Ιμπεριαλιστικός φεμινισμός

Η Deepa Kumar είναι Ινδοαμερικανίδα καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Σπουδών ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Rutgers. Το παρόν κείμενο αποτελεί μια τροποποιημένη εκδοχή μιας παρουσίασης που δόθηκε στο Socialism, ένα συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Σικάγο τον Ιούλιο του 2015. Τα αρχεία ήχου των παρουσιάσεων από αυτήν την ετήσια εκδήλωση βρίσκονται στο WeAreMany. [1]

Αναπαράγεται σύμφωνα με τους όρους της άδειας copyleft της International Socialist Review.

πηγή: https://isreview.org/issue/102/imperialist-feminism/index.html

Μετάφραση για το avantgarde: Νίκος Μωραΐτης

__________________________

Εισαγωγή avantgarde: Το παρόν άρθρο αποτελεί μία ακόμα σημαντική συνεισφορά στη συζήτηση που έχει ανοίξει και στην Ελλάδα για τη σύζευξη μεταξύ του ιμπεριαλισμού και κάποιων τάσεων του φεμινισμού. Ως συντακτική επιτροπή του avantgarde θα θέλαμε να εκφράσουμε ότι δε ταυτιζόμαστε με το σύνολο των αντιλήψεων που εκφράζει η συγγραφέας.

__________________________

Τον περασμένο Μάρτιο, κατά τη διάρκεια της Παγκόσμιας Ημέρας των Γυναίκων, ξεκίνησε μια παγκόσμια εκστρατεία για την αντιμετώπιση της ανισότητας των φύλων και της βίας κατά των γυναικών. Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική εκστρατεία, ειδικά αν δούμε τι έχουν βιώσει οι γυναίκες τα τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, στο στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών, οι βιασμοί και οι σεξουαλικές επιθέσεις αποτελούν μεγάλα πρόβληματα. Το 2012, εκτιμάται ότι έλαβαν χώρα 26.000 βιασμοί και σεξουαλικές επιθέσεις -και ας μην ξεχνάμε ότι μόνο ένα στα επτά θύματα καταγγέλλει αυτές τις επιθέσεις. Στη Βρετανία, μετά την οικονομική κρίση του 2008, η ενδοοικογενειακή βία αυξήθηκε δραματικά και μέχρι το 2010 είχε αυξηθεί κατά 35%. Στο Αφγανιστάν, έπειτα από την κατάληψη που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ/ΝΑΤΟ και την τοποθέτηση των συνεργατών πολέμαρχων σε διοικητικές θέσεις, η σεξουαλική και σωματική βία κατά των γυναικών αυξήθηκε σημαντικά. Πέρυσι, όταν το Ισραήλ επιτέθηκε στη Γάζα και σκότωσε πάνω από 2.000 ανθρώπους, ένα σημαντικό ποσοστό των νεκρών ήταν γυναίκες και κορίτσια. Κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη να δημιουργηθεί μια διεθνής εκστρατεία για την καταπολέμηση της σωματικής και σεξουαλικής βίας που υφίστανται οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο, την Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, την Ινδία και όχι μόνο.

Ωστόσο, αυτή η παγκόσμια εκστρατεία δεν έχει αυτό το σκοπό. Έχοντας λάβει υποστήριξη από ένα μεγάλο αριθμό διεθνών οργανισμών, η εκστρατεία αυτή, η οποία έχει ονομαστεί ως «Η Κόρη της Ινδίας» (India’s daughter), στην πραγματικότητα δεν αντιμετωπίζει κανένα από τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν. «Η Κόρη της Ινδίας» είναι ένα βρετανικό ντοκιμαντέρ της Leslee Udwin που αφηγείται την ιστορία ενός βάναυσου ομαδικού βιασμού στο Δελχί τον Δεκέμβριο του 2012, ο οποίος οδήγησε στον θάνατο της Jyoti Singh, 23 ετών, φοιτήτριας ιατρικής, και τις πολύμηνες διαδηλώσεις στους δρόμους που ακολούθησαν με αίτημα τον τερματισμό της βίας κατά των γυναικών. [2] Η εκστρατεία συνδέεται με την ταινία αυτή, η οποία έχει προβληθεί σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο, από τον Καναδά μέχρι τη Νορβηγία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την υποστήριξη και την υποστήριξη διασημοτήτων όπως η Μέριλ Στριπ και η Φρίντα Πίντο. Αν δείτε τα θέματα που περιλαμβάνονται στον ιστότοπο της εκστρατείας, απαριθμούνται τα πάντα, από τον βιασμό μέχρι την ενδοοικογενειακή βία, τη «βία με βάση την τιμή», τους γάμους παιδιών, τις παιδοκτονίες κ.ο.κ. Αλλά αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι η μόνη φορά που οι λευκές γυναίκες στη Δύση εμφανίζονται ως θύματα σε αυτή τη λεγόμενη «παγκόσμια εκστρατεία» είναι στην ενότητα «Ισότητα», όπου συζητείται το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην ενότητα για τους βιασμούς δεν γίνεται καμία αναφορά στους βιασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες (είτε στο στρατό είτε στις πανεπιστημιουπόλεις, όπου μία στις πέντε γυναίκες βιάζεται)- αντίθετα, η έμφαση δίνεται στους βιασμούς πολέμου και τα παραδείγματα που αναφέρονται είναι της Ρουάντα, της Σιέρα Λεόνε, της Λιβερίας και της Γιουγκοσλαβίας. Δεν είναι κάπως περίεργο το γεγονός ότι ο πρώτος στόχος αυτής της εκστρατείας είναι ότι  απευθυνεται σε 20 εκατομμύρια μαθητές σχολείων και αγροτικών κοινοτήτων στην Ινδία;

Το βασικό ερώτημα, γιατί αυτή η εκστρατεία ονομάζεται «Η κόρη της Ινδίας» και όχι «Η κόρη της Αμερικής» ή «Το αμερικανικό πρόβλημα», δεν αφορά απλώς το ότι η σεξουαλική βία κατά των γυναικών είναι ένα τεράστιο ζήτημα σε αυτή τη χώρα. Περίπου την ίδια εποχή με τον βιασμό στο Δελχί, στο Steubenville του Οχάιο, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού και σεξουαλικής επίθεσης από μια ομάδα ανδρών. Γιατί αυτή η υπόθεση δεν έγινε το επίκεντρο ενός ντοκιμαντέρ και μιας παγκόσμιας εκστρατείας; Αυτό που ξεχωρίζει για μένα είναι ότι ο βιασμός βιντεοσκοπήθηκε από έναν παρευρισκόμενο, ο οποίος θεώρησε τόσο φυσιολογικό και διασκεδαστικό να βιάζεται επανειλημμένα μια νεαρή γυναίκα που το ανέβασε στο YouTube. Στο βίντεο, τον ακούτε να γελάει υστερικά και να λέει πράγματα όπως «Είναι τόσο βιασμένη αυτή τη στιγμή», «Είναι πιο νεκρή από τον Trayvon Martin», «Την κατούρησαν, έτσι ξέρεις ότι είναι νεκρή». Βλέπετε εδώ πώς η φυλή και το φύλο διασταυρώνονται, ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθω. Όταν ξέσπασε αυτή η ιστορία, το επίπεδο του μισογυνισμού σόκαρε τους ανθρώπους, όπως ακριβώς έκανε και μια άλλη ιστορία που συνέβη το 2014, όταν ένας νεαρός άνδρας ονόματι Έλιοτ Ρότζερ αποφάσισε βάσει  μισογυνικων κινήτρων να σκοτώσει γυναίκες σε ένα σπίτι μιας αδελφότητας στην Ίσλα Βίστα της Καλιφόρνιας επειδή τον απέρριψαν συναισθηματικά.

Η καμπάνια «Η κόρη της Ινδίας» δεν λέει τίποτα για αυτά τα προβλήματα του «Πρώτου Κόσμου». Αντίθετα, το μήνυμα είναι ότι ο βιασμός, η σεξουαλική βία και άλλες μορφές γυναικείας καταπίεσης λαμβάνουν χώρα αλλού: στον Παγκόσμιο Νότο, σε πολιτισμούς που η Δύση θεωρεί καθυστερημένους και βάρβαρους, και όχι μόνο δεν είναι πρόβλημα εδώ, αλλά είναι ευθύνη των γυναικών στη Δύση να διεξάγουν μια ηθική σταυροφορία για να σώσουν τις καστανές και μαύρες αδελφές τους. Αυτή λοιπόν είναι η λογική του ιμπεριαλιστικού φεμινισμού στον εικοστό πρώτο αιώνα, που διαμορφώνεται από το βαθιά ρατσιστικό πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών», το οποίο βασίζεται στην ιδέα ότι η Δύση είναι ένας ανώτερος πολιτισμός επειδή πιστεύει στη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοσμικότητα, τα δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, την ελευθερία του λόγου και ένα σωρό άλλες φιλελεύθερες αξίες, ενώ ο Παγκόσμιος Νότος είναι βάρβαρος, μισογύνικος, υποταγμένος στη θρησκεία και ανελεύθερος. Από αυτό προκύπτει και το «ηθικό πλεονέκτημα του λευκού άνδρα» και «της λευκής γυναίκας» να παρεμβαίνουν με κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένων των αποικιακών πολέμων, για να «απελευθερώσουν» τις λιγότερο τυχερές γυναίκες σε άλλα μέρη του κόσμου.

