Λέον Τρότσκι: ΚΑΙ ΤΩΡΑ; 27/1/1932

Τα Ταγματα Εφοδου στα χρονια της σιχασιαςΤο κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τον Τρότσκυ το γενάρη του 1932, ένα χρόνο και κάτι πριν από την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Πρόκειται για μια δραματική προειδοποίηση προς την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της μπροστά στον επερχόμενο ναζιστικό κίνδυνο. Στο στόχαστρο του Τρότσκυ ο συμφιλιωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας, ο σεχταρισμός του ΚΚ που αρνείται επίμονα το κάλεσμα στο ενιαίο μέτωπο, και η ανυπαρξία ενός επαναστατικόυ προγράμματος από τις ομάδες που αντιπολιτεύονται τα δύο αυτά μεγάλα κόμματα… Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένας σύντομος χρονολογικός πίνακας για τη Γερμανια από το 1929 ως το 1938, καθως και ένας ακόμα πίνακας με τα αποτελέσματα των γερμανικων εκλογων κατά τη διάρκεια της Βαϊμάρης μέχρι την ναζιστική νίκη.

Λέον Τρότσκι

ΚΑΙ ΤΩΡΑ;

Ζωτικά ερωτήματα για το προλεταριάτο της Γερμανίας

Περιεχόμενα

Πρόλογος
1. Η Σοσιαλδημοκρατία
2. Δημοκρατία και φασισμός
3. Ο γραφειοκρατικός τελεσιγραφισμός
4. Τα ζιγκ-ζαγκ των σταλινικών στο ζήτημα του ενιαίου μετώπου
5. Ιστορική Υπόμνηση πάνω στο Ενιαίο Μέτωπο
6. Τα μαθήματα της ρωσικής πείρας
7. Η ιταλική πείρα
8. Με το Ενιαίο Μέτωπο προς τα Σοβιέτ σαν  Ανώτατα Όργανα του Ενιαίου Μετώπου
9. To S.A.P. (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας)
10. Ο κεντρισμός «γενικά» και ο κεντρισμός της σταλινικής γραφειοκρατίας
11. Η αντίφαση ανάμεσα στις οικονομικές επιτυχίες της ΕΣΣΔ και στο γραφειοκρατικό καθεστώς
12. Οι Μπραντλεριανοί (ΚΡΟ) και η σταλινική γραφειοκρατία
13.    Η στρατηγική των απεργιών
14.    Ο εργατικός έλεγχος και η συνεργασία με την ΕΣΣΔ
15.    Η κατάσταση είναι απελπιστική;
Συμπεράσματα

Πρόλογος

Ο ρωσικός καπιταλισμός αποδείχθηκε ο πιο αδύνατος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας εξαιτίας της ακραίας καθυστέρησής του. Ο γερμανικός καπιταλισμός αποδεικνύεται αδύνατος κρίκος εξαιτίας ενός διαμετρικό αντίθετου λόγου: στη σημερινή κρίση είναι ο πιο ανεπτυγμένος καπιταλισμός μέσα στις συνθήκες του ευρωπαϊκού αδιέξοδου. Οσο πιο μεγάλη είναι η δυναμική των παραγωγικών δυνάμεων της Γερμανίας, τόσο πιο πολύ πνίγεται από το σύστημα των κρατών της Ευρώπης που μοιάζει περισσότερο με το «σύστημα» των κλουβιών ενός μικρού επαρχιακού ζωολογικού κήπου. Κάθε στροφή της συγκυρίας φέρνει τον γερμανικό καπιταλισμό αντιμέτωπο με τα ίδια προβλήματα που είχε προσπαθήσει να λύσει μέσα από τον [Πρώτο Παγκόσμιο] πόλεμο. Κάτω από το καθεστώς των Χοεντζόλερν η γερμανική αστική τάξη προετοιμαζόταν να «οργανώσει την Ευρώπη». Κάτω από το καθεστώς Μπρύνινγκ Κούρτιους αυτό που προσπάθησε ήταν να δημιουργήσει… τελωνιακή ένωση με την Αυστρία. Τόοο χαμηλά έχουν ξεπέσει οι επιδιώξεις, οι δυνατότητες, οι προοπτικές! Αλλά [η Γερμανία] αναγκάστηκε να κάνει πίσω ακόμα και από αυτή την τελωνιακή ένωση. Οπως το σπιτάκι της μάγισσας στα παραμύθια, έτσι και το ευρωπαϊκό σύστημα μοιάζει με ένα χάρτινο πύργο. Η περίφημη ηγεμονία της Γαλλίας κινδυνεύει να καταρρεύσει αν μερικά εκατομμύρια Αυστριακοί ενωθούν με τη Γερμανία.

Για την Ευρώπη σαν σύνολο και πάνω απ’ όλα για την Γερμανία δεν υπάρχει προοπτική ανάπτυξης μέοα από τον καπιταλιστικό δρόμο. Το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης μέσα από το αυτόματο παιχνίδι των δυνάμεων του ίδιου του καπιταλισμού -πάνω στα κόκκαλα των εργατών- θα σήμαινε απλώς την επανεμφάνιση όλων των αντιφάσεων στο επόμενο στάδιο και μάλιστα σε μια πιο οξυμένη και πιο συμπυκνωμένη μορφή.

Το ειδικό βάρος της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία, μόνο να μειωθεί μπορεί. Ηδη στο κούτελο της Ευρώπης είναι κολλημένες οι αμερικάνικες ταμπέλες: το σχέδιο Ντόους, το σχέδιο Γιανγκ, το μορατόριουμ Χούβερ. Η Ευρώπη κατάντησε να συντηρείται με αμερικάνικα επιδόματα.

Η αποσύνθεση του καπιταλισμού σημαίνει κοινωνική και πολιτιστική σαπίλα. Εχει κλείσει ο δρόμος για παραπέρα κανονική εσωτερική διαφοροποίηση στο εσωτερικό των εθνών, για παραπέρα ανάπτυξη του προλεταριάτου σε βάρος των ενδιάμεσων τάξεων. Η συνέχιση της κρίσης δεν μπορεί να φέρει παρά μόνο την εξαθλίωση της μικροαστικής τάξης και την μεταμόρφωση όλο και μεγαλύτερων κομματιών της εργατικής τάξης σε λούμπενπρολεταριάτο. Ο κίνδυνος αυτός, πιο αιχμηρός απ’ οποιοδήποτε άλλον, σφίγγει από το λαιμό την αναπτυγμένη καπιταλιστική Γερμανία.

Το πιο σάπιο κομμάτι της καπιταλιστικής Ευρώπης είναι η σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία. Ξεκίνησε το ταξίδι της στην ιστορία κάτω από τις σημαίες του Μαρξ και του Ενγκελς και έβαλε σαν στόχο της καταστροφή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Με την εκρηκτική του άνοδο ο καπιταλισμός την άρπαξε και την έδεσε στο άρμα του. Στο όνομα των μεταρρυθμίσεων η Σοσιαλδημοκρατία πρόδωσε την επανάσταση, πρώτα στην πράξη και μετά και στα λόγια. Είναι αλήθεια ότι ο Κάουτσκι χρησιμοποιούσε για πολύ καιρό ακόμα την επαναστατική φρασεολογία, προσαρμόζοντάς την στις ανάγκες του ρεφορμισμού. Αντίθετα, ο Μπέρνστάιν, αξίωσε από την αρχή την αποκήρυξη της επανάστασης, αφού ο καπιταλισμός έμπαινε σε μια περίοδο ειρηνικής ανάπτυξης χωρίς κρίσεις και χωρίς πολέμους. Παραδειγματικός προφητικός λόγος! φαινομενικά, ανάμεσα στον Κάουτσκι και τον Μπέρνστάιν υπήρχε τεράστια απόκλιση. Στην πραγματικότητα, όμως, αλληλοσυμπλήρωναν συμμετρικά ο ένας τον άλλο σαν την αριστερή και τη δεξιά μπότα στα πόδια του ρεφορμισμού.

Ο πόλεμος ξέσπασε. Η Σοσιαλδημοκρατία υποστήριξε τον πόλεμο στ’ όνομα της μελλοντικής ευημερίας. Αλλά στη θέση της ευημερίας ήλθε η παρακμή. Η νέα επιδίωξη και το νέο συμπέρασμα δεν ήταν η αναγκαιότητα της επανάστασης λόγω της ανικανότητας του καπιταλισμού, αλλά ούτε και η συμφιλίωση των εργατών με τους καπιταλιστές μέσα από μεταρρυθμίσεις. Η νέα επιδίωξη της Σοσιαλδημοκρατίας είναι να εξασφαλίσει τη σωτηρία της αστικής τάξης, θυσιάζοντας ακόμα και τις μεταρρυθμίσεις.

Αλλά ούτε αυτός ήταν ο τελευταίος σταθμός του εκφυλισμού της. Η παρούσα κρίση που κλονίζει τον καπιταλισμό ανάγκασε τη Σοσιαλδημοκρατία να θυσιάσει τους καρπούς μακρών οικονομικών και κοινωνικών αγώνων και να ξαναρίξει τους γερμανούς εργάτες πίσω στο βιοτικό επίπεδο των πατέρων, των παππούδων και των προπάππων τους. Δεν υπάρχει πιο τραγικό ιστορικό θέαμα και συνάμα πιο αποκρουστικό, από την σιχαμερή αποσύνθεση του ρεφορμισμού μέσα στο ναυάγιο όλων των κατακτήσεων και των ελπίδων του. Το θέατρο διψά για νεωτερικότητα. Ας ανεβάζει πιο συχνά τους Υφαντές» του Χάουπτμαν, το πιο σύγχρονο από τα σύγχρονα δράματα. Και ας μη ξεχάσει ο διευθυντής του θεάτρου να κρατήσει τις θέσεις στην πρώτη σειρά για τους ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατίας.

Αλλά αυτοί οι ηγέτες δεν έχουν διάθεση για δράματα: έχουν φτάσει σε ακραία όρια προσαρμοστικότητας. Υπάρχει ένα όριο, κάτω από το οποίο η εργατική τάξη της Γερμανίας δεν μπορεί να αφήσει τον εαυτό της να πέσει εθελοντικά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αλλά το αστικό καθεστώς παλεύοντας για την επιβίωση του δεν είναι είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί αυτό το όριο. Τα έκτακτα διατάγματα του Μπρύνινγκ απλά ανιχνεύουν το έδαφος. Το καθεστώς Μπρύνινγκ διατηρείται χάρη στην άνανδρη υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατικής γραφειοκρατίας, που κι αυτή με τη σειρά της στηρίζεται στην ψυχρή και με μισή καρδιά υποστήριξη ενός τμήματος του προλεταριάτου. Το σύστημα που βασίζεται στα γραφειοκρατικά διατάγματα είναι ασταθές και αναξιόπιστο. Ο καπιταλισμός έχει ανάγκη από μια άλλη πολιτική, πιο αποφασιστική. Η υποστήριξη από την Σοσιαλδημοκρατία, που ταυτόχρονα πρέπει να ρίχνει ύποπτες ματιές και στους ίδιους της τους εργάτες, δεν είναι μόνο ανεπαρκής, αλλά αρχίζει να γίνεται και στενάχωρη. Η περίοδος των ημίμετρων πέρασε. Για να προσπαθήσει να βρει μια καινούργια διέξοδο η αστική τάξη πρέπει να απαλλαγεί εντελώς από την πίεση των εργατικών οργανώσεων, να τις εκμηδενίσει, να τις καταστρέψει, να τις τσακίσει τελείως.

Σ’ αυτό το σημείο, αρχίζει το ιστορικό έργο του φασισμού. Στήνει στα πόδια τους τις τάξεις που βρίσκονται ακριβώς πάνω από το προλεταριάτο και τρέμουν μήπως και κατρακυλίσουν στις γραμμές του. Τις οργανώνει και τις στρατιωτικοποιεί με έξοδα του χρηματιστικού κεφάλαιου, κάτω από τη σκέπη του επίσημου κράτους και τις προσανατολίζει στην καταστροφή όλων των προλεταριακών οργανώσεων, από τις πιο επαναστατικές μέχρι τις πιο μετριοπαθείς.

Ο φασισμός δεν είναι απλά ένα σύστημα αντιποίνων, βάρβαρης βίας και αστυνομικής τρομοκρατίας. 0 φασισμός είναι ένα συγκεκριμένο κρατικό σύστημα που βασίζεται στο ξερίζωμα όλων των στοιχείων της προλεταριακής δημοκρατίας μέσα στην αστική κοινωνία. Η αποστολή του φασισμού δεν είναι μόνο να συντρίψει την κομμουνιστική πρωτοπορία, αλλά να κρατήσει ολόκληρη την τάξη σε μια κατάσταση αναγκαστικού κατακερματισμού. Για να πετύχει αυτό το στόχο, δεν αρκεί η φυσική εξόντωση του πιο επαναστατικού στρώματος της εργατικής τάξης. Πρέπει να καταστραφούν όλες οι εθελοντικές και ελεύθερες οργανώσεις, να διαλυθούν όλα τα αμυντικά όργανα του προλεταριάτου και να ξεριζωθούν όλα όσα πέτυχαν τα συνδικάτα και η Σοσιαλδημοκρατία μέσα σε τρία τέταρτα του αιώνα. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση και το Κομμουνιστικό Κόμμα στηρίζεται σε αυτές τις κατακτήσεις.

Η Σοσιαλδημοκρατία προετοίμασε όλες τις αναγκαίες συνθήκες για τη νίκη του φασισμού. Αλλά έτσι προετοίμασε τους όρους και για τη δική της πολιτική διάλυση. Είναι απόλυτα σωστό να ρίχνουμε στη Σοσιαλδημοκρατία τις ευθύνες για το σύστημα των έκτακτων διαταγμάτων του Μπρύνινγκ και για τη φασιστική βαρβαρότητα που μας απειλεί. Αλλά είναι ολότελα ανόητο να ταυτίζουμε τη Σοσιαλδημοκρατία με το φασισμό.

Στην επανάσταση του 1848, η φιλελεύθερη αστική τάξη προετοίμασε με την πολιτική της τη νίκη της αντεπανάστασης, η οποία με τη σειρά της στράφηκε ενάντια στο φιλελευθερισμό. Ο Μαρξ και ο Ενγκελς μαστίγωσαν τη φιλελεύθερη αστική τάξη το ίδιο δυνατά όσο και ο Λασάλ και μάλιστα η κριτική τους ήταν πολύ πιο βαθιά από εκείνου. Αλλά ενώ οι οπαδοί του Λασάλ έβαζαν στο ίδιο καζάνι, που το χαρακτήριζαν «αντιδραστική μάζα», την φιλελεύθερη αστική τάξη μαζί με την φεουδαρχική αντίδραση, ο Μαρξ και ο Ενγκελς εξοργίζονταν με αυτό τον ψεύτικο υπερριζοσπαστισμό. Η λαθεμένη θέση που είχαν οι Λασαλικοί τους έκανε αρκετές φορές αθέλητα συνένοχους της μοναρχίας, παρά τον γενικά προοδευτικό χαρακτήρα της δράσης τους που ήταν αμέτρητα πιο σημαντική και πιο σοβαρή από τη δράση των φιλελεύθερων.

Η θεωρία του «σοσιαλφασισμού» αναπαράγει το θεμελιώδες λάθος του Λασαλισμού πάνω σε νέες ιστορικές βάσεις. Αφού παρουσιάζει τους Εθνικο σοσιαλιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες σαν μια ενιαία φασιστική μάζα, η σταλινική γραφειοκρατία πέφτει σε πράξεις όπως η υποστήριξη του χιτλερικού δημοψηφίσματος, πράγμα που δεν είναι και πολύ διαφορετικό από τις συμμαχίες του Λασάλ με τον Βίσμαρκ.

Στη σημερινή φάση της πάλης ενάντια στη Σοσιαλδημοκρατία, ο γερμανικός κομμουνισμός πρέπει να στηριχθεί πάνω σε δυο γεγονότα: α) την πολιτική ευθύνη της Σοσιαλδημοκρατίας για το δυνάμωμα του φασισμού και 0) την απόλυτα ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στο φασισμό και τις εργατικές οργανώσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η ίδια η Σοσιαλδημοκρατία.

Οι αντιφάσεις του γερμανικού καπιταλισμού φτάνουν τώρα σε τέτοια όξυνση που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει η έκρηξη. Η ικανότητα προσαρμογής της Σοσιαλδημοκρατίας έφτασε στο σημείο όπου αρχίζει η αυτοαναίρε σή της. Τα λάθη της σταλινικής γραφειοκρατίας έχουν πλησιάζει το όριο της καταστροφής. Αυτή είναι η τριπλή φόρμουλα που χαρακτηρίζει την κατάσταση στη Γερμανία. Ολα τώρα βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού.

Οταν κάποιος αναγκαστικά παρακολουθεί τη ζωή στη Γερμανία από τις εφημερίδες που φτάνουν με καθυστέρηση μιας βδομάδας με το ταχυδρομείο, όταν τα χειρόγραφα χρειάζονται άλλη μια βδομάδα για να καλύψουν την απόσταση ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και το Βερολίνο1 και ύστερα περνούν κι άλλες βδομάδες μέχρι η μπροσούρα να φτάσει στον αναγνώστη, αναρωτιέται κανείς άθελά του: «Μήπως θα είναι πολύ αργά;». Και κάθε φορά απαντά: Οχι! Οι στρατοί που έχουν αντιπαραταχθεί για τον πόλεμο είναι τεράστιοι για να φοβάται κανείς ότι η έκβαση της σύγκρουσης θα κριθεί γρήγορα με μια αστραπιαία μάχη. Οι αντοχές του γερμανικού προλεταριάτου δεν έχουν εξαντληθεί. Οι δυνάμεις του δεν μπήκαν ακόμα σε κίνηση. Η λογική των γεγονότων θα γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο επιτακτική. Και αυτό δικαιολογεί την προσπάθεια του συγγραφέα να δώσει αυτά που έχει να πει, έστω και με καθυστέρηση λίγων βδομάδων, δηλαδή μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου.

Η σταλινική γραφειοκρατία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει το έργο της με μεγαλύτερη ησυχία αν κρατούσε τον συγγραφέα αυτών των σελίδων περιορισμένο στην Πρίγκηπο. Ζήτησε και πέτυχε από την κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Μύλερ, την άρνηση θεώρησης του διαβατηρίου του… «Μενσεβίκου»: σε αυτή την περίπτωση το ενιαίο μέτωπο στήθηκε χωρίς καμιά καθυστέρηση ή δισταγμό. Σήμερα, στα επίσημα Σοβιετικά έντυπα οι σταλινικοί καταγγέλουν ότι «υπερασπίζω» την κυβέρνηση Μπρύνινγκ σε συνεργασία με τη Σοσιαλδημοκρατία που σε αντάλλαγμα κινεί τα νήματα για να μου επιτραπεί η είσοδος στη Γερμανία. Αντί ν’ αγανακτήσουμε με αυτή τη χυδαιότητα, θα γελάσουμε με την βλακεία. Αλλά θα κόψουμε τα γέλια πολύ σύντομα, γιατί ο χρόνος είναι πιεστικός.

Τα γεγονότα θα μας δικαιώσουν, σ’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά με ποιο τρόπο η ιστορία θα προβάλει τη δική της απόδειξη; Με την καταστροφή της σταλινικής φράξιας ή με τη νίκη της μαρξιστικής πολιτικής;

Εδώ βρίσκεται η ουσία του όλου ζητήματος. Είναι ζήτημα της μοίρας όλου του γερμανικού λαού. Και όχι μόνο της δικής του.

* * *

Τα ζητήματα που εξετάζονται σε αυτή τη μπροσούρα δεν γεννήθηκαν χθες. Εννιά χρόνια τώρα η σταλινική ηγεσία της Κομιντέρν προχωρεί στην αναθεώρηση όλων των αξιών και στην αποδιοργάνωση της πρωτοπορίας του διεθνούς προλεταριάτου με σπασμωδικές τακτικές που στο σύνολο τους αποκαλούνται «η γενική γραμμή». Η ρωσική Αριστερή Αντιπολίτευση (Μπολσε βίκοιΛενινιστές) διαμορφώθηκε όχι μόνο στη βάση των ρωσικών, αλλά επίσης και των διεθνών προβλημάτων. Ανάμεσα σε αυτά, το ζήτημα της επαναστατικής εξέλιξης στη Γερμανία δεν κατέχει καθόλου την τελευταία θέση. Στο συγκεκριμένο θέμα είχαν παρουσιαστεί οξείες διαφωνίες από το 1923. Τα χρόνια που ακολούθησαν ο συγγραφέας αυτών των γραμμών μίλησε πάνω από μια φορά για τα ζητήματα που έμπαιναν σε αμφισβήτηση. Σημαντικό μέρος των κριτικών εργασιών μου δημοσιεύτηκε στη γερμανική γλώσσα. Αυτή η μπροσούρα είναι μια συνεισφορά στη θεωρητική και πολιτική δουλειά της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Πολλά από αυτά που ακολουθούν έχουν αναλυθεί λεπτομερειακά αλλού. Μου αρκεί να παραπέμψω τον αναγνώστη στα βιβλία μου Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν, Διαρκής Επανάσταση κλπ. Σήμερα, που είμαστε όλοι αντιμέτωποι με διαφωνίες που έχουν αποκτήσει τη μορφή ενός μεγάλου ιστορικού προβλήματος, μπορεί κανείς να εκτιμήσει τις αιτίες τους καλύτερα και βαθύτερα. Για ένα σοβαρό επαναστάτη, για έναν αληθινό Μαρξιστή, αυτή η μελέτη είναι απόλυτα ουσιαστική. Οι εκλεκτικιστές ζουν με ιδέες που έχουν συγκυριακό χαρακτήρα και με αυτοσχεδιασμούς που ξεπηδούν από την πίεση των γεγονότων. Μαρξιστικά στελέχη ικανά να προσφέρουν ηγεσία στην προλεταριακή επανάσταση μπορούν να εκπαιδευθούν μόνο με την αδιάκοπη και συνδυασμένη επεξεργασία των προβλημάτων και των διαφωνιών.

Πρίγκηπος 27 Γενάρη 1932

1. Η Σοσιαλδημοκρατία

Το «Σιδερένιο Μέτωπο» είναι ουσιαστικά ένα μπλοκ αριθμητικά ισχυρών σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων και αδύνατων ομάδων «δημοκρατικών» αστών οι οποίοι έχουν χάσει κάθε στήριγμα μέσα στο λαό και κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Όταν φτάνει η στιγμή του αγώνα, τα πτώματα δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα, εκτός από το να εμποδίζουν τους ζωντανούς να αγωνιστούν. Οι αστοί σύμμαχοι χρησιμεύουν στους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες για να χαλιναγωγούν τις εργατικές οργανώσεις. Να παλέψουμε, να παλέψουμε… αλλά όλα αυτά είναι λόγια και μόνο λόγια. Με την βοήθεια του Θεού όλα θα λυθούν χωρίς να υπάρξει αιματοκύλισμα. Είναι δυνατόν πραγματικά ν’ αποφασίσουν οι φασίστες να περάσουν από τα λόγια στις πράξεις; Αυτοί, οι σοσιαλδημοκράτες, δεν ακολούθησαν ποτέ τέτοια πορεία, κι ωστόσο δεν είναι χειρότεροι απ’ όλο τον άλλο κόσμο.

Σε περίπτωση πραγματικού κινδύνου η Σοσιαλδημοκρατία δεν στηρίζει τις ελπίδες της στο «Σιδερένιο Μέτωπο», αλλά στην πρωσική αστυνομία. Λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο! Το γεγονός ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι στρατολογήθηκαν σε μεγάλο μέρος ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες δεν λέει απολύτως τίποτα. Η συνείδηση καθορίζεται από το περιβάλλον, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση. Ο εργάτης που γίνεται αστυνομικός στην υπηρεσία του αστικού κράτους είναι ένας αστός μπάτσος και όχι εργάτης. Τα τελευταία χρόνια, αυτοί οι αστυνομικοί έδωσαν μάχες πολύ περισσότερο ενάντια στους επαναστάτες εργάτες, παρά ενάντια στους εθνικοσοσια λιστές σπουδαστές. Τέτοιο σχολειό δεν μπορεί να μην αφήσει τα ίχνη του. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι κάθε αστυνομικός ξέρει πως οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά η αστυνομία μένει.

Στο πρωτοχρονιάτικο άρθρο του, το θεωρητικό όργανο της Σοσιαλδημοκρατίας «Ελεύθερος Λόγος» (τι ελεεινή φυλλάδα) εξηγεί την βαθειά έννοια της πολιτικής της «ανοχής». Νομίζουν πως ο Χίτλερ δεν θα μπορέσει να φτάσει ποτέ στην εξουσία χωρίς τη θέληση της αστυνομίας και της Ράιχσβερ. Η Ράιχσβερ, κατά το Σύνταγμα, υπακούει στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αρα, συνεπάγεται ότι από τη στιγμή που επικεφαλής του κράτους βρίσκεται ένας πρόεδρος πιστός στο Σύνταγμα, ο φασισμός δεν είναι επικίνδυνος. Πρέπει, λοιπόν, να δοθεί υποστήριξη στην κυβέρνηση Μπρύνινγκ ως τις προεδρικές εκλογές για να εκλεγεί, με τη συμμαχία της κοινοβουλευτικής αστικής τάξης, ένας συνταγματικός πρόεδρος κι έτσι να κλείσει για τον Χίτλερ ο δρόμος προς την εξουσία γι’ άλλα εφτά χρόνια. Εκθέτουμε με κυριολεκτική ακρίβεια το περιεχόμενο του άρθρου1.

Ενα μαζικό κόμμα που καθοδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους (προς το σοσιαλισμό!) πιστεύει ότι το ζήτημα του ποια τάξη θα είναι στην εξουσία στη σημερινή βαθιά συγκλονισμένη Γερμανία, δεν εξαρτάται ούτε από τη μαχητική δύναμη του γερμανικού προλεταριάτου, ούτε από τα τάγματα εφόδου του φασισμού, ούτε από τη σύνθεση της Ράιχσβερ2, αλλά από το αν το αγνό πνεύμα του Συντάγματος της Βαιμάρης (με την αναγκαία ποσότητα καμφοράς και ναφθαλίνης) θα εγκατασταθεί στο προεδρικό μέγαρο. Και τι θα συμβεί αν το πνεύμα της Βαιμάρης αναγνωρίσει σε μια δοσμένη κατάσταση, όπως ο Μπέθμαν Χόλβεγκ, ότι «ανάγκα και οι θεοί πείθονται»; Και τι θα γίνει αν η φθαρτή ύλη που περιβάλλει το πνεύμα της Βαιμάρης, παρά τη ναφθαλίνη και την καμφορά γίνει σκόνη στην πιο ανελέητη ώρα; Και τι θα συμβεί αν… Αλλά τέτοια ερωτήματα μπορεί να βάζει κανείς χωρίς τέλος.

Οι πολιτικάντηδες του ρεφορμισμού, αυτοί οι επιτήδειοι κομπιναδόροι, ραδιούργοι και καριερίστες υπάλληλοι, αυτοί οι κοινοβουλευτικοί μάγειροι και ξεσκολισμένοι άνθρωποι των υπουργείων, μόλις η πορεία των γεγονότων τους πετάξει έξω από τη συνηθισμένη τους σφαίρα και τους βάλει μπροστά σε μεγάλα γεγονότα, αποδείχνονται είναι δύσκολο να βρεθεί πιο απαλός χαρακτηρισμός παντελώς βλάκες.

Το να στηρίζεσαι σ’ ένα πρόεδρο ισοδυναμεί με το να στηρίζεσαι στο «κράτος». Μπροστά στη σύγκρουση που πλησιάζει ανάμεσα στο προλεταριάτο και τη φασιστική μικροαστική τάξη αυτά τα δυο στρατόπεδα αποτελούν μαζί την συντριπτική πλειοψηφία του γερμανικού έθνους οι μαρξιστές του «Φορβαιρτς» καλούν σε βοήθεια το νυχτοφύλακα. «Κράτος, να επέμβεις!» (Staat, greif zu!). Αυτά σημαίνει: «Μπρύνινγκ, μη μας υποχρεώνεις ν’ αμυνθούμε χρησιμοποιώντας τις εργατικές οργανώσεις, γιατί αυτό θα ξυπνούσε ολόκληρο το προλεταριάτο και τότε το κίνημα θα περνούσε πάνω από τις φαλακρές κούτρες της ηγεσίας του κόμματος: αρχίζοντας σαν αντιφασιστικό, το κίνημα θα κατέληγε σαν κομμουνιστικό».

Σ’ αυτό ο Μπρύνινγκ, αν δεν είχε προτιμήσει να σωπάσει, θ’ απαντούσε: «Να τα βγάλω πέρα με το φασισμό, χρησιμοποιώντας τις αστυνομικές δυνάμεις, δεν θα το μπορούσα, ακόμα κι αν το ήθελα. Αλλά δεν θα το ήθελα, ακόμα κι αν το μπορούσα. Να κινήσω τη Ράιχσβερ ενάντια στο φαοισμό σημαίνει να διασπάσω τη Ράιχσβερ, αν όχι να τη σπρώξω ολοκληρωτικά εναντίον μου. Αλλά το ουσιώδες είναι ότι αν στρέψει κανείς το γραφειοκρατικό μηχανισμό ενάντια στο φασισμό, λύνει τα χέρια των εργατών, τους δίνει πλήρη ελευθερία δράσης: οι συνέπειες θα είναι ακριβώς εκείνες που φοβάστε εσείς οι σοσιαλδημοκράτες και που εγώ έχω λόγους να τις φοβάμαι διπλά».

Οι εκκλήσεις της Σοσιαλδημοκρατίας προκαλούν στον κρατικό μηχανισμό, στους δικαστές, στη Ράιχσβερ, στην αστυνομία, αποτέλεσμα αντίθετο από κείνο που προεξοφλούσαν οι εμπνευστές τους. Ο πιο «νομιμόφρων» κρατικός λειτουργός, ο πιο «ουδέτερος», ο λιγότερο δεμένος με την Σοσιαλδημοκρατία σκέφτεται πάνω κάτω έτσι: «Πίσω από τους σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται εκατομμύρια άνθρωποι. Διαθέτουν τεράστια μέσα: τον τύπο, το κοινοβούλιο, τους δήμους. Αυτό που παίζεται είναι το ίδιο τους το τομάρι. Στην πάλη ενάντια στους φασίστες έχουν σίγουρη την υποστήριξη των κομμουνιστων κι ωστόσο αυτοί οι πανίσχυροι κύριοι απευθύνονται σε μένα τον υπάλληλο, για να τους σώσω από την επίθεση ενός κόμματος που συγκεντρώνει εκατομμύρια μέλη που οι αρχηγοί τους μπορούν να γίνουν αύριο προϊστάμενοι μου: οι δουλειές, λοιπόν, αυτών των κυρίων σοσιαλδημοκρατών φαίνεται πως πάνε άσχημα… Είναι, λοιπόν, καιρός να σκεφτώ κι εγώ, ο δημόσιος υπάλληλος, το τομάρι μου». Και τελικά ο «νομιμόφρων» και «ουδέτερος» υπάλληλος, που ως τα χτες ήταν ακόμα διστακτικός, κοιτάζει να σιγουρευτεί διπλά, δηλαδή να συνάψει δεσμούς με τους εθνικοσοσιαλιστές για να εξασφαλίσει το αύριο. Μ’ αυτό τον φόβο, η γραφειοκρατική γραμμή των ρεφορμι στών καταλήγει να δουλεύει για τους φασίστες.

Κρεμασμένη από την αστική τάξη, η Σοσιαλδημοκρατία, είναι παραδομένη σ’ έναν αξιολύπητο ιδεολογικό παρασιτισμό. Πότε αρπάζεται από τις ιδέες των αστών οικονομολόγων, πότε δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει κομματάκια από το μαρξισμό. Αφού μνημόνευσε, από τη μπροσούρα μου, τα επιχειρήματα μου εναντίον της συμμετοχής του Κομμουνιστικού Κόμματος στο χιτλερικό δημοψήφισμα, ο Χίλφερντιγκ συμπέρανε: «Δεν έχουμε αλήθεια, τίποτα να προσθέσουμε σ’ αυτές τις γραμμές για να εξηγήσουμε την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στην κυβέρνηση Μπρύνινγκ». Υστερα απ’ αυτόν σηκώνονται ο Ρέμμελε κι ο Ταλχάιμερ λέγοντας: «Βλεπετε, ο Χίλφερντιγκ στηρίζεται στον Τρότσκι». Ερχεται μετά μια αγοραία φασιστική φυλλάδα και γράφει: «Για τη δουλειά αυτή ο Τρότσκι πληρώθηκε με μια υπόσχεση διαβατηρίου». Ο σταλινικός δημοσιογράφος τηλεγραφεί αυτό το νέο της φασιστικής φυλλάδας στη Μόσχα. Και η σύνταξη της Ισβέστια, όπου εδρεύει ο δυστυχής Ράντεκ, δημοσιεύει αυτό το τηλεγράφημα. Αξίζει να σημειώσουμε αυτή την αλυσίδα των γεγονότων και να την προσπεράσουμε.

Ας ξαναγυρίσουμε στα ζητήματα που είναι πιο σοβαρά. Ο Χίτλερ μπορεί να επιτρέπει στον εαυτό του την πολυτέλεια να έρχεται σε σύγκρουση με τον Μπρύνινγκ, μόνο χάρη στο γεγονός ότι το αστικό καθεστώς στο σύνολο του στηρίζεται στη ράχη της μισής εργατικής τάξης που καθοδηγείται από τον Χίλφερντιγκ και Σία. Εάν η Σοσιαλδημοκρατία δεν είχε ακολουθήσει μια πολιτική ταξικής προδοσίας, ο Χίτλερ, που στην περίπτωση αυτή δεν θα είχε ποτέ φτάσει τη σημερινή του δύναμη, θα γαντζωνόταν στην κυβέρνηση Μπρύνινγκ σαν σε σανίδα σωτηρίας. Αν οι κομμουνιστές είχαν ανατρέψει τον Μπρύνινγκ με τη βοήθεια της Σοσιαλδημοκρατίας, αυτό θα ήταν ένα γεγονός πελώριας πολιτικής σημασίας. Οι συνέπειες από τούτο το γεγονός θα ξεπερνούσαν, σε κάθε περίπτωση τους ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατίας. Ο Χίλφερντιγκ προσπαθεί να βρει μια δικαιολογία για την προδοσία του στην κριτική μας, η οποία απαιτεί να θεωρούν οι κομμουνιστές την προδοσία του Χίλφερντινγκ σα τετελεσμένο γεγονός.

Μ’ όλο που ο Χίλψερντινγκ «δεν έχει τίποτα να προσθέσει» στα λόγια του Τρότσκι, προσθέτει ωστόσο κάτι: ο συσχετισμός των δυνάμεων, λέει, είναι τέτοιος που ακόμα κι αν αποδεχόμαστε τη συντονισμένη δράση των σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών εργατών, δεν θα ήταν δυνατόν «εντείνοντας τον αγώνα, ν’ ανατρέψουμε τον εχθρό και να καταλάβουμε την εξουσία». Σ’ αυτή την παρατήρηση, που ρίχτηκε στα πεταχτά χωρίς να στηρίζεται σε αποδείξεις, βρίσκεται το κέντρο βάρους του ζητήματος. Για τον Χίλφερντινγκ, στη σύγχρονη Γερμανία, όπου το προλεταριάτο αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού και την αποφασιστική παραγωγική δύναμη της κοινωνίας, η κοινή πάλη της Σοσιαλδημοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν θα μπορούσε να δώσει την εξουσία στο προλεταριάτο! Μα τότε, πότε είναι η ακριβής στιγμή που η εξουσία θα μπορέσει να περάσει στα χέρια του προλεταριάτου; Πριν απ’ τον πόλεμο, υπήρχε μια προοπτική αυτόματης ανάπτυξης του καπιταλισμού, ανάπτυξης του προλεταριάτου και ανάλογης ανάπτυξης της Σοσιαλδημοκρατίας. Ο πόλεμος διέκοψε αυτή την εξελικτική πορεία και καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θα την αποκαταστήσει. Η αποσύνθεση του καπιταλισμού σημαίνει ότι το ζήτημα της εξουσίας πρέπει να λυθεί πάνω στη βάση των σημερινών παραγωγικών δυνάμεων. Παρατείνοντας την αγωνία του καπιταλιστικού καθεστώτος, η Σοσιαλδημοκρατία οδηγεί στη παραπέρα παρακμή της οικονομίας, στον κατακερματισμό του προλεταριάτου, στην κοινωνική γάγγραινα. Δεν έχει πια καμιά άλλη προοπτική μπροστά της: αύριο θα είναι χειρότερα από σήμερα και μεθαύριο χειρότερα από αύριο. Αλλά οι ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατίας δεν τολμούν πια να διεισδύσουν στο μέλλον. Απέκτησαν όλα τα ελαττώματα μιας άρχουσας τάξης καταδικασμένης να πεθάνει: ελαφρότητα, παράλυση της βούλησης, μια τάση να κλείνουν τα μάτια μπροστά στα γεγονότα και να ελπίζουν στα θαύματα. Για να πούμε την αλήθεια, οι οικονομικές έρευνες του Τάρνοφ εκπληρώνουν σήμερα την ίδια «αποστολή» με τα παρηγορητικά οράματα οποιουδήποτε Ρασπούτιν.

«Οι Σοσιαλδημοκράτες μαζί με τους Κομμουνιστές δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν της εξουσία». Νάτος ο μορφωμένος (gebildet) μικροαστός, φαντασμένος και ταυτόχρονα βαθύτατα φοβιτσιάρης που είναι διαποτισμένος από την κορυφή ως τα νύχια από δυσπιστία και περιφρόνηση για τις μάζες. Η Σοσιαλδημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα έχουν μαζί περίπου το 40% από τους ψήφους, μ’ όλο που οι προδοσίες της Σοσιαλδημοκρατίας και τα σφάλματα του Κομμουνιστικού Κόμματος σπρώχνουν εκατομμύρια ανθρώπους στην πολιτική αδιαφορία και μάλιστα στο στρατόπεδο του Εθνικοσοσιαλισμού. Και μόνο το γεγονός της κοινής δράσης αυτών των δύο κομμάτων, μιας δράσης που θα άνοιγε στις μάζες καινούργιες προοπτικές, θ’ αυξήσει αμέτρητα την πολιτική δύναμη του προλεταριάτου. Αλλά ας πάρουμε για αφετηρία το 40%. Ο Μπρύνινγκ κι ο Χίτλερ έχουν περισσότερους. Κι ωστόσο μόνο αυτές οι τρεις παρατάξεις μπορούν να κυβερνήσουν τη Γερμανία: το προλεταριάτο, το κόμμα του Κέντρου και οι φασίστες. Αλλά ο μορφωμένος μικροαστός έχει αφομοιώσει ως το μεδούλι τούτη τη θέση: στον αντιπρόσωπο του κεφαλαίου δεν χρειάζεται πάνω από το 20% των ψήφων για να κυβερνήσει, αφού η αστική τάξη διαθέτει τις τράπεζες, τα τραστ, τις κοινοπραξίες, τους σιδηρόδρομους. Είναι αλήθεια ότι ο γραμματισμένος μικροαστός μας ήθελε εδώ και δώδεκα χρόνια να τα «κοινωνικοποιήσει» όλα αυτά, αλλά αυτό θα παρατραβούσε το σχοινί. Πρόγραμμα κοινωνικοποίησης ναι. Απαλλοτρίωση των α παλλοτριωτών αυτό όχι: αυτό πια είναι Μπολσεβικισμός.

Αντιμετωπίσαμε πιο πάνω το συσχετισμό των δυνάμεων από την κοινοβουλευτική του όψη. Αλλά αυτή είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μιας καταπιεζόμενης τάξης υπολείπεται σημαντικά από την πραγματική δύναμή της και το αντίθετο. Η αντιπροσώπευση της αστικής τάξης, ακόμα και την παραμονή της κατάρρευσής της, είναι πάντα μασκάρεμα της υποτιθέμενης ισχύος της. Μόνο η επαναστατική πάλη παρουσιάζει γυμνό τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων. Στην άμεση και ανοιχτή πάλη για την εξουσία, το προλεταριάτο, όταν δεν παραλύει από το εσωτερικό σαμποτάζ από τον Αυστρομαρξισμό και τις άλλες μορφές προδοσίας αναπτύσσει μια δύναμη που ξεπερνάει κατά πολύ την κοινοβουλευτική του έκφραση.

Ας ξαναθυμηθούμε ακόμα μια φορά το ανεκτίμητο μάθημα της ιστορίας: ακόμα κι αφού κατέλαβαν την εξουσία και σταθεροποιήθηκαν σ’ αυτή, οι Μπολσεβίκοι είχαν στη Συντακτική Συνέλευση λιγότερο από το ένα τρίτο των ψήφων. Μαζί με τους Αριστερούς Εσέρους είχαν λιγότερο από τα 40%. Παρά τη φοβερή οικονομική παράλυση, παρά τον πόλεμο, παρά την προδοσία της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας και πριν απ’ όλα της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, παρά την αντίδραση από την μεταπολεμική κούραση, παρά την ανάπτυξη των βερμιδωριανών τάσεων, η πρώτη εργατική κυβέρνηση στέκει όρθια εδώ και 14 χρόνια. Τι πρέπει να πούμε για τη Γερμανία; Τη στιγμή που ο σοσιαλδημοκράτης εργάτης και ο κομμουνιστής εργάτης θα ξεσηκωθούν μαζί για να καταλάβουν την εξουσία, το εγχείρημα θα έχει τελειώσει κατά τα εννέα δέκατα.

Ωστόσο, λέει ο Χίλφερντινγκ, εάν η Σοσιαλδημοκρατία ψήφιζε ενάντια στην κυβέρνηση Μπρύνινγκ και την ανέτρεπε, αυτό θα είχε σαν συνέπεια την άνοδο των φασιστών στην εξουσία. Στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, ίσως να φαίνεται έτσι το πράγμα. Αλλά το ίδιο ζήτημα δεν εξαντλείται στο κοινοβουλευτικό πλαίσιο. Η Σοσιαλδημοκρατία θα μπορούσε ν’ αρνηθεί να υποστηρίξει τον Μπρύνινγκ μονάχα στην περίπτωση που θ’ αποφάσιζε να βαδίσει στο δρόμο της επαναστατικής πάλης. Υποστήριξη στον Μπρύνινγκ ή αγώνας για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος. Η ψήφος της Σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στον Μπρύνινγκ θ’ άλλαζε αμέσως το συσχετισμό των δυνάμεων όχι πάνω στη σκακιέρα της Βουλής, που οι φιγούρες της θα μπορούσαν να εξαφανιστούν κάτω από το τραπέζι, αλλά στην αρένα της ταξικής επαναστατικής πάλης. Οι δυνάμεις της εργατικής τάξης με μια τέτοια στροφή, δεν θα διπλασιάζονταν, αλλά θα δεκαπλασιάζονταν γιατί ο ηθικός παράγοντας δεν κατέχει την τελευταία θέση στην ταξική πάλη, προπάντων κατά τις μεγάλες ιστορικές καμπές. Το ανεβασμένο ηθικό θα διαπερνούσε όλα τα στρώματα του λαού. Το προλεταριάτο θα έλεγε στον εαυτό του πως αυτό το ίδιο και μόνο αυτό καλείται να δώσει σήμερα μιαν άλλη κατεύθυνση, πιο υψηλή, σ’ αυτό το έθνος. Η κατάρρευση και η αποσύνθεση του στρατού του Χίτλερ θ’ άρχιζε πολύ πριν από τους αποφασιστικούς αγώνες. Σίγουρα, θα ήταν αδύνατο ν’ αποφύγουμε τις μάχες, αλλά με τη σταθερή θέληση για νίκη και με μια τολμηρή επίθεση, η νίκη θα κερδιζόταν πολύ πιο εύκολα απ’ ότι μπορεί να φανταστεί ο πιο υπεραισιόδοξος επαναστάτης.

Λίγο χρειάζεται για μια τέτοια νίκη: μια στροφή της Σοσιαλδημοκρατίας στο δρόμο της επανάστασης. Να υπολογίζει κανείς σε μια αυθόρμητη στροφή των ηγετών, ύστερα από την πείρα των ετών 1914 1932, θα ήταν η πιο γελοία αυταπάτη. Ομως άλλο πράγμα είναι η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών εργατών: οι εργάτες αυτοί μπορούν να κάνουν μια στροφή και θα την κάνουν χρειάζεται μονάχα να τους βοηθήσουμε. Αλλά θα είναι μια στροφή όχι μόνο ενάντια στο αστικό κράτος, αλλά κι ενάντια στην κορυφή του ίδιου του κόμματος τους.

Εδώ, ο Αυστρομαρξιστής μας που «δεν έχει τίποτα να προσθέσει», θα προσπαθήσει και πάλι να μας αντιτάξει αποσπάσματα από τα ίδια μας τα έργα: δεν γράψαμε, πραγματικά, ότι η πολιτική της σταλινικής γραφειοκρατίας αντιπροσωπεύει μια αλυσίδα από λάθη, δεν στιγματίσαμε τη συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος στο δημοψήφισμα του Χίτλερ; Μάλιστα, γράψαμε, μάλιστα, στιγματίσαμε. Αλλά εάν αγωνιζόμαστε εναντίον της σταλινικής ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι ακριβώς γιατί είναι ανίκανη να τσακίσει τη Σοσιαλδημοκρατία, ν’αποσπάσει από την επιρροή της τις μάζες και να λευτερώσει την ατμομηχανή της ιστορίας από ένα σκουριασμένο φρένο. Με τις ταλαντεύσεις της, η σταλινική γραφειοκρατία συντηρεί τη Σοσιαλδημοκρατία επιτρέποντάς της να ξαναστέκεται κάθε φορά στα πόδια της.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι κόμμα προλεταριακό και αντιαστικό, έστω και αν καθοδηγείται λαθεμένα. Η Σοσιαλδημοκρατία, παρά την εργατική της σύνθεση, είναι πέρα για πέρα αστικό κόμμα που, μέσα σε «κανονικές» συνθήκες διευθύνεται επιτήδεια από την άποψη των αστικών στόχων, αλλά που δεν αξίζει τίποτα σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες είναι αναγκασμένοι παρά τη θέλησή τους, ν’ αναγνωρίσουν τον αστικό χαρακτήρα της Σοσιαλδημοκρατίας. Μιλώντας για την κρίση και την ανεργία, ο Τάρνοφ επαναλαμβάνει τις παλιές φράσεις για τη «ντροπή του καπιταλιστικού πολιτισμού», όπως ένας Προτεστάντης παπάς μιλάει για την αμαρτία του πλούτου. Για το σοσιαλισμό ο Τάρνοφ μιλάει, όπως ακριβώς ο ίδιος παπάς μιλάει για την ανταμοιβή μετά θάνατον. Αλλά εκφράζεται ολότελα διαφορετικά όταν μπαίνουν συγκεκριμένα ζητήματα: «εάν στις 14 του Σεπτέμβρη, αυτό το φάντασμα (η ανεργία) δεν βρισκόταν μπροστά στις εκλογικές κάλπες, αυτή η μέρα θα είχε μια άλλη φυσιογνωμία στην ιστορία της Γερμανίας» (έκθεση στο Συνέδριο της Λειψίας). Η Σοσιαλδημοκρατία έχασε ψήφους και έδρες γιατί ο καπιταλισμός, με την κρίση αποκάλυψε το αυθεντικό του πρόσωπο. Η κρίση δεν δυνάμωσε το κόμμα του «σοσιαλισμού» αλλά αντίθετα το εξασθένησε, όπως αδυνάτισε τον τζίρο του εμπορίου, τα ταμεία των τραπεζών, τη σταθερότητα του Χούβερ και του Φορντ, τα εισοδήματα του πρίγκη πα του Μονακό κτλ. Οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις της οικονομικής συγκυρίας πρέπει ν’ αναζητηθούν σήμερα όχι στις αστικές εφημερίδες, αλλά στις σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες. Μπορεί να υπάρξουν πιο αδιάψευστες αποδείξεις για τον αστικό χαρακτήρα αυτού του κόμματος; Εάν η αρρώστια του καπιταλισμού σημαίνει και αρρώστια της Σοσιαλδημοκρατίας, το πλησίασμα του θανάτου του καπιταλισμού σημαίνει ότι επίκειται ο θάνατος και της Σοσιαλδημοκρατίας. Ενα κόμμα που στηρίζεται στους εργάτες, αλλά το χρησιμοποιεί η αστική τάξη δεν μπορεί σε μια περίοδο ακραίας όξυνσης της ταξικής πάλης, να μη νιώσει την πνοή του τάφου

Σημειώσεις:

  1. Το άρθρο είναι υπογραμμένο μετριόφρονα με τα αρχικά Ε.Χ. Αυτά τα αρχικά πρέπει να χαραχτούν στη μνήμη των γενεών. Οι εργατικές γενεές των διαφόρων χωρών δεν δούλευαν μάταια. Οι μεγάλοι στοχαστές και οι επαναστάτες αγωνιστές, δεν έζησαν πάνω στη γη μας χωρίς να αφήσουν ίχνη. Ο Ε.Χ. υπάρχει, αγρυπνεί και δείχνει το δρόμο στο γερμανικό προλεταριάτο. Οι κακές γλώσσες βεβαιώνουν ότι ο Ε.Χ. συγγενεύει με τον Ε. Χάϊλμαν, που διακρίθηκε τον καιρό του πολέμου μ’ εάν σωβινισμό ιδιαίτερα βρώμικο. Είναι απίστευτο: μια τόσο φωτεινή διάνοια;…
  2. Ράϊχσβερ: ο στρατός του Ράιχ (σ.τ.μ.)

2. Δημοκρατία και φασισμός

Η 11η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς έκρινε απαραίτητο να βάλει τέρμα στις λαθεμένες αντιλήψεις που πηγάζουν από «την φιλελεύθερη ερμηνεία της αντίθεσης ανάμεσα στις κοινοβουλευτικές μορφές της αστικής δικτατορίας και τις ανοιχτά φασιστικές μορφές…». Το νόημα αυτής της σταλινικής φιλοσοφίας είναι πολύ απλό: από τη μαρξιστική άρνηση της απόλυτης αντίθεσης εξάγει την άρνηση κάθε αντίθεσης, ακόμα και σχετικής. Αυτό είναι το τυπικό λάθος του χυδαίου ριζοσπαστισμού. Αλλά αν ανάμεσα στη δημοκρατία και το φασισμό δεν υπάρχει καμιά αντίθεση, ακόμα και στον τομέα των μορφών κυριαρχίας της αστικής τάξης, αυτά τα δυο καθεστώτα θα έπρεπε απλούστατα να συμπίπτουν. Από δω πηγάζει το συμπέρασμα: σοσιαλδημοκρατία = φασισμός. Ωστόσο, για κάποιο λόγο αποκαλούν τη σοσιαλδημοκρατία, σοσιαλφασισμό. Τι σημαίνει μέσα σ’ αυτό το συνδυασμό η λέξη «σοσιάλ»; Κανείς δεν μας το έχει ακόμα εξηγήσει ως τώρα1.

Ωστόσο η φύση των πραγμάτων δεν αλλάζει με τις αποφάσεις των ολομελειών της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ανάμεσα στη δημοκρατία και το φασισμό, υπάρχει μια αντίθεση. Αυτή η αντίθεση δεν είναι καθόλου «απόλυτη» ή, για να μιλήσουμε σαν μαρξιστές, δεν σημαίνει καθόλου την αντίθεση των δύο ασυμφιλίωτων τάξεων. Σημαίνει, όμως διαφορετικά συστήματα κυριαρχίας μιας μόνης και της ίδιας τάξης. Αυτά τα δυο συστήματα, το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα και το φασιστικό σύστημα, κερδίζουν υποστήριξη από διαφορετικούς συνδυασμούς των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων τάξεων και συγκρούονται αναπόφευκτα και με τρόπο οξύ το ένα με το άλλο.

Η Σοσιαλδημοκρατία, που σήμερα είναι ο κύριος αντιπρόσωπος του αστικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος, στηρίζεται πάνω στους εργάτες. Ο φασισμός στηρίζεται πάνω στη μικροαστική τάξη. Η Σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να έχει επιρροή χωρίς τις μαζικές εργατικές οργανώσεις. Ο φασισμός δεν μπορεί να στερεώσει την εξουσία του, χωρίς να καταστρέψει τις εργατικές οργανώσεις. Ο κύριος στίβος της Σοσιαλδημοκρατίας είναι το κοινοβούλιο. Το σύστημα του φασισμού στηρίζεται στην καταστροφή του κοινοβουλευτισμού. Για τη μονοπωλιακή αστική τάξη, το κοινοβουλευτικό καθεστώς και το φασιστικό καθεστώς αντιπροσωπεύουν απλώς διαφορετικά όργανα της κυριαρχίας της: καταφεύγει στο ένα ή στο άλλο ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες. Αλλά για τη Σοσιαλδημοκρατία, όπως και για το φασισμό, η εκλογή του ενός ή του άλλου οχήματος έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Κάτι παραπάνω, αποτελεί γι’ αυτούς ζήτημα ζωής ή θανάτου από πολιτική άποψη.

Η ώρα του φασιστικού καθεστώτος φτάνει τη στιγμή που τα «κανονικά» α στυνομικοστρατιωτικά μέσα της αστικής δικτατορίας με το κοινοβουλευτικό τους περικάλυμμα αποδείχνονται ανεπαρκή για να διατηρηθεί η κοινωνία σε ισορροπία.

Δια μέσω του φασιστικού πρακτορείου, ο καπιταλισμός κινητοποιεί τις μάζες της λυσσασμένης μικροαστικής τάξης, τις συμμορίες του ξεπεσμένου και εξαχρειωμένου λούμπεν προλεταριάτου, όλες αυτές τις αναρίθμητες ανθρώπινες υπάρξεις που το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο σπρώχνει στην απελπισία και τη λύσσα. Η αστική τάξη απαιτεί από το φασισμό να κάνει μια «ειδική» εργασία· από τη στιγμή που καταφεύγει στις μεθόδους του εμφύλιου πολέμου, θέλει να έχει ειρήνη για πολλά χρόνια. Και ο φασισμός χρησιμοποιώντας τη μικροαστική τάξη σαν πολιορκητικό κριό κι εκμηδενίζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, συνεχίζει το έργο του ως το τέρμα τσακίζοντας όλα τα εμπόδια στο πέρασμά του. Η νίκη του φασισμού καταλήγει στην άμεση και απροκάλυπτη μονοπώληση από το χρηματιστικό κεφάλαιο όλων των οργάνων και θεσμών κυριαρχίας, διοίκησης κι εκπαίδευσης: του κρατικού μηχανισμού και του στρατού, των δήμων, των πανεπιστημίων, των σχολείων, του τύπου, των συνδικάτων, των συνεταιρισμών. Η φασιστικοποίηση του κράτους σημαίνει όχι μονάχα μουσολινοποίηση των μορφών και των μεθόδων διοίκησης σ’ αυτό τον τομέα οι αλλαγές παίζουν τελικά δευτερεύοντα ρόλο αλλά πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα εκμηδένιση των εργατικών οργανώσεων, μετατροπή του προλεταριάτου σε μια άμορφη κατάσταση, δημιουργία ενός συστήματος από οργανώσεις που διεισδύουν βαθιά μέσα στις μάζες και προορίζονται να εμποδίσουν την ανεξάρτητη αποκρυστάλλωση του προλεταριάτου. Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η ουσία του φασιστικού καθεστώτος.

Αυτά που είπαμε παραπάνω δεν αντιφάσκουν με το γεγονός ότι ανάμεσα στο δημοκρατικό σύστημα και το φασιστικό σύστημα δημιουργείται για μια ορισμένη περίοδο ένα μεταβατικό καθεστώς που περιλαμβάνει γνωρίσματα και του ενός και του άλλου συστήματος: τέτοιος είναι γενικά ο νόμος που καθορίζει την αντικατάσταση ενός κοινωνικού καθεστώτος από ένα άλλο, ακόμα και καθεστώτων ασυμφιλίωτα εχθρικών. Υπάρχουν στιγμές που η αστική τάξη στηρίζεται και στη σοσιαλδημοκρατία και στο φασισμό, όταν δηλαδή μεταχειρίζεται ταυτόχρονα και τον εκλογικό και τον τρομοκράτη πράκτορά της. Τέτοια υπήρξε, με μια ορισμένη έννοια, η κυβέρνηση Κερένσκι, τους τελευταίους μήνες της ύπαρξής της: στηριζόταν κατά το μισό πάνω στα Σοβιέτ και παζάρευε ταυτόχρονα με τον Κορνίλοφ. Τέτοια είναι και η κυβέρνηση Μπρύνινγκ που χορεύει πάνω ο’ ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα σε δυο ασυμφιλίωτα στρατόπεδα, βαστώντας τα έκτακτα διατάγματα στα χέρια σαν κοντάρι για να κρατά ισορροπία. Αλλά μια τέτοια κατάσταση στο κράτος και την κυβέρνηση έχει προσωρινό χαρακτήρα. Εκφράζει μια μεταβατική περίοδο όπου η σοσιαλδημοκρατία πλησιάζει κιόλας να εξαντλήσει την αποστολή της, ενώ ούτε ο κομμουνισμός, ούτε ο φασισμός είναι ακόμα έτοιμοι να καταλάβουν την εξουσία.

Οι ιταλοί κομμουνιστές, αναγκασμένοι από πολύ καιρό να καταπιαστούν με το ζήτημα του φασισμού, διαμαρτυρήθηκαν πολλές φορές για την συχνή κατάχρηση στη χρησιμοποίηση της έννοιας του φασισμού. Την εποχή του 6ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Ερκολι 2 ανέπτυσσε σχετικά με το φασισμό απόψεις που τώρα θεωρούνται «τροτσκιστικές». Προσδιορίζοντας το φασισμό σαν το σύστημα αντίδρασης που είναι αδιάλλακτο και ασυμβίβαστο, ο Ερκολι εξηγούσε:

Αυτή η διακυβέρνηση δεν στηρίζεται στις πράξεις άγριας τρομοκρατίας ή στο μεγάλο αριθμό σκοτωμένων εργατών και χωρικών ή στη φρικαλεότητα διαφόρων ειδών βασανιστηρίων που εφαρμόζονται πλατιά ή στην αυστηρότητα των δικασιηρίων. Στηρίζεται στη συστηματική καταστροφή κάθε μορφής ανεξάρτητης οργάνωσης των μαζών.

Ο Ερκολι έχει εδώ ολότελα δίκιο: η ουσία κι ο ρόλος του φασισμού είναι να διαλύσει εντελώς τις εργατικές οργανώσεις και να εμποδίσει την αναβίω σή τους. Σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί μονάχα με αστυνομικά μέσα. Η μόνη μέθοδος για να το το πετύχει είναι ν’ αντιτάξει στην πίεση του προλεταριάτου τη στιγμή της εξασθένιοής του την πίεση των λυσσασμένων μικροαστικών μαζών. Αυτό ακριβώς το ιδιαίτερο σύστημα της καπιταλιστικής αντίδρασης μπήκε στην ιστορία με το όνομα του φασισμού.

Το ζήτημα των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στο φασισμό και τη σοσιαλδημοκρατία», έγραψε ο Ερκολι, «είναι μέρος του ίδιου επιχειρήματος (ότι δηλαδή ο φασισμός και οι εργαιικές οργανώσεις είναι ασυμβίβαστοι). Από την άποψη αυτή ο φασισμός διαφέρει απ’ όλα τα άλλα αντιδραστικά καθεστώτα που έχουν επικρατήσει ως τώρα στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Απορρίπτει κάθε συμβιβασμό με τη σοσιαλδημοκρατία, την καταδιώκει άγρια, την αποστερεί από κάθε δυνατότητα νόμιμης ύπαρξης, την αναγκάζει να γίνει εμιγκρες.

