Αφιέρωμα στην Επέτειο της Παρισινής Κομμούνας

Αναδημοσίευση από το http://marxistbooks.gr/kommuna.htm τι οποίο δεν λειτουργεί πλέον

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ
Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α
ΣΤΑ 138 ΧΡΟΝΙΑ
ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

 

Στις 18 του Μάρτη 2009 κλείνουν 138 χρόνια από τον ξεσηκωμό του γαλλικού προλεταριάτου και την επιβολή της Κομμούνας του Παρισιού, που «θεωρούσε ότι η σημαία της είναι η σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας…». Όπως θα πολιτογραφηθεί αμέσως μετά από τους Μαρξ – Έγκελς και αργότερα από τον Λένιν, η Παρισινή Κομμούνα ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου, η εξουσία των εργατών, «το κράτος, δηλαδή το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη, προλεταριάτο» –που οι κάθε είδους ρεφορμιστές ακολουθούμενοι από τους σταλινικούς αντεπαναστάτες έχουν προ πολλού αποκηρύξει. Στην Επέτειο της Παρισινής Κομμούνας τα «Μαρξιστικά Βιβλία» χαιρετίζουν –σύμφωνα με την έκφραση του Λαβρόφ– τη χαραυγή, αν και πολύ χλωμή ακόμα, της πρώτης Προλεταριακής Δημοκρατίας στον κόσμο. «Η Κομμούνα του Παρισιού», θα γράψει με τη σειρά του ο Λεόν Τρότσκι, «υπήρξε η πρώτη –αδύναμη ακόμα– ιστορική προσπάθεια κυριαρχίας της εργατικής τάξης. Με σεβασμό θυμόμαστε την Κομμούνα, πέρα από την υπερβολικά περιορισμένη εμπειρία της, την ανωριμότητα των αγωνιστών της, τη σύγχυση του προγράμματος της, την απουσία ενότητας των ηγετών της, την έλλειψη αποφασιστικότητας στα σχέδιά της, τον απελπιστικό πανικό των εκτελεστικών της οργάνων, και την τρομερή συμφορά που μοιραία έφεραν όλα αυτά». Μα οι εργάτες του Παρισιού δεν δίστασαν –«έκαναν την έφοδό τους ενάντια στον ουρανό» όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο Καρλ Μαρξ.
Στο μικρό αυτό Αφιέρωμα στην Κομμούνα παραθέτουμε πέντε κείμενα: Το πρώτο μέρος, «Πράξεις και Ντοκουμέντα της Παρισινής Κομμούνας», είναι ένα μικρό χρονικό που δημοσιεύτηκε στο παράνομο «Μαρξιστικό Δελτίο», Νο 28, του Απρίλη 1964 (σελ. 24-27). Το δεύτερο μέρος, «Τα Διδάγματα της Κομμούνας» είναι μια σύνοψη της ομιλίας του Λένιν, τον Μάρτη του 1908, στη Γενεύη σε μια διεθνή συγκέντρωση που τιμούσε τα 25 χρόνια από το θάνατο του Μαρξ, την Επέτειο της Κομμούνας και τα 60 χρόνια από την Επανάσταση του 1848, (βλ. «Άπαντα», Λένιν, τόμος 16, σελ. 475-478). Το τρίτο μέρος, «Τα Μαθήματα της Παρισινής Κομμούνας» είναι από μια ομιλία του Λεόν Τρότσκι στη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στη Νέα Υόρκη, τον Μάρτη του 1917, ενώ το αμέσως επόμενο κείμενο, «Η Κομμούνα του Παρισιού και η Σοβιετική Ρωσία», είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο «Τρομοκρατία και Κομμουνισμός» του ίδιου συγγραφέα (σελ. 112-133) που γράφτηκε στη διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου πολέμου. Τέλος, προσθέσαμε το πολύ σημαντικό χρονικό του Γιάννη Μακρίδη που δημοσιεύτηκε πέρυσι στο Πολιτικό Καφενείο.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ
NTOKOYMENTA ΤΗΣ ΠΑΡΙΣΙΝΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ (1871)


Επιλογή και Επιμέλεια Κειμένων: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης – Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 7 ΜΑΗ 2009


Τα Γεγονότα στο Παρίσι

Η αντίθεση ανάμεσα στην αντιδραστική εθνοσυνέλευση και στον εργατικό πληθυσμό μέσα στο πολιορκούμενο από τους γερμανούς Παρίσι κάθε μέρα και οξύνεται περισσότερο. Ο στρατηγός Βινουά, κυβερνήτης του Παρισιού, σχεδιάζει τον αφοπλισμό της εθνοφρουράς. Την νύχτα της 17 προς την 18 του Μάρτη ο στρατηγός Λεκόντ, επικεφαλής χωροφυλάκων και μεταμφιεσμένων αστυνομικών, επιχειρεί με πραξικόπημα να καταλάβει τα κανόνια της εθνοφρουράς που, είταν τοποθετημένα στο λόφο της Μονμάρτρης. Η διαταγή του είταν να πυροβολήσουν σ’ όποιον θα αντιστέκονταν. Το πραξικόπημα αποτυγχάνει και ο ίδιος ο στρατηγός Λεκόντ συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.

18 Μαρτίου: Στρατός και οπλισμένοι εργάτες συναδελφώνονται και επαναστατούν. Οι στρατηγοί Λεκόντ και Κλεμάν Τομάς ντουφεκίζονται από τους επαναστάτες.

19 Μαρτίου: Ο Θιέρσος και ο στρατηγός Βινουά καταφεύγουν στις Βερσαλίες όπου συγκαλείται η εθνοσυνέλευση.

26 Μαρτίου: Εκλογές, για την Κομμούνα του Παρισιού. Μεταξύ των άλλων εκλέγονται οι πολίτες: Μελίν, Λεφρανσέ, Αρνούλντ, Αμαρούξ, Ζουρντ, Βαρλέν, Μπιγκόλ, Βαγιάν, Ρανκ, Πιατ, Φορτινέ, Ντελεκλούζ, Εντ, Βαλέ, Μπιλιορεΐ, Μπλανκί, Κλεμάν, Φερέ, Γκρουσέ, Βερμορέλ, Μπερζερέτ, Φλουράνς.

29 Μαρτίου: Η Κομμούνα καταργεί την υποχρεωτική στρατολογία. Εκδίδει διάταγμα για την αναστολή πληρωμής των ενοικίων.

Από τις 19 Μαρτίου ως τις 2 Απριλίου η κυβέρνηση των Βερσαλιών διαπραγματεύεται με τη διοίκηση του γερμανικού στρατού την απελευθέρωση γάλλων στρατιωτών απ’ αυτούς που είχανε συλληφθεί αιχμάλωτοι στο Σεντά μαζί με τον Ναπολέοντα Γ΄, για να τους χρησιμοποιήσει εναντίον του επαναστατημένου Παρισιού. Η κυβέρνηση των Βερσαλιών πετυχαίνει την απελευθέρωση πρώτα 40.000, ύστερα 80.000 και τελικά 100.000.

31 Μαρτίου: Η Κομμούνα, «Θεωρώντας ότι η Σημαία της είναι η Σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας», αποφασίζει να δεχτεί ξένους επαναστάτες στους κόλπους της.

2 Απριλίου: Μάχες στο Κουρμπεβουά και στη λεωφόρο Νεϊγί. Η Κομμούνα αποφασίζει το χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος.

3 Απριλίου: Ο Γκουστάβ Φλουράνς μέλος της Κομμούνας, σκοτώνεται στο Μεντόν από τους βερσαλιέζους.

4 Απριλίου: Ο στρατηγός της Κομμούνας Ντιβάλ συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και ντουφεκίζεται από τους βερσαλιέζους.

6 Απριλίου: Η Κομμούνα αποφασίζει να συλλάβει ομήρους. Ο λαός του Παρισιού καίει την γκιλοτίνα. Ο Ντομπρόφσκι, πολωνός επαναστάτης, διορίζεται φρούραρχος του Παρισιού.

7 Απριλίου: Η Κομμούνα αντικαθιστά την τρίχρωμη σημαία με την κόκκινη του σοσιαλισμού.

3-16 Απριλίου: Συλλήψεις ομήρων από την Κομμούνα. Ανάμεσα τους και ο αρχιεπίσκοπος Ντιμπουά.

12 Απριλίου: Η Κομμούνα αποφασίζει την κατεδάφιση της στήλης του Βαντόμ.

16 Απριλίου: Η Κομμούνα αποφασίζει την απαλλοτρίωση προς όφελος των εργατικών οργανώσεων των εργοστασίων που εγκατέλειψαν οι ιδιοχτήτες τους. Συμπληρωματικές εκλογές μελών της Κομμούνας. Μεταξύ των άλλων εκλέγονται: Κλιζερέ, Κουρμπιέ, Μενότι, Γκαριμπάλντι (Ιταλός).

18 Απριλίου: Η Κομμούνα δίνει τριών χρόνων προθεσμία στους χρεώστες για να τακτοποιήσουν τα χρέη τους.

1 Μαΐου: Συγκρότηση της Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας (Αρνό, Μεγιέ, Ρανβιέρ, Πιάτ, Ζεραρντέν).

6 Μαΐου: Η Κομμούνα αποφασίζει την κατεδάφιση του παρεκκλησίου όπου εξομολογούνταν ο Λουδοβίκος 16ος. Διάταγμα για τη δωρεάν απόδοση των ενεχυριασμένων αντικειμένων κάτω των 20 φράγκων.

10 Μαΐου: Η Κομμούνα αποφασίζει την κατάσχεση της περιουσίας του Θιέρσου και την κατεδάφιση του σπιτιού του.

16 Μαΐου: Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας διορίζει πολιτικούς επιτρόπους κοντά στους στρατηγούς της Κομμούνας.

17 Μαΐου: Πράκτορες των Βερσαλιών ανατινάζουν την πυριτιδαποθήκη της λεωφόρου Ραπ. Τα θύματα είναι πάνω από 100.

22 Μαΐου: Οι βερσαλιέζοι μπαίνουν στο Παρίσι από την πύλη του Σεν-Κλου.

23 Μαΐου: Τα ανάκτορα του Κεραμικού καίγονται. Οι βερσαλιέζοι καταλαμβάνουν την Μονμάρτρη. Πρώτες σφαγές των κομμουνάρων.

24 Μαΐου: Τα μέγαρα της Λεγεώνος της Τιμής, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Συμβουλίου Επικρατείας, του υπουργείου Δικαιοσύνης, του Δημαρχείου καίγονται. Οι βερσαλιέζοι καταλαμβάνουν τα Πάνθεο και το Λουξεμβούργο. Οι κομμουνάροι απαντούν στις συστηματικές σφαγές των εργατών από τους βερσαλιέζους με το ντουφεκισμό 10 ομήρων.

25 Μαΐου: Το φρούριο Μοντρούς καταλαμβάνεται, το Μπελβίλ και το Μενιλμοντάν περικυκλώνονται.

26 Μαΐου: Καταλαμβάνεται η Βαστίλη. Οι κομμουνάροι ντουφεκίζουν 34 ακόμα ομήρους.

27 Μαΐου: Καταλαμβάνονται οι λόφοι Σομόν και Περ Λασέζ. Η επανάσταση καταπνίγεται. Η ένοπλη πάλη έχει λήξει, εκείνο που συνεχίζεται είναι η σφαγή των άοπλων προλετάριων, ανδρών και γυναικών, από τα στίφη των Βερσαλιών.

* * *

Η Κομμούνα ντουφέκισε λιγότερο από 90 πρόσωπα (ομήρους, κατασκόπους, προβοκάτορες κλπ.).

Οι απώλειες των βερσαλιέζων στις μάχες που έγιναν στους δρόμους του Παρισιού είναι: 83 αξιωματικοί νεκροί και 430 τραυματίες, 790 στρατιώτες νεκροί και 5.990 τραυματίες.

Οι βερσαλιέζοι σφάξανε περισσότερο από 80 χιλιάδες εργάτες και εργάτριες του Παρισιού. 38 χιλιάδες (κι ανάμεσά τους 860 γυναίκες και 650 παιδιά), συνελήφθησαν αμέσως και με τόση βιασύνη, ώστε 19 χιλιάδες αναγνωρίστηκαν απ’ τους ίδιους τους αντιδραστικούς σαν αθώοι και απολύθηκαν. 28 χιλιάδες στάλθηκαν στα κάτεργα και στις αφρικανικές αποικίες. Απ’ αυτούς χιλιάδες πέθαναν από τις κακουχίες και τις επιδημίες.

Στις Επαρχίες

Η εξέγερση του Παρισιού έγινε δεκτή με την πιο θερμή συμπάθεια σ’ όλα τα μεγάλα κέντρα της χώρας.

Στις 19 Μαρτίου ανακηρύσσεται η Κομμούνα στη Λυών. Κράτησε μέχρι τις 25 Μαρτίου. Νικήθηκε υστέρα από αιματηρές μάχες στους δρόμους. Η αντίδραση ντουφέκισε πολλούς επαναστάτες.

Στο Σεντ-Ετιέν, η Κομμούνα κράτησε από τις 26 έως τις 28 Μαρτίου.

Στη Μασσαλία, από τις 22 Μαρτίου έως τις 4 Απριλίου. Η αντίδραση δεν επιβλήθηκε παρά μόνο ύστερα από μια μάχη τόσο δύσκολη ώστε χρησιμοποιήθηκε τo πυροβολικό εναντίον των οδοφραγμάτων. Ο Γκαστόν Γκρεμιέ είναι ένας απ’ αυτούς που ντουφεκίστηκαν.

Στη Ναρμπόν η σημαία της Κομμούνας κυματίζει από τις 24 έως τις 31 Μαρτίου. Το Περπινιάν, Μπερζιέρ, ακολουθούν. Το κίνημα πνίγεται ατό αίμα. Στην Κρεζό και στη Λιμόζ ταραχές υπέρ της Κομμούνας. Στην Τουλούζ η Κομμούνα ανακηρύσσεται αλλά το κίνημα αποτυγχάνει. Στο Μπορντό, Νεβέρ, Εξ, Βιεζόν, Καν, Ναντ, Γκρενόμπλ, Βαλένς, Μακόν, Τρουάγ, Αβινιόν, Σαλόν, Ρουάν, Ταράρ, Λοντέβ, Μοντελιμάρ, Παμιέρ, Ντραγκουϊνιάν, Βιεν, Αζέν, Σαρολέ, Ρουέν, Μονπελιέ, Μελέ κλπ, οι εργάτες με διαδηλώσεις εκδηλώνουν τη συμπάθεια τους στο επαναστατημένο Παρίσι.

* * *

Η Επανάσταση της 18ης Μαρτίου

(Άρθρο της «Επίσημης Εφημερίδας» του Παρισιού, 21.3.1871)

Οι αντιδραστικές εφημερίδες εξακολουθούν να εξαπατούν τη δημοσία γνώμη διαστρέφοντας, προμελετημένα και κακόπιστα, τα πολιτικά γεγονότα που εδώ και τρεις μέρες διαδραματίζονται στην πρωτεύουσα. Οι πιο χονδροειδείς συκοφαντίες, οι πιο ψεύτικες και οι πιο προσβλητικές κατηγορίες δημοσιεύονται εναντίον των γενναίων και αφιλοκερδών ανδρών που, ανάμεσα στους πιο μεγάλους κινδύνους, ανέλαβαν τη βαριά ευθύνη να σώσουν τη δημοκρατία.

Η αμερόληπτη ιστορία θα τους αποδόσει βέβαια τη δικαιοσύνη της όποιας είναι άξιοι και θα διαπιστώσει ότι η επανάσταση της 18ης Μαρτίου αποτελεί έναν νέο σημαντικό σταθμό στην πορεία για την πρόοδο.

Αφανείς προλετάριοι, που χτες ακόμα είταν άγνωστοι και που γρήγορα όμως τα ονόματά τους θα αντηχήσουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, εμπνεόμενοι από μια βαθιά αγάπη για τη δικαιοσύνη και τα δικαιώματα του λάου και από μια απεριόριστη αφοσίωση στη Γαλλία και στη δημοκρατία, εμπνεόμενοι απ’ αυτά τα γενναία αισθήματα και έτοιμοι με θάρρος για κάθε δοκιμασία, αποφάσισαν να σώσουν και την πατρίδα στην οποίαν έχει εισβάλει ο εχθρός και την ελευθερία που απειλείται. Εδώ βρίσκεται η αξία τους και μπροστά στους σύγχρονους και μπροστά στους μεταγενέστερους.

Οι προλετάριοι της πρωτεύουσας, μπροστά στη δειλία και την προδοσία των κυβερνώντων τάξεων, κατάλαβαν ότι έφτασε η δική τους ώρα για να σώσουν την κατάσταση παίρνοντας οι ίδιοι, στα χέρια τους, τη διεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων.

Χρησιμοποίησαν την εξουσία που τους εμπιστεύτηκε ο λαός με μια μετριοπάθεια και με φρόνηση που ό,τι και να πούμε για να τους επαινέσουμε είναι λίγο.

Κράτησαν την ηρεμία τους μπροστά στις προκλήσεις των έχθρων της δημοκρατίας και στάθηκαν συνετοί απέναντι του ξένου.

Δείξανε την πιο μεγάλη αφιλοκέρδεια και την πιο απόλυτη αυταπάρνηση. Αμέσως μόλις ανέλαβαν την εξουσία, σπεύσανε να καλέσουν το λαό του Παρισιού σε συνελεύσεις για να εκλέξει άμεσα μια δημοτική αρχή στα χέρια της οποίας θα παρέδιδαν την εξουσία που είχαν για μια μέρα.