Υπάρχουν τρία σημεία στα οποία θα ήθελα να εστιάσω και είμαι ανοιχτή σε σχόλια και προτάσεις, δεδομένου ότι οι σκέψεις για τα θέματα αυτά είναι προκαταρκτικές. Πρώτον, πώς φτάσαμε στο σημείο όπου μια καμπάνια για την «Κόρη της Ινδίας» να γίνεται το πρόσωπο του παγκόσμιου φεμινισμού; Πιστεύω ότι στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα συναντώνται διάφοροι παράγοντες που διαμόρφωσαν τη γλώσσα και την πρακτική του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού φεμινισμού. Σε ποιο ιστορικό πλαίσιο συναντήθηκαν οι παράγοντες που διαμορφώσαν τον ιμπεριαλιστικό φεμινισμό όπως αυτός εκφράζεται τον εικοστό πρώτο αιώνα; Αυτοί είναι η νεοφιλελεύθερη αποψίλωση των προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας, ο χώρος που άνοιξε για τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), η συνεπακόλουθη ΜΚΟ-ποίηση του φεμινισμού, η έναρξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», η οικειοποίηση παλαιότερων οριενταλιστικών τεχνικών για την εξυπηρέτηση των αυτοκρατορικών στόχων και, τέλος, η ανασυγκρότηση των δυτικών εθνικών κρατών στο πλαίσιο της λεγόμενης θεωρίας περί σύγκρουσης των πολιτισμών. Με άλλα λόγια, νομίζω ότι δεν αρκεί να κατανοήσουμε το φαινόμενο του ιμπεριαλιστικού φεμινισμού απλώς ως απελευθέρωση υπό την απειλή όπλου, αλλά αντίθετα πρέπει να το εντάξουμε σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και να εξετάσουμε τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επιτρέπουν την άνοδό του στο επίπεδο αυτού που σήμερα θεωρείται κοινή λογική, όχι μόνο στη Δύση αλλά και στις μεσαίες και άρχουσες τάξεις του Παγκόσμιου Νότου.

Δεύτερον, θα προσπαθήσω να ξετυλίξω τις ρίζες του αυτοκρατορικού φεμινισμού η ακμή του πηγαίνει πίσω στον δέκατο ένατο αιώνα και θα υποστηρίξω ότι δεν αρκεί να εξετάσουμε μόνο το πώς οι καστανές (brown) και οι μαύρες γυναίκες επανανοηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο της κυρίαρχης αποικιακής λογικής, που είναι το επίκεντρο πολλών μελετών για το θέμα, αλλά να κατανοήσουμε και το πώς οι λευκές γυναίκες εμπλέκονταν μέσα στην αποικιακή πολιτική. Ορισμένες γυναίκες της μεσαίας και ανώτερης τάξης υποστήριξαν την αποικιοκρατία, θεωρώντας την ως μέσο για την κατάκτηση δικαιωμάτων για τις γυναίκες. Στην πραγματικότητα, η αυτοκρατορία δεν απελευθερώνει τις γυναίκες ούτε στις αποικίες ούτε στη μητρόπολη. Υποστηρίζω ότι οι γυναίκες στα αυτοκρατορικά κέντρα, ιδίως οι γυναίκες της εργατικής τάξης, έχουν ελάχιστα να κερδίσουν από την αυτοκρατορία. Τέλος, βασιζόμενη στο έργο διάφορων φεμινιστριών, παρουσιάζω ένα πλαίσιο για το πώς να τοποθετούμαστε για τη διεθνική φεμινιστική αλληλεγγύη και παρουσιάζω μερικές αναλυτικές προτάσεις για το πώς θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα γνήσιο παγκόσμιο φεμινιστικό κίνημα βάσης.

Ο νεοφιλελευθερισμός – η σημερινή μορφή με την οποία οργανώνεται ο καπιταλισμός – έχει επιφέρει μια σειρά από αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η πολιτική βρίσκεται σε αντίθεση με παλαιότερα οικονομικά μοντέλα όπου το κράτος, ή η κυβέρνηση, παρείχαν προγραμμάτα κοινωνικής πρόνοιας για τις ανάγκες των πολιτών όσον αφορά τη διατροφή, δημόσια εκπαίδευση, κρατική υγειονομική περίθαλψη κ.λπ. (Εδώ σχεδιάζω μια παγκόσμια εικόνα – στις Ηνωμένες Πολιτείες, εκτός από το Medicare και το Medicaid, δεν είχαμε ποτέ ένα εξ ολοκλήρου κρατικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης όπως στον Καναδά ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Στα αναπτυσσόμενα έθνη υπάρχουν προγράμματα επιδοτούμενης σίτισης που είναι πολύ πιο εκτεταμένα από το περιορισμένο πρόγραμμα των food-stamps που έχουμε εδώ (στμ στις ΗΠΑ). Σε μια προηγούμενη εποχή υπήρχε η αντίληψη ότι το κράτος είχε ευθύνη στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών μιας κοινωνίας). Αυτή η αντίληψη δέχτηκε σθοφρές επιθέσεις και όλα αυτά τα προγράμματα είτε ξεκοιλιάστηκαν είτε διαλύθηκαν στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Οι ιδιωτικοποιήσεις και η επίθεση στα κοινωνικά προγράμματα προσφέρουν δύο πράγματα στον νεοφιλελευθερισμό: ανοίγουν νέες ευκαιρίες για επενδύσεις (ιδιωτικά πάρκα, ιδιωτικά σχολεία, ιδιωτικοποιημένη παιδική φροντίδα κ.λπ.) και επιβάλλουν στις μεμονωμένες οικογένειες διάφορα καθήκοντα κοινωνικής αναπαραγωγής, τα οποία πέφτουν πάντοτε στους ώμους των γυναικών, οι οποίες τα παρέχουν, χωρίς κόστος, από «αγάπη» και «καθήκον». Ειδικότερα πλήττονται οι οικογένειες της εργατικής τάξης. Επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το κόστος διαφόρων πραγμάτων που έχουν ιδιωτικοποιηθεί, είναι πιο ευάλωτες στον εργασιακό χώρο, εξαρτώνται περισσότερο από τις χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας τους και είναι λιγότερο ικανές να αντισταθούν στη νεοφιλελεύθερη επίθεση.

Υπάρχει μια άλλη μοναδική μορφή που δημιουργήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό: οι ΜΚΟ. Η απόσυρση των κρατικών και δημόσιων πόρων από τις διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής δημιουργεί ένα κενό που οι ΜΚΟ κατάφεραν να αρπάξουν τις τελευταίες δεκαετίες. Από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα έχουμε δει μια διαδικασία μαζικής ανάπτυξης των ΜΚΟ. Σήμερα δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι ΜΚΟ έχουν γίνει κρίσιμοι παράγοντες στην εθνική και παγκόσμια πολιτική, ιδίως σε ζητήματα που σχετίζονται με την ευημερία και τα δικαιώματα των γυναικών. Μέχρι το 2000 είχαν εκταμιεύσει μεταξύ δώδεκα και δεκαπέντε δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ μέχρι το 2012, σε ορισμένα μέρη του κόσμου, ο τομέας των ΜΚΟ είχε γίνει πιο ισχυρός από το κράτος.

