Η εποχή του μονοπολικού ιμπεριαλισμού και το ενδεχόμενο της καταστροφής του (2/2)

us_bases

Πρόλογος avantgarde

Δημοσιεύουμε το δεύτερο τμήμα της ανάλυσης του αμερικανικού Party for Socialism and Liberation (PSL για τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, σε μετάφραση Νίκου Σταματίου και επιμέλεια Teo Cubanos και Α.Τ.. Σε αυτό το τμήμα οι σύντροφοι του PSL πραγματοποιούν έναν γενικότερο θεωρητικό αναστοχασμό της έννοιας του ιμπεριαλισμού σήμερα. Η θέση που διαπνέει το άρθρο είναι ότι ο μεταπολεμικός ιμπεριαλισμός συγκροτήθηκε με την μορφή ενός ενιαίου στρατοπέδου υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Έτσι έχουμε την υπέρβαση του μοντέλου των ιμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων που όρισε την διεθνή πολιτική στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Στη θέση των αυτόνομων κέντρων  συσσώρευσης κεφαλαίου, στρατιωτικής δύναμης, ο ιμπεριαλιστικός κόσμος ενοποιείται πάνω στη βάση της αντιμετώπισης του έτερου γεωπολιτικού ανταγωνιστή (ΕΣΣΔ) αλλά και στο σκοπό της από κοινού καταλήστευσης όλου του υπόλοιπου κόσμου.

Η οικονομική, στρατιωτική και πολιτική αυτονομία ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως ήταν το Η.Β., η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία περιορίστηκε σημαντικά και στην θέση τους δημιουργούνται οι αντίστοιχοι θεσμοί, που θα συνέβαλαν στην ενδο-ιμπεριαλιστική συνεννόηση και συνεργασία υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Ορισμένοι από αυτούς τους θεσμούς είναι το ΝΑΤΟ, ο ΟΑΣΑ, ο ΠΟΕ αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι καπιταλιστικές χώρες που αποτέλεσαν τμήμα του μεταπολεμικού ιμπεριαλιστικού συστήματος διασώθηκαν από τις μελλοντικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης, καθώς άνοιξαν η μία στην άλλη τις εσωτερικές τους αγορές. Από την άλλη η κοινή στρατιωτική δύναμη συνέβαλε στο άνοιγμα νέων επενδυτικών δυνατοτήτων και αγορών, μέσα από το τσάκισμα των σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών κρατών που δεν ήθελαν να ενταχθούν ως «επαίτες» σε αυτό το σύστημα.

Η διάκριση ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά και μη κράτη είναι ένα εξαιρετικής σημασίας ζήτημα, το οποίο έχει σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Η αμφισβήτηση της δυνατότητας εκμετάλλευσης των νεοαποικιών από τον ιμπεριαλισμό παράγει κλυδωνισμούς και πολιτική αναστάτωση στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Η στήριξη σε αντιιμπεριαλιστικά κινήματα αποσκοπεί ακριβώς και στο σπάσιμο των πολιτικών δεσμών που συνενώνουν τους υποτελείς με τα ταξικά αφεντικά τους. Γιατί στον βαθμό στον οποίο οι αστικές τάξεις της αυτοκρατορίας δεν μπορούν να αποκοιμίζουν τις εργατικές τάξεις με επιδόματα ή με όνειρα κοσμοκρατορίας, ανοίγεται το έδαφος για ριζοσπαστισμό και πολιτική αμφισβήτηση. Ακολουθεί το άρθρο του PSL.

_________________________

Τα όρια της ιμπεριαλιστικής δύναμης

Οι ιστορικές εξελίξεις έπειτα από την πτώση της ΕΣΣΔ δεν καταδεικνύουν μόνο την έκταση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και πολεμικής λύσσας. Δείχνουν, επίσης, τα όρια της ιμπεριαλιστικής δύναμης. Παρά τον ασταμάτητο πόλεμο και τη λεηλασία, ο στόχος της πλήρους κι ολοκληρωτικής κυριαρχίας των ΗΠΑ δεν έχει επιτευχθεί. Η υλοποίηση της νέας τάξης πραγμάτων δεν ήταν ένα τόσο εύκολο εγχείρημα όσο το είχαν φανταστεί.