Δεν υπάρχει στην ιστορία προηγούμενο μιας προσωρινής κυβέρνησης που να βιάστηκε τόσο να παραδόσει την εξουσία της στα χέρια εκείνων που θα εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία.

Μπροστά σ’ αυτή τη στάση, την τόσο αφιλοκερδή, την τόσο τίμια, την τόσο δημοκρατική, διερωτάται κανείς με κατάπληξη, πως μπορεί να βρίσκεται Τύπος τόσο άδικος, τόσο αισχρός, τόσο αναίσχυντος, που να εξαπολύει τη συκοφαντία, την ύβρη, τη βρομιά, εναντίον αυτών των θαρραλέων πολιτών, που οι πράξεις τους μέχρι σήμερα, αξίζουν μόνον έπαινο και θαυμασμό.

Οι φίλοι της ανθρωπότητας, οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων της, νικητές ή ηττημένοι, θα είναι λοιπόν πάντα θύματα της ψευτιάς και της συκοφαντίας;

Οι εργάτες, αυτοί που παράγουν τα πάντα και που δεν απολαμβάνουν τίποτε, αυτοί που ζουν στην αθλιότητα ανάμεσα στα συσσωρευμένα αγαθά που είναι οι καρποί του κόπου τους και του ίδρωτα τους, πρέπει ακατάπαυστα να είναι εκτεθειμένοι στην ύβρη; Δεν θα τους επιτραπεί ποτέ να αγωνιστούν για τη χειραφέτηση τους, δίχως να εξαπολυθεί εναντίον τους μια συναυλία από κατάρες;

Η αστική τάξη, που έχει αποπερατώσει τη χειραφέτησή της πριν από τρία τέταρτα του αιώνα, που έχει προηγηθεί στο δρόμο της επανάστασης, δεν καταλαβαίνει σήμερα ότι είναι τώρα η σειρά του προλεταριάτου για τη χειραφέτηση του;

Οι συμφορές και οι δημόσιες θεομηνίες, μέσα στις όποιες από τη δική της ανικανότητα και την ηθική και πνευματική παρακμή της έχει καταποντίσει τη Γαλλία, έπρεπε όμως να της είχαν δείξει ότι έχει πια φάει το ψωμί της, ότι έχει εκπληρώσει το καθήκον της που της είχε επιβάλει τα 1789 και ότι έπρεπε να παραχωρήσει τη θέση της στους εργάτες, να τους αφήσει να φτάσουν με τη σειρά τους στην κοινωνική τους χειραφέτηση.

Μπροστά στις σημερινές καταστροφές δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για να σωθούμε: Γιατί λοιπόν επιμένει με τόση ολέθρια τυφλότητα και με τόση ανήκουστη επιμονή να αρνείται στο προλεταριάτο τη νόμιμη μερίδα της χειραφέτησης του;

Γιατί ακατάπαυστα αμφισβητεί τα δικαιώματα του λαού; Γιατί αντιτάσσεται με όλες της τις δυνάμεις και με όλα τα μέσα στην ελεύθερη ανάπτυξη των εργαζομένων;

* * *

Εκκληση της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας

Πολίτες,

Η πύλη του Σεν-Κλου, πολιορκούμενη από τέσσερεις πλευρές και βαλλόμενη συγχρόνως από τα πυρά του βουνού Βαλεριέν, του λόφου της Μονμάρτρης και του φρουρίου Ντ’ Ισί (που η προδοσία είχε παραδόσει), η πύλη του Σεν-Κλου παραβιάστηκε από τους βερσαλιέζους, που ξεχύθηκαν σε ένα μέρος του παρισινού εδάφους.

Αυτή η ατυχία, μακριά από του να μας καταβάλει, πρέπει αντίθετα να διεγείρει την ενεργητικότητά μας. Ο λαός που έχει εκθρονίσει βασιλιάδες, που κατέστρεψε τις Βαστίλες, ο λαός του ’89 και του ’93, ο λαός της επανάστασης δεν μπορεί να χάσει σε μια μέρα τον καρπό της χειραφέτησης του της 18ης Μαρτίου.

Παρισινοί, από τον αγώνα που διεξάγουμε δεν θα πρέπει κανείς να λιποτακτήσει, γιατί αυτός είναι ο αγώνας του μέλλοντος εναντίον του παρελθόντος, της ελευθερίας εναντίον του δεσποτισμού, της ισότητας εναντίον των μονοπωλίων, της αδελφότητας εναντίον της δουλείας, της αλληλεγγύης των λαών εναντίον του εγωισμού των καταπιεστών.

Στα όπλα!

Λοιπόν, στα όπλα! Το Παρίσι πρέπει να ανεγείρει οδοφράγματα και πίσω απ’ αυτά τα προσωρινά οχυρά, να ρίξει ακόμα εναντίον των έχθρων του την πολεμική του κραυγή, κραυγή υπερηφάνειας και πρόκλησης, άλλα επίσης και κραυγή νίκης, γιατί το Παρίσι με τα οδοφράγματά του είναι απόρθητο. Οι δρόμοι πρέπει όλοι να ξηλωθούν από τα πλακόστρωμα. Πρώτον γιατί τα εχθρικά βλήματα, που θα πέφτουν στο έδαφος, θα είναι λιγότερο επικίνδυνα, κι υστέρα γιατί αυτές οι πλάκες, νέα μέσα υπεράσπισης, θα πρέπει να συσσωρευτούν από διάστημα σε διάστημα, στα μπαλκόνια και στους επάνω ορόφους των σπιτιών.

Το επαναστατικό Παρίσι, το Παρίσι των μεγάλων ημερών μας, ας κάνει το καθήκον του. Η Κομμούνα και η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας θα κάνουν το δικό τους.

Δημαρχία, 2 Πρεριάλ ’79 (23 Μαΐου 1871)

Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας

Άντ. Αρνό, Μπιλιορεΐ, Ε. Εντ,

Φ. Γκαμπόν, Γκ. Ρανβιέρ

* * *

Α Φ Ι Σ

Όλοι οι καλοί πολίτες στο πόδι!

Στα οδοφράγματα! Ο εχθρός είναι μέσα στην πόλη. Κανείς δισταγμός!

Εμπρός για τη Δημοκρατία, για την Κομμούνα και για τη λευτεριά!

Στα όπλα!

Παρίσι, 3 Πρεριάλ ’79

Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας

* * *

Ο Λαός του Παρισιού στους Στρατιώτες των Βερσαλιών

Αδέλφια,

Η ώρα της μεγάλης μάχης των λαών εναντίον των καταπιεστών τους έφτασε.

Μην εγκαταλείψετε την υπόθεση των εργαζομένων.

Κάνετε ό,τι έκαναν και τα αδέλφια σας στις 18 Μαρτίου.

Αφήστε τους αριστοκράτες, τους προνομιούχους, τους δήμιους της ανθρωπότητας να υπερασπίσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και το βασίλειο της δικαιοσύνης εύκολα θα εγκαθιδρυθεί.

Ενωθείτε με τον λαό που είσαστε μέρος του! Παρατήστε τις γραμμές σας! Προσχωρήστε στις δίκες μας!

Ελατέ μαζί μας, ανάμεσα στις οικογένειες μας. Θα είσαστε με χαρά αδελφικά δεκτοί.

Ο λαός του Παρισιού έχει εμπιστοσύνη στον πατριωτισμό σας.

Ζήτω η Δημοκρατία ! Ζήτω η Κομμούνα !

3 Πρεριάλ ’79 (24 Μαΐου 1871)

Η Κομμούνα του Παρισιού

* * *

ΕΚΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΙΩΝ

Ο λαός του Παρισιού δεν θα πιστέψει ποτέ ότι εσείς θα μπορούσατε να στρέψετε τα όπλα σας εναντίον του, όταν τα στήθη του θα αγγίζουν τα δικά σας. Τα χέρια σας θα παραλύσουν μπροστά σε μια πράξη που θα είναι μια πραγματική αδελφοκτονία.

Όπως εμείς, έτσι κ’ εσείς είσαστε προλετάριοι. Όπως εμείς έτσι κι’ εσείς έχετε συμφέρον να μην αφήσετε στους μοναρχικούς συνωμότες το δικαίωμα να πιούνε το αίμα μας, όπως πίνουν τον ίδρωτα σας.

Εκείνο που κάνατε στις 18 Μαρτίου, πρέπει ξανά να το κάνετε και ο λαός δεν θα έχει τον πόνο ότι πολεμάει τους ανθρώπους που τους θεωρεί αδελφούς του και που θα ήθελε να τους δει να κάθονται μαζί του στο πολιτικό συμπόσιο της λευτεριάς και της ισότητας.

Ελάτε σε μας, αδέλφια, ελάτε σε μας. Οι αγκαλιές μας είναι ανοιχτές για σας.

3 Πρεριάλ ’79 (24 Μαΐου 1871)

Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας

* * *

Ν. Λένιν

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Ύστερα από το πραξικόπημα που έβαλε τέρμα στην επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε 18 χρόνια κάτω από το ζυγό του καθεστώτος του Ναπολέοντα. Το καθεστώς αυτό οδήγησε τη χώρα όχι μόνο στην οικονομική καταστροφή, αλλά και στην εθνική ταπείνωση. Το προλεταριάτο που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς επωμίστηκε δυο καθήκοντα, ένα πανεθνικό κι ένα ταξικό: την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δυο καθηκόντων.

Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε «κυβέρνηση εθνικής άμυνας» και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση «προδοσίας του λάου», που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες, δεν το καταλάβαινε αυτό. Η πατριωτική ιδέα έχει την προέλευση της ακόμη από τη μεγάλη επανάσταση του XVIII αιώνα. Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί, λογουχάρη, αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δεν βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: «Η πατρίδα σε κίνδυνο!».

Το μοιραίο λάθος των γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ ακόμη στο Μανιφέστο της Διεθνούς, το Σεπτέμβρη του 1870, έκανε προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντας του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα: βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντα του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν’ αγωνιστεί για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης.

Και πραγματικά δεν άργησε ν’ αποκαλυφθεί το αληθινό βαθύτερο περιεχόμενο του αστικού «πατριωτισμού». Η κυβέρνηση των Βερσαλιών, αφού έκλεισε μια επαίσχυντη συνθήκη ειρήνης με τους πρώσους, πέρασε στον άμεσό της σκοπό, ανάλαβε δηλαδή την επίθεση για να αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα που της προκαλούσαν το φόβο και τον τρόμο. Οι εργάτες απάντησαν με την ανακήρυξη της Κομμούνας και τον εμφύλιο πόλεμο.

Παρά το γεγονός ότι το σοσιαλιστικό προλεταριάτο ήταν χωρισμένο σε πολλές αιρέσεις, η Κομμούνα αποτέλεσε ένα λαμπρό υπόδειγμα της ικανότητας του προλεταριάτου να πραγματοποιεί ομόθυμα τα δημοκρατικά καθήκοντα που η αστική τάξη ήξερε μόνο να τα διακηρύσσει. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη πολύπλοκη νομοθεσία, απλά, στην πράξη, το προλεταριάτο που κατέλαβε την εξουσία εφάρμοσε τον εκδημοκρατισμό του κοινωνικού καθεστώτος, κατάργησε τη γραφειοκρατία και πραγματοποίησε την αιρετότητα των δημοσίων υπαλλήλων από το λαό.

Δυο όμως λάθη κατάστρεψαν τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου: αντί ν’ αρχίσει την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», παρασύρθηκε από το όνειρο να εγκαθιδρύσει ανώτερη δικαιοσύνη σε μια χώρα που να την ενώνει το πανεθνικό καθήκον, δεν κατέλαβε, λ.χ., τέτοια κρατικά ιδρύματα, σαν την Τράπεζα, οι θεωρίες των προυντονιστών για «δίκαιη ανταλλαγή» κτλ. επικρατούσαν ακόμη ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Το δεύτερο λάθος είναι η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου: έπρεπε να εξοντώσει τους εχθρούς του. Απεναντίας, το προλεταριάτο του Παρισιού προσπαθούσε να επιδράσει ηθικά επάνω τους, περιφρόνησε τη σημασία των καθαρά πολεμικών ενεργειών στον εμφύλιο πόλεμο και, αντί να στεφανώσει τη νίκη του στο Παρίσι με αποφασιστική επίθεση ενάντια στις Βερσαλίες, αργοπόρησε κι έδοσε στην κυβέρνηση των Βερσαλιών τον καιρό να συγκεντρώσει τις σκοτεινές δυνάμεις και να προετοιμαστεί για τη ματωμένη εβδομάδα του Μάη!

Παρ’ όλα όμως τα λάθη της, η Κομμούνα αποτελεί το πιο υψηλό παράδειγμα του πιο περίλαμπρου προλεταριακού κινήματος του XIX αιώνα. Ο Μαρξ εκτιμούσε εξαιρετικά την ιστορική σημασία της Κομμούνας. Αν τον καιρό που η συμμορία των Βερσαλιών έκανε την προδοτική επιδρομή για ν’ αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα οι εργάτες τα παράδιναν χωρίς μάχη, η καταστροφική πτώση του ηθικού που θα προκαλούσε μια τέτοια αδυναμία στο προλεταριακό κίνημα, θα ήταν πολλές φορές πιο βαριά, παρά η ζημιά από τις απώλειες που είχε η εργατική τάξη στον αγώνα, υπερασπίζοντας τα όπλα της. Όσο μεγάλες και αν ήταν οι θυσίες της Κομμούνας, αυτές εξαγοράζονται με τη σημασία που έχει για τον καθολικό προλεταριακό αγώνα: η Κομμούνα έβαλε σε κίνηση το σοσιαλιστικό κίνημα της Ευρώπης, έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου, διάλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες κι έκανε θρύψαλα την απλοϊκή πίστη ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι πανεθνικές. Η Κομμούνα έμαθε στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο να βάζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το δίδαγμα που πήρε το προλεταριάτο δεν θα ξεχαστεί. Η εργατική τάξη θα χρησιμοποιήσει αυτό το δίδαγμα, όπως το χρησιμοποίησε κιόλας στη Ρωσία κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Η εποχή που προηγήθηκε από τη ρωσική επανάσταση και που προετοίμασε την επανάσταση, έχει μια κάποια ομοιότητα με την εποχή τού ζυγού του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Και στη Ρωσία η απολυταρχική κλίκα έφερε τη χώρα ως τη φρίκη της οικονομικής καταστροφής και της εθνικής ταπείνωσης. Πολύ καιρό όμως δεν μπορούσε να ξεσπάσει η επανάσταση, όσο η κοινωνική ανάπτυξη δεν είχε δημιουργήσει τις συνθήκες για ένα μαζικό κίνημα και οι απομονωμένες επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση στην προεπαναστατική περίοδο, παρ’ όλο τον ηρωισμό τους, τσακίζονταν πάνω στην αδιαφορία των λαϊκών μαζών. Μόνο η σοσιαλδημοκρατία με επίμονη και συστηματική δουλιά διαπαιδαγώγησε τις μάζες ως τις ανώτερες μορφές πάλης, τις μαζικές εκδηλώσεις και τον εμφύλιο ένοπλο πόλεμο.

Η σοσιαλδημοκρατία μπόρεσε να διαλύσει τις «πανεθνικές» και «πατριωτικές» πλάνες που είχε το νεαρό προλεταριάτο και όταν με την άμεση επέμβαση της κατόρθωσε να αποσπαστεί από τα χέρια του τσάρου το μανιφέστο της 17 του Οχτώβρη, το προλεταριάτο πέρασε στη δραστήρια προετοιμασία για το επόμενο αναπόφευκτο στάδιο της επανάστασης, την ένοπλη εξέγερση. Ελευθερωμένο από τις «πανεθνικές» αυταπάτες, συγκέντρωνε τις ταξικές του δυνάμεις στις μαζικές του οργανώσεις, τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών κτλ. Και παρ’ όλες τις διαφορές των σκοπών και των καθηκόντων που έμπαιναν μπροστά στη ρωσική επανάσταση, σε σύγκριση με την επανάσταση του 1871, το ρωσικό προλεταριάτο ήταν υποχρεωμένο να καταφύγει στον ίδιο τρόπο πάλης, στον εμφύλιο πόλεμο που την αρχή του την έκανε η Κομμούνα του Παρισιού. Το προλεταριάτο της Ρωσίας θυμόταν τα διδάγματα της και ήξερε ότι δεν πρέπει να περιφρονεί τα ειρηνικά μέσα πάλης –τα μέσα αυτά εξυπηρετούν τα τρέχοντα, τα καθημερινά συμφέροντα και είναι απαραίτητα στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης– ποτέ όμως δεν πρέπει να ξεχνά ότι η ταξική πάλη κάτω από ορισμένες συνθήκες παίρνει τη μορφή του ένοπλου αγώνα και του εμφύλιου πολέμου· υπάρχουν στιγμές που τα συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν αμείλικτη εξόντωση των εχθρών του σε ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις. Για πρώτη φορά το έδειξε αυτό το γαλλικό προλεταριάτο στην Κομμούνα και το επικύρωσε περίλαμπρα το ρωσικό προλεταριάτο με την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Ας καταπνίγηκαν οι δυο αυτές μεγαλειώδεις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης, θα γίνει νέα εξέγερση που μπροστά της θ’ αποδειχτούν ανίσχυρες οι δυνάμεις των εχθρών του προλεταριάτου και από την εξέγερση αυτή το σοσιαλιστικό προλεταριάτο θα βγει με ολοκληρωμένη τη νίκη.