Τα παραπάνω γράφονταν σε άρθρο που είχε δημοσιευτεί στο καθοδηγητικό όργανο της Κομμουνιστικής Διεθνούς! Υστερα απ’ αυτό ο Μανουίλσκι «σφύριξε» στο αυτί του Μολότοφ τη μεγάλη ιδέα της «τρίτης περίοδου». Η Γαλλία, η Γερμανία και η Πολωνία τοποθετήθηκαν με διάταγμα «στην πρώτη γραμμή της επαναστατικής εφόδου». Σαν άμεσο καθήκον διακηρύχτηκε η κατάληψη της εξουσίας. Κι αφού αντιμέτωποι με την προλεταριακή εξέγερση, όλα τα κόμματα εκτός από το Κομμουνιστικό Κόμμα, είναι αντεπαναστατικά, δεν υπήρχε ανάγκη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο φασισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Η θεωρία του σοσιαλφασισμού καθιερώθηκε. Οι υπάλληλοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς επανεξοπλίστηκαν. Ο Ερκολι αναγκάστηκε ν’ αποδείξει ότι μπορεί η αλήθεια να του είναι αγαπητή, αλλά ο Μολότοφ του είναι ακόμα πιο αγαπητός… και έγραψε μια έκθεση για να υπερασπίσει τη θεωρία του σοσιαλφασισμού. «Η ιταλική Σοσιαλδημοκρατία», διακήρυξε ο Ερκολι το Φλεβάρη του 1930, «φασισπκοποιείται μ’ εξαιρετικά μεγάλη ευκολία». Αλλοί μονο! Με ακόμα πιο μεγάλη ευκολία μεταβάλλονται σε δουλοπρεπείς υπηρέτες οι υπάλληλοι του επίσημου κομμουνισμού.

Η κριτική που ασκήσαμε στην θεωρία και την πρακτική της «τρίτης περιόδου» κηρύχτηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, αντεπαναστατική. Ωστόσο, η ολέθρια εμπειρία που κόστισε πανάκριβα στην προλεταριακή πρωτοπορία, τους ανάγκασε να κάνουν στροφή και σ’ αυτό τον τομέα. Η «τρίτη περίοδος» αναθεωρήθηκε και ο ίδιος ο Μολότοφ συνταξιοδοτήθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή. Αλλά η θεωρία του σοσιαλφασισμού διατηρήθηκε σαν ο μόνος ώριμος καρπός της τρίτης περίοδου. Εδώ δεν μπορούσαν να γίνουν αλλαγές: με την «τρίτη περίοδο» συνδεόταν μονάχα ο Μολότοφ, ενώ με τον σοσιαλφασι σμό ήταν ανακατεμένος και ο ίδιος ο Στάλιν.

Σαν επίγραμμα στις έρευνές της για το σοσιαλφασισμό, η Ρότε Φάνε (Κόκκινη Σημαία εφημ. του ΚΚΓ, σ.τ.μ.) διάλεξε τα λόγια του Στάλιν:

Ο φασισμός είναι η στρατιωτική οργάνωση της αστικής τάξης που στηρίζεται στην ενεργή βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία είναι, μιλώντας αντικειμενικά, η μετριοπαθής πτέρυγα του φασισμού.

«Μιλώντας αντικειμενικά», έχει γίνει μόνιμη συνήθεια του Στάλιν όταν επιχειρεί να γενικεύσει, η πρώτη του φράση να έρχεται σε αντίφαση με την δεύτερη και να συμπεραίνει στη δεύτερη αυτά που δεν συνεπάγεται από την πρώτη. Οτι η αστική τάξη στηρίζεται στη Σοσιαλδημοκρατία και ότι ο φασισμός είναι μια οργάνωση μάχης της αστικής τάξης, αυτό είναι πέρα για πέρα αναμφισβήτητο και γνωστό από πολύ καιρό. Αλλά από το γεγονός αυτό συνεπάγεται μονάχα ότι η Σοσιαλδημοκρατία κι ο φασισμός είναι και σι δυο όργανα του μεγάλου κεφαλαίου. Πώς η Σοσιαλδημοκρατία γίνεται ταυτόχρονα και «πτέρυγα» του φασισμού, αυτό είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Εξίσου βαθύς είναι κι ο άλλος ορισμός του ίδιου συγγραφέα: ο φασισμός και η Σοσιαλδημοκρατία δεν είναι εχθροί, αλλά δίδυμα αδέλφια. Δίδυμοι μπορούν να είναι οι χειρότεροι εχθροί. Κι άλλωστε, οι σύμμαχοι δεν χρειάζεται να έχουν γεννηθεί αναγκαστικά την ίδια μέρα κι από την ίδια μητέρα. Στο κατασκεύασμα του Στάλιν δεν απουσιάζει μονάχα η διαλεκτική, αλλά ακόμα κι αυτή η τυπική λογική. Η δύναμη αυτού του κατασκευάσματος βρίσκεται σε τούτο: κανένας δεν τολμάει να το αντικρούσει.

Ανάμεσα στο φασισμό και τη δημοκρατία δεν υπάρχει διαφορά στο «ταξικό περιεχόμενο», μας διδάσκει, ύστερα από τον Στάλιν, ο Βέρνερ Χιρς 2 («Η Διεθνής», Γενάρης 1932). Το πέρασμα από τη δημοκρατία στο φασισμό μπορεί να έχει χαρακτήρα «οργανικής εξέλιξης», δηλαδή μπορεί να γίνει «βαθμιαία και αναίμακτα». Αυτός ο συλλογισμός θα άφηνε εμβρόντητο τον καθένα, αν οι επίγονοι δεν μας είχαν εξοικιώσει με τέτοιου τύπου κατακεραυνωτικούς ορισμούς.

Ανάμεσα στη δημοκρατία και το φασισμό δεν υπάρχει «ταξική διαφορά». Αυτό πρέπει να σημαίνει, προφανώς, ότι η δημοκρατία έχει αστικό χαρακτήρα, όπως κι ο φασισμός. Δεν αμφιβάλλαμε γι’ αυτό και πριν από τον Γενάρη του 1932. Αλλά η κυρίαρχη τάξη δεν ζει στο κενό. Διατηρεί συγκεκριμένες σχέσεις με τις άλλες τάξεις. Στο «δημοκρατικό» καθεστώς της εξελιγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας, η αστική τάξη στηρίζεται κυρίως πάνω στην εργατική τάξη που την έχουν κάτω από τον έλεγχο τους οι ρεφορμιστές. Αυτά το σύστημα εκφράζεται με τον πιο τέλειο τρόπο στην Αγγλία, κάτω από την Εργατική κυβέρνηση, όσο και κάτω από τη Συντηρητική κυβέρνηση. Στο φασιστικό καθεστώς, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο, το κεφάλαιο στηρίζεται στη μικροαστική τάξη που καταστρέφει τις οργανώσεις του προλεταριάτου. Τέτοιο είναι το παράδειγμα της Ιταλίας! Υπάρχει καμιά διαφορά στο «ταξικό περιεχόμενο» ανάμεσα σ’ αυτά τα καθεστώτα; Αν τεθεί μονάχα το ζήτημα της κυρίαρχης τάξης, δεν υπάρχει καμιά διαφορά. Αλλά αν αντιμετωπίσουμε την κατάσταση και τις σχέσεις ανάμεσα σε όλες τις τάξεις, η διαφορά αποκαλύπτεται αρκετά μεγάλη από την άποψη του προλεταριάτου.

Για πολλές δεκάδες χρόνια μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας την και παλεύοντας ενάντιά της, οι εργάτες έχτισαν τα φρούρια τους, τις βάσεις τους, τις εστίες της προλεταριακής δημοκρατίας τους: συνδικάτα, κόμματα, μορφωτικές λέσχες, αθλητικές οργανώσεις, συνεταιρισμούς κτλ. Το προλεταριάτο μπορεί να φτάσει στην εξουσία όχι μέσα στα τυπικά πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, αλλά μονάχα από τον επαναστατικό δρόμο. Κι αυτό έχει αποδειχτεί και από τη θεωρία και από την πείρα. Αλλά ακριβώς για να τραβήξει τον επαναστατικό δρόμο, το προλεταριάτο έχει ανάγκη από τις βάσεις και τα στηρίγματα της εργατικής δημοκρατίας στο εσωτερικό του αστικού κράτους. Η δημιουργία τέτοιων βάσεων υπήρξε το έργο της 2ης Διεθνούς την εποχή που εκπλήρωνε ακόμα μιαν ιστορικά προοδευτική αποστολή.

Η ουσιαστική και μοναδική αποστολή του φασισμού είναι να καταστρέψει από τα θεμέλιά τους όλους τους θεσμούς της προλεταριακής δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό έχει για το προλεταριάτο κάποια «ταξική σημασία» ή όχι; Ας το σκεφτούν λιγάκι οι μεγάλοι μας θεωρητικοί. Ανακηρύσσοντας σαν αστικό το καθεστώς · πράγμα που είναι αναμφισβήτητο ο Χιρς και οι δάσκαλοι του ξεχάσανε μια λεπτομέρεια: τη θέση του προλεταριάτου μέσα στο καθεστώς. Αντικαθιστούν την ιστορική διαδικασία με μιαν κούφια κοινωνιολογική αφαίρεση. Αλλά η πάλη των τάξεων ξετυλίγεται στο ιστορικό πεδίο κι όχι στη στρατόσφαιρα της κοινωνιολογίας. Η αφετηρία του αγώνα ενάντια στο φασισμό, δεν είναι η αφηρημένη έννοια του δημοκρατικού κράτους, αλλά οι ζωντανές οργανώσεις του ίδιου του προλεταριάτου, στις οποίες συγκεντρώνεται όλη η πείρα του και οι οποίες προετοιμάζουν το μέλλον του.

Η θέση ότι το πέρασμα από τη δημοκρατία στο φασισμό μπορεί να έχει «οργανικό» και «βαθμιαίο» χαρακτήρα δεν σημαίνει τίποτα άλλο από τούτο: ότι μπορούν ν’ αφαιρέσουν από το προλεταριάτο όχι μονάχα όλες τις υλικές του κατακτήσεις το δοσμένο βιοτικό επίπεδο, την κοινωνική νομοθεσία, τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα αλλά επίσης και το βασικό όπλο με το οποίο πέτυχε αυτές τις κατακτήσεις, δηλαδή τις οργανώσεις του, κι αυτό να γίνει χωρίς πολλή φασαρία και συγκρούσεις. Η «αναίμακτη» μετάβαση στο φασισμό, προϋποθέτει έτσι την τρομερότερη πολιτική συνθηκολόγηση του προλεταριάτου που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Οι θεωρητικοί συλλογισμοί του Βέρνερ Χιρς δεν είναι τυχαίο γεγονός: ε πεξεργαζόμενος παραπέρα τα θεωρητικά αποφθέγματα του Στάλιν, γενικεύει ταυτόχρονα ολόκληρη τη σημερινή πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι κύριες προσπάθειές του έχουν σαν στόχο ν’ αποδείξουν ότι ανάμεσα στο καθεστώς του Μπρύνινγκ και το καθεστώς του Χίτλερ δεν υπάρχει διαφορά. Ο Τέλμαν κι ο Ρέμμελε βλέπουν σ’ αυτό την πεμπτουσία της μπολσε βίκικης πολιτικής.

Η υπόθεση δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Η ιδέα ότι η νίκη του φασισμού δεν θα φέρει και τίποτα το καινούργιο, προπαγανδίζεται σήμερα με ζήλο σε όλα τα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στο τεύχος του Γενάρη της γαλλικής επιθεώρησης ‘Τετράδια του Κομμουνισμού» 4, διαβάζουμε:

«Οι τροτσκιστές, ενεργώντας στην πράξη όπως ο Μπράιτσαϊντ, επαναλαμβάνουν την περίφημη σοσιαλδημοκρατική θεωρία του «μικρότερου κακού». Σύμφωνα μ’ αυτή ο Μπρύνινγκ είναι λιγότερο κακός από τον Χίτλερ, ο θάνατος από πείνα κάτω από τον Μπρύνινγκ λιγότερο δυσάρεστος από το θάνατο από πείνα κάτω από τον Χίτλερ και είναι απέραντα προτιμότερο να τουφεκιστείς από τον Γκραί νερ παρά από τον Φρικ».

Αυτή η περικοπή δεν είναι η πιο ηλίθια που υπάρχει στο κείμενο, αν και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι αρκετά ηλίθια. Ομως, δυστυχώς, εκφράζει όλη την ουσία της πολιτικής φιλοσοφίας των ηγετών της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η ουσία του ζητήματος είναι ότι οι σταλινικοί συγκρίνουν δυο καθεστώτα από την άποψη της χυδαίας δημοκρατίας. Πραγματικά, αν εξετάσουμε το καθεστώς Μπρύνινγκ με το κριτήριο της τυπικής «δημοκρατίας», το συμπέρασμα είναι αναμφισβήτητο: από το περήφανο Σύνταγμα της Βαιμάρης απόμειναν μόνο πετσί και κόκκαλα. Αλλά, για μας, αυτά το γεγονός δεν λύνει το ζήτημα. Πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα από την άποψη της προλεταριακής δημοκρατίας. Κι αυτό είναι επίσης το μόνο αξιόπιστο κριτήριο για να ξεχωρίσουμε πού και πότε οι «κανονικές» αστυνομικές μέθοδοι του παρακμασμένου καπιταλισμού αντικαθιστώνται από το φασιστικό καθεστώς.

Αν ο Μπρύνινγκ είναι «καλύτερος» από τον Χίτλερ (συμπαθητικότερος ή τίποτε άλλο;)- αυτό το ζήτημα μας ενδιαφέρει, για να πούμε την αλήθεια, πολύ λίγο. Αλλά φτάνει να ρίξουμε ένα βλέμμα στο χάρτη των εργατικών οργανώσεων για να πούμε: στη Γερμανία ο φασισμός δεν έχει ακόμα νικήσει. Γιγάντιες δυνάμεις και εμπόδια ορθώνονται ακόμα στο δρόμο του προς τη δικτατορία.

Το σημερινό καθεστώς του Μπρύνινγκ είναι ένα καθεστώς γραφειοκρατικής δικτατορίας, ακριβέστερα δικτατορίας της αστικής τάξης που εφαρμόζεται με αστυνομικοστρατιωτικά μέσα. Η φασιστική μικροαστική τάξη και οι προλεταριακές οργανώσεις φαίνεται να βρίσκονται σε μια αμοιβαία ισορροπία. Εάν οι εργάτες ήταν ενωμένοι σε σοβιέτ, εάν οι εργοστασιακές επιτροπές πάλευαν για τον έλεγχο της παραγωγής, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για δυαδική εξουσία. Εξαιτίας της διάσπασης των εργατικών δυνάμεων και της τακτικής αδυναμίας της προλεταριακής πρωτοπορίας, η δυαδική εξουσία δεν υπάρχει ακόμα. Αλλά και μόνο το γεγονός της ύπαρξης ισχυρών εργατικών οργανώσεων που μέσα σε ορισμένες συνθήκες είναι ικανές ν’ αντιτάξουν αποφασιστική αντίσταση στο φασισμό, δεν επιτρέπει στον Χίτλερ να φτάσει στην εξουσία και προσδίδει στο γραφειοκρατικό μηχανισμό κάποια «ανεξαρτησία».

Η δικτατορία του Μπρύνινγκ είναι μια καρικατούρα του Βοναπαρτισμού. Είναι μια δικτατορία ασταθής, αναξιόπιστη, με σύντομη ημερομηνία λήξης. Δεν σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας κοινωνικής ισορροπίας, αλλά την πρόωρη κατάρρευση της παλιάς ισορροπίας. Έχοντας την άμεση στήριξη μόνο μιας μικρής μειοψηφίας της αστικής τάξης, έχοντας την ανοχή της Σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στη θέληση των εργατών, απειλούμενος από το φασισμό, ο Μπρύνινγκ είναι ικανός μονάχα να ρίχνει κεραυνούς χάρτινων διαταγμάτων κι όχι πραγματικούς κεραυνούς. Να διαλύσει το κοινοβούλιο αλλά μόνο με την ίδια του τη συγκατάθεση, να πάρει μερικά νομοθετικά μέτρα εναντίον των εργατών, να κηρύξει ανακωχή τα Χριστούγεννα για να κάνει μερικές συμφωνίες κάτω απ’ αυτό το κάλυμμα, να διαλύσει καμιά εκατοντάδα συγκεντρώσεις, να κλείσει καμιά δεκαριά εφημερίδες, ν’ανταλλάξει με τον Χίτλερ μια αλληλογραφία αντάξια ενός επαρχιώτη φαρμακοτρίφτη, να για τι είναι μονάχα ικανός ο Μπρύνινγκ.

Ο Μπρύνινγκ είναι αναγκασμένος ν’ ανέχεται την ύπαρξη των εργατικών οργανώσεων στο μέτρο που δεν αποφασίζει ακόμα σήμερα να παραδώσει την εξουσία στον Χίτλερ και στο μέτρο που δεν διαθέτει δικές του δυνάμεις για να τις διαλύσει. Ο Μπρύνινγκ είναι υποχρεωμένος ν’ ανέχεται τους φασίστες και να τους προστατεύει στο μέτρο που φοβάται θανάσιμα τη νίκη των εργατών. Το καθεστώς Μπρύνινγκ είναι καθεστώς μεταβατικό, ένα καθεστώς μικρής διάρκειας πριν από την καταστροφή. Η σημερινή κυβέρνηση αντέχει μονάχα γιατί οι βασικοί αντίπαλοι δεν έχουν μετρήσει ακόμα τις δυνάμεις τους. Η αληθινή μάχη δεν άρχισε ακόμα. Είναι μπροστά μας. Η δικτατορία της γραφειοκρατικής ανικανότητας επιβιώνει στο κενό μιας ανάπαυλας πριν από τη μάχη, μιας ανάπαυλας που προηγείται της αποφασιστικής αναμέτρησης των αντίπαλων δυνάμεων.

Οι σοφοί που καυχώνται πως δεν αναγνωρίζουν διαφορά «ανάμεσα στον Μπρύνινγκ και τον Χίτλερ», λένε στην πραγματικότητα τούτο: Δεν έχει καμιά σημασία αν οι οργανώσεις μας εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα ή αν έχουν ήδη καταστραφεί. Κάτω απ’ αυτή την ψευτοριζοσπαστική φρασεολογία κρύβεται η πιο ελεεινή παθητικότητα: «Δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε την ήττα, ό,τι κι αν κάνουμε». Ξαναδιαβάστε προσεκτικά το απόσπασμα του γαλλικού σταλινικού περιοδικού. Ολο το πρόβλημα περιορίζεται σε τούτο: κάτω από ποιον είναι καλύτερο να πεθαίνουμε της πείνας, κάτω από τον Μπρύνινγκ ή κάτω από τον Χίτλερ; Γι’ αυτούς, το πρόβλημα έγκειται στο κάτω από ποιον θα πεινάσουμε. Για μας, το πρόβλημα είναι να μάθουμε, όχι κάτω από ποιες συνθήκες πεθαίνει κανείς καλύτερα, αλλά πώς παλεύει και νικάει. Το συ μπέραομά μας είναι τούτο: πρέπει να δώσουμε τη γενική μάχη πριν η γραφειοκρατική δικτατορία του Μπρύνινγκ αντικατασταθεί από το φασιστικό καθεστώς, δηλαδή πριν να συντριβούν οι εργατικές οργανώσεις. Για τη γενική μάχη πρέπει να προετοιμαστούμε με την κλιμάκωση, την εξάπλωση και την όξυνση των επί μέρους μαχών. Αλλά γι’ αυτό, πρέπει να έχουμε μια σωστή προοπτική και κυρίως να μην ανακηρύσσουμε από τα πριν νικητή τον εχθρό που βρίσκεται ακόμα μακριά από τη νίκη.

Εκεί βρίσκεται ο κόμπος του ζητήματος, το στρατηγικό κλειδί της κατάστασης, η αφετηρία για τον αγώνα. Κάθε σκεπτόμενος εργάτης και πρώτος ο κομμουνιστής εργάτης πρέπει να πετάξει στα σκουπίδια το κούφιο, το άθλιο και το σάπιο που υπάρχει στις φλυαρίες της σταλινικής γραφειοκρατίας ότι Μπρύνινγκ και Χίτλερ είναι το ίδιο πράγμα. Χάνεστε μέσα στη σύγχυση! τους απαντάμε. Χάνεστε μέσα σ’ αυτή την επαίσχυντη σύγχυση, από φόβο για τις δυσκολίες, από φόβο για τα τεράστια καθήκοντα. Συνθηκολογείτε μπροστά στον αγώνα, διακηρύσσετε πως έχουμε κιόλας ηττηθεί. Λέτε ψέματα! Η εργατική τάξη είναι διασπασμένη, αδυνατισμένη από τους ρεφορμι στές, αποπροσανατολισμένη από τις ταλαντεύσεις της ίδιας της πρωτοπορίας της, αλλά δεν έχει ακόμα συντριβεί. Οι δυνάμεις της δεν εξαντλήθηκαν. Οχι, το γερμανικό προλεταριάτο είναι ισχυρό. Ακόμα και οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις θα ξεπεραστούν αν η επαναστατική του ενεργητικότητα ανοίξει το δρόμο προς το στίβο της δράσης.

Το καθεστώς του Μπρύνινγκ είναι καθεστώς μεταβατικό. Προς τα πού;

Είτε προς τη νίκη του φασισμού, είτε προς τη νίκη του προλεταριάτου. Αυτό το καθεστώς είναι μεταβατικό γιατί τα δυο στρατόπεδα προετοιμάζονται απλώς για την αποφασιστική μάχη. Να ταυτίζουμε τον Μπρύνινγκ με τον Χίτλερ σημαίνει να ταυτίζουμε την κατάσταση πριν από τη μάχη με την κατάσταση ύστερα από την ήττα, σημαίνει πως παραδεχόμαστε από τα πριν σαν αναπόφευκτη την ήττα, σημαίνει πως καλούμε στη συνθηκολόγηση χωρίς καν να δώσουμε τη μάχη.

Η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών, κυρίως των κομμουνιστών, δεν το θέλει αυτό. Αυτονόητο πως ούτε κι η σταλινική γραφειοκρατία το θέλει. Αλλά ο καθένας πρέπει να υπολογίζει, όχι στις καλές προθέσεις με τις οποίες ο Χίτλερ θα στρώσει την κόλασή του, αλλά στο αντικειμενικό νόημα της πολιτικής της ηγεσίας του, των κατευθύνσεων και των τάσεων της. Πρέπει να αποκαλύψουμε ως το τέλος τον παθητικό χαρακτήρα, τον φοβισμένο και διστακτικό, τον συνθηκολογητικό και μαζί στομφώδικο, της πολιτικής των Στάλιν, Μανουίλσκι, Τέλμαν, Ρέμμελε. Οι επαναστάτες εργάτες πρέπει να το καταλάβουν: το κλειδί της κατάστασης είναι στα χέρια του Κόμματος, αλλά η σταλινική γραφειοκρατία προσπαθεί μ’ αυτό το κλειδί να κλείσει τις πόρτες στην επαναστατική δράση.

Σημειώσεις 2ου κεφαλαίου

  1. Στους μεταφυσικούς (ανθρώπους που σκέφτονται αντιδιαλεκτικά) η ίδια αφαίρεση εκφράζει δυό, τρεις και περισσότερες λειτουργίες(σύνολο ενεργειών), συχνά μάλιστα λειτουργίες άμεσα αντίθετες. Η «δημοκρατία» γενικά και ο φασισμός γενικά δεν διαφέρουν σε τίποτα, όπως μας το λένε, η μια από τον άλλο. Υπάρχει όμως, στον κόσμο μια «δικτατορία των εργατών και χωρικών» (για την Κίνα, τις Ινδίες, την Ισπανία). Μια δικτατορία του προλεταριάτου; Όχι! Τότε τι; Μια δημοκρατική δικτατορία. Φαίνεται πως υπάρχει στον κόσμο μια καθαρή δημοκρατία έξω από τις τάξεις. Αλλά η 11η ολομέλεια εξήγησε ΄τι η δημοκρατία δεν διαφέρει από το φασισμό. Σ’ αυτή την περίπτωση η «δημοκρατική δικτατορία» διαφέρει από τη… φασιστική δικτατορία; Μονάχα πολύ απλοϊκοί άνθρωποι μπορεί να περιμένουν μια σοβαρή και τίμια απάντηση από τους σταλινικούς σ’ αυτό το ζήτημα αρχής: μερικές βρισιές παραπάνω, αυτό μονάχα πρέπει να περιμένει κανείς. Κι όμως μ’ αυτό το ζήτημα συνδέεται η τύχη της επανάστασης στην Ανατολή.
  2. Ερκολι: ψευδώνυμο του Τολιάτι (Σ.τ.μ.)
  3. Η γαλλική επιθεώρηση «Τετράδια του Κομμουνισμού», η πιό ανόητη και αγράμματη έκδοση της σταλινικής γραφειοκρατίας, έτρεξε ν’ αρπαχτεί από αυτή την έκφραση για τη γιαγιά του διαβόλου, χωρίς να υποπτεύεται, φυσικά, ότι έχει μια πολύ παλιά ιστορία μέσα στην μαρξιστική φιλολογία. Ελπίζουμε ότι οι επαναστάτες εργάτες δεν θ’ αργήσουν να στείλουν σ’ αυτή την ίδια τη γιαγιά, όλους τους αμαθείς και κακόπιστους προφέσορες για να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους σαν μαθητευόμενοι.

3. Ο γραφειοκρατικός τελεσιγραφισμός”

Οταν οι εφημερίδες του νέου Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SΑΡ) ασκούν κριτική στους «κομματικούς εγωισμούς» της Σοσιαλδημοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος· όταν ο Ζάιντεβιτς ορκίζεται ότι, όσον αφορά τον ίδιο, «το συμφέρον της τάξης είναι πάνω απ’ το συμφέρον του κόμματος», τότε πέφτουν σε πολιτικούς συναισθηματισμούς ή, ακόμα χειρότερα, προσπαθούν με συναισθηματική φρασεολογία να σκεπάσουν τα συμφέροντα του δικού τους κόμματος. Κι αυτή είναι μια μέθοδος που δεν αξίζει τίποτα. Οταν η αντίδραση αξιώνει να τεθούν τα συμφέροντα του «έθνους» πάνω τα συμφέροντα της τάξης, εμείς, οι μαρξιστές λέμε ότι κάτω από τη μάσκα του «γενικού» συμφέροντος η αντίδραση υπερασπίζει τα ταξικά συμφέροντα της εκμεταλλεύτριας τάξης. Δεν μπορούμε να εκφράσουμε αλλιώτικα τα συμφέροντα του έθνους παρά μονάχα κάτω από το πρίσμα της κυρίαρχης τάξης ή της τάξης που διεκδικεί την κυριαρχία. Δεν μπορούμε να μορφοποιήσουμε τα ταξικά συμφέροντα αλλιώτικα, παρά μονάχα κάτω από τη μορφή ενός προγράμματος. Και δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε το πρόγραμμα αλλιώτικα, παρά δημιουργώντας ένα κόμμα.

Η τάξη καθ’ εαυτή είναι απλώς ένα υλικό για εκμετάλλευση. Ο ανεξάρτητος ρόλος του προλεταριάτου αρχίζει τη στιγμή που, από μια κοινωνική τάξη καθ’ εαυτή, μεταβάλλεται σε μια πολιτική τάξη για τον εαυτό της. Αυτό μπορεί να γίνει μονάχα δια μέσου ενός κόμματος. Το κόμμα είναι το ιστορικό όργανο με τη βοήθεια του οποίου η τάξη αποκτά ταξική συνείδηση. Οταν λέμε «η τάξη είναι πάνω από το κόμμα» σημαίνει πως ισχυριζόμαστε ότι η τάξη στην πιο ακατέργαστη κατάσταση είναι πάνω από την τάξη που τείνει ν’ αποκτήσει την ταξική της συνείδηση. Αυτό δεν είναι μονάχα λαθεμένο, αλλά και αντιδραστικό. Για να δικαιολογήσουμε την ανάγκη του ενιαίου μετώπου, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να καταφύγουμε σ’ αυτή τη χοντροκομένη και ρηχή θεωρία.

Η εξέλιξη της τάξης προς την αυτοσυνείδησή της, δηλαδή το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος που μπαίνει ηγεσία στο προλεταριάτο, είναι μια αντιφατική και σύνθετη διαδικασία. Η τάξη δεν είναι ομοιογενής. Τα διάφορα τμήματά της αποκτούν ταξική συνείδηση από διαφορετικούς δρόμους και σε διαφορετικούς χρόνους. Η αστική τάξη συμμετέχει ενεργητικά σ’ αυτή τη διαδικασία. Δημιουργεί τους δικούς της θεσμούς μέσα στην εργατική τάξη ή χρησιμοποιεί τους θεσμούς που ήδη υπάρχουν, για να φέρει σε αντίθεση ορισμένα στρώματα εργατών απέναντι σε άλλα. Στους κόλπους του προλεταριάτου δρουν ταυτόχρονα διαφορετικά κόμματα. Επομένως, το προλεταριάτο παραμένει πολιτικά διασπασμένο κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ιστορικής του πορείας. Από δω απορρέει σε συγκεκριμένες περιόδους με εξαιρετική οξύτητα το ζήτημα του ενιαίου μετώπου.

Τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου βρίσκουν την έκφραση τους στο Κομμουνιστικό Κόμμα όταν η πολιτική του είναι ορθή. Καθήκον του είναι να κατακτήσει την πλειοψηφία του προλεταριάτου: μόνο έτσι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι δυνατή. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του αν δεν διαφυλάξει πλήρως και χωρίς όρους την πολιτική και οργανωτική του ανεξαρτησία απέναντι σε όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις που υπάρχουν μέσα στην εργατική τάξη κι έξω απ’ αυτήν. Η παράβαση αυτού του βασικού κανόνα της μαρξιστικής πολιτικής είναι το σοβαρότερο έγκλημα ενάντια στα συμφέροντα του προλεταριάτου σαν τάξης. Η κινέζικη επανάσταση του 1925-1927 συντρίφτηκε, ακριβώς γιατί η Κομμουνιστική Διεθνής, κάτω απ’ την ηγεσία του Στάλιν και του Μπουχάριν, υποχρέωσε το Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα να μπει στο Κουομιτάνγκ, το κόμμα της κινέζικης αστικής τάξης και να υποταχτεί στην πειθαρχία αυτού του κόμματος. Η εμπειρία της σταλινικής πολιτικής απέναντι στο Κουομιτάνγκ θα· μείνει για πάντα στην ιστορία σαν παράδειγμα ολέθριου σαμποτάζ της επανάστασης από τους ηγέτες της. Η σταλινική θεωρία των «εργατοαγροτικών κομμάτων των δύο τάξεων» για την Ανατολή δεν είναι παρά η γενίκευση και κωδικοποίηση του πειράματος που έγινε με το Κουομιτάνγκ. Η εφαρμογή αυτής της θεωρίας στην Ιαπωνία, την Ινδία, την Ινδονησία, την Κορέα υπονόμευσε το κύρος της Κομιντέρν και καθυστέρησε την επαναστατική ανάπτυξη του προλεταριάτου για πολλά χρόνια. Η ίδια ολέθρια πολιτική ακολουθήθηκε πραγματικά, αν και με λιγότερο κυνισμό, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Αγγλία και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης έως το 1928.

Ο αγώνας της Αριστερής Αντιπολίτευσης για την πλήρη και χωρίς όρους ανεξαρτησία του Κομμουνιστικού Κόμματος και της πολιτικής του, σ’ όλες τις ιστορικές συνθήκες και σ’ όλες τις βαθμίδες εξέλιξης του προλεταριάτου, οδήγησε σε βαθιά όξυνση τις σχέσεις ανάμεσα στην Αντιπολίτευση και τη σταλινική φράξια κατά την περίοδο της συμμαχίας της με τον Τσανγκ Κάι Σεκ, τον Βαν Σινγκ Βέι, τον Πάρσελ, τον Ράντιτς, τον Λαφολέτ κτλ. Είναι ανώφελο να υπενθυμίσουμε ότι ο Μπράντλερ κι ο Ταλχάιμερ σ’ αυτό τον αγώνα στάθηκαν, όπως κι ο Τέλμαν κι ο Ρέμμελε, στο πλευρό του Στάλιν ενάντια στους Μπολσεβίκους Λενινιστές. Δεν είμαστε, λοιπόν, εμείς εκείνοι που έχουμε να πάρουμε μαθήματα από τον Στάλιν και τον Ρέμμελε για την ανεξαρτησία του Κομμουνιστικού Κόμματος!

Αλλά το προλεταριάτο κάνει βήματα προς την επαναστατική συνείδηση περνώντας όχι από τις βαθμίδες του σχολείου, αλλά μέσα από την πάλη των τάξεων που αποστρέφεται τις διακοπές. Για να παλέψει το προλεταριάτο έχει ανάγκη από την ενότητα στις γραμμές του. Κι αυτή η ενότητα χρειάζεται τόσο για τους επιμέρους οικονομικούς αγώνες, στα πλαίσια ενός μεμονωμένου εργοστασίου, όσο και για τους «εθνικούς» πολιτικούς αγώνες, όπως η αποτροπή του φασισμού. Η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν είναι, συνεπώς, κάτι το συμπτωματικό και το τεχνητό, δεν είναι μια οποιαδήποτε πονηρή μανούβρα. Οχι, πηγάζει ολοκληρωτικά από τις αντικειμενικές συνθήκες που καθορίζουν την εξέλιξη του προλεταριάτου. Τα λόγια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου πως οι κομμουνιστές δεν αντιτίθενται στο προλεταριάτο, πως δεν έχουν άλλους σκοπούς κι άλλες επιδιώξεις από τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του προλεταριάτου σαν σύνολο, εκφράζουν ακριβώς τη σκέψη ότι η πάλη του κόμματος για την κατάκτηση της πλειοψηφίας σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να έρχεται σ’ αντίθεση με την ανάγκη των εργατών να κρατήσουν ενωμένες τις γραμμές του αγώνα τους.

Η «Ρότε Φάνε» καταδικάζει δικαιολογημένα τις φλυαρίες για τα «συμφέροντα της τάξης που μπαίνουν πάνω από τα κομματικά». Στην πραγματικότητα, τα συμφέροντα της τάξης, όταν έχουν κατανοηθεί σωστά, ταυτίζονται με τους στόχους του κόμματος, αν αυτοί είναι ορθά προσδιορισμένοι. Οσο το θέμα περιορίζεται σ’ αυτό τον ιστορικοφιλοσοφικό ισχυρισμό, η θέση της «Ρότε Φάνε» είναι άτρωτη. Αλλά τα πολιτικά συμπεράσματα που βγάζει από αυτήν, αποτελούν καθαρή γελοιοποίηση του μαρξισμού.

Η από άποψη αρχής ταυτότητα των συμφερόντων του προλεταριάτου και των στόχων του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν σημαίνει ούτε ότι το προλεταριάτο στο σύνολο του έχει από σήμερα κιόλας συνείδηση για τα ταξικά συμφέροντά του, ούτε ότι το κόμμα τα εκφράζει σε όλες τις περιπτώσεις με σωστό τρόπο. Η ίδια η αναγκαιότητα του κόμματος απορρέει ακριβώς από το γεγονός ότι το προλεταριάτο δεν γεννιέται με ενυπάρχουσα την κατανόηση των ιστορικών του συμφερόντων. Το καθήκον του κόμματος είναι, μέσα απ’ την εμπειρία του αγώνα, να κατορθώσει να πείσει το προλεταριάτο για το δικαίωμα του κόμματος να είναι η ηγεσία του. Αντίθετα, η σταλινική γραφειοκρατία νομίζει ότι μπορεί απλούστατα ν’ απαιτήσει από το προλεταριάτο πλήρη υπακοή στηριγμένη στο κομματκό διαβατήριο, το σφραγισμένο με τη βούλα της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Κάθε ενιαίο μέτωπο που δεν είναι τοποθετημένο από τα πριν κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος -επαναλαμβάνει η «Ρότε Φάνε»- στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Οποιος δεν αναγνωρίζει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ο ίδιος «αντεπανα στάτης». Ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να χαρίσει προκαταβολικά την εμπιστοσύνη του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, με το λόγο της τιμής του. Από την κατ’ αρχήν ταυτότητα των στόχων του κόμματος και της τάξης, ο κομματικός υπάλληλος βγάζει το συμπέρασμα ότι έχει το δικαίωμα να διατάζει την τάξη. Το ιστορικό καθήκον που οφείλει να εκπληρώσει το Κομμουνιστικό Κόμμα, δηλαδή την ενοποίηση κάτω από τη σημαία του της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργατών, η γραφειοκρατία το μεταβάλει σε τελεσίγραφο, ένα πιστόλι ακουμπισμένο στον κρόταφο της εργατικής τάξης. Η διαλεκτική αντικαταστάθηκε από τη φορμαλιστική, διοικητική, γραφειοκρατική σκέψη.

Το ιστορικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί θεωρείται κιόλας λυμένο. Η εμπιστοσύνη, που πρέπει να κερδηθεί θεωρείται κιόλας κερδισμένη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είναι ένας πολύ εύκολος δρόμος. Αλλά δεν σε πάει και πολύ μακριά. Στην πολιτική πρέπει να ξεκινάμε απ’ αυτό που υπάρχει κι όχι απ’ αυτό που ευχόμαστε να γίνει ή θα γίνει κάποτε. Σπρωγμένη ως την άκρη, η θέση της σταλινικής γραφειοκρατίας καταλήγει, στην πραγματικότητα, στην άρνηση του κόμματος: σε τι συνίσταται όλο το ιστορικό έργο του κόμματος, αν το προλεταριάτο πρέπει ν’ αναγνωρίσει προκαταβολικά την ηγεσία του Τέλμαν και Ρέμμελε;

Στον εργάτη που θέλει να στρατολογηθεί στις γραμμές των κομμουνιστών, το κόμμα έχει το δικαίωμα να του πει: πρέπει ν’ αναγνωρίσεις το πρό γραμμά μας, το καταστατικό μας και την καθοδήγηση των εκλεγμένων οργάνων μας. Αλλά είναι ανόητο και εγκληματικό να θέσουμε αυτό τον ίδιο όρο από τα πριν, ή έστω κι ένα μέρος από τον όρο αυτό, στις εργατικές μάζες και στις εργατικές οργανώσεις όταν πρόκειται για κοινή δράση για συγκεκριμένους αγωνιστικούς στόχους. Αυτό υποσκάπτει τα θεμέλια του ίδιου του κόμματος που δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του παρά μονάχα διατηρώντας σωστές αμοιβαίες σχέσεις με την τάξη. Αντί να θέτει ένα μονόπλευρο τελεσίγραφο που ερεθίζει και προσβάλει τους εργάτες, πρέπει να προτείνει ένα καθορισμένο πρόγραμμα για κοινή δράση: αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για να κατακτήσει την πραγματική ηγεσία.

Ο τελεσιγραφισμός είναι μια απόπειρα βιασμού της εργατικής τάξης, επειδή δεν κατορθώνουν να την πείσουν: αν εσείς, εργάτες, δεν αναγνωρίζετε την ηγεσία ΤέλμανΡέμμελε Νόυμαν, δεν θα σας επιτρέψουμε να δημιουργήσετε το ενιαίο μέτωπο. Ο χειρότερος εχθρός τους δεν θα μπορούσε να επινοήσει πιο σαθρή θέση από αυτή στην οποία τοποθετούνται από μόνοι τους οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την καταστροφή.

Η ηγεσία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος υπογραμμίζει απλώς πιο καθαρά τον τελεσιγραφισμό της, όταν μέσα στις διακηρύξεις της ρίχνει και μερικές σοφιστείες: «Δεν σας ζητάμε να παραδεχτείτε από τα πριν τις κομμουνιστικές μας αντιλήψεις». Αυτό μοιάζει σαν δικαιολογία για μια πολιτική που δεν έχει καμιά δικαιολογία. Οταν το κόμμα διακηρύσσει άτι αρνείται να ανοίξει οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με άλλες οργανώσεις, αλλά επιτρέπει στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες να σπάσουν τις σχέσεις τους με την οργάνωσή τους και χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να αποκαλούνται κομμουνιστές να μπουν κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, αυτό ακριβώς είναι ολοκάθαρος τελεσιγραφισμός. Η επιφύλαξη για τις «κομμουνιστικές αντιλήψεις» είναι πέρα για πέρα γελοία: ο εργάτης που είναι έτοιμος από σήμερα να σπάσει τους δεσμούς του με το κόμμα του για να συμμετάσχει στον αγώνα κάτω από την κομμουνιστική ηγεσία, δεν θα διστάσει να ονομαστεί και κομμουνιστής. Οι διπλωματικές υπεκφυγές και το παιχνίδι της ετικέτας είναι ξένες για τον εργάτη. Βλέπει στην πολιτική και στην οργάνωση το ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Μένει στη Σοσιαλδημοκρατία όσο δεν έχει εμπιστοσύνη στην κομμουνιστική ηγεσία. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών εργατών μένουν στα κόμματα τους όχι γιατί έχουν εμπιστοσύνη στη ρεφορμιστική ηγεσία, αλλά μόνο και μόνο γιατί δεν έχουν ακόμα εμπιστοσύνη στην κομμουνιστική ηγεσία. Θέλουν όμως να παλέψουν από τώρα εναντίον του φασισμού. Αν τους δείξει κανείς το πρώτο βήμα για ένα κοινό αγώνα, θ’ απαιτήσουν από την οργάνωσή τους να ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Αν η οργάνωσή τους επιμένει να μη τον δέχεται, τότε μπορεί να φτάσουν ως τη ρήξη μ’ αυτήν.

Αντί να βοηθήσει τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες να βρούνε το δρόμο τους μέσα από την εμπειρία τους, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ βοηθάει τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες εναντίον των εργατών. Την αποστροφή τους και το φόβο τους για τον αγώνα, την ανικανότητά τους να παλέψουν, οι Βελς και Χίλφερντινγκ τις σκεπάζουν τώρα μ’ επιτυχία, παραπέμποντας στην άρνηση του Κομμουνιστικού Κόμματος να συμμετάσχει στον κοινό αγώνα. Η επίμονη, ηλίθια και ανόητη άρνηση του Κομμουνιστικού Κόμματος να δεχτεί την πολιτική του ενιαίου μετώπου έγινε μέσα στις σημερινές συνθήκες, η σημαντικότερη πολιτική βοήθεια προς τη Σοσιαλδημοκρατία. ΓΓ αυτό ακριβώς η Σοσιαλδημοκρατία, με τον εγγενή παρασιτισμό που τη χαρακτηρίζει, γαντζώνεται έτσι από την κριτική που ασκούμε στην τελεσιγραφική πολιτική των Στάλιν Τέλμαν.

Οι επίσημοι ηγέτες της Κομμουνιστικής Διεθνούς ρητορεύουν τώρα με πολύ σοβαρό ύφος για την ανάγκη ανύψωσης του θεωρητικού επιπέδου του κόμματος και μελέτης της «ιστορίας του Μπολσεβικισμού». Στην πραγματικότητα το «επίπεδο» χαμηλώνει ολοένα περισσότερο και τα διδάγματα του Μπολσεβικισμού ξεχάστηκαν, παραμορφώθηκαν, τσαλαπατήθηκαν. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς στην ιστορία του ρωσικού κόμματος τον πρόδρομο της σημερινής πολιτικής που έχει η Κεντρική Επιτροπή του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος: είναι ο μακαρίτης ο Μπογκντάνοφ, ο δημιουργός του τελεσιγραφισμού (ή οτζοβισμού). Από το 1905 κιόλας, θεωρούσε αδύνατη τη συμμετοχή των Μπολσεβίκων στο Σοβιέτ της Πετρούπολης εάν το Σοβιέτ δεν αναγνώριζε προκαταβολικά τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία. Κάτω από την επιρροή του Μπογκντάνοφ, το γραφείο της Επιτροπής Πετρούπολης των Μπολσεβίκων υιοθέτησε τον Οκτώβρη του 1905 αυτή την απόφαση: να υποβάλλει στο Σοβιέτ της Πετρούπολης το αίτημα ν’ αναγνωρίσει την ηγεσία του κόμματος. Στην αντίθετη περίπτωση, θα ‘πρεπε ν’ αποφασίσουν να εγκαταλείψουν το Σοβιέτ. Ο νεαρός δικηγόρος Κρασίκοφ, μέλος της μπολσεβίκικης Επιτροπής Πετρούπολης εκείνης της εποχής, διάβασε αυτό το τελεσίγραφο στην ολομέλεια του Σοβιέτ. Οι εργάτες αντιπρόσωποι, μαζί και οι Μπολσεβίκοι, αλληλοκοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι και προχώρησαν στα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Κανένας δεν εγκατέλειψε το Σοβιέτ. Σε λίγο έφτασε ο Λένιν από το εξωτερικό και συγύρισε για καλά τους τελεσιγρα φιστές: «δεν μπορούμε,» τους είπε, «να υποχρεώσουμε με τη βοήθεια τελεσιγράφων τη μάζα να πηδήξει πάνω από τις απαραίτητες φάσεις της ίδιας της πολιτικής της εξέλιξης».

Ο Μπογντάνοφ, ωστόσο, δεν απαρνήθηκε τη μεθοδολογία του και δημιούργησε μια ολόκληρη φράξια, τους «τελεσιγραφιστές» ή «οτζοβιστές»1: Αυτό το όνομα τους δόθηκε γιατί είχαν την τάση να αποχωρούν από όλες τις οργανώσεις που αρνούνταν να αποδεχτούν το τελεσίγραφο που τους επιβα λόταν από τα πάνω: «αποδεχθείτε από τα πριν την ηγεσία μας». Οι τελεσι γραφιστές προσπαθούσαν να εφαρμόσουν την πολιτική τους όχι μονάχα στα Σοβιέτ, αλλά και στον κοινοβουλευτικό και το συνδικαλιστικό τομέα και γενικά σε όλες τις νόμιμες και μισονόμιμες οργανώσεις της εργατικής τάξης.

Η πάλη του Λένιν ενάντια στον τελεσιγραφισμό ήταν πάλη για τις σωστές σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Οι τελεσιγραφιστές μέσα στο παλιό μπολσεβίκικο κόμμα δεν έπαιξαν ποτέ, έστω και ελάχιστα, σπουδαίο ρόλο· αλλιώς η νίκη του Μπολσεβικισμού θα ήταν αδύνατη. Οι διαυγείς και ανοιχτές σχέσεις με την τάξη, στάθηκαν η δύναμη του Μπολσεβικισμού. Ο Λένιν συνέχισε την πάλη ενάντια στον τελεσιγραφισμό ακόμα κι όταν βρισκόταν στην εξουσία, ιδιαίτερα και κυρίως στον τομέα των συνδικάτων. Εγραφε:

«Αν είχαμε θέσει τώρα στη Ρωσία ύσιερα από δυόμισυ χρόνια πρωτάκουστες νίκες ενάντια στη ρωσική αστική τάξη και στην Αντάντ, σαν όρο συμμετοχής σια συνδικάια την «αναγνώριση της δικτατορίας», θα είχαμε διαπράξει μια βλακεία, θα είχαμε βλάψει την επιρροή μας μέσα σης μάζες, θα είχαμε βοηθήσει τους Μενσεβίκους. Γιατί όλο ιο έργο ιων κομμουνιστών βασίζεται στην ικανότητα να εργάζονται μέσα σης μάζες και όχι να αποκόβονται από αυτές βάζοντας σαν φράκιη πλασμαιικά και παιδαριώδη «αριστερά» συνθήματα».2

Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Δύσης, που αντιπροσωπεύουν μόνο μια μειοψηφία της εργατικής τάξης.

Η κατάσταση, όμως, έχει ραγδαία αλλάξει στην ΕΣΣΔ τα τελευταία χρόνια. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, οπλισμένο με την εξουσία, αντιπροσωπεύει την εισαγωγή ενός νέου στοιχείου στη σχέση ανάμεσα στην πρωτοπορία και την τάξη: σ’ αυτή τη σχέση έχει μπει το στοιχείο του καταναγκασμού. Η πάλη του Λένιν ενάντια στη γραφειοκρατία του κόμματος και των σοβιέτ ήταν στο βάθος της, πάλη όχι ενάντια στην κακή λειτουργία των διαφόρων υπηρεσιών, το χαρτοβασίλειο, την αναποτελεσματικότητα κτλ, αλλά ενάντια στην υποδούλωση της τάξης στο μηχανισμό, ενάντια στη μεταμόρφωση της γραφειοκρατίας του κόμματος σε μια καινούργια «κυρίαρχη» κλίκα. Η συμβουλή που έδωοε ο Λένιν πριν από το θάνατο του για τη δημιουργία μιας Εργατικής Επιτροπής Ελέγχου ανεξάρτητης από την Κεντρική Επιτροπή και για την απομάκρυνση του Στάλιν και της φράξιάς του από τον κομματικό μηχανισμό κατευθυνόταν ενάντια στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό του κόμματος. Για μια σειρά από λόγους, τους οποίους δεν μπορούμε να εκθέσουμε εδώ, το κόμμα αγνόηοε αυτή τη συμβουλή. Ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός του κόμματος έφτασε τα τελευταία χρόνια, στο ακρότατο όριο. Ο σταλινικός μηχανισμός δεν κάνει τίποτα άλλο από το να διατάζει. Η γλώσσα των διαταγών είναι η γλώσσα του τελεσιγραφισμού. Κάθε εργάτης πρέπει ν’αναγνωρίσει προκαταβολικά ότι όλες οι αποφάσεις παλιές, τωρινές και μέλλουσες της Κεντρικής Επιτροπής είναι αλάνθαστες. Τόσο περισσότερες ήταν οι αξιώσεις για το αλάθητο, όσο πιο λαθεμένη καταντούσε η πολιτική.

Αφού συγκέντρωσε στα χέρια της το μηχανισμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η σταλινική φράξια μετέφερε, πολύ φυσικά και τις μεθόδους της στα ξένα τμήματα, δηλαδή στα Κομμουνιστικά Κόμματα των καπιταλιστικών χωρών. Η πολιτική της γερμανικής ηγεσίας είναι αντανάκλαση της πολιτικής της ηγεσίας της Μόσχας. Ο Τέλμαν αντιγράφει τον τρόπο με τον οποίο προστάζει η σταλινική γραφειοκρατία, η οποία χαρακτηρίζει αντεπαναστάτη όποιον δεν αναγνωρίζει το αλάθητο της. Σε τι είναι χειρότερος ο Τέλμαν από τον Στάλιν; Αν η εργατική τάξη δεν τοποθετείται υπάκουα κάτω από τις προσταγές του αυτό συμβαίνει γιατί η εργατική τάξη είναι αντεπαναστατική. Δυο φορές αντεπαναστάτες είναι εκείνοι που δείχνουν στον Τέλμαν τους ολέθριους κινδύνους του τελεσιγραφισμού. Φαίνεται ότι ένα από τα πιο αντε παναστατικά βιβλία είναι η συλλογή των «Απάντων» του Λένιν. Ο Στάλιν δεν τα υποβάλλει χωρίς αιτία σε μια τόσο αυστηρή λογοκρισία · και κυρίως στις εκδόσεις τους σε ξένες γλώσσες.

Αν ο τελεσιγραφισμός είναι ολέθριος σε όλες τις περιστάσεις, αν στην ΕΣΣΔ σημαίνει διασπάθιση των ηθικών κεφαλαίων του κόμματος, είναι δυο ψορές αναξιόπιστος μέσα στα κόμματα της Δύσης, τα οποία αγωνίζονται να συσσωρεύσουν ένα ηθικό κεφάλαιο. Στη Σοβιετική Ενωση η νικηφόρα επανάσταση δημιούργησε τουλάχιστον τις υλικές προϋποθέσεις για το γραφειοκρατικό τελεσιγραφισμό με τη μορφή ενός μηχανισμού καταναγκασμού. Στις καπιταλιστικές χώρες και στη Γερμανία επίσης ο τελεσιγραφισμός μετατρέπεται σε μια αδύναμη καρικατούρα κι εμποδίζει την πορεία του κόμματος προς την εξουσία. Ο τελεσιγραφισμός των Τέλμαν Ρέμμελε είναι πρώτα απ’ όλα γελοίος. Και οτιδήποτε είναι γελοίο αποδεικνύεται μοιραίο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το κόμμα της επανάστασης.

Μεταφέρετε, για μια στιγμή, αυτό το πρόβλημα στη Βρετανία όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα (ύστερα από τα ολέθρια σφάλματα της σταλινικής γραφειοκρατίας) εξακολουθεί να’ ναι ένα ελάχιστο κομμάτι της εργατικής τάξης. Αν παραδεχτούμε ότι κάθε μορφή ενιαίου μετώπου, έξω από την κομμουνιστική μορφή, είναι «αντεπαναστατική», τότε είναι προφανές ότι το βρετανικό προλεταριάτο θα πρέπει ν’ αναβάλει την επαναστατική δράση ως τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα θα μπει επικεφαλής του. Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν θα μπορέσει να μπει επικεφαλής της τάξης, παρά μονάχα στη βάση της δικής του επαναστατικής εμπειρίας. Η εμπειρία, όμως, δεν μπορεί να πάρει επαναστατικό χαρακτήρα παρά μόνο μ’ έναν τρόπο, με το τράβηγμα εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα στην πάλη. Αλλά δεν μπορούμε να τραβήξουμε στην πάλη τις μη κομμουνιστικές μάζες και προπάντων τις οργανωμένες μάζες, παρά μονάχα πάνω στη βάση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου.

Πέφτουμε σ’ ένα φαύλο κύκλο απ’ τον οποίο δεν υπάρχει διέξοδος, αν ακολουθήσουμε το δρόμο του γραφειοκρατικού τελεσιγραφισμού. Αλλά η επαναστατική διαλεκτική έδειξε, πριν από πολύ καιρό, τη διέξοδο. Έδειξε την αποτελεσματικότητά της με αναρίθμητα παραδείγματα και στους πιο διαφορετικούς τομείς: με τον συνδυασμό της πάλης για την εξουσία με την πάλη για τις μεταρρυθμίσεις, με την πλήρη ανεξαρτησία του κόμματος και την υπεράσπιση της συνδικαλιστικής ενότητας, με τον αγώνα εναντίον του αστικού καθεστώτος ταυτόχρονα με τη χρησιμοποίηση των ίδιων του των θεσμών, με την ακούραστη κριτική του κοινοβουλευτισμού από το κοινοβουλευτικό βήμα, με την αμείλικτη πάλη ενάντια στο ρεφορμισμό, αλλά και τις πρακτικές συμφωνίες με τους ρεφορμιστές στις μερικές επιδιώξεις.

Στην Αγγλία, η ανικανότητα του τελεσιγραφισμού, είναι ολοφάνερη εξαιτίας της άκρας αδυναμίας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη Γερμανία τα ολέθρια αποτελέσματα του τελεσιγραφισμού σκεπάζονται κατά ένα μέρος από τη σημαντική αριθμητική δύναμη του κόμματος και από την ανάπτυξη του. Αλλά το γερμανικό κόμμα αναπτύσσεται χάρη στην ώθηση των περιστάσεων κι όχι χάρη στην πολιτική της ηγεσίας του: όχι χάρη στον τελεσιγραφισμό, αλλά παρά τον τελεσιγραφισμό. Επιπλέον, αυτό που θα αποφασίσει για την εξέλιξη δεν είναι η αριθμητική ανάπτυξη του κόμματος. Αυτό που αποφασίζει είναι η αμοιβαία πολιτική σχέση ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Πάνω σ’ αυτή τη βασική γραμμή, που είναι θεμελιακή, η κατάσταση δεν βελτιώνεται, επειδή το γερμανικό κόμμα τοποθετεί ανάμεσα σ’ αυτό και την τάξη, το αγκαθωτό συρματόπλεγμα του τελεσιγραφισμού.

Σημειώσεις 3ου κεφαλαίου

  1. Οτζοβιστες: από το ρώσικο ρήμα ότσιβατ που σημαίνει ανακαλώ, αποσύρω. (Σ.τ.μ.)
  2. Λένιν: «Η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»

4. Τα ζιγκ-ζαγκ των σταλινικών στο ζήτημα του ενιαίου μετώπου

Η πρώην σοσιαλδημοκράτισα Τόρχορστ (από το Ντύσσελντορφ) η οποία πέρασε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, δήλωσε στην επίσημη έκθεσή της προς το κόμμα, στα μέσα του Γενάρη στη Φραγκφούρτη: «Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ξεμασκαρεύτηκαν πια αρκετά και είναι χαμένος κόπος να συνεχίσουμε τις προσπάθειες για την ενότητα από τα πάνω». Παραθέτουμε τα λόγια της σύμφωνα με την κομμουνιστική εφημερίδα της φραγκφούρτης που επαινεί πολύ αυτή την έκθεση. «Οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας αποκαλύφτηκαν πια αρκετά». Αρκετά, όσον αφορά την ίδια τη συγγραφέα της έκθεσης, η οποία πέρασε από τη Σοσιαλδημοκρατία στον Κομμουνισμό (κι αυτό, βέβαια, είναι προς τιμή της), αλλά όχι αρκετά για τα εκατομμύρια των εργατών που ψηφίζουν τη Σοσιαλδημοκρατία και ανέχονται τη ρεφορμιστική γραφειοκρατία των συνδικάτων.

Δεν είναι όμως ανάγκη ν’αναφερθεί κανείς σε μια απομονωμένη έκθεση. Στην διακήρυξη της Ρότε Φάνε (28 του Γενάρη), την τελευταία που πήρα στα χέρια μου, επιχειρηματολογείται ακόμα μια φορά ότι δεν επιτρέπεται να κάνουμε ενιαίο μέτωπο παρά μονάχα ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες και χωρίς αυτούς. Γιατί; Γιατί «κανείς από εκείνους που έζησαν την εμπειρία των τελευταίων δεκαοχτώ χρόνων και που έχουν δει αυτούς τους ηγέτες στην πράξη δεν θα τους πιστέψει πια». Και τι θα απογίνει, ρωτάμε εμείς, μ’ εκείνους που είναι στην πολιτική λιγότερο από δεκαοχτώ χρόνια και μάλιστα λιγότερο από δεκαοχτώ μήνες; Από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος [το 1914), έχουν μεγαλώσει αρκετές πολιτικές γενιές οι οποίες πρέπει να αποκτήσουν την πείρα της παλιάς γενιάς, έστω και αν αυτό χρειάζεται να γίνει σε μικρότερο χρονικό διάστημα. «Το ζήτημα είναι» δίδασκε ο Λένιν στους υπεραριστερούς, «να μην θεωρούμε αυτό που είναι ξεπερασμένο για μας, ότι είναι ξεπερασμένο και για την τάξη, τις μάζες».

Αλλά ακόμα κι η παλιά σοσιαλδημοκρατική γενιά, εκείνη που έζησε την πείρα των δεκαοχτώ χρόνων, δεν έσπασε καθόλου τις σχέσεις με τους ηγέτες. Αντίθετα, η Σοσιαλδημοκρατία είναι ακριβώς αυτή που κρατάει πολλούς από τους «παλιούς» που συνδέονται με το κόμμα αυτό με δυνατές παραδόσεις. Είναι λυπηρό, φυσικά, ότι οι μάζες μαθαίνουν τόσο αργά. Αλλά γι’ αυτό έχουν μεγάλη ευθύνη οι κομμουνιστές «παιδαγωγοί» που δεν μπόρεσαν να ξεσκεπάσουν με καθαρότητα την εγκληματική φύση του ρεφορμισμού. Πρέπει τουλάχιστον να χρησιμοποιήσουν τη νέα κατάσταση, όπου η προσοχή των μαζών είναι εξαιρετικά τεταμένη από το θανάσιμο κίνδυνο, για να υποβάλουν τους ρεφορμιστές σε μια καινούργια δοκιμασία που θα είναι ίσως αυτή τη φορά πραγματικά αποφασιστική.