Έχοντας ήδη φάει 13 χρόνια στο Αφγανιστάν, οι ιμπεριαλιστές δεν έχουν πετύχει μία ξεκάθαρη νίκη. Το γεγονός ότι μέχρι και τώρα έχουν δυνάμεις εισβολής στη χώρα, είναι απόδειξη αυτού. Έπειτα από μία οκταετή παρουσία στο Ιράκ, μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποια σταθερή κυβέρνηση στη Βαγδάτη. Και παρότι η ύπαρξη της κυβέρνησης  στη Βαγδάτη απειλείται από το ΙΣΙΣ , ακόμα και σήμερα δεν παίρνει εντολές από την Ουάσινγκτον. Πολύ μακριά από το να κατακτήσουν την Συρία, οι ιμπεριαλιστές έχουν ελάχιστη πιθανότητα να ρίξουν το εθνικιστικό καθεστώς της Συρίας, πόσο μάλλον να την καταλάβουν, και να εγκαταστήσουν κάποιο κράτος-λακέ. Όσον αφορά στους ιμπεριαλιστές, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα είχαν σχεδιάσει.

Αναδυόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις

Το πιο σημαντικό γνώρισμα της προηγούμενης δεκαετίας στην παγκόσμια πολιτική οικονομία ήταν η ανάδειξη των λεγόμενων BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), ως παγκόσμιοι οικονομικοί παίκτες, και γενικότερα η ανάδειξη νέων καπιταλιστικών δυνάμεων σε περιοχές του κόσμου. Αυτές οι χώρες είναι εν πολλοίς ενταγμένες στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά δεν είναι καθαρά νεο-αποικίες. Δεδομένου του γεωγραφικού τους μεγέθους, του πληθυσμού τους, των φυσικών τους πόρων, και της αξιοσημείωτης βιομηχανικής τους ανάπτυξης, όπως επίσης και των αντιιμπεριαλιστικών πολιτικών τους παραδόσεων, μπορούν ως εκ τούτου να λειτουργούν ως μεγάλοι ανεξάρτητοι παράγοντες στην παγκόσμια πολιτική. Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με την έννοια «BRICS» είναι ότι υπονοεί πως αυτές οι χώρες διέπονται από κάποιου είδους εσωτερική ενότητα μεταξύ τους, ότι δηλαδή αντιπροσωπεύουν ένα πραγματικό μπλοκ, με την ίδια έννοια που η Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλιστικό μπλοκ κάποτε αντιπροσώπευε μια εναλλακτική στην αμερικανοκρατούμενη καπιταλιστική ηγεμονία. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει καμία οικονομική, πολιτική ή ιδεολογική βάση συγκρότησης ενός τέτοιου μπλοκ ανάμεσα στα έθνη που αποτελούν τα BRICS και δεν βοηθά να τα καταλαβαίνουμε ως μία μονάδα.

Γενικά, η κάθε μια από τις αναδυόμενες δυνάμεις προσπαθεί να ανελιχθεί στο πλαίσιο των εγκαθιδρυμένων κανόνων του παγκόσμιου καπιταλισμού, ενώ την ίδια στιγμή, επιδιώκοντας εθνικά συμφέροντα, επιχειρεί να σπρώξει σιγά-σιγά τους κανόνες και τους θεσμούς μακριά από την Αμερικανική ηγεμονία. Την ίδια στιγμή, όμως ανταγωνίζονται η μία την άλλη και διαμορφώνουν ανεξάρτητες σχέσεις με τις ιμπεριαλιστικές χώρες του κόσμου.

Ούτε επίσης αποτελούν οι BRICS κάποιου είδους ιδιαίτερη κατηγορία κρατών, καθώς στην ίδια κατηγορία θα μπορούσαν να ενταχθούν η Νότια Κορέα, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το Μεξικό κ.ά.

Ποιοι είναι οι πραγματικοί «ιμπεριαλιστές» σήμερα;

Μερικοί στην Αριστερά αποκαλούν αυτές τις χώρες ιμπεριαλιστικές ή υπο-ιμπεριαλιστικές ή απλώς καπιταλιστικές. Συχνά αυτές οι συζητήσεις γίνονται στο πλαίσιο μίας στενά ακαδημαϊκής πρόσληψης της έννοιας του ιμπεριαλισμού όπως αυτή ορίστηκε από τα «πέντε σημεία» του Λένιν στο 1916, σε μία προσπάθεια να μετρηθεί αν αυτές οι χώρες εξουσιάζονται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τις χρηματιστικές ολιγαρχίες και τον βαθμό στον οποίον εξάγουν κεφάλαιο κ.λπ. Είναι προτιμότερο να καταλάβουμε αυτό το ερώτημα σε σχέση με την ιστορική εξέλιξη του ιμπεριαλισμού και να κάνουμε αυτό που έκανε κι ο Λένιν: να περιγράψουμε τις βασικές τάσεις στον σύγχρονο κόσμο όπως αυτός «υπάρχει» σήμερα.