Όμως, τη δεκαετία του 1990 οι ΜΚΟ γίνονται υπολογίσιμη δύναμη και οι μισές από τις διεθνείς ΜΚΟ επικεντρώνονται σε τρία θέματα – τα δικαιώματα των γυναικών, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον. Αυτή η εστίαση στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι τυχαία- δημιουργείται με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη γέννηση, ή την αναγέννηση, του ανθρωπισμού ως δικαιολογία για τις αυτοκρατορικές επεμβάσεις σε ένα πλήθος χωρών, από το Ιράκ μέχρι τη Σομαλία και τη Γιουγκοσλαβία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανθρωπιστικές ΜΚΟ και οι ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων σταμάτησαν την πολιτική της ουδετερότητας στις συγκρούσεις, ζητώντας αντ’ αυτού τη στρατιωτική επέμβαση των δυτικών δυνάμεων, ακόμη και συνεργαζόμενες σε εισβολές και καταλήψεις. Η CARE ζήτησε την επέμβαση του ΟΗΕ στη Σομαλία για τον τερματισμό του λιμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η World Vision και η Human Rights Watch υποστήριξαν τη στρατιωτική επέμβαση κατά της Σερβίας για την προστασία των μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα- η Oxfam υποστήριξε την επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας για να σταματήσει η εθνοκάθαρση στο Κοσσυφοπέδιο. Σε μεταγενέστερες δεκαετίες, η Αμερικανική Αμνηστία θα διεξάγει εκστρατεία για να ζητήσει από το ΝΑΤΟ να συνεχίσει την κατοχή του Αφγανιστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν στην ευχάριστη θέση να ενσωματώσουν τις ΜΚΟ στον στρατιωτικό σχεδιασμό, τις επιχειρήσεις και τις μεταπολεμικές καταλήψεις. Ο Κόλιν Πάουελ είχε αναφέρει το εξής για τις ανθρωπιστικές ΜΚΟ στο Αφγανιστάν: ήταν ένας «πολλαπλασιαστής δυνάμεων για εμάς, ένα σημαντικό μέρος της ομάδας κρούσης μας». [3] Μετά τις στρατιωτικές κατακτήσεις, οι οργανισμοί βοήθειας ανέλαβαν λειτουργίες που έμοιαζαν με κρατικές, όπως η διαχείριση των συστημάτων υγείας, εκπαίδευσης και πρόνοιας.

Η σημασία των ΜΚΟ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, και γενικότερα για τον νεοφιλελευθερισμό, είναι ότι ιδιωτικοποιούν κοινωνικές λειτουργίες και θέτουν διάφορες υπηρεσίες κοινωνικής αναπαραγωγής στα χέρια οντοτήτων που ελέγχονται εύκολα από εταιρείες και ισχυρά κράτη. Επειδή οι ΜΚΟ βασίζονται σε κεφάλαια από διάφορους δωρητές, είναι γραφειοκρατικά οργανωμένες οντότητες που έχουν σχεδιαστεί για να είναι υπόλογες στους δωρητές τους, είτε πρόκειται για κυβερνήσεις είτε για ιδιωτικά ιδρύματα. Περιττό να πούμε ότι αυτές οι οντότητες θεωρούνται λιγότερο απειλητικές από τα κοινωνικά κινήματα, τα οποία δεν μπορούν να ελεγχθούν τόσο εύκολα.

Οι φεμινιστικές και γυναικείες ΜΚΟ λειτουργούν βάσει αυτού του γενικού πλαισίου. Επιπλέον, η λογική με την οποία λειτουργούν έχει διαμορφωθεί σε διάφορες διασκέψεις του ΟΗΕ για τις γυναίκες που πραγματοποιήθηκαν στην Πόλη του Μεξικού, στο Ναϊρόμπι και στο Πεκίνο. Στην πραγματικότητα ήταν στη διάσκεψη για τις γυναίκες στο Πεκίνο το 1995, στην οποία η Χίλαρι Κλίντον έκανε τη διάσημη πλέον ομιλία της ότι «τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα», που οι ΜΚΟ εισήλθαν στο κέντρο της προσοχής του κόσμου και στο προσκήνιο του φεμινιστικού ακτιβισμού. Η Sabine Lang ονόμασε αυτή τη διαδικασία ως «ΜΚΟ-ποίηση του φεμινισμού», εννοώντας τη μαζική ανάπτυξη των φεμινιστικών ΜΚΟ κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, καθώς και το ότι ο φεμινιστικός ακτιβισμός άλλαξε προσανατολισμό, από τη συμμετοχή στα πολιτικά/κοινωνικά κινήματα στο να δρα και να υποστηρίζει φεμινιστικές ΜΚΟ. Τώρα, αυτό δεν είναι αναγκαστικά κακό καθώς φεμινίστριες μελετήτριες έχουν επισημάνει ότι σε περιοχές όπου υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου κοινωνική υποστήριξη, οι ΜΚΟ παρέχουν άκρως απαραίτητες υπηρεσίες και έχουν υπάρξει συνήγοροι των δικαιωμάτων των γυναικών. Οι ΜΚΟ δεν είναι μονολιθικές- σίγουρα υπάρχουν κάποιες ΜΚΟ που κάνουν καλή δουλειά σε πολλά μέρη του κόσμου. Αλλά είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι οι καλύτερα χρηματοδοτούμενες ΜΚΟ, και ως εκ τούτου οι πιο ισχυρές ΜΚΟ, είναι συνδεδεμένες με κάθε είδους εταιρείες και διεθνείς οργανισμούς. Επίσης έχουν οικειοποιηθεί και αποσυντονίσει τον κινηματικό ακτιβισμό. Στη θέση του έχουν τοποθετήσει μία φιλελεύθερη δικαιωματίστικη προσέγγιση που αποσκοπεί στην πολιτική καπιταλιστική ανάπτυξη και υποστηρίζει τη νομιμότητα της αυτοκρατορίας και του κεφαλαίου.

Για παράδειγμα, στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη υπήρξε μαζική αύξηση του αριθμού των ΜΚΟ από τη δεκαετία του 1990, αλλά το αποτέλεσμα αυτού ήταν να αποσυντονιστεί το παλαιστινιακό γυναικείο κίνημα, το οποίο ήταν πολιτικό, ακτιβιστικό και λαϊκό. Επιπλέον, διάφοροι ακτιβιστές και ερευνητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταγγείλει ότι οι καταγραφές των επιπτώσεων της ισραηλινής κατοχής και της πολιορκίας της Γάζας στις γυναίκες, που είχαν πραγματοποιήσει, ως εκ θαύματος απλά εξαφανίζονταν από τις τελικές εκθέσεις που συνέτασσαν ομάδες όπως η Human Rights Watch. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης, η οποία καθορίζει το γενικότερο πλαίσιο των καταπιεστικών συνθηκών κάτω από τις οποίες ζουν οι Παλαιστίνιες γυναίκες, διαγράφεται από την εικόνα. Με αυτόν τον τρόπο, η αποφασιστική σημασία της  κατοχής και του αυτοκρατορισμού αποκρύβεται, γεγονός που οδηγεί στη συνέχεια τους ανθρώπους στο να προσφέρουν περιορισμένες ατομικιστικες λύσεις που δεν αμφισβητούν τις υποκείμενες αιτίες. Ακόμα χειρότερα, τα κοινωνικά κινήματα αποστρατεύονται και οι καλύτεροι ακτιβιστές απορροφώνται από τις ΜΚΟ.

Μια άλλη τάση είναι η εμπορευματοποίηση του έργου για τα ανθρώπινα δικαιώματα- πάρτε την περίπτωση της οκτάμηνης εκστρατείας με την ονομασία «Ομορφιά χωρίς σύνορα» στο Αφγανιστάν. Χρηματοδοτήθηκε από τις εταιρείες Revlon, L’Oreal και άλλες εταιρείες καλλυντικών με το ποσό των τριών τετάρτων του εκατομμυρίου δολαρίων. Η εκστρατεία αποσκοπούσε στο να διδαχθούν οι Αφγανές γυναίκες συμβουλές αισθητικής ως ένα μέσο το οποίο θα οδηγούσε στην απελευθέρωση τους. (Φυσικά, οι εταιρείες ομορφιάς έλαβαν σημαντική ώθηση στις δημόσιες σχέσεις τους από αυτή την εκστρατεία, για να μην αναφέρουμε τα κέρδη και τις νέες αγορές που έλαβαν από την πώληση των προϊόντων τους).