«Ζαγκρανίτσναγια Γκαζέτα», αρ. φύλ. 2,

23 του Μάρτη 1908

* * *

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΠΑΡΙΣΙΝΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Συχνά η επανάσταση έχει ακολουθήσει τον πόλεμο στην ιστορία. Σε ομαλούς καιρούς, οι εργατικές μάζες εργάζονται από μέρα σε μέρα, υπομένοντας πειθήνια τη μισθωτή σκλαβιά τους, υποτασσόμενοι στη μεγάλη δύναμη της συνήθειας. Ούτε οι επιτηρητές, ούτε η αστυνομία, ούτε οι δεσμοφύλακες αλλά ούτε και οι εκτελεστές δεν θα μπορούσαν να κρατούν τις μάζες αυτές υποταγμένες αν δεν υπήρχε αυτή η συνήθεια, που προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον καπιταλισμό.

Ο πόλεμος που βασανίζει και καταστρέφει τις μάζες είναι επίσης επικίνδυνος και για τους κυρίαρχους –ακριβώς επειδή με ένα μόνο χτύπημα αποσπά τους ανθρώπους από τη συνήθη κατάστασή τους και αφυπνίζει με τους κεραυνούς του τα πιο καθυστερημένα και σκοτεινά στοιχεία και τα αναγκάζει να εκτιμήσουν την κατάσταση και να κοιτάξουν γύρω τους.

Ωθώντας εκατομμύρια εργάτες μέσα στις φλόγες, οι κυρίαρχοι υποχρεώνονται να καταφύγουν σε υποσχέσεις και ψέματα στη θέση της αλήθειας. Η μπουρζουαζία χρωματίζει τον πόλεμό της με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι αγαπητά στη γενναιόδωρη ψυχή των μαζών: ο πόλεμος γίνεται για την «ελευθερία», για τη «δικαιοσύνη», για μια «καλύτερη ζωή!» Οδηγώντας τις μάζες στο κατώτερο σημείο τους, ο πόλεμος αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαπάτησή τους: δεν τους φέρνει τίποτα πέρα από νέες πληγές και αλυσίδες.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η οξυμένη κατάσταση των εξαπατημένων μαζών που δημιουργεί ο πόλεμος συχνά οδηγεί σε μια έκρηξη κατά των κυρίαρχων. Ο πόλεμος γεννά την επανάσταση.

Αυτό συνέβη πριν από δώδεκα χρόνια κατά τη διάρκεια του Ρωσο-Ιαπωνικού πολέμου. Αμέσως όξυνε τη λαϊκή δυσφορία και αγανάκτηση και οδήγησε στην επανάσταση του 1905.

Αυτό συνέβη και πριν από 46 χρόνια. Ο Γαλλο-Πρωσικός πόλεμος του 1870-71 οδήγησε στην εξέγερση των εργατών και τη δημιουργία της Παρισινής Κομμούνας.

Οι Παρισινοί εργάτες οπλίστηκαν από την αστική κυβέρνηση και οργανώθηκαν σε Εθνοφρουρά για την υπεράσπιση της πρωτεύουσας εναντίον των Γερμανικών στρατευμάτων. Η Γαλλική μπουρζουαζία όμως φοβόταν πολύ περισσότερο τους προλετάριους από όσο τα στρατεύματα του Χοετζόλερν.

Μετά τη συνθηκολόγηση του Παρισιού, η Δημοκρατική κυβέρνηση προσπάθησε να αφοπλίσει τους εργάτες. Ο πόλεμος όμως είχε ήδη αφυπνίσει μέσα τους το πνεύμα της εξέγερσης. Δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στους πάγκους της εργασίας τους, όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Οι Παρισινοί εργάτες αρνήθηκαν να αφήσουν τα όπλα από τα χέρια τους.

Μια σύγκρουση έλαβε χώρα μεταξύ των ένοπλων εργατών και των συνταγμάτων της Κυβέρνησης. Αυτό συνέβη στις 18 Μαρτίου του 1871. Οι εργάτες ήταν νικητές. Το Παρίσι ήταν στα χέρια τους και στις 28 Μαρτίου δημιούργησαν στην πρωτεύουσα μια προλεταριακή κυβέρνηση, γνωστότερη ως Κομμούνα.

Η τελευταία δεν κράτησε πολύ καιρό. Μετά από μια ηρωική αντίσταση στις 28 Μαΐου [1871], οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κομμούνας έπεφταν μπροστά στην επίθεση των αστικών μονάδων. Στη συνέχεια ακολούθησαν βδομάδες και μήνες αιματηρών αντιποίνων ενάντια στους συμμετέχοντες της προλεταριακής επανάστασης.

Όμως, παρά τη σύντομη ύπαρξή της, η Κομμούνα έχει παραμείνει το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία της προλεταριακής πάλης. Για πρώτη φορά, πάνω στη βάση της εμπειρίας των Παρισινών εργατών, το παγκόσμιο προλεταριάτο μπόρεσε να δει πώς είναι η προλεταριακή επανάσταση, ποιοί είναι οι στόχοι της και τί μονοπάτια πρέπει να ακολουθήσει.

Η Κομμούνα ξεκίνησε επιβεβαιώνοντας την εκλογή όλων των ξένων στην εργατική κυβέρνηση. Διακήρυξε ότι: «Το λάβαρο της Κομμούνας είναι το λάβαρο της Παγκόσμιας Δημοκρατίας».

Εκδίωξε από το κράτος και το σχολείο τη θρησκεία, κατάργησε τη θανατική ποινή, έριξε τη στήλη του Βεντόμ (το μνημείο στο σωβινισμό), μετέφερε όλα τα καθήκοντα και τις θέσεις στους πραγματικούς υπηρέτες του λαού, ορίζοντας το μισθό τους σ’ ένα επίπεδο που δεν ξεπερνούσε το μισθό του εργάτη.

’ρχισε την καταγραφή των εργοστασίων και των μύλων που είχαν κλείσει από τους τρομαγμένους καπιταλιστές για να θέσουν την παραγωγή πάνω σε κοινωνική βάση. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα προς τη σοσιαλιστική οργάνωση της οικονομικής ζωής.

Η Κομμούνα δεν πραγματοποίησε τα προτεινόμενα μέτρα της: συντρίφτηκε. Η Γαλλική μπουρζουαζία σε συνεργασία με τον «εθνικό εχθρό» της, τον Μπίσμαρκ –που αμέσως έγινε ο ταξικός σύμμαχός της– έπνιξε στο αίμα την εξέγερση του πραγματικού εχθρού της: της εργατικής τάξης. Τα σχέδια και τα καθήκοντα της Κομμούνας δεν πραγματώθηκαν. Αντ’ αυτού όμως βρήκαν το δρόμο τους προς τις καρδιές των καλύτερων τέκνων του προλεταριάτου σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έγιναν τα επαναστατικά σύμβολα της πάλης μας.

Σήμερα, στις 15 του Μάρτη 1917, η εικόνα της Κομμούνας εμφανίζεται μπροστά μας πιο καθαρά από οποιαδήποτε άλλη φορά, καθώς, μετά από μια μεγάλη χρονική περίοδο, για μια ακόμα φορά έχουμε εισέλθει στην εποχή μεγάλων επαναστατικών μαχών.

Ο παγκόσμιος πόλεμος έχει αποσπάσει δεκάδες εκατομμύρια εργάτες από τη συνήθη κατάστασή τους, κάτω από τις οποίες η εργασία τους φυτοζωούσε. Έως τώρα αυτό συμβαίνει μονάχα στην Ευρώπη. Αύριο θα δούμε το ίδιο και στην Αμερική επίσης. Ποτέ η εργατική τάξη δεν είχε ακούσει τόσες υποσχέσεις. Ποτέ δεν της είχαν παρουσιάσει μια πιο ειδυλλιακή κατάσταση από τη σημερινή. Ποτέ δεν την κολάκευαν τόσο όσο κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Ποτέ οι ιδιοκτήτριες τάξεις δεν τόλμησαν να απαιτήσουν τόσο αίμα από το λαό στο όνομα της υπεράσπισης του ψέματος που ακούει στο όνομα «Υπεράσπιση της Πατρίδας». Και ποτέ οι εργάτες δεν έχουν εξαπατηθεί, προδοθεί και σταυρωθεί όσο σήμερα.

Στα χαρακώματα που είναι γεμάτα αίμα και λάσπη, στις πόλεις και χωριά που λιμοκτονούν, εκατομμύρια καρδιές χτυπούν γεμάτες οργή, απελπισία και θυμό. Τα συναισθήματα αυτά, που έρχονται σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες, μεταμορφώνονται σε επαναστατική θέρμη. Αύριο οι φλόγες θα ξεχυθούν με πανίσχυρες εξεγέρσεις από τις εργατικές μάζες.

Ήδη, το προλεταριάτο της Ρωσίας έχει εμφανιστεί στο μεγάλο δρόμο της Επανάστασης και υπό την επίθεσή του συντρίβονται και καταρρέουν τα θεμέλια του πιο γνωστού δεσποτισμού που γνώρισε ο κόσμος. Η Ρωσική Επανάσταση όμως είναι μονάχα ο προάγγελος των προλεταριακών εξεγέρσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

Θυμηθείτε την Κομμούνα, θα πούμε εμείς οι σοσιαλιστές στις εξεγερμένες εργατικές μάζες. Η μπουρζουαζία σάς έχει εξοπλίσει εναντίον ενός εξωτερικού εχθρού. Αρνηθείτε να επιστρέψετε τα όπλα σας, όπως αρνήθηκαν οι Παρισινοί εργάτες το 1871! Ακούστε την έκκληση του Καρλ Λίμπκνεχτ και στρέψτε τα όπλα σας εναντίον των πραγματικών εχθρών σας, εναντίον του καπιταλισμού! Καταστρέψτε τον κρατικό μηχανισμό που κρατούν στα χέρια τους! Μεταμορφώστε τον από ένα όργανο αστικής καταπίεσης σε μηχανισμό προλεταριακής αυτό-εξουσίας.

Σήμερα είστε απεριόριστα πιο ισχυροί από ότι ήταν οι πρόγονοί σας την εποχή της Κομμούνας. Συντρίψτε τα παράσιτα από τους θρόνους τους! Καταλάβετε τη γη, τα ορυχεία και τα εργοστάσια προς δική σας χρήση! Αδελφότητα στην εργασία, ισότητα στην απόλαυση των καρπών της εργασίας!

Το λάβαρο της Κομμούνας είναι το λάβαρο της Παγκόσμιας Δημοκρατίας της Εργασίας.

(Mετάφραση Aρ. Mαρ.).

* * *
Λεόν Τρότσκι

Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ
ΚΑΙ Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΡΩΣΙΑ

Το σύντομο επεισόδιο της πρώτης επανάστασης που έγινε από το προλεταριάτο για το προλεταριάτο, τέλειωσε με τον θρίαμβο των έχθρων του. Αυτό το επεισόδιο (18 Μάρτη – 28 Μάη) κράτησε 72 μέρες, (Η Κομμούνα του Παρισιού, 18 Μάρτη 1871, Π.Λ. ΛΑΒΡΟΦ, Πετρούπολη, έκδοση του Βιβλιοπωλείου «Γκόλος», 1919, σελίδες 160).

Η Ανωριμότητα των Σοσιαλιστικών Κομμάτων στην Κομμούνα

Η Κομμούνα του Παρισιού του 1871 υπήρξε η πρώτη –αδύναμη ακόμα– ιστορική προσπάθεια κυριαρχίας της εργατικής τάξης. Με σεβασμό θυμόμαστε την Κομμούνα, πέρα από την υπερβολικά περιορισμένη εμπειρία της, την ανωριμότητα των αγωνιστών της, τη σύγχυση του προγράμματος της, την απουσία ενότητας των ηγετών της, την έλλειψη αποφασιστικότητας στα σχέδια της, τον απελπιστικό πανικό των εκτελεστικών της οργάνων, και την τρομερή συμφορά που μοιραία έφεραν όλα αυτά. Στην Κομμούνα χαιρετίζουμε –σύμφωνα με την έκφραση του Λαβρόφ– τη χαραυγή, αν και πολύ χλωμή, της πρώτης προλεταριακής Δημοκρατίας. Ο Κάουτσκι δεν την αντιλαμβάνεται έτσι. Αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του, Τρομοκρατία και Κομμουνισμός, για να κάνει ένα χοντροκομμένο παραλληλισμό ανάμεσα στην Κομμούνα και τη σοβιετική εξουσία, βλέπει τα κυρίαρχα χαρίσματα της Κομμούνας εκεί όπου εμείς βλέπουμε τη συμφορά και τα λάθη της,

Ο Κάουτσκι καταπιάνεται με ζήλο να αποδείξει πως η Κομμούνα του Παρισιού δεν είχε «τεχνητά» προετοιμαστεί, αλλά γεννήθηκε αυθόρμητα, αιφνιδιάζοντας τους επαναστάτες, αντίθετα από την Οκτωβριανή Επανάσταση που είχε προσεχτικά προετοιμαστεί από το Κόμμα μας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Επειδή ο Κάουτσκι δεν έχει το θάρρος να διατυπώσει καθαρά τις βαθιά αντιδραστικές ιδέες του, δεν μας λέει με ειλικρίνεια αν θα πρέπει να επιδοκιμαστούν οι παρισινοί επαναστάτες του 1871 που δεν πρόβλεψαν την προλεταριακή εξέγερση κι επομένως, δεν προετοιμάστηκαν γι’ αυτήν, ή αν εμείς πρέπει να κατηγορηθούμε επειδή προείδαμε το αναπόφευχτό της και προχωρήσαμε συνειδητά μπροστά από τα γεγονότα. Μα ολόκληρη η έκθεση του Κάουτσκι είναι διατυπωμένη κατά τέτιο τρόπο ώστε να προκαλεί ίσα-ίσα στη σκέψη του αναγνώστη τούτη την εντύπωση: μια κακοτυχία έπεσε στ’ αλήθεια πάνω στους κομμουνάρους –(μήπως ο βαυαρός φιλισταίος Βόλμαρ δεν εξέφρασε, κάποια μέρα τη λύπη του που οι κομμουνάροι δεν πήγαν καλύτερα να κοιμηθούν παρά να πάρουν την εξουσία;)– και γι’ αυτό αξίζουν όλο μας τον οίκτο. Οι μπολσεβίκοι, αυτοί προχώρησαν συνειδητά να συναντήσουν την κακοτυχία (την κατάχτηση της εξουσίας) και γι’ αυτό δεν μπορούν να συγχωρεθούν ούτε σ’ αυτόν, ούτε στον άλλο κόσμο. Η τέτια τοποθέτηση του ζητήματος, μπορεί να φαίνεται σαν ένας απίστευτος παραλογισμός. Δεν είναι λιγότερο αληθινό πως αυτό απορρέει αναπόφευχτα από τη θέση των «Ανεξάρτητων» καουτσκιστών που έχουν το κεφάλι στους ώμους για να μην βλέπουν τίποτε, για να μην προβλέπουν τίποτε, και που δεν μπορούν να κάνουν ούτε ένα βήμα μπροστά αν δε δεχτούν προηγούμενα μια γερή κοντακιά στην πλάτη.

«Να ταπεινώσει», γράφει ο Κάουτσκι, «το Παρίσι, να του αρνηθεί την αυτονομία, να του αποστερήσει τον τίτλο του σαν πρωτεύουσα, να το αφοπλίσει για να το ρίξει σε συνέχεια, σίγουρα, σ’ ένα μοναρχικό πραξικόπημα, τέτιος είταν ο κύριος στόχος της Εθνικής Συνέλευσης και του Θιέρσου που τον είχε εκλέξει αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας: Από αυτή την κατάσταση γεννήθηκε η σύγκρουση που οδήγησε στην παρισινή εξέγερση. Βλέπει κανείς πόσο διαφέρει από αυτή τη μορφή του πραξικοπήματος εκείνο που πραγματοποίησε ο μπολσεβικισμός, που άντλησε τη δύναμή του από την επιθυμία για ειρήνη, που είχε πίσω του τις αγροτικές μάζες, που, στην Εθνική Συνέλευση, δεν είχε τους μοναρχικούς εναντίον του, μα τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους σοσιαλδημοκράτες.

Οι μπολσεβίκοι έφθασαν στην εξουσία με ένα καλά προετοιμασμένο πραξικόπημα, που, μεμιάς, τους έβαλε στα χέρια ολόκληρο τον μηχανισμό του κράτους τον οποίο χρησιμοποίησαν αμέσως με τον πιο ενεργητικό και τον πιο ανελέητο τρόπο για να καθυποτάξουν τους αντιπάλους τους και, κοντά σ’ αυτούς, τους προλετάριους αντιπάλους τους. Αντίθετα, κανείς δεν εκπλάγηκε τόσο πολύ από την εξέγερση της Κομμούνας όσο οι ίδιοι οι επαναστάτες, και για πολλούς από αυτούς η σύγκρουση αυτή είταν πάνω από όλα ανεπιθύμητη», (σελ. 56).

Για να δόσουμε μια πολύ καθαρή εικόνα της πραγματικής σημασίας εκείνου που ειπώθηκε πιο πάνω από τον Κάουτσκι για τους κομμουνάρους, θα παραθέσουμε την παρακάτω ενδιαφέρουσα μαρτυρία:

«Την 1η του Μάρτη 1871» –γράφει ο Λαβρόφ στο πολύ διδαχτικό βιβλίο του για την Κομμούνα– «δηλαδή έξι μήνες υστέρα από την πτώση της Αυτοκρατορίας και μερικές μέρες πριν από την έκρηξη της Κομμούνας –οι ηγετικές προσωπικότητες της Διεθνούς στο Παρίσι δεν είχαν ακόμα καθορισμένο πολιτικό πρόγραμμα», (σελ. 64-65).

