαλάει την ισορροπία των μικροαστικών μαζών και της έλλειψης ενός τέτοιου επαναστατικού κόμματος, που ακόμα και σήμερα θα εμφανιζότανε στα μάτια των λαϊκών μαζών, σαν να κλήθηκε για να είναι ο επαναστατικός τους οδηγός.
Αν το κομμουνιστικό κόμμα είναι ένα κόμμα επαναστατικής ελπίδας, ο φασισμός σαν κίνημα μαζών είναι τότε ένα κόμμα αντεπαναστατικής απελπισίας. Όταν ο προλεταριακός όγκος διαπνέεται από την επαναστατική ελπίδα, σέρνει αναπόφευκτα μαζί του στο δρόμο της Επανάστασης σπουδαία και αυξανόμενα στρώματα της μικροαστικής τάξης. Στον τομέα αυτόν ακριβώς, οι εκλογές δείχνουν μία εικόνα ολότελα αντίθετη. Η αντεπαναστατική απελπισία αγκάλιασε το μικροαστικό όγκο με τέτοια δύναμη που έσυρε μαζί του σπουδαία στρώματα του προλεταριάτου.
Πως μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό: Κατά το παρελθόν είδαμε (Ιταλία, Γερμανία) ένα απότομο δυνάμωμα του φασισμού, νικηφόρου ή το λιγότερο απειλητικού, ως αποτέλεσμα των εξαντληθέντων ή μη χρησιμοποιηθέντων επαναστατικών καταστάσεων, στη λήξη των επαναστατικών κρίσεων, κατά τις οποίες η πρωτοπορία του προλεταριάτου έδειξε την ανικανότητά της να τεθεί επικεφαλής του έθνους για να μεταβάλει την τύχη όλων των τάξεων, συμπεριλαμβανομένης και της μικροαστικής. Αυτό ακριβώς πρόσθεσε εξαιρετικές δυνάμεις στο φασισμό στην Ιταλία. Σήμερα στη Γερμανία το πράγμα δεν παρουσιάζεται στη λήξη της επαναστατικής κρίσης, αλλά στον ερχομό της. Από αυτό, οι υπάλληλοι που διευθύνουν το κόμμα, αισιόδοξοι από καθήκον, συμπεραίνουν πως ο φασισμός, επειδή ήλθε «πολύ αργά» είναι καταδικασμένος σε μία αναπόφευκτη και γρήγορη ήττα (Ρότε Φάνε). Οι άνθρωποι αυτοί δεν θέλουν τίποτε να μάθουν. Ο φασισμός έρχεται «πολύ αργά» σε σχέση με τις παλιές επαναστατικές κρίσεις, αλλά φθάνει αρκετά ενωρίς -την αυγή- σε σχέση με τη νέα επαναστατική κρίση. Το γεγονός πως απόκτησε τις δυνατότητες να καταλάβει γερή βάση αφετηρίας στον καιρό της επαναστατικής περιόδου και όχι στην έξοδό της, δεν αποτελεί το ασθενές σημείο του φασισμού, αλλά το ασθενές σημείο του κομμουνισμού. Η μικροαστική τάξη δεν περιμένει, και εξαιτίας αυτού, δεν έχει νέες ελπίδες στις Ικανότητες του Κ.Κ. για να βελτιώσει την τύχη της. Στηρίζεται στην πείρα του παρελθόντος, ενθυμείτε τα μαθήματα του 1923, τα ιδιότροπα υπεραριστερά πηδήματα των Μάσλωφ, Τέλμαν, την οπορτουνιστική αδυναμία του ίδιου του Τέλμαν, το μεγάλο θόρυβο της «Τρίτης περιόδου» κ.λ.π. Και κυρίως -και αυτό είναι το πιο σπουδαίο- η δυσπιστία της απέναντί της προλεταριακής Επανάστασης αυξάνεται με τη δυσπιστία εκατομμυρίων σοσιαλδημοκρατών εργατών απέναντι του Κ.Κ. Η μικροαστική τάξη ακόμα και όταν είναι τραβηγμένη από το συντηρητικό δρόμο, δεν μπορεί να προσανατολισθεί προς την κοινωνική Επανάσταση παρά όταν οι συμπάθειες της πλειοψηφίας των προλεταρίων πηγαίνουν στην κοινωνική Επανάσταση. Ο πιο σπουδαίος αυτός όρος λείπει ακριβώς ακόμα και στη Γερμανία, δεν λείπει δε τυχαία.
Η διακήρυξη -πρόγραμμα- του γερμανικού Κ.Κ. πριν από τις εκλογές ήταν αφιερωμένη στο σύνολό της και αποκλειστικά στο φασισμό, σαν τον κυριότερο εχθρό. Εν τούτοις ο φασισμός βγήκε νικητής, συλλέγοντας όχι μονάχα εκατομμύρια ψήφους στοιχείων μισό- προλεταριακών, αλλά και πολλές εκατοντάδες χιλιάδων ψήφους εργατών βιομηχάνων. Έτσι εξηγείται το γεγονός πως παρά την κοινοβουλευτική νίκη του Κ.Κ., η προλεταριακή επανάσταση, σα σύνολο, υπέστη μία σοβαρή ήττα στις εκλογές αυτές, ήττα βέβαια φύσης προσωρινής, ακόμα και προληπτικής και όχι αποφασιστικού χαρακτήρα. Μπορεί να γίνει αποφασιστική και θα γίνει αναπόφευκτα, αν το Κ.Κ. δεν ξέρει να εκτιμήσει τη μερική κοινοβουλευτική του νίκη σε σύνδεση με τον «προσωρινό» χαρακτήρα της ήττας της Επανάστασης ως συνόλου και να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα.
Ο φασισμός είναι πραγματικός κίνδυνος στη Γερμανία, σαν οξεία έκφρασή της, χωρίς διέξοδο, κατάστασης του αστικού καθεστώτος, του συντηρητικού ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας απέναντί του καθεστώτος αυτού και της συσσωρευμένης αδυναμίας του Κ.Κ. ν’ ανατρέψει το καθεστώς αυτό. Εκείνος που αρνείται αυτό είναι τυφλός η Φανφαρόνος.
Στα 1923, ο Μπράντλερ, παρ’ όλες τις συμβουλές μας, υπερεκτίμησε κατά τρόπο ανήκουστο τις φασιστικές δυνάμεις. Από την εσφαλμένη εκτίμηση του συσχετισμού των δυνάμεων γεννήθηκε μία πολιτική ανακωχής, υπεκφυγής, αμύνης, δειλίας. Η υπερεκτίμηση του φασισμού από την κομμουνιστική διοίκηση δημιούργησε έναν από τους όρους για το πραγματικό δυνάμωμα του φασισμού. Ένα αντίθετο σφάλμα, η υποτίμηση ακριβώς του φασισμού από την τωρινή διοίκηση του Κ.Κ. μπορεί να φέρει πιο φοβερή καταστροφή της Επανάστασης για μία μακρά σειρά ετών.
Ο κίνδυνος παίρνει μία οξύτητα ειδική σε σχέση με το ζήτημα του ρυθμού της ανάπτυξης που δεν εξαρτάται μονάχα από μας. Ο φαινομενικός χαρακτήρας της ελικοειδούς πολιτικής γραμμής, τέτοιας που φανερώθηκε στις εκλογές, επιτρέπει να σκεφθούμε πως ο ρυθμός της ανάπτυξης της εθνικής κρίσης μπορεί να είναι πολύ ταχύς. Μ’ άλλα λόγια, το ρεύμα των γεγονότων μπορεί να δημιουργήσει στη Γερμανία, στο πιο κοντινό μέλλον, σ’ ένα νέο ιστορικό ύψος, την παλιά τραγική αντίφαση ανάμεσα στην ωριμότητα της επαναστατικής κατάστασης από την μια μεριά και στην αδυναμία και τη στρατηγική ανικανότητα του επαναστατικού κόμματος από την άλλη. Πρέπει να ειπωθεί αυτό καθαρά, ανοιχτά και προπαντός στον καιρό του.

ΤΟ. Κ.Κ. ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Θα ήταν ένα τεράστιο λάθος να χαρούμε π.χ. γιατί το μπολσεβίκικο κόμμα που τον Απρίλη του 1917, υστέρα από την άφιξη του Λένιν, μόλις άρχιζε να προπαρασκευάζεται για την κατάληψη της εξουσίας με λιγότερα από 80.000 μέλη και δεν παρέσυρε ακόμα και στην Πετρούπολη, όχι περισσότερο από το τρίτο των εργατών και ένα μέρος ακόμα πιο μικρό στρατιωτών. Η κατάσταση στη Ρωσία ήταν ολότελα διαφορετική. Χα επαναστατικά κόμματα δεν βγήκαν από την παρανομία παρά τον Μάρτιο, υστέρα από μια διακοπή τριών χρόνων πολιτικής ζωής ακόμα και φυτοζωίας που υπήρχε πριν από τον πόλεμο. Η εργατική τάξη ανανεώθηκε κατά τον πόλεμο κατά 10% περίπου, η μεγάλη προλεταριακή μάζα αγνοούσε τους μπολσεβίκους, ούτε και είχε ποτέ ακούσει τίποτε γι’ αυτούς. Η ψήφος για τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες το Μάρτιο-Ιούνιο ήταν η απλή έκφραση των πρώτων ασταθών βημάτων υστέρα από το ξύπνημα. Στην ψήφο αυτή δεν υπήρχε ούτε σκιά διάλυσης των αυταπατών μέσα στους μπολσεβίκους ή συσσώρεύσης δυσπιστίας απέναντί τους γεγονότα, που μπορούσαν μονάχα να δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα των λαθών του κόμματος που επαληθεύονται από τις μάζες μέσα στην ίδια τους την πείρα.
Αντίθετα, η καθημερινή προλεταριακή πείρα του 1917. έσπρωχνε τις μάζες από τους συμφιλιωτές προς τους μπολσεβίκους. Από αυτό γεννήθηκε η χειμαρρώδης και ακάθεκτη ανάπτυξη των γραμμών του κόμματος και προ παντός της επιρροής του.