Τα «πέντε σημεία» του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό αναφέρονταν στα γενικά γνωρίσματα του παγκόσμιου καπιταλισμού στο μονοπωλιακό του στάδιο, όπου η παγκόσμια επέκταση έχει γίνει μία απόλυτη αναγκαιότητα για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πέντε σημεία ήταν κάποιου είδους λίστα που καθόριζε αν μία χώρα είναι ιμπεριαλιστική ή όχι. Θα ήταν εντελώς άσκοπο να σταθούμε σε ένα τέτοιο ερώτημα, καθώς υπήρχε μία ξεκάθαρη διαφοροποίηση ανάμεσα αφενός στις αποικιακές και τις ημι-αποικιακές χώρες, στις οποίες οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν ήταν ακόμη ηγεμονικές, αφετέρου στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Οι τελευταίες είχαν συσσωρεύσει την συντριπτική πλειοψηφία του βιομηχανικού και του χρηματιστικού κεφαλαίου, είχαν χωρίσει μεταξύ τους όλες τις περιοχές της υφηλίου σε σφαίρες επιρροής, είχαν τραβήξει τα μικρότερα καπιταλιστικά κράτη στις αντίστοιχες συμμαχίες τους ως μικρότερους συμμάχους, και εν τέλει ενεπλάκησαν σε έναν λυσσώδη πόλεμο αναμεταξύ τους.

Σήμερα, αντιθέτως, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είναι ηγεμονικές παγκοσμίως, και γενικά υπό τη διεύθυνση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός επομένως δεν μπορεί να κατανοηθεί απλά εξετάζοντας απομονωμένα τα οικονομικά γνωρίσματα κάθε επιμέρους χώρας. Αντιθέτως, εστιάζουμε στη θέση της χώρας στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, και τις ιδιαίτερες σχέσεις της με την ομάδα των χωρών που ηγεμονεύουν στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων και ορίζουν τους κανόνες της.

Παρά την αντικινεζική προπαγάνδα, η βασική στρατηγική της στις διεθνείς της σχέσεις είναι να αξιοποιήσει την τεράστια οικονομική της δυναμική, με σκοπό να υπερβεί – όσο το δυνατόν γρηγορότερα – την κληρονομιά του ιμπεριαλισμού και της ημι-αποικιοκρατίας και να καταστεί μία μεσαίως ανεπτυγμένη χώρα. Η Κίνα διατηρεί έναν αντιφατικό χαρακτήρα στη βάση της ιδιότυπης ιστορικής της ανάπτυξης και της κρατικής της διαμόρφωσης και δεν θα πρέπει να νοηθεί ως απλά ακόμη ένα καπιταλιστικό – πολλώ δε μάλλον ιμπεριαλιστικό – κράτος.

Στη Ρωσία, όπου ο καπιταλισμός αποκαταστάθηκε, ο εθνικιστικός προσανατολισμός της κυβέρνησης επιχειρεί να αντισταθεί στην 20ετή χυδαία προσπάθεια περικύκλωσης της χώρας από τις ΗΠΑ και τις Νατοϊκές δυνάμεις και να αντιστρέψει την τεράστια φυγή κεφαλαίου που την έχει λεηλατήσει  και την έχει καταστήσει εξαρτημένη από τις εξαγωγές εμπορευμάτων, όπως το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο.

Εν πολλοίς, είναι ο ίδιος ιμπεριαλιστικός πυρήνας αυτός που ακόμα ηγεμονεύει ολοκληρωτικά στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Για παράδειγμα, το 83% των παγκόσμιων άμεσων ξένων επενδύσεων εξάγονται από τα κράτη μέλη του ΟΑΣΑ, μία αύξηση της τάξης του 20% συγκριτικά με το 2010. Οι επενδύσεις προς τις χώρες του ΟΑΣΑ αντιπροσωπεύουν το 56% των παγκόσμιων άμεσων ξένων επενδύσεων, μία μείωση από το 87% του 2000. Αυτό καταδεικνύει ξεκάθαρα τη σημασία της επέκτασης της παγκόσμιας αγοράς. Όπως και το γεγονός ότι το 36% των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων από τις χώρες του ΟΑΣΑ πηγαίνει προς χώρες εκτός ΟΑΣΑ. Αν το δούμε αυτό ως όλον, είναι φανερό ότι οι εξαγωγές κεφαλαίου κυριαρχούνται ακόμη από τα βασικά ιμπεριαλιστικά έθνη.