Χωρίς να κρύψουμε τίποτα ή να απαλύνουμε τη γνώμη μας για τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, μπορούμε και πρέπει να πούμε στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες: «Αφού δέχεστε, απ’ τη μια μεριά, να παλέψετε από κοινού μαζί μας, ενώ, απ’ την άλλη, δεν θέλετε να σπάσετε τους δεσμούς με τους ηγέτες σας, σας προτείνουμε να τους υποχρεώσετε να αρχίσουν μια κοινή δράση μαζί μας γι’ αυτόν ή για κείνον τον πρακτικό στόχο, μ’ αυτό ή μ’ εκείνο τον τρόπο. Οσο για μας, τους κομμουνιστές, είμαστε έτοιμοι». Τι μπορεί να υπάρξει πιο απλό, πιο καθαρό, πιο πειστικό;

Μ’ αυτή ακριβώς την έννοια έγραψα με την συνειδητή πρόθεση να προκαλέσω την ειλικρινή φρίκη των ηλίθιων και την υποκριτική αγανάκτηση των τσαρλατάνων ότι στον αγώνα ενάντια στο φασισμό είμαστε έτοιμοι να συνάψουμε πρακτικές πολεμικές συμμαχίες με το διάβολο και με τη γιαγιά του, ακόμα και με τον Νόσκε και με τον Τσεργκίμπελ.1

Το ίδιο το επίσημο κόμμα παραβιάζει σε κάθε βήμα, τη θνησιγενή πολιτική του. Στις εκκλήσεις του για το «κόκκινο ενιαίο μέτωπο» (με τον εαυτό του) προβάλλει κανονικά τη διεκδίκηση της «απεριόριστης ελευθερίας των διαδηλώσεων, των συγκεντρώσεων, των συνασπισμών και των εντύπων του προλεταριάτου». Είναι ένα σύνθημα ολότελα σωστό. Αλλά στο μέτρο που το Κομμουνιστικό Κόμμα μιλάει για εφημερίδες, συγκεντρώσεις κτλ προλεταριακές και όχι μονάχα κομμουνιστικές, προβάλει στην πραγματικότητα το σύνθημα του ενιαίου μετώπου με αυτή την ίδια τη Σοσιαλδημοκρατία η οποία εκδίδει εφημερίδες, οργανώνει συγκεντρώσεις κτλ. Να ρίχνεις πολιτικά συνθήματα που κλείνουν μέσα τους την ιδέα του ενιαίου μετώπου με τη Σοσιαλδημοκρατία και ν’ αρνείσαι να συνάψεις πρακτικές συμφωνίες για να παλέψεις γι’ αυτά τα συνθήματα αυτό είναι το αποκορύφωμα της ασυναρτησίας.

Ο Μύντσενμπεργκ, του οποίου ο πρακτικός κοινός νους έρχεται σε σύγκρουση με την «γενική γραμμή», έγραψε το Νοέμβρη στην “Κόκκινη Ανοικοδόμηση”: «Είναι αλήθεια ότι ο Εθνικοσοσιαλισμός είναι η πιο αντιδραστική, η πιο σωβινι στική και η πιο κτηνώδης πτέρυγα του φασιστικού κινήματος στη Γερμανία και ότι όλοι οι πραγματικά αριστεροί (!) έχουν τεράστιο συμφέρον να εμποδίσουν το δυνάμωμα της επιρροής και της δύναμης αυτής της πτέρυγας του γερμανικού φασισμού». Εάν το κόμμα του Χίτλερ είναι «η πιο αντιδραστική, η πιο κτηνώδης πτέρυγα», βγαίνει το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση Μπρύνινγκ είναι, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς, λιγότερο κτηνώδης και λιγότερο αντιδραστική. Ο Μύντσενμπεργκ φλερτάρει εδώ με τη θεωρία του «μικρότερου κακού». Για να σώσει τα προσχήματα της ορθοδοξίας ο Μύντσενμπεργκ διακρίνει διάφορες ποιότητες φασισμού: τον ελαφρύ φασισμό, τον μέτριο και τον βαρύ, σα να επρόκειτο για τούρκικο καφέ. Αλλά εάν όλοι οι «αριστεροί κύκλοι» (και ποιο είναι το όνομα του καθενός τους;) ενδιαφέρονται για τη νίκη ενάντια στο φασισμό, δεν πρέπει να υποβάλουμε αυτούς τους κύκλους στη δοκιμασία της δράσης;

Δεν είναι φανερό πως θα’ πρεπε ν’ αδράξει κανείς αμέσως και με τα δυο χέρια τη διπλωματική και διφορούμενη πρόταση του Μπράιτσχαιντ. Υποβάλλοντας από τη δική του πλευρά ένα συγκεκριμένο και καλομελετημένο πρακτικό πρόγραμμα πάλης ενάντια στο φασισμό και ζητώντας μια κοινή συνεδρίαση των ηγεσιών των δύο κομμάτων με τη συμμετοχή της ηγεσίας των ελεύθερων συνδικάτων. Θα’ πρεπε ταυτόχρονα να ενεργήσει δραστήρια για να φτάσει αυτό το πρόγραμμα στη βάση, σ’ όλα τα επίπεδα των δυο κομμάτων και σ’ όλες τις μάζες. Οι διαπραγματεύσεις θα’ πρεπε να γίνουν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου: ο τύπος θα’ πρεπε να δημοσιεύει καθημερινά τα πρακτικά αυτών των διαπραγματεύσεων, χωρίς διαστρευλώσεις και χωρίς φανταστικά επινοήματα. Μια τέτοια θετική δράση που αποβλέπει άμεσα στο στόχο, ενεργεί πάνω στους εργάτες με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό από τους αδιάκοπους σαματάδες περί «σοσιαλφασισμού». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Σοσιαλδημοκρατία δεν θα μπορούσε να κρυφτεί ούτε μια στιγμή πίσω από το χάρτινο θεατρικό σκηνικό του «Σιδερένιου Μετώπου».

Καθένας θα πρέπει να διαβάσει την μπροσούρα του Λένιν: Ο “Αριστερισμός, η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού”. Σήμερα είναι το πιο επίκαιρο βιβλίο. Αναφερόμενος ακριβώς σε καταστάσεις όμοιες με αυτήν της σημερινής Γερμανίας, ο Λένιν –παραθέτω κατά λέξη– γράφει: “Η απόλυτη ανάγκη για την πρωτοπορία του προλεταριάτου, για το συνειδητό του κομμάτι, για το Κομμουνιστικό του Κόμμα, να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυραίων. Όλο το πρόβλημα είναι να ξέρεις να εφαρμόζεις αυτή την τακτική έτσι που να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για τον αγώνα και τη νίκη”, (όπ.π., σελ. 59).

Αλλά πώς ενεργεί το Κομμουνιστικό Κόμμα; Στις εφημερίδες του βεβαιώνει κάθε μέρα ότι δέχεται μόνο εκείνο το «ενιαίο μέτωπο που κατευθύνεται ενάντια στους Μπρύνινγκ, Σέβερινγκ, Λάιπαρτ, Χίτλερ και στους ομοίους τους». Είναι αναμφισβήτητο ότι, μπροστά στην προλεταριακή εξέγερση, δεν θα υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους Μπρύνινγκ, Σέβερινγκ, Λάιπαρτ και Χίτλερ. Ενάντια στη μπολσεβίκικη εξέγερση του Οκτώβρη, οι Σοσιαλεπαναστά τες κι οι Μενσεβίκοι συμμαχήσανε με τους συνταγματικούς δημοκράτες (Κα ντέ 2) και τους Κορνιλοφικούς, ο Κερένσκυ έστελνε στην Πετρούπολη τον κοζάκο στρατηγό των Μαύρων Εκατονταρχιών Κρασνάφ, οι Μενσεβίκοι υποστήριζαν τον Κερένσκυ και τον Κρασνόφ, οι Σοσιαλεπαναστάτες οργάνωναν την εξέγερση των Καντέ κάτω από την ηγεσία των μοναρχικών αξιωματικών.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι Μπρύνινγκ, Σέβερινγκ, Λάιπαρτ και Χίτλερ ανήκουν πάντα και σε όλες τις περιστάσεις στο ίδιο στρατόπεδο. Σήμερα, τα συμφέροντά τους διαφέρουν. Για τη Σοσιαλδημοκρατία το πρόβλημα είναι στη σημερινή στιγμή όχι τόσο να υπερασπίσει τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση, όσο να υπερασπίσει το μισοκοινοβουλευτικό αστικό σύστημα ενάντια στο φασισμό. Θα ήταν μια πελώρια ανοησία να μη χρησιμοποιήσει κανείς αυτό τον ανταγωνισμό .

“Να κάνεις πόλεμο, έγραφε ο Λένιν στον Αριστερισμό, για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης… και να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς, από την εκμετάλλευση της αντίθεσης των συμφερόντων (έστω και προσωρινής) μεταξύ των εχθρών, από τις συμφωνίες και τους συμβιβασμούς με τους ενδεχόμενους (έστω προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους, συμβατικούς) συμμάχους –δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο”, (όπ.π., σελ. 54). Παραθέτουμε πάντα τα αποσπάσματα κατά λέξη –οι λέξεις μέσα στις παρενθέσεις είναι υπογραμμισμένες από τον Λένιν.

Και λίγο πιο κάτω: “Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο, μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά, με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, “ρωγμή” ανάμεσα στους εχθρούς”, (όπ.π., σελ. 55).

Τι κάνουν, όμως, οι Τέλμαν και Ρέμελε κάτω από την καθοδήγηση του Μανουίλσκι; Με όλες τους τις δυνάμεις, με θεωρία το σοσιαλφασισμό και πρακτική το σαμποτάζ του ενιαίου μετώπου, προσπαθούν να κλείσουν το ρήγμα –και τι ρήγμα!– ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό.

Ο Λένιν απαιτούσε να χρησιμοποιούμε “κάθε ευκαιρία για να κερδίσουμε έναν μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό”. “Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, έγραφε, δεν κατάλαβε ούτε ένα γιώτα από το μαρξισμό και από τον επιστημονικό, σύγχρονο σοσιαλισμό γενικά”, (όπ.π.). Ξεβουλώστε τ’ αυτιά σας, προφήτες της νέας σταλινικής σχολής. Εδώ γράφει καθαρά και ξάστερα ότι δε έχετε καταλάβει τίποτε από το μαρξισμό. Είναι ο Λένιν που σας μιλάει. Repondez s’il vous plait! (Απαντήστε, παρακαλώ!).

Και οι σταλινικοί απαντούν: χωρίς τη νίκη ενάντια στη Σοσιαλδημοκρατία, η νίκη ενάντια στο φασισμό είναι αδύνατη. Είναι αλήθεια αυτό; Με μια ορισμένη έννοια, είναι. Αλλά και το αντίστροφο θεώρημα είναι επίσης αληθινό: χωρίς μια νίκη ενάντια στον ιταλικό φασισμό, η νίκη ενάντια στην ιταλική Σοσιαλδημοκρατία είναι αδύνατη. Και ο φασισμός και η Σοσιαλδημοκρατία είναι όργανα στα χέρια της μπουρζουαζίας. Όσο κυριαρχεί το κεφάλαιο, ο φασισμός και η Σοσιαλδημοκρατία θα υπάρχουν σε διάφορους συνδυασμούς. Έτσι, όλα τα ζητήματα ανάγονται σ’ έναν και τον ίδιο πάντα παρονομαστή: το προλεταριάτο πρέπει να ανατρέψει το αστικό καθεστώς.

Αλλά τώρα ακριβώς, που το καθεστώς αυτό τρικλίζει στη Γερμανία, ο φασισμός τρέχει να το στηρίξει. Για να συλλάβουμε τον στυλοβάτη του χρειάζεται, λένε, να τελειώνουμε πρώτα με τη Σοσιαλδημοκρατία… Έτσι τα νεκρά σχήματα μας οδηγούν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Η μόνη κατανοητή διέξοδος είναι ο τομέας της δράσης. Και ο χαρακτήρας αυτής της δράσης δεν καθορίζεται από τις ταχυδακτυλουργίες των αφηρημένων κατηγοριών, αλλά από τον πραγματικό συσχετισμό των ζωντανών ιστορικών δυνάμεων.

Όχι, όχι!, ξαναλένε οι γραφειοκράτες με τυμπανοκρουσίες, θέλουμε “πρώτα” να διαλύσουμε τη Σοσιαλδημοκρατία. Πώς; Είναι πολύ απλό: δίνοντας διαταγή στις οργανώσεις του Κόμματος να στρατολογήσουν μέχρι μια ορισμένη ημερομηνία εκατό χιλιάδες καινούρια μέλη. Στη θέση της πολιτικής πάλης –η αφηρημένη προπαγάνδα. Στη θέση της διαλεκτικής στρατηγικής –το γραφειοκρατικό σχέδιο. Και αν η πραγματική ανάπτυξη της πάλης των τάξεων θέτει, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, μπροστά στην εργατική τάξη το ζήτημα του φασισμού σαν ένα ζήτημα ζωής και θανάτου; Τότε η εργατική τάξη πρέπει να στρίψει το τιμόνι της, να γυρίσει την πλάτη σ’ αυτό το ζήτημα. Πρέπει να τήν αποκοιμίσουμε, πρέπει να τήν πείσουμε ότι το καθήκον της πάλης εναντίον του φασισμού είναι δευτερεύον καθήκον, ότι μπορεί να περιμένει και θα λυθεί μόνο του, ότι ο φασισμός στην πραγματικότητα κυριαρχεί ήδη, ότι ο Χίτλερ δεν θα φέρει τίποτε το καινούριο, ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τον Χίτλερ, ότι ο Χίτλερ απλά θα ανοίξει το δρόμο για τους κομμουνιστές.

Μήπως υπερβάλουμε; Όχι, αυτή είναι η συγκεκριμένη και αναμφισβήτητη σκέψη που κατευθύνει τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν τήν σπρώχνουν πάντα μέχρι την τελική της συνέπεια. Στην επαφή τους με τις μάζες, συνήθως υποχωρούν οι ίδιοι μπροστά στο έσχατο συμπέρασμα. Φτιάχνουν ένα πολιτικό συνονθύλευμα, συγχύζοντας τον εαυτό τους και τους εργάτες. Αλλά σε όλες τις περιπτώσεις που προσπαθούν να ενώσουν τις δυο άκρες, ξεκινάνε από την αντίληψη ότι η νίκη του φασισμού είναι αναπόφευκτη.

Στις 14 του Οκτώβρη 1931, ο Ρέμελε, ένας από τους τρεις επίσημους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, έλεγε στο Ράιχσταγκ: “Ο κ. Μπρίνιγκ το είπε πολύ καθαρά: όταν αυτοί (οι φασίστες) θα είναι στην εξουσία, τότε το ενιαίο μέτωπο του προλεταριάτου θα εγκαθιδρυθεί και θα σαρώσει τα πάντα (θύελλα χειροκροτημάτων από τη μεριά των κομμουνιστών)”. Ο Μπρίνιγκ, με μια τέτοια προοπτική, φοβερίζει την μπουρζουαζία και τη Σοσιαλδημοκρατία –και αυτό είναι ευνόητο: έτσι προστατεύει τη θέση του. Αλλά ο Ρέμελε –είναι αίσχος να παρηγορεί τους εργάτες με μια τέτοια προοπτική. Έτσι, προετοιμάζει το δρόμο για την κυριαρχία του Χίτλερ, γιατί η προοπτική αυτή είναι στο σύνολό της βαθιά λαθεμένη και φανερώνει την πλήρη ανικανότητά του να κατανοήσει την ψυχολογία των μαζών και τη διαλεκτική της επαναστατικής πάλης. Αν το γερμανικό προλεταριάτο, που μπροστά στα μάτια του εξελίσσονται τώρα ανοιχτά όλα τα γεγονότα, επέτρεπε στους φασίστες να φτάσουν στην εξουσία, αν έδειχνε, δηλαδή, μια τέτοια εγκληματική στραβομάρα και παθητικότητα, τότε δεν θα υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να ελπίζουμε ότι μετά την άνοδο των φασιστών στην εξουσία, το ίδιο αυτό προλεταριάτο θα τίναζε άμεσα από πάνω του την παθητικότητά και “θα σάρωνε τα πάντα”: για την ώρα δεν το έχουμε δει αυτό στην Ιταλία. Ο Ρέμελε σκέφτεται ακριβώς όπως οι γάλλοι μικροαστοί φρασεοκόποι του 19ου αιώνα που αποδείχτηκαν πέρα για πέρα ανίκανοι να καθοδηγήσουν τις μάζες, αλλά που, παρ’ όλα αυτά, ήταν πεπεισμένοι, εντελώς σίγουροι, ότι αν ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης καθόταν στο σβέρκο της Δημοκρατίας, ο λαός θα σηκωνόταν αμέσως για να τήν υπερασπίσει και “θα σάρωνε τα πάντα”. Όμως, ο λαός που είχε επιτρέψει στον τυχοδιώκτη Λουδοβίκο Βοναπάρτη να καταλάβει την εξουσία, αποδείχτηκε, όπως είναι αυτονόητο, ανίκανος να τον σαρώσει μετά. Πριν απ’ αυτό, χρειάστηκαν καινούρια μεγάλα γεγονότα, ιστορικοί σεισμοί, ακόμα και ένας πόλεμος.

Το ενιαίο μέτωπο του προλεταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί –σύμφωνα μ’ αυτά που μας λέει ο Ρέμελε– παρά μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Μπορεί να υπάρξει πιο αξιοθρήνητη ομολογία για την ίδια του τη χρεοκοπία; Αφού εμείς, οι Ρέμελε και Σία, είμαστε ανίκανοι να ενώσουμε το προλεταριάτο, φορτώνουμε αυτό το καθήκον στους ώμους του Χίτλερ. Όταν ο Χίτλερ θά ’χει πια ενώσει, για μας, το προλεταριάτο, τότε κι εμείς θα φανούμε σε όλο μας το μεγαλείο. Και ο Ρέμελε συνεχίζει με μια μεγαλόστομη διακήρυξη: “Είμαστε οι αυριανοί νικητές και δεν μπαίνει πια ζήτημα: ποιος θα νικήσει ποιόν; Το ζήτημα αυτό είναι ήδη λυμένο (χειροκροτήματα από τους κομμουνιστές). Μένει μονάχα το ζήτημα να μάθουμε: “Ποια στιγμή θα ανατρέψουμε την μπουρζουαζία”…”. Ακριβώς έτσι! Αυτό εμείς στη Ρωσία το λέμε: να απλώνεις ένα δάχτυλο και να τρυπάς τον ουρανό. Είμαστε οι νικητές της αύριο. Εκείνο που μας λείπει σήμερα είναι το ενιαίο μέτωπο. Θα μας το προσφέρει αύριο ο Χίτλερ, όταν θά ’ρθει στην εξουσία. Μα αυτό σημαίνει ότι ο νικητής της αύριο δεν θά ’ναι ο Ρέμελε αλλά ο Χίτλερ. Και τότε μπορείτε να χαράξετε βαθιά μέσα στο μυαλό σας τούτο δω: η στιγμή της νίκης των κομμουνιστών δεν θα έρθει τόσο γρήγορα.

Ο Ρέμελε αισθάνεται και ο ίδιος ότι η αισιοδοξία του κουτσαίνει από το αριστερό της πόδι και προσπαθεί να τήν στηρίξει. “Οι κύριοι φασίστες δεν μας φοβίζουν. Θα χρεοκοπήσουν πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση. (“Πολύ σωστά”!, ακούγεται από τα έδρανα των κομμουνιστών)”. Και να η απόδειξη: οι φασίστες θέλουν τον πληθωρισμό, και αυτό σημαίνει καταστροφή για τις λαϊκές μάζες. Όλα, συνεπώς, θα στραφούν προς το καλύτερο. Έτσι, ο ρητορικός πληθωρισμός του Ρέμελε ξεστρατίζει τους γερμανούς εργάτες.

Έχουμε μπροστά μας τον προγραμματικό λόγο ενός επίσημου ηγέτη του Κόμματος, που κυκλοφόρησε σ’ έναν τεράστιο αριθμό αντιτύπων για τις ανάγκες της κομμουνιστικής στρατολόγησης: στο λόγο επισυνάπτεται ένα δελτίο προσχώρησης στο Κόμμα. Και ο προγραμματικός αυτός λόγος στηρίζεται πέρα για πέρα στη συνθηκολόγηση μπροστά στο φασισμό. “Εμείς, δεν φοβόμαστε”, τον ερχομό του Χίτλερ στην εξουσία. Τι είναι αυτό, αν όχι μια φόρμουλα της ανανδρίας αναποδογυρισμένη; “Εμείς”, δεν θεωρούμε τον εαυτό μας ικανό να εμποδίσει τον Χίτλερ να φτάσει στην εξουσία. Ακόμα χειρότερα: “Εμείς”, οι γραφειοκράτες, είμαστε τόσο σάπιοι που δεν τολμάμε να σκεφτούμε στα σοβαρά τον αγώνα εναντίον του Χίτλερ. Γι’ αυτό “δεν φοβόμαστε”. Τι δεν φοβόμαστε: την πάλη εναντίον του Χίτλερ; Όχι, όχι!, δεν φοβούνται… τη νίκη του Χίτλερ. Δεν φοβούνται να αρνηθούν την πάλη. Δεν φοβούνται να ομολογήσουν τη δειλία τους. Αίσχος!

Σε μια από τις τελευταίες μου μπροσούρες έγραφα ότι η σταλινική γραφειοκρατία θέλει να στήσει στον Χίτλερ μια παγίδα… με τη μορφή της κρατικής εξουσίας. Οι δημοσιογράφοι που πηγαινοέρχονται από τον Μίντσενμπεργκ[3] ως τον Ουλστάιν και από τον Μόσε ως τον Μίντσενμπεργκ ανακοίνωσαν αμέσως ότι “ο Τρότσκι συκοφαντεί το Κομμουνιστικό Κόμμα”. Δεν είναι πράγματι ολοφάνερο ότι, από το μίσος του προς τον κομμουνισμό, από την αντιπάθειά του προς το γερμανικό προλεταριάτο, από τη φλογερή του επιθυμία να σώσει τον γερμανικό καπιταλισμό –ναι, ο Τρότσκι φορτώνει στη σταλινική γραφειοκρατία ένα σχέδιο συνθηκολόγησης; Στην πραγματικότητα, δεν έκανα τίποτε περισσότερο από το να συνοψίσω τον προγραμματικό λόγο του Ρέμελε και το θεωρητικό άρθρο του Τέλμαν. Πού είναι, λοιπόν, η συκοφαντία;

Πέρα απ’ αυτό, τόσο ο Τέλμαν όσο και ο Ρέμελε είναι απλά προσηλωμένοι στο σταλινικό ευαγγέλιο. Ας θυμηθούμε γι’ άλλη μια φορά πώς εκφραζόταν ο Στάλιν το φθινόπωρο του 1923, όταν καθετί στη Γερμανία στηριζόταν –όπως και σήμερα– στην κόψη του ξυραφιού: “Αν οι κομμουνιστές, έγραφε ο Στάλιν στον Ζινόβιεφ και τον Μπουχάριν, προσπαθήσουν (στο δοσμένο στάδιο) να καταλάβουν την εξουσία χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες, είναι αρκετά ώριμοι για να το κάνουν; Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το ζήτημα… Αν σήμερα η εξουσία στη Γερμανία, ας πούμε, έπεφτε, και οι κομμουνιστές την καταλάβαιναν, θα κατάρρεαν παταγωδώς. Αυτό στην “καλύτερη” περίπτωση. Και στη χειρότερη θα συντρίβονταν και θα ρίχνονταν πίσω… Βέβαια, οι φασίστες δεν κοιμούνται, αλλά μας συμφέρει να επιτεθούν πρώτοι: αυτό θα συσπειρώσει ολόκληρη την εργατική τάξη γύρω από τους κομμουνιστές… Κατά τη γνώμη μου, οι Γερμανοί πρέπει να συγκρατηθούν και όχι να ενθαρρύνονται”, (Λ. Τρότσκι: Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν, τόμ. 1ος, σελ. 249-250, εκδόσεις “ΑΛΛΑΓΗ”).

Στην μπροσούρα του “Η Γενική Απεργία”, ο Λάγκνερ γράφει: “Η διαβεβαίωση (του Μπράντλερ) ότι η πάλη τον Οκτώβρη (του 1923) θα είχε καταλήξει απλά σε μια “αποφασιστική ήττα” δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να συγκαλύψει τα οπορτουνιστικά λάθη και την οπορτουνιστική συνθηκολόγηση χωρίς μάχη”, (σελ. 101). Αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Αλλά ποιος ήταν ο ηθικός αυτουργός της “συνθηκολόγησης χωρίς μάχη”; Ποιος “συγκρατούσε” αντί να “ενθαρρύνει”; Το 1931, ο Στάλιν δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναπτύσσει τη φόρμουλά του, του 1923: αν οι φασίστες καταλάβουν την εξουσία, το μόνο που θα κάνουν είναι να μας ανοίξουν το δρόμο. Φυσικά είναι λιγότερο επικίνδυνο να επιτίθεται κανείς στον Μπράντλερ παρά στον Στάλιν: οι Λάγκνερ το ξέρουν αυτό πολύ καλά…

Είναι αλήθεια ότι, τους δυο τελευταίους μήνες –όχι χωρίς την επίδραση ειλικρινών διαμαρτυριών από την Αριστερά– έχει συμβεί μια ορισμένη αλλαγή: το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν λέει πια ότι ο Χίτλερ πρέπει να φτάσει στην εξουσία για να χρεοκοπήσει γρήγορα. Τώρα τονίζει περισσότερο την αντίθετη πλευρά του ζητήματος. Η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να αναβληθεί μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η πάλη πρέπει να διεξαχθεί τώρα, ξεσηκώνοντας τους εργάτες εναντίον των διαταγμάτων του Μπρίνιγκ, πλαταίνοντας και βαθαίνοντας τη σύγκρουση στην οικονομική και πολιτική αρένα. Αυτά είναι ολότελα σωστά. Ό,τι ειπώθηκε, μέσα σ’ αυτά τα όρια, από τους αντιπροσώπους του Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι αναμφισβήτητο. Ως εδώ δεν υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσά μας. Αλλά παραμένει ακόμα το πιο σημαντικό ζήτημα: πώς θα περάσουμε από τα λόγια στην πράξη;

Η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του Κόμματος όπως και ένα σημαντικό μέρος από τα στελέχη του θέλουν ειλικρινά –δεν αμφιβάλλουμε καθόλου γι’ αυτό– τον αγώνα. Αλλά πρέπει να αντικρίζουμε ανοικτά την πραγματικότητα: ο αγώνας αυτός δε γίνεται και δε βλέπουμε κανένα σημάδι που να δείχνει ότι έρχεται. Τα διατάγματα του Μπρίνιγκ πέρασαν ατιμώρητα. Η χριστουγεννιάτικη ανακωχή δεν έσπασε. Η πολιτική των τμηματικών αιφνιδιαστικών απεργιών, αν κρίνουμε από τον απολογισμό στον ίδιο τον κομμουνιστικό Τύπο, δεν ολοκληρώθηκε με σοβαρές επιτυχίες. Οι εργάτες το βλέπουν αυτό. Κανείς δεν μπορεί να τους πείσει με ξεφωνητά.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα ρίχνει στους ώμους της Σοσιαλδημοκρατίας την ευθύνη για την παθητικότητα των μαζών. Με μια ιστορική έννοια αυτό είναι αναμφισβήτητο. Αλλά εμείς δεν είμαστε ιστορικοί, είμαστε επαναστάτες πολιτικοί. Το καθήκον μας δεν είναι να κάνουμε ιστορικές έρευνες, αλλά να αναζητούμε μια διέξοδο.

Το SAP (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα), που από την αρχή της ύπαρξής του έθεσε τυπικά το ζήτημα της πάλης ενάντια στο φασισμό (κυρίως με τα άρθρα των Ρόζενφελντ και Σάιντεβιτς), έκανε ένα ορισμένο βήμα προς τα μπρος, προτείνοντας να συμπέσει η αντεπίθεση με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ο Τύπος του ζητάει τώρα να αρχίσει αμέσως η πάλη για την απόκρουση του φασισμού, με την κινητοποίηση των εργατών ενάντια στην πείνα και τον αστυνομικό ζυγό. Δεχόμαστε πρόθυμα ότι η αλλαγή στην πολιτική του ΣΕΚ έγινε κάτω από την επίδραση της κομμουνιστικής κριτικής: ένα από τα καθήκοντα του κομμουνισμού είναι ακριβώς να σπρώχνει τον κεντρισμό μπροστά, κριτικάροντας τη διπλή φύση του. Αλλά από μόνη της αυτή η κριτική είναι ανεπαρκής: πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πολιτικά τους καρπούς της κριτικής αυτής, προτείνοντας στο ΣΕΚ να περάσει από τα λόγια στην πράξη. Πρέπει να υποβάλουμε το ΣΕΚ σε μια δημόσια και συγκεκριμένη δοκιμασία: όχι με την ανάλυση απομονωμένων τσιτάτων –αυτό δεν είναι αρκετό– αλλά προτείνοντάς του μια συμφωνία πάνω σε συγκεκριμένα πρακτικά βήματα ενάντια στον εχθρό. Αν το ΣΕΚ αποκαλύψει τη γύμνια και την ανικανότητά του, το κύρος του Κομμουνιστικού Κόμματος θα ανέβει περισσότερο και το ενδιάμεσο κόμμα θα διαλυθεί γρηγορότερα. Τι έχει να φοβηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα;

Δεν είναι, ωστόσο, αλήθεια ότι το ΣΕΚ δε θέλει να παλέψει στα σοβαρά. Υπάρχουν μέσα του διάφορες τάσεις. Για την ώρα, στο μέτρο που το ζήτημα περιορίζεται στην αφηρημένη προπαγάνδα για το ενιαίο μέτωπο, οι εσωτερικές του αντιφάσεις αμβλύνονται. Όταν αρχίσει η πάλη, θα ξεπηδήσουν στην επιφάνεια. Και μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να ωφεληθεί απ’ αυτό.

Αλλά μένει ακόμα το πιο σημαντικό ζήτημα. Το ζήτημα του Σοσιαλ-Δημοκρατικού Κόμματος. Αν απορρίψει τις πρακτικές αυτές προτάσεις που αποδέχεται το ΣΕΚ, θα δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση. Οι κεντριστές που θα προτιμούσαν να μένουν καβάλα στο φράκτη ανάμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Σοσιαλδημοκρατία, για να κατηγορούν πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο και να δυναμώνουν σε βάρος και των δυο (μια τέτοια φιλοσοφία αναπτύχθηκε από τον Ούρμπανς), θα έμεναν αιωρούμενοι γιατί θα γινόταν αμέσως φανερό ότι είναι η Σοσιαλδημοκρατία που σαμποτάρει την επαναστατική πάλη. Δεν είναι αυτό ένα σοβαρό κέρδος; Οι εργάτες του ΣΕΚ θα στρέφονταν από τη στιγμή εκείνη, και με τρόπο αποφασιστικό, προς το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Αλλά η άρνηση των Βελς και Σία να δεχτούν το πρόγραμμα της ενωμένης δράσης που υιοθέτησε το ΣΕΚ δε θα περνούσε ατιμώρητα ούτε για την ίδια τη Σοσιαλδημοκρατία. Το “Φόρβαϊρτς” θά ’χανε αμέσως το πλεονέκτημα που έχει να παραπονιέται για την παθητικότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η έλξη των σοσιαλδημοκρατών εργατών προς το ενιαίο μέτωπο θα μεγάλωνε αμέσως και αυτό θα ισοδυναμούσε με έλξη προς το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν είναι καθαρό αυτό;

Σε κάθε έναν από τους σταθμούς και τις στροφές αυτές, το Κομμουνιστικό Κόμμα θά ’βρισκε καινούριες πηγές. Αντί να επαναλαμβάνει μονότονα πάντα τις ίδιες ολοέτοιμες φόρμουλες μπροστά στο ίδιο πάντα ακροατήριο, θα γινόταν ικανό να θέσει σε κίνηση καινούρια στρώματα, να τα διαπαιδαγωγήσει πάνω στη βάση μιας ζωντανής πείρας, να τα ατσαλώσει και να στεριώσει την ηγεμονία του μέσα στην εργατική τάξη.

Συγχρόνως, ούτε για μια στιγμή δεν πρέπει κανείς να υποθέσει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να αρνηθεί την ανεξάρτητη ηγεσία του στις απεργίες, στις διαδηλώσεις και στις πολιτικές καμπάνιες. Διατηρεί την πλήρη ελευθερία του στη δράση. Δεν περιμένει κανέναν. Αλλά πάνω στη βάση των νέων του δραστηριοτήτων, κάνει μια ενεργητική πολιτική ελιγμών σε σχέση μ’ όλες τις άλλες εργατικές οργανώσεις, ανατινάζει όλα τα φράγματα του συντηρητισμού μέσα στους εργάτες, παρουσιάζει γυμνές τις αντιφάσεις του ρεφορμισμού και του κεντρισμού και επιταχύνει την επαναστατική αποκρυστάλλωση στους κόλπους του προλεταριάτου.

Σημειώσεις 4ου κεφαλαίου

  1. Η γαλλική επιθεώρηση “Τετράδια του Μπολσεβικισμού”, το πιο παράλογο και το πιο αγράμματο απ’ όλες τις σταλινικές εκδόσεις, αρπάχτηκε και με τα δυο χέρια από την αναφορά μας στη γιαγιά του διαβόλου, χωρίς να υποψιαστεί, φυσικά, ότι η έκφραση έχει μια μακρόχρονη ιστορία στον μαρξιστικό Τύπο. Η ώρα δεν είναι μακριά, ελπίζουμε, που οι επαναστάτες εργάτες θα στείλουν τους αμαθείς και ασυνείδητους προφέσορες στην ίδια αυτή γιαγιά για να συμπληρώσουν τη μαθητεία τους (Λ.Τ.).
  2. Καντέ. Από τα αρχικά Κα και Ντε του αστικού φιλελεύθερου κόμματος της Ρωσίας: Κονστιτούτσια Ντεμοκράτσια = Συνταγματική Δημοκρατία, (Σ.τ.Μ.).
  3. Αστικοί εκδοτικοί οίκοι στη Γερμανία (Σ.τ.Μ.).

5. Ιστορική Υπόμνηση πάνω στο Ενιαίο Μέτωπο

Τα επιχειρήματα τα σχετικά με την πολιτική του ενιαίου μετώπου απορρέουν από τόσο θεμελιακές και αδυσώπητες ανάγκες της πάλης τάξη ενάντια σε τάξη (με τη μαρξιστική και όχι με τη γραφειοκρατική έννοια αυτών των λέξεων) που δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τις αντιρρήσεις της σταλινικής γραφειοκρατίας χωρίς να κοκκινίσει από ντροπή και αγανάκτηση. Μπορεί κανείς να εξηγεί καθημερινά τις πιο στοιχειώδεις ιδέες στους πιο καθυστερημένους και πιο αμόρφωτους εργάτες και αγρότες, χωρίς να δοκιμάζει την παραμικρή κούραση –γιατί σ’ αυτή την περίπτωση έχει να κάνει με τη διαφώτιση φρέσκων στρωμάτων. Αλίμονο, όμως, σε κείνον που είναι υποχρεωμένος να εξηγήσει και να αποδείξει τις στοιχειώδεις αυτές ιδέες σε ανθρώπους που το μυαλό τους έχει ισοπεδωθεί από τη γραφειοκρατική πρέσα! Τί μπορεί να κάνει κανείς με «ηγέτες» που δεν έχουν στη διάθεσή τους λογικά επιχειρήματα, μα που, αντίθετα, κρατάνε στα χέρια τους ένα εγχειρίδιο με διεθνείς βρισιές; Οι θεμελιώδεις θέσεις του μαρξισμού καταπολεμούνται με μια και την ίδια πάντα λέξη: «αντεπανάσταση»! Αυτή η λέξη έχει φοβερά ξεπέσει στο στόμα εκείνων που μέχρι τώρα με κανέναν τρόπο δεν έχουν ακόμα αποδείξει την ικανότητά τους να κάνουν μια επανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, τι θα γίνει με τις αποφάσεις των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς; Η σταλινική γραφειοκρατία τις δέχεται; Ναι ή όχι;

Τα ντοκουμέντα υπάρχουν και διατηρούν ακόμα και σήμερα όλη τους τη σπουδαιότητα. Από τον μεγάλο αριθμό αυτών των ντοκουμέντων, διάλεξα τις θέσεις που εγώ ο ίδιος έχω επεξεργαστεί ανάμεσα στο 3ο και το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας. Οι θέσεις αυτές εγκρίθηκαν από το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης και από την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, και δημοσιεύτηκαν κείνη την εποχή σε διάφορες κομμουνιστικές εκδόσεις του εξωτερικού. Παρακάτω αναδημοσιεύουμε κατά λέξη το μέρος εκείνο των θέσεων που είναι αφιερωμένο στη διατύπωση και την υπεράσπιση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου:

«… Αλλά είναι ολοφάνερο ότι η ταξική πάλη του προλεταριάτου δε σταματάει στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης. Οι συγκρούσεις με τους βιομηχάνους, με την μπουρζουαζία, με το κράτος, με την πρωτοβουλία πότε της μιας και πότε της άλλης πλευράς, αναδύονται με απαράλλακτη κανονικότητα. Σ’ αυτές τις συγκρούσεις, στο μέτρο που αγκαλιάζουν τα ζωτικά συμφέροντα ολόκληρης της εργατικής τάξης, ή της πλειοψηφίας της, ή και ενός οποιουδήποτε μέρους αυτής της τάξης, οι εργατικές μάζες αισθάνονται την ανάγκη της ενότητας στη δράση… Ένα κόμμα που θα αντιταχθεί μηχανικά σ’ αυτή την ανάγκη… θα καταδικαστεί αμετάκλητα στη συνείδηση των εργατών…

Το πρόβλημα του ενιαίου μετώπου –παρά το αναπόφευκτο σχίσμα, στη σημερινή περίοδο, ανάμεσα στις πολιτικές οργανώσεις που στηρίζονται στην εργατική τάξη– πηγάζει από την επείγουσα ανάγκη να εξασφαλιστεί στην εργατική τάξη η δυνατότητα ενός ενωμένου μετώπου στην πάλη της ενάντια στον καπιταλισμό. Για κείνον που δεν κατανοεί αυτό το πρόβλημα, το κόμμα είναι ένας σύλλογος, και όχι μια οργάνωση για μαζική δράση…

Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε σπάσει οριστικά και αμετάκλητα από τη Σοσιαλδημοκρατία, δε θα είχε γίνει ποτέ το κόμμα της προλεταριακής επανάστασης… Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναζητούσε οργανωτικά μέσα με στόχο να κάνει δυνατές, σε κάθε δοσμένη στιγμή, κοινές δραστηριότητες πάνω σε αμοιβαίες συμφωνίες ανάμεσα σε κομμουνιστικές και μη κομμουνιστικές (μαζί και τις σοσιαλδημοκρατικές) εργατικές μάζες, θα απόδειχνε μ’ αυτό και μόνο την ανικανότητά του να κερδίσει –στη βάση της μαζικής δράσης– την πλειοψηφία της εργατικής τάξης…

Δεν είναι αρκετό, αφού χωρίσουμε τους κομμουνιστές από το ρεφορμισμό, να τους δέσουμε με την πειθαρχία. Είναι επίσης ανάγκη να εκπαιδευτεί η οργάνωση στο πώς να καθοδηγεί όλες τις συλλογικές δραστηριότητες του προλεταριάτου, σε όλες τις σφαίρες της ζωτικής του πάλης. Αυτό είναι το δεύτερο γράμμα του κομμουνιστικού αλφάβητου.

Το ενιαίο μέτωπο απλώνει έτσι ώστε να περιλαμβάνει μόνο τις εργατικές μάζες ή περιλαμβάνει και τους οπορτουνιστές ηγέτες; Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα είναι αποτέλεσμα μιας παρανόησης. Αν μπορούσαμε απλά να ενώσουμε τις εργατικές μάζες γύρω από τη σημαία μας… εξαλείφοντας τα ρεφορμιστικά κόμματα ή τις συνδικαλιστικές οργανώσεις –αυτό θα ήταν, βέβαια, το καλύτερο απ’ όλα. Αλλά, σ’ αυτή την περίπτωση, το πραγματικό ζήτημα που ενιαίου μετώπου δε θα υπήρχε στη σημερινή του μορφή…

Αντίθετα, πέρα από κάθε άλλο υπολογισμό, ενδιαφερόμαστε να βγάλουμε τους ρεφορμιστές από τα καταφύγιά τους και να τους στήσουμε δίπλα μας επικεφαλής των αγωνιζομένων μαζών. Με μια σωστή τακτική, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι προς όφελός μας. Ο κομμουνιστής που αμφιβάλλει ή φοβάται γι’ αυτό, μοιάζει με τον κολυμβητή που θα είχε εγκρίνει θέσεις για τον καλύτερο τρόπο κολύμβησης, αλλά δε θα διακινδύνευε να ριχτεί στο νερό…

Κλείνοντας συμφωνίες με άλλες οργανώσεις, δεσμευόμαστε, φυσικά, σε μια ορισμένη πειθαρχία στη δράση. Αλλά αυτή η πειθαρχία δεν πρέπει να πάρει έναν απόλυτο χαρακτήρα. Στην περίπτωση που οι ρεφορμιστές αρχίσουν να φρενάρουν τον αγώνα, καθαρά σε βάρος του κινήματος και σε αντίφαση με την κατάσταση και τις διαθέσεις των μαζών, εμείς, σαν ανεξάρτητη οργάνωση, διατηρούμε πάντα το δικαιωμα να καθοδηγήσουμε την πάλη μέχρι το τέλος, χωρίς τους προσωρινούς μισοσυμμάχους μας.

Το να βλέπει κανείς σ’ αυτή την πολιτική μια συγχώνευση με τους ρεφορμιστές, αυτό δεν μπορεί να είναι παρά η άποψη ενός δημοσιογράφου, που νομίζει ότι έχει απομακρυνθεί από τον ρεφορμισμό επειδή τον κριτικάρει στα λόγια, χωρίς να βγει από το γραφείο της σύνταξης, αλλά που φοβάται να τον αντιμετωπίσει μπροστά στις εργατικές μάζες, και να τους δόσει έτσι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τον κομμουνιστή και τον ρεφορμιστή κάτω από ίσους όρους μέσα στη μαζική πάλη. Πίσω από τον φαινομενικά επαναστατικό αυτό φόβο μιας «συγχώνευσης», στην πραγματικότητα, είναι κρυμμένη μια πολιτική παθητικότητα που θέλει να διατηρήσει μια τέτοια τάξη πραγμάτων μέσα στην οποία οι κομμουνιστές όπως και οι ρεφορμιστές θα έχουν ο καθένας την αυστηρά οροθετημένη σφαίρα της επιρροής τους, τα ακροατήριά τους, τον Τύπο τους –πράγμα που τους φτάνει για να δημιουργούν και οι δυο την αυταπάτη μιας σοβαρής πολιτικής πάλης…

Στο ζήτημα του ενιαίου μετώπου, όπως αυτό αναδύεται, παρατηρούμε μια τάση παθητική και χωρίς νεύρα που καλύπτεται με μια αδιάλλακτη φρασεολογία. Από την πρώτη στιγμή χτυπάει στα μάτια το εξής παράδοξο: τα δεξιά στοιχεία του Κόμματος, με τις κεντριστικές και πασιφιστικές τους τάσεις…, βγαίνουν μπροστά σαν οι πιο ασυμφιλίωτοι αντίπαλοι του ενιαίου μετώπου… Και, από την άλλη πλευρά, τα στοιχεία εκείνα που στις πιο δύσκολες στιγμές κράτησαν τις θέσεις τους ολοκληρωτικά στο πλευρό της 3ης Διεθνούς, τώρα έρχονται μπροστά υπέρ της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση σήμερα –οι οπαδοί της τακτικής της παθητικότητας και οι καιροσκόποι δρουν σήμερα πίσω από τη μάσκα της ψευτοεπαναστατικής αδιαλλαξίας», (Λεόν Τρότσκι: Τα Πέντε Χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σελ. 345-378 της ρωσικής έκδοσης).

Δε σας φαίνεται ότι οι γραμμές αυτές έχουν γραφτεί σήμερα ενάντια στους Στάλιν, Μανουίλσκι, Τέλμαν, Ρέμελε, Νόιμαν; Στην πραγματικότητα, γράφτηκαν πριν από δέκα χρόνια ενάντια στους Φροσάρ, Κασέν, Σαρλ Ράποπορ, Ντανιέλ Ρενού και τους άλλους γάλλους οπορτουνιστές που είχαν μεταμφιεστεί σε υπεραριστεριστές. Ρωτάμε ευθέως τη σταλινική γραφειοκρατία: οι θέσεις που παραθέσαμε πιο πάνω ήταν μήπως «αντεπαναστατικές» ακόμα και την εποχή που εκφράζανε τη θέση του ρωσικού Πολιτικού Γραφείου, με τον Λένιν επικεφαλής, και προσδιόριζαν την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς; Ας μην τολμήσουν να απαντήσουν ότι, στην περίοδο που πέρασε, οι συνθήκες άλλαξαν: δεν πρόκειται εδώ για ζητήματα συγκυρίας, αλλά, όπως τονίζεται μέσα στο ίδιο το κείμενο, για το άλφα-βήτα του μαρξισμού.

Έτσι, πριν από δέκα χρόνια, η Κομμουνιστική Διεθνής εξηγούσε ότι η ουσία της πολιτικής του ενιαίου μετώπου βρίσκεται στο εξής: το Κομμουνιστικό Κόμμα αποδείχνει στις μάζες και τις οργανώσεις τους ότι είναι έτοιμο να αγωνιστεί μαζί τους, ακόμα και για τα πιο μέτρια αιτήματα, αν τα αιτήματα αυτά βρίσκονται στο δρόμο της ιστορικής εξέλιξης του προλεταριάτου. Σ’ αυτή την πάλη το Κομμουνιστικό Κόμμα υπολογίζει την πραγματική κατάσταση της εργατικής τάξης σε κάθε δοσμένη στιγμή. Δεν απευθύνεται μονάχα στις μάζες, αλλά και στις οργανώσεις που η ηγεσία τους είναι αναγνωρισμένη από τις μάζες. Μπροστά στα μάτια των μαζών, φέρνει σε αντιπαράθεση τις ρεφορμιστικές οργανώσεις με τα πραγματικά προβλήματα της ταξικής πάλης. Αποκαλύπτοντας καθαρά ότι δεν είναι ο σεκταρισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά το συνειδητό σαμποτάζ των ηγετών της Σοσιαλδημοκρατίας που υποσκάπτει την κοινή πάλη, η πολιτική του ενιαίου μετώπου επιταχύνει την επαναστατική ανάπτυξη της τάξης. Είναι απόλυτα καθαρό ότι αυτές οι αντιλήψεις δεν μπορούν με κανένα τρόπο να παλιώσουν.

Πώς να εξηγήσουμε τότε την απόρριψη της πολιτικής του ενιαίου μετώπου από την Κομμουνιστική Διεθνή; Με τα τερατουργήματα και τις αποτυχίες αυτής της πολιτικής στο παρελθόν. Αν αυτές οι αποτυχίες, που οι αιτίες τους δε βρίσκονται στην ίδια την πολιτική, αλλά στους πολιτικούς, είχαν επισημανθεί, αναλυθεί και μελετηθεί έγκαιρα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας θα είχε θαυμάσια εξοπλιστεί, από την άποψη της στρατηγικής και της τακτικής για τη σημερινή κατάσταση. Αλλά η σταλινική γραφειοκρατία ενεργεί σαν τη μυωπική μαϊμού του μύθου που έβαλε στην ουρά της τα γυαλάκια της και αφού τα έγλειψε χωρίς αποτέλεσμα, αποφάνθηκε πως δεν αξίζουν τίποτε και τά ’σπασε. Πείτε ότι θέλετε, αλλά το λάθος δεν είναι στα γυαλιά.

Τα λάθη που έγιναν στην πολιτική του ενιαίου μετώπου ανήκουν σε δυο κατηγορίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα καθοδηγητικά όργανα του Κομμουνιστικού Κόμματος απευθύνθηκαν στους ρεφορμιστές με την πρόταση να παλέψουν μαζί για ριζοσπαστικά συνθήματα που δεν απέρρεαν από την κατάσταση και δεν έβρισκαν ανταπόκριση στις μάζες. Οι προτάσεις αυτές έμοιαζαν με πυροβολισμούς στον αέρα. Οι μάζες παρέμειναν απαθείς. Οι ρεφορμιστές ηγέτες εξηγούσαν τις προτάσεις αυτές των κομμουνιστών σαν ραδιουργίες που είχαν για στόχο την καταστροφή της Σοσιαλδημοκρατίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, επρόκειτο για μια καθαρά τυπική, διακοσμητική εφαρμογή της πολιτικής του ενιαίου μετώπου, τη στιγμή που, από την ίδια της την ουσία, η πολιτική του ενιαίου μετώπου δεν μπορεί να είναι γόνιμη παρά μόνο στη βάση μιας ρεαλιστικής εκτίμησης της κατάστασης και των διαθέσεων των μαζών. Με τη συχνή και ταυτόχρονα κακή χρήση του, το όπλο των «ανοικτών επιστολών» αχρηστεύτηκε και αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν.

Ο δεύτερος τύπος διαστρέβλωσης είχε έναν πολύ πιο μοιραίο χαρακτήρα. Στα χέρια της σταλινικής γραφειοκρατίας, η πολιτική του ενιαίου μετώπου κατάντησε μια κούρσα για το κέρδισμα συμμάχων, σε βάρος της ανεξαρτησίας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έχοντας την υποστήριξη της Μόσχας και θεωρώντας τον εαυτό τους παντοδύναμο, οι υπάλληλοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς νόμισαν στα σοβαρά ότι μπορούν να διατάζουν τις τάξεις, να τους υποδείχνουν δρομολόγια, να συγκρατούν τα απεργιακά και αγροτικά κινήματα στην Κίνα και να εξαγοράζουν τη συμμαχία με τον Τσιαγκ Κάι-σεκ με τίμημα την εγκατάλειψη της ανεξάρτητης πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος, να επανεκπαιδεύουν τη γραφειοκρατία των Τρέιντ-Γιούνιονς, το κύριο αυτό στήριγμα του βρετανικού ιμπεριαλισμού, με εκπαιδευτικά μαθήματα σε συμπόσια στο Λονδίνο ή σε κάποια λουτρόπολη του Καυκάσου, να μεταμορφώνουν τους κροάτες αστούς, τύπου Ράντιτς, σε κομμουνιστές, κτλ., κτλ. Όλα αυτά, βέβαια, επιχειρούνταν με τις καλύτερες προθέσεις: για να επιταχύνουν τις εξελίξεις, εκπληρώνοντας για τις μάζες αυτό που οι ίδιες οι μάζες δεν ήταν ακόμα ώριμες να κάνουν. Δεν είναι ανώφελο να υπενθυμίσουμε ότι, σε μια σειρά χώρες, ιδιαίτερα στην Αυστρία, οι υπάλληλοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς δοκίμασαν την ταχύτητα των δακτύλων τους στην περίοδο που πέρασε, δημιουργώντας τεχνητά και «από τα πάνω» μια «αριστερή» Σοσιαλδημοκρατία –που θα χρησίμευε σαν γέφυρα προς τον κομμουνισμό. Και απ’ αυτήν επίσης τη μασκαράτα δε βγήκαν παρά αποτυχίες. Τα αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων και αυτών των τυχοδιωκτισμών αποδείχτηκαν αμετάβλητα καταστροφικά. Το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα ρίχτηκε πίσω για πολλά χρόνια.

Τότε ο Μανουίλσκι αποφάσισε να σπάσει τα γυαλιά του, και ο Κούουσινεν –αυτός, για να αποφύγει παραπέρα λάθη, ανακήρυξε όλον τον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του και τους φίλους του, φασίστες. Τώρα όλα έγιναν πολύ απλά και πολύ καθαρά, δεν είναι πια δυνατόν να γίνουν τέτοια λάθη. Τι ενιαίο μέτωπο μπορεί να γίνει με τους «σοσιαλφασίστες» ενάντια στους εθνικοφασίστες, ή με τους «αριστερούς σοσιαλφασίστες» ενάντια στους δεξιούς σοσιαλφασίστες; Έτσι, αφού έκανε πάνω από τα κεφάλια μας μια στροφή 180 μοιρών, η σταλινική γραφειοκρατία βρέθηκε αναγκασμένη να απορρίψει τις αποφάσεις των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς σαν αντεπαναστατικές.

6. Τα μαθήματα της ρωσικής πείρας

Σ’ ένα από τα προηγούμενα κεφάλαιά μας αναφερθήκαμε στην μπολσεβίκικη εμπειρία της πάλης ενάντια στον Κορνίλοφ. Οι επίσημοι ηγέτες μάς απάντησαν με μουγκανητά αποδοκιμασίας. Ας επαναλάβουμε γι’ άλλη μια φορά τα κύρια γεγονότα, για να δείξουμε πιο καθαρά και με περισσότερες λεπτομέρειες το πώς η σταλινική σχολή αντλεί μαθήματα από το παρελθόν.

Από τον Ιούλη ως τον Αύγουστο του 1917, ο Κερένσκι, επικεφαλής τότε της κυβέρνησης, εφάρμοσε στην πραγματικότητα το πρόγραμμα του αρχιστράτηγου Κορνίλοφ: επανέφερε στο μέτωπο τα στρατοδικεία και την ποινή του θανάτου, απαγόρευσε ρητά κάθε επιρροή των εκλεγμένων Σοβιέτ πάνω στις κυβερνητικές υποθέσεις, καταπίεσε τους χωρικούς, διπλασίασε την τιμή του ψωμιού (έχοντας στα χέρια του το κρατικό μονοπώλιο του εμπορίου στο στάρι), προετοίμασε την εκκένωση της επαναστατικής Πετρούπολης, συγκέντρωσε, σε συμφωνία με τον Κορνίλοφ, όλα τα αντεπαναστατικά στρατεύματα γύρω από την πρωτεύουσα, υποσχέθηκε στους Συμμάχους να εγκαινιάσει μια καινούρια επίθεση στο μέτωπο κτλ. Αυτό ήταν το γενικό πολιτικό τοπίο.

Στις 26 του Αυγούστου, ο Κορνίλοφ ήρθε σε σύγκρουση με τον Κερένσκι, λόγω των ταλαντεύσεων του τελευταίου, και έριξε το στρατό του ενάντια στην Πετρούπολη. Το Κόμμα των Μπολσεβίκων βρισκόταν σε μια μισοπαράνομη κατάσταση. Οι ηγέτες του, αρχίζοντας από τον Λένιν, βρίσκονταν στην παρανομία ή ήταν στη φυλακή, κατηγορούμενοι για επαφές με το Γενικό Επιτελείο των Χοεντσόλερν. Οι μπολσεβίκικες εφημερίδες είχαν κατασχεθεί. Και όλες αυτές οι διώξεις προέρχονταν από την κυβέρνηση Κερένσκι, που υποστηριζόταν από τα αριστερά από το συνασπισμό των σοσιαλεπαναστατών και των μενσεβίκων βουλευτών.

Ποιά ήταν η στάση του Μπολσεβίκικου Κόμματος; Δε δίστασε ούτε στιγμή να συνάψει μια πρακτική συμμαχία πάλης ενάντια στον Κορνίλοφ με τους δεσμοφύλακές του –τους Κερένσκι, Τσερετέλι, Νταν κτλ. Παντού οργανώθηκαν επιτροπές επαναστατικής άμυνας, μέσα στις οποίες οι μπολσεβίκοι μπήκαν σαν μειοψηφία. Αυτό δεν εμπόδισε τους μπολσεβίκους να αναλάβουν ηγετικό ρόλο: στις συμφωνίες που γίνονται για μαζικές επαναστατικές δραστηριότητες κερδίζει πάντα το πιο συνεπές και το πιο τολμηρό επαναστατικό κόμμα. Οι μπολσεβίκοι βρέθηκαν στις πρώτες γραμμές, έσπασαν τα φράγματα που τους χώριζαν από τους μενσεβίκους εργάτες και προπαντός από τους σοσιαλεπαναστάτες στρατιώτες, και τους τράβηξαν πίσω τους.

Μήπως οι μπολσεβίκοι ακολούθησαν αυτή την πορεία δράσης απλά γιατί βρέθηκαν απροετοίμαστοι; Όχι. Τους προηγούμενους μήνες, οι μπολσεβίκοι είχαν προτείνει δεκάδες και εκατοντάδες φορές στους μενσεβίκους να ενωθούν σ’ έναν κοινό αγώνα ενάντια στην αντεπανάσταση που είχε κινητοποιήσει τις δυνάμεις της. Ακόμα και στις 27 του Μάη, όταν ο Τσερετέλι ξεφώνιζε, ζητώντας καταπιεστικά μέτρα ενάντια στους μπολσεβίκους ναύτες, ο Τρότσκι διακήρυξε σε μια συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης: «Όταν έρθει η ώρα και ο αντεπαναστάτης στρατηγός θα δοκιμάσει να ρίξει τη θηλιά στο λαιμό της επανάστασης, οι Καντέτοι θα περάσουν το σαπούνι στο σκοινί, αλλά οι ναύτες της Κρονστάνδης θά ’ρθουν να παλέψουν και να πεθάνουν πλάι πλάι με μας». Τα λόγια αυτά επιβεβαιώθηκαν κατά γράμμα. Στα μέσα της εκστρατείας του Κορνίλοφ, ο Κερένσκι κάλεσε τους ναύτες του καταδρομικού «Αβρόρα», παρακαλώντας τους να αναλάβουν την υπεράσπιση των Χειμερινών Ανακτόρων. Οι ναύτες αυτοί ήταν όλοι, χωρίς εξαίρεση, μπολσεβίκοι. Μισούσαν τον Κερένσκι. Αυτό, όμως, δεν τους εμπόδισε από το να φρουρήσουν άγρυπνα τα Χειμερινά Ανάκτορα. Οι αντιπρόσωποί τους ήρθαν στις φυλακές του «Κρέστι» να συζητήσουν με τον Τρότσκι που ήταν κλεισμένος εκεί. Τον ρώτησαν: «Γιατί δε συλλαμβάνουμε τον Κερένσκι;». Αλλά η ερώτηση αυτή είχε ένα χαρακτήρα μισοαστείο: οι ναύτες καταλάβαιναν ότι ήταν πρώτα αναγκαιο να συντρίψουν τον Κορνίλοφ και ύστερα να κανονίσουν τους λογαριασμούς τους με τον Κερένσκι. Χάρη σε μια σωστή πολιτική ηγεσία, οι ναύτες του «Αβρόρα» καταλάβαιναν περισσότερα από την Κεντρική Επιτροπή του Τέλμαν.

Την ιστορική μας υπόμνηση, η «Ρότε Φάνε» την χαρακτηρίζει «απατηλή». Γιατί; Μάταιη ερώτηση. Πώς μπορεί να περιμένει κανείς λογικές αναιρέσεις από αυτούς τους ανθρώπους; Με την ποινή της απόλυσης, τους έχουν διατάξει από τη Μόσχα να ουρλιάζουν μόλις προφέρει κανείς το όνομα του Τρότσκι. Εκτελούν τη διαταγή όσο καλύτερα μπορούν. Ο Τρότσκι έκανε, λένε –παραθέτουμε τα λόγια τους: «μια απατηλή σύγκριση ανάμεσα στην πάλη των μπολσεβίκων στη διάρκεια της αντεπαναστατικής ανταρσίας του Κορνίλοφ, στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1917 –την εποχή που οι μπολσεβίκοι πάλευαν με τους μενσεβίκους για την πλειοψηφία στους κόλπους των Σοβιέτ, αμέσως πριν από μια οξεία επαναστατική κατάσταση, την εποχή που οι μπολσεβίκοι εξοπλισμένοι στην πάλη εναντίον του Κορνίλοφ, συνέχιζαν ταυτόχρονα με μια έμμεση επίθεση στον Κερένσκι– με τη σημερινή “πάλη” του Μπρίνιγκ “εναντίον” του Χίτλερ. Με τον τρόπο του, ο Τρότσκι παρουσιάζει έτσι την υποστήριξη του Μπρίνιγκ και της πρωσικής κυβέρνησης σαν το “μικρότερο κακό”…», («Ρότε Φάνε», 22 του Δεκέμβρη 1931).

