Ο Λένιν για την ειρήνη και την ουδετερότητα. ΚΚ Κούβας – ΚΕΚΡ – ΚΚΕ και το διεθνές δίκαιο σήμερα.

Λάβαμε και αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Διονύση Περδίκη από το Σύλλογο Γιάννης Κορδάτος. Χωρίς να ταυτιζόμαστε με το σύνολο της ανάλυσής του, το άρθρο τοποθετείται στη σωστή πλευρά και προάγει τη συζήτηση στο νούμερο ένα ζήτημα της παγκόσμιας ταξικής πάλης της περιόδου.

avantgarde

Το διεθνές δίκαιο

Χωρίς ο γράφων να είναι ειδικός στο διεθνές δίκαιο, εκτιμώ ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία παραβιάζει βασικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου από την πλευρά της Ρωσίας. Η κυβέρνηση της Ρωσίας, βέβαια, επικαλείται άλλες διατάξεις που αφορούν την εθνική ασφάλεια κάθε χώρας, όπως και την τυπική πρόσκληση των ανακηρυγμένων ως ανεξάρτητων λαϊκών δημοκρατιών της ανατολικής Ουκρανίας, για να δικαιολογήσει την εμπλοκή της. Ωστόσο, η ουσία δεν είναι σε μια νομικίστικη συζήτηση.

Το διεθνές δίκαιο πρέπει να τυγχάνει υπεράσπισης ως ένα όπλο που έχουν οι μικρές και αδύναμες χώρες, ενάντια στην καταπίεση και εκμετάλλευση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ή και άλλες μικρότερες, περιφερειακές δυνάμεις. Δεν πρέπει, όμως, να χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει, ή διευκολύνει τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού ενάντια σε λαούς, εθνότητες και κράτη που δεν υποτάσσονται στην κυριαρχία του.

Η θέση του ΚΚ Κούβας

Η θέση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας για το ζήτημα αυτό είναι ένα θετικό παράδειγμα. Από τη μια, επισημαίνει τη σημασία που έχει για τις μικρές και αδύναμες χώρες η τήρηση του διεθνούς δικαίου και η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών. Από την άλλη επισημαίνει το δίκαιο των κύριων αιτιάσεων της Ρωσίας σε αυτόν τον πόλεμο, τοποθετείται επί της ουσίας του πολέμου, δηλ. του «ποιας πολιτικής συνέχειας είναι», και δεν καταδικάζει τη Ρωσία γι’ αυτόν (βλ. εδώ για ολόκληρη την ανακοίνωση και σχετικό σχολιασμό):

«[…] Είναι αδύνατο να γίνει μια αυστηρή και ειλικρινής εξέταση της σημερινής κατάστασης στην Ουκρανία, χωρίς να εκτιμηθούν προσεκτικάτα δίκαια αιτήματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ,καθώς και οι παράγοντες που οδήγησαν στη χρήση βίας και στη μη τήρηση των νομικών αρχών και των διεθνών κανόνων, τους οποίους η Κούβα υποστηρίζει σθεναρά και, αποτελούν, ιδιαίτερα για τις μικρές χώρες, βασικό πόρο αντίστασης στην ηγεμονία, την κατάχρηση εξουσίας και την αδικία.

Η Κούβα είναι μια χώρα που υπερασπίζεται το Διεθνές Δίκαιο και είναι προσηλωμένη στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Κούβα θα υπερασπίζεται πάντοτε την ειρήνη και θα αντιτίθεται στη χρήση βίας, και στις απειλές για χρήση βίας, εναντίον οποιουδήποτε κράτους.

[…] Η ιστορία θα καταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες υπεύθυνες για τις συνέπειες ενός όλο και πιο επιθετικού στρατιωτικού δόγματος πέρα από τα σύνορα του ΝΑΤΟ, το οποίο απειλεί τη διεθνή ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα.

Η ανησυχία μας έχει επιδεινωθεί με την πρόσφατη απόφαση του ΝΑΤΟ να ενεργοποιήσει, για πρώτη φορά, τη Δύναμη Αντίδρασης.