Μόνο δύο χώρες εκτός ΟΑΣΑ έχουν πάνω από τρεις τράπεζες στη λίστα με τις 100 μεγαλύτερες τράπεζες ως προς τα αποθεματικά τους. Το 58% των μεγαλύτερων 100 τραπεζών με όρους αποθεματικού ανήκει στις χώρες του ΟΑΣΑ. Οι βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες κυριαρχούν απόλυτα σε χρηματιστικές υπηρεσίες, λειτουργώντας ως σύμβουλοι, συνεργάτες και χρηματοδότες των μεγαλύτερων οικονομικών πρότζεκτ του κόσμου.

Στην παραπάνω ανάλυση είναι αναγκαίο να προσθέσουμε ότι το αμερικανικό δολάριο είναι το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, με αποτέλεσμα μόνο μία χώρα – οι ΗΠΑ – να μπορούν να εκδώσουν το χρήμα, πάνω στο οποίο βασίζεται το παγκόσμιο χρηματιστικό σύστημα και το οποίο, πλέον, είναι πιο αλληλοσυνδεδεμένο από ποτέ.

Η αμερικανική στρατιωτική δύναμη είναι η μεγαλύτερη σε σχέση με τις επόμενες 10 με 12 χώρες συνδυαστικά, με τις ναυτικές της δυνάμεις να είναι υπέρτερες όλων των εθνών του κόσμου μαζί. Κυριαρχεί ολοκληρωτικά στο πεδίο της έρευνας και ανάπτυξης αμυντικής τεχνολογίας, θα μπορούσε να χτυπήσει πρώτη με πυρηνικές επιθέσεις εναντίον άλλων πυρηνικών χωρών, και είναι η μόνη χώρα που μπορεί να αναπτύξει την στρατιωτική της δύναμη οπουδήποτε στον κόσμο. Εξακολουθεί να είναι ο κυρίαρχος κρατικός μηχανισμός για τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, ενώ συνεργάζεται με άλλες δυνάμεις για να εξασφαλίσει την περιφερειακή «ασφάλεια» και τη διατήρηση της τάξης και την ασφάλειας σ’ αυτές τις χώρες.

Η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία και η Ιαπωνία – χώρες με σημαντική αποικιακή αυτοκρατορική ιστορία – εξακολουθούν να λειτουργούν ως παγκόσμια χρηματιστικά κέντρα, υπηρετώντας ως βασικοί μικρότεροι συνεργάτες του αμερικανικού μονοπολικού ιμπεριαλισμού.

Εκκινώντας από αυτήν την παγκόσμια κατάσταση, δεν προσφέρει καμία αναλυτική υπηρεσία το να θεωρήσουμε «ιμπεριαλιστική» κάθε χώρα που εξάγει κεφάλαιο ή που επιχειρεί να διευρύνει την πρόσβασή της σε φυσικούς πόρους (ένα αναγκαστικό γνώρισμα κάθε κοινωνίας που βασίζεται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του πληθυσμού). Το να αποκαλούμε κάθε χώρα που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά «ιμπεριαλιστική», θα ενέτασσε τόσα κράτη που θα θόλωνε τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της σχετικής δύναμης της καθεμίας. Δεν θα καταλαβαίναμε την ουσιαστική θέση που έχουν στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Από την οπτική μας γωνία, χρησιμοποιούμε τον όρο «ιμπεριαλιστικό» για να περιγράψουμε εκείνα τα κράτη που ηγεμονεύουν είτε προσπαθούν να ηγεμονεύσουν στο παγκόσμιο σύστημα – και όχι αυτά που τελικά προσπαθούν απλά να ανελιχθούν στο πλαίσιό του.