Μία από τις γυναίκες που διηύθυναν το πρόγραμμα δήλωσε: «Όταν πρωτοήρθα στην Καμπούλ, σοκαρίστηκα με το τι έκαναν αυτές οι γυναίκες στα μαλλιά και τα πρόσωπά τους». Και πρόσθεσε: «Χρησιμοποιούσαν Henna, η οποία είναι φρικτή για τα μαλλιά. Τα ψαλίδια έμοιαζαν με ψαλίδια για αγροτικές δουλειές. Χρησιμοποιούσαν κουβάδες από τα κοντινά πηγάδια για να ξεπλύνουν τα μαλλιά τους. Μια φορά ζήτησα από ένα από τα κορίτσια να μου κάνει το μακιγιάζ και έμοιαζα με drag queen». Έτσι, η προσφορά συμβουλών ομορφιάς έγινε ένα είδος σταυροφορίας για αυτή τη γυναίκα, επειδή αυτή ήταν προφανώς η πιο σοβαρή ανάγκη των γυναικών στο εμπόλεμο Αφγανιστάν. Αντί να αναρωτηθεί το γιατί οι γυναίκες ήταν αναγκασμένες να παίρνουν νερό από τα κοντινά πηγάδια -όχι απλώς για να πλένουν τα μαλλιά τους αλλά και για τις καθημερινές τους ανάγκες- και τι θα μπορούσε να γίνει για να παρέχεται καθαρό τρεχούμενο νερό στα σπίτια των ανθρώπων, αυτή η υπάλληλος της ΜΚΟ επικεντρώθηκε αντίθετα στα πρότυπα ομορφιάς. Φυσικά, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που εργάζονται σε ΜΚΟ τόσο αδαείς ή ρατσιστές, όμως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τη λογική πίσω από τέτοια προγράμματα. Η λογική είναι ότι παρέχοντας δεξιότητες ομορφιάς σε γυναίκες θα μπορέσουν να ανοίξουν στο μέλλον ένα σαλόνι ομορφιάς, το οποίο θα βασίζεται σε ένα προοδευτικό/εκσυγχρονιστικό όραμα που θα «ενδυναμώνει» τις γυναίκες εκπαιδεύοντάς τες να γίνουν επιχειρηματίες. Στον κόσμο των ΜΚΟ εκσυγχρονισμος σημαίνει  να εκπαιδευτούν τα άτομα για να αποκτήσουν τη δική τους επιχείρηση έτσι να καταφέρουν να απελευθέρωθούν. Αυτός είναι ο λόγος που η Jyoti Singh έγινε η αφίσα-κορίτσι για ένα ντοκιμαντέρ όπως «Η κόρη της Ινδίας». Ενώ η Singh θαυμάζεται για τη σκληρή δουλειά και την αποφασιστικότητά της – δούλευε σε νυχτερινή δουλειά για να τελειώσει την ιατρική σχολή και είχε σαν όνειρο να χτίσει ένα νοσοκομείο στην πόλη της – είναι το είδος του ατόμου που υιοθετεί την ατομικιστική λογική του αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού. Τη εξυψώνουν επειδή εκμεταλλεύτηκε όλες τις ευκαιρίες που της παρείχε η νεοφιλελεύθερη Ινδία, ενώ αφήνει στο απυρόβλητο ένα σύστημα που αναγκάζει ανθρώπους σαν αυτήν να δουλεύουν νυχτερινές δουλειές, ενώ στην πραγματικότητα η εκπαίδευση θα έπρεπε να ήταν δωρεάν.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν πολλά παραδείγματα εμπορευματοποίησης της γυναικείας απελευθέρωσης, όπως η εκστρατεία «Ομορφιά χωρίς σύνορα». Όπως σημειώνει η Lila Abu-Lughod στο βιβλίο της Do Muslim Women Need Saving?:

Η παγκόσμια εκστρατεία «Μία στις τρεις γυναίκες» για την ευαισθητοποίηση γύρω από τη βία κατά των γυναικών σας ζητά να αγοράσετε τις κάρτες, τα γούρια και τις ταυτότητες τους. Η Peacekeeper Cause-metics σας ζητά να υποστηρίξετε τα δικαιώματα των γυναικών αγοράζοντας τα κραγιόν και τα βερνίκι νυχιών τους. Δίνουν μόνο ένα μέρος των χρημάτων αυτών για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στις χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Το ίδρυμα της Hirsi Ali είναι από τα τελευταία που υιοθέτησαν τη λογική της εμπορευματοποίησης των δικαιωμάτων των γυναικών καλώντας μας να αποκτήσουμε τη δική μας τσάντα υψηλής ποιότητας και «τιμής» έναντι δωρεάς.

Σήμερα, ο τρόπος για να δείξουμε την αλληλεγγύη μας στις γυναίκες σε όλο τον κόσμο περιορίζεται στα ψώνια και στη φιλανθρωπία.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των διαδικασιών είναι ότι μέχρι το 2010 έχουμε μια κατάσταση στην οποία ο νεοφιλελευθερισμός έχει διαποτίσει και εδραιώσει πλήρως την πρακτική και τη ρητορική του ιμπεριαλιστικού φεμινισμού. Υπό αυτή την έννοια, ο ιμπεριαλιστικός φεμινισμός σήμερα είναι διαφορετικού είδους από τον αντίστοιχο του 19ου αιώνα. Ενώ μοιράζεται πολλά κοινά με τον πρόδρομό του, έχει επίσης τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά.

Τι είναι παρόμοιο μεταξύ αυτού που ονομάστηκε «αποικιακός φεμινισμός» και αυτού που σήμερα ονομάζεται αυτοκρατορικός φεμινισμός;

Ο αποικιοκρατικός φεμινισμός δημιουργείται τον δέκατο ένατο αιώνα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού αποικισμού μεγάλων τμημάτων του κόσμου. Προκειμένου να δικαιολογηθεί η αποικιοκρατία, όπως μας διδάσκει ο Edward Said, δημιουργήθηκε ένα νέο σώμα ιδεών που ονομάστηκε Οριενταλισμός και βασίστηκε στην ιδέα ότι η Δύση είναι ανώτερη και η Ανατολή, η οποία είναι καθυστερημένη, έχει ανάγκη εκπολιτισμού. Οι γυναίκες της Ανατολής και οι μουσουλμάνες αποτέλεσαν κεντρικό τμήμα αυτού του οριενταλιστικού πλαισίου. Πολλοί μελετητές έχουν δείξει ότι οι μουσουλμάνες γυναίκες παρουσιάζονταν με έναν από τους δύο τρόπους: πρώτον ως σεξουαλικά αντικείμενα σε έναν φανταστικό κόσμο του χαρεμιού ή δεύτερον ως καταπιεσμένα θύματα που φυλακίζονταν, απομονώνονταν, τους επέβαλαν υποχρεωτικά χιτζάμπ και αντιμετωπίζονταν ως σκλάβες των ανδρών. Και στις δύο κατασκευές, η διάσωση αυτών των γυναικών εναπόκειντο αποκλειστικά στους διάφορους αποικιακούς αξιωματούχους και επικυρίαρχους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν ήταν ποτέ στην ατζέντα των αποικιοκρατικών δυνάμεων η απελευθέρωση των γυναικών της Ανατολής. Όπως το έθεσε ένας Γάλλος αξιωματούχος του 19ου αιώνα: «Αν θέλουμε να χτυπήσουμε την δυνατότητα της αλγερινής κοινωνίας να αντιστέκεται, τότε θα χρειαστεί πρώτα απ’ όλα να κατακτήσουμε τις γυναίκες της», προσθέτοντας: «Πρέπει να πάμε και να βρούμε αυτές τις γυναίκες, που κρύβονται κάτω από τα χιτζάμπ». Στο βιβλίο της Separate and Dominate: Feminism and Racism after the War on Terror, η Christine Delphy, ακολουθώντας την Marnia Lazreg, αναφέρει ότι η

Οι Γάλλοι δεν έκαναν τίποτα για να βοηθήσουν τις γυναίκες της Βόρειας Αφρικής. Διεξήγαγαν όμως μερικές εκστρατείες «απελευθέρωσης από το χιτζάμπ” (“un-veiling”) κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας … με το πρόσχημα της «απελευθέρωσης των γυναικών». Στην πραγματικότητα, ο σκοπός αυτών των εκστρατειών -όπως επίσης και οι βιασμοί που διαπράττονταν από τους στρατιώτες ή η εκπόρνευση των ιθαγενών γυναικών που θεωρούνταν «λάγνες» σε οίκους ανοχής- ήταν να σπάσει το ηθικό των Αλγερινών άνδρων «κλέβοντας» το τελευταίο κομμάτι της περιουσίας τους: τις γυναίκες.

Επιπλέον, οι επιθέσεις κατά του χιτζάμπ και οι επιθέσεις κατά του Ισλάμ ήταν ένα μέσο για την αποδυνάμωση του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που χρησιμοποιούσε το Ισλάμ ως ιδεολογική συγκολλητική ουσία για να ενώσει τους ανθρώπους για να αντισταθούν στον γαλλικό ιμπεριαλισμό.