ΤΟ Κ.Κ. ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ

Κατά βάθος, από την άποψη αυτή όπως και από πολλές άλλες, η κατάσταση στη Γερμανία έχει ένα διάφορο χαρακτήρα. Το Γερμανικό Κ.Κ. δεν ήρθε στη σκηνή μονάχα χθες ή προχθές. Στα 1923 είχε με το μέρος του ανοιχτά ή μισάνοιχτα την πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Στα 1924, στο κατερχόμενο κύμα, συγκέντρωσε 3.600.000 ψήφους, πιο ανώτερο ποσοστό της εργατικής τάξης από το σημερινό. Αυτό θα πει, ότι οι εργάτες που έμειναν με τη σοσιαλδημοκρατίας όπως και αυτοί που ψήφισαν τη φορά αυτή τους εθνικό-σοσιαλιστές έδρασαν έτσι, όχι από απλή άγνοια όχι γιατί δεν ξύπνησαν παρά χθες, όχι γιατί στηριζόμενοι στη δική τους πείρα των τελευταίων χρόνων δεν πιστεύουν σ’ αυτή.
Ας μη λησμονούμε ότι τον Φεβρουάριο 1928, η 9η Ευρεία της Εκτελεστικής της Κ.Δ. έδωσε το σύνθημα μίας πάλης έντονης, εξαιρετικής και αμείλικτης ενάντια στους «σοσιαλφασίστες».
Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία βρισκόταν στην εξουσία σχεδόν τη στιγμή αυτή, δείχνοντας στις μάζες σε κάθε βήμα τον εγκληματικό και αισχρό ρόλο της. Και όλο αυτό τελείωσε με μία μεγάλη οικονομική κρίση. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς συνθήκες πιο ευνοϊκές για το αδυνάτισμα της σοσιαλδημοκρατίας. Παρ’ όλο αυτό, στο βάθος διατήρησε τις θέσεις της. ΙΙοιοι λόγοι μπορούν να εξηγήσουν αυτό το εκπληκτικό γεγονός; Αυτό έγινε μονάχα γιατί η διοίκηση του κομμουνιστικού κόμματος βοήθησε μ’ όλη της την πολιτική, τη σοσιαλδημοκρατία, στηρίζοντας την από τα αριστερά.
Το ότι πέντε ή έξη εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες ψήφισαν τη σοσιαλδημοκρατία αυτό δεν σημαίνει ότι της έδωσαν πλήρη και απεριόριστη την εμπιστοσύνη τους. Δεν πρέπει να θεωρείται τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες ως τυφλούς ούτε είναι τόσο αφελείς προς τους διοικούντες τους, άλλα δεν βλέπουν άλλη διέξοδο στην παρούσα κατάσταση. Δεν μιλάμε βέβαια για την Αριστοκρατία και την προλεταριακή γραφειοκρατία, αλλά για την πλατειά εργατική μάζα. Η πολιτική του Κ.Κ. δεν προσελκύει την εμπιστοσύνη τους, όχι γιατί το Κ.Κ. είναι ένα Επαναστατικό κόμμα, αλλά γιατί δεν πιστεύουν στις ικανότητές του να φέρει μία επαναστατική νίκη και γι’ αυτό δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν το κεφάλι τους για το τίποτε. Ψηφίζοντας ενάντια στην καρδιά τους για τη σοσιαλδημοκρατία, οι εργάτες αυτοί, δεν εκφράζουν την εμπιστοσύνη τους προς αυτήν άλλα τη δυσπιστία τους προς το Κ.Κ. Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η τεράστια διαφορά στη σημερινή κομμουνιστική γερμανική κατάσταση και στην κατάσταση των ρώσων μπολσεβίκων στα 1917.

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΛΗ

Αλλά οι δυσκολίες δεν εξαντλήθηκαν μονάχα από αυτό. Ακόμα στο ίδιο το Κ.Κ. και ιδίως στους εργατικούς κύκλους που το υποστηρίζουν η που ψηφίζουν μονάχα γι’ αυτό, υπάρχει μια μεγάλη συσσώρευση βουβής δυσπιστίας προς τη διοίκηση του κόμματος. Αυτό δημιουργεί εκείνο που ονομάζουμε «δυσαναλογία» ανάμεσα στη γενική επιρροή του κόμματος και στα μέλη του, προπαντός στο συνδικαλιστικό του ρόλο  στη Γερμανία μια τέτοια δυσαναλογία υπάρχει αναμφισβήτητα.
Η επίσημη εξήγηση της δυσαναλογίας είναι ότι το κόμμα δεν μπορεί να «δυναμώσει» οργανικά την επιρροή του. Εδώ θεωρούν τη μάζα σαν ύλη ολότελα παθητική όπου η είσοδος η έξοδος της από το κόμμα εξαρτάται αποκλειστικά από τον τρόπο με τον οποίον ο γραμματέας ξέρει η δεν ξέρει να πάρει κάθε εργάτη από το χέρι. Οι γραφειοκράτες δεν καταλαβαίνουν ότι ο εργάτης έχει τη δική του σκέψη, τη πείρα του, τη θέλησή του και την ενεργητική η παθητική πολιτική του απέναντι στο Κόμμα. Ο εργάτης ψηφίζει για το Κόμμα, για τη σημαία του, για την Οκτωβριανή Επανάσταση, για την δική του προσεχή Επανάσταση. Αλλα αρνούμενος να μπει στο κόμμα ή να το ακολουθήσει στους συνδικαλιστικούς αγώνες λεει μ’ αυτό μονάχα ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στην καθημερινή του πολιτική. Η «δυσαναλογία» είναι λοιπόν στο κάτω κάτω μια έκφραση δυσπιστίας των μαζών απέναντι της σημερινής διοίκησης της Κ.Δ. Και η δυσπιστία αυτή, που δημιουργήθηκε και ενισχύθηκε από τα σφάλματα, τις ήττες, τη μπλόφα και τις ολοφάνερες εξαπατήσεις των μαζών από το 1923 ως το 1930, αποτελεί ένα από τα πιο μεγάλα εμπόδια πάνω στο δρόμο της νίκης της προλεταριακής επανάστασης.
Χωρίς εμπιστοσύνη στον εαυτό του το κόμμα δεν θα μπορέσει να καθοδηγήσει την τάξη. Μη καθοδηγώντας το προλεταριάτο, δεν θ’ αποσπάσει τις μικροαστικές μάζες από το φασισμό. Το ένα είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με τα’ άλλο.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗ «ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟ» Η ΞΑΝΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ «ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ»;

Αν εφαρμόσουμε την επίσημη ορολογία του κεντρισμού, οφείλουμε να διατυπώσουμε το πρόβλημα με τον ακόλουθο τρόπο. Η διοίκηση της Κ.Δ. επέβαλε στα εθνικά τμήματα την τακτική της «τρίτης περιόδου», δηλαδή την τακτική της «μέσης επαναστατικής ανάπτυξης σε στιγμές (1928) που περιείχε χαρακτηριστικά σημεία της «δευτέρας περιόδου» δηλαδή την αστική σταθεροποίηση, πτώση και κάθοδο της Επανάστασης. Η στροφή που προέκυψε απ’ αυτήν στα 1930 σημαίνει την εγκατάλειψη της τακτικής της «τρίτης περιόδου» προς όφελος της τακτικής της «δευτέρας περιόδου». Μεταξύ άλλων, η στροφή αυτή έκανε το δρόμο της με το γραφειοκρατικό μηχανισμό τη στιγμή όπου βασικά συμπτώματα άρχισαν να μαρτυρούν, κατά τρόπο καθαρό, τουλάχιστον στη Γερμανία, ένα αληθινό πλησίασμα της τρίτης περιόδου». Δεν βγαίνει απ’ αυτό η ανάγκη μιας νέας στροφής τακτικής, στην έννοια της τακτικής της τρίτης περιόδου» που εγκαταλείφθηκε σήμερα;
Μεταχειριζόμαστε την ορολογία αυτή για να κάνουμε πιο προσιτή την έκφραση του προβλήματος αυτού για τους κύκλους στους οποίους η συνείδηση λερώθηκε με την μεθοδολογία και την ορολογία των κεντριστών γραφειοκρατών. Αλλά δεν ετοιμαζόμαστε να υιοθετήσουμε για λογαριασμό μας την ορολογία αυτή πίσω απ’ την οποία κρύβονται οι συνδυασμοί του γραφειοκρατικού σταλινισμού και της μπουχαρινικής μεταφυσικής. Απορρίπτουμε την αποκαλυπτική εκτίμηση της «τρίτης» περιόδου, ως τελευταίας: ο αριθμός των περιόδων ως τη νίκη του προλεταριάτου είναι ζήτημα συσχετισμού των δυνάμεων και μεταβολών της κατάστασης, όλο αυτό μπορεί να επαληθευτεί μοναχά με την δράση. Απορρίπτουμε ακόμα και το περιεχόμενο του στρατηγικού σχήματος με τις αριθμημένες περιόδους του, δεν υπάρχει μια αφηρημένη τακτική. καμωμένη από πριν για τη «δεύτερη» η «τρίτη» περίοδο. Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε στη νίκη και στην κατάληψη της εξουσίας χωρίς ένοπλη εξέγερση. Αλλά πως θα φτάσουμε στην ένοπλη εξέγερση; Το με τι μεθόδους και με τι ρυθμό θα κινητοποιήσουμε τις μάζες εξαρτάται όχι μονάχα από την αντικειμενική κατάσταση γενικά, αλλά πρώτα απ’ όλα από την κατάσταση που η κοινωνική κρίση στη χώρα βρίσκει το προλεταριάτο, τις σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη, ανάμεσα στο προλεταριάτο και τη μικροαστική τάξη, κλπ. Η κατάσταση του προλεταριάτου στο κατώφλι της «τρίτης περιόδου» εξαρτάται με τη σειρά της από την τακτική που το κόμμα κράτησε στην προηγούμενη περίοδο.

