Βικτόρ Σέρζ: Το έτος ένα της Ρωσικής Επανάστασης, Κεφάλαιο 2

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση του Έτους Ένα της Ρώσικης Επανάστασης του Βίκτορ Σέρζ. Εδώ ο Πρόλογος και το 1ο κεφάλαιο.

Κεφάλαιο 2

Η εξέγερση της 25ης Οκτώβρη 1917

Οι μάζες

Από το βήμα ο Τρότσκι είχε μόλις ανακοινώσει την απόσυρση των Μπολσεβίκων από το Προ-Κοινοβούλιο (Δημοκρατική Συνδιάσκεψη). Με τη μεταλλική φωνή του, εκσφενδόνισε την περιφρόνηση του προλεταριάτου και της αγροτιάς στην ανώτατη αρχή της Δημοκρατίας. Στη συνέχεια πήγε έξω, περνώντας μπροστά από τους ναύτες, οι οποίοι φρουρούσαν την αίθουσα. Οι ξιφολόγχες τους ταλαντεύτηκαν και σκληρά πρόσωπα με τη φλόγα στα μάτια στράφηκαν προς τον άνδρα που μόλις είχε μιλήσει. Δείχνοντας τις ξιφολόγχες τους, τον ρώτησαν:

«Πότε θα τις χρησιμοποιήσουμε επιτέλους;»

Ήταν 6 Οκτωβρίου. Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, ένα κοινοβουλευτικό υποκατάστατο της επανάστασης, συγκροτήθηκε από του Εσέρους και τους μενσεβίκους, και λειτουργούσε στη Μόσχα από τα μέσα του προηγούμενου μήνα. Οι απεργίες την είχαν αναγκάσει να φύγει από την πόλη. Το προσωπικό στα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια είχε αρνηθεί να σερβίρει τα μέλη της. Είχε πλέον μεταφερθεί στην Πετρούπολη, και συνεδρίαζε υπό την προστασία μιας μονάδας επίλεκτων και αξιόπιστων ναυτών. Αλλά οι ξιφολόγχες αυτών των φρουρών ανατρίχιαζαν στο πέρασμα ενός εκπρόσωπου των μπολσεβίκικων:

«Πότε θα τις χρησιμοποιήσουμε επιτέλους;»[1]

Αυτά τα αισθήματα ήταν γενικευμένα στο στόλο. Δύο εβδομάδες πριν από τις 25 Οκτωβρίου οι ναύτες της μοίρας της Βαλτικής, που είχε αγκυροβολήσει στο Ελσίνκι, απαιτούσαν να μη χαθεί άλλος χρόνος και ότι η εξέγερση «Θα καθαγίαζε την καταστροφή του στόλου από τους Γερμανούς, που τώρα μας φαινόταν αναπόφευκτη»[2]. Ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν, αλλά μόνο για την επανάσταση. Από τις 15 Μαΐου το Σοβιέτ της Κρονστάνδης αρνιόταν να αναγνωρίσει την προσωρινή κυβέρνηση. Μετά τις ταραχές του Ιούλη, οι κομισάριοι που αποστέλλονται από τον Κερένσκι να προβούν πάνω στα πλοία σε συλλήψεις των  “μπολσεβίκων ταραξιών” έλαβε μόνο αυτή τη λακωνική απάντηση: «Είμαστε όλοι ταραξίες». Ήταν αλήθεια. Οι μάζες είχαν αμέτρητους ταραξίες.

Εκπρόσωποι από τα χαρακώματα ήρθαν στο Σοβιέτ της Πετρούπολης με καταγγελτικό  λόγο:

«Έως πότε θα διαρκέσει αυτή η αφόρητη κατάσταση; Οι στρατιώτες μας έχουν δώσει εντολή να σας πούμε ότι αν δεν υπάρξουν άμεσες και σοβαρές προτάσεις μέχρι την 1η Νοέμβρη, τα χαρακώματα θα αδειάσουν και το σύνολο του στρατού θα επιστρέψει. Μην ξεχνιέστε! Εάν δεν μπορέσετε να βρείτε διέξοδο σε  αυτήν την κατάσταση θα έρθουμε να σας διώξουμε εμείς οι ίδιοι τους εχθρούς μας, με τις ξιφολόγχες, αλλά θα πάτε και εσείς μαζί τους!»

Τέτοια, αναφέρει ο Τρότσκι, ήταν η γλώσσα του μετώπου.[3] Στις αρχές του Οκτωβρίου, η εξέγερση ξέσπασε παντού, αυθόρμητα. Αγροτικές εξεγέρσεις εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα.

«Οι επαρχίες της Τούλα, του Ταμπόφ, του Ριαζάν και  της Καλούγκα εξεγέρθηκαν. Οι αγρότες περίμεναν από την επανάσταση ειρήνη και γη. Απογοητευμένοι, εξεγείρονται αρπάζουν, τις σοδιές των γαιοκτημόνων και καίνε τα σπίτια τους. Η κυβέρνηση του Κερένσκι καταστέλλει τις εξεγέρσεις, όπου έχει τη δύναμη να το κάνει. Ευτυχώς, οι δυνάμεις του είναι περιορισμένες. Ο Λένιν προειδοποιεί ότι “το να συντρίψουν την εξέγερση των αγροτών ισοδυναμεί με τη δολοφονία της επανάστασης”.[4] 

Εντός των Σοβιέτ των πόλεων και του στρατού, οι μπολσεβίκοι, που ήταν μέχρι πρόσφατα μειοψηφία, αποτελούν τώρα την πλειοψηφία. Στις δημοτικές εκλογές (Δούμα) της Μόσχας, θα κερδίσουν 199.337 ψήφους σε σύνολο 387.262. Από τα 710 μέλη που εκλέγονται, οι 350 ήταν Μπολσεβίκοι, 184  Καντέ, 104 Σοσιαλεπαναστάτες, 31 μενσεβίκοι και οι 41 από άλλες ομάδες. Την παραμονή του εμφυλίου πολέμου, οι μετριοπαθείς του μεσαίου χώρου καταρρέουν και τα ακραία κόμματα ενισχύονται. Σε μια εποχή που οι μενσεβίκοι χάνουν κάθε πραγματική επιρροή και το κυβερνών κόμμα των Εσέρων, το οποίο πριν από μικρό χρονικό διάστημα φαινόταν να έχει τεράστια επιρροή, περνάει στην τρίτη θέση, οι Καντέ -το κόμμα της αστικής τάξης- κερδίζει νέες δυνάμεις, καθώς ανασυντάσσεται για να αντιμετωπίσει τους επαναστάτες. Στις τελευταίες εκλογές του Ιουνίου οι Εσέροι και οι μενσεβίκοι είχαν πάρει το εβδομήντα τοις εκατό των ψήφων: το ποσοστό τους είναι πλέον δεκαοκτώ τοις εκατό. Από τους 17.000 στρατιώτες που πήγαν στρις κάλπες, 14.000 ψηφίσαν τους Μπολσεβίκους.

Τα Σοβιέτ αλλάζουν. Τα προπύργια των μενσεβίκων και των Εσέρων, γίνονται Μπολσεβίκικα. Σχηματίζονται νέες πλειοψηφίες. Στις 31 Αυγούστου στην Πετρούπολη και στις 6 Σεπτεμβρίου στη Μόσχα, τα ψηφίσματα των Μπολσεβίκων που παρουσιάζονται στα Σοβιέτ  κερδίζουν για πρώτη φορά την πλειοψηφία. Στις 8 Σεπτεμβρίου, τα στελέχη των μενσεβίκων και των Εσέρων στα δύο Σοβιέτ παραιτούνται. Στις 25 Σεπτεμβρίου, ο Τρότσκι εκλέγεται πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Ο Νογκίν εκλέγεται στην ίδια θέση στη Μόσχα. Στις 20 Σεπτεμβρίου, το Σοβιέτ της Τασκένδης παίρνει επίσημα την εξουσία. Τα στρατεύματα της προσωρινής κυβέρνησης την ξαναπαίρνουν[5]. Στις 27 Σεπτεμβρίου, το Σοβιέτ στο Ρεβάλ αποφασίσει στην ουσία να δοθεί όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Λίγες ημέρες πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, το «δημοκρατικό» πυροβολικό του Κερένσκι ανοίγει πυρ εναντίον του επαναστατημένου σοβιέτ της Καλούγκα.

Ας υπογραμμίσουμε εδώ, ένα γεγονός που δεν είναι πολύ γνωστό. Στο Καζάν, η εξέγερση του Οκτώβρη θριάμβευσε πριν καν ακόμη αρχίσει στην Πετρούπολη. Ένας από αυτούς που πήραν μέρος αναφέρει το διάλογο μεταξύ δύο μαχητών στο Καζάν:

-Τι θα κάνατε αν τα Σοβιέτ δεν είχαν πάρει την εξουσία στην Πετρούπολη;

– Θα ήταν αδύνατο για εμάς να απαρνηθούμε την εξουσία, η φρουρά δεν θα το ανεχόταν.

-Μα η Μόσχα θα σας είχε συντρίψει .

-Όχι, κάνεις λάθος. Η Μόσχα δεν θα κατάφερνε ποτέ να περάσει πάνω από τους σαράντα χιλιάδες στρατιώτες που είχαμε στο Καζάν”.[6]

Σε όλη αυτή την τεράστια χώρα, οι εργαζόμενες μάζες κινούνταν προς την επανάσταση: αγρότες, εργάτες, στρατιώτες. Ήταν ένα τεράστιο, ακαταμάχητο κύμα, που είχε τη δύναμη των κυμάτων του ωκεανού.

Το κόμμα του προλεταριάτου

Οι μάζες έχουν ένα εκατομμύριο πρόσωπα. Απέχουν πολύ από το να είναι ομοιογενείς, κυριαρχούνται από διάφορα, αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα. Το μοναδικό μέσο με το οποίο μπορούν να αποκτήσουν μια πραγματική συνείδηση -χωρίς την οποία καμία επιτυχημένη δράση δεν είναι δυνατή- είναι η οργάνωση. Οι επαναστατημένες μάζες της Ρωσίας το 1917 αποκτούν σαφή συνείδηση της αναγκαίας δράσης, των μέσων και των στόχων που πρέπει να επιτύχουν, μέσα από τα όργανα του μπολσεβίκικου κόμματος. Αυτό δεν είναι μια θεωρία, είναι μια έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να δούμε, με ανάγλυφο τρόπο, τις σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα, την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες γενικότερα. Είναι αυτό που πραγματικά θέλουν, συγκεχυμένα, οι ναύτες της Κροστάνδης, οι στρατιώτες του Καζάν, οι εργάτες της Πετρούπολης, του Ιβάνοβο-Βοζνεσένσκ, της Μόσχας και παντού, οι αγρότες που λεηλάτησαν τα αρχοντικά των γαιοκτημόνων, αυτό που θέλουν όλοι, χωρίς να μπορούν να εκφράσουν ξεκάθαρα τις ελπίδες τους, να τις ταιριάξουν με την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, να θέσουν πιο πρακτικούς σκοπούς και να επιλέξουν το καλύτερο μέσο για την επίτευξή τους, να επιλέξουν την πιο ευνοϊκή στιγμή για δράση, να επεκτείνουν τη δράση από το ένα άκρο της χώρας στο άλλο, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να έχουν την απαραίτητη πειθαρχία, για να συντονίσουν τις αναρίθμητες ξεχωριστές προσπάθειες που βρίσκονται σε εξέλιξη, να συνιστούν, με μια λέξη, μια δύναμη μοναδικά έξυπνη, καταρτισμένη, θεληματική, θαυμαστή. Αυτό που θέλουν όλοι λοιπόν, το κόμμα το εκφράζει σε συνειδητό επίπεδο, και στη συνέχεια το εκτελεί. Το κόμμα τους αποκαλύπτει τι είναι αυτό που σκέφτονταν. Είναι ο δεσμός που τους ενώνει από το ένα άκρο της χώρας στο άλλο. Το κόμμα είναι η συνείδησή τους, η οργάνωσή τους.

Όταν οι πυροβολητές του στόλου της Βαλτικής ανήσυχοι για τους κινδύνους που απειλούσαν την επανάσταση, αναζητούν μια πορεία προς τα εμπρός, ο μπολσεβίκικος αγκιτάτορας  είναι παρών και τους δείχνει το δρόμο. Και δεν είναι άλλος από τον προφανή. Όταν οι στρατιώτες στα χαρακώματα θέλουν να εκφράσουν την αποφασιστικότητά τους για να τελειώσει η σφαγή, εκλέγουν, στην επιτροπή του τάγματός τους, τους υποψήφιους του μπολσεβίκικου κόμματος. Όταν οι αγρότες κουρασμένοι από τις αναβολές του Σοσιαλ-επαναστατικού κόμματος, αρχίζουν να αναρωτιούνται μήπως ήρθε η ώρα να δράσουν για τον εαυτό τους, Η φωνή του Λένιν, φτάνει στα αυτιά τους: «Αγρότη, πάρε τη γη!» Όταν οι εργάτες αισθάνονται την αντεπαναστατική ίντριγκα να τους περιτριγυρίζει, η Πράβντα ήταν αυτή που τους έδωσε τα συνθήματα της δράσης που τα προαισθάνονταν ήδη και που είναι αυτά της επαναστατικής αναγκαιότητας. Οι φτωχοί περαστικοί, θα αναφωνήσουν μπροστά στην μπολσεβίκικη αφίσα: «Αυτό είναι, ακριβώς! Αυτό είναι, ακριβώς!» Αυτή η φωνή είναι η δική τους.

Γι’ αυτό η πρόοδος των μαζών προς την επανάσταση αντανακλάται σε ένα μεγάλο πολιτικό γεγονός: οι Μπολσεβίκοι, από μια μικρή επαναστατική μειοψηφία το Μάρτιο, γίνονται το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο το κόμμα της πλειοψηφίας. Οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες είναι αδύνατη, είναι όλοι ένα κύμα. Αναμφίβολα, διάσπαρτοι ανάμεσα στα πλήθη, υπήρχαν και πολλοί άλλοι επαναστάτες: Σοσιαλ-επαναστάτες της αριστεράς (οι περισσότεροι), αναρχικοί και μαξιμαλιστές, που ήθελαν και αυτοί την επανάσταση. Ήταν μια χούφτα ανθρώπων που παρασύρονταν από τα γεγονότα, ηγέτες που άγονταν και φέρονταν. Το πόσο η αντίληψη τους για την πραγματικότητα είναι συγκεχυμένη, θα το δούμε σε πολλές περιπτώσεις. Οι  Μπολσεβίκοι αντίθετα, λόγω της σωστής θεωρητικής εκτίμησης για τη δυναμική των γεγονότων, ταυτίζονται τόσο με τις εργατικές μάζες, όσο και με την ιστορική αναγκαιότητα. “Οι κομμουνιστές δεν έχουν συμφέροντα που να διαφέρουν από εκείνα της εργατικής τάξης στο σύνολό της”: γράφει το Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς. Αυτή η πρόταση, γραμμένη το 1847, μας φαίνεται τώρα ακόμα πιο σωστή!

Από την εξέγερση του Ιούλη, το κόμμα πέρασε μέσα σε μια περίοδο παρανομίας και διώξεων, που γίνεται τώρα μόλις και μετά βίας ανεκτή. Αποτελεί μια φάλαγγα επίθεσης. Από τα μέλη του, απαιτεί αυταπάρνηση, πάθος και πειθαρχία. Σε αντάλλαγμα, προσφέρει μόνο την ικανοποίηση του να υπηρετούν το προλεταριάτο. Ωστόσο, βλέπουμε τις δυνάμεις του να αυξάνονται. Τον Απρίλιο αριθμούσε εβδομήντα δύο οργανώσεις και 80.000 μέλη. Μέχρι το τέλος του Ιουλίου οι δυνάμεις του αριθμούσαν 200.000 μέλη, σε 162 οργανώσεις.