«Μετά τις 18 του Μάρτη» –γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας– «το Παρίσι βρισκόταν στα χέρια του προλεταριάτου, αλλά οι ηγέτες του, σαστισμένοι από την απροσδόκητη δύναμη τους, δεν πήραν ούτε τα πιο στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας», (σελ. 71). «Ο ρόλος σας δεν ταιριάζει με το ανάστημα σας, και η μοναδική φροντίδα σας είναι να απαλλαγείτε από τις ευθύνες», δήλωσε ένα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της εθνοφρουράς. «Σ’ αυτό υπήρχε πολλή αλήθεια» –γράφει ο Λισαγκαρέ, ιστορικός της Κομμούνας που πήρε μέρος σ’ αυτήν– «αλλά, μέσα στην ίδια τη δράση, η έλλειψη προκαταρτικής οργάνωσης και προετοιμασίας προέρχεται πολύ συχνά από το γεγονός ότι οι ρόλοι πέφτουν σε ανθρώπους που δεν έχουν το απαιτούμενο ανάστημα για να τους φέρουν σε πέρας», (Λισαγκαρέ: Ιστορία της Κομμούνας του 1871, Βρυξέλλες 1876, σελ. 106).

Από τα παραπάνω βγαίνει (και πιο κάτω, αυτό θα γίνει ακόμα πιο καθαρό) πως η απουσία ενός προγράμματος άμεσης πάλης, των σοσιαλιστών του Παρισιού, για εξουσία εξηγείται από τη θεωρητική αμορφία τους και την πολιτική σύγχυση τους, και καθόλου από υψηλότερους υπολογισμούς ταχτικής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αφοσίωση του ίδιου του Κάουτσκι στις παραδόσεις της Κομμούνας θα εκφραστεί προπαντός με τη μεγάλη έκπληξη με την οποία θα υποδεχτεί την προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία, όπου δεν βλέπει παρά μια σύγκρουση «πάνω απ’ όλα ανεπιθύμητη». Ωστόσο αμφιβάλλουμε αν οι μελλοντικές γενιές θα τον ευγνωμονούν γι’ αυτό. Η ίδια η ουσία του ιστορικού παραλληλισμού του δεν είναι, πρέπει να το πούμε, παρά ένα ανακάτωμα σύγχυσης και παρασιώπησης και εξαπάτησης.

Τις ίδιες προθέσεις που έτρεφε ο Θιέρσος για το Παρίσι, τις έτρεφε και ο Μιλιουκόφ, υποστηριζόμενος ανοιχτά από τον Τσερνόφ και τον Τσερετέλι, για την Πετρούπολη. Καθημερινά, επαναλάβαιναν όλοι –από τον Κορνίλοφ ως τον Πότρεσοφ– πως η Πετρούπολη είχε αποξενωθεί από τη χώρα, πως δεν είχε πια τίποτε το κοινό μαζί της, και πως, διεφθαρμένη ως το μεδούλι, ήθελε να επιβάλει τη θέλησή της στο έθνος. Να ανατρέψουν και να ταπεινώσουν την Πετρούπολη, τέτιο είταν το πρώτο καθήκον του Μιλιουκόφ και των υποταχτικών του. Κι αυτό γινόταν σε μια εποχή που η Πετρούπολη είταν η πραγματική εστία της επανάστασης που δεν είχε ακόμα κατορθώσει να παγιωθεί στα άλλα μέρη της χώρας. Για να της δόσει ένα καλό μάθημα, ο Ροντζιάνκο, πρώην πρόεδρος της Δούμα, έλεγε ανοιχτά να παραδόσουν την Πετρούπολη στους Γερμανούς όπως είχαν κιόλας παραδόσει τη Ρήγα. Ο Ροντζιάνκο δεν έκανε τίποτε άλλο από το να λέει με το όνομα του αυτό που ο Μιλιουκόφ προσπαθούσε να κάνει και που ο Κερένσκι υποστήριζε με όλη του την πολιτική.

Ο Μιλιουκόφ ήθελε, σαν τον Θιέρσο, να αφοπλίσει το προλεταριάτο. Μα εκείνο που είταν ακόμα χειρότερο, είναι ότι, με τη μεσολάβηση των Κερένσκι, Τσερνόφ και Τσερετέλι, το προλεταριάτο της Πετρούπολης είχε σχεδόν αφοπλιστεί τον Ιούλη του 1917. Τα όπλα τα ξαναπήρε τον Αύγουστο, στη διάρκεια της επίθεσης του Κορνίλοφ ενάντια στην Πετρούπολη. Και ο καινούργιος αυτός εξοπλισμός του προλεταριάτου είταν ένα σοβαρό στοιχείο για την προετοιμασία της εξέγερσης του Οχτώβρη. Στα σημεία λοιπόν αυτά που πάνω τους στηρίζεται ο Κάουτσκι για να αντιτάξει την εξέγερση των εργατών του Παρισιού στη δική μας επανάσταση του Οχτώβρη, σε αυτά ακριβώς τα σημεία, είναι που σε μεγάλο βαθμό, συμπίπτουν.

Μα σε τί διαφέρουν; Πριν απ’ όλα, στο ότι πραγματοποιήθηκαν τα απαίσια σχέδια του Θιέρσου, στο ότι το Παρίσι στραγγαλίστηκε και σφάχτηκαν δεκάδες χιλιάδες εργάτες, ενώ ο Μιλιουκόφ κατάρρευσε άθλια, ενώ η Πετρούπολη παράμεινε η απόρθητη ακρόπολη του προλεταριάτου, ενώ οι ηγέτες της ρωσικής μπουρζουαζίας πήγαν στην Ουκρανία να εκλιπαρήσουν την κατάληψη της Ρωσίας από τα στρατεύματα του Κάιζερ. Είναι φανερό πως γι’ αυτό είμαστε σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι και είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε την ευθύνη. Υπάρχει μια ακόμα βασική διαφορά –κι αυτό έγινε πάνω από μια φορά αισθητό στην κατοπινή εξέλιξη των γεγονότων– στο γεγονός ότι, ενώ οι κομμουνάροι ξεκινούσαν από πατριωτικούς υπολογισμούς, εμείς τοποθετούμασταν αμετάκλητα στην άποψη της διεθνούς επανάστασης. Από τα ίδια τα πράγματα η ήττα της Κομμούνας έφερε την κατάρρευση της Πρώτης Διεθνούς. Η νίκη της σοβιετικής εξουσίας οδήγησε στην Ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς.

Μα ο Μαρξ –την παραμονή της εξέγερσης– συμβούλεψε τους κομμουνάρους, όχι να εξεγερθούν, αλλά να δημιουργήσουν μια οργάνωση! Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι ο Κάουτσκι έφερε αυτή τη μαρτυρία για να αποδείξει πόσο ο Μαρξ υποτιμούσε την όξυνση της κατάστασης στο Παρίσι. Μα ο Κάουτσκι θέλει με κάθε θυσία να εκμεταλλευτεί τη συμβουλή του Μαρξ για να υπογραμμίσει τη ζημιά που προκαλεί στο κίνημα η εξέγερση γενικά. Όμοιος με όλους τους μανδαρίνους της σοσιαλδημοκρατίας ο Κάουτσκι βλέπει στην οργάνωση πριν απ’ όλα ένα μέσο παρεμπόδισης της επαναστατικής δράσης.

Αν μάλιστα περιοριστεί κανείς στο ζήτημα της οργάνωσης, δεν πρέπει να ξεχάσει πως πριν από την Επανάσταση του Οχτώβρη προηγήθηκαν οι εννιά μήνες ύπαρξης της κυβέρνησης Κερένσκι, που στη διάρκειά τους το Κόμμα μας ασχολήθηκε κι όχι χωρίς επιτυχίες και με την αγκιτάτσια και με την οργάνωση. Η Επανάσταση του Οχτώβρη έγινε όταν είχαμε πια καταχτήσει τη συντριπτική πλειοψηφία στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών της Πετρούπολης, της Μόσχας και γενικά όλων των βιομηχανικών κέντρων της χώρας και είχαμε μεταμορφώσει τα Σοβιέτ σε ισχυρές οργανώσεις, που κατευθύνονταν από το Κόμμα μας. Οι κομμουνάροι, δεν είχαν τίποτε το παρόμοιο. Τέλος, εμείς είχαμε πίσω μας τον ηρωισμό της Κομμούνας του Παρισιού, που από την κατάρρευση της είχαμε βγάλει το συμπέρασμα πως οι επαναστάτες πρέπει να προβλέπουν τα γεγονότα και να προετοιμάζονται γι’ αυτά. Ας το ξαναπούμε, αυτά είναι τα λάθη μας.

Ο Κάουτσκι δεν χρειάζεται τον πλατύ παραλληλισμό ανάμεσα στην Κομμούνα και τη σοβιετική Ρωσία παρά για να συκοφαντήσει και να αμαυρώσει τη ζωντανή και νικηφόρα διχτατορία του προλεταριάτου, προς όφελος μιας απόπειρας διχτατορίας που ανήκει κιόλας σ’ ένα μακρινό παρελθόν.

Ο Κάουτσκι παραθέτει με ιδιαίτερη ικανοποίηση μια δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής της εθνοφρουράς, με ημερομηνία 19 του Μάρτη, με θέμα τη δολοφονία των στρατηγών Λεκόντ και Κλεμάν Τομά από τους στρατιώτες:

«Το λέμε με αγανάχτηση. Είναι μια κηλίδα αίματος με την οποία θέλουν να βρομίσουν την υπόληψη μας. Είναι μια άθλια συκοφαντία. Ποτέ δε δόσαμε εντολή για δολοφονίες. Η εθνοφρουρά δεν έχει καμιά συμμετοχή στη διάπραξη αυτού του εγκλήματος».

Καταλαβαίνει κανείς πως η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε κανένα λόγο να αναλάβει την ευθύνη μιας δολοφονίας με την οποία δεν είχε καμιά σχέση. Μα ο παθητικός και συναισθηματικός τόνος της δήλωσης χαραχτηρίζει καλά την πολιτική συστολή αυτών των ανθρώπων μπροστά στην αστική κοινή γνώμη. Πρέπει να εκπλαγούμε γι’ αυτό; Οι εκπρόσωποι της εθνοφρουράς είταν στο μεγαλύτερο μέρος τους άνθρωποι ενός πολύ μέτριου επαναστατικού παρελθόντος.

«Ούτε ένας που να είναι γνωστό το όνομα του» –γράφει ο Λισαγκαρέ. «Είταν μικροαστοί, μαγαζάτορες, γνωστοί σε πολύ μικρούς κύκλους, επιφυλαχτικοί, και στο μεγαλύτερο μέρος τους ξένοι προς την πολιτική», (σελ. 70). «Ένα αίσθημα περίσκεψης, σχεδόν φόβου, μπροστά στην τεράστια ιστορική ευθύνη, και η επιθυμία να απαλλαγούν όσο το δυνατό πιο γρήγορα από αυτήν» –γράφει ο Λαβρόφ πάνω σ’ αυτό το θέμα– «διαπνέει όλες τις διακηρύξεις αυτής της Κεντρικής Επιτροπής, που στα χέρια της είχε πέσει το Παρίσι», (σελ. 77).

Αφού παράθεσε αυτή τη δήλωση για την αιματοχυσία για να μας συγχύσει, ο Κάουτσκι, ακολουθεί τον Μαρξ και τον Έγκελς, κριτικάροντας την αναποφασιστικότητα της Κομμούνας:

«Αν οι παρισινοί» (δηλαδή οι κομμουνάροι) «είχαν εφορμήσει ακούραστα καταδιώκοντας τον Θιέρσο, ίσως να είχαν κατορθώσει να πάρουν την κυβέρνηση. Τα στρατεύματα που υποχωρούσαν από το Παρίσι δεν θα μπορούσαν να τους προβάλουν την παραμικρή αντίσταση… Αλλά αφήσανε τον Θιέρσο να υποχωρήσει χωρίς εμπόδια. Του επέτρεψαν να αποτραβηχτεί μαζί με το στρατό του, να τον αναδιοργανώσει στις Βερσαλίες, να του δόσει καινούργιο θάρρος και να τον ενισχύσει», (σελ. 49).

Ο Κάουτσκι δεν μπορεί να καταλάβει πως είναι οι ίδιοι άνθρωποι και πως για τους ίδιους λόγους που δημοσίεψαν τη δήλωση της 19 του Μάρτη που παράθεσε, επέτρεψαν στο Θιέρσο να υποχωρήσει χωρίς μάχη και να ανασυντάξει το στρατό του. Αν οι κομμουνάροι είχαν κατορθώσει να νικήσουν μονάχα με την άσκηση μιας ηθικής επίδρασης, η δήλωση τους θα είχε μια μεγάλη σπουδαιότητα. Μα τα πράγματα δεν είταν έτσι. Πραγματικά, ο ανθρωπιστικός αισθηματισμός τους δεν είταν παρά η άλλη όψη της επαναστατικής παθητικότητας τους. Άνθρωποι στους οποίους με τη θέληση της τύχης έχει πέσει η εξουσία του Παρισιού, και που δεν καταλαβαίνουν την αναγκαιότητα να την εκμεταλλευτούν αμέσως και ολοκληρωτικά για να ριχτούν πίσω από το Θιέρσο, για να τον συντρίψουν μια για πάντα πριν προλάβει να ξαναελέγξει την κατάσταση, για να πάρουν στο χέρι τα ηνία του στρατού, για να κάνουν το απαραίτητο ξεκαθάρισμα στο σώμα των αξιωματικών, για να καταλάβουν την επαρχία –τέτιοι άνθρωποι δεν μπορούσαν φυσικά να είναι διατεθειμένοι να τιμωρήσουν αυστηρά τα αντεπαναστατικά στοιχεία. Υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα πράγματα. Είταν αδύνατο να ριχτούν πίσω από το Θιέρσο χωρίς να συλλάβουν τους πράχτορές του στο Παρίσι, Χωρίς να εκτελέσουν τους συνωμότες και τους κατασκόπους. Όταν υπολογίζουν τη δολοφονία των αντεπαναστατών στρατηγών σαν ένα απεχθές «έγκλημα», θα είταν παιδαριώδες το να θέλουμε να καταδιώξουν τα στρατεύματα που διοικούσαν οι αντεπαναστάτες στρατηγοί.

Στην επανάσταση, η πιο υψηλή ενεργητικότητα ισοδυναμεί με τον πιο υψηλό ανθρωπισμό.

«Οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι» –γράφει, και πολύ σωστά, ο Λαβρόφ– «που προσδίδουν τόση αξία στην ανθρώπινη ζωή, στο ανθρώπινο αίμα, πρέπει να κινητοποιήσουν τα πάντα για να πετύχουν μια γοργή και αποφασιστική νίκη και, σε συνέχεια, πρέπει να ενεργήσουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα και πιο ενεργητικά για να τσακίσουν τον εχθρό. Γιατί μονάχα με αυτόν τον τρόπο μπορεί κανείς να πετύχει το μίνιμουμ των αναπόφευχτων θυσιών και της αιματοχυσίας», (σελ. 225).

Η δήλωση της 19 του Μάρτη μπορεί, ωστόσο, να εκτιμηθεί πιο σωστά αν την αντικρίσει κανείς όχι σαν απόλυτο πιστεύω, αλλά σαν έκφραση μιας παροδικής διάθεσης την επομένη μιας απρόσμενης νίκης, που επιτεύχθηκε χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Εντελώς ξένος οσοναφορά την κατανόηση της δυναμικής της επανάστασης και των εσωτερικών περιορισμών των γοργά αναπτυσσόμενων διαθέσεων της, ο Κάουτσκι σκέπτεται με νεκρά σχήματα και παραμορφώνει την προοπτική των γεγονότων με αυθαίρετα διαλεγμένες αναλογίες. Δεν καταλαβαίνει πως η μεγαλόψυχη αυτή αναποφασιστικότητα είναι γενικά φυσική στις μάζες στην πρώτη περίοδο της επανάστασης. Οι εργάτες δεν περνούν στην επίθεση παρά κάτω από το κράτος μιας ατσάλινης αναγκαιότητας, όπως δεν καταφεύγουν στην Κόκκινη Τρομοκρατία παρά κάτω από την απειλή της καταστροφής από τους λευκοφρουρούς. Αυτό που ο Κάουτσκι περιγράφει σαν το αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερα εξυψωμένου ήθους του παρισινού προλεταριάτου του 1871, στην πραγματικότητα δεν χαραχτηρίζει παρά το πρώτο στάδιο του εμφυλίου πολέμου. Παρόμοια γεγονότα παρατηρήθηκαν επίσης και στη χώρα μας.