Ήταν λάθος να αγνοηθούν οι τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με τις εγγυήσεις ασφαλείας επί δεκαετίες και να υποθέσουμε ότι η Ρωσία θα παραμείνει ανυπεράσπιστη μπροστά σε μια άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια. Η Ρωσία έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η ειρήνη δεν μπορεί να επιτευχθεί με την τοποθέτηση πολιορκιών ή την περικύκλωση κρατών.

[…] Καλούμε για μια σοβαρή, εποικοδομητική και ρεαλιστική διπλωματική λύση της τρέχουσας κρίσης στην Ευρώπη, με ειρηνικά μέσα, διασφαλίζοντας την ασφάλεια και την κυριαρχία όλων, καθώς και την περιφερειακή και διεθνή ειρήνη, σταθερότητα και ασφάλεια.»

Η θέση της Ελλάδας και των κομμουνιστών.

Ποια πρέπει να είναι η αντίστοιχη τοποθέτηση μιας κυβέρνησης στην Ελλάδα, και ποια η τοποθέτηση των Ελλήνων κομμουνιστών;

Η Ελλάδα είναι χώρα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και συμμετέχει στον πόλεμο στέλνοντας όπλα στην Ουκρανία, αδυνατίζοντας, μάλιστα, τη δική της άμυνα με αυτόν τον τρόπο, και επιβάλλοντας οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία, οι οποίες είναι ένα είδος «οικονομικού πολέμου».

Θα ήταν μάλλον ουτοπικό να ζητάμε από την ελληνική κυβέρνηση να πάρει θέση παρόμοια με αυτήν της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια λαϊκή, αντιιμπεριαλιστική εξουσία, σε μετάβαση προς τον σοσιαλισμό. Κατ’ ελάχιστο, βέβαια, πρέπει να πιέζεται η ελληνική κυβέρνηση για να μη συμμετάσχει σε αυτόν τον πόλεμο, για την ουδετερότητα, την ειρηνική επίλυση των διαφορών, για την τήρηση του διεθνούς δικαίου, την εθνική αυτοδιάθεση, και την εθνική ασφάλεια όλων των πλευρών.

Οι κομμουνιστές, όμως, ούτε μπορούν, ούτε πρέπει να μείνουν σε αυτό, πόσο μάλλον να διαδίδουν αυταπάτες ουδετερότητας και ειρηνικών λύσεων στη βάση του διεθνούς δικαίου, σε έναν κόσμο που ηγεμονεύεται από τον ιμπεριαλισμό. Ακόμη περισσότερο δεν μπορούν οι κομμουνιστές μιας χώρας που συμμετέχει, έστω έμμεσα, στον πόλεμο, να μιλάνε απλά για ουδετερότητα, και όχι για ήττα της επιθετικής, πολεμικής στρατηγικής της δικής τους κυβέρνησης!

Ο Λένιν για την ουδετερότητα και τον «αφοπλισμό»

Στο ιστορικό πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Λένιν έκανε σκληρή κριτική στους σοσιαλδημοκράτες (τους τότε κομμουνιστές δηλαδή) της Ελβετίας και της Νορβηγίας για τις θέσεις τους περί ουδετερότητας, ειρήνης και «αφοπλισμού» (οι τονισμοί δικοί μας):

«Για να πειστεί κανείς γι’ αυτό αρκεί να εμβαθύνει, λ.χ. στην επιχειρηματολογία των Νορβηγών οπαδών του αφοπλισμού: ‘Εμείς – λένε – είμαστε χώρα μικρή, ο στρατός μας είναι μικρός, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ενάντια στις μεγάλες Δυνάμεις’ (αλλά και γι’ αυτό ανίσχυροι απέναντι στο βίαιο τράβηγμα σε μια ιμπεριαλιστική συμμαχία με μια οποιαδήποτε ομάδα μεγάλων Δυνάμεων) …’θέλουμε να μείνουμε ήσυχοι στην απόμερη γωνιά μας και θα εξακολουθούμε να εφαρμόζουμε την απόμερη πολιτική μας, να απαιτούμε αφοπλισμό, υποχρεωτικά διαιτητικά δικαστήρια, μόνιμη ουδετερότητα κτλ. ‘ (‘μόνιμη’ – μήπως όπως η βελγική;).