Είναι δύσκολο να ανασκευάσει κανείς αυτό το σωρό από λόγια. Προφασίζονται ότι συγκρίνω την πάλη των μπολσεβίκων ενάντια στον Κορνίλοφ με την πάλη του Μπρίνιγκ ενάντια στον Χίτλερ. Δεν υπερεκτιμώ τις πνευματικές ικανότητες των συντακτών της «Ρότε Φάνε», αλλά οι κύριοι αυτοί δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι ώστε να μην καταλαβαίνουν τι γράφω. Την πάλη του Μπρίνιγκ ενάντια στον Χίτλερ, τη συγκρίνω με την πάλη του Κερένσκι ενάντια στον Κορνίλοφ. Την πάλη των μπολσεβίκων εναντίον του Κορνίλοφ, τη συγκρίνω με την πάλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας εναντίον του Χίτλερ. Σε τι είναι η σύγκριση αυτή «απατηλή»; Οι μπολσεβίκοι, λέει η «Ρότε Φάνε», πάλευαν κείνη την εποχή ενάντια στους μενσεβίκους για την πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ. Αλλά το ίδιο κάνει και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Παλεύει εναντίον της Σοσιαλδημοκρατίας για την πλειοψηφία μέσα στη γερμανική εργατική τάξη. Στη Ρωσία βρέθηκαν αντιμέτωποι με «μια οξεία επαναστατική κατάσταση». Πολύ σωστά! Αν, ωστόσο, οι μπολσεβίκοι είχαν, τον Αύγουστο του 1917, υιοθετήσει τη θέση του Τέλμαν, τότε αντί με μια επαναστατική κατάσταση θα μπορούσαν να είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με μια αντεπαναστατική κατάσταση.

Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, ο Κορνίλοφ είχε συντριβεί, στην πραγματικότητα, όχι από τη δύναμη των όπλων, αλλά απλά από την ομοφωνία των μαζών. Αμέσως μετά, στις 3 του Σεπτέμβρη, ο Λένιν πρότεινε διαμέσου του Τύπου ένα συμβιβασμό στους Σοσιαλεπαναστάτες και τους Μενσεβίκους. Αποτελείται την πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ, τους έλεγε. Πάρτε την εξουσία και εμείς θα σας στηρίξουμε ενάντια στην μπουρζουαζία. Εγγυηθείτε μας την πλήρη ελευθερία αγκιτάτσιας και θα σας εξασφαλίσουμε μια ειρηνική πάλη για την πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ. Να τι οπορτουνιστής υπήρξε ο Λένιν! Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες απέρριψαν αυτό το συμβιβασμό, δηλαδή τη νέα πρόταση ενιαίου μετώπου ενάντια στην μπουρζουαζία. Αυτή η άρνηση έγινε το πιο ισχυρό όπλο στα χέρια των μπολσεβίκων για την προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης, που επτά βδομάδες αργότερα σάρωσε τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες.

Μέχρι τώρα δεν έγινε παρά μια μονάχα νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στον κόσμο. Δεν ισχυρίζομαι καθόλου πως δεν κάναμε κανένα λάθος στο δρόμο μας προς τη νίκη. Πιστεύω, ωστόσο, ότι η πείρα μας έχει κάποια αξία για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Παρέθεσα την πιο κοντινή και την πιο ενδεδειγμένη ιστορική αναλογία. Πώς απάντησαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας; Με βρισιές.

Μόνο μια υπεραριστερή ομάδα από το «Ρότερ Κέμπφερ» («Κόκκινος Αγωνιστής»), οπλισμένη με όλη της τη σοφία, δοκίμασε στα «σοβαρά» να ανασκευάσει τη σύγκρισή μας. Νομίζει ότι οι μπολσεβίκοι συμπεριφέρθηκαν σωστά τον Αύγουστο «γιατί ο Κορνίλοφ ήταν ο ηγέτης της τσαρικής αντεπανάστασης, πράγμα που σημαίνει ότι διεξήγαγε την πάλη της φεουδαρχικής αντίδρασης εναντίον της αστικής επανάστασης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο συνασπισμός τακτικής των εργατών με την μπουρζουαζία και τα μενσεβικικo-σοσιαλεπαναστατικά της μπιχλιμπίδια, ήταν όχι μόνο σωστός, αλλά αναγκαιος και αναπόφευκτος, γιατί τα συμφέροντα των δύο τάξεων συμπίπτανε στην πάλη εναντίον της φεουδαλικής αντεπανάστασης». Και μια και ο Χίτλερ δεν αντιπροσωπεύει τη φεουδαρχική αλλά την αστική αντεπανάσταση, η Σοσιαλδημοκρατία που υποστηρίζει την μπουρζουαζία δεν μπορεί να βαδίσει εναντίον του Χίτλερ. Να γιατί δεν υπάρχει στη Γερμανία το ενιαίο μέτωπο. Να γιατί η σύγκριση του Τρότσκι είναι λαθεμένη.

Όλα αυτά δείχνουν να είναι βαρυσήμαντα. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει σ’ αυτά ούτε μια λέξη αληθινή. Τον Αύγουστο του 1917, η ρωσική μπουρζουαζία δε συγκρούστηκε καθόλου με τη φεουδαρχική αντίδραση: όλοι οι γαιοκτήμονες υποστήριζαν το κόμμα των Καντέ, που πάλευε εναντίον της απαλλοτρίωσης των τσιφλικάδων. Ο Κορνίλοφ, αυτοαποκαλούνταν ρεπουμπλικάνος, ήταν «ο γιος ενός αγρότη», οπαδός της αγροτικής μεταρρύθμισης και της Συντακτικής Συνέλευσης. Όλη η μπουρζουαζία υποστήριζε τον Κορνίλοφ. Η συμμαχία των Μπολσεβίκων με τους Σοσιαλεπαναστάτες και τους Μενσεβίκους έγινε δυνατή μόνο γιατί οι συμφιλιωτές σπάσανε για μια στιγμή με την μπουρζουαζία: και αναγκάστηκαν να το κάνουν αυτό κάτω από την απειλή του Κορνίλοφ. Οι εκπρόσωποι αυτών των Κομμάτων ήξεραν ότι με τη νίκη του Κορνίλοφ η μπουρζουαζία δε θα τους είχε πια ανάγκη, και θα επέτρεπε στον Κορνίλοφ να τους στραγγαλίσει. Μέσα σ’ αυτά τα όρια υπάρχει, όπως βλέπουμε, μια πλήρη αναλογία με το συσχετισμό ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό.

Η διαφορά δεν υπάρχει καθόλου εκεί που την βλέπουν οι θεωρητικοί του «Ρότερ Κέμπφερ». Στη Ρωσία, οι μάζες της μικρομπουρζουαζίας, και, πάνω απ’ όλα, οι αγρότες, κλίνανε προς τα αριστερά και όχι προς τα δεξιά. Ο Κορνίλοφ δε στηριζόταν στη μικροαστική τάξη. Και ακριβώς γι’ αυτό, το κίνημά του δεν ήταν φασιστικό. Ήταν μια αστική, και καθόλου μια «φεουδαρχική» αντεπανάσταση, που αποπειράθηκε ο συνωμότης στρατηγός. Σ’ αυτό βασικά βρισκόταν η αδυναμία του. Ο Κορνίλοφ βασιζόταν στην ηθική υποστήριξη ολόκληρης της μπουρζουαζίας και στη στρατιωτική υποστήριξη των αξιωματικών και των γιούνκερς, δηλαδή στη νέα γενιά της ίδιας της μπουρζουαζίας. Αποδείχτηκε ότι όλα αυτά ήταν ανεπαρκή. Αλλά αν η πολιτική των Μπολσεβίκων ήταν λάθος, η νίκη του Κορνίλοφ δε θα μπορούσε να αποκλειστεί.

Όπως βλέπουμε, τα επιχειρήματα του «Ρότερ Κέμπφερ» ενάντια στο ενιαίο μέτωπο στη Γερμανία βασίζονται στο γεγονός ότι οι θεωρητικοί του δεν καταλαβαίνουν ούτε τη ρωσική κατάσταση, ούτε την κατάσταση στη Γερμανία[1].

Μια και δεν αισθάνεται ασφαλής στον ολισθηρό πάγο της ρωσικής ιστορίας, η «Ρότε Φάνε» δοκιμάζει να πλησιάσει το ζήτημα από την αντίθετη πλευρά: «Για τον Τρότσκι, μόνο οι Εθνικοσοσιαλιστές είναι φασίστες. Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η δικτατορική υποτίμηση των μισθών, η ντε φάκτο απαγόρευση των απεργιών… όλα αυτά δεν είναι φασισμός για τον Τρότσκι. Όλα αυτά πρέπει να τα ανεχθεί το Κόμμα μας». Οι άνθρωποι αυτοί σχεδόν μας αφοπλίζουν με την αδυναμία της κακοβουλίας τους. Πού και πότε πρότεινα σ’ οποιονδήποτε «να ανεχτεί» την κυβέρνηση Μπρίνιγκ; Και τι ακριβώς σημαίνει «να ανεχτεί»; Αν αυτό είναι ένα ζήτημα κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής υποστήριξης της κυβέρνησης Μπρίνιγκ, τότε θα πρέπει να ντρεπόμαστε που ένα τέτοιο θέμα μπαίνει για συζήτηση ανάμεσα σε κομμουνιστές. Αλλά με μια άλλη και ιστορικά πιο πλατιά έννοια, εσείς, κύριοι φωνακλάδες, είστε, παρ’ όλα αυτά, αναγκασμένοι «να ανέχεστε» την κυβέρνηση Μπρίνιγκ, γιατί δεν έχετε τις δυνάμεις να την ανατρέψετε.

Όλα τα επιχειρήματα που η «Ρότε Φάνε» στρέφει εναντίον μου σχετικά με τη γερμανική κατάσταση, θα μπορούσαν, με τις ίδιες δικαιολογίες, να στραφούν και εναντίον των μπολσεβίκων στα 1917. Θα μπορούσε να πει κανείς: «Για τους μπολσεβίκους ο κορνιλοφισμός υπάρχει μόνο με τον Κορνίλοφ. Αλλά ο Κερένσκι δεν είναι κορνιλοφικός; Η πολιτική του δεν αποβλέπει στο στραγγάλισμα της επανάστασης; Δεν τσακίζει τους χωρικούς με τις εκστρατείες τιμωρίας; Δεν οργανώνει λοκ – άουτ; Ο Λένιν δε βρίσκεται στην παρανομία; Και όλα αυτά πρέπει να τα ανεχτούμε;». Απ’ ότι θυμάμαι, δε βρέθηκε ούτε ένας μπολσεβίκος που να τόλμησε να χρησιμοποιήσει τέτοια επιχειρήματα. Αλλά αν είχε βρεθεί έστω και ένας, θα του είχαμε απαντήσει με τον εξής περίπου τρόπο: «Κατηγορούμε τον Κερένσκι γιατί προετοιμάζει και διευκολύνει τον ερχομό του Κορνίλοφ στην εξουσία. Αλλά μήπως αυτό μας απαλλάσσει από το καθήκον να σπεύσουμε και να αποκρούσουμε την επίθεση του Κορνίλοφ; Κατηγορούμε το θυρωρό γιατί άφησε την πόρτα μισάνοιχτη στο ληστή. Αλλά μήπως αυτό σημαίνει ότι εμείς πρέπει να σηκώσουμε τους ώμους και να αφήσουμε ανοικτή την πόρτα;». Επειδή, χάρη στην ανοχή της Σοσιαλδημοκρατίας, η κυβέρνηση Μπρίνιγκ έχει σπρώξει κιόλας το προλεταριάτο μέχρι τα γόνατα στη συνθηκολόγηση με το φασισμό, καταλήγετε στο συμπέρασμα: τι μέχρι τα γόνατα, τι μέχρι τη μέση, τι πάνω από το κεφάλι, το ίδιο δεν είναι; Όχι, υπάρχει κάποια διαφορά. Κείνος που μπήκε μέχρι τα γόνατα σ’ ένα βάλτο, μπορεί ακόμα να βγει. Κείνος που βούτηξε μέχρι το κεφάλι, δε θα ξαναγυρίσει ποτέ.

Ο Λένιν έγραφε για τους υπεραριστερούς: «Λένε πολλά κολακευτικά πράγματα για μας, τους μπολσεβίκους. Μερικές φορές, αισθάνεται κανείς την επιθυμία να τους πει: “παινεύετέ μας λιγότερο, και δοκιμάστε να ερευνήσετε κάπως καλύτερα την τακτική των μπολσεβίκων, μελετήστε την περισσότερο”».

Σημειώσεις 6ου κεφαλαίου

1. Όλες οι άλλες αντιλήψεις αυτής της ομάδας είναι του ίδιου επιπέδου, δεν είναι παρά μια διασκευή των πιο χοντροκομμένων λαθών της σταλινικής γραφειοκρατίας που απλά συνοδεύονται από πιο έντονες υπεραριστερές γκριμάτσες. Ο φασισμός έχει ήδη ενθρονιστεί, ο λεγόμενος χιτλερικός κίνδυνος καθεαυτός δεν υπάρχει κι επιπλέον οι εργάτες δε θέλουν να παλέψουν. Αν η κατάσταση ήταν αληθινά τέτοια, αν υπήρχε ακόμα αρκετός χρόνος μπροστά μας, τότε οι θεωρητικοί του «Ρότερ Κέμπφερ» μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν καλύτερα το διαθέσιμο χρόνο τους και, αντί να γράφουν κακά άρθρα, να διαβάσουν λίγα καλά βιβλία. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ο Μαρξ εξήγησε στον Βάιτλιγκ ότι η αμάθεια δε βγαίνει ποτέ σε καλό, (Λ.Τ.).

7. Η ιταλική πείρα

Ο ιταλικός φασισμός ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της προδοσίας της εξέγερσης του ιταλικού προλεταριάτου από τους ρεφορμιστές. Από τότε που τέλειωσε ο πόλεμος, υπήρχε στην Ιταλία μια ανοδική τάση του επαναστατικού κινήματος, που, το Σεπτέμβρη του 1920, κατέληξε στην κατάληψη των εργοστασίων και των βιομηχανιών από τους εργάτες. Η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν τώρα μια πραγματικότητα και το μόνο που έλειπε ήταν να την οργανώσουν και να βγάλουν απ’ αυτήν όλα τα αναγκαια συμπεράσματα. Η σοσιαλδημοκρατία τρόμαξε και τό ’βαλε στα πόδια. Ύστερα από τις τολμηρές και ηρωικές προσπάθειες του, το προλεταριάτο βρέθηκε μπροστά σε ένα κενό. Η κατάρρευση του επαναστατικού κινήματος έγινε ο πιο σημαντικός παράγοντας στην ανάπτυξη του φασισμού. Το Σεπτέμβρη, το επαναστατικό προχώρημα του προλεταριάτου σταμάτησε. Και το Νοέμβρη κιόλας είδαμε την πρώτη μεγάλη επίδειξη των φασιστών (την κατάληψη της Μπολόνια).

Η αλήθεια είναι ότι το προλεταριάτο, ακόμα και μετά την καταστροφή του Σεπτέμβρη, ήταν ικανό να δόσει αμυντικές μάχες. Αλλά η Σοσιαλδημοκρατία ενδιαφερόταν για ένα και μόνο πράγμα: να αποσύρει τους εργάτες από τη μάχη, με κόστος τη μια παραχώρηση μετά την άλλη. Οι Σοσιαλδημοκράτες ελπίζανε ότι η πειθήνια συμπεριφορά των εργατών θα αφύπνιζε την «κοινή γνώμη» της κεφαλαιοκρατίας εναντίον των φασιστών. Και όχι μόνο αυτό: οι ρεφορμιστές βάσιζαν τις ελπίδες τους ακόμα και στη βοήθεια του βασιλιά Βίκτορ Εμμανουήλ. Μέχρι την τελευταία στιγμή, συγκρατούσαν τους εργάτες με όλες τους τις δυνάμεις για να μην έρθουν σε σύγκρουση με τις συμμορίες του Μουσολίνι. Αλλά αυτό δεν τους ωφέλησε σε τίποτα. Το Στέμμα, μαζί με τα ανώτερα στρώματα της μπουρζουαζίας, μετακινήθηκε προς την πλευρά του φασισμού. Πεπεισμένοι την τελευταία στιγμή ότι ο φασισμός δεν μπορεί να εμποδιστεί με την πειθώ, οι Σοσιαλδημοκράτες κυκλοφόρησαν ένα κάλεσμα προς τους εργάτες για γενική απεργία. Αλλά η έκκλησή τους κατέληξε σ’ ένα φιάσκο. Οι ρεφορμιστές είχαν τόσο μουλιάσει το μπαρούτι, από το φόβο μήπως εκραγεί, ώστε όταν, τελικά, με χέρι τρεμάμενο, πλησίασαν το αναμμένο σπίρτο, το μπαρούτι δεν πήρε φωτιά.

Δυο χρόνια μετά την εμφάνισή του, ο φασισμός ήταν στην εξουσία. Και εδραιώθηκε χάρη στο γεγονός ότι η πρώτη περίοδος της κυριαρχίας του συνέπεσε με την ευνοϊκή οικονομική συγκυρία που διαδέχτηκε την ύφεση του 1921-1922. Οι φασίστες, με την επιθετική δύναμη της μικροαστικής τάξης, συντρίψανε το προλεταριάτο που υποχωρούσε. Αλλά και αυτό δεν έγινε με ένα και μόνο χτύπημα. Ακόμα και ύστερα από την άνοδο του στην εξουσία, ο Μουσολίνι ακολούθησε την πορεία του με τη δέουσα φρόνηση: δεν είχε ακόμα ένα ολοέτοιμο μοντέλο. Στα δυο πρώτα χρόνια, το Σύνταγμα δεν είχε ακόμα αλλάξει. Η φασιστική κυβέρνηση είχε το χαρακτήρα μιας συμμαχίας. Στο μεταξύ, οι συμμορίες των φασιστών δούλευαν εντατικά με τα γκλόμπς, με τα μαχαίρια και με τα ρεβόλβερ. Έτσι μόνο δημιουργήθηκε σιγά σιγά το φασιστικό κράτος, που σήμαινε ολοκληρωτικό στραγγάλισμα όλων των ανεξάρτητων μαζικών οργανώσεων.

Ο Μουσολίνι έφτασε σ’ αυτό με κόστος τη γραφειοκρατικοποίηση του ίδιου του φασιστικού κόμματος. Αφού χρησιμοποίησε την επιθετική δύναμη της μικροαστικής τάξης, ο φασισμός την στραγγάλισε κι αυτήν με την τανάλια του αστικού κράτους. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί η απογοήτευση των μαζών που είχε ενώσει γύρω του μετατρέπονταν μπροστά του στον πιο άμεσο κίνδυνο. Ο γραφειοκρατικοποιημένος φασισμός πλησίαζε πάρα πολύ τις άλλες μορφές αστυνομικοστρατιωτικής δικτατορίας. Δεν είχε πια το προηγούμενο κοινωνικό του στήριγμα. Η κύρια εφεδρεία του φασισμού –η μικροαστική τάξη– είχε εξαντληθεί. Μόνο η ιστορική αδράνεια επιτρέπει στη φασιστική κυβέρνηση να κρατάει το προλεταριάτο σε κατάσταση διασκορπισμού και αδυναμίας. Ο συσχετισμός των δυνάμεων έχει αλλάξει αυτόματα υπέρ του προλεταριάτου. Η αλλαγή αυτή πρέπει να οδηγήσει σε μια επανάσταση. Η κατάρρευση του φασισμού θα είναι ένα από τα πιο καταστροφικά γεγονότα στην ευρωπαϊκή ιστορία. Αλλά όλα αυτά τα προτσές, όπως μας το δείχνουν τα γεγονότα, χρειάζονται χρόνο. Το φασιστικό κράτος υπάρχει κιόλας εδώ και δέκα χρόνια. Πόσον καιρό θα κρατήσει ακόμα; Χωρίς να ριψοκινδυνέψει κανείς σε προβλέψεις με προθεσμίες, μπορεί να πει με σιγουριά: η νίκη του Χίτλερ στη Γερμανία θα είναι μια νέα και μεγάλη παράταση στη ζωή του Μουσολίνι. Η συντριβή του Χίτλερ θα είναι η αρχή του τέλους για τον Μουσολίνι.

Στην πολιτική της απέναντι στον Χίτλερ, η Σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας δε στάθηκε ικανή να προσθέσει ούτε μια λέξη: επαναλαμβάνει με τον πιο χοντροκομμένο τρόπο αυτά που έλεγαν, στον καιρό τους, με πολύ περισσότερο ταμπεραμέντο, οι ρεφορμιστές της Ιταλίας. Οι τελευταίοι εξηγούσαν το φασισμό σαν μια μεταπολεμική ψύχωση. Η Σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας βλέπει στο φασισμό την ψύχωση των «Βερσαλλιών» ή την ψύχωση της κρίσης. Και στις δυο περιπτώσεις, οι ρεφορμιστές κλείνουν τα μάτια μπροστά στον οργανικό χαρακτήρα του φασισμού, σαν ενός μαζικού κινήματος που γεννήθηκε από την κατάρρευση του καπιταλισμού.

Τρομοκρατημένοι από την επαναστατική κινητοποίηση των εργατών, οι ιταλοί ρεφορμιστές τοποθέτησαν όλες τους τις ελπίδες στο «κράτος». Το σύνθημά τους ήταν: «Βοήθεια! Βίκτορ Εμμανουήλ, επέμβα!». Η Σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας δε διαθέτει έναν τέτοιο δημοκρατικό κυματοθραύστη, ένα μονάρχη πιστό στο Σύνταγμα. Έτσι, πρέπει να αρκεστεί σ’ έναν πρόεδρο: «Βοήθεια! Χίντεμπουργκ, επέμβα!».

Ενώ έδιναν τη μάχη εναντίον του Μουσολίνι, ενώ δηλαδή υποχωρούσαν μπροστά του, ο Τουράτι εκτόξευσε το καμουφλαρισμένο σύνθημα του: «Πρέπει να έχει κανείς το θάρρος να είναι δειλός». Οι γερμανοί ρεφορμιστές είναι λιγότερο επιπόλαιοι με τα συνθήματά τους. Αυτοί χρειάζονται: «Θάρρος για να υποφέρουν την αντιδημοτικότητα (Mut zur Unpopularitat)». Είναι το ίδιο πράγμα. Δεν πρέπει να φοβάται κανείς την αντιδημοτικότητα που οφείλεται στην άνανδρη υποταγή στον εχθρό.

Οι ίδιες αιτίες προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα. Αν η πορεία των γεγονότων εξαρτιόταν από την ηγεσία του Σοσιαλ-Δημοκρατικού Κόμματος, η καριέρα του Χίτλερ θα ήταν εξασφαλισμένη.

Πρέπει, ωστόσο, να δεχτούμε ότι και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, έχει επίσης λίγα πράγματα μάθει από την ιταλική εμπειρία.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το φασισμό. Αλλά οι ίδιες συνθήκες της επαναστατικής αμπώτιδας που έφεραν το φασισμό στην εξουσία, χρησίμευσαν σαν φρένο στην ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έλαβε υπόψη του την πλήρη έκταση του φασιστικού κινδύνου, το αποκοίμισαν οι επαναστατικές αυταπάτες, ήταν ασυμφιλίωτα εχθρικό στην πολιτική του ενιαίου μετώπου, με δυο λόγια, προσβλήθηκε απ’ όλες τις παιδικές αρρώστιες. Δε μας εκπλήσσει το γεγονός! Ήταν μόλις δυο χρονών. Στα μάτια του ο φασισμός δεν ήταν παρά μια «καπιταλιστική αντίδραση». Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φασισμού, που πήγαζαν από την κινητοποίηση της μικροαστικής τάξης εναντίον του προλεταριάτου, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ανίκανο να τα διακρίνει. Οι ιταλοί σύντροφοι με πληροφορούν ότι, με μόνη εξαίρεση τον Γκράμσι, το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν παραδεχόταν ούτε καν τη δυνατότητα της κατάληψης της εξουσίας από τους φασίστες. Αφού η προλεταριακή επανάσταση είχε ηττηθεί, αφού ο καπιταλισμός είχε μπορέσει να αντισταθεί και η αντεπανάσταση είχε θριαμβεύσει, τι είδους αντεπαναστατική αναστάτωση θα μπορούσε να γίνει ακόμα; Πώς είναι δυνατόν η μπουρζουαζία να ξεσηκωθεί εναντίον του εαυτού της! Αυτή ήταν η ουσία του πολιτικού προσανατολισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε το γεγονός ότι ο ιταλικός φασισμός ήταν τότε ένα καινούριο φαινόμενο και μάλιστα στη διαδικασία της διαμόρφωσής του. Θα ήταν δύσκολο καθήκον, ακόμα και για ένα πιο έμπειρο κόμμα, να προσδιορίσει τα ειδικά χαρακτηριστικά του.

Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας επαναλαμβάνει σήμερα σχεδόν κατά γράμμα τη θέση από την οποία ξεκίνησε ο ιταλικός κομμουνισμός: ο φασισμός δεν είναι παρά μια καπιταλιστική αντίδραση. Από την άποψη του προλεταριάτου, η διαφορά ανάμεσα στους διάφορους τύπους της καπιταλιστικής αντίδρασης είναι χωρίς σημασία. Ο χυδαίος αυτός ριζοσπαστισμός δεν μπορεί να συγχωρεθεί εύκολα γιατί το γερμανικό Κόμμα είναι πολύ πιο παλιό απ’ όσο ήταν το ιταλικό Κόμμα στην αντίστοιχη περίοδο. Και επιπλέον ο μαρξισμός έχει σήμερα εμπλουτιστεί με την τραγική εμπειρία της Ιταλίας. Το να επιμένει κανείς στο ότι ο φασισμός έχει ήδη νικήσει, ή το να αρνείται τη δυνατότητα της ανόδου του στην εξουσία, πολιτικά είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Η άγνοια της ειδικής φύσης του φασισμού αναπόφευκτα παραλύει τη θέληση για αγώνα εναντίον του.

Το κύριο βάρος της μομφής πέφτει φυσικά στην ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Οι ιταλοί κομμουνιστές, περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, είχαν κεντρικό καθήκον να υψώσουν τη φωνή τους και να καλέσουν σε συναγερμό. Αλλά ο Στάλιν, με τον Μανουίλσκι, τους υποχρέωσαν να αποκηρύξουν τα πιο σημαντικά μαθήματα από την ίδια τους τη συντριβή. Έχουμε ήδη σημειώσει με πόση δουλική προθυμία ο Έρκολι πέρασε στη θέση του σοσιαλφασισμού, δηλαδή, στη θέση της παθητικής αναμονής της φασιστικής νίκης στη Γερμανία.

Για πολύν καιρό, η διεθνής Σοσιαλδημοκρατία παρηγορούνταν με την αντίληψη ότι ο Μπολσεβικισμός είναι νοητός μονάχα για τις καθυστερημένες χώρες. Αργότερα κατέφυγε στην ίδια παρηγοριά όσον αφορά το φασισμό. Η Σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας είναι τώρα υποχρεωμένη να δοκιμάσει πάνω στην ίδια της την πλάτη την ψευτιά της παρηγορητικής αυτής αντίληψης. Οι μικροαστοί συνοδοιπόροι της πέρασαν και περνούν στο στρατόπεδο του φασισμού, οι εργάτες την εγκαταλείπουν για να πλησιάσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Μόνο τα δυο αυτά κινήματα: ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός, αναπτύσσονται στη Γερμανία. Ακόμη και αν η Ρωσία, από τη μια μεριά, και η Ιταλία, από την άλλη, είναι χώρες ασύγκριτα πιο καθυστερημένες από τη Γερμανία, παρ’ όλα αυτά, και η μια και η άλλη χρησιμεύσανε σαν στίβοι για την ανάπτυξη πολιτικών κινημάτων που σαν τέτοια είναι εγγενή του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Η προχωρημένη Γερμανία πρέπει να ανακεφαλαιώσει τα προτσές που εκπληρώθηκαν στη Ρωσία και στην Ιταλία. Το θεμελιώδες πρόβλημα της εξέλιξης στη Γερμανία μπορεί σήμερα να διατυπωθεί έτσι: ποια είναι η διέξοδος –ο δρόμος της Ρωσίας ή ο δρόμος της Ιταλίας;

Όπως είναι φανερό, αυτό δε σημαίνει ότι η υψηλή ανάπτυξη της κοινωνικής δομής της Γερμανίας είναι χωρίς σημασία από την άποψη της εξέλιξης των πεπρωμένων του μπολσεβικισμού και του φασισμού. Η Ιταλία είναι μια χώρα μικροαστών και χωρικών, σε βαθμό πολύ πιο μεγάλο απ’ ότι είναι η Γερμανία. Είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι στη Γερμανία στα 9,8 εκατομμύρια άτομα που εργάζονται στην αγροτική και δασική οικονομία, αντιστοιχούν 18,5 εκατομμύρια που απασχολούνται στη βιομηχανία και το εμπόριο, δηλαδή σχεδόν τα διπλάσια. Ενώ στην Ιταλία, στα 10,3 εκατομμύρια άτομα που δουλεύουν στην αγροτική και δασική οικονομία, αντιστοιχούν 6,4 εκατομμύρια που απασχολούνται στη βιομηχανία και το εμπόριο. Τα ξερά αυτά σύνολα δεν αρκούν για να δόσουν μια σωστή απεικόνιση του σχετικά κυρίαρχου βάρους του προλεταριάτου στη ζωή του γερμανικού έθνους. Ακόμα και ο γιγάντιος αριθμός των ανέργων δεν είναι παρά μια απόδειξη, από την ανάποδη, της κοινωνικής δύναμης του γερμανικού προλεταριάτου. Το όλο ζήτημα συνίσταται στο πώς θα μεταφράσουμε αυτή τη δύναμη στη γλώσσα της επαναστατικής πολιτικής.

Η τελευταία μεγάλη ήττα του γερμανικού Κόμματος, που μπορεί να τοποθετηθεί στην ίδια ιστορική κλίμακα με τις μέρες του Σεπτέμβρη στην Ιταλία, είναι η ήττα του 1923. Στην περίοδο των οχτώ χρόνων που έχουν κυλήσει από τότε, πολλές πληγές επουλώθηκαν, και μια καινούρια γενιά σηκώθηκε στα πόδια της. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας αντιπροσωπεύει μια δύναμη ασύγκριτα πιο μεγάλη από τη δύναμη των ιταλών κομμουνιστών στα 1922. Το ειδικό βάρος του προλεταριάτου, το σημαντικό διάστημα που το χωρίζει από την τελευταία ήττα, η σοβαρή δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος –αυτά είναι τα τρία πλεονεκτήματα που έχουν μια τεράστια σημασία για τη γενική εκτίμηση της κατάστασης και τις προοπτικές.

Αλλά για να χρησιμοποιήσει κανείς αυτά τα πλεονεκτήματα πρέπει να τα καταλάβει. Και αυτό ακριβώς λείπει. Η θέση του Τέλμαν στα 1932 αναπαράγει τη θέση του Μπορντίγκα στα 1922. Και απ’ αυτήν την άποψη ο κίνδυνος αποχτάει έναν ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα. Αλλά εδώ επίσης υπάρχει ένα συμπληρωματικό πλεονέκτημα που δεν υπήρχε πριν δέκα χρόνια. Στις επαναστατικές γραμμές της Γερμανίας υπάρχει μια Μαρξιστική Αντιπολίτευση που στηρίζεται στην πείρα της δεκαετίας που πέρασε. Η Αντιπολίτευση αυτή είναι αριθμητικά αδύνατη, αλλά η πορεία των γεγονότων προσθέτει στη φωνή της εξαιρετική δύναμη. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένας ελαφρός κλονισμός μπορεί να γίνει χιονοστιβάδα. Ο κλονισμός από την κριτική της Αριστερής Αντιπολίτευσης μπορεί να βοηθήσει να γίνει μια έγκαιρη αλλαγή στην πολιτική της προλεταριακής πρωτοπορίας. Αυτό είναι σήμερα το καθήκον μας!

8. Με το Ενιαίο Μέτωπο προς τα Σοβιέτ σαν Ανώτατα Όργανα του Ενιαίου Μετώπου

Ο λεκτικός θαυμασμός στα Σοβιέτ είναι τόσο διαδεδομένος μέσα στους κύκλους της «Αριστεράς» όσο είναι και η έλλειψη κατανόησης του ιστορικού τους ρόλου. Τις περισσότερες φορές, τα Σοβιέτ προσδιορίζονται σαν όργανα πάλης για την εξουσία, σαν όργανα εξέγερσης και, τέλος, σαν όργανα της δικτατορίας. Τυπικά οι ορισμοί αυτοί είναι σωστοί, αλλά δεν εξαντλούν καθόλου τον ιστορικό ρόλο των Σοβιέτ. Πρώτα απ’ όλα, δεν εξηγούν γιατί, στην πάλη ακριβώς για την εξουσία, τα Σοβιέτ είναι αναγκαία. Η απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα είναι η ακόλουθη: όπως το συνδικάτο είναι η στοιχειώδης μορφή του ενιαίου μετώπου στην οικονομική πάλη, έτσι και το Σοβιέτ είναι η ανώτερη μορφή του ενιαίου μετώπου, μέσα στις συνθήκες όπου το προλεταριάτο μπαίνει στην εποχή της πάλης για την εξουσία.

Το Σοβιέτ από μόνο του δεν κατέχει καμιά θαυματουργή δύναμη. Είναι η ταξική εκπροσώπηση του προλεταριάτου, με όλα τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του. Αλλά είναι ακριβώς αυτό, και μόνο αυτό, που κάνει το Σοβιέτ ικανό να παρέχει στους εργάτες των διαφόρων πολιτικών τάσεων μια οργανωτική ευκαιρία να ενώσουν τις προσπάθειές τους στην επαναστατική πάλη για την εξουσία. Στο σημερινό προεπαναστατικό περιβάλλον, είναι καθήκον των πιο προχωρημένων εργατών της Γερμανίας να κατανοήσουν πιο καθαρά τον ιστορικό ρόλο των Σοβιέτ ως όργανα του ενιαίου μετώπου.

Αν, στη διάρκεια της προπαρασκευαστικής εποχής, το Κομμουνιστικό Κόμμα πετύχαινε, σπρώχνοντας όλα τα άλλα κόμματα έξω από τις γραμμές των εργατών, να ενώσει κάτω από τη σημαία του τη συντριπτική πλειοψηφία των εργατών, τότε δε θα υπήρχε καμιά ανάγκη για Σοβιέτ. Αλλά η ιστορική πείρα μαρτυράει ότι δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος για να πιστεύουμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να πετύχει, έστω και σε μια μόνο χώρα –στις χώρες με τον παλιό καπιταλιστικό πολιτισμό ακόμα λιγότερο απ’ ότι στις καθυστερημένες χώρες– να κατακτήσει μια τέτοια αναμφισβήτητη και απόλυτα κυρίαρχη θέση μέσα στις γραμμές των εργατών πριν το προλεταριάτο κατακτήσει την εξουσία.

Σήμερα ακριβώς η Γερμανία μας δείχνει ότι το προλεταριάτο είναι αντιμέτωπο με το καθήκον της απευθείας και άμεσης πάλης για την εξουσία πολύ πριν ενωθεί ολοκληρωτικά κάτω από τη σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η ίδια η επαναστατική κατάσταση –αν την προσεγγίσουμε στο πολιτικό επίπεδο– αναδύεται από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες και όλα τα στρώματα του προλεταριάτου, ή τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία τους, κατέχονται από μια παρόρμηση να ενώσουν τις προσπάθειές τους για να αλλάξουν το υπάρχον καθεστώς. Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι όλοι καταλαβαίνουν με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό, και, ακόμη λιγότερο, ότι είναι όλοι έτοιμοι, απ’ αυτήν κιόλας τη στιγμή, να σπάσουν από τα κόμματα τους και να περάσουν στις γραμμές των κομμουνιστών. Η πολιτική συνείδηση της τάξης δεν ωριμάζει τόσο μεθοδικά και τόσο ομοιόμορφα. Βαθιές εσωτερικές διαφορές παραμένουν ακόμα και στην επαναστατική εποχή, όπου όλα τα προτσές αναπτύσσονται με άλματα και τραντάγματα. Αλλά, την ίδια στιγμή, η ανάγκη για μια οργάνωση πάνω από κόμματα, που θα αγκαλιάζει ολόκληρη την τάξη, γίνεται κατεπείγουσα ανάγκη. Η αποκρυστάλλωση και η μορφοποίηση αυτής της ανάγκης –να ποιος είναι ο ιστορικός προορισμός των Σοβιέτ. Αυτός είναι ο μεγάλος τους ρόλος. Μέσα στις συνθήκες μιας επαναστατικής κατάστασης, τα Σοβιέτ αναδύονται σαν η πιο υψηλή οργανωτική έκφραση της προλεταριακής ενότητας. Όποιος δεν τό ’χει καταλάβει αυτό, δεν έχει καταλάβει τίποτα σ’ ότι αφορά το πρόβλημα των Σοβιέτ. Οι Τέλμαν, οι Νόιμαν, οι Ρέμελε μπορούν να συνεχίζουν να γράφουν άρθρα και να βγάζουν λόγους χωρίς τέλος για το μέλλον της «Σοβιετικής Γερμανίας», αλλά με τη σημερινή τους πολιτική σαμποτάρουν τη δημιουργία των Σοβιέτ στη Γερμανία.

Μακριά από την πραγματική σφαίρα της δράσης, χωρίς νά ’χω τη δυνατότητα να συγκεντρώνω άμεσες εντυπώσεις από τις μάζες και χωρίς να κρατάω καθημερινά το σφυγμό της εργατικής τάξης, μου είναι πολύ δύσκολο να προβλέψω τις μεταβατικές μορφές που θα οδηγήσουν στη Γερμανία στη δημιουργία των Σοβιέτ. Από μια άλλη άποψη, έκανα την υπόθεση, ότι τα Σοβιέτ στη Γερμανία μπορεί να πάρουν τη μορφή των διευρυμένων εργοστασιακών επιτροπών: σ’ αυτό στηρίχτηκα κυρίως στην πείρα του 1923. Αλλά αυτός, φυσικά, δεν είναι ο μόνος δρόμος. Κάτω από την πίεση της ανεργίας και της εξαθλίωσης, από τη μια μεριά, και μπροστά στην έφοδο των φασιστών, από την άλλη, η ανάγκη της επαναστατικής ενότητας μπορεί να αναδυθεί ξαφνικά στην επιφάνεια, με τη μορφή των Σοβιέτ, ξεπερνώντας τις εργοστασιακές επιτροπές. Αλλά απ’ όποιον δρόμο και αν φθάσουμε στα Σοβιέτ, αυτά δε θα είναι παρά η οργανωτική έκφραση των δυνατών και των αδύνατων πλευρών του προλεταριάτου, των εσωτερικών αντιφάσεών του και της γενικής έφεσής του να ξεπεράσει αυτές τις αντιφάσεις. Με δυο λόγια, θα είναι τα όργανα του ενιαίου μετώπου.

Στη Γερμανία, η Σοσιαλδημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα μοιράζονται μεταξύ τους την επιρροή πάνω στην εργατική τάξη. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία κάνει ότι μπορεί για να απομακρύνει από κοντά της τους εργάτες. Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος κινητοποιεί όλες της τις δυνάμεις για να εμποδίσει την πλημμυρίδα των εργατών. Σαν αποτέλεσμα έχουμε το σχηματισμό ενός τρίτου κόμματος, και συγκριτικά μια αργή αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων προς όφελος των κομμουνιστών. Αλλά ακόμα και αν η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν σωστή, η ανάγκη των εργατών για μια επαναστατική ενότητα της τάξης τους θα μεγάλωνε ασύγκριτα πιο γρήγορα από την υπεροχή του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στην τάξη. Έτσι η ανάγκη για τη δημιουργία των Σοβιέτ θα διατηρούσε όλη της την επειγότητα.

Η δημιουργία των Σοβιέτ προϋποθέτει τα διάφορα κόμματα και οι οργανώσεις μέσα στην εργατική τάξη, αρχίζοντας από το επίπεδο των εργοστασίων, να κάνουν μια συμφωνία που θα αφορά τόσο την ίδια την αναγκαιότητα των Σοβιέτ, όσο και το χρόνο και τις μέθοδες του σχηματισμού τους. Πράγμα που σημαίνει: μια και τα Σοβιέτ, αυτά καθεαυτά, αντιπροσωπεύουν την πιο υψηλή μορφή του ενιαίου μετώπου στην επαναστατική εποχή, πρέπει να προηγηθεί της δημιουργίας τους, στη διάρκεια της προπαρασκευαστικής περιόδου, μια πολιτική ενιαίου μετώπου.

Είναι μήπως ανάγκη να υπενθυμίσουμε γι’ άλλη μια φορά ότι στην πορεία των έξι μηνών το 1917, τα Σοβιέτ στη Ρωσία είχαν μια συμφιλιωτική πλειοψηφία Σοσιαλεπαναστατών και Μενσεβίκων; Το Μπολσεβίκικο Κόμμα, χωρίς να απαρνηθεί ούτε για μια στιγμή την επαναστατική του ανεξαρτησία σαν Κόμμα, τηρούσε, μέσα στα πλαίσια της δραστηριότητας των Σοβιέτ, την πειθαρχία σε σχέση με την πλειοψηφία. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι στη Γερμανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, από την πρώτη κιόλας μέρα που θα σχηματιστεί το πρώτο Σοβιέτ, θα καταλάβει μέσα σ’ αυτό μια θέση πολύ πιο σημαντική από εκείνη που είχαν οι μπολσεβίκοι μέσα στα Σοβιέτ το Μάρτη του 1917. Ούτε αποκλείεται η πιθανότητα οι κομμουνιστές να κατακτήσουν πολύ γρήγορα την πλειοψηφία στα Σοβιέτ. Αυτό, με κανέναν τρόπο, δε θα αποστερήσει από τα Σοβιέτ τη σημασία που έχουν σαν ο μηχανισμός του ενιαίου μετώπου, γιατί η μειοψηφία –οι σοσιαλδημοκράτες, οι ακομμάτιστοι, οι καθολικοί εργάτες κτλ.– θα αριθμεί από την αρχή ακόμα εκατομμύρια, και κάθε προσπάθεια να πηδήξει κανείς πάνω από μια τέτοια μειοψηφία, είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να σπάσει το σβέρκο του μέσα στην πιο επαναστατική κατάσταση που μπορεί να πετύχει. Αλλά όλα αυτά είναι η μουσική του μέλλοντος. Σήμερα, το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι στη μειοψηφία. Και αυτό πρέπει να χρησιμεύσει σαν αφετηρία του.

Αυτό που είπαμε πιο πάνω δε σημαίνει, βέβαια, ότι ο μόνος δυνατός δρόμος για τη δημιουργία των Σοβιέτ βρίσκεται σε μια προκαταρκτική συμφωνία με τους Βελς, Χίλφερντιγκ, Μπράιτσαϊντ κτλ. Αν, στα 1918, ο Χίλφερντιγκ έσπαγε το κεφάλι του για το πώς μπορούσε να συμπεριλάβει τα Σοβιέτ στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης χωρίς να το τραυματίσει, τώρα η σκέψη του δουλεύει πάνω στο πρόβλημα το πώς μπορεί να συμπεριλάβει στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης τους φασιστικούς στρατώνες χωρίς να κάνει ζημιά στη Σοσιαλδημοκρατία… Πρέπει να αρχίσουμε να δημιουργούμε Σοβιέτ σε μια στιγμή όπου η γενική κατάσταση του προλεταριάτου επιτρέπει τη συγκρότησή τους, ακόμα και ενάντια στη θέληση των ηγετών της Σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά για να γίνει αυτό, είναι αναγκαιο να αποσπάσουμε τις σοσιαλδημοκρατικές μάζες από την ηγετική κλίκα, και ο δρόμος για να γίνει αυτό δεν είναι με το να ισχυριζόμαστε ότι έχει κιόλας γίνει. Για να χωρίσουμε τα εκατομμύρια των σοσιαλδημοκρατών εργατών από τους αντιδραστικούς ηγέτες τους, πρέπει να αρχίσουμε να δείχνουμε σ’ αυτούς τους εργάτες πως είμαστε έτοιμοι να μπούμε στα Σοβιέτ ακόμα και με αυτούς τους «ηγέτες».

Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποκλείει κανείς εντελώς και εκ των προτέρων την πιθανότητα το ανώτερο αυτό στρώμα της Σοσιαλδημοκρατίας να αναγκαστεί γι’ άλλη μια φορά να αποτολμήσει να μπει στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα των Σοβιέτ για να προσπαθήσει να επαναλάβει τη μανούβρα των Έμπερτ, Σάιντεμαν, Χάαζε κτλ., στα 1918-19: εδώ τα πάντα θα εξαρτηθούν όχι τόσο από την κακοπιστία αυτών των κυρίων όσο από το βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία θα τους αρπάξει στα σαγόνια της.

Η συγκρότηση του πρώτου σημαντικού τοπικού Σοβιέτ στο οποίο οι κομμουνιστές και οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα αντιπροσωπευτούν όχι σαν άτομα, αλλά σαν οργανώσεις, θα έχει μια τεράστια επίδραση σ’ ολόκληρη τη γερμανική εργατική τάξη. Όχι μονάχα οι σοσιαλδημοκράτες και οι ακομμάτιστοι εργάτες, αλλά και οι καθολικοί και οι φιλελεύθεροι εργάτες δε θα μπορέσουν να αντισταθούν στην έλξη της κεντρομόλας αυτής δύναμης. Όλα τα τμήματα του γερμανικού προλεταριάτου, που είναι τόσο συνηθισμένα και ικανά για οργάνωση, θα τραβηχτούν προς τα Σοβιέτ όπως τα ρινίσματα του σιδήρου στον πόλο ενός μαγνήτη. Μέσα στα Σοβιέτ το Κομμουνιστικό Κόμμα θα βρει έναν νέο και εξαιρετικά ευνοϊκό στίβο στην πάλη του για τον ηγετικό ρόλο στην προλεταριακή επανάσταση. Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία μπορεί κανείς να βεβαιώσει ότι ακόμα και σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών εργατών, και ακόμα ένα σοβαρό τμήμα του σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού, θα ήταν μέσα στα Σοβιέτ, αν η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν είχε βοηθήσει με τόσο ζήλο τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες να παραλύσουν την πίεση των μαζών.

Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρεί απαράδεκτη κάθε συμφωνία πάνω σ’ ένα πρόγραμμα συγκεκριμένων πρακτικών καθηκόντων με τις σοσιαλδημοκρατικές, τις συνδικαλιστικές και τις άλλες οργανώσεις, αυτό δε σημαίνει παρά ότι θεωρεί απαράδεκτη τη δημιουργία Σοβιέτ μαζί με τη Σοσιαλδημοκρατία. Και καθώς δεν μπορούν να υπάρξουν καθαρά κομμουνιστικά Σοβιέτ γιατί, πραγματικά, σ’ αυτήν την περίπτωση δε θα χρησίμευαν σε τίποτα, τότε η άρνηση του Κομμουνιστικού Κόμματος να κάνει συμφωνίες και να αναλάβει κοινές δραστηριότητες με τα άλλα κόμματα μέσα στην εργατική τάξη δε σημαίνει τίποτε λιγότερο από την άρνηση του να δημιουργήσει σοβιέτ.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η «Ρότε Φάνε» θα απαντήσει σ’ αυτόν το συλλογισμό με μια ομοβροντία από κατάρες και θα δοκιμάσει να αποδείξει ότι, όπως δυο και δυο κάνουν τέσσερα, είμαι ένας πράκτορας του Μπρίνιγκ, ένας κρυφός σύμμαχος του Βελς κτλ. Είμαι έτοιμος να παραδεχτώ όλες αυτές τις κατηγορίες, αλλά μ’ έναν όρο: θά ’ταν αρκετό η «Ρότε Φάνε», από τη μεριά της, να δοκιμάσει να εξηγήσει στους γερμανούς εργάτες πώς, πότε και με ποια μορφή μπορούν να δημιουργηθούν τα Σοβιέτ στη Γερμανία, χωρίς την πολιτική του ενιαίου μετώπου προς την κατεύθυνση των άλλων εργατικών οργανώσεων.

Για να φωτίσουμε το ζήτημα των Σοβιέτ ως όργανα του ενιαίου μετώπου, θα είναι εξαιρετικά διδακτικό να παραθέσουμε τις απόψεις που διατυπώνει πάνω σ’ αυτό το θέμα μια επαρχιακή κομμουνιστική εφημερίδα, η «Κλάσενκαμπφ» («Ταξική Πάλη») της περιοχής Χάλε-Μέρσενμπουργκ. «Όλες οι εργατικές οργανώσεις –λέει με ειρωνεία η εφημερίδα– με την τωρινή μορφή τους, με όλα τους τα λάθη και όλες τους τις αδυναμίες, πρέπει να συνενωθούν σε μεγάλες ενώσεις αντιφασιστικής άμυνας. Τι σημαίνει αυτό; Μπορούμε να αποφύγουμε τις εκτεταμένες θεωρητικές αναλύσεις, η ίδια η ιστορία αποδείχτηκε, σε αυτό το ζήτημα, η σκληρή δασκάλα της γερμανικής εργατικής τάξης: το άμορφο συνονθύλευμα του ενιαίου μετώπου όλων των εργατικών οργανώσεων πληρώθηκε από τη γερμανική εργατική τάξη με το τίμημα της ήττας της επανάστασης στα 1918-19». Να, μα την αλήθεια, ένα θαυμάσιο δείγμα επιπόλαιας φλυαρίας!

Το ενιαίο μέτωπο στα 1918-19 πραγματοποιήθηκε κυρίως διαμέσου των Σοβιέτ. Οι Σπαρτακιστές θά ’πρεπε ή δε θά ’πρεπε να μπουν στα Σοβιέτ; Σύμφωνα με το ακριβές πνεύμα του αποσπάσματος που παραθέσαμε πιο πάνω, θά ’πρεπε να παραμείνουν έξω από τα Σοβιέτ. Και καθώς οι Σπαρτακιστές αντιπροσώπευαν μια μικρή μόνο μειοψηφία της εργατικής τάξης, και δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να υποκαταστήσουν τα σοσιαλδημοκρατικά Σοβιέτ με τα δικά τους Σοβιέτ, η απομόνωση από τα Σοβιέτ θα σήμαινε απλούστατα την απομόνωσή τους από την Επανάσταση. Αν το ενιαίο μέτωπο ήταν «άμορφο και ένα συνονθύλευμα», το λάθος δεν ήταν στα Σοβιέτ σαν όργανα του ενιαίου μετώπου, αλλά στην πολιτική κατάσταση της ίδιας της εργατικής τάξης: στην αδυναμία της Ένωσης του Σπάρτακου και στη δύναμη της Σοσιαλδημοκρατίας. Το ενιαίο μέτωπο, γενικά, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα ισχυρό επαναστατικό κόμμα, μπορεί μόνο να το βοηθήσει να δυναμώσει. Αυτό ισχύει πέρα για πέρα για τα Σοβιέτ. Η αδύνατη Ένωση του Σπάρτακου, ο φόβος της μην αφήσει να περάσει μια εξαιρετική ευκαιρία, την έσπρωξε σε μια υπεραριστερή πορεία και σε πρόωρες ενέργειες. Αν οι Σπαρτακιστές τοποθετούνταν έξω από το ενιαίο μέτωπο, δηλαδή έξω από τα Σοβιέτ, τα αρνητικά αυτά χαρακτηριστικά θα εκδηλώνονταν αναμφίβολα με ακόμα πιο οξύ τρόπο.

Είναι δυνατόν οι άνθρωποι αυτοί να μην έχουν μάθει απολύτως τίποτα από την εμπειρία της Γερμανικής Επανάστασης του 1918-1919; Διάβασαν τουλάχιστον την Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού; Είναι φοβερό, το σταλινικό καθεστώς πραγματικά κατέστρεψε τα κεφάλια αυτών των ανθρώπων! Αφού γραφειοκρατικοποίησαν τα Σοβιέτ στην ΕΣΣΔ, οι επίγονοι τα χρησιμοποιούν τώρα σαν τεχνικά όργανα –όπλα στα χέρια του κομματικού μηχανισμού. Ξέχασαν ότι τα Σοβιέτ ιδρύθηκαν σαν εργατικά κοινοβούλια και ότι τραβούσαν τις μάζες γιατί πρόσφεραν τη δυνατότητα να ενώσουν όλα μαζί τα τμήματα του προλεταριάτου ανεξάρτητα από κομματικές διαφορές. Ξέχασαν ότι σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη εκπαιδευτική και επαναστατική δύναμη των Σοβιέτ. Όλα ξεχάστηκαν, όλα μπερδεύτηκαν, όλα παραμορφώθηκαν. Ω, καταραμένη εποχή των επιγόνων!

Το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στο Κόμμα και τα Σοβιέτ έχει αποφασιστική σημασία για την επαναστατική πολιτική. Ενώ η τωρινή πορεία του Κομμουνιστικού Κόμματος κατευθύνεται πραγματικά προς την αντικατάσταση των Σοβιέτ από το Κόμμα, αντίθετα, ο Ούγκο Ούρμπανς, που δε χάνει ευκαιρία να σκορπίσει τη σύγχυση, ετοιμάζεται να αντικαταστήσει το Κόμμα με τα Σοβιέτ. Σύμφωνα με την έκθεση της «Ζοτσιαλίστισε Αρμπάιτερ Τσάιτουγκ» («Σοσιαλιστική Εργατική Εφημερίδα», όργανο του SAP Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα), ο Ούρμπανς, ανασκευάζοντας την απαίτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος να κατευθύνει μόνο του την εργατική τάξη, έλεγε, το Γενάρη, σε μια συγκέντρωση στο Βερολίνο: «Η ηγεσία θα περιέλθει στα χέρια των Σοβιέτ που θα εκλεγούν από τις ίδιες τις μάζες και όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες ή την κρίση ενός και μόνου Κόμματος, (ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες)».

Εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι με τον τελεσιγραφισμό του, το Κομμουνιστικό Κόμμα εκνευρίζει τους εργάτες που είναι έτοιμοι να χειροκροτήσουν κάθε διαμαρτυρία ενάντια στη γραφειοκρατική αλαζονεία. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Ούρμπανς, και σ’ αυτό επίσης το ζήτημα, δεν έχει τίποτε το κοινό με τον μαρξισμό. Κανείς δε θα αρνηθεί ότι οι εργάτες θα εκλέξουν «οι ίδιοι» τα Σοβιέτ. Το όλο ζήτημα, όμως, είναι ποιους θα εκλέξουν. Πρέπει να μπούμε στα Σοβιέτ μαζί με όλες τις άλλες οργανώσεις, όποιες και αν είναι, «με όλα τους τα λάθη και με όλες τους τις αδυναμίες». Αλλά να ομολογούμε ότι τα Σοβιέτ «από μόνα τους» είναι ικανά να ηγηθούν στην πάλη του προλεταριάτου για εξουσία είναι σαν να σπέρνουμε τον πιο χυδαίο φετιχισμό για τα Σοβιέτ. Όλα εξαρτιούνται από το κόμμα που ηγείται στα Σοβιέτ. Έτσι, σε αντιδιαστολή με τον Ούρμπανς, οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές δεν αρνούνται καθόλου στο Κομμουνιστικό Κόμμα το δικαιωμα να ηγηθεί στα Σοβιέτ. Αντίθετα, λένε: «Μόνο στη βάση του ενιαίου μετώπου, μόνο μέσα από τις μαζικές οργανώσεις, μπορεί το Κομμουνιστικό Κόμμα να κατακτήσει την ηγετική θέση μέσα στα μελλοντικά Σοβιέτ και να οδηγήσει το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας»…

9. To S.A.P. (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας) [1]

Μόνο λυσσασμένοι υπάλληλοι που νομίζουν ότι τους επιτρέπονται τα πάντα ή ηλίθιοι παπαγάλοι που επαναλαμβάνουν βρισιές χωρίς να καταλαβαίνουν το νόημά τους, μπορούν να χαρακτηρίζουν το SAP σαν «σοσιαλφασιστικό κόμμα» ή «αντεπαναστατικά». Αλλά θα δείχναμε ασυγχώρητη ελαφρότητα ή φτηνή αισιοδοξία, αν δίναμε προκαταβολικά την εμπιστοσύνη μας σε μια οργάνωση που, αφού έσπασε τους δεσμούς με τη Σοσιαλδημοκρατία , βρίσκεται ωστόσο στα μισά του δρόμου ανάμεσα στο ρεφορμισμό και τον κομμουνισμό και κάτω από μια ηγεσία που είναι πιο κοντά στο ρεφορμισμό παρά στον κομμουνισμό. Και σ’ αυτό επίσης το ζήτημα, η Αριστερή Αντιπολίτευση δεν αναλαμβάνει καμιά ευθύνη για την πολιτική του Ούρμπανς.
To SAP δεν έχει πρόγραμμα. Δεν πρόκειται για το ζήτημα ενός τυπικού ντοκουμέντου: ένα πρόγραμμα είναι ισχυρό μονάχα στην περίπτωση που το κείμενό του είναι δεμένο με την πείρα του κόμματος, τα διδάγματα των αγώνων και έχει διαποτίσει τα στελέχη του μέχρι τη σάρκα και το αίμα. Τίποτε από όλα αυτά δεν υπάρχει μέσα στο SAP. Η ρώσικη επανάσταση, οι ξεχωριστοί σταθμοί της, η πάλη των φραξιών η γερμανική κρίση του 1923· ο εμφύλιος πόλεμος στη Βουλγαρία· τα γεγονότα της Κινέζικης Επανάστασης· η πάλη του βρετανικού προλεταριάτου στα 1926· η ισπανική επαναστατική κρίση, όλα αυτά τα γεγονότα που πρέπει να ζούνε μέσα στη συνείδηση του επαναστάτη σαν φωτεινά ορόσημα στην πολιτική πορεία, δεν απότελούν για τα στελέχη του SAP τίποτα άλλο από συγχυσμένες αναμνήσεις από τις εφημερίδες, όχι βιωμένα επαναστατικά γεγονότα.
Είναι αναμφισβήτητο ότι ένα εργατικό κόμμα είναι αναγκασμένο να ακολουθήσει μια πολιτική ενιαίου μετώπου. Αλλά η πολιτική του ενιαίου μετώπου έχει κι αυτή τους δικούς της κινδύνους. Μόνο ένα επαναστατικό κόμμα δοκιμασμένο στον αγώνα μπορεί να κατευθύνει μια τέτοια πολιτική. Σε κάθε περίπ τωση, η πολιτική του ενιαίου μετώπου δεν μπορεί να πα ίξει το ρόλο προγράμματος για ένα επαναστατικό κόμμα. Στο μεταξύ, όμως, το σύνολο των δραστηριοτήτων του SAP στηρίζεται σ’ αυτό. Ως αποτέλεσμα, η πολιτική του ενιαίου μετώπου μεταφέρθηκε στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματος, χρησιμεύει δηλαδή για να σβήνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες τάσεις.  Κι αυτό ακριβώς είναι η κύρια λειτουργία του κεντρισμού.
Η καθημερινή εφημερίδα του SAP είναι διαποτισμένη από πνεύμα διστακτικότητας. Μ’ όλο που έφυγε ο Στρέμπελ, η εφημερίδα παραμένει μισο-πασιφιστική. Δεν είναι μαρξιστική. Μερικά επαναστατικά άρθρα δεν αλλάζουν τη φυσιογνωμία. Αντίθετα, την κάνουν πιο χτυπητή. Η εφημερίδα άναψε από ενθουσιασμό για το γράμμα του Κύστερ στον Μπρύνινγκ πάνω στο θέμα του μιλιταρισμού, γράμμα ανούσιο, ποτισμένο από μικροαστικό πνεύμα. Χειροκροτεί τον Δανό «σοσιαλιστή», παλιό υπουργό του βασιλιά του, γιατί αρνήθηκε να συμμετάσχει στην κυβερνητική αντιπροσωπεία κάτω από όρους πολύ ταπεινωτικούς. Ο κεντρισμός αρκείται στα λίγα.  Αλλά η επανάσταση απαιτεί πολλά. Η επανάσταση τα θέλει όλα -κυριολεκτικά όλα.
To SAP κριτικάρει τη συνδικαλιστική πολιτική του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος: την διάσπαση των συνδικάτων και την δημιουργία της RGO ( Επαναστατικής Συνδικαλιστικής Αντιπολίτευσης). Χωρίς αμφιβολία, και στο συνδικαλιστικό τομέα επίσης, η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας είναι βαθιά εσφαλμένη: η ηγεσία του Λοζόφσκι στοιχίζει πολύ ακριβά στη διεθνή προλεταριακή πρωτοπορία. Αλλά η κριτική του SAP δεν είναι λιγότερο λαθεμένη. Το πρόβλημα του ΚΚ δεν είναι ότι «διασπά» τις γραμμές του προλεταριάτου και «αδυνατίζει» τα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα.  Αυτό δεν είναι επαναστατικό κριτήριο, γιατί κάτω από τη σημερινή τους διοίκηση τα συνδικάτα δεν εξυπηρετούν τους εργάτες, αλλά τους καπιταλιστές.  Το έγκλημα του ΚΚ δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι «αδυνατίζει» την οργάνωση του Λάιπαρτ, αλλά στο γεγονός ότι αδυνατίζει το ίδιο. Η συμμετοχή των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα δεν υπαγορεύεται από μια αφηρημένη αρχή ενότητας, αλλά από την ανάγκη της πάλης για την απομάκρυνση από τις [συνδικαλιστικές] οργανώσεις των πρακτόρων του κεφαλαίου.  Όσον αφορά το SAP, αυτό το ενεργητικό, επαναστατικό, επιθετικό στοιχείο της πολιτικής υποτάσσεται μπροστά στην αφηρημένη αρχή της ενότητας των οργανώσεων που διευθύνονται από τους πράκτορες του κεφαλαίου.
To SAP κατηγορεί το ΚΚ για «πραξικοπηματικές» τάσεις. Αυτή η κατηγορία, επίσης, στηρίζεται πάνω σε ορισμένα γεγονότα κι ορισμένες μεθόδους.  Αλλά πριν να πάρει το δικαίω μα να προβάλει αυτή την κατηγορία, το SAP πρέπει να διατυπώσει με ακρίβεια και να δείξει με γεγονότα με ποιο τρόπο αντιμετωπίζει τα βασικά προβλήματα της προλεταριακής επανάστασης. Οι Μενσεβίκοι κατηγορούσαν πάντοτε τους Μπολσεβίκους για μπλανκισμό και τυχοδιωκτισμό, δηλαδή για πραξικοπηματισμό. Η λενινιστική στρατηγική, αντίθετα, βρέθηκε πάντοτε τόσο μακριά από τον πραξικοπηματισμό όσο ο ουρανός από τη γη. Ο Λένιν, όμως, κατάλαβε και μπόρεσε να κάνει και τους άλλους να καταλάβουν τι σημασία είχε «η τέχνη της εξέγερσης» στην προλεταριακή πάλη.
Η κριτική του SAP πάνω σ ’ αυτό το θέμα αποκτά ένα χαρακτήρα τόσο πιο ύποπτο, όσο στηρίζεται στον Πάουλ Λεβί που τρόμαξε για την παιδική αρρώστια του κομμουνιστικού Κόμματος και προτίμησε το γεροντικό μαρασμό της Σοσιαλδημοκρατίας. Στις ιδιωτικές συζητήσεις πάνω στα γεγονότα του Μάρτη στη Γερμανία (1921) ο Λένιν είπε για τον Λεβί: Ό άνθρωπος αυτός σίγουρα έχασε τα μυαλά του». Είναι αλήθεια ότι ο Λένιν πρόσθεσε τότε πειραχτικά: «Είχε τουλάχιστον κάτι να χάσει. Δεν μπορεί κανείς να πει το ίδιο για τόσους  άλλους». Και με την έκφραση «άλλοι» έκανε υπαινιγμό για τον Μπέλα Κουν, τον Ταλχάιμερ κτλ. Δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί ότι ο Πάουλ Λεβί είχε ένα κεφάλι στους ώμους του. Ένας άνθρωπος, όμως, που έχασε το κεφάλι του και μέσα σ ’ αυτές τις συνθήκες πηδάει απ’ τις γραμμές του κομμουνισμού στις γραμμές του ρεφορμισμού, δεν αξίζει τίποτα σαν ηγέτης για ένα προλεταριακό κόμμα. Το τραγικό τέλος του Λεβί, που πήδηξε από το παράθυρο σε μια στιγμή παραληρήματος, είναι σύμβολο της πολιτικής τροχιάς του.
Εάν για τις μάζες ο κεντρισμός δεν είναι τίποτα άλλο από την μεταβατική φάση από τον ένα σταθμό στον επόμενο, για μερικούς πολιτικάντηδες ο κεντρισμός μπορεί να καταντήσει δεύτερη φύση. Επικεφαλής του SAP βρίσκεται μια ομάδα από απελπισμένους σοσιαλδημοκράτες υπαλλήλους, δικηγόρους, δημοσιογράφους, ανθρώπους που φτάσανε σε μια ηλικία όπου η πολιτική τους εκπαίδευση πρέπει να θεωρηθεί τελειωμένη. Ένας απελπισμένος σοσιαλδημοκράτης δεν σημαίνει ότι είναι ένας επαναστάτης.
Ένας αντιπρόσωπος αυτού του είδους -ο καλύτερος από τους αντιπροσώπους του- είναι ο Γκέοργκ Λέντεμπουρ. Δεν πάει πολύς καιρός, που διάβασα τα πρακτικά της δίκης του, στα 1919. Και διαβάζοντάς τα, περισσότερο από μια φορά, χειροκρότησα μονάχος μου τον παλιό μαχητή, την ειλικρίνειά του, το χαρακτήρα του, την ευγενική του φύση. Αλλά ο Λέντεμπουρ δεν ξεπέρασε, ωστόσο, τα όρια του κεντρισμού. Όταν πρόκειται για μαζική δράση, για ανώτερες μορφές της ταξικής πάλης, για την προετοιμασία τους, για την ευθύνη του κόμματος που αναλαμβάνει ανοιχτά την ηγεσία των μαζικών αγώνων -τότε ο Λέντεμπουρ είναι ο καλύτερος αντιπρόσωπος του κεντρισμού. Αυτό τον διαχώριζε από τον Λήμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Κι αυτό τον διαχωρίζει και σήμερα από μας.
Αγανακτισμένος από την κατηγορία που διατύπωσε ο Στάλιν ενάντια στη ριζοσπαστική πτέρυγα της παλιάς γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας πάνω στο θέμα της παθητικής της στάσης στον αγώνα των καταπιεζόμενων λαών, ο Λέντεμπουρ απαντά ότι ακριβώς πάνω στο εθνικό ζήτημα ο ίδιος έδειξε πάντα τη μεγαλύτερη πρωτοβουλία. Αυτό είναι απόλυτα αναμφισβήτητο. Ο Λέντεμπουρ προσωπικά ξεσηκώθηκε με μεγάλο πάθος ενάντια στις εθνικιστικές θέσεις στους κόλπους της παλιάς γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, χωρίς να κρύβει καθόλου το δυνατά αναπτυγμένο, μέσα σ ’ αυτόν τον ίδιο, εθνικό αίσθημα. Ο Λέντεμπουρ στάθηκε πάντα ο καλύτερος φίλος των Ρώσων, των Πολωνών και των άλλων επαναστατών εμιγκρέδων και πολλοί ανάμεσα σ’ αυτούς διατήρησαν πάντα μια θερμή ανάμνηση από αυτό τον παλιό επαναστάτη, που οι σοσιαλδημοκράτες γραφειοκράτες αποκαλούσαν με ειρωνική συγκατάβαση πότε «Λεντεμπούροφ» και πότε «Λεντεμπούρσκυ».
Ωστόσο ο Στάλιν, που δεν ξέρει τίποτα ούτε από τα γεγονότα, ούτε από την επαναστατική φιλολογία εκείνης της εποχής, έχει δίκιο σ’ αυτό το ζήτημα, στο μέτρο φυσικά που επαναλαμβάνει τη γενική εκτίμηση του Λένιν.  Προσπαθώντας να τον αντικρούσει, ο Λέντεμπουρ επιβεβαιώνει απλώς αυτή την εκτίμηση. Αναφέρεται στο γεγονός ότι στα άρθρα του έχει εκφράσει περισσότερο από μια φορά την αγανάκτησή του για τα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς που παρακολουθούσαν με ολοκληρωτική απάθεια το έργο του συναδέλφου τους Ράμσεϋ Μακντόναλντ, καθώς αυτός έλυνε το εθνικό πρόβλημα των Ινδών με εναέριους βομβαρδισμούς. Σ’ αυτή την αγανάκτηση και τη διαμαρτυρία υπάρχει αναμφισβήτητα μια τιμητική διαφορά ανάμεσα στο πρόσωπο του Λέντεμπουρ κι ενός οποιουδήποτε Οττο Μπάουερ, για να μη μιλήσουμε για τους Χίλφερντινγκ και Βελς: για να μπορέσουν οι κύριοι αυτοί να κ άνουν δημοκρατικούς βομβαρδισμούς, δεν τους λείπουν παρά μόνο οι Ινδίες.
Όμως, ακόμα και σ ’ αυτό το ζήτημα, η θέση του Λέντεμπουρ δεν ξεφεύγει από τα όρια του κεντρισμού. Ο Λέντεμπουρ ζητάει να κηρύξουμε τον αγώνα ενάντια στην αποικιακή καταπίεση: θα μιλήσει στη Βουλή ενάντια στις αποικιακές πιστώσεις, θ’ α ναλάβει τολμηρά την υπεράσπιση των θυμάτων της συντριμμένης αποικιακής εξέγερσης. Αλλά ο Λέντεμπουρ δεν θα πάρει μέρος στην προετοιμασία της αποικιακής εξέγερσης. Την θεωρεί πραξικοπηματισμό, τυχοδιωκτισμό, Μπολσεβικισμό. Κι εδώ βρίσκεται η ουσία του μηνύματος.  Αυτό που χαρακτηρίζει τον Μπολσεβικισμό στο εθνικό ζήτημα είναι ότι θεωρεί τις καταπιεζόμενες εθνότητες, ακόμα και τις πιο καθυστερημένες, όχι μονάχα σαν ένα α ντικειμενικό στοιχείο, α λλά και σαν ένα υπ οκειμενικό σ τοιχείο της πολιτικής. Ο Μπολσεβικισμός δεν περιορίζεται ν’ αναγνωρίσει το «δικαίωμά» τους για αυτοδιάθεση ούτε αρκείται σε διαμαρτυρίες μέσα στο Κοινοβούλιο για την καταπάτηση αυτού του δικαιώματος. Ο Μπολσεβικισμός διεισδύει στους κόλπους αυτών των καταπιεζόμενων εθνοτήτων, τις ξεσηκώνει ενάντια στον καταπιεστή, συνδ έει τον αγώ να τους με τον αγώ να του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες, διδάσκει στους Κινέζους, τους Ινδούς και τους Αραβες καταπιεζόμενους την τέχνη της εξέγερσης και αναλαμβάνει ακέραια την ευθύνη γ ι’ αυτό το έργο απέναντι στους πολιτισμένους δήμιους. Εδώ ακριβώς αρχίζει ο Μπολσεβικισμός, δηλαδή ο επαναστατικός μαρξισμός στην πράξη. Ο,τι δεν ξεπερνάει αυτά τα όρια είναι κεντρισμός.

*  *  *

Δεν μπορούμε ποτέ να κρίνουμε με ακρίβεια την πολιτική ενός προλεταριακού κόμματος στηριζόμενοι μονάχα σε εθνικά κριτήρια. Αυτό είναι αξίωμα για τους Μαρξιστές. Ποιοι είναι, λοιπόν, οι διεθνείς δεσμοί και οι συμπάθειες του SAP; Οι Νορβηγοί, Σουηδοί, Ολλανδοί κεντριστές, οι οργανώσεις, οι ομάδες και οι απομονωμένες προσωπικότητες, που ο παθητικός και επαρχιακός τους χαρακτήρας τους επιτρέπει να διατηρούνται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και τον κομμουνισμό, τέτοιοι είναι οι πιο κοντινοί φίλοι τους. Η Ανγκέλικα Μπαλαμπάνοφ είναι η συμβολική φυσιογνωμία των διεθνών δεσμών του SAP: ακόμα και σήμερα προσπαθεί να συνδέσει το νέο κόμμα με τα λείψανα της Δυόμισι Διεθνούς!
Ο Λέον Μπλούμ, ο υπερασπιστής των πολεμικών επανορθώσεων, ο σοσιαλιστής νονός του τραπεζίτη Ουστρίκ, αντιμετωπίζεται σαν «σύντροφος» μέσα στις στήλες των εφημερίδων του Σάιντεβιτς. Μήπως είναι από ευγένεια; Όχι, είναι έλλειψη αρχών, χαρακτήρα, σταθερότητας. «Ψιλοπράγματα» θα πει κάποιος σοφός γραφιάς. Όμως όχι, μέσα σε αυτά τα ψιλοπράγματα, το πολιτικό βάθος εκδηλώνεται με πολύ περισσότερη αλήθεια και σαφήνεια απ’ ότι με μια αφηρημένη αναγνώριση των σοβιέτ που δεν υποστηρίζεται απ’ την επαναστατική πείρα. Δεν έχει νόημα να ονομάζουμε τον Μπλουμ «φασίστα».  Γινόμαστε γελοίοι. Αλλά εκείνος που δεν νιώθει περιφρόνηση και μίσος γι’ αυτό το είδος των πολιτικάντηδων, δεν είναι επαναστάτης.
To SAP ξεχωρίζει από τον «σύντροφο» Όττο Μπάουερ μέσα στα ίδια όρια που ξεχωρίζει και ο Μάξ Αντλερ. Για τους Ρόζενφελντ και τους Σάιντεβιτς ο Μπάουερ είναι απλώς ένας ιδεολογικός αντίπαλος και ίσως μονάχα προσωρινά, ενώ για μας είναι ένας ασυμφιλίωτος εχθρός που οδήγησε το αυστριακό προλεταριάτο σ’ ένα τρομερό βάλτο.
Ο Μάξ Άντλερ είναι ένα πολύ ευαίσθητο βαρόμετρο του κεντρισμού. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε την ωφελιμότητα ενός τέτοιου μηχανισμού, αλλά πρέπει να ξέρουμε καλά πως ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να καταγράφει τις αλλαγές του καιρού, μα είναι ανίκανος να τον επηρεάσει. Κάτω από την πίεση μιας κατάστασης που είναι χωρίς διέξοδο για τον καπιταλισμό, ο Μάξ Αντλερ είναι τώρα πάλι πρόθυμος να δεχτεί – όχι χωρίς φιλοσοφική θλίψη – το αναπόφευκτο της επανάστασης. Αλλά τι είδους αποδοχή! Πόσες επιφυλάξεις κι αναστεναγμοί! Το καλύτερο θα ήταν η Δεύτερη κι η Τρίτη Διεθνής να ενωθούν!  Θα ήταν καλύτερα να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός από το δημοκρατικό δρόμο. Ομως, αλλοίμονο, αυτή η μέθοδος είναι ολοφάνερα απραγματοποίητη.  Αποδείχνεται ότι, όχι μονάχα στις βάρβαρες χώρες, αλλά ακόμα και στις πολιτισμένες η εργατική τάξη θα υποχρεωθεί -αλοίμονο και ξανά αλοίμονο- να κάνει επανάσταση. Αλλά ακόμα κι αυτή η μελαγχολική αποδοχή της επανάστασης είναι απλώς ένα φιλολογικό γεγονός. Τέτοιες συνθήκες, που ο Μαξ Αντλερ να πει «σήμανε η ώρα!» δεν υπήρξαν ποτέ κι ούτε θα υπάρξουν ποτέ μέσα στην ιστορία. Ανθρωποι του είδους του Αντλερ είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την επανάσταση στο παρελθόν, να την αποδεχτούν σαν αναπόφευκτη στο μέλλον, αλλά δεν μπορούν ποτέ να καλέσουν μια επανάσταση στο παρόν. Απ’ όλη αυτή την ομάδα από παλιούς αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, που ούτε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ούτε η ρώσικη επανάσταση τους άλλαξε, δεν μπορούμε να ελπίζουμε τίποτα. Σαν βαρομετρικοί μηχανισμοί αξίζουν κάτι ακόμα, σαν επαναστάτες ηγέτες, όχι!
Στα τέλη του Δεκέμβρη, το SAP απευθύνθηκε σ’ όλες τις εργατικές οργανώσεις, καλώντας τες να οργανώσουν σ’ όλη τη χώρα συγκεντρώσεις όπου οι ομιλητές όλων των τάσεων θα διέθεταν τον ίδιο χρόνο για να μιλήσουν.  Είναι φανερό ότι μ’ αυτό τον τρόπο δεν μπορούν να πετύχουν τίποτα.  Πραγματικά, τι νόημα θα’ χε για το Κομμουνιστικό Κόμμα ή για το Σοσια λδημοκρατικό Κόμμα να μοιραστούν εξίσου το βήμα με τους Μπράντλερ, Ούρμπανς και τους άλλους αντιπροσώπους οργανώ σεω ν και κομμάτων τόσο ασήμαντων για να μπορούν ν’ αξιώσουν μια ιδιαίτερη θέση μέσα στο κίνημα; Ενιαίο μέτωπο θα πει ενότητα των κομμουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών μαζών, κι όχι συναλλαγή ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες χωρίς μάζες.
Θα μας πουν: ο συνασπισμός Ρόζενφελντ – Μπράντλερ – Ούρμπανς είναι απλά ένα μπλοκ προπαγάνδας για το ενιαίο μέτωπο. Αλλά, ακριβώς στον τομέα της προπαγάνδας, το ενιαίο μέτωπο είναι απαράδεκτο. Η προπαγάνδα πρέπει να στηρίζεται σε καθαρές αρχές, πάνω σε καθορισμένο πρόγραμμα.  Να βαδίζουμε ξεχωριστά, να χτυπάμε μαζί. Το μπλοκ είναι μονάχα για συγκεκριμένη πρακτική δράση. Οι συμβιβασμοί από τα πάνω, χωρίς αρχές, δεν φέρνουν τίποτε άλλο παρά μονάχα τη σύγχυση.
Είναι ριζικά λαθεμένη η ιδέα να προτείνει υποψήφιο για την προεδρία το ενιαίο μέτωπο. Μπορούμε να προτείνουμε έναν πρόεδρο μονάχα πάνω στη βάση ενός καθορισμένου προγράμματος. Το κόμμα δεν μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίω μά του να κινητοποιήσει τους οπαδούς του, κατά τη διάρκεια των εκλογών και να μετρήσει τις δυνάμεις του. Η υποψηφιότητα του κόμματος, αντιτιθέμενη στις άλλες υποψηφιότητες, δεν πρέπει να εμποδίσει με κανέναν τρόπο τη συμφωνία με τις άλλες οργανώσεις για τους άμεσους στόχους της πάλης. Οι κομμουνιστές, είτε είναι είτε δεν είναι επίσημα μέλη του κόμματος, θα υποστηρίξουν με όλες τους τις δυνάμεις την υποψηφιότητα του Τέλμαν. Δεν πρόκειται για τον Τέλμαν, αλλά για τη σημαία του κομμουνισμού. Θα την υπερασπιστούμε ενάντια σ’ όλα τα άλλα κόμματα. Σπάζοντας τις προκαταλήψεις που έχει μπολιάσει μέσα στις γραμμές των κομμουνιστών η σταλινική γραφειοκρατία, η Αριστερή Αντιπολίτευση ανοίγει το δρόμο προς τη συνείδησή τους [2].

*  *  *

Ποια υπήρξε η πολιτική των Μπολσεβίκων απέναντι στις εργατικές οργανώσεις και τα κόμματα που εξελίχθηκαν προς τ’ αριστερά, από το ρεφορμισμό και τον κεντρισμό προς τον κομμουνισμό;
Στην Πετρούπολη, στα 1917, υπήρχε μια ενδιάμεση διαπεριφερειακή οργάνωση, που συγκέντρωνε κοντά 4.000 εργάτες. Η μπολσεβίκικη οργάνωση περιλάμβανε στην Πετρούπολη δεκάδες χιλιάδες εργάτες. Ωστόσο, η μπολσεβίκικη Επιτροπή Πετρούπολης έκλεινε συμφωνίες για όλα τα ζητήματα με αυτή την διαπεριφερειακή οργάνωση. Την ενημέρωνε για όλα τα σχέδιά της και έτσι διευκόλυνε την πλήρη συγχώνευση.
Μπορεί ν’ αντιτείνει κανείς ότι οι εργάτες αυτής της οργάνωσης ήταν πολιτικά συγγενείς με τους Μπολσεβίκους. Αλλά η υπόθεση δεν σταμάτησε μόνο σ’ αυτούς. Οταν οι Διεθνιστές Μενσεβίκοι (ομάδα Μάρτοφ) αντιτάχθηκαν στους σοσιαλπατριώτες, οι Μπολσεβίκοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να καταλήξουν σε κοινή δράση με τους Μαρτοφικούς, κι αν στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν πέτυχε, δεν έγινε καθόλου από λάθος των Μπολσεβίκων.  Πρέπει να προσθέσουμε ότι οι Μενσεβίκοι Διεθνιστές παρέμεναν τυπικά μέσα στα πλαίσια του ίδιου κόμματος με τον Τσερετέλι και τον Νταν.
Αυτή η ίδια τακτική, αλλά σε κλίμακα ασύγκριτα πιο πλατειά, επαναλήφθηκε απέναντι στους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες. Οι Μπολσεβίκοι τραβήξανε ένα μέρος απ’ τους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες ακόμα και μέσα στη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, δηλαδή μέσα στο όργανο της εξέγερσης, παρ’ όλο που κείνο τον καιρό οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες ανήκαν ακόμα στο ίδιο κόμμα με τον Κερένσκι, ενάντια στον οποίο στρεφόταν άμεσα η εξέγερση. Σίγουρα αυτό δεν ήταν πολύ λογικό από τη μεριά των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών κι έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μέσα στο κεφάλι τους. Αλλά αν έπρεπε να περιμένει κανείς την ώρα που όλα θα ήταν εντάξει μέσα στο κεφάλι όλων των ανθρώπων, τότε δεν θάχαμε ποτέ μια νικηφόρα επανάσταση. Οι Μπολσεβίκοι έκαναν κατόπιν ένα κυβερνητικό συνασπισμό με το κόμμα των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών (με τους αριστερούς «κορνιλοφικούς» ή «φασίστες» κατά τη σημερινή ορολογία), μπλοκ που διατηρήθηκε μερικούς μήνες και τέλειωσε μονάχα όταν έγινε η εξέγερση των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών.
Να πώς συνόψισε ο Λένιν την πείρα των Μπολσεβίκων σε σχέση με τους προσανατολισμένους προς τ’ αριστερά κεντριστές:
«Η ορθή τακτική των κομμουνιστών πρέπει να χρησιμοποιεί αυτές τις ταλαντεύσεις και όχι να τις αγνοεί. Η χρησιμοποίηση αυτή απαιτεί παραχωρήσεις προς τα στοιχεία που προσανατολίζονται προς το προλεταριάτο. Απαιτεί αγώνα ενάντια σ’ εκείνους που προσανατολίζονται προς την αστική τάξη. Παίρνοντας μια παρορμητική απόφαση που λέει «καμιά παραχώρηση, καμιά λοξοδρόμηση» δεν μπορεί κανείς παρά να φρενάρει την ανάπτυξη της επιρροής του επαναστατικού προλεταριάτου και την αύξηση των δυνάμεών του…». Η τακτική των Μπολσεβίκων, και σ’ αυτό επίσης το ζήτημα, δεν είχε τίποτα το κοινό με το γραφειοκρατικό τελεσιγραφισμό.
Ο Τέλμαν κι ο Ρέμμελε ανήκαν κι αυτοί, όχι πριν από πολύ καιρό, σε ένα ανεξάρτητο κόμμα. Αν προσπαθήσουν λιγάκι να καλοθυμηθούν, ίσως πετύχουν να αναλογιστούν τις πολιτικές τους ευαισθησίες κατά τα χρόνια που έχοντας αποσπαστεί από τη Σοσιαλδημοκρατία, μπήκανε σε ένα ανεξάρτητο κόμμα [το USPD] και το έσπρωξαν προς τ’ αριστερά. Τι θα έκαναν αν κάποιος τους έλεγε εκείνη την εποχή πως δεν αντιπροσώπευαν παρά «την αριστερή πτέρυγα της μοναρχικής αντεπανάστασης»; Ολοφάνερα θα πίστευαν πως ο κατήγορός τους ήταν μεθυσμένος ή τρελός. Και όμως, τέτοιος είναι ο ορισμός που δίνουν σήμερα οι ίδιοι στο SAP!
Ας θυμηθούμε ποια συμπεράσματα έβγαλε τότε Λένιν από τη γέννηση του Ανεξάρτητου Κόμματος:
«Γιατί στη Γερμανία, η μετατόπιση των εργατών προς τ’ αριστερά, απόλυτα όμοια μ’ εκείνη που αναπτύχθηκε στη Ρωσία στα 1917, οδήγησε όχι σε ένα άμεσο δυνάμωμα των Κομμουνιστών, αλλά σε ένα ενδιάμεσο κόμμα των «Ανεξάρτητων»;… Μια απ’ τις αιτίες υπήρξε ολοφάνερα η λαθεμένη τακτική των γερμανών κομμουνιστών, που πρέπει τίμια και άφοβα ν’ αναγνωρίσουν το λάθος τους και να μάθουν πώς να το διορθώσουν… Το λάθος βρισκόταν στις πολυάριθμες εκδηλώσεις αυτής της παιδικής αρρώστιας της «αριστεράς» που σήμερα πια έχει ξεσπάσει ανοιχτά και θα θεραπευτεί έτσι καλύτερα και γρηγορότερα με το μεγαλύτερο όφελος για τον οργανισμό».
Αυτά δεν φαίνεται σαν να έχουν γραφτεί για σήμερα;
Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα σήμερα είναι πολύ πιο δυνατό απ’ ότι ήταν τότε η Ενωση Σπάρτακος. Αν, όμως, εμφανίζεται σήμερα μια δεύτερη έκδοση του Ανεξάρτητου Κόμματος, εν μέρει κάτω από την ίδια ηγεσία, το λάθος του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ακόμα πιο σοβαρό.
Η γέννηση του SAP είναι ένα γεγονός αντιφατικό. Ασφαλώς θα ήταν καλύτερα οι εργάτες να έμπαιναν κατευθείαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά για να γινόταν αυτό, το Κομμουνισ τικό Κόμμα θα έπρεπε να έχει μια άλλη πολιτική και άλλη ηγεσία. Για να εκτιμήσουμε το SAP δεν πρέπει να ξεκινήσουμε από ένα ιδεατό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά από το κόμμα όπως είναι στην πραγματικότητα.
Στο μέτρο που το Κομμουνιστικό Κόμμα, παραμένοντας στις θέσεις του γραφειοκρατικού τελεσιγραφισ μού, βάζει φραγμό στις κεντρόφυγες δυνάμεις που αναπτύσσονται στους κόλπους της Σοσιαλδημοκρατίας, η γέννηση του SAP γίνεται ένα αναπόφευκτο και προοδευτικό γεγονός.
Ωστόσο η προοδευτικότητα αυτού του γεγονότος εξασθενίζει εξαιρετικά από την κεντρισ τική ηγεσία. Αν αυτή ενισχυθεί, θα προκαλέσει την καταστροφή του SAP. Η ανοχή απέναντι στον κεντρισμό του SAP, εξαιτίας του γενικά προοδευτικού ρόλου του, θα σήμαινε μόνο τη διάλυση αυτού του προοδευτικού ρόλου.
Τα συμφιλιωτικά στοιχεία, που βρίσκονται επικεφαλής σ’ αυτό το κόμμα και που είναι έμπειροι μανουβραδόροι, θα προσπαθήσουν ν’ απαλείψουν με όλα τα μέσα τις αντιφάσεις και να καθυστερήσουν την κρίση. Αλλά τα μέσα αυτά μπορούν ν’ αντέξουν μονάχα ως την σοβαρή πίεση των γεγονότων. Η κρίση στους κόλπους του κόμματος μπορεί ν’ αναπτυχθεί ακριβώς τη στιγμή της έκρηξης μιας επαναστατικής κρίσης και να παραλύσει τα προλεταριακά του στοιχεία.
Η επιδίωξη των κομμουνιστών είναι να βοηθήσουν έγκαιρα τους εργάτες του SAP να ξεκαθαρίσουν τις γραμμές τους απ’ τον κεντρισμό και ν’ απαλλαγούν από την καθοδήγηση των κεντριστών ηγετών. Γι’ αυτό δεν πρέπει να αποσιω πούμε τίποτα, να μην παίρνουμε τις καλές προθέσεις για πράξεις και πρέπει να λέμε όλα τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Αλλά μόνο με τ’ όνομά τους κι όχι με φανταστικά ονόματα. Να κριτικάρουμε, όχι να συκοφαντούμε. Να προσπαθούμε να πλησιάσουμε και όχι κάθε στιγμή να είμαστε έτοιμοι να τα βροντήξουμε.
Πάνω στο ζήτημα της αριστερής πτέρυγας του Ανεξάρτητου Κόμματος ο Λένιν έγραψε: «Να φοβόμαστε το «συμβιβασμό» με αυτή την πτέρυγα του κόμματος, είναι απλούστατα γελοίο. Αντίθετα, οι κομμουνιστές είναι υποχρεωμένοι να ψάξουν και να βρουν μια κατάλληλη μορφή συμβιβασμού μ’ αυτή την πτέρυγα, ενός συμβιβασμού τέτοιου που, από τη μια μεριά να απαλύνει και να επιταχύνει την αναπόφευκτη τελική συγχώνευση μ’ αυτή ιην πτέρυγα και από την άλλη, να μη δυσκολεύει σε τίποτα τους κομμουνιστές στην ιδεολογική πολιτική πάλη τους ενάντια στους οπορτουνιστές της δεξιάς πτέρυγας των ανεξάρτητων». Ακόμα και σήμερα δεν θα μπορούσε κανείς να προσθέσει τίποτα σ’ αυτή τη γραμμή τακτικής.
Λέμε στ’ αριστερά στοιχεία του SAP: «Οι επαναστάτες ατσαλώνονται όχι μονάχα στις απεργίες και στους αγώνες των δρόμων, αλλά πριν απ’ όλα στην πάλη για τη σωστή πολιτική του ίδιου του κόμματός τους. Πάρτε τους «21 όρους» που στον καιρό τους ήταν αποτέλεσμα επεξεργασίας για την αποδοχή των νέων κομμάτων στην Κομμουνιστική Διεθνή. Πάρτε τις εργασίες της Αριστερής Αντιπολίτευσης όπου οι «21 όροι» έχουν προσαρμοστεί στις πολιτικές εξελίξεις αυτών των τελευταίων οχτώ χρόνων. Στο φως αυτών των όρων, αναπτύξτε μια μεθοδική επίθεση ενάντια στον κεντρισμό μέσα στις ίδιες σας τις γραμμές και σπρώξτε τα πράγματα ως την άκρη. Αλλιώτικα, δεν θα σας απομείνει τίποτα άλλο έξω από τον ελάχισ τα τιμητικό ρόλο του αριστερού καλύμματος του κεντρισμού».
Κι έπειτα; Έπειτα πρέπει να στρέψετε το πρόσωπο προς το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι επαναστάτες δεν παραμένουν καθόλου ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως θα έλεγαν οι Ρόζενφελντ και Σάιντεβιτς. Οχι, οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες είναι πράκτορες του ταξικού εχθρού μέσα στο προλεταριάτο, ενώ οι κομμουνιστές ηγέτες είναι επαναστάτες ή μισο-επαναστάτες συγχυσμένοι, κακοί, αδέξιοι, παραστρατημένοι. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να καταστραφεί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να διορθωθεί. Λετε πως είναι αδύνατο;
Όμως, προσπαθήσατε να καταπιαστείτε μ’ αυτό το ζήτημα σοβαρά;
Ακριβώς τώρα που τα γεγονότα πιέζουν το Κομμουνιστικό Κόμμα, πρέπει να βοηθήσουμε τα γεγονότα με την πίεση της κριτικής μας. Οι κομμουνιστές εργάτες θα μας ακούσουν τόσο πιο προσεκτικά, όσο πιο γρήγορα πεισθούν πραγματικά πως δεν θέλουμε ένα «τρίτο κόμμα», αλλά ότι ειλικρινά τείνουμε να τους βοηθήσουμε να μεταμορφώσουν το υπάρχον Κομμουνιστικό Κόμμα σ’ έναν αυθεντικό ηγέτη της εργατικής τάξης.
-Κι αν αυτό δεν πετύχαινε;
-Αν αυτό δεν πετύχαινε, αυτό θα σήμαινε σχεδόν σίγουρα μέσα στη δοσμένη ιστορική κατάσταση, τη νίκη του φασισμού. Αλλά την παραμονή των μεγάλων μαχών, ο επαναστάτης δεν αναρωτιέται τι θα συμβεί αν αποτύχει. Ψάχνει να βρει τι πρέπει να κάνει για να πετύχει. Είναι δυνατό, μπορεί να γίνει επομένως πρέπει να γίνει.

Σημειώσεις 9ου κεφαλαίου
1. Κόμμα που ιδρύθηκε από την αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, η οποία αποχώρησε απ’ αυτό στο τέλος του 1931 (σ.τ.μ.)
2. Δυστυχώς στο περιοδικό Die Permanente Revolution δημοσιεύτηκε ένα άρθρο -όχι από τη σύνταίη, είναι αλήθεια- υπέρ ενός και μόνου εργατικού υποψηφίου. Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλουμε πως οι γερμανοί Μπολσεβίκοι-Λενινιστές θα την απορρέουν αυτή τη θέση.

10. Ο κεντρισμός «γενικά» και ο κεντρισμός της σταλινικής γραφειοκρατίας

Τα λάθη της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς και συνεπώς και του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος ανάγονται, κατά την οικεία ορολογία του Λένιν, σε μια σειρά από «υπεραριστερές ανοησίες». Ακόμα και οι έξυπνοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ανοησίες και μάλιστα στα νιάτα τους. Αλλά, όπως θα συμβούλευε ακόμα κι ο Χάινε, δεν πρέπει να κάνει κανείς κατάχρηση αυτού του προνομίου. Όταν οι πολιτικές ανοησίες ενός ορισμένου τύπου επαναλαμβάνονται συστηματικά, στη διάρκεια μιας παρατεταμένης περιόδου και μάλιστα στον τομέα των πιο σοβαρών προβλημάτων, τότε παύουν να είναι απλώς ανοησίες και καταντάνε τάση. Ποια είναι αυτή η τάση; Σε ποιες ιστορικές απαιτήσεις ανταποκρίνεται; Ποιες είναι οι κοινωνικές ρίζες της;
Ο αριστερισμός έχει από χώρα σε χώρα κι από τη μια εποχή στην άλλη, διαφορετική κοινωνική βάση. Οι πιο καθορισμένες εκφράσεις του αριστερισμού υπήρξαν ο αναρχισμός, ο μπλανκισμός και οι διάφ οροι συνδυασμοί τους, μαζί με τον πιο πρόσφατο, τον αναρχοσυνδικαλισμό.
Το κοινωνικό έδαφος για αυτά τα ρεύματα, που αναπτύχθηκαν κυρίως στις λατινικές χώρες, υπήρξε η παλιά και κλασσική μικρή βιομηχανία του Παρισιού.  Η σταθερότητά της έδωσε μια αναμφισβήτητη σημασία στις διάφορες όψεις του γαλλικού υπερ-ριζοσπαστισμού και τους επέτρεψε, ως ένα ορισμένο βαθμό, να επηρεάσουν ιδεολογικά το εργατικό κίνημα των άλλων χωρών.  Η ανάπτυξη στη Γαλλία μιας μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας, ο πόλεμος και η ρώσικη επανάσταση, συντρίψανε τη σπονδυλική στήλη του αναρχοσυνδικαλισμού. Παραπεταμένος στην άκρη, μεταμορφώθηκε σ’ έναν κακής ποιότητας οπορτουνισμό. Και στα δυο αυτά στάδια, ο γαλλικός συνδικαλισμός είχε επικεφαλής το ίδιο πρόσωπο, τον Ζουώ. Οι καιροί αλλάζουν κι εμείς μαζί τους. Ο ισπανικός αναρχοσυνδικαλισμός διαφύλαξε τη φαινομενική επαναστατικότητά του μονάχα μέσα σ’ ένα περιβάλλον πολιτικής στασιμότητας. Θέτοντας ορθά κοφτά όλα τα προβλήματα, η επανάσταση ανάγκασε τους αναρ-χοσυνδικαλιστές ηγέτες να ξεφορτωθούν τον υπερ-ριζοσπαστισμό τους και ν’ αποκαλύψουν την οπορτουνιστική τους φύση. Μπορεί κανείς με σιγουριά να υπολογίσει ότι η ισπανική επανάσταση θα διώξει από τα τελευταία λατινικά καταφύγιά τους τις αναρχοσυνδικαλιστικές προκαταλήψεις.
Αναρχικά και μπλανκιστικά στοιχεία υπάρχουν σε κάθε είδους υπεραριστερά ρεύματα και ομάδες. Στην περιφέρεια ενός μεγάλου επαναστατικού κινήματος, παρατηρούνται πάντοτε φαινόμενα πραξικοπηματισμού και τυχοδιωκτισμού, που οι πρωταγωνιστές τους είναι άλλοτε καθυστερημένα εργατικά στρώματα, συχνά μικροτεχνίτες, και άλλοτε διανοούμενοι συνοδοιπόροι.  Αλλά το είδος αυτό του αριστερισμού δεν αποκτά συνήθως μια ανεξάρτητη ιστορική σημασία. Διατηρεί, τις πιο πολλές φορές, επεισοδιακό χαρακτήρα.
Στις ιστορικά καθυστερημένες χώρες που πρέπει να πραγματοποιήσουν την αστική τους επανάσταση μέσα στο περιβ άλλον ενός αναπτυγμένου παγκόσμιου εργατικού κινήματος, οι διανοούμενοι της αριστερός φέρνουν συχνά μέσα στο μισοαυθόρμητο κίνημα των κύρια μικροαστικών μαζών, τις πιο ακραίες μορφές και μεθόδους. Τέτοια είναι η φύση των μικροαστικών κομμάτων, του τύπου των Ρώσων Σοσιαλεπαναστατών με την τάση τους προς τον πραξικοπηματισμό, την ατομική τρομοκρατία κτλ. Χάρη στην παρουσία των Κομμουνιστικών Κομμάτων στην Δύση, είναι πολύ απίθανο ότι οι ανεξάρτητες τυχοδιωκτικές ομάδες θα κατορθώσουν ν’ αποχτήσουν εκεί τη σπουδαιότητα που είχαν αποχτήσει οι Ρώσοι Σοσιαλεπαναστάτες. Αλλά, αντί γι’ αυτό, τα νεαρά Κομμουνιστικά Κόμματα της Δύσης μπορεί να συμπεριλάβουν μέσα στους ίδιους τους κόλπους τους τα στοιχεία του πολιτικού τυχοδιωκτισμού.  Όσο για τους Ρώσους Σοσιαλεπαναστάτες, αυτοί, κάτω από την επίδραση της εξέλιξης της σοβιετικής κοινωνίας, μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ιμπεριαλιστικό κόμμα της μικροαστικής τάξης και πήραν αντεπαναστατική θέση απέναντι στην Οκτωβριανή Επανάσταση.
Είναι ολοφάνερο ότι ο αριστερισμός της σημερινής Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν ανταποκρίνεται σε κανέναν από τους παραπάνω ιστορικούς τύπους.  Το πιο σημαντικό κόμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Ρώσικο Κομμουνιστικό Κόμμα, στηρίζεται ολοφάνερα στο βιομηχανικό προλεταριάτο και, καλά ή κακά, ξεκινάει από τις επαναστατικές παραδόσεις του Μπολσεβικισμού. Η πλειοψηφία των άλλων τμημάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι προλεταριακές οργανώσεις. Μήπως οι διαφορές των συνθηκών ανάμεσα στις διάφορες χώρες, που μαστίζονται στον ίδιο βαθμό και ταυτόχρονα από την υπεραριστερή πολιτική του επίσημου κομμουνισμού, δεν αναιρεί πως αυτό το ρεύμα μπορεί να έχει κοινές κοινωνικές ρίζες; Δεν πρέπει να βλέπουμε το υπεραριστερό ρεύμα σαν μια εκδήλωση «αρχής», που εφαρμόζεται με τον ίδιο ομοιόμορφο τρόπο στην Αγγλία και την Κίνα. Αλλά αν είναι έτσι, πού πρέπει τότε ν’ αναζητήσουμε την προέλευση του νέου αριστερισμού;
Το πρόβλημα παρουσιάζεται πιο περίπλοκο, αλλά ταυτόχρονα φωτίζεται από ένα άλλο περιστατικό εξαιρετικής σημασίας: ο αριστερισμός δεν είναι καθόλου ένα αμετάβλητο και βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής καθοδήγησης της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο ίδιος μηχανισμός, ανανεωμένος στη σύνθεσή του, ακολούθησε ως το 1928 μια πολιτική ανοιχτά οπορτουνιστική, ακολουθώντας ολοκληρωτικά σε πολλά ζητήματα μεγάλης σημασίας τις γραμμές του Μενσεβικισμού. Στα χρόνια 1924-27, όχι μονάχα θεωρήθηκαν υποχρεωτικές οι συμφωνίες με τους ρεφορμιστές, αλλά αποδέχονταν ταυτόχρονα την εγκατάλειψη της ανεξαρτησίας του κόμματος, της ελευθερίας του να κάνει κριτική κι ακόμα και της ταξικής προλεταριακής του βάσης. [1]
Δεν πρόκειται, λοιπόν, καθόλου για ένα ιδιαίτερο υπεραριστερό ρεύμα, αλλά για τα παρατεταμένα υπεραριστερό ζιγκ-ζαγκ ενός ρεύματος που στο παρελθόν έδειξε πως ήταν το ίδιο ικανό για φανερά υπερδεξιά ζιγκ-ζαγκ. Ακόμα και τα εξωτερικά αυτά συμπτώματα δείχνουν όσο τίποτε άλλο πως πρόκειται για κεντρισμό.
Για να μιλήσουμε μ’ έναν τυπικό και περιγραφικό τρόπο, ο κεντρισμός αποτελείται από όλα εκείνα τα ρεύματα που μέσα στο προλεταριάτο και στην περιφέρειά του τοποθετούνται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και το μαρξισμό αντιπροσωπεύοντας πιο συχνά διαφορετικές φάσεις εξέλιξης από το ρεφορμισμό στο μαρξισμό και το αντίστροφο. Ο ρεφορμισμός, όπως κι ο μαρξισμός, έχουν ένα στέρεο κοινωνικό υπόβαθρο. Ο μαρξισμός εκφράζει τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Ο ρεφορμισμός ανταποκρίνεται στην προνομιούχα κατάσταση της εργατικής γραφειοκρατίας και αριστοκρατίας στο καπιταλιστικό κράτος. Ο κεντρισμός, όπως τον γνωρίσαμε στο παρελθόν, δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει ανεξάρτητες κοινωνικές βάσεις. Τα διάφορα στρώματα του προλεταριάτου εξελίσσονται στην επαναστατική κατεύθυνση από δρόμους διαφορετικούς και σε διαφορετικούς χρόνους.

Στις περιόδους παρατεταμένης βιομηχανικής ανάπτυξης ή στις περιόδους πολιτικής άμπωτης, ύστερα από την ήττα, τα διάφορα στρώματα του προλεταριάτου μετατοπίζονται πολιτικά από τ’ αριστερά στα δεξιά, συναντώντας άλλα στρώματα που μόλις έχουν αρχίσει να εξελίσσονται προς τ’ αριστερά. Οι διάφορες ομάδες καθυστερούν σε κάποιους σταθμούς της εξέλιξής τους, βρίσκουν τους προσωρινούς ηγέτες τους, δημιουργούν τα προγράμματά τους και τις οργανώσεις τους. Επομένως, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί η έννοια του «κεντρισμού» αγκαλιάζει ρεύματα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Ανάλογα με την προέλευσή τους, την κοινωνική τους σύνθεση και την τάση της εξέλιξής τους, οι διάφορες ομάδες μπορούν να βρεθούν σε κατάσταση λυσσασμένης πάλης μεταξύ τους, χωρίς να πάψουν να αποτελούν διαφορετικά είδη του κεντρισμού.

Αν και ο κεντρισμός γενικά παίζει συνήθως το ρόλο ενός αριστερού καλύμματος για το ρεφορμισμό, το ζήτημα σε ποιο από τα βασικά στρατόπεδα, του ρεφορμισμού ή του μαρξισμού, ανήκει μια δοσμένη κεντριστική τάση, δεν λύνεται με μια προκατασκευασμένη και μόνιμη φόρμουλα. Εδώ, περισσότερο παρά ποτέ πρέπει να αναλύεται κάθε φορά το συγκεκριμένο περιεχόμενο της διαδικασίας και των εσωτερικών τάσεων της ανάπτυξής του. Έτσι, μερικά πολιτικά λάθη της Ρόζας Λούξεμπουργκ μπορούνε, δικαιολογημένα από θεωρητική άποψη, να χαρακτηριστούν σαν αριστερά κεντριστικά λάθη.
Μπορεί κανείς να προχωρήσει ακόμα πιο μακριά και να πει ότι οι περισσότερες διαφωνίες της Ρόζας Λούξεμπουργκ με τον Λένιν αντιπροσώπευαν μια απόκλιση περισσότερο ή λιγότερο μεγάλη προς την πλευρά του κεντρισμού. Αλλά μονάχα άνθρωποι χωρίς ντροπή, οι αμαθείς και οι τσαρλατάνοι της γραφειοκρατίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, μπορούν να το τοποθετήσουν τον Λουξεμπουργκισμό, σαν ιστορικό ρεύμα, μέσα στον κεντρισμό. Ότι οι σημερινοί «ηγέτες» της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αρχίζοντας από τον Στάλιν, δεν φτάνουν πολιτικά, θεωρητικά και ηθικά, ούτε στον αστράγαλο της μεγάλης επαναστάτριας, είναι περιττό να το πούμε.
Οι κριτικοί που δεν εμβαθύνουν στο πρόβλημα, κατηγόρησαν περισσότερο από μια φορά τον τελευταίο καιρό το συγγραφέα αυτών των γραμμών, πως έχει κάνει κατάχρηση της λέξης «κεντρισμός», συγκεντρώνοντας κάτω α π’ αυτό το όνομα ρεύματα και ομάδες πολύ διαφορετικές στους κόλπους του εργατικού κινήματος. Στην πραγματικότητα, η ποικιλία των τύπων του κεντρισμού απορρέει, όπως έχουμε πει, από την ίδια την ουσία του φαινομένου και καθόλου από την κατάχρηση της ορολογίας. Ας θυμηθούμε πόσες φορές κατηγόρησαν τους μαρξιστές πως φορτώνουν τα πιο πολύμορφα και αντιφατικά φαινόμενα στην μικροαστική τάξη. Και πραγματικά, κάτω απ’ την κατηγορία «μικροαστική τάξη», πρέπει να κατατάξουμε γεγονότα, ιδέες και τάσεις, με μια πρώτη ματιά, ασυμβίβαστες. Μικροαστικό χαρακτήρα έχει το κίνημα των χωρικών, αλλά και οι ριζοσπαστικές τάσεις του μεταρρυθμιστικού κινήματος στις πόλεις· μικροαστοί είναι οι γάλλοι Γιακωβίνοι και οι ρώσοι Ναρόντνικοι· μικροαστοί οι Προυντονιστές, αλλά επίσης και οι Μπλανκιστές· η σημερινή Σοσιαλδημοκρατία, αλλά και ο φασισμός επίσης είναι μικροαστικά κινήματα· οι γάλλοι αναρχοσυνδικαλιστές· ο «Στρατός της Σωτηρίας»· το κίνημα του Γκάντι στις Ινδίες κτλ, κτλ. Ενας ακόμα πιο ποικιλόχρωμος πίνακας παρουσιάζεται αν περάσουμε στον τομέα της φιλοσοφίας και της τέχνης. Αυτό θα πει πως ο μαρξισμός παίζει με την ορολογία; Όχι, αυτό θα πει πως η μικροαστική τάξη από την κοινωνική της φύση χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετική ανομοιογένεια. Προς τα κάτω, μπερδεύεται με το προλεταριάτο και και φτάνει μέχρι το λούμπεν – προλεταριάτο, ενώ προς τα πάνω απλώνεται ως την καπιταλιστική αστική τάξη. Μπορεί να στηρίζεται στις παλιές παραγωγικές μορφές, αλλά μπορεί επίσης, ν’ αναπτυχθεί γρήγορα στη βάση της πιο μοντέρνας βιομηχανίας (νέα «μεσαία τάξη»). Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που στολίζεται με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Ο κεντρισμός παίζει στους κόλπους του εργατικού κινήματος, κατά κάποιο τρόπο, τον ίδιο ρόλο που παίζει η κάθε λογής μικροαστική ιδεολογία μέσα στο σύνολο της αστικής κοινωνίας. Ο κεντρισμός αντανακλά τη διαδικασία της εξέλιξης του προλεταριάτου, την πολιτική του ανάπτυξη, καθώς και την επαναστατική παρακμή του, σε συνδυασμό με την πίεση που ασκείται πάνω στο προλεταριάτο από όλες τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Τίποτα το περίεργο αν η παλέττα του κεντρισμού διακρίνεται για μια τέτοια ποικιλία χρωμάτων. Ωστόσο, απ’ αυτό δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την έννοια του κεντρισμού, αλλά μονάχα ότι είναι απαραίτητο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ν’ αποκαλύπτουμε, με συγκεκριμένη κοινωνική και ιστορική ανάλυση, την πραγματική φύση και το είδος του κεντρισμού με τον οποίο ασχολούμαστε.
Η φράξια που κυριαρχεί στην Κομμουνιστική Διεθνή δεν αντιπροσωπεύει έναν κεντρισμό «γενικά», αλλά ένα ιστορικό σχηματισμό εντελώς καθορισμένο, που έχει ισχυρές κοινωνικές ρίζες, αν και πολύ πρόσφατες ακόμα. Πρόκειται πρώτα απ’ όλα για τη σοβιετική γραφειοκρατία. Στα θεωρητικά έργα των σταλινικών, αυτό το κοινωνικό στρώμα δεν υπάρχει καθόλου. Μας μιλάνε μονάχα για «Λενινισμό», για μια άυλη ηγεσία, για ιδεολογική παράδοση, για μπολσεβίκικο πνεύμα, για αστάθμητη «γενική γραμμή». Αλλά δεν ακούγεται λέξη για το γεγονός ότι μια γραφειοκρατία, με σάρκα και οστά, χειρίζεται αυτή τη «γενική γραμμή» όπως ένας πυροσβέστης τη μάνικά του.

Ωστόσο, ο γραφειοκράτης αυτός μοιάζει πολύ λίγο μ’ ένα άυλο πνεύμα. Τρώει, πίνει, αναπαράγεται και παχαίνει την κοιλιά του. Διατάζει με φωνή αυταρχική, διαλέγει τους πιστούς του από κάτω, διατηρεί την πίστη του στους ανώτερούς του, δεν επιτρέπει να τον κριτικάρουν και βλέπει σ’ αυτά την ουσία της γενικής γραμμής. Οι γραφειοκράτες αυτοί είναι πολλά εκατομμύρια πολλά εκατομμύρια!- περισσότεροι από τους βιομηχανικούς εργάτες την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους γραφειοκράτες δεν πήραν ποτέ μέρος στην ταξική πάλη, που απαιτεί θυσίες και περικλείει κινδύνους. Στην κύρια μάζα τους, οι άνθρωποι αυτοί γεννήθηκαν πολιτικά έχοντας ήδη την ιδιότητα του κυρίαρχου στρώματος.  Πίσω απ’ αυτούς βρίσκεται η κρατική εξουσία. Αυτή εξασφαλίζει την ύπαρξή τους, ανεβάζοντάς τους αισθητά πάνω από την υπόλοιπη μάζα. Δεν γνωρίζουν τον κίνδυνο της ανεργίας, φτάνει να στέκονται σούζα. Τα χοντρότερα λάθη τους συγχωρούνται, αν δεχθούν να παίξουν την απαιτούμενη στιγμή το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και να σώσουν από τις ευθύνες τους άμεσα ανώτερούς τους. Ε, λοιπόν, ένα τέτοιο κυρίαρχο στρώμα από πολλά εκατομμύρια ανθρώπους έχει ένα κάποιο κοινωνικό βάρος και κάποια επίδραση πολιτική στη ζωή της χώρας; Ναι ή όχι;
Στα παλιά βιβλία είναι γνωστό πως η εργατική γραφειοκρατία και η εργατική αριστοκρατία αποτελούν την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού. Στη Ρωσία το φαινόμενο πήρε νέες μορφές. Πάνω στη βάση της δικτατορίας του προλεταριάτου -σε μια καθυστερημένη και περικυκλωμένη από τον καπιταλισμό χώρα- δημιουργήθηκε για πρώτη φορά μέσα στ’ ανώτερα στρώματα των εργαζόμενων ένας ισχυρός γραφειοκρατικός μηχανισμός, που υψώθηκε πάνω από τη μάζα, δίνοντάς της διαταγές, απολαμβάνοντας τεράστια προνόμια, δεμένος με μια εσω τερική συλλογική αλληλεγγύη και επιβάλλοντας στην πολιτική του εργατικού κράτους τα ιδιαιτέρά του συμφέροντα, τις μεθόδους του και τους χειρισμούς του.
Δεν είμαστε αναρχικοί. Καταλαβαίνουμε την αναγκαιότητα του εργατικού κράτους και, συνεπώς, την ιστορικά αναπόφευκτη ύπαρξη της γραφειοκρατίας στη μεταβατική περίοδο. Αλλά καταλαβαίνουμε επίσης τους κινδύνους που φέρνει μαζί του αυτό το γεγονός, κυρίως για μια απομονωμένη και καθυστερημένη χώρα. Η εξιδανίκευση της σοβιετικής γραφειοκρατίας είναι το πιο επαίσχυντο λάθος που μπορεί να κάνει ένας μαρξιστής. Ο Λένιν προσπάθησε με όλες τις δυνάμεις του να ανυψώσει το κόμμα, σαν αυτόνομη πρωτοπορία της εργατικής τάξης, πάνω από τον κρατικό μηχανισμό, να τον ελέγχει, να τον επιβλέπει, να τον διευθύνει και να τον εκκαθαρίζει, τοποθετώντας τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου -του διεθνούς και όχι μόνο του εθνικού- πάνω από τα συμφέροντα της άρχουσας γραφειοκρατίας.  Σαν πρώτο όρο για τον έλεγχο του κόμματος πάνω στο κράτος, ο Λένιν υπόδειξε τον έλεγχο των κομματικών μαζών πάνω στο μηχανισμό του κόμματος.  Ξαναδιαβάστε προσεκτικά τα άρθρα του, τους λόγους του και τα γράμματά του της σοβιετικής περιόδου, ειδικά τα άρθρα των δύο τελευταίων ετών της ζωής του και θα δείτε με ποια αγω νία το μυαλό του ξαναγύριζε κάθε φορά πάνω σ’ αυτό το καυτό ζήτημα.
Τι συνέβηκε, λοιπόν, στη επόμενη περίοδο; Όλο το ηγετικό στρώμα του κόμματος και του κράτους που είχε κάνει την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο, αντικαταστάθηκε, απομακρύνθηκε, εξοντώθηκε. Τη θέση του την πήρε ο απρόσωπος γραφειοκράτης. Ταυτόχρονα, η πάλη ενάντια στο γραφειοκρατισμό, που όσο ζούσε ο Λένιν είχε έναν οξύ χαρακτήρα όταν η γραφειοκρατία ήταν ακόμα στα σπάργανά της, σταμάτησε τελείως την ώρα που ο μηχανισμός αναπτύχθηκε τερατωδώς.
Ποιος θα μπορούσε, λοιπόν, να διεξάγει αυτό τον αγώνα; Τώρα το κόμμα, σαν αυτόνομη πρωτοπορία του προλεταριάτου, δεν υπάρχει πια. Ο μηχανισμός του κόμματος συγχωνεύεται με το μηχανισμό του κράτους. Η Γκεπεού παρουσιάζεται σαν το πιο σημαντικό όργανο της γενικής γραμμής στο εσωτερικό του κόμματος. Η γραφειοκρατία όχι μονάχα δεν επιτρέπει την κριτική από τα κάτω προς τα πάνω, αλλά εμποδίζει και τους θεωρητικούς της να μιλάνε γι’ αυτό το θέμα, ούτε να το αναφέρουν. Το λυσσασμένο μίσος ενάντια στην Αριστερή Αντιπολίτευση προέρχεται πριν απ’ όλα από το γεγονός ότι η Αντιπολίτευση μιλάει ανοιχτά για τη γραφειοκρατία, τον ιδιαίτερο ρόλο της, τα συμφέροντά της, αποκαλύπτοντας το μυστικό ότι η η γενική γραμμή είναι αχώριστη από τη σάρκα και το αίμα του νέου εθνικού κυρίαρχου στρώματος, που δεν ταυτίζεται καθόλου με το προλεταριάτο.
Η κρατική γραφειοκρατία στηρίζει στον εργατικό χαρακτήρα της κυβέρνησης το εκ γεννετής δικαίω μά της να είναι αλάνθαστη: πώς μπορεί να εκφυλιστεί η γραφειοκρατία ενός εργατικού κράτους; Το κράτος και η γραφειοκρατία αντιμετωπίζονται έτσι όχι σαν ιστορικές διαδικασίες αλλά σαν αιώνιες κατηγορίες: πώς είναι δυνατό ν’ αμαρτήσουν η Αγία Εκκλησία και οι παπάδες της αφού εμπνέονται από το Θεό! Αλλά εάν μπόρεσε η εργατική γραφειοκρατία να εκφυλιστεί μέσα στο κόμμα των Νόσκε, Σάιντεμαν, Εμπερτ και Βελς σαν υψώθηκε πάνω από το προλεταριάτο που πάλευε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, γιατί να μην μπορεί να εκφυλιστεί μια γραφειοκρατία που υψώνεται πάνω από το νικηφόρο προλεταριάτο;
Η κυρίαρχη και ανεξέλεγκτη θέση της σοβιετικής γραφειοκρατίας συνδέεται με μια ψυχολογία που βρίσκεται σε μεγάλη αντίθεση προς την ψυχολογία του προλεταριακού επαναστάτη. Η γραφειοκρατία βάζει τους δικούς της στόχους και τις μανούβρες της τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, πάνω από τα καθήκοντα της επαναστατικής διαπαιδαγώγησης των μαζών κι έξω από κάθε σύνδεσμο με τους στόχους της διεθνούς επανάστασης. Για πολλά χρόνια η σταλινική φράξια έδειξε ότι βρίσκεται πιο κοντά και δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση για τα συμφέροντα και την ψυχολογία του ‘πλούσιου χωρικού», του μηχανικού, του διευθυντή, του κινέζου αστού διανοούμενου, του επαγγελματία των αγγλικών συνδικάτων, παρά για την ψυχολογία και τις ανάγκες του ανειδίκευτου εργάτη, του φτωχού αγρότη, των ξεσηκωμένων κινέζικων λαϊκών μαζών, των άγγλων απεργών κτλ.
Αλλά τότε γιατί η σταλινική φράξια δεν έσπρωξε ως τα άκρα τη γραμμή του εθνικού οπορτουνισμού; Γιατί είναι η γραφειοκρατία ενός εργατικού κράτους. Αν η διεθνής Σοσιαλδημοκρατία υπερασπίζει τα θεμέλια της αστικής κυριαρχίας, η σοβιετική γραφειοκρατία, χωρίς να φτάσει στην ανατροπή του κράτους, προσαρμόζεται αναγκαστικά στις κοινωνικές βάσεις που έθεσε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Και από δω βγαίνει ο διπλός χαρακτήρας της ψυχολογίας και της πολιτικής της σταλινικής γραφειοκρατίας. Κεντρισμός, αλλά ένας κεντρισμός που στηρίζεται στα θεμέλια του εργατικού κράτους, είναι η μόνη δυνατή έκφραση αυτής της διπροσωπίας.
Αν τα κεντριστικά κόμματα στις καπιταλιστικές χώρες έχουν τις πιο πολλές φορές προσωρινό, μεταβατικό χαρακτήρα, αντανακλώντας την εξέλιξη ορισ μένων εργατικών στρωμάτων από τα δεξιά προς τ’ αριστερά, ο κεντρισμός, στις συνθήκες της Σοβιετικής Ένωσης, απόχτησε μια πολύ πιο στέρεα και πολύ πιο οργανωμένη βάση στο πρόσωπο της αναρίθμητης γραφειοκρατίας.  Αντιπροσωπεύοντας το φυσικό περιβάλλον των οπορτουνιστικών και εθνικιστικών τάσεων, αναγκάζεται, ωστόσο, να συντηρεί τις βάσεις της κυριαρχίας της με την πάλη ενάντια στον «κουλάκο» [τον πλούσιο χωρικό] και να φροντίζει ταυτόχρονα για το «μπολσεβίκικο» γόητρό της μέσα στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα. Αφού επεδίωξε τη φιλία του Κουομιντάνγκ και της γραφειοκρατίας του Αμστερνταμ (Η Διεθνής Ομοσπονδία Συνδικάτων που είχε έδρα το Άμστερνταμ, ελέγχονταν από τους σοσιαλδημοκράτες), με το πνεύμα των οποίων νοιώθει συγγενικά, η Σοβιετική γραφειοκρατία μπλεκόταν κάθε φορά σε μια οξεία σύγκρουση με τη Σοσιαλδημοκρατία, που αντανακλά την εχθρότητα της παγκόσμιας αστικής τάξης απέναντι στο εργατικό κράτος. Αυτές είναι οι πηγές του σημερινού αριστερού ζιγκ-ζαγκ.
Η κατάσταση είναι ιδιόμορφη όχι γιατί η Σοβιετική γραφειοκρατία προστατεύεται από μια ιδιόμορφη ανοσία ενάντια στον οπορτουνισμό και τον εθνικισμό, αλλά γιατί η γραφειοκρατία, μη έχοντας τη δυνατότητα να πάρει μια ολοκληρωμένη εθνικο-ρεφορμιστική θέση, αναγκάζεται να διαγράφει ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στον μαρξισμό και τον εθνικο-ρεφορμισμό. Οι ταλαντεύσεις αυτού του γραφειοκρατικού κεντρισμού ανάλογα με τη δύναμή του, τα μέσα που διαθέτει και τις αντιφάσεις της θέσης του, είχαν απίθανες μετατοπίσεις.  Από την υπεραριστερή περιπέτεια στη Βουλγαρία και στην Εσθονία, ως την συμμαχία με τον Τσανγκ-Κάι-Σεκ, τον Ράντιτς και τον Πάρσελ. Από την επαίσχυντη συναδέλφωση με τους Βρετανούς απεργοσπάστες ως την πλήρη απάρνηση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου με τα μαζικά συνδικάτα.