Στην Πετρούπολη, καταχτήσαμε την εξουσία τον Οχτώβρη του 1917, σχεδόν χωρίς να χυθεί αίμα, κι ακόμα χωρίς συλλήψεις. Οι υπουργοί της κυβέρνησης Κερένσκι αφέθηκαν ελεύθεροι αμέσως μετά την επανάσταση. Κι όχι μόνο αυτό: αμέσως μόλις πέρασε η εξουσία στα Σοβιέτ, ο κοζάκος στρατηγός Κρασνόφ, σε συμφωνία με τον Κερένσκι επιτέθηκε ενάντια στην Πετρούπολη, και πιάστηκε αιχμάλωτος στην Κατσίνα, αφέθηκε την επομένη, ξανά ελεύθερος, αφού μας έδοσε το λόγο της τιμής του. «Μεγαλοψυχία» που βρίσκεται μέσα στο πνεύμα των πρώτων μέτρων της Κομμούνας, μα που δεν είταν μικρότερο λάθος. Ο στρατηγός Κρασνόφ, αφού μας πολέμησε σχεδόν ένα χρόνο στο Νότο, αφού έσφαξε πολλές χιλιάδες κομμουνιστές, επιτέθηκε τελευταία για μια ακόμα φορά ενάντια στην Πετρούπολη, αλλά αυτή τη φορά μέσα στις γραμμές των στρατευμάτων του Γιουντένιτς. Η προλεταριακή επανάσταση έγινε πιο βίαιη μόνο μετά την εξέγερση των γιούγκερς στην Πετρούπολη και προπαντός μετά την εξέγερση –που προετοιμάστηκε στα παρασκήνια από τους Καντέ, τους σοσιαλεπαναστάτες, τους μενσεβίκους– των Τσεχοσλοβάκων στην περιοχή του Βόλγα όπου σφάχτηκαν χιλιάδες κομμουνιστές, ύστερα από την απόπειρα εναντίον του Λένιν, τη δολοφονία του Ουρίτσκι, κλπ, κλπ.

Τις ίδιες αυτές τάσεις, μα μονάχα στην πρώτη φάση τους, τις παρατηρούμε και στην Ιστορία της Κομμούνας.

Σπρωγμένη από τη λογική της πάλης, μπήκε αρχικά στο δρόμο των απειλών. Η δημιουργία της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας είχε υπαγορευτεί για πολλούς από τους οπαδούς της από την ιδέα της Κόκκινης Τρομοκρατίας. Η Επιτροπή αυτή είχε για προορισμό να «κόψει το κεφάλι των προδοτών» («Επίσημη Εφημερίδα», Νο 123) και να «χτυπήσει την προδοσία» («Επίσημη Εφημερίδα», Νο 124). Ανάμεσα στα «απειλητικά» διατάγματα, πρέπει να σημειώσουμε την εντολή (της 3 του Απρίλη) για τη δέσμευση της περιουσίας του Θιέρσου και των υπουργών του, την κατεδάφιση του σπιτιού του, το γκρέμισμα της στήλης της Βαντόμ, και ιδιαίτερα το διάταγμα για τους ομήρους. Για κάθε αιχμάλωτο ή οπαδό της Κομμούνας που τουφέκιζαν οι Βερσαλιέζοι, έπρεπε να τουφεκίζουν τρεις ομήρους. Τα μέτρα που πάρθηκαν από την αστυνομική Διεύθυνση, που διευθυνόταν από τον Ραούλ Ριγκό, είχαν ένα χαραχτήρα καθαρά τρομοκρατικό, αν και δεν ανταποκρίνονταν πάντα στον επιδιωκόμενο σκοπό.

Στην πραγματικότητα, τα μέτρα αυτά είχαν παραλύσει από το άμορφο οπορτουνιστικό πνεύμα των ηγετικών στοιχείων της Κομμούνας, με την επιθυμία τους να συμφιλιώσουν με κούφιες φράσεις την μπουρζουαζία με το τετελεσμένο γεγονός, με τις ταλαντεύσεις τους ανάμεσα στο μύθο της δημοκρατίας και την πραγματικότητα της διχτατορίας. Η τελευταία αυτή σκέψη έχει θαυμάσια διατυπωθεί από τον Λαβρόφ στο βιβλίο του για την Κομμούνα.

«Το Παρίσι των πλούσιων αστών και των δυστυχισμένων προλεταρίων, το Παρίσι των κοινωνικών αντιθέσεων, σαν πολιτική κοινότητα, διαφορετικών τάξεων, απαιτούσε, στο όνομα των φιλελεύθερων αρχών, πλήρη ελευθερία λόγου, συγκέντρωσης, κριτικής της κυβέρνησης, κλπ. Το Παρίσι, που μόλις έκανε την επανάσταση μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων του προλεταριάτου, και που είχε τάξει για σκοπό του να την πραγματοποιήσει και στους θεσμούς, απαιτούσε, σαν κοινότητα του χειραφετημένου εργατικού προλεταριάτου, επαναστατικά μέτρα, δηλαδή δικτατορικά, απέναντι στους εχθρούς του καινούριου καθεστώτος», (σελ. 143-144).

Αν η Κομμούνα του Παρισιού δεν είχε πέσει, αν είχε μπορέσει να κρατηθεί μέσα σε μια αδιάκοπη πάλη, δεν χωρεί καμιά αμφιβολία πως θα είταν υποχρεωμένη να καταφύγει σε ολοένα και πιο αυστηρά μέτρα για να συντρίψει την αντεπανάσταση. Είναι αλήθεια πως ο Κάουτσκι δεν θα είχε τότε τη δυνατότητα να αντιτάξει τους ανθρωπιστές κομμουνάρους στους απάνθρωπους μπολσεβίκους. Καί ο Θιέρσος από την άλλη δεν θα είχε μπορέσει να διαπράξει την τερατώδη αιματοχυσία του προλεταριάτου του Παρισιού. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία δεν θα είτανε ο χαμένος.

Η Ανεύθυνη Κεντρική Επιτροπή και η «Δημοκρατική» Κομμούνα

«Στις 19 του Μάρτη» (διηγείται ο Κάουτσκι), «στην Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς, ορισμένοι απαιτούσαν να βαδίσουν ενάντια στις Βερσαλίες, άλλοι να προκηρύξουν εκλογές, άλλοι πάλι να καταφύγουν πριν από όλα σε επαναστατικά μέτρα, σαν να υπήρχε περίπτωση, το καθένα από αυτά τα βήματα» (όπως μας διδάσκει ο τόσο εμβριθής συγγραφέας μας) «να μην είταν εξίσου αναγκαία ή το ένα από αυτά να απέκλειε το άλλο», (σελ. 72).

Στις γραμμές που ακολουθούν, ο Κάουτσκι θα μας προσφέρει, πάνω στο θέμα αυτών των διαφωνιών στους κόλπους της Κομμούνας, ξαναζεσταμένες κοινοτοπίες για τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις και την επανάσταση. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα έμπαινε ως έξης: αν αποφάσιζαν να επιτεθούν ενάντια στις Βερσαλίες και μάλιστα χωρίς να χάσουν λεπτό, είταν αναγκαίο να αναδιοργανώσουν αμέσως την εθνοφρουρά, να βάλουν επικεφαλής της τα καλύτερα από τα μαχητικά στοιχεία του παρισινού προλεταριάτου, πράγμα που θα έφερνε ένα προσωρινό αδυνάτισμα του Παρισιού από επαναστατική άποψη. Μα το να οργανώσουν εκλογές στο Παρίσι, βγάζοντας παράλληλα έξω από τα τείχη του το άνθος της εργατικής τάξης, αυτό θα είταν χωρίς έννοια από την άποψη του επαναστατικού κόμματος. Βέβαια, η πορεία ενάντια στις Βερσαλίες και οι εκλογές στην Κομμούνα, θεωρητικά δεν έρχονταν καθόλου σε αντίθεση. Στην πράξη όμως αλληλοαποκλείονταν: για την επιτυχία των εκλογών έπρεπε να αναβληθεί η επίθεση ενάντια στις Βερσαλίες. Για την επιτυχία της επίθεσης, έπρεπε να αναβληθούν οι εκλογές. Τέλος, βγαίνοντας στην ύπαιθρο, το προλεταριάτο αδυνάτιζε προσωρινά το Παρίσι και, από τότε, γινόταν απαραίτητο να εξασφαλιστεί ενάντια σ’ όλες τις δυνατότητες αντεπαναστατικών αιφνιδιασμών στην πρωτεύουσα, γιατί ο Θιέρσος δεν θα σταματούσε μπροστά σε τίποτε για να ανάψει πίσω από τους κομμουνάρους τη φωτιά της αντίδρασης. Έπρεπε να εγκαθιδρύσει στην πρωτεύουσα ένα πιο στρατιωτικό, δηλαδή πιο αυστηρό, καθεστώς.

«Είταν υποχρεωμένοι» –γράφει ο Λαβρόφ– «να παλεύουν ενάντια σε ένα πλήθος εσωτερικών έχθρων, που κατάκλυζαν το Παρίσι, και που, χθες ακόμα, ξεσηκώνονταν γύρω από το Χρηματιστήριο και την πλατεία Βαντόμ, που είχαν τους αντιπροσώπους τους στη διοίκηση και στην εθνοφρουρά, που είχαν τον Τύπο τους, που έκαναν τις συνελεύσεις τους, που, σχεδόν φανερά, διατηρούσαν σχέσεις με τους Βερσαλιέζους, και που γίνονταν όλο και πιο αποφασιστικοί, όλο και πιο θρασείς σε κάθε απερισκεψία, σε κάθε αποτυχία της Κομμούνας», (σελ. 87).

Παράλληλα, είταν ακόμα αναγκαίο να πάρουν μια σειρά από επαναστατικά μέτρα, οικονομικού γενικά χαραχτήρα, για τον εφοδιασμό πάνω απ’ όλα του επαναστατικού στρατού. Όλα αυτά τα μέτρα, τα πιο απαραίτητα για την επαναστατική διχτατορία, με δυσκολία θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με μια πλατιά εκλογική καμπάνια. Μα ο Κάουτσκι δεν έχει την παραμικρή ιδέα τί σημαίνει επανάσταση στην πράξη. Νομίζει ότι συμβιβάζω θεωρητικά σημαίνει υλοποιώ πραχτικά.

Η Κεντρική Επιτροπή είχε καθορίσει τις εκλογές για την Κομμούνα στις 22 του Μάρτη, αλλά επειδή της έλλειπε η αυτοπεποίθηση, επειδή φοβόταν την παρανομία της και προσπαθούσε να δράσει σύμφωνα με τους πιο «νόμιμους» θεσμούς, άνοιξε γελοίες και ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, με την εντελώς ανίσχυρη και χωρίς κύρος Συνέλευση των δημάρχων και των βουλευτών του Παρισιού, δείχνοντας την προθυμία της να μοιραστεί μαζί της την εξουσία μόνο και μόνο για να πετύχει μια συμφωνία. Έτσι χάθηκε πολύτιμος χρόνος.

Ο Μαρξ, που πάνω του προσπαθεί ο Κάουτσκι, σύμφωνα με μια παλιά του συνήθεια, να στηριχτεί, δεν έχει σε καμιά περίπτωση προτείνει, να προκηρυχτούν εκλογές για την Κομμούνα και ταυτόχρονα να ριχτούν οι εργάτες σε μια στρατιωτική εξόρμηση. Στο γράμμα του προς τον Κούγκελμαν, στις 12 του Απρίλη 1871, ο Μαρξ έγραφε πως η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς είχε πάρα πολύ νωρίς εγκαταλείψει τις εξουσίες της για να αφήσει ελεύθερο το έδαφος στην Κομμούνα. Ο Κάουτσκι, όπως λέει ο ίδιος, «δεν καταλαβαίνει» αυτή την άποψη του Μαρξ. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Όπως και νά ’χει, ο Μαρξ καταλάβαινε πως το πρόβλημα είταν, όχι να τρέχουν πίσω από τη νομιμότητα, αλλά να δόσουν ένα θανάσιμο χτύπημα στον εχθρό.

«Αν η Κεντρική Επιτροπή αποτελούνταν από πραγματικούς επαναστάτες» –λέει και πολύ σωστά ο Λαβρόφ– «θα έπρεπε να ενεργήσει πολύ διαφορετικά. Θα είταν ασυγχώρητο από μέρους της να παραχωρήσει δέκα μέρες στους εχθρούς της πριν από την εκλογή και τη σύγκληση της Κομμούνας, για να μπορέσουν να αναλάβουν τη στιγμή που οι ηγέτες του προλεταριάτου αρνούνταν να εκτελέσουν το καθήκον τους και δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος τους να ηγηθούν άμεσα στο προλεταριάτο. Η πλήρης ανωριμότητα των λαϊκών κομμάτων γεννούσε τώρα μια Επιτροπή που θεωρούσε τις δέκα αυτές μέρες απραγίας σαν υποχρεωτικές», (σελ. 78).

Οι επιθυμίες της Κεντρικής Επιτροπής, που ήθελε να παραδόσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα την εξουσία σε μια «νόμιμη» κυβέρνηση, υπαγορεύονταν λιγότερο από τις προλήψεις της τυπικής δημοκρατίας, που άλλωστε δεν έλλειπαν, και περισσότερο από το φόβο για τις ευθύνες. Με το πρόσχημα ότι δεν είταν παρά ένας προσωρινός θεσμός, η Κεντρική Επιτροπή, αρνήθηκε αν και ολόκληρος ο μηχανισμός της εξουσίας είταν συγκεντρωμένος στα χέρια της, να πάρει τα πιο αναγκαία και τα πιο επείγοντα μέτρα. Όμως, η Κομμούνα δεν ξαναπήρε ολόκληρη την πολιτική εξουσία από την Κεντρική Επιτροπή που συνέχισε, χωρίς να στενοχωριέται και πολύ, να χώνει τη μύτη της σ’ όλες τις υποθέσεις. Από αυτό βγαίνει μια δυαδικότητα της εξουσίας εξαιρετικά επικίνδυνη, ιδιαίτερα για τη στρατιωτική κατάσταση.

Στις 3 του Μάη, η Κεντρική Επιτροπή έστειλε στην Κομμούνα μια αντιπροσωπία που απαίτησε την παράδοση της διεύθυνσης του υπουργείου πολέμου. Γι’ άλλη μια φορά –όπως το λέει ο Λισαγκαρέ– ξανατέθηκε το ίδιο ζήτημα:

«Αν έπρεπε να διαλύσουν ή να συλλάβουν την Κεντρική Επιτροπή, ή αν έπρεπε να της παραχωρήσουν τη διεύθυνση του υπουργείου πολέμου».

Γενικά, εδώ δεν επρόκειτο για τις αρχές της δημοκρατίας, αλλά για την απουσία ενός καθαρού προγράμματος δράσης κι από τις δυο πλευρές, και για την κοινή επιθυμία, τόσο της ανεύθυνης επαναστατικής οργάνωσης, που προσωποποιείται από την Κεντρική Επιτροπή, όσο και της «δημοκρατικής» οργάνωσης της Κομμούνας, να φορτώσουν η μια πάνω στην άλλη τις ευθύνες, χωρίς να αρνούνται εντελώς την εξουσία.

Αυτές οι πολιτικές σχέσεις δεν είναι παράδειγμα για μίμηση.

«Μα η Κεντρική Επιτροπή»–έτσι παρηγοριέται ο Κάουτσκι– «δεν προσπάθησε ποτέ να χτυπήσει την αρχή που σύμφωνα με αυτήν η ανώτατη εξουσία πρέπει να ανήκει στους εκλεγμένους με καθολική ψηφοφορία. Σ’ αυτό το σημείο, η Κομμούνα του Παρισιού είταν το ακριβώς αντίθετο της Σοβιετικής Δημοκρατίας», (σελ. 55).

Δεν υπήρχε ενότητα στην κυβέρνηση ούτε και επαναστατική αποφασιστικότητα, αλλά μια δυαδικότητα της εξουσίας, και το αποτέλεσμα είταν μια ραγδαία και τρομαχτική καταστροφή. Όμως (και δεν είναι μήπως αυτό μια ικανοποιητική παρηγοριά;) δεν παραβιάστηκε καθόλου η «αρχή» της δημοκρατίας.

Η Δημοκρατική Κομμούνα και η Επαναστατική Διχτατορία

Ο σύντροφος Λένιν έχει αποδείξει κιόλας στον Κάουτσκι ότι το να προσπαθείς να παρουσιάσεις την Κομμούνα σαν μια τυπική δημοκρατία, είναι θεωρητική αγυρτεία. Η Κομμούνα, τόσο από τις παραδόσεις όσο κι από τις προθέσεις εκείνων που την κατεύθυναν –οι μπλανκιστές– είταν η έκφραση της διχτατορίας της επαναστατικής πόλης πάνω σ’ ολόκληρη την ύπαιθρο. Αυτό έγινε στη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, το ίδιο θα γινόταν στην Επανάσταση του 1871 αν η Κομμούνα δεν είχε πέσει τόσο γρήγορα. Το γεγονός ότι μέσα στο ίδιο το Παρίσι η κυβέρνηση είχε εκλεγεί πάνω στη βάση της καθολικής ψηφοφορίας, δεν αποκλείει το άλλο, το πιο σημαντικό γεγονός: τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Κομμούνας, μιας πόλης, ενάντια στην αγροτική Γαλλία, δηλαδή ενάντια σ’ ολόκληρη τη χώρα. Για να ικανοποιήσουν το μεγάλο δημοκράτη Κάουτσκι, θα έπρεπε οι επαναστάτες της Κομμούνας να ρωτήσουν προκαταβολικά, διαμέσου μιας καθολικής ψηφοφορίας, ολόκληρο τον πληθυσμό της Γαλλίας για να ξέρουν αν έπρεπε η όχι να εξαπολύσουν τον πόλεμο ενάντια στις συμμορίες του Θιέρσου.