Η στενόκαρδη επιδίωξη των μικρών κρατών να μείνουν παράμερα, η μικροαστική επιθυμία να βρίσκονται όσο γίνεται μακρύτερα από τις μεγάλες μάχης της παγκόσμιας ιστορίας, να εκμεταλλεύονται τη σχετική μονοπωλιακή θέση τους για να παραμείνουν σε αποστεωμένη παθητικότητα – να ποιες αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες μπορεί να εξασφαλίσουν μια ορισμένη επιτυχία στην ιδέα του αφοπλισμού και μια ορισμένη διάδοσή της σε μερικά μικρά κράτη. Εννοείται πως η επιδίωξη αυτή είναι αντιδραστική και στηρίζεται ολοκληρωτικά σε αυταπάτες, γιατί ο ιμπεριαλισμός είτε έτσι είτε αλλιώς παρασέρνει τα μικρά κράτη στη δίνη της παγκόσμιας οικονομίας και της παγκόσμιας πολιτικής.

Στην Ελβετία, π.χ., οι ιμπεριαλιστικές συνθήκες της τής υπαγορεύουν αντικειμενικά δύο γραμμές στο εργατικό κίνημα: Οι οπορτουνιστές, σε συμμαχία με την αστική τάξη, προσπαθούν να κάνουν την Ελβετία ρεπουμπλικανική – δημοκρατική μονοπωλιακή ένωση, για να αποκομίζουν κέρδη από τους περιηγητές της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης και για να χρησιμοποιούν αυτήν την ‘ήρεμη’ μονοπωλιακή της θέση όσο το δυνατόν συμφερότερη, όσο το δυνατόν ηρεμότερα.

Οι πραγματικοί σοσιαλδημοκράτες της Ελβετίας προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη σχετική ελευθερία και τη ‘διεθνή’ της θέση για να βοηθήσουν να νικήσει η στενή συμμαχία των επαναστατικών στοιχείων των εργατικών κομμάτων της Ευρώπης.[…]» [1]

Επιπλέον, σε προηγούμενο άρθρο μας ασχοληθήκαμε με τις προτροπές του Λένιν για αγώνα των κομμουνιστών για την ήττα της κυβέρνησής τους σε έναν άδικο, ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ενώ είναι γνωστή η κομμουνιστική στρατηγική που πρότεινε για μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο και σε σοσιαλιστική επανάσταση, από τη σκοπιά της οποίας έκανε κριτική στα αόριστα, πασιφιστικά συνθήματα.

Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα

Αναμφίβολα, βέβαια, είναι πολλές οι διαφορές της τότε ιστορικής κατάστασης από τη σημερινή.

Καταρχήν, η Ελλάδα δεν είναι μόνο μικρή. Επιπλέον, είναι και σε εξαρτημένη θέση από τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό, αν και είναι ενδιάμεσης ανάπτυξης χώρα. Μάλιστα, έχει ήδη παρασυρθεί και λειτουργεί σαν προτεκτοράτο του ιμπεριαλισμού συμμετέχοντας έμμεσα στον πόλεμο. Άρα, ακόμη περισσότερο οι κομμουνιστές πρέπει να παλέψουν για την ήττα της κυβέρνησής τους και των ιμπεριαλιστών πατρώνων της σε αυτόν τον πόλεμο, καταρχήν σε επίπεδο προπαγάνδας, πχ ενάντια στα περί «σωστής πλευράς της ιστορίας» και «αναθεωρητικών βάρβαρων/αυταρχικών/ανατολίτικων δυνάμεων» που προετοιμάζουν τον λαό μας για έναν Γ΄ ΠΠ, ενάντια στη Ρωσία, την Κίνα, και τους συμμάχους τους (Ιράν, Συρία κοκ).

Μια άλλη διαφορά είναι ότι σήμερα ο πόλεμος δεν εξοπλίζει μαζικά τον λαό, ώστε να αναδεικνύεται με τον ίδιο τρόπο το δίλημμα μεταξύ πασιφιστικού «αφοπλισμού» και «μετατροπής του σε εμφύλιο». Σήμερα ο πόλεμος γίνεται σε μεγάλο βαθμό επαγγελματικά, με λίγες χιλιάδες υπερεκπαιδευμένους στρατιώτες και τη χρήση υπερσύγχρονων μηχανών, των οποίων οι χειριστές τους χρειάζονται κι αυτοί επιστημονική εκπαίδευση και λειτουργούν συχνά από σχετική απόσταση. Επιπλέον, τα σύγχρονα, πυρηνικά, όπλα μπορούν να καταστρέψουν ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό, ακυρώνοντας οποιαδήποτε προσπάθεια επαναστατικής αλλαγής του κόσμου.