Στο δρόμο της εξέγερσης

Το κόμμα των Μπολσεβίκων από την πτώση της μοναρχίας και ύστερα, πορευόταν προς την κατάληψη της εξουσίας, με εκπληκτική σταθερότητα, διαύγεια και ικανότητα. Για να πειστεί κανείς, αρκεί απλά να διαβάσει τα Γράμματα από μακριά, που γράφτηκαν από τον Λένιν πριν από την αναχώρησή του από τη Ζυρίχη το Μάρτιο του 1917. Ίσως, όμως, όπως κάθε ορισμός ιστορικού γεγονότος που προσπαθεί να είναι ακριβής, είναι και αυτός κάπως στενός. Το κόμμα πορευόταν προς την εξουσία από την ημέρα που η Κεντρική Επιτροπή του αποτελούμενη από εμιγκρέδες (όπως ο Λένιν και Ζηνόβιεφ) δήλωσε, το 1914, ότι «ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος πρέπει να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο», ή ακόμη και από την προηγούμενη περίοδο, όταν γεννήθηκε ως κόμμα για τον εμφύλιο πόλεμο στο συνέδριο του Λονδίνου το 1903.

Όταν ο Λένιν έφθασε στην Πετρούπολη, στις 3 Απριλίου 1917, αφού προχώρησε στην τροποποίηση της πολιτικής γραμμής της κεντρικής εφημερίδας του κόμματος, καθόρισε τους στόχους της εργατικής τάξης. Ακούραστα προέτρεψε τους μπολσεβίκους μαχητές να χρησιμοποιήσουν την πειθώ για να κερδίσουν τις εργαζόμενες μάζες. Τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου, όταν ένας άγριος λαϊκός ξεσηκωμός ξέσπασε για πρώτη φορά κατά της διοίκησης του Κερένσκι, οι μπολσεβίκοι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν το κίνημα αυτό. Αυτοί είναι ηγέτες, με την πραγματική έννοια της λέξης, ούτε άγονται ούτε φέρονται. Θέλουν να αποφευχθεί μια πρόωρη εξέγερση: οι επαρχίες δεν είναι έτοιμες, η κατάσταση δεν είναι ώριμη. Φρενάρουν, αντιστέκονται στο ρεύμα, αψηφούν τον κίνδυνο της αντιδημοτικότητας. Ενσαρκωμένη από το κόμμα η συνείδηση του προλεταριάτου, έρχεται για μια στιγμή σε σύγκρουση με την επαναστατική ανυπομονησία των μαζών. Πρόκειται για μια επικίνδυνη σύγκρουση. Αν ο εχθρός ήταν πιο τολμηρός και πιο έξυπνος, η ανυπομονησία των μαζών θα του έδινε μια εύκολη νίκη. “Τώρα”, είπε ο Λένιν στους φίλους του, αμέσως μετά τις ταραχές του Ιουλίου, “θα μας τουφεκίσουν όλους.» Θεωρητικά, ο Λένιν μπορούσε να έχει δίκιο. Ήταν ίσως η μοναδική ευκαιρία της αστικής τάξης να καταφέρει ένα πλήγμα στο προλεταριάτο με μια προληπτική σφαγή που θα ήταν αποτελεσματική για μήνες, αν όχι για χρόνια. Ευτυχώς, η αστική τάξη ήταν λιγότερο διορατική στο δικό της παιχνίδι απ’ ότι ήταν ο Λένιν. Επιπλέον, δεν είχε τόλμη (σίγουρα δεν στερούνταν την πρόθεση).

Μετά τον Ιούλιο, οι πιο δραστήριοι αστοί ηγέτες σκέφτονταν  συχνά πώς να αποκαταστήσουν  αυτή την ανεπάρκεια. Ονειρεύονται μια “ισχυρή” εξουσία. Η Ρωσία ήταν ανάμεσα σε δύο δικτατορίες – Το καθεστώς του Κερένσκι δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια μεσοβασιλεία. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του Κορνίλοφ (με τον Σαβίνκοφ και τον Κερένσκι στο παρασκήνιο) προκάλεσε μια νέα κινητοποίηση του προλεταριάτου. Η κατάσταση επιδεινώθηκε, κινδυνεύοντας να γίνει απελπιστική για το προλεταριάτο, του οποίου οι στερήσεις μεγάλωναν καθημερινά. Οι εργάτες αισθάνονταν, και σωστά, ότι  αν δεν κατάφερναν να κερδίσουν θα έπεφταν θύματα άγριας καταστολής. Η κατάσταση επιδεινώνεται για τους αγρότες, που βλέπουν την αγροτική επανάσταση, που τους υποσχέθηκαν οι Εσέροι που ήταν τώρα στην εξουσία, να αναβάλλεται διαρκώς, από κάποιον Ναπολέοντα της ήττας (σ.τ.μ. βοναπαρτίστικη αντίδραση). Επιδεινώνεται για το στρατό και το στόλο, που ήταν ακόμα υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν έναν αδιέξοδο πόλεμο στην υπηρεσία των εχθρικών τάξεων. Επιδεινώνεται  για την αστική τάξη, η θέση της οποίας ήταν όλο και πιο επισφαλής κάθε μέρα μέσα από την κατάρρευση του συστήματος μεταφορών, την φθορά του βιομηχανικού εξοπλισμού, τις ήττες στο μέτωπο, την κρίση της παραγωγής, την πείνα, την ανυπακοή των μαζών, την αδυναμία της νέας κυβέρνησης, καθώς και την αδυναμία του κατασταλτικού μηχανισμού της.

Μετά από τις εξεγέρσεις του Ιουλίου, ο Λένιν επισημαίνει στον Β. Μπονς-Μπρούγιεβιτς: “Η εξέγερση είναι απολύτως αναπόφευκτη. Σε σύντομο χρονικό διάστημα θα γίνει επιτακτική ανάγκη. Αυτό είναι εντελώς αναπόφευκτο». Από τα μέσα Σεπτεμβρίου το κόμμα αρχίζει να προετοιμάζεται αποφασιστικά για τη μάχη. Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, η οποία υποτίθεται ότι θα λειτουργούσε ως προπαρασκευαστικό Κοινοβούλιο, συνεδριάζει στις 14-22 Σεπτεμβρίου.

Ο Λένιν, που ήταν στην παρανομία εκείνη την εποχή, απαιτεί επίμονα την ανάκληση της μπολσεβίκικης φράξιας από την Συνδιάσκεψη, όπου μερικοί από τους συντρόφους θα έμπαιναν στον πειρασμό να αποδεχτούν το ρόλο της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Υποστηριζόμενη από την πλειοψηφία του κόμματος, η γραμμή του Λένιν επιβάλλεται, και οι Μπολσεβίκοι αποχωρούν, χτυπώντας την πόρτα πίσω τους. Ο Τρότσκι διαβάζει στην Συνδιάσκεψη τη δήλωση τους.

«Η παθιασμένη ομιλία του Λ. Τρότσκι, ο οποίος μόλις είχε δοκιμάσει τις χαρές της ζωής στις φυλακές κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης της αστικής τάξης και των μενσεβίκων, κόβει  σαν σπαθί όλες τις συνομωσίες που εξυφαίνονται από τους διάφορους ρήτορες του Κέντρου. Λεει, ρητά και κατηγορηματικά, ότι δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Ότι οι εργάτες ούτε καν σκέφτονται κάτι τέτοιο, ότι οι εργάτες δεν βλέπουν άλλο δρόμο  εκτός από αυτόν της νέας επανάστασης. Έγινε άκρα σιωπή. Ένα ρίγος πέρασε πάνω από τα τις πολυθρόνες και τα θεωρεία που καταλάμβαναν οι ηγέτες της αστικής τάξης… Η αίθουσα και οι εξώστεςσείστηκαν από τα χειροκροτήματα… Έτσι δηλώθηκε σαφώς η βούληση για εξέγερση, και χρειάστηκε όλη η διακριτικότητα και η εξουσία της Κεντρικής Επιτροπής μην μετατραπεί η γενική επιθυμία, που είχε εκφραστεί με τόση σαφήνεια, σε άμεσες ενέργειες, μιας και ήταν ακόμα πολύ νωρίς – και θα μπορούσαν να επαναληφθούν οι μέρες του Ιουλίου αλλά με ακόμα πιο αιματηρή κατάληξη».[7]

Τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου (ή τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου), η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων (Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν, Σβεντλόφ, Γιακόβλεβα, Οπόκοφ, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ) συναντήθηκαν στην Πετρούπολη, στο διαμέρισμα του μενσεβίκου Σουκάνοφ. Ακόμη και οι βασικές αρχές της εξέγερσης ήταν αντικείμενο διαμάχης. Ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ  (ο Νογκίνκαϊ και  ο Ρίκοφ, οι οποίοι είχαν την ίδια γνώμη, ήταν απόντες από αυτή τη συνάντηση) εξέφρασαν την άποψή τους ότι η εξέγερση θα μπορούσε ίσως να νικήσει, αλλά ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο να διατηρήσουν την εξουσία στη συνέχεια λόγω των οικονομικών πιέσεων και της κρίσης στον τομέα της προμήθειας τροφίμων. Η πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της εξέγερσης, και μάλιστα καθόρισε την ημερομηνία για τις 15 Οκτωβρίου.[8] Θα  επιμείνω σε ένα σημείο σχετικά με αυτό. Πρέπει να τονίσουμε ότι αυτή η διαφορά άποψης, σε ανθρώπους που είχαν αποδείξει την αξία τους στα χρόνια του αγώνα και οι οποίοι θα την αποδείκνυαν και αργότερα, σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένδειξη τάσης προς τον οπορτουνισμό ή μενσεβίκικη αδυναμία. Μπορεί να ληφθεί ως ένδειξη ότι ορισμένοι επαναστάτες είχαν την τάση να υπερεκτιμούν τη δύναμη του εχθρού και είχαν έλλειψη εμπιστοσύνης, σε κάποιο βαθμό, στις δυνάμεις του προλεταριάτου. Η εξέγερση σίγουρα δεν είναι ένα παιχνίδι. Είναι καθήκον όλων των επαναστατών να σταθμίσουν εκ των προτέρων κάθε ενδεχόμενο και δυνατότητα. Όταν ανησυχούν για την πιθανή ήττα της επανάστασης η σκέψη τους δεν έχει τίποτα κοινό με το φόβο των οπορτουνιστών για την επανάσταση, οι οποίοι δεν τρέμουν τίποτα περισσότερο από τη νίκη του προλεταριάτου. Παρόλα αυτά, δεδομένου ότι αυτές οι δικαιολογημένες ανησυχίες στηρίζονταν σε μια λανθασμένη εκτίμηση της πραγματικότητας, ήταν πάρα πολύ επικίνδυνες για την όλη την πολιτική δραστηριότητα του κόμματος και θα μπορούσαν να το έχουν βγάλει από την πορεία του ανεπανόρθωτα. Ο χρόνος που λειτουργεί υπέρ της επανάστασης μπορεί να λειτουργήσει και εναντίον της αν περάσει η κατάλληλη στιγμή. Και αν μια δράση αναβληθεί μπορεί κάλλιστα να γίνει χαμένη ευκαιρία. Το ιταλικό προλεταριάτο πλήρωσε πολύ ακριβά το δισταγμό του το 1920. Η ευκαιρία που παρουσιάστηκε στο γερμανικό προλεταριάτο το 1923, αναμφίβολα, θα επαναληφθεί. Αλλά πότε; Το σφάλμα των αντιπάλων της εξέγερσης ήταν επομένως μεγάλο και σοβαρό, και το κατάλαβαν αργότερα[9].

Στις 10 Οκτωβρίου, η Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου Κόμματος (ήταν παρόντες: ο Λένιν, ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Στάλιν, ο Τρότσκι, ο Σβεντλόφ , ο Ουρίτσκι, ο Ντζερζίνσκι, ο Κολοντάι, ο Μπουμπνόφ, ο Σοκόλνικοφ και ο Λομόφ) ψήφισαν -δέκα υπέρ και δύο κατά-  την άμεση προετοιμασία για την εξέγερση. Το έργο της προετοιμασίας ανατέθηκε στο Πολιτικό Γραφείο που αποτελούνταν από τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Ζηνόβιεφ, τον Στάλιν, τον Κάμενεφ, τον Σοκόλνικοφ και τον Μπουμπνόφ.

Οι προλεταριακοί ηγέτες

Μέσα στο κόμμα, υπάρχει μία σχέση μεταξύ των μαχητών και της ηγεσίας, που μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που υπάρχει μεταξύ των εργατικών μαζών και του ίδιου του κόμματος.

Το κόμμα είναι το νευρικό σύστημα της εργατικής τάξης, ο εγκέφαλός της. Οι ηγέτες και τα βασικά στελέχη παίζουν, μέσα στο κόμμα, το ρόλο που παίζει το νευρικό σύστημα και ο εγκέφαλος στον ανθρώπινο οργανισμό. Αυτή η σύγκριση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται με την κυριολεκτική έννοια: οι λειτουργίες σε ένα βιολογικό οργανισμό διαφοροποιούνται με τελείως άλλο τρόπο από την κατανομή των αρμοδιοτήτων στην κοινωνία. Αλλά, ωστόσο, όσο συνειδητοποιημένοι και να είναι οι αγωνιστές του κόμματος, δεν είναι σε θέση να γνωρίσουν την κατάσταση στο σύνολό της. Όποια και αν είναι η προσωπική αξία τους, θα έχουν αναπόφευκτα ένα ορισμένο κενό όσο αφορά, την πληροφόρηση, τους συνδέσμους, την κατάρτιση, τη θεωρητική και επαγγελματική προετοιμασία (του επαναστάτη), αν δεν ανήκουν στον πυρήνα των μελών του κόμματος, που έχουν επιλεγεί και προσπαθήσει μέσα από πολλά χρόνια αγώνα και δουλειάς, βοηθούμενοι από τις καλές προθέσεις ολόκληρου του κόμματος, έχοντας πρόσβαση στον μηχανισμό του κόμματος, και έχοντας συνηθίσει να σκέφτονται και να εργάζονται συλλογικά. Ακριβώς όπως ο στρατιώτης στα χαρακώματα βλέπει μόνο ένα μικρό μέρος του πεδίου της μάχης και δεν μπορεί, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του ικανότητες, να αντιληφθεί το σύνολο της δράσης που λαμβάνει χώρα, όπως ακριβώς ο τεχνικός στο μηχάνημά του δεν μπορεί με μια ματιά να εποπτεύσει τη λειτουργία όλου του εργοστασίου, έτσι και ο αγωνιστής, με τις δικές του δυνατότητες και μόνο, δεν μπορεί να προσανατολιστεί παρά μέσα από γενικές ιδέες και κρίσεις, και μέσα από την αποσπασματική γνώση των γεγονότων. Οι αληθινοί προλεταριακοί ηγέτες είναι συγχρόνως, οδηγοί, πιλότοι, καπετάνιοι και διευθυντές επιχειρήσεων: Πρόκειται για μία τρομερή κατεδάφιση ενός κοινωνικού συστήματος και την οικοδόμηση ενός άλλου. Προορίζονται να ανακαλύψουν, μέσα από την επιστημονική ανάλυση των ιστορικών διεργασιών, την μορφή των δυνάμεων των γεγονότων και των δυνατοτήτων που έχουν. Θα πρέπει να κατανοήσουν τη δράση που είναι δυνατή και αναγκαία για το προλεταριάτο, σύμφωνα με την ιστορική αναγκαιότητα και όχι με την επιθυμία του ή την ελπίδα της στιγμής.[10]  Με μια λέξη, θα πρέπει να δουν την πραγματικότητα, να συλλάβουν τη δράση, που θα είναι ο σύνδεσμος μεταξύ του πραγματικού και του εφικτού. Με αυτόν τον τρόπο, υιοθετούν  πάντα τη μοναδική άποψη των ανώτερων συμφερόντων του προλεταριάτου. Έτσι ώστε όλη η σκέψη τους είναι αυτή του προλεταριάτου, με το πλεονέκτημα της επιστημονικής γνώσης. Η Προλεταριακή ταξική συνείδηση, επιτυγχάνει την υψηλότερη έκφρασή της στους ηγέτες της οργανωμένης πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Ως προσωπικότητες, είναι μεγάλες μόνο στο μέτρο που ενσαρκώνουν τις μάζες. Με αυτή την έννοια μόνο, είναι γιγάντιες και ανώνυμες. Εκφράζουν τη συνείδηση της μάζας και έχουν ένας σθένος το οποίο είναι, για το προλεταριάτο, απόλυτα αναγκαίο: έναν φοβερό απρόσωπο χαρακτήρα.