Η «ΣΤΡΟΦΗ» ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Η κανονική και φυσική αλλαγή τακτικής που αντιστοιχούσε στη σημερινή στροφή της κατάστασης στη Γερμανία θα έπρεπε να ήταν η επιτάχυνση του ρυθμού, η όξυνση των συνθημάτων και των μεθόδων πάλης. Αλλά η στροφή αυτή τακτικής θα ήταν κανονική και φυσική μονάχα σε περίπτωση οπού ο ρυθμός της πάλης και τα συνθήματα της παραμονής αντιστοιχούσαν στις συνθήκες της προηγούμενης περιόδου. Αλλά δεν ήταν καθόλου ζήτημα γι’ αυτό. Η αυτόφωρη αντίφαση ανάμεσα στην υπεραριστερή πολιτική και στη σταθεροποίηση της κατάστασης υπήρξε η αιτία της στροφής τακτικής. Μεταξύ των αποτελεσμάτων, επετεύχθησαν τη στιγμή που η νέα στροφή της αντικειμενικής κατάστασης παράλληλα προς τη μη ευνοϊκή συγκεντροποίηση γενικά των πολιτικών δυνάμεων οδήγησε στον κομμουνισμό ένα σπουδαίο κέρδος ψήφων, το κόμμα βρίσκεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά στρατηγικά και από απόψεως τακτικής, πολύ απροσανατόλιστο, παραπλανημένο, βγαλμένο από το δρόμο του.
Για να διασαφήσουμε την αντίφαση μέσα στην οποία έπεσε το Γερμανικό Κ.Κ. όπως και τα περισσότερα των άλλων τμημάτων της Κ.Δ., αλλά πιο βαθιά από αυτά, ας λάβουμε την πιο απλή σύγκριση. Για να πηδήσουμε ένα εμπόδιο πρέπει πρώτα να πάρουμε φόρα. Όσο το εμπόδιο είναι ψιλό τόσο πιο πολύ πρέπει η φόρα να παρθεί στον καιρό της. ούτε πολύ αργά μα ούτε και πολύ νωρίς για να πλησιάσουμε στο εμπόδιο με τις αναγκαίες δυνάμεις. Ωστόσο το Γερμανικό Κ.Κ. από το Φεβρουάριο του 1928 και προπαντός από τον Ιούλιο 1929 έπαιρνε συνεχώς τη φόρα του. Φυσικά το Κ. Κ, άρχισε ν’ ασθμαίνει και να σέρνει τα πόδια. Επί τέλους η Κ.Δ. παρήγγειλε: Επιβραδύνατε το ρυθμό! Αλλά μόλις το Κόμμα, που λαχάνιασε, άρχισε να μπαίνει σ’ ένα ρυθμό πιο κανονικό διαγράφεται μπροστά του ένα εμπόδιο πραγματικό και όχι φανταστικό, που θ’ απαιτήσει πήδημα επαναστατικό. Θα υπάρχει απόσταση για να πάρει τη φόρα; Πρέπει ν’ απαρνηθεί τη στροφή και να τη μεταβάλει σε αντιστροφή; Να τα ζητήματα τακτικής και στρατηγικής που μπαίνουν μπρος στο Γερμανικό Κ.Κ. σε όλη τους την οξύτητα.
Για να μπορέσουν τα διοικούντα στελέχη να βρουν σωστές απαντήσεις στα ζητήματα αυτά πρέπει να έχουν τη δυνατότητα στο πιο κοντινό χρονικό διάστημα να εκτιμήσουν, σε συνδυασμό με τη στρατηγική των τελευταίων χρόνων και προς τα αποτελέσματα της ο πως φανερώθηκαν στις εκλογές, το δρόμο που θα πρέπει αμέσως να διατρέξουν Αν η γραφειοκρατία κατόρθωνε, αντίθετα να ξεκουφάνει με τις νικητήριες ιαχές τη φωνή της πολιτικής αυτοκριτικής το προλεταριάτο θα οδηγούνταν αναπόφευκτα σε μια καταστροφή πιο τρομερή από την καταστροφή του 1923.

ΟΙ ΔΥΝΑΤΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΠΙΝΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η επαναστατική κατάσταση που θέτει μπρος στο προλεταριάτο το άμεσο πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας, αποτελείται από αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και που ως ένα μεγάλο βαθμό, εξαρτώνται τα μεν από τα δε. Αλλά η αλληλεξάρτηση αυτή είναι σχετική. Ο νόμος της άνισης ανάπτυξης εκτείνεται εξ ίσου και στους παράγοντες της επαναστατικής κατάστασης. Η ανεπαρκής ανάπτυξη του ενός από αυτούς μπορεί να συντελέσει ώστε, ή η επαναστατική κατάσταση γενικά να εξαφανισθεί, μη καταλήγοντας στην έκρηξη ή καταλήγοντας να τελειώσει σε ήττα της επαναστατικής τάξης. Πάνω σ’ αυτό, ποια είναι η σημερινή κατάσταση στη Γερμανία ;
1) Μια βαθιά εθνική κρίση (οικονομική, διεθνής κατάσταση) υπάρχει αναμφισβήτητα. Στον κανονικό δρόμο του κοινοβουλευτικού αστικού καθεστώτος, δεν βλέπει κανείς διέξοδο.
2) Η πολιτική κρίση της κυρίαρχης τάξης και του κυβερνητικού της συστήματος υπάρχει αναμφισβήτητα. Δεν είναι κρίση του κοινοβουλευτισμοί αλλά κρίση της ταξικής κυριαρχίας.
3) Η επαναστατική τάξη είναι ωστόσο βαθιά ακόμα διαιρημένη από τις εσωτερικές αντιφάσεις. Το δυνάμωμα του επαναστατικού κόμματος εις βάρος του ρεφορμιστικοί μόλις αρχίζει και ξετυλίγεται ακόμα για την ώρα με ρυθμό που μόλις αντιστοιχεί στο βάθος της κρίσης.
4) Η μικροαστική τάξη πήρε πια στην αρχή της κρίσης θέση απειλητική για το τωρινό σύστημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά σύγχρονα θανάσιμης εχθρότητας απέναντι της προλεταριακής επανάστασης.
Μ’ άλλα λόγια, οι κύριες αντικειμενικές συνθήκες της προλεταριακής επανάστασης υπάρχουν ήδη, υπάρχει ήδη μια από τις πολιτικές της συνθήκες (κατάσταση της κυρίαρχης τάξης), μια άλλη πολιτική συνθήκη (κατάσταση του προλεταριάτου) αρχίζει μονάχα να εξελίσσεται προς την επανάσταση και λόγιο της κληρονομιάς του παρελθόντος, δεν μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα. Τέλος, η τρίτη πολιτική συνθήκη (κατάσταση της μικροαστικής τάξης) δεν διευθύνθηκε προς την προλεταριακή επανάσταση, αλλά προς την αστική αντεπανάσταση. Ευνοϊκή μετατροπή της τελευταίας αυτής συνθήκης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς ριζικές τροποποιήσεις στο ίδιο το προλεταριάτο, δηλαδή χωρίς την πολιτική διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας.
Έχουμε λοιπόν μια κατάσταση πολύ αντιφατική. Ο ένας από τους παράγοντες αυτούς θέτει στην ημερησία διάταξη την προλεταριακή επανάσταση και οι άλλοι αποκλείουν τις δυνατότητες της νίκης της στην πιο κοντινή περίοδο, δηλαδή χωρίς μια βαθιά αλλαγή, προηγουμένως των πολιτικών δυνάμεων.
Θεωρητικά μπορούμε να φαντασθούμε πολλές μεταβολές της κατοπινής ανάπτυξης της τωρινής κατάστασης στη Γερμανία, μεταβολές που εξαρτώνται από τις αντικειμενικές αιτίες στις οποίες προστίθεται η πολιτική των ταξικών εχθρών καθώς και η στάση του ίδιου του κόμματος. Ας αναφέρουμε σχηματικά τέσσαρες δυνατές μεταβολές της ανάπτυξης,
1) Το Κ.Κ. τρομαγμένο από τη στρατηγική του της τρίτης περιόδου, προχωρεί αβέβαια με μεγάλη σύνεση, αποφεύγοντας επικίνδυνα βήματα και χωρίς μάχη, αφήνει να του ξεφεύγουν καταστάσεις επαναστατικές. Αυτό θα ήταν η επανάληψη κάτω από μια άλλη όψη της πολιτικής του Μπράντλερ του 1921-1923. Οι μπραντλεριανοί και οι μισομπραντλεριανοί του κόμματος και οι εκτός αυτού θα σπρωχθούν προς τη διεύθυνση αυτή, αντανακλώντας την πίεση της σοσιαλδημοκρατίας.
2) Το Κόμμα κάτω από την επίδραση της εκλογικής επιτυχίας κάνει αντίθετα μια νέα απότομη στροφή στ’ αριστερά προς την άμεση πάλη για την εξουσία, και ενώ είναι το κόμμα της ενεργητικής μειοψηφίας, υφίσταται μια καταστροφική ήττα. Ο φασισμός, οι φωνασκίες, οι κουφοί, οι απερίσκεπτοι, οι απληροφόρητοι, όλοι αυτοί που κουφάθηκαν από την κίνηση του κόμματος, η απελπισία τέλος και η ανυπομονησία μιας μερίδας της επαναστατικής τάξης, προπαντός νέοι άνεργοι, θα σπρωχθούν προς αυτή την κατεύθυνση.
3) Είναι επίσης δυνατό η διοίκηση, μη εγκαταλείποντας τίποτε, να προσπαθεί να βρει εμπειρικά  μια μέση γραμμή μεταξύ των κινδύνων των δυο αυτών μεταβολών. Θα διαπράξει μια σειρά νέων σφαλμάτων, θα ελαττώσει κάθε τι που μπορεί να νικήσει τη δυσπιστία ίων προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών, τη στιγμή ακριβώς που και οι αντικειμενικές συνθήκες θα αλλάξουν άσχημα για την επανάσταση, δίνοντας θέση σε νέο στάδιο σταθερό· ποίησης. Σε τέτοια εκλεκτική κατεύθυνση που περιλαμβάνει γενικά την πολιτική της ουράς και ως ένα σημείο τον τυχοδιωκτισμό, το γερμανικό Κ.Κ. σπρώχθηκε κυρίως από τις σταλινικές κορυφές της Μόσχας που φοβούνται να πάρουν μια σαφή θέση και που προετοιμάζουν το άλλοθι, δηλαδή τη δυνατότητα να επιρρίψουν την ευθύνη πάνω στους «εκτελεστές» -στην αριστερά η στη δεξιά- σύμφωνα με τ’ αποτελέσματα. Είναι μια πολιτική που την παραγνωρίσαμε, που θυσιάζει τα παγκόσμια ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου στο «γόητρο» των γραφειοκρατικών κορυφών. Τα θεωρητικά προγνωστικά ενός τέτοιου δρόμου βρίσκονται πια στην «Πράβδα» της 16 Σεπτεμβρίου.
4) Τέλος η πιο ευνοϊκή μεταβολή η καλλίτερα, η μόνη μεταβολή: το γερμανικό Κ.Κ. με μια προσπάθεια των καλλίτερων και των πιο συνειδητών στοιχείων υπολογίζει όλες τις αντιφάσεις της σημερινής κατάστασης Με μια σωστή, τολμηρή και πειθαρχημένη πολιτική, το κόμμα κατορθώνει ακόμα πάνω στις βάσεις της σημερινής κατάστασης να συγκεντρώσει την πλειοψηφία του προλεταριάτου και να πετύχει μια κατά μέτωπο αλλαγή των μισοπρολεταριακών και των πιο καταπιεζομένων μικροαστικών μαζών. Η πρωτοπορία του προλεταριάτου επί κεφαλής του εργαζόμενου και καταπιεζόμενου έθνους φθάνει στη νίκη. Το καθήκον των μπολσεβίκων-λενινιστών (Αντιπολίτευση της Αριστεράς) είναι να βοηθήσει το κόμμα να μεταφέρει την πολιτική του πάνω στο δρόμο αυτό.

ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ Σ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

Είναι περιττό να προσπαθήσω να προβλέψω πια από τις μεταβολές αυτές έχει τις περισσότερες πιθανότητες πραγματοποίησης στην πιο κοντινή περίοδο. Τέτοια ζητήματα δεν λύονται με τις προβλέψεις αλλά με την πάλη.
Το. πιο απαραίτητο στοιχείο της μεταβολής αυτής είναι η αδιάλλακτη πάλη ενάντια στην κεντριστική διοίκηση της Κ.Δ. Δόθηκε πια από τη Μόσχα το σύνθημα της πολιτικής του γραφειοκρατικού γοήτρου που σκεπάζει τα περασμένα σφάλματα και προπαρασκευάζει τα αυριανά, επαληθεύοντας ξανά επίσημα τη γραμμή με ψεύτικα ουρλιάσματα. Υπερβάλλοντας κατά πολύ την επιτυχία του κόμματος και ελαττώνοντας κατά πολύ τις δυσκολίες, σχολιάζοντας τις φασιστικές ακόμα επιτυχίες ως ένα θετικό παράγοντα της προλεταριακής Επανάστασης, η «Πράβδα» κάνει εν τούτοις μια μικρή επιφύλαξη: «Οι επιτυχίες δεν πρέπει να μας θαμπώσουν». Η εσφαλμένη πολιτική της σταλινικής διοίκησης μένει, κι εδώ επίσης, πιστή στον εαυτό της. Αναλύουν την κατάσταση κάτω από ένα υπεραριστερό πνεύμα που δεν μπορεί να κριτικαριστεί. Έτσι με το μέσο αυτό το κόμμα σπρώχθηκε συνειδητά στο δρόμο του τυχοδιωκτισμού,
Σύγχρονα ο Στάλιν προετοιμάζει το άλλοθι του με την τυπική φράση «μας θάμπωσαν». Η αυτή πολιτική, συνειδητά εσφαλμένη, μπορεί ακριβώς να εκμηδενίσει τη Γερμανική Επανάσταση.

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ;

Δώσαμε πιο πάνω αντικειμενικά και χωρίς μακιγιάρισμα την ανάλυση των δυσκολιών και των κινδύνων που αναγκάζονται ολότελα στην υποκειμενική σφαίρα της πολιτικής, οι όποιοι γεννήθηκαν πρώτα απ’ όλα από τα λάθη και τα εγκλήματα των επιγόνων της διοίκησης και απειλούν ανοιχτά να κατατρέξουν τη νέα επαναστατική κατάσταση, που αναπτύσσεται μπρος στα μάτια μας. Οι υπάλληλοι ή θα κλείσουν τα μάτια μπρος στην ανάλυσή μας η θα ξανά φρεσκάρουν τα υβριστικά τους αποθέματα. Όμως, το ζήτημα δεν τίθεται για τους χαμένους υπαλλήλους, άλλα για τη τύχη του γερμανικού προλεταριάτου. Στο κόμμα, ακόμα δε και στο μηχανισμό του, βρίσκονται αρκετοί άνθρωποι που παρατηρούν και σκέπτονται και που η οξεία κατάσταση θα τους εξαναγκάσει αύριο να σκεφθούν διπλά. Τους απευθύνουμε την ανάλυσή μας και τα συμπεράσματά μας
Κάθε κρίσιμη κατάσταση έχει μέσα της με άλλες πηγές αβεβαιότητας. Η κατάσταση των πνευμάτων, οι απόψεις και οι εχθρικές και φιλικές δυνάμεις σχηματίζονται στην πορεία της κρίσης. Δεν μπορεί κανείς να τις προβλέψει με μαθηματική ακρίβεια. Πρέπει να τις μετρήσει, στην αναπτυσσόμενη πορεία της πάλης, με την πάλη και σύμφωνα με τα ζωντανά αυτά μέτρα, να κάνει τις αναγκαίες διορθώσεις στην πολιτική του.
Μπορούμε να μετρήσουμε από πριν τη δύναμη συντηρητικής αντίστασης των σοσιαλδημοκρατών εργατών; Καθόλου. Στο φως των γεγονότων τω τελευταίων ετών, η δύναμη αυτή φαίνεται γιγάντια. Αλλά το ουσιώδες βρίσκεται στο ότι η εσφαλμένη πολιτική του Κ.Κ. -που βρήκε την ανώτατη έκφραση της στην αδέξια θεωρία του σοσιαλφασισμού- συνέτεινε περισσότερο από κάθε άλλο στο δυνάμωμα της σοσιαλδημοκρατίας. Για να μετρήσουμε την πραγματική δύναμη της αντίστασης των σοσιαλδημοκρατικών στελεχών, χρειαζόμαστε διαφορετικά μέτρα, δηλαδή μια σωστή κομμουνιστική τακτική. Με τον όρο αυτό -και δεν είναι ένας όρος που μπορεί να παραμεληθεί- απορεί σ’ ένα χρονικό διάστημα σχετικώς μικρό να φανεί σε πιο βαθμό η σοσιαλδημοκρατία έχει φθαρεί εσωτερικά.
Κάτω από μια άλλη φόρμα αυτό που ειπώθηκε πιο πάνω εφαρμόζεται επίσης για το φασισμό. Ο φασισμός αναπτύχθηκα σε διάφορες συνθήκες χάρη στη ζύμη της στρατηγικής των Ζηνόβιεφ Στάλιν. Ποια είναι η επιθετική του δύναμη και η αντίστασή του ; Έφτασε πια το υψηλότατο σημείο, όπως το βεβαιώνουν οι αισιόδοξοι από καθήκον η βρίσκεται μονάχα στα πρώτα βήματά του; Δεν μπορεί κανείς ν’ απαντήσει σ’ αυτό μηχανικά. Αυτό εκφράζεσαι μόνο με τη δράση. Για το φασισμό ακριβώς που είναι ένα ακονισμένο όπλο στα χέρια του ταξικοί εχθρού, μια εσφαλμένη πολιτική του Κ.Κ. μπορεί στο πιο μικρό διάστημα φέρει ένα μοιραίο αποτέλεσμα. Αντίθετα μια σωστή πολιτική, σ’ ένα χρονικό διάστημα που δεν θα είναι, βέβαια, τόσο μικρό μπορεί να υποσκάψει της θέσεις του φασισμού.
Το επαναστατικό κόμμα σε μια καθεστωτική κρίση είναι ισχυρότερο στις εξωκοινοβουλευτικές μάχες παρά μέσα στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού υπό τον όρο βέβαια, ότι ξέρει να εκτιμά σωστά την κατάστάση και ότι μπορεί πρακτικά να συνδέσει τις ζωτικές ανάγκες των μαζών με το καθήκον της κατάληψης της εξουσία;. Το παν συνίσταται τώρα σ’ αυτό.
Μήπως ακριβώς γι’ αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα το να μη βλέπει κανείς στην τωρινή κατάσταση στη Γερμανία παρά δυσκολίες και κινδύνους; Όχι η κατάσταση ανοίγει τεράστιες δυνατότητες υπό τον όρο ότι θα είναι σαφής και κατανοητή ως πέρα και θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί καλά.
Τι πρέπει να γίνει ;
1) Η βεβιασμένη στροφή προς τα «δεξιά» τη στιγμή που η κατάσταση γυρίζει προς τα «αριστερά» απαιτεί πολύ προσεκτική, συνειδητή και λογική μελέτη, των διακυμάνσεων των παραγόντων της κατάστασης.
Πρέπει αμέσως ν’ απορριφθεί η αφηρημένη αντιπολίτευση των μεθόδων της δεύτερης και τρίτης περιόδου. Πρέπει να παρθεί η κατάσταση όπως είναι, με όλες τις αντιφάσεις και με τη ζώσα δυναμική της ανάπτυξη. Πρέπει προσεκτικά να προσανατολιστούμε πάνω στις πραγματικές διακυμάνσεις της κατάστασης αυτής και να δράσουμε πάνω σ’ αύτη
Στη διεύθυνση της αληθινής της ανάπτυξης και όχι σύμφωνα με τα αυθαίρετα σχήματα του Μολότοφ ή του Κουσίνεν.
Ο προσανατολισμός στην κατάσταση είναι το μέρος το μέρος το σπουδαιότερο και το δυσκολότερο του καθήκοντος. Δεν μπορεί να λυθεί με γραφειοκρατικές μεθόδους. Η στατιστική όσο σπουδαία και αν είναι δεν αρκεί για το σκοπό αυτό. Πρέπει κάθε μέρα να ερχόμαστε σ’ επαφή με τις συμπαγείς μάζες του προλεταριάτου, και γενικά με τις εργαζόμενες μάζες. Πρέπει όχι μονάχα να λανσάρουμε συνθήματα ζωντανά και ελκυστικά, άλλα να παρακολουθήσουμε ύστερα πως διοχετεύονται μέσα στις μάζες. Δεν μπορούμε όμως  να το περιμένουμε αυτό παρά από ένα κόμμα δραστήριο που εισέρχεται παντού με δεκάδες χιλιάδες προκηρύξεις, που συγκεντρώνει αναπτύξεις και το οποίο συζητεί όλα τα ζητήματα και επεξεργάζεται ενεργά την κολεκτιβιστική τους γνώμη.