Όσοι περιγράφουν τις δυνάμεις που αναδύονται στον τέως αποικιακό κόσμο ως «υπο-ιμπεριαλιστικές», συνήθως το κάνουν για να υποδείξουν ότι αυτές οι χώρες υπηρετούν την επιβολή των προσταγών της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας τάξης πάνω σε μικρότερα κράτη, προσπαθώντας ταυτόχρονα να επωφεληθούν τα ίδια. Όμως, όλα τα κράτη που είναι κομμάτι της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, έχουν, εξ ορισμού, έναν ρόλο υφιστάμενου και λειτουργούν ως ιμάντας στο κύκλωμα του ιμπεριαλιστικού συστήματος, ενώ την ίδια στιγμή επιδιώκουν να έχουν τα περισσότερα πλεονεκτήματα έναντι των γειτόνων και ανταγωνιστών τους. Σχεδόν κάθε κράτος θα μπορούσε ως εκ τούτου να περιγραφεί ως «υπο-ιμπεριαλιστικό» ή «υπο-υπο-ιμπεριαλιστικό» (και ούτω καθεξής) σε σχέση με άλλα κράτη. Οι επαναστάτες μπορούν όμως να αντιστέκονται στον εκφοβισμό και την καταπίεση μικρότερων εθνών από μεγαλύτερα, χωρίς να χρειάζεται να αλλοιώσουν την έννοια του ιμπεριαλισμού.

Με δεδομένη αυτή τη γενική συνθήκη, είναι ίσως καλύτερο να περιγράψουμε αυτά τα καπιταλιστικά κράτη ως αναδυόμενα στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού. Αυτές οι νέες αναδυόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις επιδιώκουν να αυξήσουν την επιρροή τους εντός του συστήματος και επιδιώκουν έναν μεγαλύτερο πολιτικό ρόλο που να αντιστοιχεί στην αυξανόμενη οικονομική τους δύναμη. Αυτό περιλαμβάνει μία μεγαλύτερη επιρροή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, μόνιμες θέσεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, μεγαλύτερο άνοιγμα στις ευρωπαϊκές αγορές αγροτικών προϊόντων και άλλα πράγματα. Πολλά εξ αυτών των κρατών δημιουργούν συμμαχίες με σκοπό να αυξήσουν τα πλεονεκτήματά τους μέσα στην παγκόσμια τάξη. Προς το παρόν, σκοπός τους στο διεθνές επίπεδο δεν είναι να αντικαταστήσουν τις ΗΠΑ ως παγκόσμιο ηγεμόνα ή να αποκτήσουν αποικίες ή να χτίσουν μία παράλληλη παγκόσμια οικονομία για να ανταγωνιστούν την πρώτη. Αντιθέτως, επιδιώκουν απλώς να έχουν έναν αναλογικό ρόλο στα βασικά πεδία της παγκόσμιας οικονομίας, και να μπουν στο κλαμπ των ανεπτυγμένων εθνών.

Και τι συνέβη με τα απλά κράτη-μαριονέτες;

Η επέκταση του καπιταλισμού από τις βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες προς την «περιφέρεια» (Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική) είναι μία προοπτική που ο Λένιν μπορούσε να προβλέψει, αλλά ήλπιζε ότι θα την προλάβαινε ο θρίαμβος της παγκόσμιας επανάστασης.

Αντί γι’ αυτό, η εισβολή του μονοπωλιακού κεφαλαίου στις τέως αποικιακές χώρες έδωσε επανειλημμένα νέα πνοή στο σύστημα, και βοήθησε στην άμβλυνση των περιοδικών κρίσεων υπερπαραγωγής και στα συνακόλουθα προβλήματα του ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου. Αυτή ήταν, άλλωστε, και η συμφωνία που πρόσφεραν οι ΗΠΑ στους πιθανούς τους αντιπάλους: υποταγή στους κανόνες και την εξουσία των ΗΠΑ με αντάλλαγμα την πρόσβαση του ενός στην αγορά του άλλου, όπως επίσης και νέες αγορές.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις τέως αποικιακές χώρες έχει γενικά επιβληθεί, δημιουργώντας τεράστιες παραμορφώσεις, καθώς γίνονται επενδύσεις μόνο στις υποδομές και τις βιομηχανίες που εξυπηρετούν τους ιμπεριαλιστές, ενώ την ίδια στιγμή υποαναπτύσσονται εκείνες οι βιομηχανίες που θα εξασφάλιζαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία και ανταγωνιστικότητα των χωρών. Στο μαρξιστικό κίνημα, τα τμήματα των αποικιακών και νέο-αποικιακών αρχουσών τάξεων, που εξυπηρετούσαν αυτόν τον καταμερισμό, αποκαλούνταν «κομπραδόρικη αστική τάξη», ενώ τα τμήματα που στόχευαν σε μια ανεξάρτητη εθνική ανάπτυξη περιγράφονταν ως «εθνική αστική τάξη».