Αναμφίβολα. Όμως, η αξία των εν λόγω ηγετών -η ιδιοφυΐα ενός Λένιν- έγκειται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης δεν έχει τίποτα το μοιραίο. Η μαζική συνείδηση μπορεί να παραμείνει σε λανθάνουσα κατάσταση και να μην εκφράζεται σε μια δεδομένη στιγμή. Οι δυνατότητες που περικλείει μια κατάσταση μπορεί να μην γίνουν αντιληπτές. Η δράση που απαιτείται για τη σωτηρία ή τη νίκη του προλεταριάτου μπορεί να μην την οραματιζόμαστε. Η πρόσφατη ιστορία του προλεταριάτου στη Δυτική Ευρώπη προσφέρει πάρα πολλά παραδείγματα χαμένων ευκαιριών ως αποτέλεσμα της ανεπαρκούς ταξικής συνείδησης.

Μπορούμε, τέλος να ορίσουμε τον προλεταριακό ηγέτη, ως τον άνθρωπο της νέας εποχής, σε αντιπαράθεση με τους ηγέτες των κυρίαρχων τάξεων και της σημερινής και των προηγούμενων εποχών. Αυτοί είναι τα τυφλά όργανα της ιστορικής αναγκαιότητας. Ο επαναστάτης είναι το συνειδητό όργανό  της.[11]

Η Οκτωβριανή Επανάσταση μας προσφέρει ένα σχεδόν τέλειο μοντέλο του προλεταριακού κόμματος. Σχετικά λίγοι, είναι αλήθεια, οι μαχητές του ζουν με τις μάζες και ανάμεσά τους. Οι πολύχρονες δοκιμασίες -η επανάσταση, που ήταν στην παρανομία, η εξορία, η φυλακή, οι ατελείωτες ιδεολογικές μάχες-  διαμόρφωσαν αξιοθαύμαστα στελέχη και πραγματικούς ηγέτες, των οποίων η συλλογική δράση έχτισε την ενότητα της σκέψης. Η προσωπική πρωτοβουλία όλων και οι ισχυρές προσωπικότητες εναρμονίζονται με έναν έξυπνο συγκεντρωτισμό, μια εθελοντική πειθαρχία και το σεβασμό για τους αναγνωρισμένους καθοδηγητές. Παρά την αποτελεσματικότητα του οργανωτικού μηχανισμού του, το κόμμα δεν υπέστη την παραμικρή γραφειοκρατική παραμόρφωση. Δεν υπάρχει ο παραμικρός φετιχισμός των οργανωτικών μορφών. Είναι απαλλαγμένο από παρακμιακές αμφιλεγόμενες παραδόσεις. Η κυρίαρχη παράδοσή του είναι ο πόλεμος ενάντια στον οπορτουνισμό -είναι επαναστατικό μέχρι το μεδούλι. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αξιοσημείωτο το γεγονός ότι προέκυψαν βαθιοί και επίμονοι δισταγμοί στους ηγετικούς κύκλους του την παραμονή της δράσης, και ότι πολλά από τα πιο σημαντικά μέλη του δήλωσαν κατηγορηματικά αντίθετοι με την κατάληψη της εξουσίας.

Λένιν

Έχουμε παρατηρήσει ήδη την δύναμη ενότητας που είχε ο Λένιν. Ήταν ένας άνθρωπος λαξευμένος από πέτρα, αφιερωμένος εξ ολοκλήρου, σε κάθε στιγμή της ζωής του, σε ένα μοναδικό έργο. Ήταν ένα με το κόμμα του, και μέσα από το κόμμα, με το προλεταριάτο. Στις αποφασιστικές ώρες ήταν ένα με τον εργαζόμενο λαό σε όλη τη Ρωσία, καθώς και πέρα από τα ματωμένα σύνορα με τους προλετάριους και τους καταπιεσμένους λαούς, από όλες τις χώρες του κόσμου. Αυτός είναι ο λόγος που εμφανίζεται τον Οκτώβριο του 1917 ως ο αδιαφιλονίκητος, ασυναγώνιστος ηγέτης της προλεταριακής επανάστασης.

Το πνεύμα των μαζών κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου έχει περιγραφεί. Στα μέσα του Σεπτέμβρη ο Λένιν στέλνει επείγουσα επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή, καλώντας την να καταλάβει την εξουσία χωρίς καθυστέρηση. Μια άλλη επιστολή ακολουθεί σχεδόν αμέσως, που πραγματεύεται τον Μαρξισμό και την Εξέγερση . Ακόμη και πριν από την κατάληψη της εξουσίας, ο Λένιν, ο οποίος γνωρίζει ότι η εξουσία είναι μερικές φορές πιο δύσκολο να κρατηθεί από το να αποκτηθεί, και ότι το ουσιώδες είναι να αποκαλύψει στους επαναστάτες τη δύναμη που έχουν, γράφει το φυλλάδιο με τίτλο Οι Μπολσεβίκοι θα διατηρήσουν την εξουσία; (τέλος Σεπτέμβρη). Στις 7 Οκτωβρίου, νέο άρθρο, νέο κάλεσμα: Η επαναστατική κρίση έχει ωριμάσει. Από αυτή τη στιγμή, ο ίδιος διακατέχεται από ιερή ανυπομονησία. Ακολουθούν οι επιστολές του προς την Κεντρική Επιτροπή, στο κόμμα, στους αγωνιστές, πειστικές, επιτακτικές, πιεστικές. Υπερβαίνοντας την Κεντρική Επιτροπή απευθύνεται στις επιτροπές της Μόσχας και της Πετρούπολης στις αρχές Οκτωβρίου: Το να χρονοτριβούμε τώρα είναι ένα έγκλημα!  Στις 8 Οκτωβρίου, εμφανίζονται οι Συμβουλές ενός θεατή για την εξέγερση. Στις 16-17 Οκτωβρίου έρχεται μια μακρά και αξέχαστη επιστολή, Στους συντρόφους, αντικρούοντας ενεργητικά τα επιχειρήματα όσων αντιτίθενται στην εξέγερση. Οι τελευταίοι δισταγμοί έχουν πλέον ξεπεραστεί. Ο ηγέτης Λένιν, σφυρηλατημένος από τα είκοσι τρία χρόνια του αγώνα, από το 1895, ενεργώντας από κοινού με τους αγρότες, τους εργάτες, τους στρατιώτες, τους ναύτες και ολόκληρο τον κόσμο της εργασίας, έχει ορίσει την ώρα και δίνει το σήμα για την κρίσιμη δράση. Χρειάστηκε όλη την ενέργειά του και τις προσπάθειες των άλλων συντρόφων, για να ξεπεραστούν οι δισταγμοί που θα μπορούσαν να αποδειχθούν μοιραίοι.

Τα έργα του, αυτής της περιόδου, έχουν συλλεχθεί σε ένα βιβλίο με τον εύστοχο τίτλο Στο δρόμο της εξέγερσης. Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο, του οποίου η σημασία δεν έχει ακόμη πλήρως αποτιμηθεί. Ένα μοντέλο επαναστατικής διαλεκτικής, μια πραγματεία για τη θεωρία και την πρακτική της εξέγερσης, ένα βιβλίο για την τέχνη της νίκης του ταξικού πολέμου: πιστεύουμε ότι κατατάσσεται μαζί με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, για το οποίο συνιστά, την παραμονή της προλεταριακής εποχής, ένα απαραίτητο συμπλήρωμα.[12]

Το Δόγμα του Λένιν για εξέγερση μπορεί να συνοψιστεί σε αυτές τις γραμμές:

Για να στεφθεί με επιτυχία μια εξέγερση θα πρέπει να στηρίζεται, όχι σε μια συνωμοσία, όχι σε ένα κόμμα, αλλά στην πρωτοπόρα τάξη. Αυτό είναι το κυριότερο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται σε μια λαϊκή επαναστατική ορμή. Αυτό είναι το δεύτερο. Η εξέγερση πρέπει να έρθει στην ιστορική καμπή, που αναπτύσσεται η επανάσταση, τη στιγμή που η δραστηριότητα των μαζών φτάνει στο αποκορύφωμά της, και όταν αντίστοιχα ο δισταγμός στις τάξεις του εχθρού, καθώς και μεταξύ των ψεύτικων φίλων της επανάστασης, που είναι αμφιταλαντευόμενοι και αναποφάσιστοι, φτάνει στο αποκορύφωμά του. Αυτό είναι το τρίτο. Θέτοντας  έτσι τους τρεις όρους της εξέγερσης, ο μαρξισμός διαφέρει από μπλανκισμό. (Μαρξισμός και Εξέγερση ).[13]

Επίσης, συνοψίζεται σε αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ: “Ποτέ μην παίζετε με την εξέγερση, αλλά από τη στιγμή που έχει αρχίσει, να θυμάστε ότι θα πρέπει να πάει μέχρι το τέλος”.[14]

Γιατί ο Λένιν, ανάμεσα σε τόσους πολλούς καλούς επαναστάτες που θέτουν τον στόχο για την προλεταριακή επανάσταση, πολλοί από τους οποίους έβλεπαν το δρόμο προς τα εμπρός τόσο ξεκάθαρα όσο και ο ίδιος, εξακολουθεί να ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή ως ο μοναδικός αρχηγός; Πολλοί υπεύθυνοι αγωνιστές στη Μόσχα και την Πετρούπολη -και θα ήταν λάθος απλά να περιοριστούμε στις δύο πρωτεύουσες και τους κύριους ηγέτες- προχωρούν συνειδητά στον ίδιο δρόμο για εξέγερση. Ο Τρότσκι, ο Πρόεδρος του Σοβιέτ, ποτέ δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό, από τη στιγμή της άφιξής του στη Ρωσία, για το δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί. Ήταν σε πλήρη συμφωνία με τον Λένιν, εκτός από λίγες πρακτικές λεπτομέρειες.[15]

Στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, η μεγάλη πλειοψηφία των αγωνιστών ψηφίζουν υπέρ της δράσης. Αλλά κανένας μεταξύ αυτών των επαναστατών δεν απολαμβάνει υπεροχή συγκρίσιμη με του Λένιν. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι μαθητές του και τον αναγνωρίσουν ως δάσκαλο τους. Ο Τρότσκι, του οποίου το ταλέντο ως διοργανωτή της νίκης αποκαλύπτεται εντυπωσιακά, ήταν για πολλά χρόνια απομονωμένος στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία, σε απόσταση τόσο από τους Μενσεβίκους όσο και από τους Μπολσεβίκους. Η αλήθεια είναι ότι δεν έδωσε πότε την εντύπωση του ηγέτη του κόμματος. Πολλοί μπολσεβίκοι τον θυμούνται ακόμα ως αντίπαλο. Έχοντας μπει, στην Κεντρική Επιτροπή στο τέλος του Ιουλίου (στο έκτο συνέδριο των Μπολσεβίκων) λίγες μέρες μετά την ένταξή του στο κόμμα, δεν είναι παρά ένας νεοφερμένος. Η απλή, βασική αλήθεια είναι ότι το κόμμα κάνει τον αρχηγό, γιατί χωρίς το κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ηγέτης. Και επειδή υπήρξε ο δημιουργός του προλεταριακού κόμματος, ο Λένιν γίνεται ο ηγέτης της επανάστασης.

Η κόκκινη φρουρά

Τα γεγονότα που τώρα ξεδιπλώνονται στις δύο πρωτεύουσες είναι πολύ διαφορετικά, αλλά δείχνουν έναν αξιοθαύμαστο βασικό παραλληλισμό.

Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία των ερυθροφρουρών στην Πετρούπολη προερχόταν από τους εργάτες των εργοστασίων, και ξεκίνησε ενστικτωδώς μετά την πτώση του τσαρισμού. Άρχισαν να οπλίζονται και ταυτόχρονα να αφοπλίζουν τους εκπρόσωπους του παλαιού καθεστώτος. Τον Απρίλιο, δύο από τους μπολσεβίκους αγωνιστές, ο Σλιάπνικοφ[16]  και ο Γιερεμέγιεφ, άρχισαν να συστηματοποιούν την αυθόρμητη οργάνωση των Κόκκινων φρουρών. Οι πρώτες τακτικές μονάδες, αν μπορούν να ονομαστούν έτσι, αυτής της εργατικής πολιτοφυλακής, διαμορφώθηκαν σε προλεταριακές περιοχές, κυρίως στο Βίμποργκ. Οι μενσεβίκοι και οι Εσέροι προσπάθησαν, σε πρώτη φάση, να εναντιωθούν σ’ αυτή την κίνηση. Σε μια κλειστή συνεδρίαση του Σοβιέτ που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο, όταν είχαν ακόμη την πλειοψηφία, ο σοσιαλδημοκράτης Τσερετέλι απαίτησε τον αφοπλισμό των εργατών. Ήταν πολύ αργά. Οι  Προλεταριακές μονάδες -τμήματα-  είχαν πλέον δημιουργηθεί σε κάθε γειτονιά, και συντονίζονταν από ένα Γενικό Στρατηγείο. Συγκροτήθηκαν ανά εργοστάσιο σε μια συλλογική εθελοντική βάση -και όχι ατομική, το εργοστάσιο στο σύνολό του, αποφάσιζε και σχημάτιζε ένα στρατιωτικό απόσπασμα ή έκανε γενική στρατολόγηση- οι πρώτες Κόκκινες Φρουρές ανέλαβαν το καθήκον της προστασίας των μεγάλων εργατικών διαδηλώσεων. Κατά τη διάρκεια των ταραχών του Ιουλίου, το τμήμα του Βίμποργκ κράτησε τα στρατεύματα που αποστέλλονταν από τον Κερένσκι σε απόσταση. Εκείνη τη στιγμή η Πετρούπολη είχε περίπου δέκα χιλιάδες ερυθροφρουρούς.

Με το πραξικόπημα του Κορνίλοφ (25-30 Αυγούστου) και την πορεία μιας μεραρχίας Κοζάκων προς στην πρωτεύουσα, η επικείμενη αντεπανάσταση ανάγκασε το Σοβιέτ των Μενσεβίκων και τους Εσέρους να εξοπλίσουν εσπευσμένα τους εργάτες. Αυτό δεν έγινε χωρίς τριβές: οι εργάτες στα εργοστάσια πυρομαχικών στο Σιίσελμπουργκ έστειλαν στην Πετρούπολη μια φορτηγίδα με χειροβομβίδες, αλλά το Σοβιέτ αρνήθηκε να τις παραλάβει – οπότε η Κόκκινη Φρουρά τις παρέλαβε η ίδια. Η πρωτοβουλία των εργατών αναπλήρωνε τα πάντα εμποδίζοντας την αδύναμη θέληση των Σοσιαλιστών της “κοινωνικής ειρήνης”. Η κινητοποίηση του προλεταριάτου ενάντια στον Κορνίλοφ έδειξε ότι μια αποτυχημένη αντεπανάσταση μπορεί να είναι τόσο καταστροφική για την αστική τάξη όσο η αποτυχία μιας εξέγερσης είναι για τους εργάτες.