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΥΠΟΤΑΓΜΕΝΟ ΣΤΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ.

2) Μ’ αυτό δεν λύεται το ζήτημα του καθεστώτος του κόμματος. Οι διορισμένοι από τη Μόσχα άνθρωποι ανεξάρτητα από την εμπιστοσύνη η τη δυσπιστία του κόμματος, δεν θα μπορέσουν να οδηγήσουν τις μάζες στην επίθεση ενάντια στη καπιταλιστική κοινωνία. Όσο το τωρινό καθεστώς του κόμματος είναι τεχνητό, τόσο η κρίση θα είναι βαθιά στις ημέρες και στις ώρες της λύσης της. Απ’ όλες τις «στροφές», η στροφή του καθεστώτος του κόμματος είναι η πιο αναγκαία και αναπόφευκτη Είναι ζήτημα ζωής η θανάτου.
3) Η αλλαγή του καθεστώτος είναι ο απαραίτητος όρος της αλλαγής, της πορείας και σύγχρονα η κατάληξή του. Δεν μπορεί κάνεις να φαντασθεί το ένα χωρίς τα’ άλλο. Το κόμμα πρέπει ν’ αποσπασθεί από την εσφαλμένη, συμβατική ατμόσφαιρα όπου αποσιωπούνται τα πραγματικά ατυχήματα και εξυμνούνται οι υποθετικές αξίες-με μια λέξη πρέπει να αποσπασθεί από την ολέθρια ατμόσφαιρα του σταλινισμού, που δημιουργείται όχι με την ιδεολογική ή πολιτική επιρροή, άλλα με τη χονδροειδή ολική εξάρτηση του μηχανισμού και με τις βασισμένες πάνω στην εξάρτηση αύτη διοικητικές μεθόδους.
Μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση του κόμματος από τη γραφειοκρατική υποταγή είναι η γενική αναθεώρηση της «γενικής γραμμής» της γερμανικής διοίκησης αϊτό το 1923 και από τις μέρες του Μάρτη ακόμα του 1921. Το κόμμα δεν θα υψωθεί στο ύψος των τεραστίων καθήκοντος του χωρίς μια ελεύθερη εκτίμηση του παρόντος του στο φως του παρελθόντος του.
4)  Αν το Κ.Κ. παρά τις εξαιρετικά ευνοϊκέ; συνθήκες φάνηκε ανίκανο να ταράξει σοβαρά το σοσιαλδημοκρατικό οικοδόμημα με την βοήθεια της φόρμουλας του «σοσιαλφασισμού», ο πραγματικός φασισμός απειλεί το οικοδόμημα αυτό, όχι με φόρμουλες γεμάτες τεχνητή ριζοσπαστικοποίηση, άλλα με χημικές εκρηκτικές φόρμουλες, Όσο αληθινή και αν είναι η διαπίστωση πως η σοσιαλδημοκρατία παρασκεύασε μ’ όλη της την πολιτική την άνθιση του φασισμού, τόσο επίσης είναι σωστό πως ο φασισμός αναφαίνεται πρώτα-πρώτα σαν θανάσιμη απειλή για την ίδια τη σοσιαλδημοκρατία, της οποίας το μεγαλείο συνδέεται αδιάρρηκτα με τους κοινοβουλευτικό- δημοκρατικό- ειρηνιστικούς τύπους κυβέρνησης.

ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ.