Αυτή η πλευρά του πολέμου χρειάζεται να αναλυθεί περισσότερο για μια κομμουνιστική στρατηγική που από τη μια να οξύνει την πολιτική κρίση του ιμπεριαλισμού, ώστε να διευκολύνει τη σοσιαλιστική επανάσταση, από την άλλη, όμως, να διασφαλίζει ότι η όξυνση αυτή δε θα εκδηλωθεί με τρόπο καταστρεπτικό για την ανθρωπότητα. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι απλός πασιφισμός, σήμερα, η διεκδίκηση για ειρηνικές λύσεις, και η αποφυγή κλιμάκωσης σε πυρηνικό πόλεμο.

Μια σύγχρονη στρατηγική για το κομμουνιστικό κίνημα, επομένως, πρέπει να ελιχθεί ανάμεσα στους δύο αυτούς περιορισμούς.

Από τη μια δε χωράνε αυταπάτες για «ουδετερότητα», ή την παγκόσμια «ειρήνη στη βάση του διεθνούς δικαίου» για όσο κυριαρχεί ο ιμπεριαλισμός. Είναι λάθος στο όνομα της ειρήνης να αδυνατίζει το μέτωπο ενάντια στον «δικό μας ιμπεριαλιστή», που στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι ο ιμπεριαλιστής που μας εκμεταλλεύεται και μας καταπιέζει.

Ακόμη χειρότερα, είναι εγκληματικό η έμφαση να δίνεται στις ευθύνες αυτού που πολεμά τον «ιμπεριαλιστή μας», ή, με άλλα λόγια, να βλέπουμε ιμπεριαλιστές ακόμη και εκεί που μάλλον δεν υπάρχουν, δηλ. στους αντιπάλους του ιμπεριαλισμού, τις (ημι)περιφεριακές δυνάμεις που αντιστέκονται στην παγκόσμια ηγεμονία του (όπως αναφέρει και η Επαναστατική Κυβέρνηση της Κούβας, και επιχειρηματολογήσαμε κι εμείς αλλού) ακόμη και αν έχουν επιδιώξεις για να αναδειχθούν μελλοντικά σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτή, μάλιστα, είναι μια τρίτη διαφορά σε σχέση με τον Α΄ ΠΠ, όταν και οι δύο πλευρές διεξήγαγαν άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά απόλυτο τρόπο.

Από την άλλη, πρέπει να σχεδιαστεί μια στρατηγική που θα οξύνει την πολιτική κρίση του ιμπεριαλισμού, χωρίς να οδηγηθούμε σε γενικευμένο πυρηνικό όλεθρο. Στη βάση μιας τέτοιας στρατηγικής, πρέπει να λάβουμε υπόψη, στην τακτική μας και στον πολιτικό μας λόγο, τα δικαιολογημένα – ακόμη περισσότερο – με βάση και τη σύγχρονη «τεχνολογία του πολέμου», φιλειρηνικά συναισθήματα του λαού μας και όλων των λαών.

Αυτή είναι άλλη μια πρόκληση για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, στη σημερινή φάση κρίσης, υποχώρησης, -αλλά γιατί όχι, και ανασυγκρότησής – του, ενόψει των εθνικών και κοινωνικών αγώνων του 21ού αιώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Για μια δίκαιη ειρήνη

Το τι αποτελεί μια «δίκαιη ειρήνη» στον συγκεκριμένο πόλεμο στην Ουκρανία, και το πως μπορούμε να συμβάλουμε σε αυτή, είναι ζητούμενο, και θα μας απασχολήσει σε επόμενη δημοσίευση. Καταρχήν, ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τα λάθη που επισημαίνουμε στο παρόν άρθρο.