Το Σεπτέμβριο, η χρήση των όπλων διδασκόταν σε εβδομήντα εννέα εργοστάσια της Πετρούπολης. Σε πολλά εργοστάσια όλοι οι εργάτες οπλοφορούσαν. Η στρατιωτική οργάνωση του μπολσεβίκικου κόμματος δεν μπορούσε να βρει αρκετούς εκπαιδευτές γι’ αυτές τις μάζες. Την παραμονή της Οκτωβριανής επανάστασης, η κόκκινη φρουρά αριθμούσε 20.000 άνδρες, οργανωμένους σε τάγματα των 400-600 ατόμων, που το καθένα  χωριζόταν  σε τρεις λόχους, ένα τμήμα πολυβόλων, ένα τμήμα συνδέσμων και ένα τμήμα τραυματιοφορέων. Μερικοί λόχοι είχαν και ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο. Επικεφαλής των ταγμάτων και των λόχων ήταν υπαξιωματικοί (εργάτες). Οι υπηρεσίες γίνονταν εκ περιτροπής, με τα δύο τρίτα των εργατών να εργάζονται στο εργοστάσιο, ανά πάσα στιγμή, και το άλλο τρίτο “σε επιφυλακή”, ο χρόνος υπηρεσίας πληρωνόταν όπως ο χρόνος εργασίας τους. Οι κανόνες της Κόκκινης Φρουράς καθόριζαν ότι για να γίνει κανείς δεκτός, έπρεπέ να τον συστήσει ένα σοσιαλιστικό κόμμα, μια επιτροπή εργοστάσιου ή μια συνδικαλιστική οργάνωση. Τρεις αδικαιολόγητες απουσίες επέφεραν την διαγραφή. Παραβάσεις στην πειθαρχία δικάζονταν από μια επιτροπή συντρόφων. Η μη εξουσιοδοτημένη χρήση όπλων ήταν αδίκημα, και οι διαταγές έπρεπε να τηρούνται χωρίς συζήτηση. Κάθε Ερυθροφρουρός είχε μια αριθμημένη ταυτότητα. Τα στελέχη εκλέγονταν. Στην πράξη, όμως, συχνά επιλέγονταν από εργοστασιακές επιτροπές και άλλους εργατικούς φορείς, και η υποψηφιότητες για ανώτερες θέσεις υποβάλλονταν πάντα για έγκριση στα Σοβιέτ. Αν τα στελέχη δεν είχαν ήδη στρατιωτική εκπαίδευση ήταν υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουν ειδικά μαθήματα.[17]

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η εντυπωσιακή πρωτοβουλία για το κόμμα του προλεταριάτου της Πετρούπολης ήταν η εκπλήρωση των επιθυμιών και των συμβουλών του Λένιν σ’ ένα από τα Γράμματα από Μακριά, που γράφτηκε από τη Ζυρίχη στις 11 (24) Μαρτίου 1917. Αυτή η συμβουλή αγνοήθηκε εκείνη τη χρονική στιγμή και η επιστολή δεν δημοσιεύθηκε παρά αργότερα ως ιστορικό έγγραφο. Σε αυτό, ο Λένιν μιλά για τις “προλεταριακές πολιτοφυλακές” και απευθύνει έκκληση προς τους εργάτες: «Μην αφήνετε την αστυνομική δύναμη να αποκατασταθεί! Μην παρατάτε τις τοπικές σας οργανώσεις!» Και τους καλεί να συγκροτήσουν μια πολιτοφυλακή χωρίς καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των νέων. “Το θαύμα της οργάνωσης πρέπει να επιτευχθεί”, κατέληξε.

Στη Μόσχα, αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ πιο δύσκολο να σχηματιστούν Κόκκινες Φρουρές. Οι αρχές, με επικεφαλής τους Εσέρους και τους μενσεβίκους, πέτυχαν σχεδόν τον αφοπλισμό των εργατών και μέρος της φρουράς. Χρειάστηκε να κατασκευαστούν μυστικά χειροβομβίδες και να προμηθευτούν εκρηκτικές ύλες από τις επαρχίες. Η οργάνωση της διοίκησης και των επικοινωνιών ήταν θλιβερά αργή. Αυτές οι αδυναμίες και οι καθυστερήσεις θα κόστιζαν στο προλεταριάτο της Μόσχας μια αιματηρή μάχη στο δρόμο διάρκειας έξι ημερών.

Η στρατιωτική οργάνωση του κόμματος αριθμούσε τώρα περισσότερους από 100.000 στρατιώτες και έναν ορισμένο αριθμό υπαλλήλων. Στη βάση αυτή διαμορφώθηκαν παντού Στρατιωτικές Επαναστατικές Επιτροπές τα όργανα που θα διηύθυναν την εξέγερση.

Ένοπλη αγρυπνία

Η σύγκρουση μεταξύ των δύο εξουσιών (Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι και Σοβιέτ) μπαίνει σε μια νέα, έντονη φάση από τις 16 Οκτωβρίου, όταν η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, με επικεφαλής τους Αντόνοφ-Οφσεγιένκο, Ποντόβσκι και Τσουντνόφσκι, σχηματίστηκε γύρω από το Σοβιέτ. Η φρουρά στην Πετρούπολη είχε πλέον κερδιθεί από τους μπολσεβίκους. Η κυβέρνηση προσπάθησε να στείλει τα πιο επαναστατικά συντάγματα μακριά προς το μέτωπο, με το επιχείρημα ότι ήταν επικείμενη μια γερμανική επίθεση. Εφοδιασμένη με υπηρεσίες διασυνδέσεων, πληροφοριών και οπλισμού η Σ.Ε.Ε. ξεκίνησε με το διορισμό επιτρόπων σε κάθε μονάδα του στρατεύματος. Η αστική τάξη οπλιζόταν και αυτή από την μεριά της – αλλά ο διορισμός των επιτρόπων στις αποθήκες όπλων την εμπόδισε να συνεχίσει. Οι εκπρόσωποι της Σ.Ε.Ε. έτυχαν θερμής υποδοχής από τους στρατιώτες, οι οποίοι γνώριζαν ότι η Επιτροπή ήταν αποφασισμένη να εμποδίσει την αποστολή τους στο μέτωπο. Η Σ.Ε.Ε. ουσιαστικά αρνήθηκε να προσυπογράψει την εντολή για την αποχώρηση του Ερυθρών συνταγμάτων, επικαλούμενη το γεγονός ότι απαιτούνταν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την άμυνα. Η Σ.Ε.Ε. ανέλαβε τα καθήκοντα του Γενικού Επιτελείου των Κόκκινων φρουρών, βγάζοντας τελικά οδηγία προς τους στρατιώτες να μην υπακούουν σε διαταγές που προέρχονται από τους τακτικούς διοικητές τους. Από τότε, η εξέγερση ήταν, κατά κάποιο τρόπο, σε λανθάνουσα κατάσταση. Δύο εξουσίες ήταν σε αναμέτρηση και δύο στρατιωτικές αρχές, η μια -των εξεγερμένων-, ανακαλούσε σκόπιμα τις εντολές της άλλης.

Το Δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ επρόκειτο να συγκληθεί στην Πετρούπολη στις 15 Οκτωβρίου. Οι μενσεβίκοι κατάφεραν να το αναβάλλουν μέχρι την 25η (7 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), κερδίζοντας έτσι ένα διάλειμμα δέκα ημερών για την Προσωρινή Κυβέρνηση της αστικής τάξης. Κανείς δεν αμφέβαλλε ότι το Συμβούλιο, όπου οι Μπολσεβίκοι είχαν την πλειοψηφία, θα ψήφιζε υπέρ της κατάληψης της εξουσίας. «Καθορίζετε την ημερομηνία της επανάστασης!» έλεγαν οι Μενσεβίκοι στους Μπολσεβίκους. Για να μην μείνει στη θεωρία η προκαθορισμένη απόφαση του συνεδρίου, ήταν απαραίτητο να επιβληθεί με τη δύναμη των όπλων. Όσον αφορά την ημερομηνία της εξέγερσης, υπήρχαν δύο απόψεις: Ο Τρότσκι ήθελε να συνδέσει τη δράση με το ίδιο το Συνέδριο των Σοβιέτ, πιστεύοντας ότι μια εξέγερση με πρωτοβουλία του κόμματος θα είχε λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει μαζική υποστήριξη. Ο Λένιν θεωρούσε “εγκληματικό” το να χρονοτριβούν μέχρι το συνέδριο, γιατί φοβόταν ότι η προσωρινή κυβέρνηση θα προλάβει την εξέγερση με μια στιβαρή επίθεση. Αυτός ο φόβος, αν και εύλογος, δεν δικαιολογείται από την πραγματική πορεία των γεγονότων: ο εχθρός πιάστηκε στον ύπνο.

Κατά τη γνώμη μας, η σύγκρουση εδώ προέκυψε από δύο απόλυτα σωστές αντιλήψεις που απορρέουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η μία, στρατηγική, εμπνεόταν από την αναγκαιότητα της σύνδεση της δράσης του κόμματος με τις πιο προφανείς διεκδικήσεις των μεγάλων μαζών («όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!»). Αυτό είναι, φυσικά, μια προϋπόθεση για την επιτυχία. Η άλλη, με βάση τη γενική πολιτική, προσπαθούσε να συντρίψει οποιαδήποτε ψευδαίσθηση ότι η γνήσια προλεταριακή εξουσία μπορεί να συγκροτηθεί πριν από την εξέγερση. Αν δεχτούμε αυτή την θεωρητική πιθανότητα, γιατί να μην πούμε χωρίς εξέγερση; Και αυτή η συζήτηση οδηγούσε στον κατήφορο. Από το 1906, ο Λένιν χλεύαζε την τάση «να αποσιωπούν ή να απορρίπτουν το ζήτημα της εξέγερσης, για χάρη του ζητήματος της οργάνωσης της επαναστατικής εξουσίας…» Το ρεαλιστικό του δόγμα θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: Να νικήσουμε πρώτα! Και έτσι ο Λένιν ήθελε η εξέγερση να προηγείται του συνεδρίου, το οποίο μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός δεν θα είχε άλλη επιλογή παρά να την επικυρώσει. Αυτό τo κατέστησε σαφές σε μια προσωπική συνάντηση με τους διοργανωτές της εξέγερσης[18]. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την προετοιμασία τον ενδιέφεραν με πάθος: δεν συναινούσε σε καμία περίπτωση να αναβληθεί η επίθεση. Ο Νέφσκι και ο Ποντόβσκι προσπάθησαν μάταια να τον πείσουν ότι μια επιπλέον προετοιμασία λίγων ημερών θα αύξανε τις πιθανότητες επιτυχίας. “Ο εχθρός θα επωφεληθεί επίσης”, απάντησε πεισματικά.

Ο Αντόνοφ-Οβσιένκο έχει γράψει ένα διήγημα φαντασίας με τη συνάντησή του με τον Βλαντιμίρ Ίλιτς  λίγες ημέρες πριν από την μάχη, σε ένα σπίτι στην εργατική συνοικία του Βίμποργκ. Ο Λένιν φτάνει στην συνάντηση μεταμφιεσμένος όντας κυνηγημένος από την αστυνομία του Κερένσκι και γνωρίζοντας αναμφίβολα ότι σε περίπτωση σύλληψης, θα έβρισκε το θάνατο από μια “αδέσποτη” σφαίρα.

Βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μικρόσωμο, γκριζομάλλη ηλικιωμένο που φορούσε ματογυάλια, καλοστεκούμενο σχεδόν καλοκάγαθο. Κάποιος θα τον περνούσε για μουσικό, παιδαγωγό ή παλαιοβιβλιοπώλη. Έβγαλε την περούκα του, και αναγνωρίσαμε το βλέμμα του που υπήρχε, ως συνήθως, μια λάμψη χιούμορ. «Τι νέα;» ρώτησε. Ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση. Αναρωτιόταν για τις πιθανότητες να κληθεί ο στόλος στην Πετρούπολη. Στις επιφυλάξεις ότι κάτι τέτοιο θα άφηνε το μέτωπο στη θάλασσα ανυπεράσπιστο, η απάντησή του ήταν απότομη: «Ελάτε τώρα! οι ναυτικοί πρέπει να γνωρίζουν ότι η επανάσταση κινδυνεύει περισσότερο στην Πετρούπολη απ’ ότι στη Βαλτική».

Το  Φρούριο Πέτρου και Παύλου αποτελούσε  μια πηγή σημαντικής ανησυχίας για τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε ένα νησάκι πάνω στον Νέβα, εξοπλισμένο με κανόνια. Το Πυροβολικό του απειλούσε το Χειμερινό Παλάτι και στο οπλοστάσιό του περίμεναν  100.000 τουφέκια. Η Φρουρά του, φαινόταν να είναι πιστή στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Ο Τρότσκι πρότεινε να καταληφθεί το φρούριο από το εσωτερικό με… μια συνάντηση. Πήγε εκεί με τον Λάσεβιτς, και το πέτυχε.

Η 22η Οκτωβρίου ήταν η ημέρα του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Ήταν η μέρα της μεγάλης ψήφου εμπιστοσύνης της εξέγερσης. Όπως  συμβαίνει συχνά όταν γεγονότα τεράστιας σημασίας βρίσκονται στο στάδιο της ολοκλήρωσης, η αφορμή ήταν αρκετά ασήμαντη: γιατί δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ο τελευταίος κρίκος, στη μακρά αλυσίδα των αιτιών. Η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ, ακόμα υπό την επιρροή των Σοσιαλιστών της κοινωνικής ειρήνης, ήταν υπεύθυνη για τα κονδύλια του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Το Σοβιέτ χρειάζονταν μια εφημερίδα. Αποφασίστηκε να πραγματοποιήσουν μια σειρά από μεγάλες μαζικές συγκεντρώσεις για την 22η με στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων για την έκδοσή της. Ο αστικός τύπος, τρομοκρατημένος από αυτήν την κινητοποίηση των μαζών, διακήρυξε ότι ήταν μια εξέγερση. Ο Κερένσκι έκανε βαρύγδουπες δηλώσεις που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά φανφαρονισμοί: «Όλη η Ρωσία είναι μαζί μας! Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε!» Εξέδωσε μια απειλή κατά “όλων αυτών των στοιχείων, των ομάδων και των κομμάτων που είναι μια απειλή για την ελευθερία του ρωσικού λαού, και συγχρόνως απειλούν να ανοίξουν το μέτωπο με τη Γερμανία, πράγμα που θα είναι μια τελική και πλήρης καταστροφή”. Ένας Galliffet ένας Cavaignac![19]  Μάταιες απειλές. Ήταν πολύ αργά. Στις 22 Οκτώβρη έγινε μια τεράστια κινητοποίηση των μαζών.

Όλες οι αίθουσες ήταν γεμάτες. Στο Σπίτι του Λαού (Narodny Dom) χιλιάδες άνθρωποι γέμιζαν ασφυκτικά τις αίθουσες, τις στοές, τους διαδρόμους. Στη  μεγάλη αίθουσα, οι άνθρωποι κρέμονταν σαν παλλόμενα σταφύλια, από τη μεταλλική κατασκευή του κτιρίου. Ο Τζον Ριντ ήταν παρών. Οι σημειώσεις του για τη συγκέντρωση, όπου η φωνή του Τρότσκι ενθουσίασε το πλήθος, αξίζει να αναφερθούν: [20]

«Οι άνθρωποι γύρω μου φάνηκαν να είναι σε έκσταση. Φαίνονταν έτοιμοι να ψάλλουν αυθόρμητα, χωρίς συνεννόηση και χωρίς σινιάλο, ένα θρησκευτικό ύμνο. Ο Τρότσκι διάβασε ένα ψήφισμα το οποίο γενικά έλεγε ότι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για τους εργάτες και τους αγρότες ως την τελευταία ρανίδα του αίματός τους… Ποιος ήταν υπέρ του ψηφίσματος; Το αμέτρητο πλήθος σήκωσε τα χέρια του σαν ένας άνθρωπος. Είδα τα σηκωμένα χέρια, τα μάτια που έκαιγαν των ανδρών, των γυναικών, των εφήβων, των εργατών, των στρατιωτών, των μουζίκων. Ο Τρότσκι συνέχισε να μιλάει. Τα αμέτρητα χέρια παρέμειναν σηκωμένα. Ο Τρότσκι είπε, «Ας είναι αυτή η ψηφοφορία ο όρκος σας». Θα ορκιστείτε να δώσετε όλη τη δύναμή σας, να μην διστάσετε μπροστά από κάθε θυσία, για την υποστήριξη του Σοβιέτ, το οποίο αναλαμβάνει να κερδίσει την επανάσταση και να σας δώσει γη, ψωμί και ειρήνη”. Τα χέρια παρέμειναν σηκωμένα. Το πλήθος συναινούσε. Πήραν τον όρκο… Και η ίδια σκηνή επαναλαμβάνεται σε όλη την Πετρούπολη. Οι τελευταίες προετοιμασίες γίνονταν παντού. Παντού έπαιρναν τον τελευταίο όρκο. Χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Η  εξέγερση ήταν ήδη σε εξέλιξη.