Η σταλινική γραφειοκρατία μεταφέρει τις μεθόδους της και τα ζιγκ-ζαγκ της στις άλλες χώρες στο μέτρο που, με το μηχανισμό του κόμματος, δεν διευθύνει απλώς την Κομμουνιστική Διεθνή, αλλά την προστάζει. Ο Τέλμαν ήταν υπέρ του Κουόμιντανγκ, όταν ήταν υπέρ του Κουόμιντανγκ και ο Στάλιν. Στην 7η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (φθινόπωρο 1926), ο αντιπρόσωπος του Κουόμιντανγκ, πρεσβευτής του Τσανγκ-Κάι-Σεκ, ονόματι Σάο-Λι-Τζι, διακήρυξε την πλήρη συμφωνία του με τον Τέλμαν, τον Σεμάρ και τους άλλους Ρέμμελε εναντίον του «τροτσκισμού». Ο «σύντροφος» Σάο-Λι-Τζι έλεγε: «Είμαστε όλοι πεπεισμένοι ότι, κάτω από την καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Κουόμιντανγκ θα εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή». (Ρωσικά πρακτικά, 1ος τόμος, σελ. 459). Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός!
Πάρτε τη Rote Fahne του 1926 και θα βρείτε εκεί πολλά άρθρα πάνω στο θέμα ότι ο Τρότσκι, απαιτώντας τη διακοπή των σχέσεων με το Γενικό Συμβούλιο των βρετανών απεργοσπαστών, δείχνει μ’ αυτό και μόνο το… Μενσεβικισμό του! Και σήμερα ο «Μενσεβικισμός» συνίσταται στη διεκδίκηση του ενιαίου μετώπου με τις μαζικές οργανώσεις, δηλαδή στην επίτευξη της πολιτικής που διατυπώθηκε κάτω από την καθοδήγηση του Λένιν από το 3ο και το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς εναντίον όλων των Τέλμαν, Ταλχάιμερ, Μπέλα Κουν, Φροσσάρ κτλ.
Όλα αυτά τα οδυνηρά ζιγκ-ζαγκ θα ήταν αδύνατο να γίνουν αν σε όλα τα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν είχε διαμορφωθεί ένα αυτόνομο γραφειοκρατικό στρώμα, δηλαδή ανεξάρτητο από το κόμμα. Εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού!
Η δύναμη ενός επαναστατικού κόμματος συνίσταται στην ανεξαρτησία της πρωτοπορίας του που ελέγχει και διαλέγει τα στελέχη της κι εκπαιδεύοντας την ηγεσία της, την περιβάλλει βαθμιαία με εμπιστοσύνη. Αυτό δημιουργεί έναν αδιάσπαστο δεσμό ανάμεσα στα στελέχη και τις μάζες, ανάμεσα στους ηγέτες και τα στελέχη και κάνει όλη την ηγεσία να έχει εμπιστοσύνη στον ίδιο τον εαυτό της. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπάρχει μέσα στα σημερινά Κομμουνιστικά Κόμματα! Οι ηγέτες είναι διορισμένοι. Οι ίδιοι διαλέγουν τους βοηθούς τους. Η βάση είναι υποχρεωμένη να δεχτεί τους διορισμένους ηγέτες γύρω από τους οποίους δημιουργείται μια τεχνητή ατμόσφαιρα δημοσιότητας.  Τα στελέχη εξαρτώνται από την κορυφή, όχι από τη βάση. Τα περισσότερα αναζητούν τα στηρίγματα της επιρροής τους καθώς και της επιβίωσής τους έξω από τις μάζες. Δεν βγάζουν τα πολιτικά τους συνθήματα από την πείρα του αγώνα, αλλά τα παίρνουν τηλεγραφικά. Την ίδια ώρα, συσσωρεύονται μέσα στους φακέλους του Στάλιν, για περίπτωση ανάγκης, ντοκουμέντα για ενδεχόμενη μελλοντική κατηγορία. Καθένας από τους ηγέτες ξέρει πως είναι δυνατόν, οποιαδήποτε στιγμή, να τον πετάξουν σαν πούπουλο.  Ετσι διαμορφώνεται μέσα σ’ ολόκληρη την Κομμουνιστική Διεθνή ένα κλειστό γραφειοκρατικό στρώμα που φτιάχνει το κατάλληλο περιβάλλον που τρέφει το βάκιλλο του κεντρισμού. Πολύ σταθερός και οργανικά ανθεκτικός, για τί στηρίζεται στη γραφειοκρατία του Σοβιετικού κράτους, ο κεντρισμός των Τέλμαν, Ρέμμελε και Σία ξεχωρίζει στον πολιτικό τομέα με την εξαιρετική του αστάθεια στις πολιτικές του σχέσεις. Στερημένη από τη σιγουριά που καταχτιέται με τον οργανικό σύνδεσμο με τις μάζες, η αλάθητη Κεντρική Επιτροπή είναι ικανή για τα πιο τερατώδη ζιγκ – ζαγκ. Οσο λιγότερο είναι προετοιμασμένη για ένα σοβαρό ιδεολογικό αγώνα τόσο περισσότερο είναι σπάταλη στις βρισιές, τους υπαινιγμούς και τις συκοφαντίες. Η εικόνα του «δόλιου και βάναυσου» Στάλιν, κατά το χαρακτηρισμό του Λένιν, είναι η ίδια η προσωποποίηση αυτού του στρώματος.
Η εξήγηση που δώσαμε εδώ για το γραφειοκρατικό κεντρισμό καθορίζει τις σχέσεις της Αριστερής Αντιπολίτευσης απέναντι στη σταλινική γραφειοκρατία: απεριόριστη και ολοκληρωτική υποστήριξη, στο μέτρο που η γραφειοκρατία υποστηρίζει τα σύνορα της Σοβιετικής Δημοκρατίας και τις βάσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης- ανοιχτή κριτική στο μέτρο που η γραφειοκρατία δυσχεραίνει, με τα διοικητικά της ζιγκ-ζαγκ, την υπεράσπιση της επανάστασης και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση· ασυμφιλίωτη αντιπολίτευση στο μέτρο που με τη γραφειοκρατική της διοίκηση αποδιοργανώνει την πάλη του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Σημειώσεις 10ου κεφαλαίου
1.  Βλέπε μια λεπτομερή ανάλυση αυτού του οπορτουνιστικού κεφαλαίου της ιστορίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που κράτησε μερικά χρόνια, στα έργα μας Η Κομμουνιστική Διεθνής μετά τον Λένιν. Η Διαρκής Eπανάσταση κτλ.

11. Η αντίφαση ανάμεσα στις οικονομικές επιτυχίες της ΕΣΣΔ και στο γραφειοκρατικό καθεστώς

Δεν μπορεί κανείςνα επεξεργαστεί τις βάσεις μιας επαναστατικής πολιτικής «σε μια μόνη χώρα». Το πρόβλημα της γερμανικής επανάστασης είναι σήμερα αξεδιάλυτα δεμένο με το πρόβλημα της πολιτικής ηγεσίας στην ΕΣΣΔ. Η σύνδεση αυτή πρέπει να κατανοηθεί ως το βάθος της.
Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η απάντηση στην αντίσταση των προνομιούχων τάξεων. Ο περιο ρισ μός της ελευθερίας προέρχεται από το στρατιωτικό καθεστώς της επανάστασης, δηλαδή από τις συνθήκες του ταξικού πολέμου. Από την άποψη αυτή, είναι ολοφάνερο ότι η εσωτερική σταθεροποίηση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, η οικονομική της ανάπτυξη, η εξασθένιση της αντίστασης της αστικής τάξης, κυρίως η επίτευξη της ‘‘διάλυσης’’ της τελευταίας καπιταλιστικής τάξης, των κουλάκων, θα ‘πρεπε να οδηγήσουν στην άνθηση της δημοκρατίας μέσα στο κόμμα, τα συνδικάτα και τα σοβιέτ.
Οι σταλινικοί δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν πως «μπήκαμε κιόλας στο σοσιαλισμό», πως η σημερινή κολλεκτιβοποίηση σημαίνει αυτή καθεαυτή τη διάλυση των κουλάκων σαν τάξης και πως το επόμενο πεντάχρονο πλάνο θα ολοκληρώσει αυτές τις εξελίξεις. Αν είναι έτσι, γιατί, λοιπόν, αυτή η διαδικασία οδηγεί στον πλήρη στραγγαλισμό του κόμματος, των συνδικαλισ τικών οργανώσεων και των σοβιέτ από το γραφειοκρατικό μηχανισμό, που με τη σειρά του πήρε το χαρακτήρα του Βοναπαρτισμού των δημοψηφισμάτων; Γιατί στην περίοδο της πείνας και του εμφυλίου πολέμου ξεχείλιζε η ζωή μέσα στο κόμμα και δεν κατέβαινε σε κανέναν η ιδέα ν’ αναρωτηθεί επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να κριτικάρουμε τον Λένιν ή ολόκληρη την Κεντρική Επιτροπή -ενώ τώρα η παραμικρή διαφωνία με τον Στάλιν προκαλεί τον αποκλεισμό από το κόμμα και τα διοικητικά αντίποινα;
Η απειλή του πολέμου από τα καπιταλιστικά κράτη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξηγήσει -κι ακόμα λιγότερο να δικαιολογήσει- την αύξηση της αυταρχικότητας των γραφειοκρατών. Αν στα πλαίσια μιας σοσιαλιστικής κοινωνία ς σε εθνικό επίπεδο οι τάξεις ήταν περισσότερο ή λιγότερο διαλυμένες, αυτό θα έπρεπε να σημάνει την απαρχή της διάλυσης του κράτους. Η σοσιαλιστική κοινωνία θα μπορούσε νικηφόρα να αντιπαλέψει τους εσωτερικούς εχθρούς, ακριβώς σαν μια σοσιαλιστική κοινω νία και όχι σαν κράτος προλεταριακής δικτατορίας κι ακόμα λιγότερο σαν κράτος γραφειοκρατικοποιημένο.
Αλλά δεν μιλάμε για την διάλυση της δικτατορίας: είναι πολύ νωρίς γι’ αυτό, δεν «μπήκαμε στον σοσια λισμό» ακόμα. Μιλάμε γι’ άλλο πράγμα. Ρωτάμε: πώς εξηγείται ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός της δικτατορίας; Ποια είναι η πηγή της κραυγαλέας, τερατώδους, τρομακτικής αντίφασης ανάμεσα στις επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στο καθεστώς της προσωπικής δικτατορίας που στηρίζεται σ’ έναν απρόσωπο μηχανισμό που άρπαξε από το λαιμό την κυρίαρχη τάξη της χώρας; Πώς εξηγείται ότι η οικονομία και η πολιτική αναπτύσσονται προς κατευθύνσεις εντελώς αντίθετες;
Οι οικονομικές επιτυχίες είναι πολύ μεγάλες. Από οικονομική άποψη, η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι σήμερα ολότελα δικαιω μένη. Οι υψηλοί συντελεστές της οικονομικής ανάπτυξης αποδείχνουν αναντίρρητα πως οι σοσιαλιστικές μέθοδοι διαθέτουν πελώρια πλεονεκτήματα ακόμα και για τη λύση εκείνων των προβλημάτων στην παραγωγή, που στη Δύση λύθηκαν με καπιταλιστικές μεθόδους. Πόσο μεγαλειώδη επομένως θα είναι τα πλεονεκτήματα της σοσιαλιστικής οικονομίας στις ανεπτυγμένες χώρες!
Ωστόσο το πρόβλημα που τέθηκε από την εξέγερση του Οκτώβρη δεν λύθηκε ακόμα ούτε και στην υποτυπώδη μορφή του.
Η σταλινική γραφειοκρατία χαρακτηρίζει την οικονομία «σοσιαλιστική» στηριγμένη στις προϋποθέσεις και τις τάσεις της οικονομίας. Αυτό. όμως, δεν είναι αρκετό. Οι οικονομικές επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης αναπτύσσονται πάντα πάνω στη βάση ενός χαμηλού οικονομικού επιπέδου. Η εθνικοποιημένη βιομηχανία διέρχεται τα στάδια που πέρασαν ήδη πριν από πολύ καιρό οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Η εργάτρια που στέκεται στην ουρά διαθέτει το δικό της κριτήριο για το σοσιαλισμό και αυτό το «καταναλωτικό» κριτήριο, κατά την περιφρονητική έκφραση του γραφειοκράτη, είναι σ’ αυτό το ζήτημα αποφασιστικό. Στη σύγκρουση ανάμεσα στις απόψεις της εργάτριας και του γραφειοκράτη, εμείς, η Αριστερή Αντιπολίτευση, είμαστε με το μέρος της εργάτριας ενάντια στο γραφειοκράτη που υπερβάλλει τις επιτυχίες, εξωραΐζει τις συσσωρευμένες αντιφ άσεις και αρπάζει την εργάτρια από το λαιμό για να μην μπορεί αυτή να ασκεί κριτική.
Τον τελευταίο χρόνο, έγινε μια απότομη στροφή από το ίσο μεροκάματο προς το διαφοροποιημένο (δουλειά με το κομμάτι). Είναι απόλυτα αναμφισβήτητο ότι μπροστά σ’ ένα χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και συνεπώς και του πολιτισμού γενικά, η ισότητα του μεροκάματου είναι απραγματοποίητη.  Αυτό, όμως, σημαίνει επίσης ότι το πρόβλημα του σοσια λισμού δεν λύνεται μόνο με τις κοινωνικές μορφές της ιδιοκτησίας, αλλά προϋποθέτει ένα ορισμένο τεχνικό δυναμικό της κοινωνίας. Ομως, η αύξηση του τεχνικού δυναμικού αυτόματα σέρνει τις παραγωγικές δυνάμεις πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Επαναφέροντας τη δουλειά με το κομμάτι, που είχε καταργηθεί πρόωρα, η γραφειοκρατία χαρακτήρισε το ίσο μεροκάματο «κουλάκικο» από άποψη αρχής.  Είναι μια ολοφάνερη ανοησία που δείχνει σε ποιο βαθμό υποκρισίας και ψευτιάς βούλιαξαν οι σταλινικοί. Στην πραγματικότητα, θα ‘πρεπε να πουν:
«Βιαστήκαμε πολύ να εφαρμόσουμε μεθόδους εξισωτισμού των μισθών. Είμαστε ακόμα μακριά από το σοσιαλισμό. Επειδή είμαστε ακόμα πολύ φτωχοί, πρέπει να γυρίσουμε πίσω, σε μεθόδους μεροκάματου μισοκαπιταλιστικές ή κουλάκικες». Το ξαναλέμε: δεν υπάρχει εδώ αντίφαση με τους σοσιαλιστικούς στόχους. Υπάρχει μονάχα ασυμφιλίωτη αντίφαση με τις γραφειοκρατικές παραποιήσεις της πραγματικότητας.
Η οπισθοδρόμηση στο μισθό με το κομμάτι είναι αποτέλεσμα της αντίστασης μιας καθυστερημένης οικονομίας. Τέτοια βήματα προς τα πίσω θα γίνουν πολλά, κυρίως στον τομέα της αγροτικής οικονομίας, όπου πραγματο-ποιήθηκε ένα πολύ μεγάλο διοικητικό άλμα προς τα εμπρός.
Η βιομηχανοποίηση και η κολλεκτιβοποίηση πραγματοποιούνται με τις μεθόδους μονόπλευρων και ανεξέλεγκτων γραφειοκρατικών προσταγών προς τις μάζες. Τα συνδικάτα έχουν χάσει ολοκληρωτικά τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις σχέσεις ανάμεσα στην κατανάλωση και τη συσσώρευση. Η διαφοροποίηση μέσα στην αγροτιά παρεμποδίζεται όχι τόσο οικονομικά όσο διοικητικά. Τα κοινωνικά μέτρα της γραφειοκρατίας για τη διάλυση των τάξεων τρέχουν υπερβολικά πιο γρήγορα από την βασική διαδικασία, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό προκαλεί ανέβασμα του βιομηχανικού κόστους, πτώση της ποιότητας της παραγωγής, ύψωση των τιμών, έλλειψη ειδών κατανάλωσης και προδιαγράφει τον κίνδυνο επανεμφάνισης της ανεργίας. Η ακραία ένταση της πολιτικής ατμόσφαιρας μέσα στη χώρα είναι αποτέλεσμα των αντιφάσεων ανάμεσα στην ανάπτυξη της σοβιετικής οικονομίας και στην οικονομική πολιτική της γραφειοκρατίας που άλλοτε καθυστερεί τερατωδώς σε σχέση με τις ανάγκες της οικονομίας (1923-1928) και άλλοτε, τρομαγμένη απ’ την καθυστέρηση της, ρίχνεται μπροστά για να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο με μέτρα καθαρά διοικητικά (1928-1932). Και εδώ επίσης το δεξιό ζιγκ-ζαγκ ακολουθείτε απ’ το αριστερό ζιγκ-ζαγκ. Και στα δυο ζιγκ-ζα-γκ, η γραφειοκρατία βρίσκεται σ’ αντίθεση με τις πραγματικότητες της οικονομία ς και συνεπώς με την διάθεση των εργατών. Δεν μπορεί να τους επιτρέψει να την κριτικάρουν -ούτε όταν καθυστερεί ούτε όταν ορμά υπερβολικά μπροστά.
Την πίεσή της πάνω στους εργάτες και τους αγρότες, η γραφειοκρατία μπορεί να την ασκήσει μονάχα στερώντας από τους εργάτες τη συμμετοχή στη λύση των προβλημάτων που αφορούν την εργασία και όλο το μέλλον τους. Εδώ βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος! Στην πολιτική, ο διαρκής φόβος της αντίστασης των μαζών οδηγεί σε μια αυτοπεριχαράκωση της γραφειοκρατικής και προσωπικής δικτατορίας.
Αυτό σημαίνει πως πρέπει να ελαττώσουμε τους ρυθμούς της βιομηχανοποίησης και της κολλεκτιβοποίησης; Για μια ορισμένη περίοδο, πρέπει -χωρίς καμιά αμφιβολία . Μπορεί, όμως, η περίοδος αυτή να είναι πολύ σύντομης διάρκειας. Η συμμετοχή των ίδιων των εργατών στη διεύθυνση της χώρας, της πολιτικής της και της οικονομίας της, ο αποτελεσματικός έλεγχος πάνω στη γραφειοκρατία, η αύξηση του συναισθήματος της ευθύνης των διευθυνόντων απέναντι στους διευθυνόμενους, όλα αυτά θα παράγουν ένα αποτέλεσμα αναμφισβήτητα ευνοϊκό πάνω στην ίδια την παραγωγή, θα λιγοστέψουν τις εσωτερικές τριβές, θα περιορίσουν στο ελάχιστο τα τόσο ακριβοπληρωμένα οικονομικά ζιγκ-ζαγκ, θα εξασφαλίσουν μια υγιέστερη κατανομή των δυνάμεων και των μέσων και σίγουρα θ’ αυξήσουν τους γενικούς συντελεστές της ανάπτυξης. Η δημοκρατία των σοβιέτ είναι πρώτα απ’ όλα μια ζωτική ανάγκη αυτής της ίδιας της οικονομίας. Αντίθετα, η γραφειοκρατία κρύβει μέσα της τραγικές οικονομικές εκπλήξεις.
Παρατηρώντας στο σύνολό της την ιστορία της περιόδου των επιγόνων στην ανάπτυξη της ΕΣΣΔ, δεν είναι δύσκολο να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα ότι θεμελιώδης πολιτική προϋπόθεση της γραφειοκρατικοποίησης του καθεστώτος στάθηκε η κούραση των μαζών ύστερα από τους σεισμούς της επανάστασης και του εμφύλιου πολέμου. Στη χώρα βασίλευαν η πείνα και οι επιδημίες. Τα πολιτικά προβλήματα παραμερίστηκαν στο τελευταίο πλάνο.  Ολες οι σκέψεις συγκεντρώνονταν σε ένα κομμάτι ψωμί. Στην εποχή του Πολεμικού Κομμουνισμού, όλος ο κόσμος είχε μια ίση μερίδα πείνας. Το πέρασμα στη Νέα Οικονομική Πολιτική έφερε τις πρώτες οικονομικές επιτυχίες. Η μερίδα έγινε μεγαλύτερη, αλλά δεν επωφελούνταν όλος ο κόσμος απ’ αυτήν. Η εγκαθίδρυση μιας εμπορευματικής οικονομίας έφερε τον υπολογισμό του κόστους, μια στοιχειώ δη ορθολογιστική οργάνωση, την απόλυση των υπεράριθμων εργατών από τα εργοστάσια. Για πολύ καιρό οι οικονομικές επιτυχίες προχωρούσαν παράλληλα με την αύξηση της ανεργίας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε για μια στιγμή ότι η αύξηση της δύναμης του μηχανισμού στηρίχτηκε στην ανεργία. Υστερα από τα χρόνια της πείνας, ο εφεδρικός στρατός ανέργων φόβιζε τον κάθε εργάτη που ένοιωθε στριμωγμένος. Η απομάκρυνση από τα εργοστάσια των εργατών με ανεξάρτητο και κριτικό πνεύμα οι μαύρες λίστες των αντιπολιτευόμενων έγιναν ένα από τα σπουδαιότερα και αποτελεσματικότερα όπλα στα χέρια της σταλινικής γραφειοκρατίας. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα κατόρθωνε ποτέ να πνίξει το Λενινιστικό κόμμα.
Οι κατοπινές οικονομικές επιτυχίες οδήγησαν βαθμιαία στη διάλυση του εφεδρικού στρατού των βιομηχανικών εργατών (ο αγροτικός υπερπληθυσμός, μεταμφιεσμένος από την κολλεκτιβοποίηση, διατηρεί ακόμα όλη του την έκταση). Τώρα ο βιομηχανικός εργάτης δεν φοβάται πια μήπως πεταχτεί στο δρόμο. Από την καθημερινή πείρα του ξέρει πως η έλλεψη πρόβλεψης και η αυθαιρεσία της γραφειοκρατίας κάνουν δύσκολη την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Ο σοβιετικός τύπος καταγγέλει τα διάφορα εργαστήρια κι εργοστάσια που δεν αφήνουν έδαφος για ν’ αναπτυχθεί η εργατική πρωτοβουλία, το εφευρετικό πνεύμα κτλ. Σαν να μπορούσαν να περιορίσουν την εργατική πρωτοβουλία μέσα στα εργαστήρια, σαν να ήταν τα εργοστάσια οάσεις δημοκρατίας στην παραγωγή, οάσεις κυκλωμένες από το ολοκληρωτικό πνίξιμο του προλεταριάτου μέσα στο κόμμα, τα σοβιέτ και τα συνδικάτα! Η γενική κατάσταση της συνείδησης, του προλεταριάτου δεν είναι πια καθόλου εκείνη που ήταν στα 1922 – 1923. Το προλεταριάτο αυξήθηκε αριθμητικά και ανέβηκε πολιτιστικά. Έχοντας πραγματοποιήσει το γιγάντιο έργο της αναγέννησης και της ανόρθωσης της οικονομίας, οι εργάτες αισθάνονται να αποκαθίστανται και ν‘ ανορθώνεται η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Αυτή η εσωτερική αυτοπεποίθηση που μεγαλώνει αρχίζει να μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια ενάντια στο γραφειοκρατικό καθεστώς.
Ο στραγγαλισμός του κόμματος, ο θρίαμβος του καθεστώτος της προσωπικής αυθαιρεσίας μπορεί στο πρώτο κοίταγμα να δίνουν την εντύπωση της εξασθένησης του σοβιετικού συστήματος. Αλλά δεν είναι έτσι. Το σοβιετικό σύστημα είναι εξαιρετικά σταθεροποιημένο’ αλλά ταυτόχρονα η αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό το σύστημα και τη γραφειοκρατική μεγγένη έχει εξαιρετικά οξυνθεί. Ο σταλινικός μηχανισμός βλέπει με έκπληξη ότι οι οικονομικές επιτυχίες δεν δυναμώνουν τις θέσεις του, αλλά τις υποσκάπτουν. Στην πάλη για να διατηρήσει τις θέσεις του, αναγκάζεται να σφίξει ακόμα περισσότερο τις βίδες, απαγορεύοντας κάθε άλλη μορφή «αυτοκριτικής» έξω από τις βυζαντινές κολακείες προς τους αρχηγούς.
Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που η οικονομική ανάπτυξη έρχεται σ ’ αντίθεση με τις πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται.  Αλλά πρέπει να καταλάβουμε καθαρά ποιες ακριβώς είναι αυτές οι συνθήκες που προκαλούν τη δυσαρέσκεια. Το ανερχόμενο αντιπολιτευτικό κύμα δεν στρέφεται καθόλου ενάντια στους σοσια λιστικούς στόχους, τις σοβιετικές μορφές ή το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η δυσαρέσκεια κατευθύνεται ενάντια στο μηχανισμό και την προσωποποίησή του, τον Στάλιν. Κι από εδώ ξεκινάει ο νέος σταθμός της αλλόφρονης πάλης ενάντια στο λεγόμενο «τροτσκιστικό λαθρεμπόριο».
Ο αντίπαλος απειλεί να γίνει άπιαστος: είναι παντού και πουθενά. Ξεφυτρώνει στα εργοστάσια, στα σχολειά , τρυπώνει στις εφημερίδες και σ’ όλα τα ιστορικά εγχειρίδια. Αυτό σημαίνει ότι τα γεγονότα και τα ντοκουμέντα κατηγορούν τη γραφειοκρατία, ξεσκεπάζουν τα τρικλίσματά της και τα λάθη της. [Οι γραφειοκράτες] δεν μπορούν να θυμούνται το παρελθόν ήρεμα και αντικειμενικά, πρέπει να το διορθώσουν, να βουλώσουν όλες τις σχισμές μέσα από τις οποίες μπορεί να τρυπώσει η αμφιβολία για το αλάθητο του μηχανισμού και του αρχηγού του. Έχουμε μπροστά μας ένα κυρίαρχο στρώμα που όλα του τα χαρακτηριστικά δείχνουν πω ς έχασε το κεφάλι του. Ο Γιαροσλάβσκυ, ακόμα κι ο Γιαροσλάβσκυ, έγινε ύποπτος! Δεν είναι τυχαία επεισόδια, γκρίνιες, προσωπικές προστριβές. Το βάθος του προβλήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι οι οικονομικές επιτυχίες που στην αρχή δυνάμωσαν τη γραφειοκρατία, έχουν γίνει σήμερα, από τη διαλεκτική της ανάπτυξής τους, αντίθετες στη γραφειοκρατία. Να γιατί από την τελευταία συνδιάσκεψη του κόμματος, δηλαδή το συνέδριο του σταλινικού μηχανισμού, ο «τροτσκισμός», τρεις και τέσσερις φορές εξοντωμένος και θαμμένος, κηρύχτηκε «πρωτοπορία της αστικής αντεπανάστασης».

Αυτή η ηλίθια και πολιτικά αβλαβής απόφαση ανοίγει το καπάκι για μερικά αρκετά «πρακτικά» σχέδια του Στάλιν στον τομέα των προσωπικών αντιποίνων.  Δεν προειδοποίησε μάταια ο Λένιν ενάντια στο διορισμό του Στάλιν σαν γενικού γραμματέα: «Αυτός ο μάγειρας θα κάνει μονάχα βαριά και πιπεράτα πιάτα». Ο μάγειρας δεν εξάντλησε ακόμα τη μαγειρική του επιστήμη μέχρι το τέλος.
Μ’ όλα τα σφιξίματα στις θεωρητικές και διοικητικές βίδες, η προσωπική δικτατορία του Στάλιν πλησιά ζει φανερά στο τέλος της. Ο μηχανισμός είναι γεμάτος ρωγμές. Η σχισμή που λέγεται Γιαροσλάβσκυ είναι μια μονάχα από τις εκατοντάδες σχισμές που σήμερα είναι ανώνυμες. Το γεγονός πως η νέα πολιτική κρίση προετοιμάζεται πάνω στη βάση των ολοφάνερων και αναμφισβήτητων επιτυχιών της σοβιετικής οικονομίας, της αριθμητικής αύξησης του προλεταριάτου και της ανάπτυξης των πρώτων επιτυχιών της αγροτικής κολλεκτιβοποίησης, εγγυάται αρκετά ότι η διάλυση της γραφειοκρατικής αυθαιρεσίας δεν θα συμπέσει με τον κλονισμό του σοβιετικού συστήματος -όπως θα μπορούσε να φοβηθεί κανείς πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια- αλλά αντίθετα με την απελευθέρωσή του, την άνθηση του, την πλήρη ανάπτυξή του.  Αλλά ακριβώς σ ’ αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής της η σταλινική γραφειοκρατία μπορεί να προκαλέσει μεγάλο κακό. Το ζήτημα του γοήτρου έγινε τώρα γι’ αυτήν το κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής. Αν διώχνουν από το κόμμα απολιτικούς ιστορικούς μόνο και μόνο επειδή αυτοί δεν μπόρεσαν να περάσουν με λούστρο τα κατορθώματα του Στάλιν στα 1917, θα μπορέσει ποτέ το καθεστώ ς να πα ρα δ εχτεί τα λάθη που διέπρ α ξε στα 1931-1932;
Μπορεί ν’ απαρνηθεί τη θεωρία του «σοσιαλ-φασισμού»; Μπορεί να αποκηρύξει τον Στάλιν που διατύπωσε την ουσία του γερμανικού προβλήματος ως εξής: ας έρθουν οι φασίστες πρώτοι, ύστερα θα ‘ρθει η σειρά μας;
Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Γερμανία είναι τόσο επιτακτικές που, αν η ηγεσία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος διέθετε την αναγκαία ελευθερία δράσης, σίγουρα θα προσανατολιζόταν από τώρα με το μέρος μας.  Αλλά δεν είναι ελεύθερη. Ενώ η Αριστερή Αντιπολίτευση προβάλλει τις ιδέες και τα συνθήματα του Μπολσεβικισμού που επαληθεύτηκαν από τη νίκη του 1917, η σταλινική κλίκα, για αντιπερισπασμό, προστάζει τηλεγραφικά να εξαπολυθεί μια διεθνής καμπάνια ενάντια στον «τροτσκισμό». Η καμπάνια δεν γίνεται πάνω στη βάση των προβλημάτων της γερμανικής επανάστασης, δηλαδή πάνω σε ζητήματα ζωής ή θανάτου του παγκόσμιου προλεταριάτου, αλλά πάνω στη βάση του άθλιου και γεμάτου ψέματα άρθρου του Στάλιν πάνω στα ζητήματα της ιστορίας του Μπολσεβικισμού. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μεγαλύτερη δυσαναλογία ανάμεσα στα καθήκοντα της εποχής μας, από τη μια μεριά, και τα άθλια ιδεολογικά εφόδια της επίσημης ηγεσίας, από την άλλη. Τέτοια είναι η κατάσταση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ξεπεσμένη, ανάξια και ταυτόχρονα βαθιά τραγική.
Το πρόβλημα του σταλινικού καθεστώτος και το πρόβλημα της γερμανικής επανάστασης είναι αξεδιάλυτα δεμένα σ’ ένα κόμπο. Τα προσεχή γεγονότα θα λύσουν ή θα κόψουν αυτό τον κόμπο, τόσο προς το συμφέρον της Ρώσικης όσο και προς το συμφέρον της Γερμανικής Επανάστασης.

12. Οι Μπραντλεριανοί (ΚΡΟ) και η σταλινική γραφειοκρατία<

Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει αντίθεση ανάμεσα στα συμφέροντα του σοβιετικού κράτους και τα συμφέροντα του διεθνούς προλεταριάτου. Αλλά είναι εντελώς λαθεμένο να μεταφέρουμε αυτό τον κανόνα στη σταλινική γραφειοκρατία. Το καθεστώς της έρχεται ολοένα και περισσότερο σ’ αντίθεση τόσο με τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ενωσης όσο και με τα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης.
Ο Ούγκο Ούρμπανς δεν βλέπει τις κοινωνικές βάσεις του προλεταριακού κράτους για τη Σοβιετική γραφειοκρατία. Όπως κι ο Οττο Μπάουερ, ο Ούρμπανς επινοεί την ιδέα ενός κράτους πάνω από τις τάξεις, αλλά σε αντίθεση με τον Οττο Μπάουερ, αντί για την Αυστρία, βρίσκει πως ένα δείγμα για ένα τέτοιο κράτος είναι η σημερινή Σοβιετική Δημοκρατία.
Από την άλλη μεριά ο Ταλχάιμερ βεβαιώνει ότι η τροτσκιστική θέση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, θέση που αμφισβητεί [;] τον προλεταριακό χαρακτήρα [;] του σοβιετικού κράτους και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οικονομικής του δομής» έχει «κεντριστικό χαρακτήρα» (Arbeiterpolitik, 10/1/1932). Έτσι ο Ταλχάιμερ αποδείχνει πόσο πολύ έχει ταυτίσει το εργατικό κράτος και τη σοβιετική γραφειοκρατία.  Θέλει να βλέπουμε τη Σοβιετική Ενωση όχι με τα μάτια του διεθνούς προλεταριάτου, αλλά αποκλειστικά με τα ματογυάλια της σταλινικής φράξιας.  Μ’ άλλα λόγια σκέφτεται όχι σαν θεωρητικός της προλεταριακής επανάστασης, αλλά σαν λακές της σταλινικής γραφειοκρατίας. Δυσαρεστημένος λακές, σε δυσμένεια, αλλά οπωσδήποτε λακές, που περιμένει να του δοθεί χάρη. Γι’ αυτό μ’ όλο που βρίσκεται στην «αντιπολίτευση», δεν τολμάει να ονομάσει τη γραφειοκρατία μεγαλόφωνα: όπως ο Ιεχωβάς, η γραφειοκρατία δεν θα τον συγχωρούσε: «Μη επικαλείστε το όνομά μου επί ματαίω».
Αυτοί είναι οι δυο πόλοι των Κομμουνιστικών ομαδοποιήσεων: ο ένας δεν βλέπει το δάσος πίσω απ’ τα δέντρα, ενώ ο άλλος εμποδίζεται από το δάσος να δει τα δέντρα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, απολύτως τίποτα το απροσδόκητο στο γεγονός ότι ο Ταλχάιμερ και ο Ούρμπανς βρέθηκαν να είναι αδελφές ψυχές κι ότι έκαναν μπλοκ ενάντια στη μαρξιστική εκτίμηση για το σοβιετικό κράτος.
Η αόριστη «υποστήριξη», που δεν τους υποχρεώνει σε τίποτα, προς τη «ρωσική εμπειρία», έγινε αυτά τα τελευταία χρόνια ένα εμπόρευμα αρκετά διαδεδομένο και πολύ φτηνό. Υπάρχουν, σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, αρκετοί δημοσιογράφοι, τουρίστες, καλλιτέχνες, ριζοσπάστες, μισοριζοσπάστες, ανθρωπιστές, ειρηνόφιλοι και «σοσιαλιστές», που εκφράζουν για την ΕΣΣΔ και τον Στάλιν την ίδια ανεπιφύλακτη επιδοκιμασία που εκφράζουν κι οι Μπραντλεριανοί. Ο Μπέρναρ Σω, που ά λλοτε κατέκρινε άγρια τον Λένιν και το συγγραφέα αυτών των γραμμών, επιδοκιμάζει ολοκληρωτικά την πολιτική του Στάλιν. Η αμερικάνικη μηνιαία επιθεώρηση New Masses, μια δευτεροκλασάτη έκδοση ριζοσπαστώ ν μικροαστών, υπερασπίζει τον Στάλιν απέναντι στον Ρακόφσκι. Στη Γερμανία, ο Οζιέτζκι, που δηλώνει συμπάθεια στο άρθρο μου για τον φασισμό, βρίσκει ότι είμαι άδικος στην κριτική μου για τον Στάλιν.  Ο Μαξίμ Γκόρκι, που βρισκόταν σ’ αντίθεση με το Κομμουνιστικό Κόμμα στην περίοδο του Λένιν, είναι τώρα ολοκληρωτικά με το μέρος του Στάλιν. Ο Μπαρμπύς, που βαδίζει πιασμένος χέρι-χέρι, με τους γάλλους σοσιαλδημοκράτες, υποστηρίζει τον Στάλιν. Ο γέρο – Λέντεμπουρ είπε: «Όσο για το βασικό αμφισβητούμενο θέμα ανάμεσα στον Στάλιν και τον Τρότσκι, αν μπορεί δηλαδή να επικρατήσει ο σοσιαλισμός σε μια χώρα και να προχωρήσει μ’ επιτυχία ως το τέλος, είμαι ολοκληρωτικά με το μέρος του Στάλιν». Ο αριθμός αυτών των παραδειγμάτων μπορεί να πολλαπλασιαστεί απεριόριστα.  Ολοι αυτοί οι «φίλοι» της ΕΣΣΔ προσεγγίζουν τα προβλήματα του σοβιετικού κράτους απ’ έξω, σαν παρατηρητές, σαν συμπαθούντες, κάποτε σαν αργόσχολοι. Είναι αυτονόητο πως είναι πιο αξιοπρεπές να είναι κανείς φίλος του σοβιετικού πεντάχρονου πλάνου, παρά να είναι φίλος του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Αλλά, ωστόσο, η παθητική συμπάθεια της μικροαστικής αριστερός απέχει πολύ από το να είναι Μπολσεβικισμός. Θ‘ αρκέσει η πρώτη σοβαρή αποτυχία της Μόσχας για να σκορπίσουν οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους ανθρώπους όπως η σκόνη στον άνεμο.
Σε τι διαφέρει η θέση των Μπραντλεριανών για το σοβιετικό κράτος από τη θέση όλων αυτών των «φίλων»; Ίσως μονάχα για τη λιγότερη ειλικρίνεια.  Μια τέτοια υποστήριξη δεν κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη στη Σοβιετική Δημοκρατία. Κι όταν ο Ταλχάιμερ πάει να διδάξει εμάς, την Αριστερή Αντιπολίτευση, τους Μπολσεβίκους – Λενινιστές, πώς πρέπει να φερόμαστε απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, δεν μπορεί να προκαλέσει παρά ένα αίσθημα αηδίας.

Ο Ρακόφσκι διεύθυνε προσωπικά την άμυνα των συνόρων της Σοβιετικής Επανάστασης, βοήθησε να γίνουν τα πρώτα βήματα της σοβιετικής οικονομίας, συμμετείχε στην επεξεργασία της πολιτικής απέναντι στην αγροτιά, υπήρξε ο πρωτεργάτης των επιτροπών των φτωχών χωρικών στην Ουκρανία, διεύθυνε την εφαρμογή της Ν.Ε.Π. (Νέας Οικονομικής Πολιτικής) στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ουκρανίας, γνωρίζει όλες τις περισ τροφές αυτής της πολιτικής, την παρακολουθεί ακόμα σήμερα από το Μπαρναούλ, κάθε μέρα με ένταση και πάθος, προειδοποιεί για τα λάθη, υποδείχνει το σωστό δρόμο. Ο Κότε Ζινζάντζε, ο παλιός αγωνιστής που πέθανε στην εξορία, ο Μουράλοφ, ο Καρλ Γκρουνστάιν, οι Ελζιν, πατέρας και γιος, η Κασπάροβα, η Σούμσκαγια, ο Ντίνγκελστεντ, ο Σολντσέβ, ο Στοπάλοφ, ο Ποσνάσκι, ο Σέρμουξ, ο Μπλούμκιν που τουφεκίστηκε από τον Στάλιν, ο Μπούτοφ που ο Στάλιν τον εξόντωσε στη φυλακή, οι δεκάδες, οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες άλλοι διασκορπισμένοι στις φυλακές και τους τόπους εξορίας, είναι όλοι μαχητές της εξέγερσης του Οκτώβρη, του εμφύλιου πολέμου, άνθρωποι που πήραν μέρος στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, που δεν τους τρόμαξε καμιά δυσκολία και που, στο πρώτο σήμα κινδύνου, είναι έτοιμοι να ριχτούν στη μάχη. Αυτοί, λοιπόν, πρέπει να διδαχτούν από τον Ταλχάιμερ την σωστή αντιμετώπιση απέναντι στο εργατικό κράτος;
Ο,τι είναι προοδευτικό στην πολιτική του Στάλιν διατυπώθηκε από την Αριστερή Αντιπολίτευση και απορρίφθηκε από τη γραφειοκρατία. Η Αριστερή Αντιπολίτευση πλήρωσε και πληρώνει ακόμα με χρόνια φυλακής κι εξορίας για τί πήρε την πρωτοβουλία για τη σχεδιασμένη οικονομία, για τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, για την πάλη ενάντια στους κουλάκους, για την ευρύτερη κολλεκτιβοποίηση. Τι πρόσφεραν, λοιπόν, στην οικονομική πολιτική της ΕΣΣΔ όλοι αυτοί οι ανεπιφύλακτοι οπαδοί, όλοι αυτοί οι συμπαθούντες και φίλοι, μαζί κι οι Μπραντλεριανοί; Τίποτα! Πίσω απ’ την αόριστη και χωρίς κριτική υποστήριξή τους για καθετί που γίνεται στη Σοβιετική Ένωση δεν κρύβεται κανένας διεθνιστικός ενθουσιασμός, αλλά μονάχα μια χλιαρή συμπάθεια· πρόκειται για πράγματα που συμβαίνουν έξω από τα σύνορα της πατρίδας τους. Ο Μπράντλερ και ο Ταλχάιμερ πιστεύουν και μερικές φορές το λένε: «Το καθεστώς του Στάλιν δεν θα ταίριαζε, φυσικά, σ’ εμάς τους Γερμανούς, αλλά για τους Ρώσους είναι ακόμα αρκετό καλό!».
Ο ρεφορμιστής βλέπει τη διεθνή κατάσταση σαν το σύνολο από τις εθνικές καταστάσεις· ο μαρξιστής θεωρεί την εθνική πολιτική σαν λειτουργικό κομμάτι της διεθνούς πολιτικής. Σ’ αυτό το βασικό ζήτημα η ομάδα της ΚΡΟ (Μπρανλεριανοί) κρατάει μια εθνικορεφορμιστική θέση, αρνείται, δηλαδή στην πράξη, αν όχι στα λόγια, τις διεθνιστικές αρχές και κριτήρια της εθνικής πολιτικής.
Ο πιο κοντινός οπαδός και συνεργάτης του Ταλχάιμερ υπήρξε ο Ρόι, που το πολιτικό πρόγραμμά του για τις Ινδίες, καθώς και για την Κίνα, πηγάζει ολοκληρωτικά από τη σταλινική ιδέα των «εργατοαγροτικών κομμάτων» για την Ανατολή. Γ ια πολλά χρόνια ο Ρόι έκανε προπαγάνδα για ένα εθνικοδημοκρατικό κόμμα στις Ινδίες. Με άλλα λόγια, ενεργούσε σαν μικροαστός εθνικοδημοκράτης κι όχι σαν προλεταριακός επαναστάτης. Αυτό δεν εμπόδισε καθόλου την ενεργητική συμμετοχή του στο επιτελείο των Μπραντλεριανών [1].
Ωστόσο ο εθνικός οπορτουνισμός των Μπραντλεριανών εκδηλώνεται με τον πιο χοντροκομμένο τρόπο απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Αν πιστέψουμε τους Μπραντλεριανούς, η σταλινική γραφειοκρατία ενεργεί στο σπίτι της αλάθητα. Αλλά η ηγεσία αυτής της ίδιας της σταλινικής φράξιας αποδείχνεται, δεν ξέρει κανείς γιατί, ολέθρια για τη Γερμανία. Γιατί, λοιπόν; Δεν πρόκειται για απομονωμένα λάθη του Στάλιν που προκλήθηκαν από την άγνοιά του για τις ά λλες χώρες, αλλά για ένα συγκεκριμένο ρεύμα από λάθη, για μια ολόκληρη τάση. Ο Τέλμαν και ο Ρέμμελε γνωρίζουν τη Γερμανία, όπως ο Στάλιν τη Ρωσία, όπως ο Κασέν, ο Σεμάρ κι ο Τορέζ τη Γαλλία. Όλοι μαζί αποτελούν μια διεθνή φράξια κι επεξεργάζονται την πολιτική της για όλες τις χώρες. Αλλά αποδείχνεται ότι η πολιτική αυτή, αψεγάδιαστη για τη Ρωσία, είναι καταστροφική για την επανάσταση στις άλλες χώρες.
Η θέση του Μπράντλερ καταντάει αξιολύπητη κυρίως όταν μεταφερθεί στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, όπου ένας Μπραντλεριανός είναι υποχρεωμένος να υποστηρίξει ανεπιφύλακτα τον Στάλιν. Ο Ράντεκ, που πραγματικά ήταν πάντα πιο κοντά στον Μπράντλερ παρά στην Αριστερή Αντιπολίτευση, συνθηκολόγησε μπροστά στον Στάλιν. Ο Μπράντλερ δεν μπορούσε παρά να επιδοκιμάσει αυτή την πράξη. Αλλά ο συνθηκολόγος Ράντεκ αναγκάστηκε αμέσως από τον Στάλιν να μεταχειριστεί τον Μπράντλερ και τον Ταλχάιμερ σαν «σοσιαλφασίστες». Οι Βερολινέζοι πλατωνικοί εραστές του σταλινικού καθεστώτος δεν προσπαθούν να βγουν από τις ταπεινωτικές αυτές αντιφάσεις. Ο πρακτικός τους, όμως, σκοπός είναι ωστόσο καθαρός, ακόμα και χωρίς σχόλια: «Αν με βάλεις επικεφαλής του κόμματος στη Γερμανία», λέει ο Μπράντλερ στον Στάλιν, «αναλαμβάνω ν’ αναγνωρίσω το αλάθητο σου στις ρωσικές υποθέσεις, με τον όρο να μου επιτρέψεις να εφαρμόζω την πολιτική μου στα γερμανικά ζητήματα’. Μπορεί να έχει κανείς εκτίμηση για τέτοιας λογής «επαναστάτες»;
Αλλά κι η διεθνής πολιτική της γραφειοκρατίας και της Κομιντέρν κριτικάρεται από τους μπραντλεριανούς μ’ έναν εξαιρετικά μονόπλευρο και από θεωρητική άποψη κακόπιστο τρόπο. Το μόνο ελάττωμα αυτής της πολιτικής εμφανίζεται πως είναι ο «αριστερισμός». Αλλά μπορούμε να κατηγορήσουμε το μπλοκ του Στάλιν με τον Τσανγκ-Κάι-Σεκ, μπλοκ που κράτησε τέσσερα χρόνια, για αριστερισμό; Η δημιουργία της Αγροτικής Διεθνούς υπήρξε «αριστερισμός»;
Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε πραξικοπηματισμό το μπλοκ με το Γενικό Συμβούλιο των απεργοσπαστών στην Αγγλία; Ή τη δημιουργία εργατοαγροτικών κομμάτων στην Ασία ή του κόμματος των εργατών και των αγροκτηματιών στις Ηνωμένες Πολιτείες;
Εξάλλου, ποια είναι η κοινωνική φύση του σταλινικού αριστερισμού; Τι είναι; Μήπως είναι μια προσωρινή ψυχική διάθεση, μια άρρωστη κατάσταση; Μάταια θα ζητήσετε μια απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα από το θεωρητικό Ταλχάιμερ.
Ωστόσο, το αίνιγμα λύθηκε πριν από πολύ καιρό από την Αριστερή Αντιπολίτευση: πρόκειται για ένα υπεραριστερό ζιγκ-ζαγκ του κεντρισμού. Αλλά ακριβώς αυτό τον ορισμό, επιβεβαιωμένο από την εξέλιξη των τελευταίων εννέα ετών, οι Μπραντλεριανοί δεν μπορούν να τον αποδεχτούν γιατί τους αποτελειώ νει κι αυτούς. Πήρανε μέρος, μαζί με τη σταλινική φράξια, σ’ όλα τα δεξιά ζιγκ-ζαγκ της, αλλά ξεσηκώθηκαν ενάντια στα αριστερά της ζιγκ-ζαγκ. Κι έτσι απέδειξαν πως αποτελούν τη δεξιά πτέρυγα του κεντρισμού. Το γεγονός πως αποσπάστηκαν σαν ένα ξερό κλαρί από τον κορμό είναι μέσα στην φύση των πραγμάτων: στις απότομες στροφές του ο κεντρισμός χάνει αναπόφευκτα ομάδες και τάσεις, άλλοτε δεξιές και άλλοτε αριστερές.
Ο,τι ειπώθηκε παραπάνω δεν σημαίνει πως οι Μπραντλεριανοί έχουν λάθος σε όλα. Οχι, ενάντια στον Τέλμαν και τον Ρέμμελε είχαν κι έχουν συχνά δίκιο. Δεν υπάρχει τίποτα εξαιρετικό σ’ αυτό, οι οπορτουνιστές μπορούν να βρεθούν σε μια σωστή θέση στην πάλη ενάντια στον τυχοδιωκτισμό. Και αντίθετα, το υπεραριστερό ρεύμα μπορεί να πιάσει σωστά τη στιγμή της μετάβασης από την πάλη για να κερδηθούν οι μάζες στην πάλη για την εξουσία. Στην κριτική τους ενάντια στον Μπράντλερ στα τέλη του 1923, οι υπεραριστεροί πρόβαλαν πολλές σωστές ιδέες. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε στα 1924-1925 να διαπράξουνε τα πιο χοντροκομμένα λάθη. Το γεγονός ότι στην κριτική των πιθηκισμών της «τρίτης περιόδου», οι Μπραντλεριανοί επανέλαβαν μια σειρά από απόψεις, όχι και τόσο καινούργιες αλλά σωστές, δεν αποδείχνει καθόλου την ορθότητα της γενικής τους τοποθέτησης. Η πολιτική κάθε ομάδας πρέπει ν’ αναλυθεί στους διάφορους σταθμούς της, στους αμυντικούς και επιθετικούς αγώνες, στις περιόδους της ανόδου και της πτώσης του κινήματος, στις συνθήκες της πάλης για να κερδηθούν οι μάζες και στην περίοδο της άμεσης πάλης για την εξουσία.
Δεν υπάρχουν μαρξιστικές ηγεσίες ειδικευμένες στα ζητήματα της άμυνας ή της επίθεσης, του ενιαίου μετώπου ή της γενικής απεργίας. Δεν μπορεί κανείς να εφαρμόσει σωστά όλες αυτές τις μεθόδους παρά μόνο αν είναι ικανός να εκτιμήσει συνθετικά την κατάσταση στο σύνολό της, αν ξέρει ν’ αναλύει τις κινητήριες δυνάμεις, να καθορίσει τους σταθμούς και τις στροφές και να στηρίξει, πάνω σ’ αυτή την ανάλυση, το σύστημα δράσης που ανταποκρίνεται στην τωρινή κατάσταση και που προετοιμάζει τον επόμενο σταθμό.  Ο Μπράντλερ κι ο Ταλχάιμερ πιστεύουν σχεδόν πως είναι διπλωματούχοι σπεσιαλίστες της «πάλης για να κερδηθούν οι μάζες». Με την πιο μεγάλη σοβαρότητα, οι άνθρωποι αυτοί βεβαιώ νουν πως τα επιχειρήματα της Αριστερής Αντιπολίτευσης υπέρ της πολιτικής του ενιαίου μετώπου αποτελούν μια… λογοκλοπή των Μπραντλεριανών θέσεων. Δεν μπορεί ν’ αρνηθεί κανείς σε κανένα το δικαίωμα να είναι φιλόδοξος! Φανταστείτε πως τη στιγμή που εξηγείτε στον Χάιντς Νόυμαν ένα λάθος πολλαπλασιασμού, κάποιος αγαθός καθηγητής της αριθμητικής σας πει ότι κάνετε λογοκλοπή γιατί και εκείνος εξηγεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο εδώ και χρόνια, τα μυστήρια της αριθμητικής.
Οι αξιώσεις των Μπραντλεριανών, ωστόσο, μου χάρισαν μια στιγμή ευθυμίας μέσα σ’ αυτή τη θλιβερή κατάσταση. Η στρατηγική σοφία αυτών των κυρίων χρονολογείται από το 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σ’ αυτό το συνέδριο υπεράσπισα το αλφάβητο της πάλης για να κερδηθούν οι μάζες ενάντια στην τότε «αριστερή» πτέρυγα. Στο βιβλίο μου Νέα Πορεία, που
προοριζόταν να εκλαϊκεύσει την πολιτική του ενιαίου μετώπου και εκδόθηκε στον καιρό του από την Κομμουνιστική Διεθνή σε διάφορες γλώσσες, υπογραμμίζεται πολλές φορές ο στοιχειακός χαρακτήρας των ιδεών που υποστηρίζονται σ’ αυτό. «Όλα αυτά» -διαβάζουμε, π.χ. στη σελίδα 70 της γερμανικής έκδοσης- «αντιπροσωπεύουν μια στοιχειώδη αλήθεια από την άποψη της σοβαρής επαναστατικής πείρας. Αλλά κάποια «αριστερά» στοιχεία του Συνεδρίου είδαν, σ’ αυτή την τακτική, ένα γλίστρημα στα δεξιά…». Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κάποιους: «αριστερούς», πλά ι στους Ζηνόβιεφ, Μπουχάριν, Ράντεκ, Μάσλοφ, Τέλμαν, βρισκόταν κι ο Ταλχάιμερ.
Η κατηγορία για λογοκλοπή δεν είναι η μόνη. Αφού έκλεψε την πνευματική ιδιοκτησία του Ταλχάιμερ, η Αριστερή Αντιπολίτευση της έδωσε, φαίνεται, μια οπορτουνιστική ερμηνεία. Αξίζει να την προσέξουμε τούτη τη φαντασιοπληξία, στο βαθμό που μας επιτρέπει προχωρώντας, να διαφωτίσουμε περισσότερο το ζήτημα της πολιτικής του φασισμού.
Σ’ ένα από τα προηγούμενα έργα μου πρόβαλα την ιδέα ότι ο Χίτλερ δεν έχει τη δυνατότητα να φτάσει στην εξουσία από τον κοινοβουλευτικό δρόμο: κι αν ακόμα παραδεχτούμε πως μπορεί να κερδίσει τα 51% των ψήφων, η όξυνση των οικονομικών και πολιτικών αντιφάσεων θα οδηγούσε στην ανοιχτή έκρηξη πολύ πριν να φτάσει αυτή η στιγμή. Γι’ αυτό το λόγο, οι Μπραντλεριανοί μου αποδίδουν τη σκέψη ότι οι Εθνικοσοσιαλιστές θα διαλύονταν «χωρίς να υπάρξει ανάγκη εξωκοινοβουλευτικής δράσης των εργατικών μαζών».  Σε τι αξίζει αυτό περισσότερο από τις εφευρέσεις της Rote Fahne;
Από την εκτίμηση πως οι Εθνικοσοσιαλιστές είναι αδύνατο να φτάσουν στην εξουσία «ειρηνικά», έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν αναπόφευκτοι άλλοι δρόμοι για να φτάσουν στην εξουσία: είτε μ’ ένα ανοιχτό πραξικόπημα είτε ύστερα από μια φάση συμμαχίας που θα την ακολουθήσει ένα αναπόφευκτο πραξικόπημα. Η ανώδυνη διάλυση του φασισμού θα ήταν δυνατή μονάχα σε μια και μοναδική περίπτωση: αν ο Χίτλερ εφάρμοζε στα 1932 την ίδια πολιτική που εφάρμοσε ο Μπράντλερ στα 1923. Χωρίς να υπερεκτιμούμε καθόλου την στρατηγική των Εθνικοσοσιαλιστών, νομίζω ωστόσο πως βλέπουν πολύ πιο μακριά κι είναι πολύ πιο ενεργητικοί από τον Μπράντλερ και Σία. Ακόμα πιο βαθειά είναι η δεύτερη αντίρρηση του Ταλχάιμερ: το ζήτημα να ξέρουμε αν ο Χίτλερ μπορεί να φτάσει στην εξουσία από τον κοινοβουλευτικό δρόμο ή από κάποιο άλλο δρόμο δεν έχει καμιά σημασία για τί δεν αλλάζει η «ουσία» του φασισμού, που, οπωσδήποτε δεν μπορεί να στεριώσει την εξουσία του παρά μονάχα πάνω στα ερείπια των εργατικών οργανώσεων.
«Οι εργάτες μπορούν ήρεμοι ν’ αφήσουν στους συντάκτες του Vorwarts τις έρευνες για τη διαφορά ανάμεσα στο συνταγματικό ή αντισυνταγματικό ανέβασμα του Χίτλερ στην εξουσία» (Arbeiterpolitik, 10/1/1932). Αν οι πρωτοπόροι εργάτες άκουγαν τον Ταλχάιμερ, ο Χίτλερ θα τους έκοβε στα σίγουρα το λαρύγγι. Αυτό που ενδιαφέρει το σοφό δάσκαλό μας είναι η «ουσία» του φασισμού. Το πώς, όμως,
θα πραγματοποιηθεί αυτή η «ουσία», είναι κάτι που αφήνει στους συντάκτες του Vorwarts τη φροντίδα να το λύσουν. Αλλά η τρομοκρατική «ουσία» του φασισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά παρά μονάχα μετά την άνοδό του στην εξουσία. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να καταλάβει ο ίδιος τη στρατηγική του εχθρού και να ξέρει να την εξηγήσει στους εργάτες.  Ο Χίτλερ κάνει εξαιρετικές προσπάθειες για να φέρει, φαινομενικά, το κίνημά του μέσα στην κοίτη του Συντάγματος. Μονάχα ένας σχολαστικός που ισχυρίζεται πως είναι «υλιστής» μπορεί να πιστέψει πως τέτοιες διαδικασίες αφήνουν ανεπηρέαστη την πολιτική συνείδηση των μαζών. Η συνταγματικότητα του Χίτλερ δεν χρησιμεύει μονάχα για ν’ αφήσει μια πόρτα ανοιχτή για συμμαχία με το κέντρο, αλλά ακόμα και για να ξεγελάσει τη Σοσιαλδημοκρατία ή, καλύτερα, για να διευκολύνει τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες να προδώσουν τις μάζες. Αν ο Χίτλερ ορκίζεται πως θα φτάσει στην εξουσία μονάχα από το συνταγματικό δρόμο, σημαίνει πως ο κίνδυνος του φασισμού δεν είναι σήμερα τόσο μεγάλος. Οπωσδήποτε, θα’ χει κανείς ακόμα τον καιρό να ελέγξει πολλές φορές το συσχετισμό των δυνάμεων σε κάθε λογής εκλογές.  Κάτω από το κάλυμμα της συνταγματικής προοπτικής που αποκοιμίζει τους αντιπάλους, ο Χίτλερ θέλει να διατηρήσει τη δυνατότητα να χτυπήσει την κατάλληλη στιγμή. Αυτή η στρατιωτική πανουργία, όσο κι αν είναι απλή, κλείνει ωστόσο μέσα της μια πελώρια δύναμη, γιατί δεν στηρίζεται μονάχα στην ψυχολογία των ενδιάμεσων κομμάτων που θα ήθελαν να λύσουν το ζήτημα ειρηνικά και νόμιμα, αλλά, κι αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο, στην ευπιστία των λαϊκών μαζών.
Πρέπει ακόμα να προστεθεί πως ο ελιγμός του Χίτλερ είναι δίκοπος: εξαπατά όχι μονάχα τους αντιπάλους, αλλά επίσης και τους οπαδούς. Στο μεταξύ, σε κάθε αγώνα, και μάλιστα στον επιθετικό αγώνα, χρειάζεται μαχητικό πνεύμα. Και δεν μπορεί να το διατηρήσει κανείς αυτό το μαχητικό πνεύμα παρά μονάχα αν διαπαιδαγωγήσει το στρατό του με την αντίληψη ότι η ανοιχτή μάχη είναι αναπόφευκτη. Η αντίληψη αυτή μας κάνει, επίσης, να υποθέσουμε ότι ο Χίτλερ, για να μην αποθαρρύνει κι αυτός τις γραμμές του, δεν θα μπορέσει να μακρύνει για πολύ καιρό το γλυκό του ρομάντσο με το Σύνταγμα της Βαιμάρης. Θα τραβήξει έγκαιρα το μαχαίρι κάτω απ’ το πουκάμισό του.
Δεν φτάνει να καταλαβαίνει κανείς μονάχα την «ουσία» του φασισμού.  Πρέπει να ξέρει να τον εκτιμά σωστά σαν ζωντανό πολιτικό φαινόμενο, σαν συνειδητό και πανούργο αντίπαλο. Ο δάσκαλός μας είναι υπερβολικά «κοινωνιολόγος» για να είναι επαναστάτης. Στην πραγματικότητα, είναι καθαρό ότι οι βαθειές μελέτες του Ταλχάιμερ χρησιμοποιούνται κι αυτές σαν θετικά στοιχεία στους λογαριασμούς του Χίτλερ, γιατί το να βάζεις στο ίδιο τσουβάλι την καλλιέργεια συνταγματικών αυταπατών από το Vorwaris και την καταγγελία της στρατιωτικής πανουργίας του εχθρού που στηρίζεται σ’ αυτές τις αυταπάτες, είναι προσφορά υπηρεσίας στον εχθρό.