Δεν μπορεί ν’ αμφιβάλλει κανείς πως οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και ένα πολύ λεπτό στρώμα αριστοκρατών εργατών θα προτιμήσουν, στο κάτω-κάτω, τη νίκη του φασισμού από την επαναστατική νίκη του προλεταριάτου. Άλλ’ ακριβώς, η προσέγγιση μιας τέτοιας εκλογής δημιουργεί για τη διοίκηση της σοσιαλδημοκρατίας εξαιρετικές δυσκολίες μέσα στις γραμμές της. Η πολιτική του ενιαίου μετώπου των εργατών ενάντια στο φασισμό βγαίνει από την όλη κατάσταση. Ανοίγει στο Κ.Κ. τεράστιες δυνατότητες. Ο όρος της επιτυχίας συνίσταται στην εγκατάλειψη της θεωρίας και της πρακτικής του «σοσιαλφασισμού», της όποιας η βλαβερότητα γίνεται επικίνδυνη στις σημερινές συνθήκες. Η κοινωνική κρίση θα δημιουργήσει αναπόφευκτα ισχυρούς κλονισμούς μέσα στους κόλπους της σοσιαλδημοκρατίας. Η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών θα γίνει πάνω στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες πολύ πριν παύσουν να είναι σοσιαλδημοκράτες εργάτες. Θα μας είναι ανάγκη αναπόφευκτα να κλείσουμε συμφωνίες ενάντια στο φασισμό με διάφορες οργανώσεις και ομάδες σοσιαλδημοκρατικές, θέτοντος στις μάζες ακριβείς όρους μπρος στους ηγέτες των. Το να δεθεί κάνεις από πριν με κατηγορηματικές υποχρεώσεις, ενάντια σε τέτοιες συμφωνίες δεν είναι δυνατό παρά σε δειλούς οπορτουνιστές, συμμάχους χθες του Πύρτσελ και Κουκ, του Τσανκάϊσεκ και ΒανΤινΒέϊ. Από την κενή φράση των υπάλληλων πάνω στο ενιαίο μέτωπο, πρέπει να επανέλθουμε στην πολιτική του ενιαίου μετώπου, όπως διατυπώθηκε από τον Λένιν και όπως πάντοτε εφαρμόστηκε από τους μπολσεβίκους και κυρίως στα 1917.
5) Το πρόβλημα της ανεργίας είναι ένας από τους κεφαλαιώδεις παράγοντες της πολιτικής κρίσης. Η πάλη ενάντια στην καπιταλιστικής συστηματοποίηση και για το επτάωρο μένει ολότελα στην ημερησία διάταξη. Αλλά μονάχα το σύνθημα πλατειάς και συστηματικής συνεργασίας με την Ε.Σ.Σ.Δ. μπορεί να υψώσει την πάλη αυτή στο ύψος των επαναστατικών καθηκόντων. Στην εκλογική διακήρυξη-πρόγραμμα, η Κ.Ε. του Γ.Κ.Κ. διακηρύττει πως μετά την κατάληψη της εξουσίας οι κομμουνιστές θα εγκαθιδρύσουν την οικονομική συνεργασία με την Ε.Σ.Σ.Δ. Αυτό εξυπακούεται. Αλλά μπορούμε να αντιτάσσουμε την ιστορική προοπτική στα σημερινά πολιτικά καθήκοντα. Πρέπει από σήμερα να κινητοποιήσουμε τους εργάτες και κατά πρώτον τους ανέργους πάνω στο σύνθημα πλατιάς οικονομικής συνεργασίας με τη Σοβιετική δημοκρατία. Το πεντάχρονο σχέδιο της Ε.Σ.Σ.Δ. οφείλει να επεξεργασθεί, με τη συμμετοχή των γερμανών κομμουνιστών και των επαγγελματιών, να γίνει ένα σχέδιο οικονομικής συνεργασίας που πρέπει να βασισθεί πάνω στη σημερινή ανεργία και να αναπτυχθεί σε μία γενική συνεργασία αγκαλιάζοντας όλους τους ουσιώδεις κλάδους της οικονομίας. Το καθήκον δεν συνίσταται στην υπόσχέση πως θ’ αναδημιουργήσουμε την οικονομία μετά την κατάληψη της εξουσίας, άλλα συνίσταται στην κατάληψη της εξουσίας. Το καθήκον δεν συνίσταται στην υπόσχεση συνεργασίας της σοβιετικής Γερμανίας με την Ε.Σ.Σ.Δ., αλλά στη σημερινή κατάχτηση των εργατικών μαζών για τη σύνεργα οία αύτη, συνδέοντας την στενά με την κρίση και την ανεργία και αναπτύσσοντας την ύστερα σε γιγάντιο πλάνο σοσιαλιστικής αναδημιουργίας των δύο χωρών.
6) Η γερμανική πολιτική κρίση θέτει υπό συζήτηση το καθεστώς, που η συνθήκη των Βερσαλλιών ίδρυσε στην Ευρώπη. Η Κ. Ε. του Γ. Κ.Κ. λεει πως αν το γερμανικό προλεταριάτο πάρει την εξουσία θα καταστρέψει τις περγαμηνές των Βερσαλλιών. Αυτό λοιπόν είναι όλο; Η ακύρωση της συνθήκης των Βερσαλλιών θα ήταν λοιπόν η μεγαλύτερη κατάκτηση της προλεταριακής επανάστασης; Άλλά τι θα βάλουμε στη θέση; Όσο γι’ αυτό ούτε μια λέξη. Είναι σαν να πλησιάζουμε το κόμμα των εθνικοσοσιαλιστών όταν θέτουμε το ζήτημα κάτω από την αρνητική του όψη. Οι Ηνωμένες Σοβιετικές Πολιτείες της Ευρώπης, αυτό είναι το μόνο σωστό σύνθημα που ανοίγει διέξοδο στο κατατεμαχισμό της Ευρώπης, κατατεμαχισμό που απειλεί όχι μονάχα τη Γερμανία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη από μια πλήρη οικονομική και εκπολιτιστική κατάπτωση.
Το σύνθημα της προλεταριακής ενοποίησης της Ευρώπης είναι σύγχρονα ένα όπλο πολύ σπουδαίο στην πάλη ενάντια στον ποταπό σωβινισμό του φασισμού στη προπαγάνδα του ενάντια στη Γαλλία κλπ. Η πιο εσφαλμένη πολιτική, η πιο επικίνδυνη είναι η πολιτική που συνίσταται στο να προσαρμοστούμε παθητικά στον εχθρό, στο να πάρουμε τα χρώματα του. Ενάντια στα συνθήματα εθνικής απελπισίας και τρέλας πρέπει να θέσουμε τα συνθήματα διεθνούς λύσης. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ξεκαθαριστεί το κόμμα από το δηλητήριο του εθνικοσοσιαλισμού, που το βασικό του στοιχείο είναι η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα.

ΕΠΙΘΕΣΗ ‘Η ΑΜΥΝΑ;

Για να συγκεντρώσουμε μέσα σε μια απλή φόρμουλα όλο αυτό που ειπώθηκε πιο πάνω, ας θέσουμε το ερώτημα κατά τον ακόλουθο τρόπο: Η τακτική του γερμανικού Κ.Κ. στην πιο κοντινή περίοδο πρέπει να εφαρμοσθεί κάτω από το σύνθημα της άμυνας ή της επίθεσης; Απαντούμε: άμυνας.
Αν η μάχη γινότανε σήμερα ως αποτέλεσμα της επίθεσης του Κ.Κ., η πρωτοπορία του προλεταριάτου θα έσπαζε το κεφάλι της στο μπλοκ της κυβέρνησης και του φασισμού ανάμεσα στη δειλή ουδετερότητα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και της άμεσης υποστήριξης του φασισμού από τη πλειοψηφία της μικροαστικής τάξης.
Το να πάρει κανείς θέση άμυνας είναι σαν να πλησιάζει προς τη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και να κάνει το ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες και τους χωρίς κόμμα ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο.
Το ν’ αρνηθεί κανείς το κίνδυνο αυτό, να τον υποτιμήσει, να μην τον πάρει στα σοβαρά είναι το μεγαλύτερα έγκλημα που θα μπορέσει κανείς να διαπράξει σήμερα ενάντια στη προλεταριακή Επανάσταση στη Γερμανία.
Τι θα «υπερασπίσει» το Κ.Κ.; Το σύνταγμα της Βαϊμάρης; Όχι, αφήνουμε το καθήκον αυτό στο Μπράντλερ. Το Κ.Κ. οφείλει να υπερασπίσει τις υλικές και εκπολιτιστικές θέσεις που η εργατική τάξη κατέλαβε στο γερμανικό κράτος. Το πρόβλημα τίθεται άμεσα για τη τύχη των πολιτικών οργανώσεων, των συνδικάτων της, των εφημερίδων και τυπογραφείων της, των λεσχών της και βιβλιοθηκών της, κλπ. Ο κομμουνιστής εργάτης πρέπει να πει στο σοσιαλδημοκράτη: «οι πολιτικές των κομμάτων μας είναι ασυμφιλίωτες αλλά αν οι φασίστες έλθουν τη νύχτα αυτή να κάνουν επίθεση στα γραφεία της οργάνωσής σου τότε θα ‘ρθω σε βοήθειά σου με τα όπλα στο χέρι. Αλλά υπόσχεσαι να με βοηθήσεις, αν ο κίνδυνος απειλήσει την οργάνωση μου;» Τέτοια είναι η πεμπτουσία της πολιτικής της τωρινής περιόδου. Όλη η δράση πρέπει να γίνει κάτω απ’ αυτό το πνεύμα.
Όσο περισσότερο θα κάνουμε τη δράση αυτή κατά τρόπο αποφασιστικό, σοβαρό, σκεπτόμενο -χωρίς υστερικές κραυγές που χορταίνουν γρήγορα τους εργάτες- τόσο περισσότερο θα θέτουμε σ’ εφαρμογή προτάσεις συγκεκριμένες για να οργανώσουμε την άμυνα σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε συνοικία, σε κάθε εργατική ακτίνα, τόσο μικρότερος θα είναι ο κίνδυνος η επίθεση των φασιστών να μας καταλάβει εξ απροόπτου και τόσο, μεγαλύτερη η βεβαιότητα πως η επίθεση αύτη δεν χαλαρώνει, αλλά συσφίγγει τις εργατικές γραμμές.

Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ, ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Οι φασίστες, ακριβώς εξ αιτίας των επιτυχιών που τους θαμπώνουν και εξαιτίας των ανυπόμονων και απειθάρχητων μικροαστών του στρατεύματος των, θα βρεθούν αναγκασμένοι να περάσουν στην επίθεση στη πιο κοντινή περίοδο. Να τους συναγωνισθούμε σήμερα στο δρόμο αυτό, θα ήταν όχι μονάχα απελπιστικό, άλλα επίσης θανάσιμα επικίνδυνο. Αντίθετα, όσο περισσότερο οι φασίστες θα εμφανίζονται στα μάτια των σοσιαλδημοκρατών εργατών και των εργαζομένων μαζών γενικά ως η επιτιθέμενη ομάδα και μις ως η ομάδα που αμύνεται, τόσο περισσότερο θα έχουμε επιτυχίες, όχι μονάχα να σπάσουμε την επίθεση των φασιστών, αλλά να περάσουμε εμείς οι ίδιοι σε επίθεση νικηφόρα. Η άμυνα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, ενεργητική και τολμηρή. Το επιτελείο πρέπει να εξετάσει όλο το πεδίο μάχης, προσεκτικά σ’ όλές τις διαφοροποιήσεις για να μη αφήσει καινούριο χάσμα την ώρα που θα πρέπει να δώσει το σήμα της γενικής επίθεσης.
Υπάρχουν στρατηγοί που είναι υπέρ της άμυνας πάντοτε και σ’ όλες τις συνθήκες. Γι’ αυτού του είδους τους στρατηγούς ανήκουν π.χ. οι μπραντλεριανοί. Το να εκπλαγεί κανείς πως μιλάν και σήμερα  για άμυνα είναι καθαρή παιδαριωδία αυτό κάνουν πάντοτε. Οι μπραντλεριανοί είναι ένα από τα στηρίγματα της σοσιαλδημοκρατίας. Το καθήκον μας συνίσταται, πλησιάζοντας τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες πάνω στη βάση της άμυνας, να τους τραβάμε έπειτα στην αποφασιστική επίθεση. Σ’ αυτό οι μπραντλεριανοι είναι απολύτως ανίκανοι, τη στιγμή, που ο συσχετισμός των δυνάμεων θα μεταβληθεί ριζικά προς όφελος της προλεταριακής Επανάστασης, οι μπραντλεριανοί θα αποκαλυφθούν ξανά ως άχρηστο βάρος, ως φρένο της επανάστασης. Να γιατί η αμυντική πολιτική που στηρίχθηκε πάνω στη προσέγγιση με τις σοσιαλδημοκρατικές μάζες, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ελάττωση των διαφωνιών με το μπραντλεριανό επιτελείο, πίσω από το όποιο δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν ποτέ μάζες.