Η Κρονστάνδη και ο στόλος

Το πρωί της 25ης, οι επαναστατικές δυνάμεις στην Κρονστάνδη έχουν λάβει εντολές να προετοιμαστούν για να αναλάβουν την υπεράσπιση του Συνεδρίου του Σοβιέτ (γιατί όλη η επίθεση γινόταν με το επίσημο πρόσχημα της άμυνας). Ας σταθούμε για μια στιγμή στις προετοιμασίες στην Κρονστάνδη, για την οποία ένας από τους συμμετέχοντες (Ι. Φλερόβσκι) έχει δώσει μια εξαιρετική αφήγηση[21]. Το  ορθολογικό στοιχείο του συντονισμού,. η εξαιρετική οργάνωση που παίρνει τη μορφή  μιας στρατιωτικής επιχείρησης  που πρέπει να διεξαχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της πολεμικής υπογραμμίζεται εδώ, και αποτελεί μια εντυπωσιακή αντίθεση με τα αυθόρμητα ή κακοοργανωμένα κινήματα που είναι τόσο πολυάριθμα στην ιστορία του προλεταριάτου.

«Το έργο της προετοιμασίας για την παρέμβαση μας στην Πετρούπολη θα διεξαγόταν αποκλειστικά τη νύχτα… Η Λέσχη Ναυτικού ήταν γεμάτη με στρατιώτες, ναύτες και εργάτες, όλοι με περιβολή μάχης, έτοιμοι… Το επαναστατικό Γενικό Επιτελείο επεξεργαζόταν το σχέδιο δράσης με ακρίβεια, όριζε τις διάφορες μονάδες και τμήματα για κάθε εργασία, έκανε την απογραφή των εφοδίων και των πυρομαχικών, και διόριζε τους αρχηγούς. Η βραδιά κυλούσε με επίπονη εργασία. Τα ακόλουθα πλοία επιλέχθηκαν για να λάβουν μέρος στην επιχείρηση: η τορπιλάκατος/ναρκοθέτις Αγάπη, το παλιό θωρηκτό Αυγή της Ελευθερίας (Заря Свободы πρώην Αλέξανδρος Γ’), η κανονιοφόρος Γύπας. Η Αγάπη και ο Γύπας θα αποβίβαζαν στρατεύματα στην Πετρούπολη. Το θωρηκτό θα λάμβανε θέση στην είσοδο του θαλάσσιου καναλιού, για να έχει στο βεληνεκές των κανονιών του την παράκτια σιδηροδρομική γραμμή. Στους δρόμους υπήρχε μια έντονη αλλά αθόρυβη δραστηριότητα. Τα  στρατιωτικά αποσπάσματα και τα πληρώματα του Στόλου κινήθηκαν προς το λιμάνι. Δεν φαίνονταν κάτω από το φως των φακών παρά μόνο τα σοβαρά, αποφασιστικά πρόσωπα των πρώτων γραμμών. Ούτε γέλια, ούτε ομιλίες. Η σιωπή έσπαγε μόνο από το θόρυβο του στρατιωτικού βήματος των ανδρών, από σύντομες εντολές, και από το θορυβώδες πέρασμα των φορτηγών. Στο λιμάνι, τα πλοία είχαν φορτωθεί γρήγορα. Τα αποσπάσματα των ανδρών περίμεναν στην ουρά στην αποβάθρα περιμένοντας υπομονετικά τη σειρά τους για να επιβιβαστούν. Είναι δυνατόν, σκεφτόμουν χωρίς να το θέλω, να είναι αυτές οι τελευταίες στιγμές πριν από τη μεγαλύτερη επανάσταση; Όλα γίνονται με τόση απλότητα και τόση καθαρότητα που θα νόμιζε κανείς ότι είναι η παραμονή ενός οποιουδήποτε στρατιωτικού εγχειρήματος. Αυτό που συμβαίνει εδώ έχει τόσο μικρή ομοιότητα με τις σκηνές της επανάστασης που θυμόμαστε από την ιστορία… «Αυτή η επανάσταση», μου είπε ο συνοδοιπόρος μου, «θα έχει καλή έκβαση».

Η επανάσταση, πράγματι, ολοκληρωνόταν με τον καλό προλεταριακό τρόπο – οργανωμένα. Αυτός είναι ο λόγος, που στην Πετρούπολη, νίκησε τόσο εύκολα και ολοκληρωτικά.

Ας  δανειστούμε μια άλλη σημαντική σκηνή από τα απομνημονεύματα του Φλερόβσκι. Πάνω σε ένα πλοίο κατευθυνόμενοι προς την εξέγερση. Ο εκπρόσωπος του Επαναστατικού Αρχηγείου, μπαίνει στη τραπεζαρία των αξιωματικών .

«Εδώ, η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική. Είναι ανήσυχοι, προβληματισμένοι, αποπροσανατολισμένοι. Καθώς μπαίνω και να χαιρετίσω, οι αξιωματικοί σηκώνονται. Ακούν όρθιοι τις σύντομες εξηγήσεις μου, και τις εντολές που δίνω. “Θα ανατρέψουμε την Προσωρινή Κυβέρνηση με τα όπλα. Η εξουσία θα περάσει στα Σοβιέτ. Δεν στηριζόμαστε στην συμπάθειά σας: δεν την έχουμε καμία ανάγκη. Αλλά απαιτούμε να παραμείνετε στις θέσεις σας, εκτελώντας με ακρίβεια τα καθήκοντά σας και υπακούοντας στις εντολές μας. Εμείς θα σας απαλλάξουμε από οποιαδήποτε άσκοπη ταλαιπωρία. Αυτό είναι όλο». «Καταλάβαμε», απάντησε ο καπετάνιος. Οι αξιωματικοί πήγαν αμέσως στις θέσεις τους, και ο καπετάνιος ανέβηκε στη γέφυρα. Ο στόλος βοήθησε πολύ τους εργάτες και τη φρουρά. Τα θωρηκτά Αυγή, Ολίεγκ, Νόβικ, Ζαμπιάνκα και Σάμσον, δύο τορπιλάκατοι, και διάφορα άλλα πλοία. έπλευσαν μέχρι τον Νέβα

Η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων

Τρεις σύντροφοι είχαν επιφορτιστεί να οργανώσουν την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων: Οι Ποντόβσκι, Αντόνοφ-Οβσιένκο και Λάσεβιτς[22]. Μαζί τους συνεργαζόταν ο Τσουντνόφσκι, ένας θαυμάσιος αγωνιστής από τις πρώτες μέρες του κόμματος, ο οποίος θα συναντούσε σύντομα το θάνατό στην Ουκρανία. Η πρώην αυτοκρατορική κατοικία βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, στις όχθες του Νέβα. Στην άλλη όχθη στα 600 μέτρα ακριβώς απέναντι είναι το Φρούριο Πέτρου και Παύλου. Η νότια, πρόσοψη του παλατιού βλέπει σε μια μεγάλη πλακόστρωτη πλατεία όπου υψώνεται  μια στήλη του Αλέξανδρου του Α΄. Ιστορικό  σημείο. Στο πίσω μέρος της πλατείας, σε ένα ημι-κύκλιο βρίσκονται τα τεράστια, γραφεία του πρώην Υπουργείου Πολέμου και του Υπουργείου Εξωτερικών. Πάνω σ’ αυτήν την πλατεία, το 1879, ακούστηκε ο ήχος του περίστροφου του φοιτητή Σολόφιεφ, μπροστά στο οποίο ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος ο Β’ εθεάθη να τρέχει ζιγκ-ζαγκ, με το κεφάλι κάτω, και χλωμός από τρόμο. Το 1881 αυτά τα ζοφερά κτίρια συγκλονίστηκαν από το δυναμίτη του ξυλουργού Στεπάν Χαλτούριν, που εξερράγη κάτω από τα αυτοκρατορικά διαμερίσματα. Κάτω από αυτά τα παράθυρα στις 22 Ιανουαρίου του 1905, στρατιώτες άνοιξαν πυρ στο πλήθος των εργατών, που κρατούσαν θρησκευτικές εικόνες και τραγουδώντας ύμνους, θέλοντας να υποβάλουν το ψήφισμα τους στον Τσάρο, τον  “πατερούλη” του λαού. Εδώ υπήρξαν περίπου πενήντα νεκροί και περισσότεροι από χίλιοι τραυματίες. Και η απολυταρχία πληγώθηκε, θανάσιμα από τις δικές της σφαίρες.

Στις 25 Οκτωβρίου, από το πρωί και μετά, τα συντάγματα των Μπολσεβίκων και οι κόκκινες φρουρές άρχισαν να περικυκλώνουν τα Χειμερινά Ανάκτορα, όπου η κυβέρνηση του Κερένσκι είχε τα γραφεία της. Η επίθεση είχε προγραμματιστεί για τις 9 μ.μ., παρόλο που ο Λένιν ήταν ανυπόμονος και ήθελε να τελειώνουν το συντομότερο δυνατόν. Ενώ ο σιδερένιος κλοιός έκλεινε αργά γύρω από το Παλάτι, το συνέδριο των Σοβιέτ συνερχόταν στο Σμόλνι, σε ένα πρώην λύκειο για τα κορίτσια της αριστοκρατίας. Σε ένα μικρό δωμάτιο στο ίδιο κτίριο, ο Λένιν βημάτιζε  πάνω κάτω, νευρικά. Ήταν ακόμα εκτός νόμου και μεταμφιεσμένος, λίγες ώρες πριν να ενσαρκώσει τη δικτατορία του προλεταριάτου. Σε καθένα που ερχόταν ρωτούσε: “Το Παλάτι; – δεν έχει καταληφθεί ακόμα; Η οργή του μεγάλωνε εναντίον των διστακτικών, των αναβλητικών, των αναποφάσιστων. Απειλούσε τον Ποντβόισκι- “Θα πρέπει να τον εκτελέσουμε, ναι, να τον εκτελέσουμε!» Οι στρατιώτες, συγκεντρωμένοι γύρω από φωτιές στους δρόμους κοντά στο παλάτι, έδειχναν την ίδια ανυπομονησία. Οι άνθρωποι ακούγονταν να μουρμουρίζουν για το πώς “οι Μπολσεβίκοι αρχίζουν κι’ αυτοί να κάνουν διπλωματία”. Γι’ άλλη μια φορά, τα συναισθήματα του Λένιν ακόμα και στις λεπτομέρειες ήταν ανάλογα με αυτά των μαζών. Ο Ποντβόισκι, σίγουρος για τη νίκη, καθυστερούσε την επίθεση. Η αναταραχή έριχνε το ηθικό του καταδικασμένου εχθρού. Κάθε σταγόνα επαναστατικού αίματος που μπορούσε να σωθεί, ήταν πολύτιμη.

Η πρώτη διαταγή να παραδωθούν δόθηκε στους υπουργούς κατά τις έξι. Στις οκτώ, υπήρξε ένα δεύτερο τελεσίγραφο. Ο εκπρόσωπος των μπολσεβίκικων απευθύνεται τους υπερασπιστές του παλατιού, και οι στρατιώτες ενός επίλεκτου τάγματος παραδίδονται στους επαναστάτες. Δυνατές ζητωκραυγές τους υποδέχονται στην πλατεία που είχε μεταβληθεί σε πεδίο της μάχης. Το τάγμα των γυναικών παραδίδεται λίγα λεπτά αργότερα. Οι τρομοκρατημένοι υπουργοί, φυλασσόμενοι σε ένα τεράστιο δωμάτιο χωρίς φωτισμό από λίγους νέους ευέλπιδες, εξακολουθούν να διστάζουν να ενδώσουν. Ο Κερένσκι τους είχε εγκαταλείψει, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει σύντομα επικεφαλής ενός στρατεύματος πιστών στρατιωτών. Περιμένουν ότι θα τους κομματιάσει το έξαλλο πλήθος. Το κανόνι του Αβρόρα -που ρίχνει άσφαιρα!- αποτελειώνει το ήδη πεσμένο ηθικό των αμυνόμενων. Η επίθεση των Κόκκινων δεν συναντά παρά μόνο πολύ μικρή αντίσταση. Χειροβομβίδες εκρήγνυνται στις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες, υπήρξαν μάχες σώμα με σώμα στους διαδρόμους. Στο ημίφως μιας μεγάλης αντικάμαρας, μια χούφτα χλωμοί Ευέλπιδες διασταυρώνουν τις ξιφολόγχες τους μπροστά από μια πόρτα επενδυμένη με ξύλο.

Είναι το τελευταίο προπύργιο της τελευταίας αστικής κυβέρνησης της Ρωσίας. Οι Αντόνοφ-Οβσιένκο, Τσουντνόφσκι και Ποντβόισκι παραμερίζουν τις ανίσχυρες ξιφολόγχες. Ένας νεαρός τους ψιθυρίζει, «Είμαι στο πλευρό σας»! Πίσω από την πόρτα είναι η Προσωρινή Κυβέρνηση: δεκατρείς τρεμάμενοι, αξιοθρήνητοι  κύριοι, δεκατρία πρόσωπα σε αποσύνθεση, κρυμμένα στη σκιά. Καθώς βγαίνουν από το παλάτι συνοδευόμενοι από τη Κόκκινη Φρουρά, ακούγεται μια οχλοβοή που ζητάει το αίμα τους. Μερικοί στρατιώτες και ναύτες έχουν στο μυαλό τους μια σφαγή. Η εργατική φρουρά τους συγκρατεί: «Μην λερώσετε την προλεταριακή νίκη με υπερβολές»!

Οι υπουργοί του Κερένσκι θα πάνε στο  Φρούριο του Πέτρου και Παύλου, μια παλιά φυλακή απ’ όπου πέρασαν όλοι οι παλιοί μάρτυρες της ρωσικής ελευθερίας. Εκεί συναντούν τους υπουργούς του τελευταίου τσάρου. Το πράγμα έχει τελειώσει!

Στις παρακείμενες περιοχές της πόλης, η κανονική κυκλοφορία δεν είχε διακοπεί. Στις αποβάθρες, οι περίεργοι  κοίταζαν ειρηνικά.

Μια λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση της επίθεσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τυχόν προσωρινές επιτυχίες του εχθρού δεν θα διέκοπταν το έργο τους, οι στρατιωτικοί ηγέτες της εξέγερσης είχαν προετοιμάσει δύο εναλλακτικά στρατιωτικά επιτελεία.

 

Το συνέδριο των Σοβιέτ

Ενώ οι κόκκινοι βρίσκονται γύρω από τα Χειμερινά Ανάκτορα, το Σοβιέτ της Πετρούπολης συνεδριάζει. Ο Λένιν βγαίνει από την κρυψώνα του, και μαζί με τον Τρότσκι ανακοινώνουν την κατάληψη της εξουσίας. Τα Σοβιέτ θα προσφέρουν μια δίκαιη ειρήνη σε όλες τις εμπόλεμες δυνάμεις. Οι μυστικές συνθήκες θα δημοσιευθούν. Τα πρώτα λόγια του Λένιν υπογραμμίζουν τη σημασία του δεσμού μεταξύ των εργατών και των αγροτών, η οποία πρέπει να παγιωθεί:

Σε όλη τη Ρωσία, η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών έχουν ξεκαθαρίσει: «Αρκετά με τους καπιταλιστές, θα βαδίσουμε πλέον με τους εργάτες»! Μία και μόνη απόφαση, η κατάργηση της ιδιοκτησίας των γαιοκτημόνων, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη της αγροτιάς. Θα συνειδητοποιήσουν ότι η μόνη σωτηρία τους είναι  η  ένωσή τους με τους εργάτες. Θα εγκαινιάσουμε τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής.