*  *  *

Μια οργάνωση μπορεί να είναι σημαντική είτε για τις μάζες που αγκαλιάζει, είτε για το περιεχόμενο των ιδεών που είναι ικανή να προσφέρει στο εργατικό κίνημα. Από τους Μπραντλεριανούς λείπουν και τα δυο. Ωστόσο, με τι μεγαλοπρεπή περιφρόνηση μιλάνε ο Μπράντλερ κι ο Ταλχάιμερ για τον κεντριστικό βάλτο του SAP! Στην πραγματικότητα, αν συγκρίνει κανείς αυτές τις δυο οργανώσεις -το SAP και την Αντιπολίτευση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΡΟ)- όλα τα πλεονεκτήματα είναι με το μέρος του πρώτου.  To SAP δεν είναι ένας τέλμα, αλλά ένα ζωντανό ρεύμα. Η κατεύθυνσή του είναι από τα δεξιά προς τ’ αριστερά, προς την κατεύθυνση του κομμουνισμού.  Το ρεύμα δεν είναι ξεκαθαρισμένο, περιέχει πολλά κατακάθια και λάσπη, αλλά δεν είναι βάλτος. Η ονομασία του βάλτου ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο στην οργάνωση των Μπράντλερ και Ταλχάιμερ που χαρακτηρίζεται από μια πλήρη ιδεολογική στασιμότητα.
Στο εσωτερικό της ομάδας της ΚΡΟ υπάρχει από καιρό μια αντιπολίτευση, δυσαρεστημένη κυρίως από το γεγονός ότι οι ηγέτες προσπαθούσαν να προσαρμόσουν την πολιτική τους περισσότερο στις διαθέσεις του επιτελείου της Μόσχας παρά στις αντικειμενικές συνθήκες.
Ότι η αντιπολίτευση των Βάλχερ – Φρέλιχ και άλλων ανέχθηκε τόσα χρόνια την πολιτική των Μπράντλερ – Ταλχάιμερ που, κυρίως απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε όχι μονάχα λαθεμένο χαρακτήρα, αλλά συνειδητά υποκριτικό και πολιτικά ανέντιμο, είναι κάτι που κανένας βέβαια δεν το καταχωρεί στο ενεργητικό της ομάδας που αποσπάστηκε. Αλλά το γεγονός είναι πως η ομάδα Βάλχερ – Φρέλιχ αναγνώρισε στο τέλος πως είναι τελείως άχρηστη μια οργάνωση που οι ηγέτες της προσανατολίζονται κατά το κέφι των ανωτέρων. Η μειοψηφία φρονεί πως είναι αναγκαίο να έχει μια ανεξάρτητη και ενεργητική πολιτική που να μην κατευθύνεται ενάντια στο δύστυχο Ρέμμελε, αλλά ενάντια στην πορεία και το καθεστώς της σταλινικής γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ και στην Κομιντέρν. Αν ερμηνεύουμε σωστά, βασιζόμενοι σε υλικά που είναι ακόμα ανεπαρκή, τη θέση των Βάλχερ – Φρέλιχ, η θέση αυτή αντιπροσωπεύει, σ’ αυτό το ζήτημα ένα βήμα προς τα εμπρός. Αλλά η μειοψηφία, αφού αποσπάστηκε από μια ομάδα ολοφάνερα νεκρή, αντιμετωπίζει τώρα το καθήκον να χαράξει ένα νέο προσανατολισμό, σε εθνικό και προπάντων, σε διεθνές επίπεδο.
Απ’ ότι μπορώ να κρίνω, η μειοψηφία που αποσπάστηκε, βλέπει σαν βασικό της καθήκον, μέσα στην πιο κοντινή περίοδο, την προσέγγιση με την αριστερή πτέρυγα του SAP και αφού κερδίσει το νέο κόμμα στον κομμουνισμό, να σπάσει έπειτα με τη βοήθειά του το γραφειοκρατικό συντηρητισμό του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Είναι αδύνατο ν’ αποφανθούμε πάνω σ’ αυτό το σχέδιο με τη γενική και αόριστη αυτή μορφή, για τί παραμένουν σκοτεινές οι βασικές αρχές στις ο ­ποίες στηρίζεται η ίδια η μειοψηφία και οι μέθοδοι που σκέπτεται να εφαρμόσει στην πάλη γι’ αυτές τις αρχές. Χρειάζεται μια πλατφόρμα. Δεν εννοούμε ένα ντοκουμέντο που ν’ αναπαράγει τις κοινοτοπίες της Κομμουνιστικής κατήχησης, αλλά καθαρές και συγκεκριμένες απαντήσεις στα προβλήματα της πάλης για την προλεταριακή επανάσταση, στα προβλήματα που έχουν σπαράζει τις γραμμές του Κομμουνισμού κατά τα τελευταία εννιά χρόνια και τα οποία διατηρούν ακόμα και τώρα όλη τη φλέγουσα σημασία τους. Χωρίς αυτό θα καταλήξουν να διαλυθούν μέσα στο SAP και θα καθυστερήσουν την εξέλιξή του προς τον κομμουνισμό αντί να την επιταχύνουν.
Η Αριστερή Αντιπολίτευση θα παρακολουθήσει προσεχτικά και χωρίς καμιά προκατάληψη την εξέλιξη της μειοψηφίας. Περισσότερο από μια φορά στην ιστορία, η διάσπαση από μια μη βιώσιμη οργάνωση έδωσε ώθηση στην προοδευτική εξέλιξη της βιώσιμης μερίδας της. Θα είμαστε πολύ ευτυχείς αν επιβεβαιω νόταν αυτός ο κανόνας κι αυτή τη φορά πάνω στην τύχη της μειοψηφίας.  Αλλά μονάχα το μέλλον θ’ απαντήσει.

Σημειώσεις 12ου κεφαλαίου
1.    Ο Ρόι είναι τώρα καταδικασμένος σε πολλά χρόνια φυλακή από την βρετανική κυβέρνηση Μακντόναλντ. Ο τύπος της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν θεωρεί τον εαυτό του υποχρεωμένο να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτό: μπορεί να συνεργάζονται εγκάρδια με τον Τσανγκ-Κάι-Σεκ, αλλά αποφεύγουν να υπερασπιστούν τον Ινδό μπραντλεριανό Ρόι ενάντια στους ιμπεριαλιστές δημίους

13. Η στρατηγική των απεργιών

Στο συνδικαλιστικό επίπεδο, η κομμουνιστική ηγεσία έχει πελαγώσει εντελώς το κόμμα. Το γενικό ρεύμα της «τρίτης περιόδου» προσανατολιζόταν στα παράλληλα ξεχωριστά συνδικάτα. Υποτίθεται ότι το μαζικό κίνημα θα υπερφαλάγγιζε τις παλιές συνδικαλιστικές οργανώσεις και ότι οι οργανώσεις της RGO (Επαναστατική Συνδικαλιστική Αντιπολίτευση) θα γίνονταν οι επιτροπές πρωτοβουλίας στην οικονομική πάλη. Για να πραγματοποιηθεί αυτό το σχέδιο, έλειπε μονάχα μια μικρή λεπτομέρεια: το μαζικό κίνημα. Ο Λοζόφσκι λοιπόν αποφάσισε το εξής: αφού στις ανοιξιάτικες πλημμύρες το νερό παρασέρνει τα φράγματα με την ορμή του, αν βγάλουμε τα φράγματα τότε ίσως να εμφανιστούν ανοιξιάτικες πλημμύρες.
Τα ρεφορμιστικά συνδικάτα όμως έδειξαν αντοχή. Το Κομμουνιστικό Κόμμα απομονώθηκε στα εργοστάσια. Αρχισε τότε να επιφέρει τμηματικές διορθώσεις στη συνδικαλιστική πολιτική. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αρνείται να καλέσει τους ανοργάνωτους εργάτες να μπούνε στα ρεφορμιστικά συνδικάτα.  Αλλά τάσσεται επίσης ενάντια στην εγκατάλειψη των συνδικάτων.νώ δημιουργεί παράλληλες ξεχωριστές οργανώσεις, ξαναζωντανεύει το σύνθημα της πάλης για την αύξηση της επιρροής στο εσωτερικό των ρεφορμιστικών συνδικάτων. Όλη αυτή η τεχνική αντιπροσωπεύει στο σύνολό της ένα ιδεώδες αυτοσαμποτάρισμα.
Η Rote Fahne παραπονείται ότι πολλοί κομμουνιστές θεωρούν πως δεν έχει νόημα η συμμετοχή στα ρεφορμιστικά συνδικάτα. «Τι ωφελεί να ξαναζωντανέψουμε αυτό το παλιό μαγαζί;», λένε. Πραγματικά σε τι ωφελεί; Αν αγωνιζόμαστε σοβαρά για τον έλεγχο των παλιών συνδικάτων, πρέπει να καλέσουμε τους ανοργάνωτους να μπούνε σ’ αυτά: είναι φανερό ακριβώς πως αυτά τα καινούργια στρώματα μπορούν ν’ αποτελέσουν ένα στήριγμα της αριστερής πτέρυγας. Τότε, όμως, δεν πρέπει να δημιουργούμε παράλληλα συνδικάτα, να δημιουργούμε δηλαδή ανταγωνιστικούς φορείς για την οργάνωση των εργατών.
Η από τα πάνω πολιτική στο εσωτερικό των ρεφορμιστικών συνδικάτων, ταιριάζει με την σύγχυση που βασιλεύει στα άλλα ζητήματα. Στις 28 του Γενάρη, η Rote Fahne έκανε επιπλήξεις στους κομμουνιστές μέλη του συνδικάτου των μεταλλεργατών του Ντίσελντορφ γιατί ρίξανε το σύνθημα «αμείλικτη πάλη ενάντια στη συμμετοχή των συνδικαλιστικών ηγετών» στην υποστήριξη που δόθηκε στην κυβέρνηση Μπρύνινγκ. Τέτοιες «οπορτουνιστικές» διεκδικήσεις είναι απαράδεκτες γιατί προϋποθέτουν (!) ότι οι ρεφορμιστές είναι ικανοί να σταματήσουν να υποστηρίζουν τον Μπρύνινγκ και τους έκτακτους νόμους του. Αυτό μοιάζει πραγματικά μ’ ένα άσχημο καλαμπούρι. Η Rote Fahne θεωρεί ότι αρκεί να βρίζουμε τους ηγέτες, αλλά ότι είναι απαράδεκτο να τους υποβάλουμε στην πολιτική δοκιμασία των μαζών.
Κι όμως, ακριβώς μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα ανοίγεται τώρα ένα πεδίο ιδιαίτερα ευνοϊκό για δράση. Ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα έχει ακόμα τη δυνατότητα να εξαπατά τους εργάτες με τη μικροπολιτική, για τα συνδικάτα το αδιέξοδο του καπιταλισμού είναι σήμερα σαν ένας τοίχος φυλακής.  Οι 200-300 χιλιάδες εργάτες που είναι σήμερα οργανωμένοι στα ανεξάρτητα συνδικάτα της RGO, μπορούν να γίνουν ανεκτίμητη μαγιά μέσα στους κόλπους των ρεφορμιστικών οργανώσεων.
Στα τέλη του Γενάρη συνήλθε στο Βερολίνο η κομμουνιστική συνδιάσκεψη των εργοστασιακών επιτροπών όλης της χώρας. Η Rote Fahne κάνει τον απολογισμό: «Οι εργοστασιακές επιτροπές σφυρηλατούν το κόκκινο προλεταριακό μέτωπο» (Die Rote Fahne, 2/2/1932). Αλλά μάταια θ’ αναζητούσαμε πληροφορίες για τη σύνθεση της Συνδιάσκεψης, για τον αριθμό των επιχειρήσεων και των εργατών που αντιπροσωπεύτηκαν. Αντίθετα με το Μπολσεβικισμό που σημείωνε λεπτομερειακά και ανοιχτά όλες τις αλλαγές στο συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης, οι σταλινικοί της Γερμανίας ακολουθώντας τους σταλινικούς της Ρωσίας, παίζουν το κρυφτούλι. Δεν θέλουν να ομολογήσουν ότι οι κομμουνιστικές εργοστασιακές επιτροπές αποτελούν λιγότερο από το 4% απέναντι στο 84% των σοσιαλδημοκρατικών εργοστασιακών επιτροπών! Σ’ αυτή την αναλογία μεταφράζεται ο ισολογισμός της πολιτικής της «τρίτης περιόδου». Αλλά μήπως θα πάνε τα πράγματα μπροστά έστω κι ένα βήμα, αν βαφτίσουν την απομόνωση των κομμουνιστών στη βιομηχανία «κόκκινο ενιαίο μέτωπο»;
Η παρατεταμένη κρίση του καπιταλισμού χαράζει στους κόλπους του προλεταριάτου την πιο οδυνηρή κι επικίνδυνη διαχωριστική γραμμή: τη γραμμή ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους εργάτες. Το γεγονός ότι οι ρεφορμιστές κυριαρχούν μέσα στα βιομηχανικά κέντρα και οι κομμουνιστές ανάμεσα στους ανέργους παραλύει και τα δυο τμήματα του προλεταριάτου. Οι απασχολούμενοι εργάτες μπορούν να αντέξουν περισσότερο καιρό, ενώ οι άνεργοι είναι πιο ανυπόμονοι. Σήμερα η ανυπομονησία τους έχει επαναστατικό χαρακτήρα. Αλλά αν το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτύχει να βρει μορφές και συνθήματα πάλης που να μπορέσουν να συνενώσουν τους εργαζόμενους εργάτες με τους ανέργους και ν’ ανοίξουν την προοπτική μιας επαναστατικής διεξόδου, η ανυπομονησία των ανέργων θα στραφεί αναπόφευκτα εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Στα 1917, παρά την ορθή πολιτική του μπολσεβίκικου κόμματος και τη γοργή ανάπτυξη της επανάστασης, τα λιγότερο ευνοημένα και τα πιο ανυπόμονα στρώματα του προλεταριάτου, ακόμα και στην Πετρούπολη, άρχισαν κιόλας το Σεπτέμβρη – Οκτώβρη ν’ απομακρύνονται από τους Μπολσεβίκους και να πλησιάζουν τους οπαδούς του «ακομμάτιστου» συνδικαλισμού και τους αναρχικούς. Αν η Επανάσταση του Οκτώβρη δεν είχε ξεσπάσει έγκαιρα, η αποθάρρυνση του προλεταριάτου θα έπαιρνε οξύ χαρακτήρα και θα οδηγούσε στην αποσύνθεση της επανάστασης. Στη Γερμανία δεν χρειάζονται οι αναρχικοί: τη θέση τους παίρνουν οι Εθνικοσοσιαλιστές, που παντρεύουν την αναρχική δημαγωγία με τους συνειδητά αντιδραστικούς δικούς τους στόχους.
Οι εργάτες δεν έχουν μια μόνιμα εξασφαλισμένη ανοσία ενάντια στην επίδραση των φασιστών. Το προλεταριάτο και η μικροαστική τάξη είναι συγκοινωνούντα δοχεία, προπάντων μέσα στις σημερινές συνθήκες που ο εφεδρικός στρατός των εργατών δεν μπορεί παρά να παράγει μικρέμπορους, πλανόδιους μικροπωλητές κλπ και η μικροαστική τάξη προλετάριους και λούμπεν- προλετάριους.
Οι υπάλληλοι, το τεχνικό και διοικητικό προσωπικό, μερικά στρώματα δημοσίων υπαλλήλων αποτελούσαν στο παρελθόν ένα απ’ τα σημαντικότερα στηρίγματα της Σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα, αυτά τα στρώματα πέρασαν ή περνάνε στους Εθνικοσοσιαλιστές. Μπορούν να παρασύρουν πίσω τους, αν αυτό δεν άρχισε να γίνεται κιόλας, το στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας.  Από αυτή τη κατεύθυνση, ο Εθνικοσοσιαλισμός εισβάλλει στο προλεταριάτο από τα πάνω.
Πολύ πιο επικίνδυνη, ωστόσο, είναι η πιθανή εισβολή του από τα κάτω, μέσα από τους ανέργους. Καμιά τάξη δεν μπορεί να ζήσει για πολύ καιρό χωρίς προοπτικές και χωρίς ελπίδες. Οι άνεργοι δεν είναι μια τάξη, αλλά ήδη αποτελούν ένα κοινωνικό στρώμα πολύ συμπαγές και σταθερό που προσπαθεί μάταια να βγει από την ανυπόφορη κατάστασή του. Κατά ένα γενικό τρόπο, είναι αληθινό πως μόνο η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να σώσει τη Γερμανία από την αποσύνθεση και την καταστροφή κι αυτό ισχύει πάνω απ’ όλα για τα εκατομμύρια των ανέργων.
Με την αδυναμία του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στα εργοστάσια και τα συνδικάτα, η αριθμητική αύξησή του δεν σημαίνει τίποτα.  Σ’ ένα έθνος που κατατρώγεται από την κρίση και τις αντιθέσεις, το κόμμα της άκρας αριστεράς μπορεί να βρει δεκάδες χιλιάδες νέους οπαδούς, κυρίως όταν ο μηχανισμός του είναι προσανατολισμένος προς την ατομική στρατολογία μελών με την «άμιλλα». Τα πάντα στηρίζονται στις σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Ενας μονάχος κομμουνιστής εργαζόμενος εκλεγμένος στην εργοστασιακή επιτροπή ή τη διοίκηση ενός συνδικάτου έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από χίλια καινούργια μέλη, στρατολογημένα από δω κι από κει, που μπαίνουν σήμερα στο κόμμα για να το εγκαταλείψουν αύριο.
Αλλά η ατομική εισροή μελών στο κόμμα, δεν θα κρατήσει απεριόριστα.  Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα εξακολουθεί να καθυστερεί τον αγώνα ως τη στιγμή που θα έχει εκτοπίσει οριστικά τους ρεφορμιστές, θ’ αντιληφθεί πως από μια ορισμένη στιγμή η Σοσιαλδημοκρατία θα πάψει να χάνει την επιρροή της σε όφελος των κομμουνιστών κι ότι οι φασίστες θ’ αρχίσουν να εξαχρειώνουν τους ανέργους που είναι η κύρια βάση του Κομμουνιστικού Κόμματος.  Δεν περνάει ποτέ ατιμώρητο για ένα κόμμα το γεγονός ότι δεν χρησιμοποίησε τις δυνάμεις του για να προωθήσει τα καθήκοντα που απορρέουν απ’ όλη την κατάσταση.
Για ν’ ανοίξει το δρόμο για τη μαζική πάλη, το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπαθεί να υποκινήσει απομονωμένες απεργίες. Οι επιτυχίες σ’ αυτό τον τομέα δεν είναι μεγάλες. Οπως πάντα οι σταλινικοί κάνουν αυτοκριτική: «δεν ξέρουμε ακόμα πώς να οργανώσουμε…», «δεν ξέρουμε ακόμα πώς να προσελκύσουμε…», «δεν ξέρουμε ακόμα πώς να εμπνεύσουμε…». Κι όταν λένε «εμείς», αυτό σημαίνει πάντα «εσείς». Ανασταίνουν την περίφημη θεωρία των ημερών του Μάρτη του 1921: «να ηλεκτρίσουν» το προλεταριάτο με επιθετικές πράξεις της μειοψηφίας. Αλλά οι εργάτες δεν έχουν ανάγκη να «ηλεκτρισθούν». Θέλουν να τους δοθεί μια καθαρή προοπτική και μια βοήθεια για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα μαζικό κίνημα.
Στη στρατηγική του για τις απεργίες, το Κομμουνιστικό Κόμμα υποτίθεται ότι έχει σαν αφετηρία αποσπασματικά κείμενα του Λένιν, ερμηνευμένα από τον Μανουίλσκυ ή τον Λοζόφσκυ. Πραγματικά, υπήρξε καιρός που οι Μενσεβίκοι πάλεψαν εναντίον της «απεργιακής υστερίας», ενώ αντίθετα, οι Μπολσεβίκοι έμπαιναν επικεφαλής κάθε καινούργιας απεργίας, τραβώντας ολοένα και πιο μεγάλες μάζες στο κίνημα. Αυτό ανταποκρινόταν στην περίοδο της αφύπνισης νέων ταξικών στρωμάτων. Τέτοια υπήρξε η τακτική των Μπολσεβίκων στα 1905, στην απεργιακή άνοδο των προπολεμικών ετών και κατά τους πρώτους μήνες της επανάστασης του Φλεβάρη.
Αλλά στην περίοδο πριν από τον Οκτώβρη, αρχίζοντας από τις μέρες του Ιούλη του 1917, η τακτική των Μπολσεβίκων είχε διαφορετικό χαρακτήρα: δεν εξωθούσαν πια σε απεργίες, τις φρενάριζαν, γιατί κάθε μεγάλη απεργία είχε την τάση να μετατραπεί στην αποφασιστική σύγκρουση, ενώ οι πολιτικές προϋποθέσεις δεν είχαν ακόμα ωριμάσει.
Ωστόσο οι Μπολσεβίκοι εξακολουθούσαν, ακόμα κι εκείνους τους μήνες, να μπαίνουν επικεφαλής σε όλες τις απεργίες που ξεσπούσαν, παρά τις προειδοποιήσεις τους, κυρίως στους καθυστερημένους κλάδους της βιομηχανίας (υφαντουργεία, βυρσοδεψεία κλπ).
Αν μέσα σε ορισμένες συνθήκες, οι Μπολσεβίκοι κατευθύνανε τολμηρά τις απεργίες προς το συμφέρον της επανάστασης, μέσα σε άλλες συνθήκες συγκροτούσαν τους εργάτες να μην κατέβουν σε απεργία, για τα ίδια τα συμφέροντα της επανάστασης. Σ’ αυτό το πεδίο, όπως και σ’ όλα τ’ άλλα, δεν υπάρχει συνταγή ετοιμασμένη από τα πριν. Η απεργιακή τακτική των Μπολσεβίκων αποτελούσε πάντοτε, σε κάθε δοσμένη περίοδο, μέρος της γενικής τακτικής και οι προχωρημένοι εργάτες έβλεπαν καθαρά το δεσμό που ένωνε το μέρος με το σύνολο.
Πού βρίσκονται τα πράγματα σήμερα στη Γερμανία, από την άποψη αυτή;
Οι εργαζόμενοι εργάτες δεν αντιστέκονται στην μείωση των μισθών γιατί φοβούνται τους ανέργους. Δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο: με την παρουσία μερικών εκατομμυρίων ανέργων, ο απεργιακός αγώνας, ο οργανωμένος συνδικαλιστικά με τον ίδιο πάντα τρόπο, είναι ολοφάνερα ένας αγώνας απελπισμένος.  Είναι διπλά απελπισμένος, με δοσμένο τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους εργαζόμενους εργάτες και τους ανέργους. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα μερικών απεργιών, κυρίως στους πιο καθυστερημένους και λιγότερο συγκεντρωμένους κλάδους της βιομηχανίας. Αλλά ακριβώς οι εργάτες των πιο σπουδαίων βιομηχανικών κλάδων είναι εκείνοι που μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, έχουν την τάση να θεωρούν σημαντικούς τους ρεφορμιστές ηγέτες. Οι απόπειρες του Κομμουνιστικού Κόμματος να εξαπολύσει τον απεργιακό αγώνα, χωρίς ν’ αλλάξει η γενική κατάσταση στους κόλπους του προλεταριάτου, οδηγούν απλώς σε αποσπασματικό ανταρτοπόλεμο που ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας, παραμένει χωρίς συνέχεια.
Σύμφωνα με τις εκθέσεις των κομμουνιστών εργατών (αρκεί να διαβάσει κανείς την εφημερίδα Rote Aufbari [Κόκκινη Ανοικοδόμηση]) ακούγεται συχνά στα εργοστάσια ότι οι μερικές απεργίες δεν έχουν κανένα νόημα, ότι μόνο η γενική απεργία θα μπορούσε να βγάλει τους εργάτες από την αθλιότητά τους. «Η γενική απεργία» σημαίνει εδώ έναν αγώνα με προοπτική. Οι εργάτες ενθουσιάζονται ολοένα λιγότερο με τις απομονωμένες απεργίες, γιατί έρχονται αντιμέτωποι άμεσα με την κρατική εξουσία: το μονοπωλιακό κεφάλαιο μιλάει στους εργάτες με τη γλώσσα των εκτάκτων διαταγμάτων του Μπρύνινγκ [1].
Στην αυγή του εργατικού κινήματος, οι αγκιτάτορες για να τραβήξουν τους εργάτες στην απεργία, αποφεύγανε συχνά ν’ αναπτύξουν τις επαναστατικές και σοσιαλιστικές προοπτικές για να μην απωθήσουν τους εργάτες.  Σήμερα η κατάσταση έχει διαμετρικά αντίθετο χαρακτήρα. Τα ηγετικά στρώματα των γερμανών εργατών θ’ αποφασίσουν να κατέβουν στον αμυντικό οικονομικό αγώνα μονάχα στην περίπτωση που θα δουν καθαρά τις γενικές προοπτικές των μελλοντικών αγώνων. Αυτές τις προοπτικές, δεν τις βρίσκουν στην Κομμουνιστική ηγεσία.
Σχετικά με την τακτική των Ημερών του Μάρτη του 1921 στη Γερμανία (να «ηλεκτρίσουν» τη μειοψηφία του προλεταριάτου αντί να κατακτήσουν την πλειοψηφία του), ο συγγραφέας αυτών των γραμμών έλεγε στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς:
«Όταν η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης δεν δίνει σημασία στο κίνημα, δεν το συμπαθεί ή αμφιβάλλει για την επιτυχία του και όταν ταυτόχρονα η μειοψηφία ρίχνεται μπροστά και προσπαθεί με μηχανιστικές μεθόδους να οδηγήσει τους εργάτες στην απεργία -τότε η ανυπόμονη αυτή μειοψηφία, προσωποποιημένη στο Κόμμα, μπορεί να σκοντάψει στην εργατική τάξη και να σπάσει το κεφάλι της!»
Πρέπει λοιπόν ν’ απαρνηθούμε τους απεργιακούς αγώνες; Όχι, δεν πρέπει να τους απαρνηθούμε, αλλά πρέπει να δημιουργήσουμε τις απαραίτητες πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις γι’ αυτούς τους αγώνες. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι η αποκατάσταση της ενότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, είναι αυτονόητο, δεν τη θέλει αυτή την ενότητα. Με τη διάσπαση, ως τώρα, εξασφάλιζε, όσο μπορούσε καλύτερα τη θέση της. Αλλά η άμεση απειλή του φασισμού αλλάζει την κατάσταση μέσα στα συνδικάτα σε βάρος της γραφειοκρατίας. Η διάθεση για ενότητα αυξάνει. Κι αν η κλίκα του Λάιπαρτ δοκιμάσει, μέσα στις σημερινές συνθήκες, ν’ αρνηθεί την αποκατάσταση της ενότητας, αυτό θα διπλασιάσει ή θα τριπλασιάσει με μιας την επιρροή των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα. Αν η ενότητα πραγματοποιηθεί, τόσο το καλύτερο: μπροστά στους κομμουνιστές θ’ ανοιχτεί ένα ευρύ πεδίο για δράση. Δεν χρειάζονται ημίμετρα, αλλά μια τολμηρή στροφή!
Χωρίς μια πλατειά καμπάνια ενάντια στην ακρίβεια της ζωής, για τη μείωση της εργάσιμης βδομάδας, ενάντια στις μειώσεις των μεροκάματων, χωρίς να τραβήξουμε σ’ αυτό τον αγώνα τους ανέργους να παλέψουν χέρι με χέρι με τους εργαζόμενους, χωρίς μια πετυχημένη εφαρμογή της πολιτικής του ενιαίου μετώπου, οι αυτοσχέδιες μικροαπεργίες δεν θα κάνουν το κίνημα να ξεχυθεί στο μεγάλο δρόμο.

***

Οι αριστεροί Σοσιαλδημοκράτες μιλούν για την ανάγκη, «στην περίπτωση που οι φασίστες θ’ ανέβαιναν στην εξουσία», να προσφύγουν σε γενική απεργία.  Ο ίδιος ο Λάιπαρτ, χωρίς αμφιβολία , μπορεί να κάνει επιδείξεις, με τέτοιες απειλές, μέσα απ’ το γραφείο του. Πάνω σ’ αυτό το θέμα, η Rote Fahne μιλάει για Λουξεμπουργκισμό. Αυτό είναι συκοφαντία για τη μεγάλη επαναστάτρια. Αν η Ρόζα Λούξεμπουργκ υπερεκτίμησε πραγματικά αυτή την ίδια τη σημασία της γενικής απεργίας για το ζήτημα της εξουσίας, ωστόσο καταλάβαινε πολύ καλά πως δεν μπορούμε να κηρύξουμε αυθαίρετα τη γενική απεργία η οποία πρέπει να προετοιμαστεί απ’ όλη την προηγούμενη πορεία του εργατικού κινήματος, από την πολιτική του κόμματος και των συνδικάτων.  Αλλά στο στόμα των αριστερών Σοσιαλδημοκρατών η μαζική απεργία χρησιμεύει μάλλον σαν παρηγορητικός μύθος που σκεπάζει τη θλιβερή πραγματικότητα.  Οι γάλλοι Σοσιαλδημοκράτες υπόσχονταν για πολλά χρόνια, ότι θα καταφύγουν στη γενική απεργία σε περίπτωση πολέμου. Το Συνέδριο της Βασιλείας στα 1912 υποσχέθηκε ακόμα ότι θα καταφύγει και στην επαναστατική εξέγερση. Αλλά η απειλή της γενικής απεργίας, καθώς και η απειλή της εξέγερσης, είχαν σ’ αυτή την περίπτωση το χαρακτήρα θεατρικών κεραυνών. Δεν πρόκειται εδώ καθόλου για αντιπαράθεση ανάμεσα στην απεργία και την εξέγερση, αλλά για μια αφηρημένη, τυπική, ρητορική στάση απέναντι στην απεργία και απέναντι στην εξέγερση. Ένας ρεφορμιστής οπλισμένος με την αφηρημένη έννοια της επανάστασης -τέτοιος υπήρξε γενικά ο τύπος του προπολεμικού σοσιαλδημοκράτη αλά Μπέμπελ. Ο μεταπολεμικός ρεφορμιστής, που ανεμίζει την απειλή της γενικής απεργίας, δεν είναι παρά μια ζωντανή καρικατούρα.
Η Κομμουνιστική ηγεσία αντιμετωπίζει τη γενική απεργία -αυτονόητο- με πολύ μεγαλύτερη εντιμότητα. Αλλά της λείπει η διαύγεια πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Και η διαύγεια είναι αναγκαία. Η γενική απεργία είναι ένα μέσο πάλης πολύ σημαντικό, αλλά δεν είναι ένα μέσο που ισχύει γενικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που η γενική απεργία μπορεί να εξασθενήσει τους εργάτες περισσότερο από ότι θα αδυνατίσει τον άμεσο αντίπαλό τους. Η γενική απεργία πρέπει να είναι ένα σημαντικό στοιχείο του στρατηγικού υπολογισμού και όχι μια πανάκεια που μέσα της πνίγεται κάθε στρατηγική.
Γενικά, η γενική απεργία είναι ένα όργανο πάλης του αδύνατου ενάντια στον πιο δυνατό ή, για να το προσδιορίσουμε καλύτερα, εκείνου που στην αρχή του αγώνα νομίζει πως είναι πιο αδύνατος ενάντια σ’ εκείνον που νομίζει πιο δυνατό: αν δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω μονάχος μου ένα σημαντικό όπλο, θα προσπαθήσω να εμποδίσω τον αντίπαλό μου να το χρησιμοποιήσει.  Αν δεν μπορώ να ρίξω με το κανόνι, θα του βγάλω τουλάχιστον τον επικρουστήρα. Τέτοια είναι η «ιδέα» της γενικής απεργίας.
Η γενική απεργία υπήρξε πάντα ένα μέσο πάλης ενάντια στην εδραιωμένη κρατική εξουσία, που διαθέτει σιδηρόδρομους, τηλέγραφο, αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις κτλ. Παραλύοντας τον κρατικό μηχανισμό, η γενική απεργία «φοβίζει» τις αρχές ή καλύτερα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επαναστατική λύση του προβλήματος της εξουσίας.
Η γενική απεργία αποδείχνεται ένα μέσο πάλης ιδιαίτερα αποτελεσματικό εκεί όπου οι εργαζόμενες μάζες κινούνται ενωμένες με επαναστατική ορμή, αλλά δεν έχουν οργανώσεις κι επιτελείο μάχης και δεν μπορούν ούτε να εκτιμήσουν από τα πριν το συσχετισμό των δυνάμεων, ούτε να επεξεργαστούν ένα σχέδιο δράσης. Έτσι, μπορούμε να φανταστούμε ότι η αντιφασιστική επανάσταση στην Ιταλία, αρχίζοντας από διάφορες μεμονωμένες συγκρούσεις, θα περάσει αναπόφευκτα από το στάδιο της γενικής απεργίας.
Απ’ αυτό το δρόμο το διασκορπισμένο προλεταριάτο της σημερινής Ιταλίας θα νιώσει τον εαυτό του ενωμένο και πάλι σαν τάξη και θ’ αποκρούσει τη δύναμη αντίστασης του εχθρού τον οποίο πρέπει ν’ ανατρέψει.
Αγώνας ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία με τη γενική απεργία θα μπορούσε να υπάρξει μονάχα στην περίπτωση που ο φασισμός θα έχει φτάσει ήδη στην εξουσία και θα είχε σταθερά στα χέρια του τον κρατικό μηχανισμό. Αλλά αν πρόκειται για την προσπάθεια να εμποδιστεί ο φασισμός να καταλάβει την εξουσία, το σύνθημα της γενικής απεργίας σημαίνει χαμένο χρόνο. Όταν ο Κορνίλοφ βάδιζε ενάντια στην Πετρούπολη, ούτε οι Μπολσεβίκοι, ούτε τα σοβιέτ στο σύνολό τους σκέφτηκαν να κηρύξουν τη γενική απεργία. Οι σιδηροδρομικοί εργάτες και υπάλληλοι έδωσαν μάχες για να μεταφέρουν τα επαναστατικά στρατεύματα και να μπλοκάρουν τα στρατεύματα του Κορνίλοφ.  Τα εργοστάσια σταμάτησαν μονάχα στο μέτρο που οι εργάτες έπρεπε να φύγουν για το μέτωπο. Οι βιομηχανίες που ανεφοδίαζαν το επαναστατικό μέτωπο δούλευαν με διπλασιασμένη ενέργεια.
Τον καιρό της Οκτωβριανής εξέγερσης δεν υπήρξε επίσης ζήτημα γενικής απεργίας. Τα εργοστάσια και τα συντάγματα στη μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν μπει, από την παραμονή κιόλας της εξέγερσης, κάτω από τη μπολσεβίκικη ηγεσία του Σοβιέτ. Να καλέσεις τα εργοστάσια σε απεργία κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα σήμαινε ν’ αδυνατίσεις τον εαυτό σου και όχι τον αντίπαλο. Στους σιδηρόδρομους οι εργάτες προσπάθησαν να βοηθήσουν την εξέγερση. Οι υπάλληλοι, κάτω από το κάλυμμα της ουδετερότητας, βοηθούσαν την αντεπανάσταση. Η γενική απεργία των σιδηροδρόμων δεν θα είχε νόημα: το ζήτημα κρίθηκε με την υπερίσχυση των εργατών πάνω στους υπαλλήλους.
Αν στη Γερμανία ο αγώνας ξεκινήσει από μερικές συγκρούσεις που θ’ αρχίσουν από τις φασιστικές προκλήσεις, είναι πολύ αμφίβολο αν το κάλεσμα για γενική απεργία ανταποκρίνεται στην κατάσταση. Η γενική απεργία θα σήμαινε πάνω απ’ όλα: ν’ αποκόψουμε μια πόλη από μια άλλη, τη μια συνοικία από την άλλη κι ακόμα το ένα εργοστάσιο από το άλλο. Είναι πιο δύσκολο να βρούμε και να συγκεντρώσουμε τους εργάτες που δεν δουλεύουν. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, οι φασίστες που δεν τους λείπουν τα επιτελεία χάρη σε μια συγκεντρωμένη διεύθυνση, μπορεί να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση.  Είναι αλήθεια πως οι μάζες τους είναι τόσο σκορπισμένες που ακόμα και μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η φασιστική απόπειρα μπορεί να τσακιστεί. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.
Το ζήτημα των μέσων της συγκοινωνίας, για παράδειγμα, πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί όχι από την άποψη του «γοήτρου» της γενικής απεργίας που απαιτεί να απεργήσουν όλοι, αλλά από την άποψη των αναγκών του αγώνα: σε ποιον κι ενάντια σε ποιον θα χρησιμέψουν τα μέσα συγκοινωνίας στη διάρκεια της σύγκρουσης;
Γι’ αυτό πρέπει να προετοιμαστούμε όχι για τη γενική απεργία, αλλά για ν’ αποκρούσουμε τους φασίστες. Αυτό σημαίνει: να δημιουργήσουμε παντού βάσεις στήριξης, ομάδες κρούσης, εφεδρείες, τοπικά επιτελεία και καθοδηγητικά κέντρα, καλή σύνδεση ανάμεσά τους, στοιχειώδη σχέδια κινητοποίησης. Ο,τι κάνουν οι τοπικές οργανώσεις στην επαρχιακή γωνιά του Μπρούχζαλ και του Κλίνγκενταλ, όπου οι Κομμουνιστές με το SAP και τα συνδικάτα, παρά το μποϋκοτάζ της ρεφορμιστικής κορυφής, δημιούργησαν μια οργάνωση άμυνας είναι παρά τις μέτριες διαστάσεις ένα παράδειγμα για όλη τη χώρα.
Ω σεβάσμιοι αρχηγοί, ω σοφοί στρατηγοί, σου ρχεται να τους φωνάξεις: διδαχτείτε από τους εργάτες του Κλίνγκενταλ, μιμηθείτε τους, διευρύνετε το παράδειγμά τους, ξεκαθαρίστε τις μορφές του, πάρτε μαθήματα από τους εργάτες του Μπρούχζαλ και του Κλίνγκενταλ!
Η γερμανική εργατική τάξη διαθέτει ισχυρές πολιτικές, οικονομικές και αθλητικές οργανώσεις. Ακριβώς σ’ αυτό βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο «καθεστώς Μπρύνινγκ» και στο «καθεστώς Χίτλερ». Δεν αποδίδουμε εδώ καμιά αξία στον Μπρύνινγκ: μια αδύναμη γραφειοκρατία δεν αποτελεί αξία. Αλλά πρέπει να βλέπουμε την πραγματικότητα. Το κύριο γεγονός, το βασικό γεγονός, το κεφαλαιώδες γεγονός βρίσκεται στο ότι η γερμανική εργατική τάξη είναι ακόμα οπλισμένη με όλες τις οργανώσεις της. Αν είναι αδύνατη, είναι γιατί η οργανωμένη δύναμή της χρησιμοποιείται άσχημα. Αλλά αρκεί ν’ απλώσουμε σ’ όλη τη χώρα την πείρα του Κλίνγκενταλ και η Γερμανία θ’ αποκτήσει άλλη όψη.
Ενάντια στους φασίστες η εργατική τάξη, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει μέσα πάλης πολύ πιο αποτελεσματικά από τη γενική απεργία. Αλλά, αν ύστερα από μια συρροή διαφόρων περιστάσεων, αποδειχνόταν πως είναι απαραίτητη η προσφυγή στη γενική απεργία (η ανάγκη για μια τέτοια προσφυγή θα μπορούσε να προκύψει από τις συγκεκριμένες σχέσεις ανάμεσα στους φασίστες και στα κρατικά όργανα), το σύστημα των Επιτροπών Αμυνας πάνω στη βάση του ενιαίου μετώπου, θα μπορούσε να προκαλέσει μια γενική απεργία με μια επιτυχία εξασφαλισμένη από τα πριν.
Ο αγώνας δεν θα σταματούσε σ’ αυτό το στάδιο. Τι είναι, στην ουσία της, η οργάνωση άμυνας του Μπρούχζαλ και του Κλίνγκενταλ; Πρέπει να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τι είναι μεγάλο μέσα στα μικρά γεγονότα: είναι ένα τοπικό σοβιέτ αντιπροσώπων των εργατών. Δεν λέγεται έτσι και δεν αισθάνεται πως είναι, γιατί πρόκειται για μια μικρή επαρχιακή γωνιά. Κι εδώ επίσης η ποσότητα προσδιορίζει την ποιότητα. Μεταφέρετε αυτή την πείρα στο Βερολίνο και θα έχετε το βερολινέζικο σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών!

Σημειώσεις 13ου κεφαλαίου
1. Μερικοί υπεραριστεροί (π.χ. η ιταλική ομάδα των Μπορντιγκιστών) νομίζουν πως το ενιαίο μέτωπο είναι αποδεκτό μονάχα στην οικονομική πάλη. Η απόπειρα να διαχωριστεί η οικονομική πάλη από την πολιτική πάλη είναι στην εποχή μας, λιγότερο πραγματοποιήσιμη παρά ποτέ. Το παράδειγμα της Γερμανίας όπου οι συλλογικές συμβάσεις καταργήθηκαν και τα μεροκάματα μειώθηκαν με κυβερνητικά διατάγματα θα έπρεπε να κάνει ακόμα και τα μικρά παιδιά να καταλάβουν αυτή την αλήθεια. Ας υπενθυμίσουμε, παρεκβατικά, ότι στο σημερινό τους στάδιο οι σταλινικοί αναβιώνουν μερικές παλιές έμμονες ιδέες του Μπορντιγκισμού. Δεν είναι παράξενο ότι η ομάδα του «Προμετέο». που τίποτα δεν έχει διδαχθεί και δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά, βρίσκεται σήμερα, στην περίοδο του υπεραριστερού ζιγκ-ζαγκ της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πολύ πιο κοντά στους σταλινικούς παρά σε μας.

14. Ο εργατικός έλεγχος και η συνεργασία με την ΕΣΣΔ

Όταν μιλάμε για συνθήματα της επαναστατικής περιόδου, δεν πρέπει να βλέπουμε αυτή την τελευταία πολύ στενά. Σοβιέτ, μονάχα σε μια επαναστατική περίοδο μπορούν να δημιουργηθούν. Αλλά πότε αρχίζει μια τέτοια περίοδος;
Αυτό δεν μπορούμε να το βρούμε σε κανένα ημερολόγιο. Μπορούμε να το αντιληφθούμε μονάχα μέσα από τη δράση. Τα σοβιέτ πρέπει να δημιουργηθούν τη στιγμή που μπορούν να δημιουργηθούν [1].
Το σύνθημα του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή σχετίζεται, ειδικά και γενικά, με την ίδια περίοδο της δημιουργίας των σοβιέτ. Αλλά κι αυτό ακόμα δεν πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί μηχανικά. Ιδιαίτερες συνθήκες μπορούν να οδηγήσουν τις μάζες στον έλεγχο της παραγωγής πολύ πριν να είναι έτοιμες ν’ αρχίσουν να ιδρύουν σοβιέτ.
Ο Μπράντλερ και η αριστερή του σκιά -ο Ούρμπανς- έριχναν το σύνθημα του ελέγχου στην παραγωγή ανεξάρτητα από την πολιτική κατάσταση. Δεν βγήκε τίποτα απ’ αυτό, εκτός από φθορά του ίδιου του συνθήματος. Αλλά θα ήταν λάθος ν’ απαρνηθούμε το σύνθημα τώρα, μέσα στις συνθήκες της οξείας πολιτικής κρίσης, μόνο και μόνο επειδή δεν υπάρχει ακόμα επίθεση των μαζών. Για την ίδια την επίθεση χρειάζονται συνθήματα που δείχνουν την προοπτική του κινήματος. Η περίοδος της προπαγάνδας θα προηγηθεί απαραίτητα από τη διείσδυση του συνθήματος μέσα στις μάζες.
Η καμπάνια υπέρ του εργατικού ελέγχου μπορεί ν’ αρχίσει ανάλογα με τις περιστάσεις, όχι από την άποψη της παραγωγής, αλλά από την άποψη της κατανάλωσης. Η μείωση των τιμών των εμπορευμάτων που υποσχέθηκε η κυβέρνηση Μπρύνινγκ ταυτόχρονα με την μείωση των ημερομισθίων, δεν πραγματοποιήθηκε. Αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να μην ενδιαφέρει ζωηρά και τα πιο καθυστερημένα στρώματα που σήμερα βρίσκονται ακόμα μακριά από τη σκέψη της κατάληψης της εξουσίας.
Ο εργατικός έλεγχος πάνω στις δαπάνες της παραγωγής και τα εμπορικά κέρδη είναι η μόνη πραγματική μορφή πάλης για την μείωση των τιμών. Μέσα στις συνθήκες της γενικής δυσαρέσκειας, οι εργατικές επιτροπές, με τη συμμετοχή των εργατριών – νοικοκυρών για να ελέγξουν τις αιτίες που ανεβαίνει η μαργαρίνη, μπορούν να γίνουν μια αποτελεσματική αρχή για τον εργατικό έλεγχο πάνω στην παραγωγή. Φυσικά, αυτό δεν είναι παρά ένας από τους δυνατούς δρόμους, κάτι που δίνουμε σαν παράδειγμα. Δεν πρόκειται ακόμα για τη διεύθυνση της παραγωγής: η εργάτρια δεν θα φτάσει εκεί μονομιάς, αυτή η σκέψη είναι ακόμα μακριά απ’ αυτήν. Αλλά από τον έλεγχο πάνω στην κατανάλωση, θα της είναι πιο εύκολο να περάσει στον έλεγχο πάνω στην παραγωγή, κι από εκεί στην άμεση διεύθυνση, ανάλογα με τη γενική ανάπτυξη της επανάστασης.
Ο έλεγχος της παραγωγής στη σύγχρονη Γερμανία, μέσα στις συνθήκες της σημερινής κρίσης, δεν σημαίνει μονάχα τον έλεγχο πάνω στις επιχειρήσεις που λειτουργούν, αλλά επίσης και σε εκείνες που μισολειτουργούν ή που έχουν σταματήσει εντελώς. Αυτό προϋποθέτει τη συμμετοχή στον έλεγχο των εργατών που δούλευαν στις επιχειρήσεις αυτές πριν ν’ απολυθούν. Η επιδίωξη πρέπει να είναι η ακόλουθη: να μπούνε σε κίνηση οι σταματημένες επιχειρήσεις κάτω από τη διεύθυνση των εργοστασιακών επιτροπών και πάνω στη βάση ενός οικονομικού σχεδίου. Αυτό οδηγεί άμεσα στο ζήτημα της κρατικής διαχείρισης της παραγωγής, δηλαδή της απαλλοτρίωσης των καπιταλιστών από μια εργατική κυβέρνηση. Ο εργατικός έλεγχος δεν είναι λοιπόν μια παρατεταμένη κατάσταση, «κανονική», όπως είναι οι συλλογικές συμβάσεις ή οι κοινωνικές ασφαλίσεις. Ο εργατικός έλεγχος είναι ένα μεταβατικό μέτρο μέσα στις συνθήκες ακραίας έντασης της ταξικής πάλης και είναι κατανοητός μονάχα σαν μια γέφυρα προς την επαναστατική κρατικοποίηση της παραγωγής.
Οι Μπραντλεριανοί κατηγορούν την Αριστερή Αντιπολίτευση πως τους έκλεψε το σύνθημα του ελέγχου της παραγωγής, αφού το αντιμετώπισε κοροϊδευτικά για αρκετά χρόνια. Αυτή η κατηγορία έρχεται αρκετά απροσδόκητα!  Το σύνθημα του ελέγχου στην παραγωγή ρίχτηκε για πρώτη φορά σε πλατειά κλίμακα στα 1917 από το κόμμα των Μπολσεβίκων. Στην Πετρούπολη, η διεύθυνση όλης της καμπάνιας σ’ αυτό τον τομέα, όπως και σε όλους τους άλλους, βρισκόταν στα χέρια του σοβιέτ. Παρακολούθησα από κοντά αυτή τη δουλειά, πήρα μέρος σ’ αυτή και μπορώ να δηλώσω: δεν είχαμε ανάγκη να προσφύγουμε στην πρωτοβουλία των Μπράντλερ – Ταλχάιμερ ούτε να χρησιμοποιήσουμε τις θεωρητικές τους υποδείξεις. Η κατηγορία για «λογοκλοπή» διατυπώθηκε με κάποια απερισκεψία.
Αλλά το δυστύχημα δεν είναι αυτό. Το δεύτερο μέρος της κατηγορίας είναι πολύ πιο σοβαρό: ως τώρα οι «τροτσκιστές» ήταν αντίθετοι στην καμπάνια για το σύνθημα του ελέγχου της παραγωγής και τώρα είναι υπέρ του συνθήματος. Οι Μπραντλεριανοί βλέπουν εδώ μια ασυνέπειά μας! Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτουν απλώς ότι δεν καταλαβαίνουν καθόλου την επαναστατική διαλεκτική που διέπει το σύνθημα του εργατικού ελέγχου που οι Μπραντλεριανοί του δώσανε την περιορισμένη αξία μιας τεχνικής συνταγής για την «κινητοποίηση των μαζών». Καταγγέλουν απλώς τον ίδιο τον εαυτό τους όταν περηφανεύονται ότι εδώ και πολλά χρόνια επαναλαμβάνουν ένα σύνθημα που εφαρμόζεται μονάχα σε μια επα ναστα τική περίοδο. Ο δρυοκολάπτης, που σ’ όλη τη ζωή του χτυπάει με το ράμφος του το φλοιό της βαλανιδιάς, πιστεύει κι αυτός στα σίγουρα, από τα κατάβαθά του, πως ο ξυλοκόπος που έριξε κάτω το δέντρο με τις τσεκουριές του, «έκλεψε» με εγκληματικό τρόπο την μέθοδο απ’ τον δρυοκολάπτη.
Έτσι, για μας, το σύνθημα του ελέγχου δένεται με την περίοδο της δυαδικής εξουσίας στην παραγωγή που ανταποκρίνεται στο πέρασμα από το αστικό στο εργατικό καθεστώς. Οχι, αντιλέγει ο Ταλχάιμερ: η δυαδική εξουσία θα έπρεπε να σημαίνει «ίσα δικαιώματα με τους εργοδότες»!!] Αλλά οι εργάτες αγωνίζονται για ν’ αναλάβουν ολόκληρη τη διεύθυνση στις επιχειρήσεις.  Αυτοί, οι Μπραντλεριανοί δεν επιτρέπουν να «ευνουχιστεί» -έτσι ακριβώς το είπανε- το επαναστατικό σύνθημα. Γι’ αυτούς «ο έλεγχος της παραγωγής σημαίνει διεύθυνση της παραγωγής από τους εργάτες» (17 του Γενάρη). Αλλά γιατί τότε να λέμε έλεγχο στη διέυθυνση της παραγωγής; Σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, ονομάζουν έλεγχο την εργασία της επίβλεψης και της επαλήθευσης από ένα θεσμό, της εργασίας ενός άλλου θεσμού. Ο έλεγχος μπορεί να είναι πολύ δραστικός, κυριαρχικός και συνολικός. Αλλά παραμένει πάντοτε έλεγχος.  Η ίδια η ιδέα αυτού του συνθήματος γεννήθηκε από το μεταβατικό καθεστώς μέσα στη βιομηχανία όπου ο καπιταλιστής και οι διευθυντές του δεν μπορούν πια να κάνουν βήμα χωρίς τη συγκατάθεση των εργατών. Αλλά όπου, επίσης, οι εργάτες δεν έχουν ακόμα δημιουργήσει τις πολιτικές προϋποθέσεις για την κρατικοποίηση, δεν έχουν ακόμα κατακτήσει την τεχνική της διεύθυνσης, δεν έχουν δημιουργήσει ακόμα τα αναγκαία όργανα γι’ αυτό.  Ας μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται μονάχα για τη διεύθυνση των εργοστασίων, αλλά για τη διάθεση της παραγωγής, τον ανεφοδιασμό των εργοστασίων με πρώτες ύλες, οικοδομικά υλικά, πιστώσεις κτλ.
Ο συσχετισμός των δυνάμεων στο εργοστάσιο καθορίζεται από την ισχύ της συνολικής πίεσης που ασκείται από το προλεταριάτο πάνω στην αστική τάξη. Γενικά, ο έλεγχος δεν είναι νοητός χωρίς μιαν αναμφισβήτητη υπεροχή των πολιτικών δυνάμεων του προλεταριάτου απέναντι στις δυνάμεις του καπιταλισμού. Αλλά είναι λάθος να πιστεύουμε ότι στην επανάσταση, όλα τα ζητήματα λύνονται με τη βία: μπορούμε να καταλάβουμε τα εργοστάσια με τη βοήθεια των Κόκκινων Φρουρών, αλλά για να διευθύνουμε αυτά τα εργοστάσια χρειάζονται κάποιες νέες νομικές και διαχειριστικές προϋποθέσεις.  Χρειάζονται επίσης γνώσεις, πείρα και οι κατάλληλες οργανωτικές μορφές. Χρειάζεται κάποια περίοδος μαθητείας. Το προλεταριάτο, αυτή την περίοδο, ενδιαφέρεται να μείνει η διεύθυνση στα χέρια της έμπειρης διαχείρισης, αλλά την υποχρεώνει ν’ ανοίξει όλα τα βιβλία και εγκαθιστά μια άγρυπνη επίβλεψη πάνω σε όλες τις σχέσεις της και σε όλη τη δραστηριότητά της.
Ο εργατικός έλεγχος αρχίζει από μια μεμονωμένη επιχείρηση. Όργανο του ελέγχου είναι η εργοστασιακή επιτροπή. Αυτά τα όργανα ελέγχου των εργοστασίων αποκαθιστούν μια επαφή μεταξύ τους, ανάλογα με τους οικονομικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Σ’ αυτό το στάδιο δεν υπάρχει ακόμα γενικό οικονομικό σχέδιο. Η πρακτική του εργατικού ελέγχου προετοιμάζει απλώς τα στοιχεία αυτού του σχεδίου.
Όσο για την εργατική διαχείριση της παραγωγής αυτή προωθείται αντίθετα, από τα πάνω, ακόμα και στα αρχικά της βήματα και με πολύ πιο καθαρό τρόπο γιατί συνδέεται άμεσα με την κρατική εξουσία και με το γενικό οικονομικό σχέδιο.
Δεν είναι πια οι εργοστασιακές επιτροπές αυτές που αναλαμβάνουν το ρόλο του διευθυντικού οργάνου, αλλά τα συγκεντροποιημένα σοβιέτ. Ο ρόλος των εργοστασιακών επιτροπών εξακολουθεί να είναι σοβαρός, αυτό είναι αυτονόητο.  Όμως στον τομέα της διεύθυνσης της παραγωγής δεν είναι πια ρόλος διευθυντικός, αλλά ρόλος βοηθητικός.
Στη Ρωσία, όπου το ανώτερο τεχνικό προσωπικό πίστευε, όπως και η αστική ταξη, ότι οι Μπολσεβίκοι δεν θα άντεχαν περισσότερο από μερικές βδομάδες και γι’ αυτό εφάρμοσε όλες τις μορφές του σαμποτάζ και αρνήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία, το στάδιο του εργατικού ελέγχου δεν αναπτύχθηκε.  Στο μεταξύ, ο εμφύλιος πόλεμος ρήμαξε την οικονομία μεταβάλλοντας τους εργάτες σε στρατιώτες. Γι’ αυτό η πείρα της Ρωσίας είναι ελάχιστα διδακτική σχετικά με τον εργατικό έλεγχο σαν ιδιαίτερο καθεστώς βιομηχανικής παραγωγής. Ωστόσο αυτή η πείρα είναι πιο πολύτιμη από μια άλλη άποψη: δείχνει πως, ακόμα και σε μια καθυστερημένη χώρα, παρά το γενικό σαμποτάζ όχι μονάχα από τη μεριά των εργοδοτών, αλλά κι από το διαχειριστικό και τεχνικό προσωπικό, το νεαρό κι άπειρο προλεταριάτο, περικυκλωμένο από εχθρούς, μπόρεσε να οργανώσει, καλά-κακά, την διεύθυνση της βιομηχανίας. Τι δεν θα μπορούσε, αλήθεια, να πραγματοποιήσει η γερμανική εργατική τάξη!
Το προλεταριάτο, όπως έχουμε πει, ενδιαφέρεται ώστε η μετάβαση από την ιδιωτική – καπιταλιστική παραγωγή στην κρατική – καπιταλιστική και μετά στη σοσιαλιστική παραγωγή να γίνει με όσο μπορεί λιγότερους οικονομικούς κλονισμούς, με τη λιγότερη σπατάλη του κοινού πλούτου. Να γιατί, ενώ θα πλησιάζει προς την εξουσία κι ακόμα και όταν θα την έχει καταλάβει με τον πιο τολμηρό και αποφασιστικό αγώνα, το προλεταριάτο θα δείξει πλήρη προθυμία να δημιουργήσει το μεταβατικό καθεστώς μέσα στα εργοστάσια και στις τράπεζες.
Οι σχέσεις μέσα στην παραγωγή κατά την επανάσταση θα είναι αλλιώτικες στη Γερμανία απ’ ότι υπήρξαν στη Ρωσία; Δεν είναι εύκολο ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό το ζήτημα και μάλιστα από μακριά. Η πραγματική πορεία της ταξικής πάλης μπορεί να μην αφήσει χώρο για τον εργατικό έλεγχο σαν ιδιαίτερο στάδιο. Με την ακραία ανάπτυξη και ένταση της πάλης, με την αύξηση της πίεσης των εργατών, από τη μια μεριά, και το σαμποτάζ των εργοδοτών και του διοικητικού προσωπικού, από την άλλη, είναι πιθανό να μη μείνει περιθώριο για συμφωνίες, έστω και προσωρινές. Σ’ αυτή την περίπτωση, η εργατική τάξη μαζί με την εξουσία θ’ αναλάβει και την πλήρη διαχείριση των επιχειρήσεων. Η σημερινή κατάσταση της βιομηχανίας που έχει μισοπαραλύσει και η ύπαρξη ενός πελώριου στρατού ανέργων κάνουν μια τέτοια «συντόμευση’ αρκετά πιθανή. Αλλά, από την άλλη μεριά, η ύπαρξη ισχυρών οργανώσεων μέσα στην εργατική τάξη, η διαπαιδαγώγηση των γερμανών εργατών στις συστηματικές κι όχι αυτοσχέδιες ενέργειες, η βραδύτητα στην επαναστατική δραστηριοποίηση των μαζών, είναι όλα συνθήκες που συνηγορούν για τον πρώτο δρόμο.  Γι’ αυτό θα ήταν απαράδεκτο να παραιτηθούμε από τα πριν από το σύνθημα του ελέγχου της παραγωγής.
Ωστόσο, είναι φανερό ότι για τη Γερμανία περισσότερο κι από τη Ρωσία, το σύνθημα του εργατικού ελέγχου έχει διαφορετικό νόημα από το σύνθημα της εργατικής διεύθυνσης. Οπως πολλά άλλα μεταβατικά συνθήματα, έχει κι αυτό πελώρια σημασία, ανεξάρτητα από το αν θα πραγματοποιηθεί γενικά ή σε ποιο μέτρο θα πραγματοποιηθεί. Αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε.  Παλεύοντας να δημιουργήσει μεταβατικές μορφές για τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής, η προλεταριακή πρωτοπορία κερδίζει με το μέρος της τα πιο συντηρητικά στρώματα του προλεταριάτου, ουδετεροποιεί μερικές ομάδες της μικροαστικής τάξης, κυρίως τους υπαλλήλους των τεχνικών υπηρεσιών, της διοίκησης, των τραπεζών. Εάν οι καπιταλιστές και όλο το ανώτερο διοικητικό στρώμα αντιστέκονται και καταφεύγουν σε μεθόδους οικονομικού σαμποτάζ, η ευθύνη για τα αυστηρά μέτρα που θα έπρεπε να παρθούν θα πέσει, στα μάτια του λαού, πάνω στις εχθρικές τάξεις κι όχι στους εργάτες.  Αυτό είναι το άλλο, το συμπληρωματικό, πολιτικό νόημα του συνθήματος του εργατικού ελέγχου, εκτός από το οικονομικό και διοικητικό νόημα που υποδείξαμε παραπάνω.
Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί παράδειγμα ακραίου πολιτικού κυνισμού το γεγονός ότι άνθρωποι που ρίχνανε το σύνθημα του εργατικού ελέγχου σε μια κατάσταση όχι επαναστατική και του έδιναν, έτσι, ρεφορμιστικό χαρακτήρα, μας κατηγορούν για κεντριστικό δισταγμό επειδή αρνούμαστε να ταυτίσουμε τον έλεγχο με τη διεύθυνση της παραγωγής.
Οι εργάτες που θα φτάσουν να κατανοήσουν τα προβλήματα της διεύθυνσης της παραγωγής δεν θα θελήσουν και δεν θα μπορέσουν να μεθύσουν με φράσεις. Έχουν συνηθίσει στα εργοστάσια να μεταχειρίζονται υλικά πολύ λιγότερο ευλύγιστα από τις φράσεις και θα καταλάβουν τη σκέψη μας πολύ καλύτερα απ’ τους γραφειοκράτες: η πραγματική επαναστατική σκέψη δεν συνίσταται στη χρησιμοποίηση της βίας παντού και πάντα κι ακόμα λιγότερο σε γαργάρες φραστικού ενθουσιασμού για τη βία. Όπου ο καταναγκασμός είναι αναγκαίος, πρέπει να τον χρησιμοποιούμε τολμηρά, αποφασιστικά κι ως το τέλος. Αλλά πρέπει να ξέρουμε τα όρια του καταναγκασμού, πρέπει, να ξέρουμε πότε είναι ανάγκη να συνδυάζουμε τον καταναγκασμό με τον ελιγμό, το χτύπημα με τη συμφωνία. Σε κάθε επέτειο του θανάτου του Λένιν, η σταλινική γραφειοκρατία παπαγαλίζει φράσεις πάνω στον «επαναστατικό ρεαλισμό», για να μπορεί να τον χλευάζει όμως με περισσότερη ελευθερία τις άλλες 364 μέρες του χρόνου.
Οι εκπορνευμένοι θεωρητικοί του ρεφορμισμού προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν την αυγή του σοσιαλισμού στα έκτακτα διατάγματα ενάντια στους εργάτες.  Από τον «στρατιωτικό σοσιαλισμό» των Χοεντζόλλερν στον αστυνομικό «σοσιαλισμό» του Μπρύνινγκ!
Οι αριστεροί αστοί ιδεολόγοι ονειρεύονται μια σχεδιασμένη καπιταλιστική οικονομία. Αλλά ο καπιταλισμός κατόρθωσε ν’ αποδείξει πως το μόνο που είναι ικανός να κάνει ακολουθώντας τέτοια σχέδια, είναι να εξαντλήσει τις παραγωγικές δυνάμεις για χάρη του πολέμου. Πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, πώς μπορεί να ρυθμιστεί η εξάρτηση της Γερμανίας από την παγκόσμια αγορά, έχοντας αυτές τις τεράστιες εισαγωγές και εξαγωγές;
Εμείς προτείνουμε να γίνει αρχή ξεκινώντας από τον τομέα των γερμανοσοβιετικών σχέσεων, δηλαδή από την επεξεργασία ενός ευρέως σχεδίου συνεργασίας της σοβιετικής και της γερμανικής οικονομίας σε σύνδεση με το δεύτερο πεντάχρονο πλάνο και συμπληρωματικά σ’ αυτό. Δεκάδες κι εκατοντάδες σημαντικά εργοστάσια θα μπορούσαν να μπούνε σε πλήρη λειτουργία.
Η ανεργία θα μπορούσε να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά στη Γερμανία χωρίς να χρειαστούν γι’ αυτό περισσότερα από δυο ή τρία χρόνια- πάνω στη βάση ενός οικονομικού σχεδίου που θ’ αγκάλιαζε όλους τους κλάδους αυτών μονάχα των δυο χωρών.
Είναι αυτονόητο πως οι διευθύνοντες την καπιταλιστική βιομηχανία της Γερμανίας δεν μπορούν να επεξεργαστούν ένα τέτοιο σχέδιο, γιατί αυτό θα σήμαινε την κοινωνική αυτοεξαφάνισή τους. Αλλά η σοβιετική κυβέρνηση, με τη βοήθεια της γερμανικής τεχνολογίας, μπορεί και πρέπει να επεξεργαστεί ένα σχέδιο εντελώς πραγματοποιήσιμο, ικανό ν’ ανοίξει αληθινά μεγαλειώδεις προοπτικές. Πόσο αξιοθρήνητα θα φανούν όλα αυτά τα «προβλήματα» των επανορθώσεων και των πρόσθετων πφένιχ των τελωνειακών δασμών, μπροστά στις δυνατότητες που ανοίγει ο συνδυασμός των πηγών πρώτων υλών και των τεχνικών και οργανωτικών μέσων της σοβιετικής και της γερμανικής οικονομίας!
Οι γερμανοί κομμουνιστές κάνουν μια πλατιά προπαγάνδα για τις επιτυχίες της σοβιετικής ανοικοδόμησης. Είναι μια εργασία απαραίτητη. Αλλά κάνοντάς την, πέφτουν σε υπερβολές και σε γλυκανάλατους ύμνους. Κι αυτό είναι πέρα για πέρα περιτό. Αλλά το χειρότερο είναι πως δεν ξέρουν να συνδέουν τις επιτυχίες και τις δυσκολίες της σοβιετικής οικονομίας με τα άμεσα συμφέροντα του γερμανικού προλεταριάτου, την ανεργία, τη μείωση των μισθών και τη χωρίς διέξοδο γενική οικονομική κατάσταση της Γερμανίας. Δεν ξέρουν και δεν θέλουν να θέσουν το ζήτημα της γερμανοσοβιετικής συνεργασίας πάνω σε μια ρωμαλέα, ρεαλιστική και ταυτόχρονα βαθιά επαναστατική βάση.
Από την πρώτη φάση της κρίσης -σε λίγο κλείνουν δυο χρόνια- ανακινήσαμε γραπτώς αυτό το θέμα. Οι σταλινικοί ξεφώνισαν αμέσως ότι πιστεύουμε στην ειρηνική συνύπαρξη του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού, ότι θέλουμε να σώσουμε τον καπιταλισμό κτλ. Δεν προβλέψανε και δεν κατάλαβαν μονάχα ένα πράγμα: πόσο ισχυρός συντελεστής της σοσιαλιστικής επανάστασης μπορεί να γίνει ένα συγκεκριμένο οικονομικό σχέδιο συνεργασίας, αν το κάνουν αντικείμενο συζήτησης στα συνδικάτα, στις εργοστασιακές συγκεντρώσεις, ανάμεσα στους εργάτες όχι μονάχα των επιχειρήσεων που λειτουργούν, αλλά και των επιχειρήσεων που έχουν κλείσει, αν το συνδέσουν με το σύνθημα του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή και στη συνέχεια, με το σύνθημα της κατάληψης της εξουσίας. Γιατί η πραγματοποίηση μιας αποτελεσματικής διεθνούς συνεργασίας σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο είναι δυνατή μονάχα με το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου στη Γερμανία, με την κρατικοποίηση των μέσων της παραγωγής, με άλλα λόγια με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Πάνω στο δρόμο αυτό, θα μπορούσαν να προσελκύσουν στην πάλη για την εξουσία νέα εκατομμύρια από ακομμάτιστους, σοσιαλδημοκράτες και καθολικούς εργάτες. Οι Τάρνοφ τρομοκρατούν τους γερμανούς εργάτες λέγοντας ότι η αποδιοργάνωση της βιομηχανίας, εξαιτίας της επανάστασης, θα δημιουργούσε φριχτό χάος, πείνα κτλ. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι υποστήριζαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που δεν μπορούσε να φέρει τίποτε άλλο στο προλεταριάτο πέρα από βάσανα, καταστροφές, ταπεινώσεις. Να φορτώσουν στους ώμους του προλεταριάτου τις ταλαιπωρίες του πολέμου κάτω από τη σημαία των Χοεντζόλλερν; Ναι. Να υποστούν θυσίες για την επανάσταση κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού; – αυτό ποτέ!
Τα επιχειρήματα που προβάλουν για τους «Γερμανούς εργάτες μας» που δεν θα δεχτούν ποτέ «τέτοιες θυσίες» είναι ταυτόχρονα μια κολακεία και μια συκοφαντία ενάντια στους γερμανούς εργάτες. Δυστυχώς, οι γερμανοί εργάτες είναι παρά πολύ υπομονετικοί. Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν θ’ απαιτήσει από το γερμανικό προλεταριάτο ούτε το ένα εκατοστό από τις θυσίες που καταβρόχθισε ο πόλεμος των Χοεντζόλλερν – Λάιπαρτ – Βελς.
Για ποιο χάος μιλάνε οι Τάρνοφ; Το μισό γερμανικό προλεταριάτο ρίχτηκε στους δρόμους. Ακόμα κι αν η κρίση υποχωρούσε στα επόμενα ένα-δυο χρόνια, θα ξαναρχότανε σε πέντε χρόνια κάτω από μια μορφή ακόμα πιο φριχτή, χωρίς να μιλήσουμε για το γεγονός ότι οι σπασμοί της αγωνίας του καπιταλισμού δεν μπορεί να μην φέρουν ένα καινούργιο πόλεμο. Με ποιο χάος μας φοβερίζουν οι Χίλφερντινγκ; Εάν η σοσιαλιστική επανάσταση ξεπηδούσε από μια ακμάζουσα καπιταλιστική βιομηχανία -κάτι που γενικά είναι αδύνατο- τότε, τους πρώτους μήνες και τα πρώτα χρόνια, η αλλαγή της οικονομικής κατάστασης, με το σπάσιμο των παλιών σχέσεων και την αστάθεια των νέων, θα μπορούσε πραγματικά να φέρει μια προσωρινή πτώση της οικονομίας.  Αλλά ο σοσιαλισμός στη σημερινή Γερμανία θα ‘χε να κάνει με μια οικονομία που μονάχα οι μισές παραγωγικές της δυνάμεις λειτουργούν. Η ρύθμιση της οικονομίας θα είχε έτσι στη διάθεσή της από την αρχή 50% εφεδρείες.  Αυτές είναι υπεραρκετές για να καλυφθούν οι αρχικές απώλειες, για να μετριαστούν τα απότομα τραντάγματα του νέου συστήματος και για να εξασφαλιστεί αυτό ακόμα και ενάντια στην προσωρινή πτώση των παραγωγικών δυνάμεων. Στη συμβατική γλώσσα των αριθμών, αυτό θα πει ότι, αν ξεκινούσε από μια καπιταλιστική οικονομία με απόδοση 100%, η σοσιαλιστική επανάσταση θα κατέβαινε, στην αρχή, σ’ ένα επίπεδο 75% και ίσως ακόμα 50%, αλλά η επανάσταση του προλεταριάτου που ξεκινάει από μια καπιταλιστική οικονομία με απόδοση 50%, δεν μπορεί παρά ν’ ανέβει στο επίπεδο του 75% κι ακόμα του 100%. Για να δώσει, ύστερα, μια ανάπτυξη ασύγκριτη με ό,τι έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν.