Όταν οι Βρετανοί εισέβαλαν και κατέλαβαν την Αίγυπτο το 1882, ο λόρδος Cromer, ο οποίος επέβλεπε την κατοχή, ισχυρίστηκε ότι απελευθέρωνε τις γυναίκες. Είχε πολύ συγκεκριμένες απόψεις για το Ισλάμ, για τις γυναίκες και το χιτζάμπ και έγραψε και για τα τρία. Έγραψε ότι το Ισλάμ ως θρησκεία είναι μια «πλήρης αποτυχία» και ευθύνεται για την «υποβάθμιση των γυναικών». Υποστήριξε επίσης ότι σε αντίθεση με τον χριστιανισμό, ο οποίος οδήγησε τους δυτικούς άνδρες να «ανυψώσουν» τις γυναίκες σε υψηλό επίπεδο, στο Ισλάμ οι πρακτικές του καλύμματος και του διαχωρισμού οδηγούν τους μουσουλμάνους άνδρες να «υποβαθμίζουν» τις γυναίκες και στην πορεία καταλήγουν οι ίδιοι κατώτεροι. Για να ανυψωθούν οι Αιγύπτιοι, σύμφωνα με τον Cromer, πρέπει να «πειστούν ή να εξαναγκαστούν να ενστερνιστούν το αληθινό πνεύμα του δυτικού πολιτισμού».

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν ήταν μόνο οι αποικιοκράτες επικυρίαρχοι που ανέπτυξαν αυτό το επιχείρημα, υπήρχαν και διάφοροι ντόπιοι συνεργάτες που συνέβαλαν σε αυτό το σχέδιο. Ο Qasim Amin, ένας δικηγόρος της ανώτερης μεσαίας τάξης με γαλλική μόρφωση, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Η απελευθέρωση των γυναικών» (1899), το οποίο αντανακλούσε και αναπαρήγαγε τα αποικιακά επιχειρήματα. Φημολογείται ότι ο Cromer του ζήτησε να γράψει αυτό το βιβλίο και πράγματι, η ανάλυση της Leila Ahmed δείχνει πώς δεν είναι μόνο απλώς δουλικό απέναντι στην αποδοχή της Δύσης και καταγγελτικό απέναντι στην Αιγύπτο, αλλά είναι στην πραγματικότητα και αντιφεμινιστικό. Ο Αμίν υποστήριζε ότι οι μουσουλμανικές κοινωνίες έπρεπε να εγκαταλείψουν τους καθυστερημένους τρόπους τους και να ακολουθήσουν τη δυτική πορεία προς τον πολιτισμό και την επιτυχία, και αυτό θα συνέβαινε αν οι μουσουλμάνες μητέρες ακολουθούσαν το «ευγενές καθήκον» που είχαν οι μητέρες στις «προηγμένες κοινωνίες», δηλαδή να μεγαλώνουν καλούς γιους. Ελευθερία σήμαινε απελευθέρωση από το Ισλάμ, ώστε οι μουσουλμάνες γυναίκες να μετατραπούν σε καλές, υπάκουες, βικτοριανές μητέρες. Η Απελευθέρωση των γυναικών δεν αφορά την απελευθέρωση των Αιγυπτίων γυναικών ή των Ευρωπαίων γυναικών, αλλά το να γίνουν καλύτερες βοηθοί και φροντιστές των ανδρών. Οι πολιτικές του Cromer απελευθέρωσαν τις Αιγύπτιες γυναίκες; Απολύτως όχι. Ο Ahmed δείχνει πώς οι Βρετανοί έθεσαν κάθε είδους περιορισμούς στην εκπαίδευση των γυναικών που ήταν επιζήμιο για την ανάπτυξη τους.

Αντιθέτως, ο Cromer και ο Amin είχαν εμμονή με το χιτζάμπ και επεμεναν ότι οι γυναίκες έπρεπε να το βγάλουν. Οι επικριτές του Cromer και του Amin, ιδίως οι Αιγύπτιες φεμινίστριες στις αρχές του εικοστού αιώνα, υποστήριξαν ότι το πέπλο ήταν μία αποπροσανατολιστική συζήτηση. Υποστήριξαν ότι η προωθηση της υπόθεσης της απελευθέρωσης των γυναικών θα συνέβαινε μέσω της πρόσβασης στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη, την δυνατότητα να εργάζονται εκτός σπιτιού και να έχουν τα δικαιώματα που σχετίζονται με το γάμο και το διαζύγιο. Χωρίς αυτά τα δικαιώματα, η απλή αφαίρεση του χιτζάμπ δεν θα έκανε τίποτα για την ανύψωση της θέσης της γυναίκας.

Εκτός από άνδρες όπως ο Cromer και ο Amin, διάφορες γυναίκες συμμετείχαν επίσης στο σχέδιο του ιμπεριαλιστικού φεμινισμού. Διάφορες γυναίκες ιεραποστολοι που ταξίδευαν στην Αίγυπτο και σε άλλα μέρη του κόσμου υποστήριζαν ότι μόνο ο χριστιανισμός θα μπορούσε να σώσει τις φτωχές, καταπιεσμένες μουσουλμάνες γυναίκες. Να πώς το έθεσε μια Ευρωπαία ιεραπόστολος: «Οι χριστιανές αδελφές των μουσουλμάνων γυναίκων έπρεπε να τις σωσούν από την «άγνοια και την υποβάθμιση» στην οποία ζουν». Οι Βρετανίδες φεμινίστριες, ιδίως οι λευκές γυναίκες της ανώτερης και μεσαίας τάξης που δραστηριοποιούνταν στον αγώνα για το δικαίωμα της ψήφου, επίσης υιοθετούσαν παρόμοια επιχειρήματα. Όπως δείχνει η Antoinette Burton, το επιχείρημα που προέβαλαν οι σουφραζίστριες ήταν ότι αν η Βρετανία επρόκειτο να γίνει ένας πραγματικά μεγάλος πολιτισμός και μια μεγάλη αποικιακή δύναμη, τότε αυτό που χρειαζόταν ήταν να δοθούν στις γυναίκες ίσα δικαιώματα. Με άλλα λόγια, διάφορες σουφραζετες υιοθέτησαν την οριενταλιστική αντίληψη ότι η Δύση είναι ανώτερη και χρησιμοποίησαν αυτό το επιχείρημα για να υποστηρίξουν ότι οι γυναίκες άξιζαν το δικαίωμα ψήφου προκειμένου να γίνει η αυτοκρατορία πραγματικά μεγάλη. Γράφοντας για τις Βρετανίδες υποστηρίκτριες της αυτοκρατορίας, η Indrepal Grewal στο Home and Harem λέει:

Ως ταξιδιώτισσες, εθνολόγοι, ιεραπόστολοι και μεταρρυθμιστριες, οι Αγγλίδες μπορούσαν να επιτελέσουν την ισότητά τους με τους Άγγλους συμμετέχοντας στο αποικιακό σχέδιο που ορίστηκε με καθαρά ετεροφυλόφιλους, ανδροκρατικούς όρους ως «διείσδυση» και «κυριαρχία» σε «παρθένα» εδάφη θηλυκών και αδύναμων πολιτισμών. Εφόσον λοιπόν συμμετείχαν ισότιμα σε αυτό το πρότζεκτ, ως υποτιθέμενα φυλετικά και εθνικά ανωτερες έναντι των γυναικών της Ανατολής, όπως πολλές Αγγλίδες θεωρούσαν, έπρεπε να έχουν και ίσα δικαιώματα με τους άνδρες.

Στην πραγματικότητα, η αποικιοκρατία δεν ωφέλησε την υπόθεση των δικαιωμάτων των γυναικών ούτε στις αποικίες ούτε στις μητρόπολεις. Για παράδειγμα, ο λόρδος Cromer, ο υποτιθέμενος υπερασπιστής των δικαιωμάτων των αιγυπτιακών γυναικών, ήταν ενάντια στο δικαίωμα των γυναικών να ψηφίζουν στη Βρετανία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος για μια περίοδο της Εθνικής Ένωσης Ενάντια στο Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών. Μπορούμε να τον αποκαλέσουμε υποκριτή, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν- απλώς χρησιμοποιούσε τα δικαιώματα των γυναικών για να προωθήσει την αυτοκρατορία στην Αίγυπτο, ενώ στην πατρίδα του υποστήριζε τα βικτοριανά πρότυπα των φύλων. Ας έχουμε υπόψη ότι οι Βρετανίδες εκείνη την εποχή είχαν ελάχιστα δικαιώματα – ούτε το δικαίωμα ψήφου, ούτε το δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε το δικαίωμα μήνυσης κ.λπ. Όταν παντρευόταν γινόταν λίγο πολύ ιδιοκτησία του συζύγου της και, ως εκ τούτου, ο συζυγικός βιασμός ήταν δικαίωμα των αντρών. Αυτή την τάξη πραγμάτων προσπάθησε να διατηρήσει ο Cromer στη Βρετανία.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ιμπεριαλιστική φεμινιστική αφήγηση είναι ένας ψεύτικος φεμινισμός. Όχι μόνο αποτυγχάνει να απευθυνθεί ή να «απελευθερώσει» τις γυναίκες της Ανατολής, αλλά προσφέρει και κακές υπηρεσίες στις γυναίκες της Δύσης. Παρουσιάζοντας τις δυτικές γυναίκες ως ήδη απελευθερωμένες επειδή αποτελούν μέρος ενός «ανώτερου πολιτισμού», αυτή η ρητορική συσκοτίζει την πολύ πραγματική καταπίεση που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στις γυναίκες της Ανατολής και της Δύσης, στη βάση του ρατσισμού, του εθνικισμού και τη λογική της πολιτισμικής ανωτερότητας. Μπορεί οι λευκές γυναίκες της άρχουσας τάξης στη Βρετανία να επωφελήθηκαν οικονομικά από τα λάφυρα της αυτοκρατορίας, όμως πολιτικά ακόμα και αυτές έχασαν, όπως και οι αντίστοιχες γυναίκες της εργατικής τάξης.