*          *          *

Σε συνδυασμό με το παραπάνω χαρακτηριστικό της συγκέντρωσης των δυνάμεων και των καθήκον των της προλεταριακής πρωτοπορίας, οι μέθοδοι φυσικής πάλης που χρησιμοποιούνται τώρα από τη σταλινική γραφειοκρατία, στη Γερμανία και σ’ άλλες χώρες, ενάντια στους μπολσεβίκους-λενινιστές αποκτούν μια εξαιρετική σημασία. Είναι μια άμεση υπηρεσία στη σοσιαλδημοκρατική αστυνομία και στα φασιστικά τάγματα. Οι μέθοδοι αυτοί βρίσκονται σε βαθιά αντίφαση με τη παράδοση του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος αντιστοιχούν καλλίτερα στη νοοτροπία των μικροαστών υπαλλήλων που ζουν με μισθό εγγυημένο εκ των άνω και φοβούνται πως θα τον χάσουν αν η δημοκρατία εμφανιζότανε στο κόμμα. Ενάντια στην αισχρή αύτη εργασία την σταλινικών πρέπει να κάνουμε μια πλατιά διαφωτιστική εργασία, κατά το δυνατό πολύ συγκεκριμένη, ξεσκεπάζοντας το ρόλο των ανίκανων υπαλλήλων του μηχανισμού του κόμματος. Η πείρα της Ε. Σ. Σ. Δ. και των άλλων χωρών δείχνει πως οι κύριοι αυτοί που αποκρύπτουν από τα μάτια των αρχηγών τους τα’ αμαρτήματα και τα εγκλήματά τους, τη καταβρόχθιση δηλαδή των χρημάτων των οργανώσεών τους, την κατάχρηση της εξουσίας τους η απλώς την πλήρη αχρηστία τους, παλεύουν ενάντια στην αντιπολίτευση της αριστεράς με τη μεγαλύτερη αγριότητα. Είναι ολότελα σαφές πως η καμπάνια μας για να ξεσκεπάσουμε τον ηρωισμό της γροθιάς του σταλινικού μηχανισμού ενάντια στους μπολσεβίκους λενινιστές θα δώσει περισσότερους καρπούς, εφ’ όσον θα αναπτύξουμε πιο πλατιά τη γενική μας δράση πάνω στη βάση των προαναφερομένων καθηκόντων.

*          *          *

Εξετάσαμε το ζήτημα της στροφής τακτικής της Κ.Δ. αποκλειστικά στο φως της γερμανικής κατάστασης γιατί, πρώτα-πρώτα, η γερμανική κρίση θέτει ξανά σήμερα το γερμανικό Κ.Κ. στο κέντρο της προσοχής της διεθνούς προλεταριακής πρωτοπορίας και επίσης γιατί στο φως της κρίσης αυτής, όλα τα προβλήματα αναδύονται με μεγαλύτερη λαμπρότητα. Δεν θα ήταν δύσκολο να δείξουμε πως αυτό που ειπώθηκε εδώ σχετίζεται λίγο ή πολύ προς άλλες χώρες.
Στη Γαλλία όλοι οι τύποι της πάλης των τάξεων υστέρα από τον πόλεμο είχαν χαρακτήρα ασύγκριτα λιγότερο οξύ και λιγότερο αποφασιστικό από τη Γερμανία. Οι στροφές της Κ.Δ. έχουν οποιοδήποτε χαρακτήρα παγκόσμιο Το γαλλικό Κ.Κ. που θεωρήθηκε, στα 1928, από το Μολότοφ ως το πρώτο υποψήφιο για την εξουσία, έκανε πολιτική αυτοκτονίας κατά τα δύο τελευταία χρόνια, ειδικότερα αγνόησε την οικονομική ανάπτυξη. Η στροφή ταχτικής διακηρύχθηκε στη Γαλλία τη στιγμή που η βιομηχανική ανάπτυξη αρχίζει να μετασχηματίζεται σε κρίση. Οι ίδιες αντιφάσεις, δυσκολίες και καθήκοντα για τα όποια μιλήσαμε σχετικά με τη Γερμανία, βρίσκονται σήμερα επίσης στην ημερησία διάταξη στη Γαλλία.
Η στροφή αυτή της Κ.Δ. σε σχέση με τη στροφή της κατάστασης θέτει νέα καθήκοντα εξαιρετικής σπουδαιότητας στη κομμουνιστική Αντιπολίτευση της αριστεράς. Οι δυνάμεις της δεν είναι μεγάλες. Αλλά κάθε πορεία αυξάνει με την αύξηση των καθηκόντων της. Το να τα αντιληφθεί καθαρά είναι σαν να έχει εκτελέσει Έναν από τους σπουδαιότερους όρους της νίκης.

Λ. ΤΡΟΤΣΚΥ
ΙΙρίγκιπος, 27 Σεπτεμβρίου 1930

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

1929    
Γενάρης: 2,8 εκατομμύρια άνεργοι
Μάης: Διαδήλωση του Γερμανικού Κ.Κ. στο Βερολίνο για την Πρωτομαγιά παρά την απαγόρευση. Δολοφονούνται από την αστυνομία 31 διαδηλωτές. Απαγορεύονται προσωρινά οι εφημερίδες του Κ. Κ. Γ.

1930  
Γενάρης: 3,2 εκατομμύρια οι άνεργοι
Μάρτης: Το ΓΚΚ έχει 136000 μέλη, το 1/3 απ’ αυτά είναι εργάτες. Πέφτει η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Μύλλερ και σχηματίζεται κυβέρνηση μειοψηφίας του Μπρύνινγκ (κέντρο) χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες.
Σεπτέμβρης: Εκλογές για το Ράιχσταγκ. Η δεξιά και το κέντρο χάνουν ψήφους. Το Γερμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα παίρνει 8,5 εκατομμύρια. Το Γ.Κ.Κ. 4,5 εκατομμύρια και οι Ναζί 6,3 εκατομμύρια. Η κυβέρνηση Μπρύνινγκ παραμένει υπό την ανοχή του Γ.Σ.Κ.
Ο Τρότσκυ καλεί για Ενιαίο εργατικό μέτωπο ενάντια στους φασίστες. Το σταλινικό Γ.Κ.Κ. το αρνείται ταυτίζοντας τη σοσιαλδημοκρατία με τους ναζί.

1931  
Φλεβάρης: 4,9 εκατομμύρια άνεργοι.
Μάρτης: Το Γ.Κ.Κ. φτάνει τα 195000 μέλη, από τα οποία μόλις το 1/4 εργάζεται. Οκτώβρης: Διασπάται από το ΓΣΚ η αριστερή του τάση, και ιδρύει το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SAP).
Νοέμβρης: Η ηγεσία του ΓΚΚ καλεί για ένα «Κόκκινο ενιαίο μέτωπο» στη βάση. Στην πραγματικότητα δεν ήταν κάλεσμα για ενιαίο μέτωπο, αλλά τελεσίγραφο στην εργατική τάξη να οργανωθεί στο ΓΚΚ.
Δεκέμβρης: Το ΓΣΚ συγκροτεί το «Σιδερένιο Μέτωπο» μαζί με τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Οι άνεργοι αγγίζουν τα 5,6 εκατομμύρια, ενώ γίνεται ρεκόρ στις χρεοκοπίες επιχειρήσεων.

1932
Μάρτης: Πρώτος γύρος προεδρικών εκλογών: 18,7 εκατομμύρια ψηφίζουν Χίντεμπουργκ (αρχιστράτηγος του γερμανικού στρατού από το 1916 και πρόεδρος το 1925). Τον υποστηρίζει και το ΓΣΚ. 5 εκατομμύρια ψηφίζουν τον ηγέτη του ΚΚ Ταίλμαν. Το ΚΚ ταυτίζει τον Χίντεμπουργκ με τον Χίτλερ.