Σημειώσεις 14ου κεφαλαίου
1.    Ας υπενθυμίσουμε ότι οι σταλινικοί στην Κίνα ήταν αντίθετοι στη δημιουργία σοβιέτ σε περίοδο επαναστατικής ανόδου κι όταν αποφάσισαν να οργανώσουν εξέγερση στην Καντώνα. τη στιγμή της ύφεσης, κάλεσαν τις μάζες να δημιουργήσουν σοβιέτ την ίδια την ημέρα της εξέγερσης!

15. Η κατάσταση είναι απελπιστική;

Είναι δύσκολο το καθήκον να ξεσηκώσουμε μονομιάς την πλειοψηφία της εργατικής τάξης για την επίθεση. Υστερα από τις ήττες των ετών 1919, 1921 και 1923, ύστερα από τους τυχοδιωκτισμούς της «τρίτης περιόδου», οι γερμανοί εργάτες, που είναι επιπλέον αρκετά δεμένοι με τις δυνατές συντηρητικές οργανώσεις τους, έχουν αναπτύξει ισχυρά ανασταλτικά κέντρα. Αλλά, από την άλλη μεριά, η οργανωτική αλληλεγγύη των γερμανών εργατών είναι αυτή που δεν επέτρεψε ως τώρα στο φασισμό να διεισδύσει μέσα στις γραμμές τους και ανοίγει τις πιο πλατιές δυνατότητες στους αμυντικούς αγώνες.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η πολιτική του ενιαίου μετώπου είναι, γενικά, πολύ πιο αποτελεσματική στην άμυνα, παρά στην επίθεση. Τα πιο συντηρητικά ή καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου μπαίνουν πολύ πιο εύκολα στην πάλη για την υπεράσπιση των κεκτημένων παρά στην πάλη για νέες κατακτήσεις.
Τα έκτακτα διατάγματα του Μπρύνινγκ και η απειλή του Χίτλερ είναι, μ’ αυτή την έννοια, ένα «ιδανικό» σήμα κινδύνου για την πολιτική του ενιαίου μετώπου. Πρόκειται για την άμυνα στην πιο στοιχειώδη και προφανή έννοια της λέξης. Το ενιαίο μέτωπο, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί να τραβήξει τις πιο πλατειές μάζες της εργατικής τάξης. Κάτι παραπάνω: οι στόχοι της πάλης δεν μπορούν παρά να προκαλέσουν τη συμπάθεια των κατώτερων στρωμάτων της μικροαστικής τάξης, μέχρι τους μικρομαγαζάτορες των συνοικιών και των εργατικών περιοχών.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες της και όλους τους κινδύνους της, η κατάσταση στη Γερμανία κλείνει μέσα της τεράστια πλεονεκτήματα για ένα επαναστατικό κόμμα: υπαγορεύει επιτακτικά ένα καθαρό στρατηγικό σχέδιο που θα ξεκινάει από την άμυνα για να περάσει στην επίθεση. Χωρίς να παραιτηθεί ούτε για μια στιγμή από το βασικό του σκοπό -την κατάκτηση της εξουσίας- το Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθετεί για την άμεση δράση μια αμυντική θέση. «Τάξη ενάντια σε τάξη»! Είναι ώρα να δώσουμε σ’ αυτή τη φόρμουλα το αληθινό της νόημα!
Η αντίσταση των εργατών στην επίθεση του κεφαλαίου και της κυβέρνησης θα προκαλέσει αναπόφευκτα μια ισχυρότερη επίθεση από το φασισμό.  Οσο μετριοπαθή κι αν είναι τα πρώτα αμυντικά βήματα, η αντίδραση από τη μεριά του αντιπάλου θα σφίξει άμεσα τις γραμμές του ενιαίου μετώπου, θα πλατύνει τους στόχους, θα προκαλέσει την ανάγκη να χρησιμοποιηθούν πιο αποφασιστικές μέθοδοι, θ’ απομακρύνει από το ενιαίο μέτωπο τ’ αντιδραστικά στρώματα της γραφειοκρατίας, θα πλα τύνει την επιρροή του κομμουνισμού γκρεμίζοντας τους φράχτες που χωρίζουν τους εργάτες και θα προετοιμάσει έτσι το πέρασμα από την άμυνα στην επίθεση.
Αν μέσα στους αμυντικούς αγώνες το Κομμουνιστικό Κόμμα κατακτήσει τον ηγετικό ρόλο -κι αυτό είναι σίγουρο με μια σωστή πολιτική- τότε, κατά το πέρασμα στην επίθεση, δεν θα χρειαστεί καθόλου να πάρει την έγκριση των ρεφορμιστικών και κεντρισπκών κορυφαίων ηγεσιών. Οι μάζες αποφασίζουν από τη στιγμή που οι μάζες αποσπώνται από ρεφορμιστική ηγεσία, οι συμφωνίες μαζί της χάνουν κάθε νόημα. Η συνέχιση του ενιαίου μετώπου θα σήμαινε έλλειψη κατανόησης της διαλεκτικής της επαναστατικής πάλης και μετατροπή του ενιαίου μετώπου από εφαλτήριο σε φράχτη.
Οι δυσκολότερες πολιτικές καταστάσεις είναι, με κάποια έννοια, οι πιο εύκολες ν’ αντιμετωπιστούν: επιτρέπουν μονάχα μια λύση. Όταν προσδιορίσουμε καθαρά το πρόβλημα με τ’ όνομά του, αυτό σημαίνει πως έχουμε κιόλας βρει, κατ’ αρχήν, τη λύση του: από το ενιαίο μέτωπο στ’ όνομα της άμυνας, προς την κατάκτηση της εξουσίας κάτω από τη σημαία του κομμουνισμού. Θα πετύχουμε; Η κατάσταση είναι δύσκολη. Ο υπεραριστερός τελεσιγραφισμός στηρίζει το ρεφορμισμό. Ο ρεφορμισμός υποστηρίζει τη γραφειοκρατική δικτατορία της αστικής τάξης. Η γραφειοκρατική δικτατορία του Μπρύνινγκ εντείνει την οικονομική αγωνία της χώρας και τροφοδοτεί το φασισμό.  Η κατάσταση είναι πολύ επώδυνη, πολύ επικίνδυνη, αλλά καθόλου απελπιστική. Όσο ισχυρός κι αν είναι ο σταλινικός μηχανισμός, έστω κι αν είναι οπλισμένος με τη σφετερισμένη εξουσία της Οκτωβριανής Επανάστασης και τα υλικά της μέσα, δεν είναι παντοδύναμος. Η διαλεκτική της ταξικής πάλης είναι πιο δυνατή. Χρειάζεται μονάχα να τη βοηθήσουμε έγκαιρα. Σήμερα πολλοί «αριστεροί» παρουσιάζονται απαισιόδοξοι σε ό, τι αφορά την τύχη της Γερμανίας. Στα 1923, λένε, όταν ο φασισμός ήταν ακόμα πολύ αδύνατος και το Κομμουνισ τικό Κόμμα είχε σοβαρή επιρροή μέσα στα συνδικάτα και τις εργοστασιακές επιτροπές, το προλεταριάτο δεν κέρδισε τη νίκη -πώς μπορεί λοιπόν κανείς να περιμένει μια νίκη τώρα που το κόμμα έγινε πιο αδύνατο και ο φασισμός ασύγκριτα πιο δυνατός;
Όσο εντυπωσιακό κι αν είναι στην πρώτη ματιά, αυτό το επιχείρημα είναι λαθεμένο. Στα 1923, τα πράγματα δεν έφτασαν ποτέ μέχρι το στάδιο της σύγκρουσης: το κόμμα απόφυγε να δώ σει τη μάχη μπροστά στο φάντασμα του φασισμού. Χωρίς αγώνα, δεν μπορεί να υπάρξει νίκη. Ακριβώς όμως, είναι η δύναμη του φασισμού και η ενίσχυσή του, που αποκλείο υν αυτή τη φορά τη δυνατότητα ν’ αποφύγει κανείς τη μάχη. Η μάχη θα δοθεί υποχρεωτικά. Κι αν η γερμανική εργατική τάξη μπει στον αγώνα, μπορεί να νικήσει. Πρέπει να νικήσει.

Ακόμα χτες, οι μεγάλοι ηγέτες έλεγαν: «Ας έρθουν οι φασίστες στην εξουσία, δεν φοβόμαστε τίποτε, γρήγορα θα εξαντληθούν κτλ». Αυτή η σκέψη κυριάρχησε στα κορυφαία όργανα του κόμματος για πολλούς μήνες. Αν η σκέψη αυτή ρίζωνε οριστικά, αυτό θα σήμαινε πως το Κομμουνιστικό Κόμμα θ’ αποκοίμιζε το προλεταριάτο με χλωροφόρμιο πριν του κόψει το κεφάλι ο Χίτλερ. Εδώ βρισκόταν όλος ο κίνδυνος. Σήμερα, κανείς δεν το επαναλαμβάνει πια. Ετσι, ήδη κατακτήσαμε μια πρώτη θέση. Η ιδέα πως πρέπει να συντρίψουμε το φασισμό πριν αυτός φτάσει στην εξουσία, διαδόθηκε ανάμεσα στις εργατικές μάζες. Είναι μια πολύτιμη κατάκτηση. Πάνω σ’ αυτή πρέπει να στηριχτεί όλη η κατοπινή ζύμωση και παρέμβασή μας.
Η σκέψη των εργατικών μαζών είναι ανάστατη. Εχουν χτυπηθεί από την ανεργία και την εξαθλίωση. Αυτό όμως που τις ταράζει περισσότερο, είναι η σύγχυση της ηγεσίας, ο κυκέωνας. Οι εργάτες καταλαβαίνουν πως δεν πρέπει ν’ αφήσουν τον Χίτλερ να φτάσει στην εξουσία. Αλλά πώς; Η λύση δεν είναι ορατή. Η ηγεσία τους μπερδεύει, αντι να τους βοηθήσει. Ομως οι εργάτες θέλουν να παλέψουν.
Να ένα χτυπητό γεγονός που κρίνοντάς το από μακριά, πιστεύουμε ότι δεν εκτιμήθηκε αρκετά; οι ανθρακωρύχοι του Χιρς – Ντούνκερ διακήρυξαν πως το καπιταλιστικό καθεστώς πρέπει ν’ αντικατασταθεί από το σοσιαλιστικό καθεστώς! Αυτό όμως σημαίνει ότι αύριο θα δεχτούν να δημιουργήσουν σοβιέτ σαν όργανα όλης της τάξης. Είναι πολύ πιθανό πως θα ήταν έτοιμοι γι’ αυτό ακόμα και σήμερα: πρέπει μονάχα να είμαστε αρκετά έτοιμοι για να τους το ζητήσουμε! Αυτό και μόνο το σύμπτωμα είναι χίλιες φορές πιο σημαντικό και πιο πειστικό από όλες τις ιμπρεσιονιστικές εκτιμήσεις των μορφωμένων κυρίων και των ρητόρων που γκρινιάζουν μιλώντας περιφρονητικά για τις μάζες.
Παρατηρούμε πραγματικά, μέσα στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος, μια παθητικότητα, παρά τις παροτρύνσεις του μηχανισμού. Αλλά γιατί; Οι αγωνιστές της βάσης πηγαίνουν όλο και πιο σπάνια στις συνελεύσεις των πυρήνων όπου τους ταΐζουν συνέχεια με ξηρά τροφή. Οι ιδέες που τους κατεβάζουν από πάνω δεν είναι εφαρμόσιμες ούτε στο εργοστάσιο ούτε στο δρόμο. Ο εργάτης νιώθει την ασυμφιλίωτη αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνα που του χρειάζονται όταν βρίσκεται μπροστά στις μάζες και σ’ εκείνα που του δίνουν στις επίσημες συνεδριάσεις του κόμματος. Η ψεύτικη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο φωνακλάδικος και υπερόπτης μηχανισμός που δεν σηκώνει αντιρρήσεις, καταντάει ανυπόφορη για τα μέλη της βάσης του κόμματος.  Κι από κει βγαίνει το κενό και η παγωνιά που βασιλεύουν στις συνεδριάσεις του κόμματος. Δεν είναι γιατί λείπει η διάθεση γι’ αγώνα. Είναι μια κατάσταση πολιτικής σύγχυσης και ταυτόχρονα μια βουβή διαμαρτυρία ενάντια στην παντοδύναμη αλλά χωρίς μυαλό ηγεσία.
Η σύγχυση που υπάρχει μέσα στις γραμμές του προλεταριάτου ενθαρρύνει τους φασίστες. Η επίθεσή τους επεκτείνεται. Ο κίνδυνος μεγαλώνει.  Αλλά ακριβώς το πλησίασμα του φασιστικού κινδύνου θα οξύνει σημαντικά την ακοή και την όραση των προχωρημένων εργατών και θα δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα ευνοϊκή για τις καθαρές και απλές προτάσεις που οδηγούν στη δράση.
Αναφέροντας το παράδειγμα του Μπρούνσβικ, ο Μύντσενμπεργκ έγραψε τον περσινό Νοέμβρη: «Δεν μπορούμε πια να έχουμε σήμερα αμφιβολίες γι’ αυτό. Το ενιαίο μέτωπο θα ξεπηδήσει μονομιάς, αυθόρμητα, κάτω από την πίεση της φασιστικής τρομοκρατίας και των φασιστικών επιθέσεων που δυναμώνουν». Ο Μύντσενμπεργκ δεν μας εξηγεί γιατί η Κεντρική Επιτροπή, που είναι μέλος της, δεν κάνει το γεγονός του Μπρούνσβικ αφετηρία για μια τολμηρή πολιτική ενιαίου μετώπου. Λίγο ενδιαφέρει, αλλά, χωρίς να πάψει να εκθέτει τη δική του την ασυναρτησία, ο Μύντσενμπεργκ κάνει ωστόσο μια σωστή πρόγνωση.
Το πλησίασμα του φασιστικού κινδύνου δεν μπορεί να μην προκαλέσει τη ριζοσπασπκοποίηση των σοσιαλδημοκρατών εργατών και σημαντικών επίσης στρωμάτων του ρεφορμιστικού μηχανισμού. Η επαναστατική πτέρυγα του SAP θα κάνει σίγουρα ένα βήμα μπροστά. Ακόμα πιο αναπόφευκτη είναι, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η στροφή του κομμουνιστικού μηχανισμού, έστω κι αν σ τοιχίσει εσωτερικές ρωγμές και διασπάσεις. Πρέπει να προσανατολιστούμε αποκλειστικά πάνω σε μια τέτοια τάση εξέλιξης.
Η στροφή των σταλινικών είναι αναπόφευκτη. Ορισμένα συμπτώματα, που δίνουν το μέτρο της πίεσης που έρχεται από τα κάτω, εκδηλώνονται κιόλας σήμερα: συγκεκριμένα επιχειρήματα αντικαθίστανται από άλλα, η φρασεολογία γίνεται πιο συγκεχυμένη, τα συνθήματα πιο διφορούμενα, ενώ ταυτόχρονα αποκλείουν απ’ το κόμμα όσους υπήρξαν αρκετά απρόσεκτοι ώστε να κατανοήσουν τι χρειάζεται πριν από την Κεντρική Επιτροπή. Όλα αυτά είναι σίγουρα συμπτώματα για τη στροφή που πλησιάζει και όχι μόνο συμπτώματα.

Είδαμε πολλές φορές στο παρελθόν τη σταλινική γραφειοκρατία, αφού είχε χαλάσει εκατοντάδες τόνους χαρτί στην πολεμική ενάντια στον αντεπαναστατικό «τροτσκισμό», να κάνει ύστερα μια απότομη στροφή και να δοκιμάζει να πραγματοποιήσει το πρόγραμμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης -μερικές φορές, αλήθεια, με απελπιστική καθυστέρηση.
Στην Κίνα, η στροφή έγινε πολύ αργά και με τέτοια μορφή που έδωσε το τελειω τικό πλήγμα στην επανάσταση (εξέγερση της Καντώνας!). Στην Βρετανία η «στροφή» έγινε από τον αντίπαλο, δηλαδή από το Γενικό Συμβούλιο, που έσπασε τις σχέσεις με τους σταλινικούς, όταν δεν τους είχε πια ανάγκη.  Αλλά στην ΕΣΣΔ η στροφή στα 1928 έγινε αρκετά έγκαιρα για να σώσει τη δικτατορία από την καταστροφή που πλησίαζε. Δεν είναι δύσκολο να βρούμε τις αιτίες των διαφορών ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία μεγάλα παραδείγματα.  Στην Κίνα το νέο και άπειρο Κομμουνιστικό Κόμμα πίστευε τυφλά στη καθοδήγηση της Μόσχας και η φωνή της ρώσικης αντιπολίτευσης δεν είχε καν τον καιρό να φτάσει στην Κίνα. Σχεδόν το ίδιο έγινε και με την Αγγλία. Στην ΕΣΣΔ, η Αριστερή Αντιπολίτευση βρισκόταν επί τόπου και διεξήγαγε ασταμάτητα την καμπάνια ενάντια στην κουλάκικη πολιτική. Στην Κίνα και την Αγγλία, οι Στάλιν και Σία κινδύνευαν από μακριά. Στην ΕΣΣΔ παίζανε το ίδιο τους το κεφάλι.
Το πολιτικό πλεονέκτημα της γερμανικής εργατικής τάξης είναι αυτή τη στιγμή ότι όλα τα ζητήματα έχουν τεθεί δημόσια και έγκαιρα. Το κύρος της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς έχει αδυνατίσει πολύ. Η Μαρξιστική Αντιπολίτευση δρα επί τόπου, μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Στους κόλπους της προλεταριακής πρωτοπορίας βρίσκονται χιλιάδες έμπειρα στοιχεία με διάθεση κριτικής, ικανά να υψώσουν τη φωνή τους. Κι η φωνή τους άρχισε ν’ ακούγεται.
Αριθμητικά, η Αριστερή Αντιπολίτευση στη Γερμανία είναι αδύνατη. Αλλά η πολιτική της επιρροή μπορεί μέσα σ’ αυτή την απότομη ιστορική στροφή, να γίνει αποφασιστική. Σαν τον κλειδούχο, που στρέφοντας έγκαιρα ένα μοχλό, μεταθέτει ένα βαριά φορτωμένο τραίνο σ’ άλλη γραμμή, όμοια και μια μικρή αντιπολίτευση μπορεί, στρέφοντας σταθερά και σίγουρα τον ιδεολογικό μοχλό, να αναγκάσει το τρένο του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, καθώς και το ακόμα πιο βαρύ τρένο του γερμανικού προλεταριάτου, να πάρει άλλη κατεύθυνση.
Η ορθότητα της θέσης μας θα φανερώνεται κάθε μέρα μέσα στη δράση.  Οταν το ταβάνι αρχίζει να λαμπαδιά ζει πάνω απ’ τα κεφάλια τους και οι πιο ξεροκέφαλοι γραφειοκράτες ξεχνάνε το γόητρο. Ακόμα και οι μυστικοσύμβουλοι, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες πηδάνε από τα παράθυρα με τα σώβρακα.  Η παιδαγωγική των γεγονότων θα βοηθήσει την κριτική μας.
Αλλά το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα πετύχει άραγε να κάνει έγκαιρα τη στροφή; Το ζήτημα του χρόνου σήμερα, μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί μονάχα κάτω από ορισμένους όρους. Χωρίς την υστερική παλαβομάρα της «τρίτης περιόδου» το γερμανικό προλεταριάτο θα βρισκόταν σήμερα στην εξουσία.  Αν ύστερα από τις τελευταίες εκλογές στο Ράιχσταγκ, το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε υιοθετήσει το πρόγραμμα δράσης που είχε προτείνει η Αριστερή Αντιπολίτευση, η νίκη θα ήταν σίγουρη. Σήμερα είναι αδύνατο να μιλήσουμε για μια βέβαιη νίκη. Μια έγκαιρη στροφή αυτή τη στιγμή θα μπορούσε μονάχα να επιτρέψει στους γερμανούς εργάτες να δώσουν τη μάχη πριν ν’ αρπάξει ο φασισμός τον κρατικό μηχανισμό.
Για να πετύχουμε αυτή τη στροφή, χρειάζεται να εντείνουμε τις προσπάθειες μας στο έπακρο. Χρειάζεται τα προχωρημένα στοιχεία του κομμουνισμού, μέσα κι έξω από το κόμμα, να μη φοβηθούν τη δράση. Πρέπει να παλέψουν ανοιχτά ενάντια στον ηλίθιο τελεσιγραφισμό της γραφειοκρατίας, τόσο στο εσωτερικό του κόμματος όσο και μπροστά στις μάζες.
«Μα αυτό είναι παράβαση της πειθαρχίας», θα πει ο διατακτικός κομμουνιστής.  Ασφαλώς, είναι μια παράβαση της σταλινικής πειθαρχίας. Κανένας σοβαρός επαναστάτης δεν θα παραβίαζε την πειθαρχία, ακόμα και την τυπική, αν δεν υπήρχαν γι’ αυτό επιτακτικοί λόγοι. Αλλά όποιος οχυρώνεται πίσω από την πειθαρχία και ανέχεται μια πολιτική που είναι ολοφάνερα ολέθρια, αυτός δεν είναι επαναστάτης, είναι ένας φαρσαδόρος, κομμάτι ενός αναποφάσιστου συρφετού.
Θα ήταν εγκληματικό από τη μεριά των αντιπολιτευόμενων κομμουνιστών να μπούνε στο δρόμο -όπως οι Ούρμπανς και Σία- της δημιουργίας ενός νέου Κομμουνιστικού Κόμματος, πριν να γίνουν σοβαρές προσπάθειες για ν’ αλλάξει πορεία το παλιό Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν είναι δύσκολο να δημιουργήσει κανείς μια μικρή ανεξάρτητη οργάνωση. Αλλά η δημιουργία ενός νέου Κομμουνιστικού Κόμματος είναι γιγάντιο καθήκον. Υπάρχουν στελέχη για να πραγματοποιήσουν ένα τέτοιο έργο; Αν υπάρχουν, γιατί δεν κάνουν τίποτα για να επηρεάσουν τις δεκάδες χιλιάδες εργάτες που βρίσκονται στο επίσημο κόμμα; Αν αυτά τα στελέχη πιστεύουν πως είναι ικανά να εξηγήσουν στους εργάτες την ανάγκη ενός καινούργιου κόμματος, οφείλουν πριν απ’ όλα να επαληθεύσουν τη δύναμή τους αυτή στο έργο της αναγέννησης του κόμματος που υπάρχει.
Να βάλουμε σήμερα το ζήτημα για ένα τρίτο κόμμα θα σήμαινε ν’ αντιταχθούμε, την παραμονή μιας σημαντικής ιστορικής απόφασης, στα εκατομμύρια των κομμουνιστών εργατών που είναι μεν δυσαρεστημένοι από την ηγεσία τους, αλλά από ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης, συσπειρώνονται γύρω από το κόμμα. Πρέπει να βρούμε μια κοινή γλώσσα με αυτά τα εκατομμύρια των κομμουνιστών εργατών. Πρέπει, αγνοώντας τις βρισιές, τις συκοφαντίες, τους κατατρεγμούς από τους γραφειοκράτες, να βρούμε κάποια πρόσβαση προς τη συνείδηση αυτών των εργατών. Πρέπει να τους δείξουμε πως θέλουμε το ίδιο πράγμα μ’ αυτούς. Πως δεν έχουμε άλλα συμφέροντα έξω από τα συμφέροντα του κομμουνισμού. Πως ο δρόμος που δείχνουμε είναι ο μόνος σωστός.
Πρέπει να καταγγέλλουμε αμείλικτα τους υπερ-ριζοσπάστες συνθηκολόγους. Πρέπει ν’ απαιτούμε από τους «ηγέτες» μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα: «Τώρα τι να κάνουμε;» Και να δώσουμε τη δική μας απάντηση -σε όλη τη χώρα, σε κάθε περιοχή, σε κάθε πόλη, σε κάθε γειτονιά , σε κάθε εργοστάσιο.
Πρέπει να δημιουργήσουμε στο εσωτερικό του κόμματος πυρήνες Μπολσεβίκων – Λενινιστών, που πρέπει να γράψουν στη σημαία τους: αλλαγή στην πορεία του κόμματος και μεταρρύθμιση στο εσωκομματικό καθεστώς.  Εκεί όπου θα εξασφαλίζουν κάποιο σοβαρό στήριγμα, πρέπει ν’ αρχίσουν να εφαρμόζουν την πολιτική του ενιαίου μετώπου στην πράξη, έστω και σε περιορισμένη τοπική κλίμακα. Η γραφειοκρατία του κόμματος θ’ αρχίσει τις διαγραφές;
Ασφαλώς. Αλλά μέσα στις σημερινές συνθήκες, η παντοδυναμία της δεν θα διαρκέσει ακόμα πολύ.
Χρειάζεται μέσα στις γραμμές του κομμουνισμού και όλου του προλεταριάτου μια ανοιχτή συζήτηση -χωρίς σαμποτάρισμα των συγκεντρώσεων, χωρίς διαστρεβλωμένα τσιτάτα, χωρίς δηλητηριασμένες συκοφαντίες- μια τίμια ανταλλαγή απόψεων στη βάση της προλεταριακής δημοκρατίας: έτσι συζητήσαμε στη Ρωσία με όλα τα κόμματα και στο εσωτερικό του ίδιου του κόμματός μας σ’ όλη τη διάρκεια του 1917. Πρέπει να προετοιμάσουμε, ύστερα από μια πλατειά συζήτηση, ένα έκτακτο συνέδριο του κόμματος με μοναδικό θέμα στην ημερήσια διάταξη: «Και τώρα;».
Οι αριστεροί αντιπολιτευόμενοι δεν στέκονται ανάμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Σοσιαλδημοκρατία. Είναι στρατιώτες του κομμουνισμού, αγωνιστές του, προπαγανδιστές του, οργανωτές του. Με τα μάτια στραμμένα στο κόμμα! Πρέπει να του εξηγήσουμε. Πρέπει να το πείσουμε.
Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα αναγκαστεί να εφαρμόσει την πολιτική του ενιαίου μετώπου, η επίθεση του φασισμού σίγουρα θ’ αντιμετωπιστεί. Κι ύστερα, μια σοβαρή νίκη εναντίον του φασισμού θ’ ανοίξει το δρόμο για την δικτατορία του προλεταριάτου.
Αλλά ακόμα κι αν μπει επικεφαλής της επανάστασης, το Κομμουνιστικό Κόμμα θα κουβαλάει μαζί του πολλές αντιφάσεις. Η αποστολή της Αριστερής Αντιπολίτευσης δεν θα έχει τελειώσει καθόλου. Με μια ορισμένη έννοια, η αποστολή αυτή μόλις θα έχει αρχίσει. Η νίκη της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία θα σημάνει πάνω απ’ όλα διάλυση της γραφειοκρατικής εξάρτησης του Κομμουνιστικού Κόμματος από το σταλινικό μηχανισμό.
Την επόμενη της νίκης του γερμανικού προλεταριάτου και ίσως πολύ πριν ακόμα, μέσα στην πορεία της πάλης για την εξουσία, τα σίδερα που αλυσοδένουν την Κομμουνιστική Διεθνή θα σπάσουν.
Η ιδεολογική αθλιότητα του γραφειοκρατικού κεντρισμού, η εθνική στενότητα του ορίζοντά του, ο αντιπρολεταριακός χαρακτήρας του καθεστώτος του, όλα αυτά θα ξεσκεπαστούν μονομιάς μέσα στο φως της γερμανικής επανάστασης που θα είναι ασύγκριτα πιο λαμπερό από το φως της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι ιδέες του Μαρξ και του Λένιν θα θριαμβεύσουν αναπόφευκτα μέσα στο γερμανικό προλεταριάτο.

*  *  *

Συμπεράσματα

Ένας ζωέμπορος οδηγούσε τα βόδια του στο σφαγείο. Ο χασάπης εμφανίστηκε με το κοφτερό μαχαίρι του. – «Ας σφίξουμε τις γραμμές μας και με ία κέρατά μας, ας κομματιάσουμε αυτό τον δήμιο!», πρότεινε ένα από τα βόδια.- «Αλλά σε τι είναι χειρότερος ο χασάπης από τον έμπορο που μας φέρνει εδώ χτυπώντας μας με τη βουκέντρα:», αποκρίθηκαν ία βόδια που είχαν διαπαιδαγωγηθεί πολιτικά στο μαντρί ίου Μανουίλσκι.- «Μα ύστερα θα μπορέσουμε να κανονίσουμε το λογαριασμό και με το ζωέμπορο!», είπε το βόδι.- «Όχι» αποκρίθηκαν τα βόδια με αρχές. «Εσύ καλύπτεις τους εχθρούς από τ’ αριστερά. Είσαι και συ ο ίδιος ένας σοσιαλ-χασάπης». Και αρνήθηκαν να σφίξουν τις γραμμές τους.
(Από τους μύθους του Αισώπου)

«Να βάζεις την ακύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ανεπιφύλακτα, υποχρεωτικά, άμεσα, σαν πρώτη προτεραιότητα πριν από το πρόβλημα της απελευθέρωσης των άλλων χωρών από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό, είναι μικροαστικός εθνικισμός (άξιος των Κάουτσκι, Χίλφερντιγκ, Οττο Μπάουερ και Σία). Δεν είναι επαναστατικός διεθνισμός». (Λένιν: «0 αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»).
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι: πλήρης απόρριψη του εθνικού-Κομμουνισμού, ανοιχτή και οριστική εγκατάλειψη των συνθημάτων της «Λαϊκής Επανάστασης» και της «Εθνικής Απελευθέρωσης». Όχι «Κάτω η Συνθήκη των Βερσαλλιών!», αλλά «Ζήτω οι Σοβιετικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης!».
Ο Σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα πάνω στη βάση του πιο υψηλού επιπέδου της σύγχρονης τεχνολογίας και πάνω στη βάση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας.
Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ δεν είναι μια αυτάρκης εθνική διαδικασία, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διεθνούς επανάστασης.  Η κατάκτηση της εξουσίας από το γερμανικό και το ευρωπαϊκό προλεταριάτο είναι ένας στόχος ασύγκριτα πιο πραγματοποιήσιμος και πιο άμεσος από την οικοδόμηση μιας κοινωνίας κλειστής και αυτάρκους μέσα στα όρια της ΕΣΣΔ.
Χωρίς όρους υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, του πρώτου εργατικού κράτους, ενάντια στους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς της δικτατορίας του προλεταριάτου!  Αλλά η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με τα μάτια δεμένα. Χρειάζεται διεθνής προλεταριακός έλεγχος πάνω στη σοβιετική γραφειοκρατία. Αλύπητο ξεγύμνωμα των εθνικο-ρεφορμισπκών και θερμιδωριανών τάσεων που βρίσκουν την έκφρασή τους στη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα.

*  *  *

Τι χρειάζεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα;
Επιστροφή στο σχολείο στρατηγικής των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Απόρριψη του τελεσιγραφισμού προς τις μαζικές εργατικές οργανώσεις: η κομμουνιστική ηγεσία δεν μπορεί να επιβληθεί, μπορεί μονάχα να κατακτηθεί. Απόρριψη της θεωρίας του σοσιαλφασισμού που βοηθάει τη Σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό.
Επίμονη εκμετάλλευση του ανταγωνισμού ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό: α) για μια αποτελεσματική πάλη ενάντια στο φασισμό, β) για να φέρουμε σε αντιπαράθεση τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες με τη ρεφορμιστική ηγεσία.
Για μας το κριτήριο για την εκτίμηση των αλλαγών στα πολιτικά καθεστώτα της αστικής κυριαρχίας δεν είναι οι αρχές της τυπικής δημοκρατίας, αλλά τα ζωτικά συμφέροντα της προλεταριακής δημοκρατίας.
Ούτε άμεση υποστήριξη, ούτε έμμεση υποστήριξη στο καθεστώς του Μπρύνινγκ!
Ηρωική και θαρραλέα υπεράσπιση των προλεταριακών οργανώσεων ενάντια στο φασισμό.
«Τάξη ενάντια σε τάξη!». Αυτό σημαίνει: όλες οι εργατικές οργανώσεις πρέπει να συμμετέχουν στο ενιαίο μέτωπο ενάντια στην αστική τάξη. Το πρακτικό πρόγραμμα του ενιαίου μετώπου προσδιο ρίζεται ανάμεσα στις οργανώσεις με συμφωνίες που συνάπτονται μπροστά στα μάτια των μαζών.  Κάθε οργάνωση παραμένει κάτω από τη σημαία της και κάτω από την ηγεσία της. Κάθε οργάνωση υπακούει μέσα στη δράση στην πειθαρχία του ενιαίου μετώπου.
«Τάξη ενάντια σε τάξη!». Πρέπει να κάνουμε ακούραστη ζύμωση ώστε οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις και τα ρεφορμιστικά συνδικάτα να διακόψουν τις σχέσεις τους με τους ύπουλους αστικούς συμμάχους του «Σιδερένιου Μετώπου» και να ενταχθούν στο κοινό μέτωπο με τις κομμουνιστικές οργανώσεις και όλες τις άλλες εργατικές οργανώσεις.
«Τάξη ενάντια σε τάξη!». Προπαγάνδα και οργανωτική προετοιμασία των εργατικών σοβιέτ σαν ανώτατης μορφής του ενιαίου εργατικού μετώπου.

*  *  *

Πλήρης ανεξαρτησία, οργανωτική και πολιτική, του Κομμουνιστικού Κόμματος, πάντοτε και κάτω απ’ όλες τις συνθήκες. Κανένας συνδυασμός προγραμμάτων και σημαιών. Καμιά συναλλαγή χωρίς αρχές. Πλήρης ελευθερία κριτικής απέναντι στους προσωρινούς συμμάχους.
Η υποψηφιότητα του Τέλμαν για το αξίωμα του προέδρου είναι αυτονόητα υποψηφιότητα και της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Στην πάλη για την κινητοποίηση των εργατών κάτω από τη σημαία της επίσημης κομμουνιστικής υποψηφιότητας, οι Μπολσεβίκοι – Λενινιστές πρέπει να βρίσκονται στις πρώτες γραμμές.
Οι γερμανοί κομμουνιστές πρέπει να εμπνέονται όχι από το σημερινό καθεστώς του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, καθεστώς που αντανακλά την κυριαρχία του μηχανισμού πάνω στη βάση της νικηφόρας επανάστασης, αλλά από το εσωτερικό καθεστώς του κόμματος που οδήγησε στη νίκη της επανάστασης. Η διάλυση της κυριαρχίας του μηχανισμού πάνω στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Η επιστροφή στην εσωκομματική δημοκρατία είναι απαραίτητη. Οι κομμουνιστές εργάτες πρέπει να ανοίξουν μέσα στο Κόμμα μια τίμια και σοβαρή συζήτηση πάνω σ’ όλα τα προβλήματα της στρατηγικής και της τακτικής. Η φωνή της Αριστερής Αντιπολίτευσης (Μπολσεβίκοι – Λενινιστές) πρέπει ν’ ακουστεί από το Κόμμα.
Ύστερα από μια τέτοια συζήτηση που θ’ αγκαλιάσει όλα τα προβλήματα, οι αποφάσεις πρέπει να παρθούν από ένα συνέδριο εκλεγμένο ελεύθερα.
Σωστή πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος απέναντι στο SAP: αδιάλλαχτη κριτική (αλλά τίμια, δηλαδή ανταποκρινόμενη στα πραγματικά γεγονότα) για τους δισταγμούς της ηγεσίας· στάση προσεχτική, φιλική, στάση προσέγγισης απέναντι στην αριστερή πτέρυγα, κι ακόμα ετοιμότητα για το κλείσιμο πρακτικών συμφωνιών με το SAP και για τη δημιουργία στενότερων δεσμών με την επαναστατική του πτέρυγα.

*  *  *

Άμεση στροφή στο πηδάλιο της συνδικαλιστικής πολιτικής: αγώνας ενάντια στη ρεφορμιστική ηγεσία πάνω στη βάση της συνδικαλιστικής ενότητας. Συστηματική πολιτική ενιαίου μετώπου στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Συμφωνίες με τις ρεφορμιστικές εργοστασιακές επιτροπές πάνω στη βάση ενός προγράμματος με καθορισμένες διεκδικήσεις.
Αγώνας για τη μείωση των τιμών. Αγώνας ενάντια στην περικοπή των μισθών. Ενταξη αυτού του αγώνα στη γραμμή της καμπάνιας για τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής.
Καμπάνια για τη συνεργασία με την ΕΣΣΔ πάνω στη βάση ενός κοινού οικονομικού σχεδίου.
Επεξεργασία ενός προσχεδίου από τα αντίστοιχα όργανα της ΕΣΣΔ με τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων οργανώσεων του γερμανικού προλεταριάτου. Καμπάνια για το πέρασμα της Γερμανίας στο σοσιαλισμό πάνω στη βάση ενός τέτοιου σχεδίου.

*  *  *

Ψεύδονται όσοι λένε ότι η κατάσταση είναι απελπιστική. Οι απαισιόδοξοι και οι σκεπτικιστές πρέπει να διωχτούν από τις εργατικές γραμμές σαν φορείς μιας θανατηφόρας μόλυνσης. Οι εσωτερικές δυνάμεις του γερμανικού προλεταριάτου είναι ανεξάντλητες. Θ’ ανοίξουν το δρόμο τους.

Πρίγκηπος, 27 Γενάρη 1932

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

1929    
Γενάρης: 2,8 εκατομμύρια άνεργοι
Μάης: Διαδήλωση του Γερμανικού Κ.Κ. στο Βερολίνο για την Πρωτομαγιά παρά την απαγόρευση. Δολοφονούνται από την αστυνομία 31 διαδηλωτές. Απαγορεύονται προσωρινά οι εφημερίδες του Κ. Κ. Γ.

1930  
Γενάρης: 3,2 εκατομμύρια οι άνεργοι
Μάρτης: Το ΓΚΚ έχει 136000 μέλη, το 1/3 απ’ αυτά είναι εργάτες. Πέφτει η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Μύλλερ και σχηματίζεται κυβέρνηση μειοψηφίας του Μπρύνινγκ (κέντρο) χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες.
Σεπτέμβρης: Εκλογές για το Ράιχσταγκ. Η δεξιά και το κέντρο χάνουν ψήφους. Το Γερμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα παίρνει 8,5 εκατομμύρια. Το Γ.Κ.Κ. 4,5 εκατομμύρια και οι Ναζί 6,3 εκατομμύρια. Η κυβέρνηση Μπρύνινγκ παραμένει υπό την ανοχή του Γ.Σ.Κ.
Ο Τρότσκυ καλεί για Ενιαίο εργατικό μέτωπο ενάντια στους φασίστες. Το σταλινικό Γ.Κ.Κ. το αρνείται ταυτίζοντας τη σοσιαλδημοκρατία με τους ναζί.

1931  
Φλεβάρης: 4,9 εκατομμύρια άνεργοι.
Μάρτης: Το Γ.Κ.Κ. φτάνει τα 195000 μέλη, από τα οποία μόλις το 1/4 εργάζεται. Οκτώβρης: Διασπάται από το ΓΣΚ η αριστερή του τάση, και ιδρύει το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SAP).
Νοέμβρης: Η ηγεσία του ΓΚΚ καλεί για ένα «Κόκκινο ενιαίο μέτωπο» στη βάση. Στην πραγματικότητα δεν ήταν κάλεσμα για ενιαίο μέτωπο, αλλά τελεσίγραφο στην εργατική τάξη να οργανωθεί στο ΓΚΚ.
Δεκέμβρης: Το ΓΣΚ συγκροτεί το «Σιδερένιο Μέτωπο» μαζί με τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Οι άνεργοι αγγίζουν τα 5,6 εκατομμύρια, ενώ γίνεται ρεκόρ στις χρεοκοπίες επιχειρήσεων.

1932
Μάρτης: Πρώτος γύρος προεδρικών εκλογών: 18,7 εκατομμύρια ψηφίζουν Χίντεμπουργκ (αρχιστράτηγος του γερμανικού στρατού από το 1916 και πρόεδρος το 1925). Τον υποστηρίζει και το ΓΣΚ. 5 εκατομμύρια ψηφίζουν τον ηγέτη του ΚΚ Ταίλμαν. Το ΚΚ ταυτίζει τον Χίντεμπουργκ με τον Χίτλερ.

Απρίλης: Ο Χίντεμπουργκ επανεκλέγεται στο δεύτερο γύρο με 19,4 εκατομμύρια ψήφους. Ο Χίτλερ παίρνει 13,4 εκατομμύρια και ο Ταίλμαν μόλις 3,7. Τα χιτλερικά S.Α. (τάγματα εφόδου) και τα S.S. εντείνουν τις επιθέσεις τους κατά των εργατικών οργανώσεων στους δρόμους, παρά τη νομική τους απαγόρευση.
Ιούνης: Σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον συντηρητικό φον Πάπεν, που αντικαθιστά τον κεντρώο Μπρύνινγκ. Μετά την άρση της απαγόρευσης των S.Α. και S.S. ο Χίτλερ ανέχεται την νέα κυβέρνηση.
Το ΓΣΚ απαγορεύει κάθε κοινή αντιφασιστική δράση των μελών του σε τοπική κλίμακα με το ΓΚΚ.
Ιούλης: Εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Ναζί: 13,7 εκατομμύρια ψήφους, ΓΣΚ: 7,9, ΓΚΚ: 5,2.
Σεπτέμβρης, Οκτώβρης: μεγάλο απεργιακό κύμα. Παραίτηση κυβέρνησης Πάπεν. Δεκέμβρης: Ο στρατηγός Σλάϊχερ γίνεται καγκελάριος του Ράιχ. Το ΓΚΚ φτάνει τα 360000 μέλη. Εκδίδει 37 καθημερινές εφημερίδες. Οι άνεργοι επίσημα φτάνουν τα 5,7 εκατομμύρια, ανεπίσημα όμως ξεπερνούν τα 8 εκατομμύρια.

1933
Γενάρης: Μαζικές διαδηλώσεις του ΓΚΚ σε πολλές πόλεις ενάντια στην κυβέρνηση Σλάιχερ.
Συνεννοήσεις Χίτλερ και Πάπεν για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Συναντήσεις βιομηχάνων και τραπεζιτών με τους ναζί. Στις 22 τα 8.Α. διαδηλώνουν μπροστά στο Σπίτι του Λήμπνεκτ που βρίσκεται στα χέρια του ΓΚΚ το οποίο απαντά με μαζική διαδήλωση 3 μέρες αργότερα. Στις 28 παραιτείται ο Σλάιχερ. Στις 30 Γενάρη κάτω από την πίεση των ναζιστών ο Χίντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ στην Καγκελαρία. Το ΓΚΚ καλεί σε γενική απεργία και προτείνει στην ηγεσία του ΓΣΚ να την οργανώσουν μαζί. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες αρνούνται την πρόταση.
Φλεβάρης: Διάλυση του Ράΐχσταγκ. Κατάληψη του Σπιτιού του Λήμπνεκτ από την πολιτική αστυνομία. Ο Χίτλερ μιλά ανοικτά για εξόντωση του μαρξισμού και απαγορεύει την κριτική κατά της κυβέρνησης, βγάζοντας ουσιαστικά το ΚΚ στην παρανομία. Στις 27, οι ναζί πυρπολούν το Ράΐχσταγκ και το αποδίδουν στους κομμουνιστές. Η κυβέρνηση και οι ναζιστικές συμμορίες εξαπολύουν κύμα τρομοκρατίας και συλλήψεων. Απαγορεύεται ο τύπος του ΓΣΚ και του ΓΚΚ. με αναγκαστικά διατάγματα περιορίζονται ασφυκτικά οι πολιτικές ελευθερίες.
Μάρτης: Στις 3 συλλαμβάνεται ο Ταίλμαν. Στις 5 γίνονται εκλογές για το Ράΐχσταγκ. Οι Ναζί παίρνουν 17,2 εκατομμύρια, οι σοσιαλδημοκράτες 7,1 και το ΓΚΚ 4,8 εκατομμύρια. Οι Ναζί ενώνουν τις 288 έδρες τους με τις 52 των Εθνικιστών Γερμανών και τις 83 του καθολικού Κέντρου και σχηματίζουν κυβέρνηση. Την άλλη μέρα καταργούνται οι 81 έδρες του ΚΚ. Απρίλης: Γενικεύονται οι διώξεις όλων των αντικαθεστωτικών. Μάης: Διαλύονται τα συνδικάτα και την θέση τους παίρνει το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας.
Ιούνης: Διαλύονται όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός του ναζιστικού. Οργανώνονται τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Νταχάου). Παντού βασιλεύει η τρομοκρατία

1934
Γενάρης: Στις 30 ο Χίτλερ εξοντώνει τους αντιπάλους του (Σλάιχερ, Ρεμ, Στράσσερ) μέσα στο κόμμα, με τη «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών». Διαλύονται τα SΑ
Αύγουστος: Θάνατος του Χίντεμπουργκ. Ο Χίτλερ γίνεται Φύρερ και καγκελάριος του Ράιχ.
Οκτώβρης: Η Γερμανία εγκαταλείπει την Κοινωνία των Εθνών (οργανισμός ανάλογος του ΟΗΕ).

…1938
Πρόγραμμα για οικονομική αυτάρκεια. Αύξηση φόρων και παραγωγής. Μεγάλα δημόσια έργα με βάση την πολεμική βιομηχανία. Πάντως δεν θίγεται η ατομική ιδιοκτησία. Ο αριθμός των επιχειρήσεων ελαττώθηκε κατά 9%, λόγω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Φυλετικοί Νόμοι της Νυρεμβέργης, απαγόρευση γάμων μεταξύ «αριών» και εβραίων. Απαγόρευση κάθε δημόσιου λειτουργήματος στους τελευταίους. Μαζικές εκκαθαρίσεις αντικαθεστωτικών. Γενική προετοιμασία για πόλεμο.

german election 1919 1933

Με μπλε τα κεντρώα κόμματα, μαύρο τα δεξιά και εθνικιστικά, κόκκινο τα αριστερά, και πορτοκαλί οι σοσιαλδημοκράτες

Σχετικά κείμενα του Τρότσκυ:

Το βιβλίο σε έντυπη μορφή: http://www.scribd.com/doc/54121710/trotsky-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%A4%CE%A9%CE%A1%CE%91#fullscreen

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s