Την ίδια στάση εξέφρασε και ο λόρδος Curzon, αντιβασιλέας της Ινδίας. Όταν ολοκλήρωσε τη θητεία του και ετοιμαζόταν να φύγει από την Ινδία, εκφώνησε έναν λόγο με τον οποίο επαινούσε αφειδώς τη σύζυγό του για το έργο που είχε επιτελέσει για την «ανύψωση» των Ινδών γυναικών. Ωστόσο, όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, ανέλαβε από τον λόρδο Cromer την προεδρία της Ένωσης Ενάντια στο Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών. Ο Grewal γράφει:

Tο 1910 και το 1911 δημοσιεύθηκε από την Anti-Suffrage Review μία προσωπικοτήτων που απαριθμούσε τους Kipling, Cromer, Curzon και Joseph Chamberlain, όλοι τους άνδρες που είχαν μεγάλη σχέση με τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές της Αγγλίας. Για τους άνδρες αυτούς, η αυτοκρατορία ήταν σύμβολο του ανδρισμού και οι Αγγλίδες ήταν οι φύλακες της ηθικής και οι άγγελοι του σπιτιού- τα αποικιακά θέματα … δεν έπρεπε να αγγίζουν αυτές τις γυναίκες, όπως αποκαλύπτει η μυθοπλασία του Kipling. Επιπλέον, οι γυναίκες θεωρούνταν ακατάλληλες να λαμβάνουν αποφάσεις στο ανδρικό εγχείρημα της αυτοκρατορίας. Για παράδειγμα, ένα μέλος του Κοινοβουλίου, ο κ. J. A. Grant, δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων το 1913: «Στον έλεγχο μιας τεράστιας αυτοκρατορίας όπως η δική μας, μιας αυτοκρατορίας που χτίστηκε με τη διανοητική και σωματική ικανότητα των ανδρών και διατηρείται, όπως πρέπει πάντα να διατηρείται, με τη σωματική και διανοητική ικανότητα των ανώτερων φύσεων – ρωτώ: «υπάρχει θέση για τις γυναίκες;»».

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, φυσικά, είναι «όχι». Η αυτοκρατορία, και ιδιαίτερα ο πόλεμος, είναι μια ανδρική επιχείρηση και βασίζεται σε μια έννοια της λευκής θηλυκότητας που είναι υπάκουη και υποστηρικτική. Μια τέτοια κοσμοθεωρία δεν ωφελεί τις γυναίκες, αλλά τους παραχωρεί, στην καλύτερη περίπτωση, θέση δεύτερης κατηγορίας.

Ακόμη και σήμερα, η αυτοκρατορία εξακολουθεί να είναι μια ανδρική και σεξιστική επιχείρηση, αλλά αυτό που έχει αλλάξει στον εικοστό πρώτο αιώνα είναι ότι υπάρχει πλέον «θέση για τις γυναίκες». Έτσι, βλέπουμε γυναίκες όπως η Hilary Clinton και η Madelin Allbright. Αλλά δεν λειτουργούν μόνο οι λευκές γυναίκες ως πράκτορες της αυτοκρατορίας. Επίσης μαύροι άνδρες όπως ο Colin Powel και μαύρες γυναίκες όπως η Condoleezza Rice έχουν αναλάβει ηγετικούς ρόλους στο νέο αυτοκρατορικό σχέδιο. Επίσης έχουμε γηγενείς γυναίκες που αναλαμβάνουν ένα παρόμοιο ρόλο δοσιλογισμού. Η Ayaan Hirsi Ali είναι η Qasim Amin του σήμερα, και έχει κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον για να χτυπήσει τις χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία και να υμνήσει την αυτοκρατορία, ενώ παράλληλα μεταμφιέζεται σε «φεμινίστρια». Ακόμη και αν γυναίκες και έγχρωμοι αναλαμβάνουν το τιμόνι της αυτοκρατορίας, ο ρατσισμός και ο σεξισμός εξακολουθούν να παραμένουν κεντρικά γνωρίσματα της αυτοκρατορικής ιδεολογίας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Χίλαρι Κλίντον. Είναι ένα πολεμοχαρές γεράκι που υπερασπίζεται σθεναρά τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Φυσικά και σιωπά για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των γυναικών σε χώρες που είναι συμμάχοι των Ηνωμένων Πολιτείων, όπως η Σαουδική Αραβία, αλλά όταν την βολεύει τοποθετείται ως φεμινίστρια. Ισχυρίζεται ότι είναι προστάτης των γυναικείων δικαιωμάτων επειδή με την ομιλία της στο Πεκίνο το 1995 υπερασπίστηκε το ότι τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Φυσικά, αν κοιτάξει κανείς το ιστορικό της στην πατρίδα της, θα δει ότι συμμετείχε πρόθυμα στην παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών, υποστηρίζοντας την κίνηση του συζύγου της να τερματίσει την «κοινωνική πρόνοια όπως την ξέρουμε».  Δεν είπε τίποτα όταν ο Bill Clinton έδιωξε τη Lani Guinier, την αρχική του επιλογή για βοηθό Γενικού Εισαγγελέα, και η ίδια η Χίλαρι έκανε τα χατίρια της βιομηχανίας της υγειονομικής περίθαλψης και ξεπούλησε την καθολική υγειονομική περίθαλψη. [4] Αλλά ακόμη και πέρα από τις πολιτικές επιλογές της Κλίντον, θα ήταν δίκαιο να πούμε ότι πάντα αποδέχονταν την ιδιότητα του πολίτη δεύτερης κατηγορίας σε σχέση με τον σύζυγό της. Το πιο προφανές παράδειγμα αυτού δεν είναι μόνο η υιοθέτηση του ονόματός του, αλλά και η αντίφαση μεταξύ του προσωπείου που επεδείκνυε στο εξωτερικό και στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Ακόμη και όταν υποστήριζε τα δικαιώματα των γυναικών στο Πεκίνο, στην πατρίδα της παρέμενε η υπάκουη σύζυγος του Μπιλ Κλίντον που στεκόταν στο πλευρό του άνδρα της παρά τις πολυάριθμες απιστίες του. Όσο κι αν αλλάζουν οι ρόλοι για τις γυναίκες και τους έγχρωμους στο αυτοκρατορικό δράμα, ο αυτοκρατορικός φεμινισμός παραμένει βυθισμένος στον σεξισμό.

Αυτό δεν εμπόδισε διάφορα δυτικά έθνη να επανακαθορίσουν τους εαυτούς τους στην εποχή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας ως προπύργια του φιλελευθερισμού. Είτε εξετάζουμε τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει ένα μοτίβο σύμφωνα με το οποίο αυτά τα έθνη αυτοχαρακτηριστικαν ως υποστηρικτές των φιλελεύθερων αξιών σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος, οι δολοφονίες μέσω drones, η εκτεταμένη παρακολούθηση, η επ’ αόριστον κράτηση και άλλες τέτοιες πρακτικές παρουσιάζονται ως τα μόνα μέσα με τα οποία μπορούσαν να κρατηθούν οι «βάρβαροι» μακριά- οι ανελεύθερες ενέργειες ήταν απαραίτητες για τη διατήρηση του φιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, η ισλαμοφοβία και ο ρατσισμός είναι και πάλι κεντρικά γνωρίσματα της εθνικής τους ταυτότητας και μοιάζουν πολύ με τη ταυτότητα που είχαν στο αποκορύφωμα της αποικιοκρατίας τον δέκατο ένατο αιώνα. Αυτό εξηγεί την απαγόρευση του χιτζάμπ και στη συνέχεια της μαντίλας από τη Γαλλία, όλα στο όνομα του κοσμικισμού και της υποτιθέμενης απελευθέρωσης των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτή η αφοσίωση στην κοσμικότητα είναι, ωστόσο, απίστευτα επιλεκτική. Η γαλλική κυβέρνηση πληρώνει για τη συντήρηση 36.000 εκκλησιών και πληρώνει τους μισθούς των ιερέων, των πάστορων και των ραβίνων- τα μισά από τα γαλλικά παιδιά και τους εφήβους εκπαιδεύονται σε θρησκευτικά, κυρίως καθολικά σχολεία. Πάρτε επίσης την υπεράσπιση της «ελευθερίας του λόγου» μετά τη σφαγή στο Charlie Hebdo. Οι δημοσιογράφοι του Charlie Hebdo θεωρήθηκαν ότι ειναι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου, επειδή, όπως υποστηρίχθηκε, άσκησαν κριτική σε όλες τις θρησκείες εξίσου. Στην πραγματικότητα, το Ισλάμ ήταν ο στόχος των «πιο συχνών και άγριων επιθέσεων» γράφει η Γαλλίδα φεμινίστρια Delphy. Υπάρχουν επίσης διπλά στάνταρ όσον αφορά τους γαλλικούς νόμους περί ελευθερίας του λόγου- ο «νόμος Gayssot» καθιστά έγκλημα να θέτει κανείς ερωτήματα για το Ολοκαύτωμα. Έτσι, ορισμένα είδη λόγου επιτρέπονται και άλλα απαγορεύονται.