Το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ αρχίζει τις εργασίες του το βράδυ στη μεγάλη λευκή αίθουσα χορού στο Σμόλνι, που είναι πλημμυρισμένη με φως από τεράστιους κρυστάλλινους πολυελαίους. 562 αντιπρόσωποι είναι παρόντες: 382 μπολσεβίκοι, τριάντα ένα ακομμάτιστοι συμπαθούντες των Μπολσεβίκων, εβδομήντα Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες, τριάντα έξι Κεντρώοι Σοσιαλεπαναστάτες, δεκαέξι δεξιοί Σοσιαλεπαναστάτες, τρεις Εθνικό- Σοσιαλεπαναστάτες, δεκαπέντε Διεθνιστές Σοσιαλδημοκράτες, είκοσι ένας μενσεβίκοι Σοσιαλδημοκράτες υποστηρικτές της εθνικής άμυνας, επτά Σοσιαλδημοκράτες αντιπρόσωποι από διάφορες εθνικιστικές ομάδες και πέντε αναρχικοί. Η αίθουσα είναι γεμάτη ασφυκτικά, οι ατμόσφαιρα είναι πυρετώδης. Ο μενσεβίκος Νταν ανοίγει το συνέδριο στο όνομα του παλιού Πανρωσικού  Εκτελεστικού. Καθώς εκλέγεται το πολιτικό γραφείο που, τα κανόνια ηχούν στον Νέβα. Η αντίσταση στα Χειμερινά Ανάκτορα πνέει τα λοίσθια. Ο Κάμενεφ, ντυμένος με τα κυριακάτικά του, και ακτινοβολώντας από χαρά”[23], γίνεται πρόεδρος στη θέση του Νταν. Ο ίδιος προτείνει ένα πρόγραμμα με τρεις πυλώνες: 1ον την οργάνωση της εξουσίας, 2ον την οργάνωση του Πολέμου και της ειρήνης, 3ον τη Συντακτική Συνέλευση. Η αντιπολίτευση των μενσεβίκων και των Εσέρων παίρνουν πρώτοι το λόγο. Εκ μέρους των Μενσεβίκων μιλάει ο Μαρτόφ, ο πιο ειλικρινής και ταλαντούχος αρχηγός τους, του οποίου η ακραία σωματική αδυναμία φάνηκε, παρά το μεγάλο προσωπικό θάρρος του, να συμβολίζει την πτώχευση της ιδεολογίας που υπηρετούσε. “Ο Μαρτόφ, που στεκόταν στο βήμα, ως συνήθως, με το ένα χέρι στο γοφό του, ένα χέρι τρεμάμενο, ωχρός ο ίδιος στριφογυρίζοντας, σαν μια μισό-κωμική φιγούρα, κουνώντας το κεφάλι του ατίθασα μαλλιά, ζητάει μια ειρηνική λύση στη σύγκρουση…” Είναι μια ωραία στιγμή για να το πω! Ο Μστισλάβσκι μιλά εκ μέρους των Σοσιαλεπαναστατών της Αριστεράς. Το κόμμα του περιφρονούσε την Προσωρινή Κυβέρνηση και ήταν υπέρ της κατάληψης της εξουσίας από τα Σοβιέτ, αλλά είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στο πραξικόπημα (coup de force). Η ομιλία του είναι όλο αποχρώσεις. Ναι, όλη η εξουσία στα σοβιέτ – ιδίως τώρα που την έχουν ήδη κατακτήσει. Αλλά οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να σταματήσουν αμέσως. Πώς να συσκεφθούμε στη μέση των πυρών; Για το σκοπό αυτό, ο Τρότσκι απαντά σε έντονο ύφος: “Ποιος, λοιπόν αισθάνεται ενοχλημένος από τον ήχο των όπλων; Αντίθετα, εμείς δουλεύουμε καλύτερα έτσι!»

Το κανόνι κάνει τα τζάμια να τρίζουν. Οι μενσεβίκοι και δεξιοί Εσέροι καταγγείλουν το “έγκλημα που συντελείται εναντίον της Πατρίδας και της Επανάστασης”, και ένας ναύτης από το καταδρομικό Αβρόρα ανεβαίνει στο βήμα για να τους απαντήσει.

Μια μπρούτζινη φιγούρα, διηγείται ο Μστισλάβσκι, με κοφτές χειρονομίες γεμάτες αυτοπεποίθηση, και μια φωνή, που κόβει τον αέρα σαν ένα μαχαίρι, ευθυτενής, έτσι ήταν αυτός ο άνδρας . Μόλις ανέβηκε στο βήμα, η αίθουσα ξέσπασε σε ζητωκραυγές… “Τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν τελειώσει”, είπε. “Το Αβρόρα τα πυροβολεί σχεδόν εξ’ επαφής».

“Ωχ! βόγκηξε ο μενσεβίκος Αμπράμοβιτς, όρθιος αλλόφρων και πλέκοντας τα χέρια του. “Ωχ! Ο άνθρωπος από το Αβρόρα απάντησε σε αυτή την κραυγή με απαράμιλλη ελαφρότητα, και έσπευσε να καθησυχάσει τον Αμπράμοβιτς με ένα δυνατό ψίθυρο και μισογελώντας: “Πυροβολούμε με άσφαιρα. Αυτό είναι το μόνο που θα χρειαστεί για τους υπουργούς και τις κυρίες του Τάγματος των Γυναικών”. Σάλος στην αίθουσα. Οι μενσεβίκοι της εθνικής άμυνας και οι Εσέροι της δεξιάς, περίπου εξήντα άτομα, φεύγουν για, “να πεθάνουν με την προσωρινή κυβέρνηση”. Δεν θα πάνε πολύ μακριά: η αδύναμη πομπή τους βρίσκει τους δρόμους κλειστούς από τους Ερυθροφρουρούς και διαλύονται από μόνοι τους…

Αργά το βράδυ, οι αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες αποφασίζουν επί τέλους να ακολουθήσουν τους Μπολσεβίκους και να παραμείνουν στο Συνέδριο.

Ο Λένιν δεν θα ανέβει στο βήμα μέχρι τη Συνεδρίαση το επόμενο πρωί, όπου ψηφίστηκαν τα μεγάλα διατάγματα για τη γη, την ειρήνη και τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής. Εμφανίστηκε μέσα σε ζητωκραυγές. Περίμενε να τελειώσουν, κοιτάζοντας ήρεμα το θριαμβευτικό πλήθος. Στη συνέχεια, πολύ απλά, χωρίς καμία χειρονομία, με τα δύο χέρια του επάνω στο έδρανο, με τους φαρδύς ώμους του λίγο γερμένους προς τα εμπρός, είπε:

«Θα προχωρήσουμε στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας».

Μόσχα: Οικονομική κρίση και εξέγερση

Οι οικονομική αναγκαιότητα πίσω από την επανάσταση έγινε αισθητή πολύ πιο άμεσα στη Μόσχα. Η πόλη κυβερνιόταν από μια Δημοτική Δούμα που αποτελούνταν από αστούς, μικροαστούς και διανοούμενους, όπου οι Εσέροι και οι Καντέ απολάμβαναν μια αρκετά σταθερή πλειοψηφία που συνήθως ενισχυόταν από τους μενσεβίκους. Ήταν μια μη δημοφιλής εθνοσυνέλευση, και το κοινό στην γαλαρία το αποδείκνυε θορυβωδώς -όπως και στη Συνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης- χειροκροτώντας την Μπολσεβίκικη αντιπολίτευση. Οι εκλογές στις τοπικές Δούμες στις 24 Σεπτεμβρίου έδωσαν στους Μπολσεβίκους την ευκαιρία να προσεγγίσουν τις μάζες. Οι εκλογές έδωσαν την πλειοψηφία στους Μπολσεβίκους σε δεκατέσσερις από τις δεκαεπτά περιοχές . Οι Καντέ βγήκαν επίσης ενισχυμένοι. Τα κόμματα της κοινωνικής συμφιλίωσης είχαν συνθλιβεί.

Αυτή η νίκη των Μπολσεβίκων οφειλόταν στην κατανόηση των αναγκών των εργατικών μαζών. Ο λιμός ήταν οδυνηρός Τα τελευταία αποθέματα σιτηρών είχαν εξαντληθεί. Πλησίαζε η ημέρα, που η πόλη δεν θα είχε πια ψωμί. Η καθημερινή μερίδα του ψωμιού μειώθηκε σε 100 γραμμάρια ανά άτομο.[24]  Η κατάρρευση του συστήματος μεταφορών μπλόκαρε κάθε πιθανή βελτίωση. Εξαιρετικά δραστικά μέτρα ήταν αναγκαία για να σωθεί ο πληθυσμός: συγκεντρωτική διαχείριση του συστήματος εφοδιασμού τροφίμων, δημοτικοί έλεγχοι της παραγωγής ψωμιού -δηλαδή η απαλλοτρίωση των αρτοποιείων- επίταξη των κτιρίων, υποχρεωτική καταγραφή όλων των κατοίκων σε μια ενιαία λίστα τροφοδοσίας. Τα μέτρα αυτά αποτελούσαν το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων. Και ακολούθησαν και άλλα. Η επισιτιστική κρίση ήταν στα σχέδια του κοινωνικού πολέμου της άρχουσας τάξης. Συμπλήρωνε τα αποτελέσματα της δολιοφθοράς της παραγωγής από την εργοδοσία. Προκειμένου να δοθεί μια πραγματική λύση στο πρόβλημα της πείνας ήταν απαραίτητο να αναληφθεί ο έλεγχος του συνόλου της παραγωγής.

Οι Μπολσεβίκοι απαιτούσαν:

1ον  Άμεση παύση της πολεμικής παραγωγής του συνόλου των επιχειρήσεων που παρήγαγαν πριν από τον πόλεμο βασικά είδη πρώτης ανάγκης. «Η συνέχιση του πολέμου είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία της ικανότητας για επαναστατική δράση μεταξύ του προλεταριάτου και του στρατού, και στο τέλος την αποτυχία της επανάστασης» (Α. Σλίχτερ).

2ον Επίταξη των εργοστασίων, έτσι ώστε να τεθεί ένα τέλος στο σαμποτάζ της παραγωγής από τη διοίκηση και να διευκολυνθεί η γρήγορη ανάκαμψη της παραγωγής όπως στον καιρό ειρήνης. Ο στόχος εδώ ήταν να ανταλλάσσονται τα βιομηχανικά προϊόντα με τα σιτηρά των αγροτών”.

3ον Υποχρεωτική εργασία για όλους τους εργαζόμενους στις βιομηχανίες, οι οποίοι θα μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό, να κάνουν απεργία κατά της κρατικοποίησης.

4ον  Επίταξη των καταστημάτων, προκειμένου να μπει τέλος στην κερδοσκοπία.

Μέχρι το τέλος της πρώτης εβδομάδας του Οκτωβρίου, οι εργαζόμενοι στα βυρσοδεψία της Μόσχας είχαν μπει στην δέκατη εβδομάδα της απεργίας: Και η απεργία δεν είναι μικρό επίτευγμα με μια μερίδα ψωμιού εκατό γραμμάρια την ημέρα. Τα συνδικάτα των ξυλουργών, του μετάλλου, της κλωστοϋφαντουργίας και των δημοτικών υπαλλήλων ετοιμάζονταν να απεργήσουν. Από την πλευρά τους, οι εργοδότες διοργάνωσαν ένα είδος απεργίας του κεφαλαίου: μερικό λοκ-άουτ, διακοπή της λειτουργίας των εργοστασίων με διάφορα προσχήματα, συγκεκαλυμμένους ή κραυγαλέους περιορισμούς στην παραγωγή, τις πωλήσεις εξοπλισμού, ρευστοποιήσεις – όλα με το πρόσχημα “γενικών οικονομικών δυσκολιών”. Η κατάσταση των εργατών της Μόσχας ήταν πλέον απελπιστική. Από την αρχή του πολέμου, το κόστος ζωής είχε αυξηθεί εξίμισι φορές Το κόστος των βιομηχανικών αναγκών (υφάσματα, παπούτσια, καυσόξυλα, σαπούνι, κτλ.) είχε ανέβει στο δωδεκαπλάσιο. Οι μισθοί, από την άλλη πλευρά, είχαν μόνο τετραπλασιαστεί. Οι απαιτήσεις των εργαζομένων για την αναγνώριση των εργοστασιακών επιτροπών απορρίφθηκαν. Η προσωρινή κυβέρνηση, η οποία δεν έκρυβε τη συμπάθειά της για τους εργοδότες, έδειχνε μια προφανή κακή θέληση απέναντι στην εργατική τάξη. Απελπισμένες απεργίες ήταν έτοιμες να ξεσπάσουν ανά πάσα στιγμή. Η κρίση είχε ωριμάσει. Στις 19 Οκτωβρίου, η μπολσεβίκικη πλειοψηφία στο Σοβιέτ της Μόσχας, αντιμετωπίζοντας αυτήν την κατάσταση μετά από πρόταση του Μπουχάριν και του Σμιρνόφ, ενέκρινε μια σειρά ψηφισμάτων που μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε εξεγερσιακά.

Το Σοβιέτ εξέδωσε διάταγμα ότι τα αιτήματα των απεργών πρέπει να ικανοποιούνται, σε συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Οι καπιταλιστές, ένοχοι βιομηχανικού σαμποτάζ, θα συλλαμβάνονταν.  Έγινε ενοικιοστάσιο. (σ.τ.μ. Υποχρεωτική παράταση της διάρκεια της μίσθωσης). Να γίνει  κινητοποίηση των μαζών για την κατάληψη της εξουσίας από την εξεγερμένο λαό. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις κλήθηκαν να εφαρμόσουν το οκτάωρο με δική τους ευθύνη, και οι απεργοί βυρσοδέψες πήραν την εντολή να επαναλειτουργήσουν οι ίδιοι τα εργοστάσια.

Λίγες μέρες αργότερα, πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο του κόμματος. Οι Σεμάσκο, Οσίνσκι και Σμιρνόφ  ασχολήθηκαν με την εξέγερση. Ένας μάρτυρας αφηγείται:

Με αριθμητικά και στατιστικά στοιχεία στα χέρια τους, αποδεικνύουν ότι, αν το προλεταριάτο, που είναι η μόνη ικανή δύναμη για τον τερματισμό του πολέμου, δεν πάρει την εξουσία, η Ρωσία θα καταστραφεί, δεν θα υπάρχει ψωμί, ούτε καύσιμα, ενώ οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια θα πάψουν να λειτουργούν… Οι ομιλίες τους έχουν ένα επιστημονικό, σχεδόν ακαδημαϊκό ύφος. Σαν να μην ήταν συνέλευση των επαναστατών που σχεδιάζουν μια κοινωνική αναταραχή, αλλά συνάντηση μια ομάδας πολυμαθών. Το κοινό, που αποτελούνταν ως επί το πλείστον από εκπροσώπους των στρατιωτικών οργανώσεων, φαινόταν απαθές. Κανείς δεν ζήτησε τον λόγο για να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση. Στην ψηφοφορία, όλα τα χέρια σηκώθηκαν Η συνεδρίαση ψήφισε ομόφωνα υπέρ της εξέγερσης.