Ο κοινός πυρήνας των λαθών αυτών είναι η αφηρημένα ουτοπική προσέγγιση στο θέμα της ειρήνης και των σχετικών καθηκόντων των κομμουνιστών (της χώρας μας). Ασχοληθήκαμε σε προηγούμενο άρθρο μας για το ιδεολογικο-πολιτικό περιεχόμενο τέτοιων «βολικών» θέσεων (επίδραση/πίεση της κυρίαρχης ιδεολογίας στις γραμμές μας που καταλήγει σε σοσιαλσωβινιστικές, οπορτουνιστικές θέσεις), και τις υλικές τους βάσεις (εργατική αριστοκρατία και μικροαστισμός στις χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, ιμπεριαλιστικές, «ιμπεριαλιστές-κουρελούδες» και προτεκτοράτα).

Για παράδειγμα, τι σημαίνει σήμερα μια θέση «καταδίκης της ρωσικής εισβολής» και για «αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων με υποχώρηση/διάλυση του ΝΑΤΟ, ουδετερότητα της Ουκρανίας, διάλυση των ναζί κοκ»; Πώς μπορεί να γίνει πράξη μια τέτοια θέση; Ποια καθήκοντα συνεπάγεται για τους Έλληνες κομμουνιστές; Η θέση αυτή οδηγεί σε μια στάση πολιτικού «Πόντιου Πιλάτου» που απλά ευνοεί τον ισχυρότερο, δηλαδή τον «ιμπεριαλιστή μας».

Συγκεκριμένα:

Ως λαϊκά, αντιιμπεριαλιστικά, φιλειρηνικά κινήματα των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, στη σημερινή συγκυρία, όχι μόνο αδυνατούμε να θέσουμε το παραμικρό εμπόδιο στα σχέδια του ιμπεριαλισμού, αλλά επιπλέον αναπαράγουμε άμεσα («πόλεμος του Πούτιν» κοκ), ή έμμεσα («ρωσικός ιμπεριαλισμός»«αναθεωρητικές δυνάμεις»«παγκόσμια ηγεμονία της Ανατολής» κοκ), τα επιχειρήματα του «ιμπεριαλιστή μας»! Το αποτέλεσμα είναι το ένα μέρος της παραπάνω θέσης «υποχώρηση/διάλυση του ΝΑΤΟ, έξοδος από αυτό, κοκ», σήμερα να αποτελεί απλά ένα ευχολόγιο, μια θέση πολιτικής ζύμωσης για ένα μακρινό μέλλον.

Αντίθετα, το άλλο μισό, η αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, δεν είναι το ίδιο αφηρημένο. Για την ακρίβεια, σήμερα γι’ αυτό πολεμάει ο ουκρανικός στρατός, υπό την καθοδήγηση και υποστήριξη του «ιμπεριαλιστή μας», με τη συμμετοχή της κυβέρνησής μας, και με την ανοχή ή υποστήριξη του λαού μας, για την οποία έχουμε μια ευθύνη ως κομμουνιστές που δρουν σε αυτόν τον λαό…

Το μόνο πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα που έχει σήμερα μια τέτοια θέση είναι η προδοσία των λαών που αγωνίζονται εδώ και 8 χρόνια στην ανατολική Ουκρανία με τα όπλα, ενάντια στον, καθοδηγούμενο από το ΝΑΤΟ, νεοναζιστικό ουκρανικό εθνικισμό, καθιστώντας τα ευχολόγια για «διάλυση των ναζί» μια καθαρή υποκρισία (εκτός και αν όσοι τα λένε είναι έτοιμοι να καταταγούν εθελοντές και να αντικαταστήσουν τα ρωσικά στρατεύματα μετά την «αποχώρησή» τους)!

Η κριτική του ΚΕΚΡ στο ΚΚΕ

Αυτή είναι η βάση της δημόσιας κριτικής του ΚΕΚΡ στο ΚΚΕ.