Αυτή η στρατηγική βασίζεται σε μία επιλεκτική οικειοποίηση των δικαιωμάτων των γυναικών, της κοσμικότητας, της ελευθερίας του λόγου πράγμα το οποίο οδηγεί σε μία αποικιακή ανασυγκρότηση του έθνους με κλασικούς όρους, αξιοποιώντας τον ρατσισμό ως θεμέλιο λίθο. Η πορεία της 11ης Ιανουαρίου 2015 για την «εθνική ενότητα» αποσκοπούσε στην ενίσχυση των γαλλικών «αξιών» και του γαλλικού εθνικισμού στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος υποτίθεται ότι χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση των πολιτισμών. Δεν αποτελεί έκπληξη, επομένως, το γεγονός ότι σε αυτή την πορεία ήταν παρόντες ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, η Άνγκελα Μέρκελ και ένα σωρό άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τη Δύση ως φάρο πολιτισμού που μάχεται ενάντια στην υποτιθέμενη βαρβαρότητα του Ισλάμ.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Γαλλία αλλά και για άλλα δυτικά έθνη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα σχολεία υποχρεούνται να προωθούν τις «θεμελιώδεις βρετανικές αξίες». Ο John Nash, ο υπουργός Εκπαίδευσης, εξήγησε το πρόγραμμα και αυτές τις αξίες ως εξής: «Θέλουμε κάθε σχολείο να προάγει τις βασικές βρετανικές αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ατομικής ελευθερίας και του αμοιβαίου σεβασμού και της ανοχής για όσους έχουν διαφορετικές θρησκείες και πεποιθήσεις. Αυτό διασφαλίζει ότι οι νέοι κατανοούν τη σημασία του σεβασμού και φεύγουν από το σχολείο πλήρως προετοιμασμένοι για τη ζωή στη σύγχρονη Βρετανία».

Έτσι, Μοντερνισμός=Δύση. Φιλελευθερισμός=Δύση.

Όταν το Ανώτατο Δικαστηρίο αποφάσισε τη νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλοφίλων στη χώρα μας, η βρετανική υπηρεσία παρακολούθησης GCHQ, που είναι από τις πιο επεμβατικες και ακραίες υπηρεσίες παρακολούθησης στη Δύση, στόλισε τα κεντρικά της γραφεία με φωτάκια στα χρώματα του ουράνιου τόξου! Το ίδιο κάνει και η CIA- προβάλλει συστηματικά τους LGBTQ υπαλλήλους της ή αναδεικνύει γυναίκες σε ηγετικές θέσεις, κομπάζοντας έτσι τηςνπροοδευτικότητάς της. Αυτή η στρατηγική έχει τελειοποιηθεί από το Ισραήλ, σε αυτό που ονομάζεται «ροζ πλύσιμο» (pinkwashing).

Με άλλα λόγια, αυτό που έχουμε δει στην εποχή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας δεν είναι μόνο η πολιτιστική ανασυγκρότηση των δυτικών εθνικών κρατών με όρους κλασικής αποικιοκρατίας, αν και με σημαντικές διαφορές, αλλά και η οικειοποίηση των κατακτήσεων διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένου του φεμινισμού και της απελευθέρωσης των ομοφυλοφίλων, ως ένας τρόπος για να προωθηθεί η ατζέντα της αυτοκρατορίας.

Έτσι, αν απορρίψουμε τον ιμπεριαλιστικό φεμινισμό ως ψευδοφεμινισμό, ποιους εναλλακτικούς τρόπους θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και πώς θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε ένα δι-εθνιστικό φεμινιστικό κίνημα;

Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να πούμε γι’ αυτό το ζήτημα, και φεμινίστριες όπως η Chandra Mohanty και άλλες έχουν γράψει εκτενώς για τον δι-εθνιστικό φεμινισμό. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω είναι δύο κεντρικούς πυλώνες που θα έβαζαν τα θεμέλια για πραγματική αλληλεγγύη και διεθνισμό. Πρώτον, αντί να μιλάμε για φιλανθρωπία, αγορές μπιζού και δωρεές ως τρόπου με τον οποιό πολεμάμε τη καταπίεσηςτων γυναικών στον Παγκόσμιο Νότο, πρέπει να επιμείνουμε ότι η αλληλεγγύη αφορά την αναγνώριση της αμοιβαίας καταπίεσης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μια συγκριτική προσέγγιση, μια προσέγγιση που παραδέχεται ότι οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν καταπίεση, ακόμη και αν αυτή φαίνεται διαφορετική σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, διαφορετική σε διάφορες περιοχές ενός συγκεκριμένου έθνους, διαφορετική για διαφορετικές τάξεις γυναικών και διαφορετική αν λάβουμε υπόψη παράγοντες όπως η σεξουαλικότητα, η φυλή, η εθνικότητα, η ηλικία και οι ικανότητες. Αυτή είναι η βάση από την οποία οι άνθρωποι μπορούν να συνεργαστούν μεταξύ τους στη της αναγνώρισης ότι όλες οι γυναίκες, παρά τις προαναφερθείσες διαφορές, αντιμετωπίζουν σεξισμό. Η καθολικότητα της καταπίεσης των γυναικών οφείλεται στη δομική πραγματικότητα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Δεύτερον, και αυτό προκύπτει από το πρώτο, πρέπει να συνδέσουμε την ανάλυσή μας για την καταπίεση των γυναικών με τις ευρύτερες δομές που παράγουν αυτή την καταπίεση και να απορρίψουμε απλοϊκές εξηγήσεις που λένε ότι πρωτίστως ευθύνονται η θρησκεία ή ο πολιτισμός.

Τι σημαίνει η συγκριτική προσέγγιση; Πρώτον, πρέπει να απομακρυνθούμε από την ιμπεριαλιστική αντίληψη ότι ο μισογυνισμός υπάρχει μόνο αλλού, σε χώρες με «καθυστερημένους» πολιτισμούς και θρησκείες, και να εξετάσουμε προσεκτικά την καταπίεση που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην καρδιά της αυτοκρατορίας και να εξηγήσουμε πώς συνδέονται και τα δύο μεταξύ τους.

Για παράδειγμα, σε διάφορες χώρες του κόσμου οι γυναίκες δολοφονούνται από μέλη της οικογένειάς τους. Στο Πακιστάν, ο αριθμός αυτός ανέρχεται σε περίπου χίλιες. Το Πακιστάν είναι μια χώρα 140 εκατομμυρίων κατοίκων. Αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, και ως φεμινίστριες, προοδευτικές και αριστερές, δεν πρέπει να αποσιωπούμε αυτές τις πραγματικότητες. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να αμφισβητήσουμε και την μέθοδο με την οποία χαρακτηρίζεται αυτές οι δολοφονίες. Το να τις αποκαλούμε «δολοφονίες τιμής», σαν να είναι αποκλειστικά υπεύθυνες η θρησκεία και ο πολιτισμός για τη δολοφονία των γυναικών, αποσιωπά τις ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που παράγουν αυτή τη βία.