Το υπό συζήτηση θέμα ήταν μια προφανής αναγκαιότητα στα μάτια όλων.[25]

Στις 23 Οκτωβρίου, το Σοβιέτ της Μόσχας εξέδωσε το διάταγμα No.1, καθιστώντας την πρόσληψη και την απόλυση όλων των εργαζομένων ευθύνη των εργοστασιακών επιτροπών. Στις 24 Οκτωβρίου, το Σοβιέτ ψήφισε την οργάνωση μιας Κόκκινης Φρουράς. Σε κάθε μία από τις ψηφοφορίες προκύπτουν θυελλώδεις μάχες με τους Μενσεβίκους και τους Εσέρους. Και οι μεν και οι δε, υπερασπίζονταν κατά γράμμα αυτό που ονόμαζαν δημοκρατία και νομιμότητα.

Στις 25 Οκτωβρίου, ενώ η εξέγερση ήταν σε εξέλιξη στην Πετρούπολη, το Σοβιέτ της Μόσχας, είχε συστήσει, κάπως αργά για τις περιστάσεις, τη δική του Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι παρότρυναν τους εργάτες να δείξουν αυτοσυγκράτηση, και να αποφευχθεί το φοβερό παράδειγμα των σφετεριστών στην Πετρούπολη: μόνο η Συντακτική Συνέλευση θα έχει το δικαίωμα να αποφανθεί για το μέλλον της Ρωσίας. Αν και έχασαν στην ψηφοφορία, οι μενσεβίκοι συμμετείχαν παρόλα αυτά στη Σ.Ε.Ε., «προκειμένου να μετριαστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι επιπτώσεις της απόπειρας πραξικοπήματος των Μπολσεβίκων”- με άλλα λόγια, για να σαμποτάρουν την εξέγερση. Τους επετράπη να πάνε στην επιτροπή…

Η Δούμα της πόλης είχε κάνει το ίδιο βράδυ μια μυστική συνεδρίαση, χωρίς τους εκπροσώπους των μπολσεβίκων, δημιουργώντας τη δική της επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας. Ο εσέρος Δήμαρχος Ρουτνιέφ, προέδρευσε σ’ αυτές τις προετοιμασίες για τη μάχη. Ο συνταγματάρχης Ριάμπτσεφ, ένας άλλος Εσέρος έσπευσε να εξοπλίσει τους δόκιμους στις στρατιωτικές σχολές, καθώς και τους φοιτητές και τους μαθητές των σχολείων: με λίγα λόγια, τη νεολαία της αστικής και της μεσαίας τάξης.

Η αρχή της λευκής τρομοκρατίας

Η μάχη στους δρόμους διήρκεσε έξι ημέρες και ήταν σκληρή. Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων πάρθηκε από την Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας η οποία, στις 27, στην κοινή συνεδρίαση της Δούμας, διέταξε τη Σ.Ε.Ε. να διαλυθεί μέσα σε δεκαπέντε λεπτά. Ήταν μια συγκεχυμένη, πικρή και αιματηρή πάλη, της οποίας δεν θα διηγηθούμε λεπτομερώς τις περιπέτειες. Η πολεοδομική φυσιογνωμία της Μόσχας είναι αυτή μιας πόλης που αναπτύχθηκε σε ομόκεντρους δακτυλίους στη διάρκεια αρκετών αιώνων, γύρω από τα παλάτια και τις εκκλησίες του Κρεμλίνου, το οποίο αποτελεί ένα είδος οχυρωμένης πόλης, και περιβάλλεται από ψηλά οδοντωτά τείχη και μυτερούς πύργους. Από ψηλά το Κρεμλίνο φαίνεται σαν ένα τρίγωνο, του οποίου η βάση είναι η αριστερή όχθη του ποταμού Μόσχοβα. Η πόλη, χτισμένη σε μια σειρά από λόφους, με στενά δρομάκια, των οποίων οι ακανόνιστες γραμμές μπλέκονται η μια με την άλλη, με αμέτρητες εκκλησίες με κήπους, περιβάλλεται από λεωφόρους με δεντροστοιχίες, προσφέροντας αναρίθμητες δυνατότητες τόσο για επίθεση όσο και για άμυνα. Ωστόσο, οι στρατηγικές επιλογές των αντιμαχόμενων πλευρών είχαν οριοθετηθεί από την αρχή. Η Σ.Ε.Ε. έδρευε στο Σοβιέτ στο κέντρο της πόλης στην κορυφή της οδού Τβέρσκαγια, στην πρώην κατοικία του κυβερνήτη. Η εκκαθάριση αυτού του αρχηγείου ήταν ο στόχος των κυβερνητικών στρατευμάτων. Το πρόβλημα της Σ.Ε.Ε. ήταν να αντέξει, μέχρι η Κόκκινη Φρουρά να έρθει από τα προάστια, και να επιτεθεί στους Λευκούς από πίσω. Η κατάληψη του Κρεμλίνου από τους Λευκούς δεν ήταν, υπό αυτές τις συνθήκες, τίποτε περισσότερο από ένα επεισόδιο, αν και αναμφίβολα σημαντικό.

Οι Κόκκινοι είχαν το αριθμητικό πλεονέκτημα: Οι εχθροί μας, γράφει ο Μουράλοφ, πρέπει να είχαν περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες: δύο στρατιωτικές σχολές, έξι σχολές υπαξιωματικών, τα στρατιωτικά τμήματα των Εσέρων και των Μενσεβίκων, τη νεολαία από τα σχολεία. Εμείς είχαμε τουλάχιστον πενήντα χιλιάδες αξιόπιστους μαχητές: περίπου δεκαπέντε χιλιάδες τακτικά στρατεύματα, είκοσι πέντε χιλιάδες εφεδρικά στρατεύματα, τρεις χιλιάδες ένοπλους εργάτες, έξι μονάδες πυροβολικού και διάφορα βαρέα όπλα.

Από τη μια πλευρά, η αστική και η μικροαστική τάξη και η διανόηση  Από την άλλη, η γκρίζα μάζα των στρατιωτών και των εργατών. Παρ’ όλα αυτά, η ελλειπής οργάνωση και οι δισταγμοί των Κόκκινων έκανε την έκβαση του αγώνα αβέβαιη.

Στις 28, τα μεσάνυχτα, οι Γιούνκερς (δόκιμοι από τις στρατιωτικές σχολές) περικύκλωσαν το Κρεμλίνο. Ήδη η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας είχε αναλάβει τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τον σταθμό παραγωγής ενέργειας, το κεντρικό τηλεφωνικό κέντρο. Αποκομμένος από τη ΣΕΕ, ο Μπερζίν,  ο διοικητής του Κρεμλίνου, τον όποίο διαβεβαιώνουν ότι “η τάξη έχει αποκατασταθεί” παραιτείται αφού του δίνουν μια επίσημη υπόσχεση ότι η ζωή των ανδρών του, θα γλιτώσει. Ανοίγει ο ίδιος τις πόρτες, αμέσως τον χτυπούν, τον μαχαιρώνουν και τον βρίζουν οι Γιούνκερς. Ένας από τους συνταγματάρχες του λεει, “Τι, είστε ακόμα ζωντανός; Πρέπει να σας σκοτώσουμε”. Οι εργάτες στην πυριτιδαποθήκη του Κρεμλίνο δεν μαθαίνουν την συνθηκολόγηση, παρά μόνο όταν οι δόκιμοι έρχονται να συλλάβουν την επιτροπή τους. Το πρωί, τους διατάζουν, κρατώντας τις ταυτότητές τους, να παραταχθούν σε μία από τις τεράστιες αυλές του Κρεμλίνου, που δεν απέχει πολύ από το τεράστιο κανόνι του Τσάρου Φιοντόρ Ιβάνοβιτς. Εκεί, ξαφνικά τρία πολυβόλα αποκαλύπτονται μπροστά τους. Παραθέτω την αφήγηση ενός από αυτούς που κατάφερε να ξεφύγει.[26]

«Οι άνδρες δεν μπορούν ακόμα να πιστέψουν ότι πρόκειται να τους πυροβολήσουν έτσι, χωρίς δίκη, χωρίς νόημα – αυτούς, που δεν έχουν λάβει μέρος στις μάχες. Ηχεί μια εντολή: «Στη γραμμή! τώρα! Τα μάτια μπροστά!» Οι άνδρες στέκονται άκαμπτοι, με τα δάχτυλα κατά μήκος των ραφών του παντελονιού τους. Με ένα σήμα, η φασαρία από τα τρία πολυβόλα ανακατεύεται με τις κραυγές του τρόμου, τα  παρακάλια, τους λυγμούς,. Όλοι όσοι δεν έπεσαν κάτω από την πρώτες βολές τρέχουν προς τη μόνη έξοδο, μια μικρή πόρτα πίσω τους που έχει μείνει ανοικτή. Τα πολυβόλα συνεχίζουν.  Σε λίγα λεπτά η πόρτα είναι μπλοκαρισμένη από έναν σωρό των ανδρών, που βρίσκεται εκεί ουρλιάζοντας και αιμορραγώντας, πάνω στον οποίο οι σφαίρες πέφτουν ακόμα βροχή… Οι τοίχοι των γύρω κτιρίων έχουν ραντιστεί με αίμα και κομμάτια σάρκας».

Αυτή η σφαγή δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη. Σχεδόν παντού οι Λευκοί, πραγματοποιούν συλλήψεις, που συνοδεύονται με εκτελέσεις. Στο στρατιωτικό Κολέγιο Αλεξαντρόβσκογιε, ένα στρατοδικείο έβγαζε σε τριάντα δευτερόλεπτα ποινές θανάτου που εκτελούνταν αμέσως στην αυλή. Ας θυμηθούμε αυτά τα γεγονότα. Δείχνουν τη σταθερή πρόθεση των υπερασπιστών της προσωρινής κυβέρνησης να πνίξουν την εργατική επανάσταση στο αίμα. Η Λευκή τρομοκρατία είχε αρχίσει.

Η είδηση της σφαγής στο Κρεμλίνο ήρθε στη μέση των διαπραγματεύσεων που διεξάγονταν για ανακωχή μεταξύ της ΣΕΕ και του συνταγματάρχη Ριάμπτσεφ. Οι λευκοί προσπαθούν απλώς να κερδίσουν χρόνο μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις. Η ΣΕΕ τώρα κατάλαβε ότι έπρεπε να νικήσει ή να πεθάνει. Ήταν λίγο πολύ σε κατάσταση πολυορκίας. Αλλά, από κάθε εργατική συνοικία, ξεπήδησαν ερυθροφρουροί και επαναστατικά συντάγματα μαζικά για να την βοηθήσουν, έτσι ώστε οι πολιορκητές περικυκλώθηκαν οι ίδιοι σε ένα σιδερένιο κλοιό. Στις 29, το βράδυ, μετά από μια φοβερή ημέρα κατά τη διάρκεια της οποίας το στρατηγείο της εξέγερσης κινδύνεψε να χαθεί, υπογράφτηκε μια εκεχειρία είκοσι τεσσάρων ωρών, που έσπασε  γρήγορα με την αιφνίδια άφιξη ενός τάγματος που συντάχθηκε με τους λευκούς. Οι κόκκινοι από την πλευρά τους, ενισχύθηκαν από το πυροβολικό. Τα κανόνια ανέλαβαν δράση στις πλατείες, και οι λευκοί υποχώρησαν στο Κρεμλίνο. Μετά από μεγάλες αμφιταλαντεύσεις, λόγω του φόβου να προκληθούν ζημιές σε ιστορικά μνημεία, η  ΣΕΕ αποφάσισε να διατάξει το βομβαρδισμό του Κρεμλίνου. Οι λευκοί παραδόθηκαν στις 2 Νοεμβρίου στις τέσσερις το απόγευμα. «Η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας διαλύθηκε. Η Λευκή Φρουρά παραδίδει τα όπλα της και διαλύεται. Οι αξιωματικοί μπορούν να κρατήσουν τα διακριτικά του βαθμού τους. Μόνο τα όπλα που είναι αναγκαία για τις ασκήσεις μπορούν να παραμείνουν στις στρατιωτικές ακαδημίες… Η ΣΕΕ εγγυάται την ελευθερία και την αμνηστία όλων». Αυτές ήταν οι κύριες ρήτρες της ανακωχής που υπογράφηκε μεταξύ κόκκινων και λευκών. Οι μαχητές της αντεπανάστασης, οι χασάπηδες του Κρεμλίνου, οι οποίοι στη νίκη – αποδεδειγμένα- δεν χαρίστηκαν στους κόκκινους αφέθηκαν ελεύθεροι.

Καταστροφική επιείκεια! Αυτοί οι ίδιοι οι Γιούνκερς, οι αξιωματικοί, οι μαθητές, οι σοσιαλιστές της αντεπανάστασης, διασκορπίστηκαν σε όλο το μήκος και το πλάτος της Ρωσίας, για να οργανώσουν τον εμφύλιο πόλεμο. Η επανάσταση θα τους ξανάβρισκε μπροστά της, στο Γιάροσλαβ, στο Ντον, στο Καζάν, στην Κριμαία, στη Σιβηρία και σε κάθε συνωμοσία από τα μέσα.

Οργάνωση και αυθορμητισμός

Οι διαφορές μεταξύ των εξεγέρσεων της Πετρούπολης και της Μόσχας είναι εντυπωσιακές.

Στην Πετρούπολη το κίνημα, που προετοιμάζεται λεπτομερώς κατά τη διάρκεια πολλών εβδομάδων, είναι ουσιαστικά πολιτικό, μια συνειδητή κατάληψη της εξουσίας. Η επανάσταση έλαβε χώρα σε συγκεκριμένη ημερομηνία όπως το είπε ο Τρότσκι. Δύο παράγοντες κυριαρχούν στα γεγονότα: το κόμμα και η φρουρά. Η δράση σχεδιάζεται και υλοποιείται ενεργητικά χωρίς δισταγμό. Η επιτυχία ήταν ραγδαία, με σχεδόν καθόλου αιματοχυσία. Η εξέγερση της Πετρούπολης είναι το μοντέλο ενός μαζικού κινήματος με άρτια οργάνωση.

Στη Μόσχα ο αυθορμητισμός των μαζών υπερβαίνει την οργάνωσή τους. Το κίνημα υπακούει σε έναν σχεδόν άμεσο οικονομικό ντετερμινισμό. Η πολιτική συνείδηση των πολιτικών στόχων και μέσων δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Οι αμφιταλαντεύσεις, οι δισταγμοί και οι καθυστερήσεις δημιουργούν σημαντικά εμπόδια. Ο εχθρός, αν και αριθμητικά κατώτερος, ήταν καλά οργανωμένος, αποφασιστικός και είχε  μια σαφή πολιτική κατανόηση του στόχου -αποκατάσταση της τάξης- και του μέσου -τρομοκρατία. Ως εκ τούτου, ήταν σε θέση να κρατήσει το προλεταριάτο υπό έλεγχο για μεγάλο χρονικό διάστημα και να του προκάλεσει σκληρές απώλειες. Στα προάστια της Μόσχας οι ίδιοι οι εργάτες, οπλισμένοι όσο καλύτερα μπορούσαν,  μπήκαν συχνά σε μάχες, με δική τους πρωτοβουλία Τα όπλα έλειπαν, τα πυρομαχικά έλειπαν. Όταν είχαν κανόνια, δεν είχαν οβίδες. Όταν υπήρχαν οβίδες, τα όπλα ήταν όλα λάθος. Οι επικοινωνίες ήταν άθλιες. Οι σύνδεσμοι ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι. «Παλέψαμε πολύ άσχημα, είχαμε παρασυρθεί από το ρεύμα», είπε ο Μουράλοφ (ο διοικητής των Κόκκινων). Χωρίς ενωμένη διοίκηση, οι Λευκοί είχαν την πρωτοβουλία. Η κατάκτηση στρατηγικών σημείων, τους αποζημίωνε, κατά διαστήματα, για την αριθμητική αδυναμία τους.