Η εθνική μπουρζουαζία είχε πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα ελιγμών στο πολιτικό πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, όμως στη συνέχεια αυτό μπλοκαρίστηκε. Όπως έχουμε δείξει, οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές εξαπέλυσαν επανειλημμένους πολέμους απέναντι σε τέτοια ανεξάρτητα αντι-αποικιακά κράτη της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, με σκοπό την αναδιαμόρφωση ενός κόσμου υπό την ολοκληρωτική και απεριόριστη ηγεμονία τους. Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη, και ιδιαίτερα η ανάπτυξη και η επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων παγκοσμίως, συνέβαλε επίσης στην υπονόμευση του ιμπεριαλιστικού συστήματος των πιστών κρατών-μαριονετών. Μία εθνική μπουρζουαζία έχει αναδυθεί εκ νέου σε πολλές χώρες του παγκόσμιου Νότου, παρότι πλέον δεν λειτουργεί με τη γλώσσα και το πνεύμα των αντι-αποικιακών ή ημι-σοσιαλιστικών πολιτικών της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτός ήταν ο στόχος της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Δυτικές δυνάμεις συνέβαλαν στην ανάδυση ορισμένων χωρών προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποια από τα οφέλη του ιμπεριαλιστικού κλαμπ. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Νότια Κορέα, όπου οι ιμπεριαλιστές έπρεπε να αναπτύξουν ως αντιστάθμισμα στη σοσιαλιστική Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας. Ενώ η Νότια Κορέα παραμένει ένας θεμελιώδης συνεργάτης των ΗΠΑ, και ακόμα κατεχόμενη από τον αμερικανικό στρατό, οι ΗΠΑ σήμερα ανησυχούν ότι στη περίπτωση που κάποτε αποχωρήσουν οι στρατιωτικές τους δυνάμεις, οι οικονομικές της σχέσεις με την Κίνα θα καταστούν κυρίαρχες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ανάδυση νέων δυνάμεων στον τέως αποικιακό κόσμο έχει προκύψει ως αποτέλεσμα των ίδιων των κανόνων του νεοφιλελεύθερου παγκόσμιου καπιταλισμού. Τα αναδυόμενα κράτη κατάφεραν να παίξουν με τους κανόνες που όρισαν τα ιμπεριαλιστικά κράτη, και, βασισμένα στους δικούς τους πόρους, εργατικό δυναμικό και άλλα γνωρίσματα, πέτυχαν σε κάποιο βαθμό να τους κερδίσουν στο δικό τους παιχνίδι. Οι χρηματιστικές ολιγαρχίες που εργάστηκαν πολύ σκληρά για να πετύχουν το άνοιγμα ξένων αγορών σε κεφαλαιακή διείσδυση είναι ευχαριστημένες να συμμετέχουν και να κερδίζουν, αποβιομηχανοποιώντας τις χώρες-έδρες τους ενώ επανεπενδύουν στο εξωτερικό.

Πλέον μια μεγάλη παγκόσμια επιχείρηση στις «αναδυόμενες αγορές» μπορεί να είναι όχι απλά ένας καλοπληρωμένος σατράπης στη χώρα της, αλλά να έχει και την αντίστοιχη επιρροή στην Ουάσινγκτον. Έτσι οι αναδυόμενες καπιταλιστικές τάξεις, καθώς ενσωματώνονται περαιτέρω στην παγκόσμια οικονομία, δεν χρειάζεται αναγκαστικά να κάνουν πόλεμο με τους ιμπεριαλιστές για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αγορές και κεφάλαιο. Φυσικά οι επενδύσεις και τα μοντέλα ανάπτυξης υπόκεινται πάντοτε σε ποικίλες οικονομικές διακυμάνσεις και πολιτικές, όμως οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της διαδικασίας είναι ότι οι χώρες αυτές αποκτούν όλο και περισσότερη πρόσβαση σε βιομηχανικό κεφάλαιο και τεχνολογικές δυνατότητες, με αποτέλεσμα να μπορούν να είναι πιο δυναμικές και ανεξάρτητες στη χάραξη της διεθνούς τους πολιτικής. Αυτό έχει ανοίξει τη δυνατότητα για πολύ μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική συνεργασία ανάμεσα σε χώρες του Νότου, πράγμα το οποίο με τη σειρά του δίνει έναν μεγαλύτερο βαθμό αυθεντικής ανεξαρτησίας στις ντόπιες άρχουσες τάξεις, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική τους πολιτική.