Αυτές οι συνθήκες είναι σημαντικές επειδή παρόμοιες καταστάσεις παράγουν τρομακτικά επίπεδα βίας κατά των γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδώ, 1500 γυναίκες δολοφονούνται από τους συζύγους ή τους φίλους τους κάθε χρόνο σε αυτό που αποκαλείται «έγκλημα πάθους». Από το 2002 έως το 2012, ο αριθμός των γυναικών που δολοφονήθηκαν από ερωτικούς συντρόφους ήταν 15.462. Οι ΗΠΑ έχουν πληθυσμό 300 εκατομμυρίων, δηλαδή διπλάσιο από το Πακιστάν, αλλά οι αριθμοί παρόλα αυτά είναι συγκρίσιμοι. Ωστόσο, η κυρίαρχη αντίληψη για το θέμα της βίας κατά των γυναικών, ακούμε για τις δολοφονίες γυναικών «εκεί έξω», αλλά σπάνια ακούμε για το τι συμβαίνει εδώ. Κάθε μέρα περίπου τέσσερις γυναίκες δολοφονούνται από ερωτικούς συντρόφους στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, δεν γνωρίζουμε τις ιστορίες τους, και ακόμη και όταν το κάνουμε, αναφέρεται ως μία ατομική εκτροπή, εγκλήματα που οδηγούνται από πάθος, και όχι από μια κοινωνία που αντιμετωπίζει συστηματικά τις γυναίκες ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Αντί λοιπόν να φέρνουμε από το παράθυρο τη λογική περί σύγκρουσης των πολιτισμών, όπου ο «δικός μας» μισογυνισμός αποκρύπτεται είτε ανάγεται σε ατομικές παρεκκλίσεις, ενώ ο «δικός τους» θεωρείται προϊόν της καθυστερημένης κουλτούρας τους, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι μια συγκεκριμένη ανάλυση για το τι παράγει τη βία κατά των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό προϋποθέτει απαραιτήτως την εξέταση δομικών παραγόντων και όχι μόνο της κουλτούρας, είτε πρόκειται για «κουλτούρα του βιασμού» είτε για «ισλαμική κουλτούρα».

Επιτρέψτε μου να δώσω ένα άλλο παράδειγμα: το φθινόπωρο του 2003 η σεξουαλική βία και η εμπορία ιρακινών γυναικών και κοριτσιών αυξήθηκαν δραματικά. Αυτή η αύξηση στη συνέχεια ερμηνεύεται στη βάση του ότι το Ισλάμ φταίει επειδή το Ισλάμ μετατρέπει τις γυναίκες σε σεξουαλικές σκλάβες. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι απλώς μία τεμπέλικη ανάλυση, αλλά και λάθος. Οι φεμινίστριες που μελέτησαν την κατάσταση των γυναικών στο Ιράκ μετά την εισβολή των ΗΠΑ έδειξαν ότι η σημαντικότερη αιτία για την αύξηση της βίας και της εμπορίας των ανθρώπων ήταν η απώλεια θέσεων εργασίας για τις γυναίκες. Το εβδομήντα τοις εκατό των μισθωτών γυναικών στο Ιράκ είχαν κυβερνητικές θέσεις εργασίας και όταν ολόκληρα υπουργεία διαλύθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την εισβολή τους στη χώρα, οι γυναίκες έχασαν τις δουλειές τους. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να κερδίσουν τα προς το ζην πουλώντας το σώμα τους. Όταν εξετάζουμε διαρθρωτικούς παράγοντες, διαπιστώνουμε ότι οι ισχυρισμοί ότι η «κουλτούρα» και η «θρησκεία» είναι αποκλειστικά υπεύθυνες για την καταπίεση των γυναικών στη Μέση Ανατολή πέφτουν στο κενό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι φεμινίστριες της Αυτοκρατορίας αποφεύγουν τη ανάλυση που επιχειρεί να εξηγήσει την αιτία στην λειτουργία ορισμένων δομών, επειδή μια τέτοια ανάλυση θα αποκάλυπτε ότι η αυτοκρατορία φέρει το κύριο βάρος της ευθύνης. Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι τελευταίο ακόμα: Οι γυναίκες στη Δύση δεν επωφελούνται από τον αυτοκρατορικό φεμινισμό, ιδιαίτερα η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών που δεν κατέχουν θέσεις εξουσίας και πλούτου. Όταν οι άνδρες εκπαιδεύονται από τον στρατό να είναι αδίστακτοι δολοφόνοι, οι σύζυγοι, οι σύντροφοι και οι συναδέλφισσες τους, πληρώνουν επίσης ένα τίμημα. Η ενδοοικογενειακή βία στις στρατιωτικές οικογένειες είναι σημαντικά υψηλότερη από ό,τι στις πολιτικές οικογένειες και δεκάδες χιλιάδες γυναίκες δέχονται σεξουαλικές επιθέσεις κάθε χρόνο στο στρατό. Οι γυναίκες πληρώνουν επίσης το τίμημα όταν δαπανώνται τρισεκατομμύρια δολάρια για την αυτοκρατορία, χρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη βασικών αναγκών κοινωνικής αναπαραγωγής.

Σε τελική ανάλυση, η διεθνιστική αλληλεγγύη πρέπει να συνδέει τον αγώνα ανθρώπων όπως της Emma Sulkowicz (η φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κολούμπια που κουβάλησε μαζί της το στρώμα στο οποίο βιάστηκε για να επιστήσει την προσοχή στον άθλιο τρόπο με τον οποίο της φέρθηκε η διοίκηση του Κολούμπια μετά την καταγγελία βιασμού που έκανε) με τον αγώνα της Jyoti Singh. Υπάρχει μια ιστορία που πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τους δεσμούς μεταξύ των βιασμών των γυναικών στις πανεπιστημιουπόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της σεξουαλικής βίας που βιώνουν οι φτωχές γυναίκες στην Ινδία. Πάρτε την περίπτωση των αγροτισσών γυναικών της Ινδίας που, επειδή η Pepsi υπερεκμεταλλεύεται τον υδροφόρο ορίζοντα, είναι αναγκασμένες να περπατούν μεγάλες αποστάσεις για να μαζέψουν νερό και οι οποίες στη διαδρομή τους βιάζονται και παρενοχλούνται σεξουαλικά. Αυτοί που διοικούν την Pepsi στις ΗΠΑ, ανήκουν σε μια τάξη ανδρών που συνήθως σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και έχουν ενθαρρυνθεί να θεωρούν τους εαυτούς τους ως «αφέντες του σύμπαντος», απ-ανθρωποποιώντας τις γυναίκες στις ΗΠΑ με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους που εκμεταλλεύονται στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Δεν αρκεί να μιλάμε απλώς για την κουλτούρα του βιασμού και τον μισογυνισμό εντός της αυτοκρατορίας και για τις «καθυστερημένες κουλτούρες» εκτός της αυτοκρατορίας, αλλά αντίθετα, πρέπει να θεμελιώσουμε την ανάλυσή μας για τη σεξουαλική βία στο δομικό πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και στους τρόπους με τους οποίους αυτός αναδιαρθρώνει τις ζωές των ανθρώπων σε διάφορες τοποθεσίες του 21ου αιώνα. Όταν ο φεμινισμός μας θα βασίζεται σε μια αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική πολιτική, θα μπορέσουμε να έχουμε μια πραγματική βάση για την αλληλεγγύη, η οποία, επιπλέον, έχει τις ρίζες της στα υλικά συμφέροντα και όχι στην ηθική και τη φιλανθρωπία. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι οι εκστρατείες ομορφιάς που θα απελευθερώσουν τις γυναίκες, αλλά η δική τους ενεργοποίηση και μια πολιτική διεθνούς αλληλεγγύης που θα βασίζεται στην απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού και της αυτοκρατορίας.

Books Cited

  • Lila Abu-Lughod, Do Muslim Women Need Saving? (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2013).
  • Leila Ahmed, Women and Gender in Islam: Historical Roots of a Modern Debate (New Haven, CT: Yale University Press, 1993).
  • Antoinette Burton, Burdens of History: British Feminists, Indian Women, and Imperial Culture, 1865–1915 (Chapel Hill, NC: University of North Carolina Press, 1994).
  • Christine Delphy, Separate and Dominate: Feminism and Racism after the War on Terror (London: Verso Books, 2015).
  • Conor Foley, The Thin Blue Line: How Humanitarianism Went to War (London: Verso Books, 2008).
  • Inderpal Grewal and Victoria Bernal (eds), Theorizing NGOs: States, Feminisms, and Neoliberalism (Durham, NC: Duke University Press, 2014).
  • Inderpal Grewal, Home and Harem (Duke University Press, 1996).
  • Marnia Lazreg, Torture and the Twilight of Empire: From Algiers to Baghdad (Princeton, NJ: Princeton University Press, 2008).
  • Chandra Talpade Mohanty, Feminism without Borders: Decolonizing Theory, Practicing Solidarity (Durham, NC: Duke University Press, 2003).

  1. WeAreMany.org [web] 
  2. For more on India’s Daughter, see International Socialist Review #97. — Ed. 
  3. Colin L. Powell, 2001-10-26. “Remarks to the National Foreign Policy Conference for Leaders of Nongovernmental Organizations.” U.S. Department of State Archive. [web] 
  4. Since this talk, a new anthology, False Choices: The Faux Feminism of Hillary Clinton was published which explains why she is not a feminist. — Ed. 
Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s