Απρίλης: Ο Χίντεμπουργκ επανεκλέγεται στο δεύτερο γύρο με 19,4 εκατομμύρια ψήφους. Ο Χίτλερ παίρνει 13,4 εκατομμύρια και ο Ταίλμαν μόλις 3,7. Τα χιτλερικά S.Α. (τάγματα εφόδου) και τα S.S. εντείνουν τις επιθέσεις τους κατά των εργατικών οργανώσεων στους δρόμους, παρά τη νομική τους απαγόρευση.
Ιούνης: Σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον συντηρητικό φον Πάπεν, που αντικαθιστά τον κεντρώο Μπρύνινγκ. Μετά την άρση της απαγόρευσης των S.Α. και S.S. ο Χίτλερ ανέχεται την νέα κυβέρνηση.
Το ΓΣΚ απαγορεύει κάθε κοινή αντιφασιστική δράση των μελών του σε τοπική κλίμακα με το ΓΚΚ.
Ιούλης: Εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Ναζί: 13,7 εκατομμύρια ψήφους, ΓΣΚ: 7,9, ΓΚΚ: 5,2.
Σεπτέμβρης, Οκτώβρης: μεγάλο απεργιακό κύμα. Παραίτηση κυβέρνησης Πάπεν. Δεκέμβρης: Ο στρατηγός Σλάϊχερ γίνεται καγκελάριος του Ράιχ. Το ΓΚΚ φτάνει τα 360000 μέλη. Εκδίδει 37 καθημερινές εφημερίδες. Οι άνεργοι επίσημα φτάνουν τα 5,7 εκατομμύρια, ανεπίσημα όμως ξεπερνούν τα 8 εκατομμύρια.

1933
Γενάρης: Μαζικές διαδηλώσεις του ΓΚΚ σε πολλές πόλεις ενάντια στην κυβέρνηση Σλάιχερ.
Συνεννοήσεις Χίτλερ και Πάπεν για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Συναντήσεις βιομηχάνων και τραπεζιτών με τους ναζί. Στις 22 τα 8.Α. διαδηλώνουν μπροστά στο Σπίτι του Λήμπνεκτ που βρίσκεται στα χέρια του ΓΚΚ το οποίο απαντά με μαζική διαδήλωση 3 μέρες αργότερα. Στις 28 παραιτείται ο Σλάιχερ. Στις 30 Γενάρη κάτω από την πίεση των ναζιστών ο Χίντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ στην Καγκελαρία. Το ΓΚΚ καλεί σε γενική απεργία και προτείνει στην ηγεσία του ΓΣΚ να την οργανώσουν μαζί. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες αρνούνται την πρόταση.
Φλεβάρης: Διάλυση του Ράΐχσταγκ. Κατάληψη του Σπιτιού του Λήμπνεκτ από την πολιτική αστυνομία. Ο Χίτλερ μιλά ανοικτά για εξόντωση του μαρξισμού και απαγορεύει την κριτική κατά της κυβέρνησης, βγάζοντας ουσιαστικά το ΚΚ στην παρανομία. Στις 27, οι ναζί πυρπολούν το Ράΐχσταγκ και το αποδίδουν στους κομμουνιστές. Η κυβέρνηση και οι ναζιστικές συμμορίες εξαπολύουν κύμα τρομοκρατίας και συλλήψεων. Απαγορεύεται ο τύπος του ΓΣΚ και του ΓΚΚ. με αναγκαστικά διατάγματα περιορίζονται ασφυκτικά οι πολιτικές ελευθερίες.
Μάρτης: Στις 3 συλλαμβάνεται ο Ταίλμαν. Στις 5 γίνονται εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Οι Ναζί παίρνουν 17,2 εκατομμύρια, οι σοσιαλδημοκράτες 7,1 και το ΓΚΚ 4,8 εκατομμύρια. Οι Ναζί ενώνουν τις 288 έδρες τους με τις 52 των Εθνικιστών Γερμανών και τις 83 του καθολικού Κέντρου και σχηματίζουν κυβέρνηση. Την άλλη μέρα καταργούνται οι 81 έδρες του ΚΚ. Απρίλης: Γενικεύονται οι διώξεις όλων των αντικαθεστωτικών. Μάης: Διαλύονται τα συνδικάτα και την θέση τους παίρνει το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας.
Ιούνης: Διαλύονται όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός του ναζιστικού. Οργανώνονται τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Νταχάου). Παντού βασιλεύει η τρομοκρατία

1934
Γενάρης: Στις 30 ο Χίτλερ εξοντώνει τους αντιπάλους του (Σλάιχερ, Ρεμ, Στράσσερ) μέσα στο κόμμα, με τη «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών». Διαλύονται τα SΑ
Αύγουστος: Θάνατος του Χίντεμπουργκ. Ο Χίτλερ γίνεται Φύρερ και καγκελάριος του Ράιχ.
Οκτώβρης: Η Γερμανία εγκαταλείπει την Κοινωνία των Εθνών (οργανισμός ανάλογος του ΟΗΕ).

…1938
Πρόγραμμα για οικονομική αυτάρκεια. Αύξηση φόρων και παραγωγής. Μεγάλα δημόσια έργα με βάση την πολεμική βιομηχανία. Πάντως δεν θίγεται η ατομική ιδιοκτησία. Ο αριθμός των επιχειρήσεων ελαττώθηκε κατά 9%, λόγω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Φυλετικοί Νόμοι της Νυρεμβέργης, απαγόρευση γάμων μεταξύ «αριών» και εβραίων. Απαγόρευση κάθε δημόσιου λειτουργήματος στους τελευταίους. Μαζικές εκκαθαρίσεις αντικαθεστωτικών. Γενική προετοιμασία για πόλεμο.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΑ % 19/1/19 6/6/20 4/5/24 20/5/28 14/9/30 31/7/32 6/11/32 5/3/33 1/11/33
Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα  (SPD) 37,9 21,7 20,5 29,8 24,5 21,9 20,4 18,3  
Εθνικοσoσιαλιστικό Εργατ. Κόμμ-ΝΑΖΙ (NSDAP)     6,5 2,6 18,3 37,8 33,1 43,9 92,4
Ανεξάρτητo Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα  (USPD) 7,6 17,9              
Κομμουνιστικό Κόμμα  (KPD)   2,1 12,6 10,6 13,1 14,6 16,9 12,3  
Κόμμα του Κέντρου (Z) 19,7 13,6 13,4 12,1 11,8 12,3 11,9 11,2  
Γερμαν.Δημοκρατικό Κόμμα (DDP) 18,6 8,3 5,7 4,8 3,8 0,7 1 0,9  
Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP) 10,3 15,1 19,5 14,3 7 6,1 8,5 8  
Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα (DVP) 4,4 13,9 9,2 8,7 4,5 1,2 1,9 1,1  
Κόμμα του Ραιχ- γερμ. μικροαστών (WP)       4,5 3,9 0,3 0,3    
Χριστιανικό-Εθνικό Αγροτικο Κόμμα       1,9 3,1        
Λαϊκο Βαυαρικό Κόμμα (BVP)   4,4 3,2 3,1 3 3,6 3,1 2,7  
Χριστιανοκοινωνική Λαϊκή Υπηρεσία (CSVD)         2,5 0,5 1,1 1  
Κόμμα γερμανών Αγροτών (DBP)       1,6 1 0,3 0,4 0,3  
Συντηρητικό Λαϊκο Κόμμα (KVP)       1,6 0,8        
Γεωργική Λίγκα     2 0,7 0,8 0,3 0,3 0,2  
Γερμανικό Κόμμα του Ανόβερο (DHP) 0,3 1,1 1,1 0,6 0,4   0,2    
Άλλος 1,2 1,9 6,3 3,1 1,5 0,4 0,9 0,1  
Ακυρα                 7,6
Total Σύνολο 100 100 100 100 100 100 100 100 100
Με μπλε τα κεντρώα κόμματα, μαύρο τα δεξιά και εθνικιστικά, κόκκινο τα αριστερά, και πορτοκαλί οι σοσιαλδημοκράτες

Σχετικά κείμενα του Τρότσκυ:

Επίσης:

3 responses to “Η Στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία

  1. Γεια σας συντροφοι… Πολυ σωστά επισημαινετε τον κινδυνο απο την ανοδο της δρασης της Χρυσης Αυγης … Στην περιοδο της κρισης δυναμωνει και ο φασισμος…. Αυτο δεν πρεπει να το ξεχναει κανενας… Ας προετοιμαζομαστε λοιπον γαι την παραδειγματική αντιμετωπιση των φασιστικών επιθεσεων…

    Μου αρέσει!

  2. Πότε θα οργανωθεί μια κοινή αντιφασιστική πορεία ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος, με πρωτοστάτη το Σύριζα, το ΚΚΕ, το ΔΗΜΑΡ και όποιον θεωρεί τον εαυτό του αριστερό κόμμα, κατά των φασιστικών πρακτικών του Κοινοβουλίου που με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου καταλύει τις αρχές του Συντάγματος και πότε θα τεθεί ανοιχτά το ζήτημα εκδημοκρατισμού της λειτουργίας της Βουλής αφενός, και της οργάνωσης των δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, με τη συμμετοχή των εργατών-εργαζομένων για την παρεμπόδιση της εφαρμογής του Μνημονίου …Οι ντουντούκες, οι πορείες και οι αφίσες δεν φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Χρειάζεται να δοθούν συγκεκριμένες προτάσεις και λύσεις συγκεκριμένες για κάθε χωριστή περίπτωση. Όχι άλλα συνθήματα..αλλά δράσεις και παρεμβάσεις συνολικά απο όλα τα αριστερά κόμματα στους χώρους δουλειάς.Αν ο εργάτης / ο υπάλληλος/ ο άνεργος αισθανθεί οτι έχει συμπαραστάτη στον άνισο αγώνα του με το κράτος, τα αριστερά κόμματα με πράξεις όχι με λόγια, , δεν θα έχει λόγο να στραφεί στη ΧΑ για διέξοδο και προστασία. …Εύχομαι να μη πέσει η ίδια η εργατική τάξη στα δίχτυα της ΧΑ απο άγνοια της ιστορίας…Πολλοί χρειάζεται να μάθουν την ιστορία, και κυρίως το ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται αλλά να διδάσκει!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s