Ο γράφων διαφωνεί με την εκτίμηση του ΚΕΚΡ περί «ιμπεριαλιστικής Ρωσίας» ή/και κυρίαρχα ιμπεριαλιστικών σκοπών της Ρωσίας στον πόλεμο αυτόν. Η θέση αυτή οδηγεί σε αντιφάσεις στη λογική και του ΚΕΚΡ. Ωστόσο, είναι μια θέση «τίμια». Θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως ένα «αριστερό» λάθος. Είναι Ρώσοι κομμουνιστές, οι οποίοι εν καιρώ πολέμου, με κινδύνους για τους ίδιους, χαρακτηρίζουν τη χώρας τους ιμπεριαλιστική, και τον πόλεμο άδικο και ιμπεριαλιστικό από τη σκοπιά της ρωσικής ολιγαρχίας. Δεν είναι κομμουνιστές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που χαρακτηρίζουν ως ιμπεριαλιστές τους εμφανώς πιο αδύναμους αντιπάλους του «ιμπεριαλισμού τους».

Ακόμη και έτσι, όμως, ακριβώς διότι απευθύνονται σε έναν λαό που πολεμά τον ναζιστικοποιημένο ουκρανικό εθνικισμό λειτουργώντας ως όργανο του ΝΑΤΟ, λαμβάνουν μία θέση που σέβεται αυτήν την πραγματικότητα, και συμβάλει στο να παρέμβουν πολιτικά σε αυτή, με το όπλο στο χέρι, μάλιστα, κάποιοι εξ’ αυτών. Επιλέγουμε το σχετικό απόσπασμα παρακάτω:

«[…] αναρωτιέται κανείς, μπορούν να κατασταλούν αυτές οι ομάδες των Ουκρανών ναζί, οι οποίες επί οκτώ χρόνια σκότωναν και εξακολουθούν να σκοτώνουν τους κατοίκους του Ντονμπάς; Με την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Και με την ανοχή του Κρεμλίνου, το οποίο προσπαθεί εδώ και 8 χρόνια μέσω των λεγόμενων συμφωνιών του Μινσκ να σπρώξει το Ντονμπάς πίσω στους κόλπους της εθνικιστικής Ουκρανίας. Με ποιον μη στρατιωτικό τρόπο μπορούμε να τιμωρήσουμε τους δολοφόνους των παιδιών στο Ντονμπάς; Φυσικά, όλοι θα επιθυμούσαμε η φασιστική δικτατορία στο Κίεβο να είχε ανατραπεί όχι ως αποτέλεσμα μιας στρατιωτικής επιχείρησης της καπιταλιστικής Ρωσίας, αλλά ως αποτέλεσμα μιας αντιφασιστικής εξέγερσης των εργαζομένων της Ουκρανίας. Αλλά οι όροι γι’ αυτό εξαλείφονται από αυτή την ίδια τη φασιστική δικτατορία.

[…]

(Ας αναρωτηθούμε, είναι δίκαιος ο πόλεμος του λαού του Ντονμπάς εναντίον των φασιστών που σκοτώνουν τους γιους και τις κόρες τους;)

Στην πραγματικότητα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ΚΚΕ έκανε λάθος που είδε στην προστασία του λαού του Ντονμπάς μόνο ένα πρόσχημα για το Κρεμλίνο να εξαπολύσει έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό είναι πράγματι αλήθεια, αν λάβουμε υπόψη τον τελικό ιμπεριαλιστικό στόχο του πολέμου – την κατάληψη του “μετασοβιετικού χώρου” υπό τον έλεγχο του ρωσικού κεφαλαίου. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου πρόσχημα, αλλά πραγματική ανάγκη από την άποψη των λαών – θυμάτων του φασιστικού καθεστώτος του Κιέβου. (Και του ουκρανικού λαού επίσης). Και επομένως σε αυτό το αντιφασιστικό κομμάτι υποστηρίζουμε τον πόλεμο των πολιτοφυλακών του Ντονμπάς και του ρωσικού στρατού.»

Αυτό που αποτελεί ένα «τίμιο, αριστερό» λάθος για το ΚΕΚΡ, όμως, είναι κεκαλυμμένος σοσιαλσωβινισμός και οπορτουνισμός για τις κομμουνιστικές οργανώσεις των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, στο όνομα της ειρήνης, της ουδετερότητας, και του διεθνούς δικαίου… Πόσο, μάλλον, αν προσπερνάμε και το ΚΕΚΡ από δεξιά…

[1] Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, σελ. 224 – 225.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s