Τελικά, στο ίδιο το Παρίσι, οι εκλογές έγιναν μετά τη φυγή της μπουρζουαζίας –ή το λιγότερο, των πιο δραστήριων στοιχείων της– και μετά την εκκένωση του από τον ταχτικό στρατό. Η μπουρζουαζία που παράμεινε στο Παρίσι, παρόλη την αυθάδειά της, δεν φοβόταν λιγότερο τα επαναστατικά τάγματα, και κάτω από την επήρεια αυτού του φόβου –προάγγελος της αναπόφευχτης μελλοντικής Κόκκινης Τρομοκρατίας– έγιναν οι εκλογές. Το να παρηγορείσαι με το ότι η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς, που κάτω από τη διχτατορία της –δυστυχώς χαλαρή και φορμαλιστική διχτατορία– έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας, δεν καταπάτησε την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας, είναι πραγματικά, σαν να σκουπίζεις με τη σκιά μιας σκούπας.

Ο Κάουτσκι εκμεταλλεύεται την άγνοια των αναγνωστών του, πολλαπλασιάζοντας τους στείρους παραλληλισμούς. Στην Πετρούπολη το Νοέμβρη του 1917, εκλέξαμε κι εμείς μια Κομμούνα (τη δημοτική Δούμα) πάνω στη βάση της ίδιας «δημοκρατικής» ψηφοφορίας χωρίς περιορισμούς για την μπουρζουαζία. Οι εκλογές αυτές, υστέρα από το μποϋκοτάζ των αστικών κομμάτων, μας έδοσαν μια συντριπτική πλειοψηφία. Η δημοκρατικά εκλεγμένη Δούμα υποτάχτηκε με τη θέληση της στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, πράγμα που σημαίνει ότι έβαζε το γεγονός της διχτατορίας του προλεταριάτου πάνω από την «αρχή» της καθολικής ψηφοφορίας, και υστέρα από λίγο καιρό, διαλύθηκε με δική της πρωτοβουλία προς όφελος ενός από τα τμήματα του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το Σοβιέτ της Πετρούπολης –ο αληθινός αυτός πατέρας του σοβιετικού καθεστώτος– έχει με το μέρος του τη θεία χάρη, ένα φωτοστέφανο τυπικά «δημοκρατικό» που δεν υστερεί σε τίποτε από αυτό της Κομμούνας του Παρισιού.

«Στις εκλογές της 26 του Μάρτη, εκλέχτηκαν 80 μέλη για την Κομμούνα. Ανάμεσα τους βρίσκονταν 15 μέλη του κυβερνητικού κόμματος(του Θιέρσου) και 6 αστοί ριζοσπάστες που, ενώ είταν αντίπαλοι της κυβέρνησης, καταδίκαζαν την εξέγερση των εργατών του Παρισιού. Η Σοβιετική Δημοκρατία» –μας μαθαίνει ο Κάουτσκι– «δεν θα είχε ποτέ ανεχθεί να γίνουν δεχτά τέτια αντεπαναστατικά στοιχεία, έστω και σαν υποψήφιοι, και για ένα λόγο παραπάνω σαν εκλεγμένοι. Η Κομμούνα, από σεβασμό προς τη δημοκρατία, δεν έβαλε ούτε το παραμικρό εμπόδιο στην εκλογή των αστών αντιπάλων της», (σελ. 74).

Έχουμε κιόλας δει πιο πάνω ότι ο Κάουτσκι λέει ότι του κατέβει στο μυαλό. Πρώτα πρώτα, στην αντίστοιχη φάση ανάπτυξης της Ρώσικης Επανάστασης, έγιναν δημοκρατικές εκλογές στην Κομμούνα της Πετρούπολης, εκλογές που στη διάρκεια τους η σοβιετική εξουσία δεν έβαλε κανένα εμπόδιο στο δρόμο των αστικών κομμάτων, κι αν οι Καντέ, οι σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι, που είχαν τον τύπο τους και καλούσαν ανοιχτά τον πληθυσμό να ανατρέψει τη σοβιετική εξουσία, μποϋκοτάρισαν τις εκλογές, είναι μόνο και μόνο γιατί ελπίζανε κείνη την εποχή να ξεμπλέξουν γρήγορα μαζί μας με τη δύναμη των όπλων. Δεύτερο, δεν υπήρξε στην Κομμούνα του Παρισιού μια δημοκρατία που να εκφράζει όλες τις τάξεις. Για τους αστούς βουλευτές –συντηρητικούς, φιλελεύθερους, γκαμβετιστές– δεν υπήρχε θέση.

«Όλες σχεδόν αυτές οι προσωπικότητες» –γράφει ο Λαβρόφ– «είτε αμέσως, είτε πολύ σύντομα, έφυγαν από τα Συμβούλια της Κομμούνας. Μπορεί, βέβαια, να είταν οι αντιπρόσωποι του Παρισιού –της ελεύθερης πόλης κάτω από την εξουσία της μπουρζουαζίας– αλλά είταν τελείως εκτός τόπου στο συμβούλιο της Κομμούνας, που παρόλα αυτά, θέλοντας και μη, με συνέπεια ή με ασυνέπεια, ολότελα ή μερικά, αντιπροσώπευε την επανάσταση του προλεταριάτου και μια προσπάθεια, αν και αδύνατη, να δημιουργήσει τις μορφές μιας κοινωνίας που θα είταν εναρμονισμένη με αυτήν την επανάσταση», (σελ. 111-112).

Αν η μπουρζουαζία της Πετρούπολης δεν είχε μποϋκοτάρει τις δημοτικές εκλογές, οι αντιπρόσωποι της θα είχαν μπει στη Δούμα της Πετρούπολης. Και θα έμεναν εκεί μέχρι την πρώτη εξέγερση των σοσιαλεπαναστατών και των Καντέ, υστέρα από την οποία –με την άδεια ή χωρίς την άδεια του Κάουτσκι– θα είχαν πιθανόν συλληφθεί αν δεν είχαν έγκαιρα εγκαταλείψει τη Δούμα, όπως άλλωστε είχαν κάνει, σε μια ορισμένη στιγμή, οι αντιπρόσωποι των αστών στην Κομμούνα του Παρισιού. Η πορεία των γεγονότων θα είταν η ίδια, μόνο που στην επιφάνεια ορισμένα γεγονότα θα εκτυλίσσονταν αλλιώτικα.

Υποστηρίζοντας τη δημοκρατία της Κομμούνας και ταυτόχρονα κατηγορώντας την πως της έλλειπε η αποφασιστικότητα απέναντι στις Βερσαλίες, ο Κάουτσκι δεν καταλαβαίνει πως οι εκλογές της Κομμούνας, που έγιναν με την αμφίβολη βοήθεια των «νόμιμων» δημάρχων και βουλευτών, αντανακλούσαν την ελπίδα για τη σύναψη μιας συμφωνίας ειρήνης με τις Βερσαλίες. Κι όμως, σ’ αυτό βρίσκεται όλη η ουσία του ζητήματος. Οι ηγέτες θέλουν μια συμφωνία και όχι την πάλη. Οι μάζες δεν είχαν ακόμα απαλλαγεί από τις αυταπάτες τους. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να ξεσκεπαστεί το ψεύτικο επαναστατικό κύρος ορισμένων. Όλα αυτά μαζί αποκαλούνταν «δημοκρατία».

«Οφείλουμε» –συνιστούσε επίμονα ο Βερμορέλ– «να κυριαρχήσουμε πάνω στους εχθρούς μας με την ηθική δύναμη μας… Δεν πρέπει να θίξουμε την ελευθερία και τη ζωή του ατόμου…».

Ο Βερμορέλ, που επιθυμούσε να αποτρέψει τον αδερφοκτόνο πόλεμο, καλούσε τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, που άλλοτε τη στιγμάτιζε τόσο ανελέητα, να εγκαθιδρύσει μια «νόμιμη κυβέρνηση, που να την αναγνωρίζει και να τη σέβεται όλος ο πληθυσμός του Παρισιού». «Η Επίσημη Εφημερίδα», που εκδιδόταν κάτω από τη διεύθυνση του διεθνιστή Λογκέ, έγραφε:

«Η τραγική παρεξήγηση που, στις μέρες του Ιούνη (1848), εξόπλισε τις δυο τάξεις, τη μια ενάντια στην άλλη, δεν μπορεί τώρα πια να ξαναγίνει… Ο ανταγωνισμός των τάξεων έπαψε να υπάρχει…», (30 του Μάρτη).

Καί πιο κάτω:

«Τώρα όλες οι συγκρούσεις θα σβήσουν, γιατί όλοι εμπνέονται από ένα αίσθημα αλληλεγγύης, γιατί ποτέ δεν υπήρξε τόσο λίγο κοινωνικό μίσος και κοινωνικός ανταγωνισμός όσο τώρα», (3 του Απρίλη).

Δεν είταν χωρίς λόγο που στη συνεδρίαση της Κομμούνας της 25 του Απρίλη ο Ζουρντέν έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό του για το γεγονός ότι «η Κομμούνα δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα παραβιάσει την αρχή της ιδιοχτησίας». Έτσι, έλπιζε να κερδίσει τη συγκατάθεση των αστικών στρωμάτων και να προχωρήσει σε ένα συμβιβασμό.

«Οι θεωρίες αυτές» –λέει, κι έχει πέρα για πέρα δίκιο, ο Λαβρόφ– «δεν αφόπλισαν καθόλου τους εχθρούς του προλεταριάτου που καταλάβαιναν πολύ καλά πως τους απειλούσαν οι επιτυχίες του. Αντίθετα, σαν να είταν προσχεδιασμένες, αφαίρεσαν από το προλεταριάτο όλη τη μαχητική του ενεργητικότητα και το τύφλωσαν, μπροστά σε άκαμπτους εχθρούς», (σελ. 137).

Μα οι καθησυχαστικές αυτές θεωρίες είταν αδιάσπαστα δεμένες με το μύθο της δημοκρατίας: Η μορφή της ψευτονομιμότητας τους έκανε να πιστέψουν πως το ζήτημα μπορούσε να λυθεί χωρίς πάλη.

«Οσοναφορά τις λαϊκές μάζες –έγραφε ένα μέλος της Κομμούνας, ο Άρθουρ Αρνούλ– αυτές πίστευαν, κι όχι χωρίς λόγο, στην ύπαρξη μιας σιωπηρής συμμαχίας με την κυβέρνηση».

Ανήμποροι να τραβήξουν την μπουρζουαζία, οι συμφιλιωτές, παραπλανούσαν, όπως πάντα, το προλεταριάτο.

Το ότι μέσα στις συνθήκες του αναπόφευχτο εμφυλίου πολέμου, που άρχιζε κιόλας, ο δημοκρατικός κοινοβουλευτισμός δεν έκφραζε πια παρά τη συμφιλιωτική αδυναμία των ηγετικών ομάδων, αυτό το μαρτυράει με τον πιο χτυπητό τρόπο η ανόητη διαδικασία των συμπληρωματικών εκλογών της Κομμούνας (6 του Απρίλη). Εκείνη τη στιγμή «το μόνο που δεν τίθονταν είταν το ζήτημα των εκλογών», γράφει ο Άρθουρ Αρνούλ. Η κατάσταση είχε γίνει τόσο τραγική, ώστε κανείς πια δεν είχε ούτε το χρόνο, ούτε την αναγκαία ψυχραιμία για να γίνουν σωστά οι εκλογές…

«Όλοι οι πιστοί στην Κομμούνα είταν πάνω στα οχυρώματα, στα φρούρια, στα προκεχωρημένα φυλάκια… Ο λαός δεν θεωρούσε καθόλου σπουδαίες τις συμπληρωματικές αυτές εκλογές. Στην πραγματικότητα, οι εκλογές δεν είταν παρά κοινοβουλευτισμός. Δεν είταν ώρα για να μετράς εκλογείς αλλά να έχεις στρατιώτες. Το ζήτημα δεν είταν να ξέρουμε αν είχε αυξηθεί ή μειωθεί η επιρροή μας στο Παρίσι, αλλά να το υπερασπίσουμε ενάντια στις Βερσαλίες».

Τα λόγια αυτά θα μπορούσαν να δόσουν στον Κάουτσκι να καταλάβει γιατί στην πράξη δεν είναι τόσο εύκολο να συνδυαστεί ο ταξικός πόλεμος με μια υπερταξική δημοκρατία.

«Η Κομμούνα δεν είναι μια Συνταχτική Συνέλευση» –έγραφε στο βιβλίο του ο Μιγιέρ, ένα από τα καλύτερα μυαλά της Κομμούνας– «είναι ένα συμβούλιο πολέμου. Δεν πρέπει να έχει παρά ένα μονάχα στόχο: τη νίκη. Ένα μονάχα όπλο: τη βία. Ένα μονάχα νόμο: την κοινωνική σωτηρία». «Δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν» –φωνάζει ο Λισαγκαρέ κατηγορώντας τους ηγέτες– «πως η Κομμούνα είταν οδόφραγμα κι όχι διοικητική υπηρεσία».

Στο τέλος μονάχα άρχισαν να το καταλαβαίνουν, όταν είταν πια πάρα πολύ αργά. Ο Κάουτσκι δεν το έχει ακόμα καταλάβει. Και τίποτε δεν μας δείχνει πως κάποια μέρα θα το καταλάβει. Η Κομμούνα υπήρξε η ζωντανή άρνηση της τυπικής δημοκρατίας, γιατί, στην ανάπτυξη της, σήμαινε τη διχτατορία του εργατικού Παρισιού πάνω στο αγροτικό έθνος. Το γεγονός αυτό επισκιάζει όλα τά άλλα. Όποιες κι αν είταν οι προσπάθειες των δογματικών πολιτικών μέσα στους κόλπους της ίδιας της Κομμούνας να αγκιστρωθούν από τις εμφανίσεις της δημοκρατικής νομιμότητας, κάθε ενέργεια της Κομμούνας, ενώ δεν είταν αρκετή για τη νίκη, είταν αρκετή να αποκαλύψει την παράνομη φύση της. Η Κομμούνα, δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο του Παρισιού, κατάργησε τη στρατιωτική θητεία. Τιτλοφόρησε το επίσημο όργανο της: Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Αν και προσεχτικά, έβαλε χέρι στην Τράπεζα της Γαλλίας. Διακήρυξε το χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος και κατάργησε τους εκκλησιαστικούς προϋπολογισμούς. Ήρθε σε επαφή με τις ξένες πρεσβείες, κλπ, κλπ. Όλα αυτά τα έκανε στο όνομα της επαναστατικής διχτατορίας. Μα ο Κλεμανσό που, τότε, είταν ακόμα ένας νεαρός δημοκράτης αναγνώριζε αυτή την αρετή.

Στη Συνέλευση με την Κεντρική Επιτροπή, ο Κλεμανσό δήλωσε:

«Η εξέγερση είχε ένα παράνομο ξεκίνημα… Η Επιτροπή θα γίνει πολύ σύντομα γελοία και τα διατάγματα της αξιοκαταφρόνητα. Και επιπλέον, το Παρίσι δεν έχει το δικαίωμα να εξεγείρεται ενάντια στη Γαλλία και οφείλει να αποδεχτεί άνευ όρων την εξουσία της Συνέλευσης».

Το πρόβλημα της Κομμούνας είταν να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση. Και ο Κάουτσκι, ψάχνει τώρα να βρει ελαφρυντικά στοιχεία για τα εγκληματικά αυτά σχέδια.

Φέρνει σαν επιχείρημα το γεγονός ότι οι κομμουνάροι είχαν αντίπαλους τους μοναρχικούς στην Εθνοσυνέλευση ενώ στη Συντακτική Συνέλευση εμείς είχαμε ενάντια μας… τους σοσιαλιστές, δηλαδή τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους. Ολική διανοητική έκλειψη! Ο Κάουτσκι μιλάει για τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες, αλλά λησμονάει τον μοναδικά σοβαρά εχθρό: τους Καντέ. Αυτοί ακριβώς αποτελούσαν το «βερσαλιέζικο» κόμμα της Ρωσίας, δηλαδή το μέτωπο των ιδιοχτητών στο όνομα της ιδιοχτησίας και ο καθηγητής Μιλιουκόφ έκανε ότι μπορούσε για να μιμηθεί τον μικρόσωμα μεγάλο άνδρα. Από πολύ νωρίς –πολύ πριν από την επανάσταση του Οχτώβρη– ο Μιλιουκόφ άρχισε να ψάχνει για τον Γκαλιφέ του, στους στρατηγούς Κορνίλοφ, Αλεξέγιεφ, Καλεντίν, Κρασνόφ. Και όταν ο Κολτσάκ είχε παραμερίσει τα πολιτικά κόμματα και διαλύσει τη Συνταχτική Συνέλευση, το κόμμα των Καντέ, το μόνο σοβαρό αστικό κόμμα, με προσανατολισμό βασικά μοναρχικό, όχι μονάχα δεν του αρνήθηκε την υποστήριξη, αλλά αντίθετα τον περιέβαλε με μεγαλύτερη συμπάθεια από πριν.

Οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες δεν έπαιξαν στη χώρα μας κανένα αυτόνομο ρόλο, όπως άλλωστε συνέβη και με το κόμμα του Κάουτσκι στα επαναστατικά γεγονότα της Γερμανίας. Αυτοί βάσιζαν ολόκληρη την πολιτική τους πάνω στη συμμαχία με τους Καντέ, εξασφαλίζοντας τους έτσι μια θέση υπεροχής που δεν ανταποκρινόταν καθόλου στο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Τα κόμματα των σοσιαλεπαναστατών και των μενσεβίκων δεν είταν παρά ένας μηχανισμός μεταβίβασης προορισμένος να κερδίσει στις συγκεντρώσεις και στις εκλογές την πολιτική εμπιστοσύνη των ξεσηκωμένων επαναστατικών μαζών, προς όφελος του ιμπεριαλιστικού αντεπαναστατικού κόμματος των Καντέ –ανεξάρτητα άλλωστε από το αποτέλεσμα των εκλογών. Η εξάρτηση της πλειοψηφίας, μενσεβίκων και σοσιαλεπαναστατών, από τη μειοψηφία των Καντέ δεν είταν παρά μια σχεδόν ανοιχτή προσβολή στην ιδέα της «δημοκρατίας». Μα αυτό δεν είναι όλο. Σ’ όλα τα μέρη της χώρας όπου το καθεστώς της «δημοκρατίας» επιζούσε για πολύ καιρό, τέλειωνε αναπόφευχτα με ένα ανοιχτό πραξικόπημα της αντεπανάστασης. Έτσι έγινε στην Ουκρανία όπου η δημοκρατική Ράντα, που είχε πουλήσει τη σοβιετική κυβέρνηση στο γερμανικό ιμπεριαλισμό, βλέπει τον ίδιο τον εαυτό της παραμερισμένο από τη μοναρχία του Σκοροπάντσκι. Έτσι έγινε στο Κουμπάν, όπου η δημοκρατική Ράντα εξαφανίστηκε κάτω από το τακούνι του Ντενίκιν. Έτσι έγινε –κι αυτό είναι το πιο σημαντικό πείραμα της «δημοκρατίας» μας– στη Σιβηρία, όπου η Συνταχτική Συνέλευση που τυπικά κυριαρχούνταν από τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους –με την απουσία των μπολσεβίκων– που στην πραγματικότητα διευθυνόταν από τους Καντέ, οδήγησε στη διχτατορία του τσαρικού ναυάρχου Κολτσάκ. Έτσι έγινε στο Βορρά, όπου η κυβέρνηση της Συνταχτικής Συνέλευσης του σοσιαλεπαναστάτη Τσαϊκόφσκι δεν είταν παρά ο κομπάρσος των αντεπαναστατών ρώσων και άγγλων στρατηγών. Σε όλα τα μικρά συνοριακά κράτη, τα πράγματα έγιναν ή γίνονται έτσι: στη Φιλανδία, την Εσθονία, τη Λιθουανία, τη Λετονία, την Πολωνία, τη Γεωργία, την Αρμενία, όπου παγιώθηκε κάτω από τη σημαία της τυπικής «δημοκρατίας», η κυριαρχία των γαιοχτημόνων, των καπιταλιστών και των ξένων μιλιταριστών.

Ο Εργάτης του Παρισιού του 1871 και ο Προλετάριος του 1917

Ένας από τους πιο χοντροκομμένους παραλληλισμούς –που δεν δικαιολογείται με τίποτε και πολιτικά είναι ένα αίσχος– που κάνει ο Κάουτσκι ανάμεσα στην Κομμούνα και τη Σοβιετική Ρωσία, είναι ο παραλληλισμός που αφορά το χαραχτήρα του παρισινού εργάτη του 1871 και του ρώσου προλετάριου του 1917-1919. Ο Κάουτσκι μας περιγράφει τον πρώτο σαν έναν ενθουσιώδη επαναστάτη, ικανό για υψηλή αυταπάρνηση, ενώ μας παρουσιάζει το δεύτερο σαν ένα εγωιστή και δειλό, έναν ανεύθυνο αναρχικό.

Ο παρισινός εργάτης έχει πίσω του ένα παρελθόν εντελώς καθορισμένο ώστε δεν έχει ανάγκη από επαναστατικές συστάσεις ούτε χρειάζεται τα εγκώμια του Κάουτσκι για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Ωστόσο, το προλεταριάτο της Πετρούπολης δεν έχει και δεν μπορεί να έχει λόγους να αρνηθεί τη σύγκριση με τον ηρωικό πρωτότοκο αδερφό του. Τα τρία χρόνια αδιάκοπης πάλης των εργατών της Πετρούπολης –αρχικά για την κατάχτηση της εξουσίας, σε συνέχεια για τη διατήρηση της και την παγίωση της– μέσα σε τέτια βάσανα που ποτέ δεν τα έχει ζήσει κανείς, παρά την πείνα, το κρύο, τους συνεχείς κινδύνους, αποτελούν μια εξαιρετική ιστορία συλλογικού ηρωισμού και αυταπάρνησης των μαζών. Ο Κάουτσκι, όπως θα το δείξουμε αλλού, παίρνει τα πιο καθυστερημένα στοιχεία του ρώσικου προλεταριάτου για να τα συγκρίνει με το άνθος των κομμουνάρων. Πάνω σ’ αυτό το σημείο δεν ξεχωρίζει σε τίποτε από τους αστούς συκοφάντες για τους οποίους οι σκοτωμένοι της Κομμούνας είναι άπειρα πιο συμπαθείς από τους ζωντανούς. Το προλεταριάτο της Πετρούπολης πήρε την εξουσία σαρανταπέντε χρόνια ύστερα από το παρισινό προλεταριάτο. Αυτό το μικρό χρονικό διάστημα μας προίκισε με μια τεράστια ανωτερότητα. Ο μικροαστικός και βιοτεχνικός χαραχτήρας του παλιού κι ως ένα μέρος του νέου Παρισιού είναι τελείως ξένος προς την Πετρούπολη –κέντρο της πιο συγκεντρωμένης βιομηχανίας του κόσμου. Ο τελευταίος αυτός παράγοντας μας έχει σημαντικά διευκολύνει τόσο στο έργο της αγκιτάτσιας και της οργάνωσης όσο και στην εγκαθίδρυση του σοβιετικού συστήματος. Το προλεταριάτο μας απέχει πολύ από το να διαθέτει τις πλούσιες επαναστατικές παραδόσεις του γαλλικού προλεταριάτου. Μα σε αντιστάθμισμα, στην αρχή της τωρινής επαναστάσης, η μεγάλη εμπειρία των αποτυχιών του 1905 είταν ακόμα ζωντανή στη μνήμη της μεγαλύτερης γενιάς, που δεν ξεχνούσε το καθήκον εκδίκησης που της είχε κληροδοτήσει. Οι ρώσοι εργάτες δεν πέρασαν, όπως οι γάλλοι εργάτες, από το μακρόχρονο σχολειό της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, σχολειό που, σ’ ορισμένες εποχές, είταν ένας σημαντικός παράγοντας στην πολιτική εκπαίδευση του προλεταριάτου. Από την άλλη μεριά όμως, η πίκρα από τη διάψευση των ελπίδων και το δηλητήριο του σκεπτικισμού, που δένουν –ελπίζουμε για μικρό χρονικό διάστημα– την επαναστατική θέληση του γαλλικού προλεταριάτου, δεν είχαν τον καιρό να κατασταλάξουν στην ψυχή της ρώσικης εργατικής τάξης.

Η Κομμούνα του Παρισιού έχει υποστεί μια στρατιωτική ήττα πριν ακόμα ορθωθούν μπροστά της, σ’ όλο τους το μέγεθος, τα οικονομικά προβλήματα. Παρά τις θαυμάσιες πολεμικές αρετές των παρισινών εργατών, η στρατιωτική κατάσταση της Κομμούνας έγινε πολύ γρήγορα απελπιστική: η αναποφασιστικότητα και το συμφιλιωτικό πνεύμα των ανώτερων κύκλων γέννησαν την αποσύνθεση των κατώτερων στρωμάτων.

Σύμφωνα με το μισθολόγιο της εθνοφρουράς μισθοδοτούνταν 162.000 απλοί στρατιώτες και 6.500 αξιωματικοί, μα ο αριθμός εκείνων που πήγαιναν, πραγματικά, στη μάχη, προπαντός υστέρα από την έξοδο της 3 του Απρίλη, κυμαινόταν από είκοσι μέχρι τριάντα χιλιάδες.

Τα γεγονότα αυτά δεν εκθέτουν καθόλου τους παρισινούς εργάτες και δεν δίνουν σε κανέναν το δικαίωμα να τους χαραχτηρίσει λιποτάχτες και δειλούς –αν και οι περιπτώσεις λιποταξίας δεν έλειψαν βέβαια. Η μαχητική ικανότητα ενός στρατού απαιτεί προπαντός την ύπαρξη ενός ακριβούς και συγκεντροποιημένου μηχανισμού. Η Κομμούνα δεν διάθετε κάτι τέτιο.

Το υπουργείο Πολέμου της Κομμούνας συνεδρίαζε, σύμφωνα με τα λόγια ενός συγγραφέα, σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου στριμώχνονταν όλος ο κόσμος. Το υπουργικό γραφείο είταν γεμάτο από αξιωματικούς, από εθνοφρουρούς που απαιτούσαν είτε πολεμοφόδια είτε τροφοδοσία, ή που διαμαρτύρονταν γιατί δεν τους αντικαταστούσαν. Τους ξανάστελναν στη Διοίκηση των οχυρωμάτων…

«Ορισμένα τάγματα παράμεναν στα χαρακώματα από 20 μέχρι 30 μέρες, τη στιγμή που τα άλλα βρίσκονταν διαρκώς σε εφεδρεία… Η ακαταστασία αυτή σκότωσε πολύ γρήγορα κάθε πειθαρχία. Οι πιο θαρραλέοι δεν ήθελαν πια να εξαρτιώνται από κανέναν. Οι άλλοι το έσκαζαν. Οι αξιωματικοί ενεργούσαν με τον ίδιο τρόπο: ορισμένοι εγκατέλειπαν τη θέση τους για να πάνε να βοηθήσουν το διπλανό τους που βρισκόταν κάτω από τα πυρά του εχθρού. Άλλοι έφευγαν για την πόλη…», (Η Κομμούνα του Παρισιού του 1871, Π. Λαβρόφ, 1919, σελ. 100).

Ένα τέτιο καθεστώς δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητο. Η Κομμούνα πνίγηκε στο αίμα. Μα, σ’ αυτό το θέμα, βρίσκει κανείς μια παρηγοριά, μοναδική στο είδος της, μέσα στα γραφτά του Κάουτσκι:

«Η διεύθυνση του πολέμου» –λέει, κουνώντας σοφά το κεφάλι του– «δεν είναι γενικά η ισχυρή πλευρά του προλεταριάτου», (σελ. 76).

Ο αφορισμός αυτός, ο αντάξιος του Παγκλός, βρίσκεται στο ύψος ενός άλλου αποφθέγματος του Κάουτσκι, που μας λέει πως η Διεθνής δεν είναι ένα κατάλληλο όπλο για την εποχή του πολέμου, αφού από τη φύση της είναι «ένα όργανο ειρήνης».

Στο βάθος, ολόκληρος ο σημερινός Κάουτσκι συνοψίζεται στους δυο αυτούς αφορισμούς. Καί η αξία του είναι μόλις ανώτερη από το απόλυτο μηδέν.

«Η διεύθυνση του πολέμου» –τ’ ακούτε;– «δεν είναι γενικά η ισχυρή πλευρά του προλεταριάτου. Κι ακόμα περισσότερο αφού η Διεθνής δεν δημιουργήθηκε για μια περίοδο πολέμου».

Το καράβι του Κάουτσκι ναυπηγήθηκε για να ταξιδεύει πάνω στα ήσυχα νερά των βάλτων, κι όχι για να διασχίζει το πέλαγος και να αντιμετωπίζει καταιγίδες. Αν αρχίζει να κατακλύζεται από τα νερά κι αν καταποντίζεται τώρα στα βάθη, το άδικο βρίσκεται φυσικά με το μέρος της θύελλας, των στοιχείων, των πελώριων κυμάτων και σε μια ολόκληρη σειρά άλλων, απρόβλεφτων, περιστάσεων για τις όποιες ο Κάουτσκι δεν προόριζε το θαυμάσιο εργαλείο του.

Το διεθνές προλεταριάτο έχει καθορίσει σαν καθήκον του να καταχτήσει την εξουσία. Το αν ο εμφύλιος πόλεμος «γενικά» είναι ή όχι ένα απαραίτητο γνώρισμα της επανάστασης «γενικά», εκείνο που μένει αναμφισβήτητο είναι ότι το προχώρημα του προλεταριάτου, στη Ρωσία, στη Γερμανία, και σ’ ορισμένα μέρη της παλιάς Αυστροουγγαρίας, έχει πάρει τη μορφή ενός εμφυλίου πολέμου μέχρις εσχάτων, κι αυτό, όχι μονάχα στα εσωτερικά μέτωπα, αλλά και στα μέτωπα του εξωτερικού. Αν η διεύθυνση του πολέμου δεν είναι η ισχυρή πλευρά του προλεταριάτου, κι αν η Διεθνής των εργατών δεν κάνει παρά για τις ειρηνικές εποχές, πρέπει να διαγράψουμε με μια μονοκοντυλιά την επανάσταση και το σοσιαλισμό, γιατί η διεύθυνση του πολέμου είναι μια από τις αρκετά ισχυρές πλευρές του καπιταλιστικού κράτους, που, χωρίς πόλεμο, δεν θα επιτρέψει βέβαια στον εργάτη να φτάσει στην εξουσία. Δεν μένει πια παρά να θεωρήσουμε αυτό που αποκαλεί κανείς «σοσιαλιστική» δημοκρατία σαν παράσιτο της καπιταλιστικής κοινωνίας και του αστικού κοινοβουλευτισμού, δηλαδή να επικυρώσουμε ανοιχτά αυτά που κάνουν στην πράξη οι Έμπερτ, οι Σάιντεμαν, οι Ρενοντέλ, κι αυτό που ενάντια του, φαίνεται να ορθώνεται ακόμα ο Κάουτσκι στα λόγια.

Η διεύθυνση του πολέμου δεν είταν η ισχυρή πλευρά της Κομμούνας. Αυτός είναι ο λόγος που οδήγησε στη συντριβή της. Και πόσο ανελέητα συντρίφτηκε!

«Πρέπει να ανατρέψουμε» –έγραφε στην εποχή του ο φιλελεύθερος, ή καλύτερα ο μετριοπαθής φιλελεύθερος ιστορικός Φιο– «στις προγραφές του Σίλα, του Αντώνιου και του Οκτάβιου για να βρούμε παρόμοιες σφαγές στην ιστορία των πολιτισμένων εθνών. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι των τελευταίων Βαλουά, η νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου, η βασιλεία της Τρομοκρατίας δεν είναι σε σύγκριση μ’ αυτήν παρά παιδικά παιχνίδια. Μονάχα την τελευταία βδομάδα του Μάη θάφτηκαν στο Παρίσι 17.000 πτώματα των εξεγερμένων ομόσπονδων… Στις 15 του Ιούνη σκότωναν ακόμα».

«…Η διεύθυνση του πολέμου δεν είναι γενικά η ισχυρή πλευρά του προλεταριάτου…».

Μα αυτό είναι ψέμα! Οι ρώσοι εργάτες έχουν δείξει πως είναι ικανοί να γίνουν μαιτρ ακόμα και της «πολεμικής μηχανής». Κι εδώ βλέπουμε να πραγματοποιείται μια τεράστια πρόοδος σε σχέση με την Κομμούνα. Αυτό δεν είναι απάρνηση της Κομμούνας –γιατί η παράδοση της Κομμούνας δεν βρίσκεται στην αδυναμία της– αλλά στη συνέχιση του έργου της. Η Κομμούνα είταν αδύνατη. Για να ολοκληρώσουμε το έργο της, έχουμε γίνει ισχυροί. Σύντριψαν την Κομμούνα. Εμείς δίνουμε απανωτά χτυπήματα στους δήμιους της. Παίρνουμε εκδίκηση για την Κομμούνα και πληρώνουμε με το ίδιο νόμισμα.

Από τις 167.000 εθνοφρουρούς που μισθοδοτούνταν, 20 η 30 χιλιάδες πήγαιναν στη μάχη. Οι αριθμοί αυτοί είναι σημαντικό υλικό για τα συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει κανείς σχετικά με το ρόλο της τυπικής δημοκρατίας σε μια επαναστατική περίοδο. Η τύχη της Κομμούνας του Παρισιού δεν κρίθηκε στις εκλογές, μα στις μάχες ενάντια στο στρατό του Θιέρσου.

Οι 167.000 εθνοφρουροί αντιπροσώπευαν τη μεγάλη μάζα των εκλογέων. Στην πραγματικότητα, όμως, οι 20 ή 30 χιλιάδες άνθρωποι, η πιο αφοσιωμένη και η πιο μαχητική μειοψηφία, καθόρισαν μέσα στη μάχη τα πεπρωμένα της Κομμούνας. Η μειοψηφία αυτή δεν είταν απομονωμένη, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εκφράζει με περισσότερο θάρρος και αυταπάρνηση τη θέληση της πλειοψηφίας

Μα παρόλα αυτά δεν είταν παρά μια μειοψηφία. Οι άλλοι, που κρύβονταν τις κρίσιμες στιγμές, δεν είταν εχθροί της Κομμούνας. Αντίθετα, την υποστήριζαν ενεργά ή παθητικά, αλλά είταν λιγότερο πολιτικά συνειδητοί και λιγότερο αποφασισμένοι. Στην αρένα της πολιτικής δημοκρατίας, το κατώτερο επίπεδο της πολιτικής τους συνείδησης έκανε δυνατή την απάτη των τυχοδιωχτών, των αγυρτών, των μικροαστών απατεώνων και των έντιμων κουφιοκεφαλάκηδων που στην πραγματικότητα εξαπατούσαν τον ίδιο τον εαυτό τους. Τη στιγμή όμως του ανοιχτού ταξικού πολέμου ακολούθησαν, περισσότερο ή λιγότερο, την αφοσιωμένη μειοψηφία. Η κατάσταση αυτή βρήκε την έκφραση της στην οργάνωση της εθνοφρουράς. Αν η ύπαρξη της Κομμούνας παρατεινόταν, οι αμοιβαίες αυτές σχέσεις ανάμεσα στην πρωτοπορία και τη μάζα του προλεταριάτου θα ενισχύονταν ολοένα και πιο πολύ. Η οργάνωση που θα είχε συγκροτηθεί και στερεωθεί στο προτσές της ανοιχτής πάλης, σαν οργάνωση των εργαζομένων μαζών, θα είχε γίνει η οργάνωση της διχτατορίας τους, το Σοβιέτ των Αντιπροσώπων του ένοπλου προλεταριάτου.