Αυτή η διαδικασία υπό καμία έννοια δεν έχει ολοκληρωθεί – έχει μόλις ξεκινήσει – και η συγκέντρωση χρηματιστικού κεφαλαίου, στρατιωτικής δύναμης και της υψηλής τεχνολογίας, στις βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες, ηγέτιδα δύναμη των οποίων είναι οι ΗΠΑ, τους προσφέρει τρομακτική δύναμη. Όλες αυτές οι χώρες πρέπει να κινούνται προσεκτικά, ώστε να μην οδηγηθούν σε εμπορικές κυρώσεις ή στρατιωτική επίθεση από τις ΗΠΑ. Όμως, αυτές οι τάσεις καταδεικνύουν ότι στο μέλλον θα έχουμε ρήγματα στο παγκόσμιο σύστημα.

Νέες αντιφάσεις, νέοι πόλεμοι στον ορίζοντα

Αυτή είναι τελικά και η βασική πρόκληση για τον ιμπεριαλισμό σήμερα. Από τη μια πλευρά, ο ιμπεριαλισμός επιδιώκει να προσαρμόσει και να διαχειριστεί την ανάδειξη αυτών των νέων ισχυρών κρατών-εθνών. Από την άλλη, επιδιώκει να καθορίσει τους όρους της ανεξαρτησίας τους, διατηρώντας την οικονομική και στρατιωτική ηγεμονία του, κάνοντας πόλεμο σε όποιον τολμά να διαφοροποιηθεί από τους όρους του παιχνιδιού. Κι εδώ υπάρχει μια καθαρή και εγγενής αντίφαση.

Η προσφορά ενός εισιτηρίου στην παγκόσμια καπιταλιστική τάξη είναι ελκυστικό, αλλά όχι δίχως προβλήματα. Επίσης η καπιταλιστική ανάπτυξη αναπτύσσει την εργατική τάξη και την αστική τάξη κάθε χώρας, οι οποίες καθώς μεγαλώνουν σε δύναμη και αυτοπεποίθηση, μπορούν να επηρεάζουν την πολιτική ζωή, να αποσταθεροποιούν το σύστημα και να διεξάγουν πολιτικούς αγώνες  που αλληλεπιδρούν με τις διεθνείς σχέσεις. Επιπλέον, καθώς η πολιτική του ιμπεριαλισμού θέτει και ενίοτε αλλάζει τα όρια που βάζει στις αναδυόμενες δυνάμεις αναφορικά με τη δική του ηγεμονία, δεν είναι καθόλου αδιανόητες οι τριβές στο εσωτερικό των ενδοϊμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Αν η γερμανική άρχουσα τάξη αποφάσιζε ποτέ ότι οι αμερικανικές κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία είναι υπερβολικές, και ότι η Ρωσία είναι ένας πιο κατάλληλος μακροπρόθεσμος σύμμαχος συγκριτικά με τις ΗΠΑ, η παγκόσμια τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη θα μπορούσε να τιναχθεί στον αέρα. Είναι αυτός ο φόβος εκ μέρους της Ουάσινγκτον που την οδήγησε στην απόφαση μη ένταξης της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ στις αρχές του 1990, τότε που ο καπιταλισμός αποκαταστάθηκε στη Ρωσία και είχαν μάλιστα και μια δική τους μαριονέτα, τον Boris Yeltsin στην εξουσία. Λόγω του μεγέθους της Ρωσίας, της επιρροής και των δυνατοτήτων της, οι ιμπεριαλιστές ηγέτες πρόβλεψαν ότι, αν η Ρωσία ερχόταν πιο κοντά στη Γερμανία, το ΝΑΤΟ θα έπαυε να αποτελεί ένα εργαλείο της αμερικανικής ηγεμονίας.