Ο ενθουσιασμός των αγωνιστών ήταν αναμφίβολα αξιοθαύμαστος: αν είχε καλή οργάνωση θα είχε κάνει θαύματα. Ο ενθουσιασμός από μόνος του δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μια μακρά, δαπανηρή και επικίνδυνη μάχη. Η ΣΕΕ ιδρύθηκε στις 25, πολύ αργά, και τότε ακόμα δίσταζε. Διεξήγαγε, με τους Εσέρους και τους Μενσεβίκους αρκετές περιττές διαπραγματεύσεις, έκανε το λάθος να υπογράψει μια ανακωχή στις 29, ακριβώς τη στιγμή που οι κόκκινοι ήταν έτοιμοι να καταλάβουν το τηλεφωνικό κέντρο, επιδεικνύοντας μια αξιοθρήνητη μεγαλοψυχία απέναντι στους ηττημένους αντεπαναστάτες.

Κατά τη γνώμη μας, οι εξεγέρσεις στην Πετρούπολη και στη Μόσχα ήταν δύο διαφορετικοί τύποι κινημάτων. Η εξέγερση της Μόσχα; θυμίζει -εξ’ αποστάσεως, θα πρέπει να προσθέσουμε- το πιο καθυστερημένο είδος προλεταριακών εξεγέρσεων των  οποίων το τέλειο παράδειγμα είναι η εξέγερση των εργατών στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1848, που προκλήθηκε από την οικονομική πολιτική της αστικής τάξης. Η πρόκληση έπαιξε ένα σημαντικό μέρος στα γεγονότα στη Μόσχα: η εξέγερση ήταν μια απάντηση, σ’ αυτήν και αφήνεται μερικές φορές να χειραγωγηθεί. Ο εχθρός, από την άλλη πλευρά, στόχευε στη σφαγή. Η εξέγερση της Πετρούπολης, αντίθετα, είναι το πρώτο παράδειγμα ενός νέου τύπου ένοπλης εξέγερσης σαν και αυτή που ακολούθησε αργότερα στο Αμβούργο το 1923. Εδώ, η οργάνωση ενός μεγάλου κόμματος συντονίζεται με τη δράση των μαζών. Και  οι δύο έχουν ξεκινήσει σε μια επιλεγμένη στιγμή μετά από μία λεπτομερή προετοιμασία. Το στοιχείο του απρόβλεπτου μειώνεται στο ελάχιστο. Οι  δυνάμεις χρησιμοποιούνται στη μάχη με τη μέγιστη οικονομία. Στο Αμβούργο, η ήττα -η οποία ήταν στην πραγματικότητα μάλλον μια υποχώρηση[27]– συνεπαγόταν μόνο μικρές ζημιές. Κατά κανόνα, φυσικά, οι ήττες πληρώνονται ακριβά.

Η αντίθεση μεταξύ των γεγονότων της Πετρούπολης και της Μόσχας καταδεικνύει την τεράστια υπεροχή, των αποτελεσματικά οργανωμένων δράσεων σε σχέση με τα κινήματα στα οποία κυριαρχεί ο αυθορμητισμός. Υπό το φως αυτών των εμπειριών, οι προϋποθέσεις για την προλεταριακή νίκη μπορεί να καταλήξουν στους ακόλουθους στοιχειώδεις κανόνες της στρατιωτικής τέχνης: Το μάξιμουμ της οργάνωσης και της ενέργειας στην δράση. Υπεροχή δυνάμεων την κρίσιμη στιγμή και στο αποφασιστικό σημείο.

Σημειώσεις

[1] Ομιλία του Μπουχάριν Αναμνήσεις, Προλεταριακή Επανάσταση Νο 10,  1922 , Μετά από αυτό το περιστατικό ο Μπουχάριν συμπεραίνει, “Θα μπορούσαμε να είχαμε καταλάβει την εξουσία στην Πετρούπολη, ακόμη και αυτή τη στιγμή. Αποφασίσαμε να μην το πράξουμε, υπολογίζοντας σε μια μεγάλη νίκη στην επαρχεία.»

[2]  Ι. Flerovsky, Η Κρονστάνδη στην Οκτωβριανή Επανάσταση , Proletarskaya Revoliutsiya ,Νο 10, 1922.

[3]. Λ. Τρότσκι, Η Οκτωβριανή Επανάσταση Φυλλάδιο, 1918

[4] Βικτόρ Σέρζ, Λένιν 1917 (Παρίσι, 1923), σ. 55.

[5] Βικτόρ Σέρζ, Λένιν 1917, σ.45

[6] Κ. Grasis, Οκτώβριος στο Καζάν , Proletarskaya Revoliutsiya , No.10 (33), 1924.

[7] [9] Β. Μπονς-Μπρούγιεβιτς,  Από τον Ιούλιο ως τον Οκτώβριο, Proletarskaya Revoliutsiya , No.10, 1922. Ο συντάκτης αυτού του άρθρου ήταν ένας από τους στενούς συνεργάτες του Λένιν.

[8]  Οι πηγές μου για τα γεγονότα αυτά είναι οι Αναμνήσεις των αγωνιστών του Οκτώβρη,  που δημοσιεύθηκε στην Proletarskaya Revoliutsiya το 1922, και ένα μικρό βιβλίο με τίτλο Η Μόσχα τον Οκτώβριο του 1917  [ed Ν. Οβσιάννικοφ] (Μόσχα, 1919). Το επιχείρημα των συντρόφων που αντιτάχθηκαν στην εξέγερση το παραθέτει και το αναιρεί ευφυώς ο Λένιν στην Επιστολή προς τους συντρόφους στις 16-17 Οκτωβρίου 1917 Στο δρόμο για την εξέγερση (εκδ. Humanité σελ.171)

[9]  Πολλά έγγραφα που έχουν πρόσφατα συμπεριληφθεί στον 21ο  τόμο του Λένιν Άπαντα (νέα ρωσική έκδοση) φαίνεται να δείχνουν ότι μια πραγματική δεξιά τάση ήταν υπό διαμόρφωση στο εσωτερικό του κόμματος, και επιθυμούσε να παίξει το ρόλο μιας ισχυρής προλεταριακής αντιπολίτευσης μέσα σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Όχι μόνο δεν κατανοούσαν ότι το ζήτημα της δημοκρατίας ήταν εκτός τόπου και χρόνου (Η Ρωσία βρισκόταν ανάμεσα σε δύο δικτατορίες). Ήταν επίσης θύματα της πιο επικίνδυνης αυταπάτης.

[10]  “Το ερώτημα δεν είναι τι είναι αυτό που σε μια δεδομένη στιγμή ένας κάποιος προλετάριος, ή ακόμη και το σύνολο του προλεταριάτου, θεωρεί ως σκοπό του. Το ερώτημα είναι τι είναι το προλεταριάτο, και τι θα υποχρεωθεί ιστορικά να κάνει ως τέτοιο ”(Καρλ Μαρξ στην Αγία Οικογένεια ).

[11] Ας συγκρίνουμε τις προσωπικές προβλέψεις του Λένιν το 1914 – 1915 στο Ενάντια στο ρεύμα και για τη ρωσική επανάσταση το Σεπτέμβριο του 1917 στο Γράμματα από μακριά , με τις ελπίδες του Πρόεδρου Ουίλσον το 1918-19: οι αυταπάτες του συμβάλλουν κατά πολύ στη νίκη των Συμμάχων, η οποία υπηρετούσε πολιτικές σκοπιμότητες εκ διαμέτρου αντίθετες με εκείνες του πρωταγωνιστή τους. Ας συγκρίνουμε επίσης, το σαφές όραμα του Λένιν και την νίκη του με την τυφλότητα  και τις ήττες των πολιτικών της σύγχρονης αστικής τάξης. Τους ηγέτες του γερμανικού ιμπεριαλισμού και την καταστροφή της Γερμανίας. Τον Κλεμανσό και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Τον Πουανκαρέ και τον Κούνο, και τον πόλεμο  της  Ρουρ το 1923. Πρέπει  προφανώς να γίνει η διάκριση μεταξύ των προθέσεων του Προέδρου Ουίλσον ο οποίος υποστήριξε την εθνική αυτοδιάθεση, την ελευθερία των θαλασσών και της Κοινωνίας των Εθνών, και ο τον κοινωνικό ρόλο του «Ουιλσονισμού», που ήταν η τελική ιδεολογία του πολέμου των Συμμάχων.  Προσωπικά ο Ουίλσον φαίνεται ότι δεν ήθελε να υπηρετήσει τους στόχους ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού εναντίον ενός άλλου, πράγμα το οποίο όμως τελικά έκανε.

[12] «La Librairie de l’Humanité» έχει δημοσιεύσει  μια ικανοποιητική γαλλική μετάφραση των έργων αυτών, από την οποία απουσιάζουν δυστυχώς, οι επεξηγηματικές σημειώσεις και η ιστορική εισαγωγή. Έχω δώσει μια λεπτομερή ανάλυση αυτών των γραπτών του Λένιν στο βιβλίο μου Λένιν 1917 .

[13]  Λένιν, Άπαντα , τομ.26, σ.22-3.

[14] Από το άρθρο Εξέγερση, στην New York Daily Tribune της 18ης Σεπτεμβρίου 1852, που υπογράφεται από τον Μαρξ, αλλά στην πραγματικότητα γράφτηκε από τον Ένγκελς (και αργότερα δημοσιεύθηκε στη συλλογή Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία).

[15]  Ο Τρότσκι ήταν ακόμη έγκλειστος σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Amherst στον Καναδά τη στιγμή που ο Λένιν έφτασε στη Ρωσία, και δεν ήρθε στην Πετρούπολη παρά τις πρώτες ημέρες του Μαΐου. Τα άρθρα σχετικά με τη ρωσική επανάσταση που έγραψε στην Αμερική είναι σε ανάλογο τόνο με εκείνα του Λένιν την ίδια περίοδο. Μετά από τις 5-6 Μαΐου, ήταν σε στενή επαφή με κοινές δραστηριότητες με την συντακτική ομάδα της Πράβντα και της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ήταν μέλος της οργάνωσης των λεγόμενων “ενωτικών” των σοσιαλδημοκρατών, η οποία περιελάμβανε επίσης τους Βολοντάρσκι, Λουνατσάρσκι, Μανουίλσκυ, Καραχάν, Γιόφε και Ουρίτσκι, και η οποία συγχωνεύθηκε με το κόμμα των μπολσεβίκων, τον Ιούλιο του 1917. Ο Τρότσκι πήρε  το λόγο στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, για πρώτη φορά στις 5 (18) Μαΐου, τη ημέρα μετά την άφιξή του από την Αμερική. Εκείνος κάλεσε το Σοβιέτ: 1ον, να αμφισβητήσει την αστική τάξη. 2ον, να θέσει τους ηγέτες του υπό έλεγχο. 3ον, να εμπιστευτεί την ίδια την επαναστατική δύναμη του. “Πιστεύω”, κατέληξε, “ότι η επόμενη ενέργεια μας θα δώσει την εξουσία στα χέρια των Σοβιετ».

[16]  Ένας εργάτης της μεταλλουργίας μπολσεβίκος αυτοεξόριστος, ο Σλιάπνικοφ, ανέλαβε παράνομη δραστηριότητα στην Πετρούπολη κατά τους τελευταίους μήνες του τσαρισμού, για την οποία έχει γράψει μερικά ενδιαφέροντα απομνημονεύματα: Την παραμονή του 1917 (Μόσχα, χωρίς ημερομηνία). Έγινε ένας από τους διοργανωτές της Ένωσης των Ρώσων Εργαζομένων στη Μεταλλουργία και, στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1917, Επίτροπος Εργασίας. Το 1921 ήταν ένας από τους ηγέτες της εργατικής αντιπολίτευσης στο ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

[17]  Γ. Γκεοργκέφσκι, Δοκίμιο για την ιστορία της Κόκκινης Φρουράς ( Ocherki po Istorii Krasnoi Gvardii ) (Μόσχα, 1919).

[18]  Ο τρόπος που η εξέγερση πραγματοποιήθηκε συμφιλίωσε τις δύο θέσεις. Πραγματοποιήθηκε την ημέρα του Συνεδρίου των Σοβιέτ, αλλά νωρίς το πρωί. Το Συνέδριο ξεκίνησε τις εργασίες του το βράδυ, ενώ ακούγονταν πυροβολισμοί.

Ο Λένιν έκανε άλλωστε λάθος σε αυτό το σημείο  Κατά τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου έγραψε στην Κεντρική Επιτροπή: «η νίκη είναι βέβαιη στη Μόσχα: κανείς δεν θα μας αντισταθεί. Στην Πετρούπολη μπορούμε να περιμένουμε: δεν είναι απαραίτητο να αρχίσουμε με την Πετρούπολη». Στην πραγματικότητα, βέβαια, η νίκη ήταν εξασφαλισμένη στην Πετρούπολη, όπου η εξέγερση είχε έναν ανώδυνο θρίαμβο, ενώ στη Μόσχα αντιμετώπισε σθεναρή αντίσταση.

[19]  Cavaignac και Galliffet:. γάλλοι στρατηγοί οι οποίοι ήταν οι στρατιωτικοί σωτήρες της αστικής τάξης ενάντια στους εργάτες, το 1848 και 1871 αντίστοιχα

[20] Τζον Ριντ Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

[21]   Φλερόβσκι, Η κρονστανδη τον Οκτώβρη του 1917. Η Προλεταριακή Επανάσταση, Νο 10. 1922..

[22]  Ο Ν. Ποντόβσκι , μέλος του μπολσεβίκικου κόμματος για πολλά χρόνια, ήταν ένας από τους ιδρυτές της στρατιωτικής οργάνωσης του κόμματος. Αργότερα έγινε Λαϊκός Επίτροπος στον πόλεμο της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας των Σοβιετικών Δημοκρατιών, στη συνέχεια, της Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Κατόπιν, αφιερώθηκε στα καθήκοντα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των νέων και στη φυσική αγωγή γενικότερα.

Ο Αντόνοφ -Οφσεγιένκο, ένας πρώην αξιωματικός και δημοσιογράφος αυτοεξόριστος, ήταν ενεργός στο Παρίσι κατά τη διάρκεια του πολέμου στην παραγωγή των διεθνιστικών περιοδικών, Γκόλος, Νάσε Σλόβο και Νατσαλό. Προσχώρησε στους Μπολσεβίκους το 1917 και έγινε ένας από τους ηγέτες του Κόκκινου Στρατού στον εμφύλιο πόλεμο. Ήταν επικεφαλής της Πολιτικής Διεύθυνσης του Κόκκινου Στρατού το 1923, και στη συνέχεια αντιπρόσωπος των Σοβιέτ στην Τσεχοσλοβακία. Ο Λάσεβιτς, ένας παλιός μπολσεβίκος αγωνιστής, αργότερα έγινε μέλος του Επαναστατικού Πολεμικού Συμβουλίου στην Πετρούπολη (1919-20) και στη Σιβηρία (μετά την πτώση του Κολτσάκ). Έγινε Αναπληρωτής Υπουργός του Λαού  στον Πόλεμο το 1926 και πέθανε το 1928.

[23]  Σ. Μστισλάβσκι, Πέντε Ημέρες (Pyat Dnei) (Βερολίνο, 1922).

[24]  Α. Σλίχτερ, Αξέχαστες μέρες στη Μόσχα , Μπόρις Βολίν, Το Σοβιέτ της Μόσχας πριν από τον Οκτώβριο , Proletarskaya Revoliutsiya , No.10, 1922

[25]  Ν. Noρόφ, Η Μόσχα τον Οκτώβριο του 1917 ( Moskva β Oktyabre 1917 ) (Μόσχα, 1919). Δείτε επίσης Βικτόρ Σέρζ, La Revolution d’Octobre à Moscou, Bulletin Communiste, 1 Σεπτεμβρίου 1921.

[26]  Ηλία Νοσκόφ, Η Σφαγή του Κρεμλίνου.

[27]  Λαρίσα Ρέισνερ, Το Αμβούργο από τα Οδοφράγματα (Βερολίνο, 1925).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s