* * *
Γιάννης Μακρίδης

Η Κομμούνα του Παρισιού:

Ιστορικά Διδάγματα από την Πάλη των Τάξεων

Η πρώτη προλεταριακή επανάσταση και η πρώτη κυβέρνηση του προλεταριάτου που κράτησε την εξουσία επί 72 ημέρες (από τις 18 Μάρτη ως τις 28 Μάη 1871) πέρασε στην ιστορία με τον τιμημένο τίτλο «Η Kομμούνα του Παρισιού». Στα παιχνιδίσματα της ιστορίας, η τύχη τό ’φερε ώστε η φετινή επέτειος της Κομμούνας να συμπέσει με τη μέρα έναρξης της μεγάλης πανεθνικής κινητοποίησης της σπουδάζουσας νεολαίας και των εργαζομένων, που σάρωσε τη Γαλλία [στις 18 Μάρτη –το άρθρο γράφτηκε το 2008 (Θ.Θ.)] και που συνεχίζεται και κλιμακώνεται με απανωτές απεργίες και διαδηλώσεις εκατομμυρίων λαού, με αίτημα την απόσυρση του αντιδραστικού νόμου Nτε Bιλπέν περί «σύμβασης πρώτης εργασίας» των νέων.

Πέρα από την επιφανειακή σύμπτωση, οι τεράστιες σε όγκο κινητοποιήσεις στη Γαλλία, αναζωπυρώνοντας με όρους μαζικούς την ταξική πάλη, δίνουν στην επέτειο της Κομμούνας έναν τόνο ξεχωριστής επικαιρότητας. Tι ήταν λοιπόν η Kομμούνα του Παρισιού;

Η εμφάνιση της Κομμούνας ήταν ένα ιστορικό φαινόμενο που προκλήθηκε από τις βαθιές ταξικές αντιθέσεις της γαλλικής κοινωνίας, οι οποίες οξύνθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1860. Βασικές αιτίες η ολοκλήρωση της βιομηχανικής επανάστασης, η σχετική αύξηση και οργανωτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, η άνοδος της ταξικής της συνείδησης. Αυτή την περίοδο υπάρχουν στο Παρίσι 70 συνδικάτα και σε ολόκληρη τη Γαλλία τα μέλη της Διεθνούς έφτασαν τις 200.000. Η Παρισινή Kομμούνα ήταν αποτέλεσμα τελικά της μακρόχρονης εξέλιξης του εργατικού κινήματος και για την ιδεολογική του προετοιμασία τεράστιο ρόλο έπαιξε η δράση της Πρώτης Διεθνούς. Οι άμεσες προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση της Π.Κ. συνδέονται με την πολιτική και οικονομική κρίση που πέρασε η Γαλλία στην τελευταία περίοδο της δεύτερης αυτοκρατορίας.

Η Όξυνση των Ταξικών Αντιθέσεων

Ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος άρχισε στις 19 Ιούλη του 1870. Μέσα σε έξι εβδομάδες τα γαλλικά στρατεύματα ηττήθηκαν καταδεικνύοντας την ηθική αποσύνθεση του βοναπαρτιστικού καθεστώτος. Η διεφθαρμένη εξουσία του Ναπολέοντα του Γ΄ είχε συντριβεί. Στις 4 Σεπτέμβρη ο γαλλικός λαός ανέτρεψε τη δεύτερη αυτό-κρατορία και εγκαθιδρύθηκε αστική δημοκρατία. Όμως η νέα κυβέρνηση, που αυτοανακηρύχθηκε ως «κυβέρνηση εθνικής άμυνας», συνέχισε την αντιλαϊκή πολιτική του βοναπαρτισμού. Αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα δημοκρατικά και πατριωτικά αιτήματα των λαϊκών μαζών και άρχισε να σαμποτάρει την άμυνα του Παρισιού που είχε κυκλωθεί από τα γερμανικά στρατεύματα. Η προδοσία των αντιδραστικών ηγετών της «Δημοκρατίας» προκάλεσε την αγανάκτηση των εργατών του Παρισιού. Στις 31 Oκτώβρη του 1870, αλλά και στις 22 Γενάρη του 1871 ξέσπασαν εξεγέρσεις σε μια προσπάθεια ανακήρυξης της Κομμούνας αλλά καταπνίγηκαν. Στα τέλη του Γενάρη υπογράφτηκε ανάμεσα στη Γαλλία και την Πρωσία ανακωχή. Η νέα κυβέρνηση Θιέρσου (εγκάθετη της μεγαλοαστικής τάξης), η οποία ανέλαβε το Φλεβάρη, οδηγείται στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλιών όπου συναινούσε να παραδόσει το Παρίσι στο Βίσμαρκ.

Το Ξέσπασμα

Από τα μέσα Φλεβάρη το προλεταριάτο του Παρισιού ξεσηκώνεται. Σπουδαίο βήμα στην ενότητα των λαϊκών δυνάμεων ενάντια στη γαλλική αντίδραση υπήρξε η Δημοκρατική Ομοσπονδία της Εθνοφρουράς, επικεφαλής της οποίας ήταν η Κεντρική Eπιτροπής της Εθνοφρουράς. Στο Παρίσι, στη Λιόν, στο Μπορντό, στη Μασσαλία δημιουργείται επαναστατική κατάσταση. Η απόπειρα της αντίδρασης να αφοπλίσει τις εργατικές συνοικίες του Παρισιού και να συλλάβει μέλη της Κ.Ε. της Εθνοφρουράς, στις 18 Μάρτη, αποτυχαίνει. Οι στρατιώτες αρνήθηκαν να πυροβολήσουν το λαό, οι εθνοφρουροί απέκρουσαν τα κυβερνητικά στρατεύματα. Την ίδια ημέρα η κόκκινη σημαία της επανάστασης κυματίζει στο Δημαρχείο του Παρισιού, ενώ η κυβέρνηση Θιέρσου καταφεύγει στις Βερσαλίες. Οι προλετάριοι σώζουν το Παρίσι από τη γερμανική και γαλλική αντίδραση δημιουργώντας την Kομμούνα. Παρόμοιες προσπάθειες αλλά χωρίς επιτυχία έγιναν και σε άλλες πόλεις και χωριά σε ολόκληρη τη Γαλλία. Βασικός λόγος της αποτυχίας είναι ότι ηγετικό ρόλο σ’ αυτές τις προσπάθειες έπαιξαν μικροαστικά, αστικο-ριζοσπαστικά στοιχεία.

Στα τέλη Μάρτη γίνεται η ανακήρυξη της Π.Κ. και διενεργούνται εκλογές. Διαμορφώνεται η ηγετική της ομάδα, σοσιαλιστές μέλη της A΄ Διεθνούς (40), ανάμεσά τους μπλανκιστές, προυντονιστές, μπακουνιστές, αρκετοί μαρξιστές που ασκούσαν ισχυρή επίδραση, όπως και αρκετά επιφανή στελέχη του εργατικού κινήματος και της διανόησης.

Η Διεθνής στην αρχή διατύπωσε τη θέση να μη γίνει η επανάσταση στο Παρίσι γιατί θεωρούσε σκοτεινή την προοπτική της. Παρά ταύτα, όταν έγινε η Kομμούνα του Παρισιού πρόσφερε όλη της την υποστήριξη. Ο K. Μαρξ κατόρθωσε να διαβιβάσει στο Παρίσι πρακτικές συμβουλές που αφορούσαν την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική τους δράση. Εκδήλωσε τον ενθουσιασμό του για τον ηρωισμό των κομμουνάρων, που σύμφωνα με τη δική του έκφραση «έκαναν έφοδο ενάντια στον ουρανό» και για τούτο το μεγάλο αγώνα έγραψε ένα από τα πολυδιαβασμένα βιβλία του, τον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία».

Οι πιο Σημαντικές Αποφάσεις

Η Kομμούνα στάθηκε το πρώτο στην ιστορία παράδειγμα δικτατορίας του προλεταριάτου. Aν και οι εργάτες δεν ήταν πλειοψηφία στην κυβέρνηση, όμως ολόκληρο το κίνημα διαποτίζονταν από εργατικό πνεύμα. Παλεύοντας αδιάκοπα μέσα σε συνθήκες εμφύλιου πολέμου, πραγματοποίησε σημαντικό έργο στον τομέα της πολιτικής, οικονομικής νομοθεσίας και της προλεταριακής οργάνωσης. Καθιέρωσε την αρχή του χωρισμού της εκκλησίας από το κράτος, αντικατέστησε τον τακτικό στρατό με τη λαϊκή πολιτοφυλακή, αφαίρεσε κάθε πολιτική εξουσία από την αστυνομία, κατέστησε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους υπόλογους στο εκλογικό σώμα (αιρετότητα), καθόρισε σαν ανώτατο όριο μισθού τα 6.000 φράγκα το χρόνο, έκαψε τη λαιμητόμο, όρισε πως οι δικαστές θα εκλέγονται και θα υπόκεινται σε έλεγχο, πήρε μέτρα για τον εφοδιασμό σε τρόφιμα, για την υγεία, τη νυχτερινή εργασία, τα πρόστιμα. Τα εργατικά συνδικάτα πήραν ενεργητικά μέρος σ’ όλη αυτή τη δημιουργική εργασία. Όταν ξέσπασε η επανάσταση και πολλοί εργοδότες εγκατέλειψαν το Παρίσι κλείνοντας τα εργοστάσια, η Κομμούνα κάλεσε τα συνδικάτα να αποκαταστήσουν την παραγωγή δημιουργώντας συνεργατικές. Η Kομμούνα έκοψε κάθε σχέση με τον αστικό κοινοβουλευτισμό και με την αστική αρχή διάκρισης των εξουσιών. Ήταν ταυτόχρονα νομοθετικό και εκτελεστικό όργανο. Ο νέος μηχανισμός εξουσίας οικοδομήθηκε πάνω σε αρχές όπως η αιρετότητα, η υπευθυνότητα, η συλλογικότητα. Στην εξωτερική πολιτική η Π.Κ. καθοδηγούνταν από την επιδίωξη της αδελφότητας, της ειρήνης και της φιλίας όλων των λαών, για τούτο το λόγο γκρεμίστηκε η στήλη Bαντόμ, το σύμβολο του μιλιταρισμού και των κατακτητικών πολέμων της Γαλλίας.

«…Ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοικτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμη ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία…» (K. Μαρξ: «Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία»). Aν και το προλεταριάτο δεν ήταν θεωρητικά προετοιμασμένο για την εξουσία, ωστόσο με την εξέλιξη του ταξικού αγώνα βρέθηκε στην ανάγκη να διαλύσει τον παλιό κρατικό μηχανισμό και ουσιαστικά να οδηγηθεί εν σπέρματι στη δημιουργία ενός κράτους νέου τύπου. Οι κομμουνάροι γι’ αυτό τον σκοπό έδειξαν γενναιότητα και ηρωισμό, έτοιμοι να χύσουν και την τελευταία σταγόνα του αίματός τους για την υπόθεση της εργατιάς.

Η Κομμούνα Οδηγείται στην Ήττα

Tο ηρωικό Παρίσι δεν μπορούσε να αντισταθεί μόνο του για πολύ καιρό στις ορδές των εχθρών που συγκεντρώνονταν γύρω του. Η αναβολή της επίθεσης κατά των Βερσαλιών έδοσε στα στρατεύματα του Θιέρσου τη δυνατότητα της ανασυγκρότησης. Στις 21 Μάη 1871, εβδομήντα δύο ημέρες μετά, τα κυβερνητικά στρατεύματα, αφού έκαμαν τις εξωτερικές οχυρώσεις, άρχισαν να μπαίνουν στην πρωτεύουσα. Ο ενισχυμένος από το Βίσμαρκ, με 60.000 χιλιάδες αιχμαλώτους, κυβερνητικός στρατός πέτυχε να εισδύσει προδοτικά στο Παρίσι από την Πύλη Σεν Kλου. Σοβαρά λάθη στρατιωτικής σημασίας φέρνουν πιο κοντά την ήττα. Στις 27 Μάη δόθηκε η μάχη στο νεκροταφείο Περ-Λεσέζ, οπότε και λύγισαν τα τελευταία ερείσματα των επαναστατών. Τριάντα χιλιάδες ήταν οι κομμουνάροι που έπεσαν στον αγώνα. Η κατάπνιξη της προλεταριακής επανάστασης του 1871 συνοδεύτηκε από ένα πρωτοφανές όργιο αντεπαναστατικής τρομοκρατίας.

Ο συνολικός αριθμός αυτών που τουφεκίστηκαν, στάλθηκαν στα κάτεργα και φυλακίστηκαν, έφτασε τις 70.000 και μαζί με εκείνους που εγκατέλειψαν τη Γαλλία εξαιτίας των διώξεων ξεπέρασε τις 100.000. Tο γαλλικό προλεταριάτο αποκεφαλίστηκε. Οι προλετάριοι σ’ όλο τον κόσμο βυθίστηκαν στο πένθος.

Τα Λάθη της Κομμούνας και η Σημασία τους

Η Kομμούνα ήταν παιδί της εποχής της, γι’ αυτό και οι συνθήκες πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε εξηγούν τα λάθη, τις αδυναμίες και τις ελλείψεις της. Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση του Μαρξ για το πρόωρο του εγχειρήματος, ότι οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για την επικράτησή της. Eίναι ευδιάκριτη η υπερβολική μετριοπάθεια που επέδειξε η επαναστατική εξουσία του Παρισιού απέναντι στην αστική τάξη. Οι κομμουνάροι πίστεψαν ότι η αστική τάξη θα αποδεχόταν την αποτυχία της, θεωρώντας ότι μια κοινωνική τάξη εξασθενημένη θα αφηνόταν να νικηθεί χωρίς αντίσταση. Εξαιτίας αυτής της ολέθριας αντίληψης αναβλήθηκε η επίθεση κατά των Βερσαλιών, που πρόσφερε αμέσως μετά τις 18 Μάρτη σύμπτωση ευνοϊκών συνθηκών. Κι ακόμη δεν καταπολεμήθηκαν με την κατάλληλη μέθοδο τα σημαντικά υπολείμματα που διατηρούσε ο Θιέρσος στην πρωτεύουσα. Η Kομμούνα δεν έπρεπε μόνο να καταστρέψει τον αστικό κρατικό μηχανισμό αλλά στη θέση του έπρεπε να δημιουργήσει το δικό της, το δικό της κράτος, το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η ίδια αναποφασιστικότητα και διστακτικότητα υπήρξε όταν χρειάστηκε να συγκρουσθεί με μια από τις οικονομικές βάσεις της κοινωνίας, την Εθνική Τράπεζα της Γαλλίας. Η Kομμούνα αρνήθηκε να εθνικοποιήσει τα εργοστάσια και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις (παρά μόνο αυτές που τις εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες) και δεν διαμόρφωσε συμμαχίες, ειδικότερα με το προλεταριάτο της υπαίθρου, δηλ. την αγροτιά (κάτω από ποιους όρους θα μπορούσε να γίνει αυτή η συμμαχία σε ένα Παρίσι περικυκλωμένο). Τέλος σοβαρό λάθος αναδεικνύεται η έλλειψη εργατικού κόμματος. Η εργατική τάξη της Γαλλίας πλήρωσε βαριά το αποτέλεσμα μιας κατάστασης στην οποία αντιτιθέμενα ρεύματα μοιράζονταν τις ευθύνες της ηγεσίας και αυτό σε τελευταία ανάλυση εξηγεί, παρά την αφθονία καλής θέλησης και ηρωισμού, την ήττα της Κομμούνας. Tο προλεταριάτο και οι κομμουνάροι δεν μπόρεσαν να κάνουν βίωμα τη διατύπωση του Σεν Ζιστ. «Αυτοί που αφήνουν στη μέση τις επαναστάσεις το μόνο που πετυχαίνουν είναι να ανοίγουν τον τάφο τους». Η πείρα της Παρισινής Κομμούνας υποβλήθηκε σε βαθιά ανάλυση στα έργα του K. Μαρξ, του Φ. ΄Έγκελς και του Β. Ι. Λένιν· έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση. «Η Kομμούνα είναι η πρώτη απόπειρα της προλεταριακής επανάστασης να συντρίψει την αστική κρατική μηχανή και η ανακαλυφθείσα επιτέλους πολιτική μορφή με την οποία μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί αυτό που συντρίφτηκε… Οι ρωσικές επαναστάσεις του 1905 και του 1917 μέσα σε διαφορετική κατάσταση και κάτω από διαφορετικές συνθήκες συνεχίζουν το έργο της Κομμούνας και επιβεβαιώνουν τη μεγαλοφυή ανάλυση του Μαρξ» (Λένιν: Κράτος και Eπανάσταση).

Γιάννης Mακρίδης

One response to “Αφιέρωμα στην Επέτειο της Παρισινής Κομμούνας

  1. Παράθεμα: Το μοιραίο λάθος των γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. | ΕΦ·

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s