Αντίστοιχα, αν η Ιαπωνική άρχουσα τάξη κατέληγε ποτέ στο συμπέρασμα ότι η απειλή αμερικανικής επίθεσης δεν επαρκεί για να συγκρατήσει την Κίνα στα όρια της, και πως ο αμερικανικός στρατός δεν θα πολεμούσε για την προστασία των ιαπωνικών συμφερόντων, η Ιαπωνία μπορεί και να επέστρεφε σε μια πολιτική επανεξοπλισμού. Έτσι, ο ρόλος του μικρού συνεταίρου που η Ιαπωνία αποδέχτηκε επί δεκαετίες, θα μπορούσε επίσης τιναχτεί στον αέρα, μαζί με όλο το «σύστημα ασφάλειας» της Ανατολικής Ασίας.

Στην Αφρική, οι αναπτυσσόμενες διμερείς εμπορικές σχέσεις με την Κίνα είναι μια βασική ανησυχία για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό. Η ίδια η Γαλλία θα μπορούσε να αναλάβει μονομερή δράση – όπως έχει ήδη κάνει με την Ακτή Ελεφαντοστού και τον Νίγηρα – ώστε να αποκαταστήσει τη θέση της ως νέο-αποικιακός επικυρίαρχος.

Εν ολίγοις, ενώ οι ίδιες οι αναδυόμενες δυνάμεις δεν επιδιώκουν κάποια στρατιωτική αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό, και στην πραγματικότητα η ανάδειξή τους ωφέλησε σε μεγάλο βαθμό τον ιμπεριαλισμό, την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη αυτοπεποίθησή τους θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει την τωρινή παγκόσμια τάξη, και άρα να ξανανοίξει την πιθανότητα ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων και πολέμου μεταξύ τωρινών συμμάχων. Ο χειρότερος φόβος των νέο-συντηρητικών, η αναβίωση ανταγωνιστικών δυνάμεων, θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα.

Η ιστορία του ιμπεριαλισμού δείχνει ότι τέτοιες τεράστιες αλλαγές στη διεθνή τάξη πραγμάτων δεν συμβαίνουν ειρηνικά. Νέες φάσεις αναδύονται ως αποτέλεσμα ενός καταστροφικού πολέμου.

Αυτή είναι, τελικά, και η βαθύτερη σημασία αυτού που έλεγε ο Λένιν ως προς τη φύση του πολέμου την εποχή του ιμπεριαλισμού. Είτε μιλάμε για την πρώιμη αποικιακή φάση, τον Ψυχρό Πόλεμο, την πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδο είτε για το παρόν, η τάση για πόλεμο είναι ενδογενής στο σύστημα. Αρχικά ήταν πόλεμοι που έγιναν με σκοπό το ξαναμοίρασμα του κόσμου, έπειτα για να αποκρουστεί ο μοναδικός πραγματικός ανταγωνιστής του ιμπεριαλισμού, έπειτα πόλεμοι για την ολοκλήρωση του ξαναμοιράσματος του κόσμου, και τώρα που το σύστημα προσαρμόζεται και αλλάζει, μία νέα περίοδος πολέμων καθώς η μονοπολική παγκόσμια τάξη διαταράσσεται εσωτερικά. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σε μια μεταβαλλόμενη και δυναμική κατάσταση, επιχειρώντας να συγκρατήσει της αντιφάσεις που προκύπτουν από την ίδια του την εξάπλωση.

Οι επαναστάτες πρέπει να παρακολουθούν στενά αυτές τις εξελίξεις, όχι ως υπέρμαχοι του ενός ή του άλλου καπιταλιστικού κράτους. Κυρίως γιατί, στη σημερινή εποχή, όλοι οι αγώνες – ιδιαίτερα στην καρδιά της Αυτοκρατορίας – είναι εν τέλει συνυφασμένοι με τη διεθνή κατάσταση. Οι αντιφάσεις που αντιμετωπίζει η παγκόσμια άρχουσα τάξη αντανακλούν στο εσωτερικό, και οι ήττες της στο εξωτερικό γίνονται περάσματα για νίκες, και τελικά για επανάσταση, στο εσωτερικό.

Η ανθρωπότητα θα μπορέσει να σωθεί από αυτό το εγκληματικό, καταστροφικό σύστημα, μόνο όταν η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι λαοί του κόσμου ανατρέψουν τον ιμπεριαλισμό, μέσα από οργανωμένη και επίμονη πάλη. Αυτός θα είναι ένας μακρύς δρόμος με πολλούς κινδύνους και δυσκολίες. Όμως είναι ο μόνος δρόμος για την ελευθερία της ανθρωπότητας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s