Η εποχή του μονοπολικού ιμπεριαλισμού και το ενδεχόμενο της καταστροφής του (1/2)

11

Πρόλογος Avantgarde

Δημοσιεύουμε το πρώτο τμήμα μιας ανάλυσης του αμερικανικού Party for Socialism and Liberation (PSL) θέμα με τη συγκρότηση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, σε μετάφραση Νίκου Σταματίου και επιμέλεια Teo Cubanos και Α.Τ. Το άρθρο αποτελεί μία συμπυκνωμένη εκδοχή του βιβλίου Imperialism in the 21st century: Updating Lenin’s theory a century later. Ως Avantgarde θεωρούμε ότι η ανάλυσή μας έχει πολλά κοινά με την προσέγγιση που γίνεται στο συγκεκριμένο άρθρο και για αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να το μεταφράσουμε.

Το πρώτο τμήμα της ανάλυσης αποτελεί μία ιστορική επισκόπηση των βασικών εξελίξεων στον κόσμο έπειτα από την πτώση της ΕΣΣΔ και το τέλος του Ψυχρού πολέμου. Στο δεύτερο τμήμα, που θα ακολουθήσει, οι συγγραφείς επιχειρούν μία βαθύτερη θεωρητική επεξεργασία για τον χαρακτήρα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

Η αλήθεια είναι ότι οποιαδήποτε ανάλυση για τον χαρακτήρα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού πρέπει να βασίζεται σε μία καλή αφήγηση των ιστορικών εξελίξεων μετά την πτώση της ΕΣΣΔ. Τα τελευταία 30 χρόνια ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ιμπεριαλιστικό πόλο, ο οποίος προσπαθεί να ξεμπερδέψει με τα «υπολείμματα» του παρελθόντος. Η αμερικανική αυτοκρατορία δεν αντιμετωπίζει πλέον απλώς εχθρικά όσες χώρες δεν υποτάσσονται στον γεωπολιτικό της κανόνα, αλλά ανοιχτά επιθετικά και με διάθεση αλλαγής καθεστώτος. Οι χώρες-στόχοι είναι είτε εκείνες με μια σοσιαλιστική πολιτική κληρονομιά εναντίωσης στον καπιταλισμό (Γιουγκοσλαβία, Κούβα, ΛΔ Κορέας) είτε εκείνες που εμπνέονταν από έναν αντιιμπεριαλιστικό εθνικισμό (Λιβύη, Συρία, Ιράκ).

Οι χώρες που είναι στην δεύτερη κατηγορία ανέπτυξαν τους ιδιαίτερους εθνικισμούς τους, οι οποίοι συνέβαλαν στο σταμάτημα της λεηλασίας των λαών τους και των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεών τους. Παρότι κάθε εθνικισμός είναι σε τελική ανάλυση αντίπαλος του κομμουνισμού, εν προκειμένω αυτοί οι εθνικισμοί συνέβαλαν στο να μην ισοπεδωθούν και αποικιοποιηθούν πλήρως οι χώρες τους. Επεδίωξαν μια ισότιμη διαπραγμάτευση ανάμεσα στις αστικές τους τάξεις και τον ιμπεριαλισμό, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι δεν συγκρότησαν καταπιεστικά καθεστώτα ως προς τις εργατικές τους τάξεις. Αυτό τις οδήγησε, βέβαια, πολλές φορές στη διαμόρφωση ιδιαίτερα ευνοϊκών «κοινωνικών συμβολαίων», με διαμόρφωση κρατών πρόνοιας, δωρεάν κατοικίας, παιδείας και υγείας, υπό την προϋπόθεση, φυσικά, της απουσίας αμφισβήτησης της ταξικής τους ειρήνης.

Σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις της παραδοσιακής ρεφορμιστικής αριστεράς αλλά και ρευμάτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ότι η πτώση της ΕΣΣΔ θα οδηγούσε σε μείωση των πολέμων, ειρήνη και απελευθέρωση των μαζών, ο κόσμος αντιμετώπισε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Ο πόλεμος δεν πυροδοτούταν από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, αλλά ανέκαθεν η αιτία του ήταν ο ιμπεριαλισμός και η αδηφάγα ανάγκη του για κέρδη και υπερεκμετάλλευση του υπόλοιπου πλανήτη.

Παρότι η τελευταία αυτή διαπίστωση είναι κοινός τόπος για την Αριστερά, υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς το τι θεωρείται ότι είναι ιμπεριαλισμός και ποια κράτη ορίζονται ως τέτοια. Με την παρακάτω μετάφραση ελπίζουμε να συμβάλουμε στη συζήτηση.

_____________________________

Η εποχή του μονοπολικού ιμπεριαλισμού και το ενδεχόμενο της καταστροφής του

Του Ben Becker και του Mazda Majidi

Το παρόν άρθρο, βασισμένο σε μία επεξεργασία των εξελίξεων που έλαβαν χώρα έπειτα από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, αποπειράται να αναλύσει τη θέση ότι ζούμε στην εποχή του μονοπολικού αμερικανοκρατούμενου ιμπεριαλισμού και των αντιφάσεων που προκύπτουν από αυτήν. Υποστηρίζουμε αυτή τη θέση εξετάζοντας τους πολέμους ενάντια στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία και τη Λιβύη, και δείχνουμε το πώς σήμερα η αδιαμφισβήτητη αμερικανική ηγεμονία αρχίζει να αποκτά ρωγμές. Για αυτόν τον σκοπό, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε το ποιες είναι στο σήμερα οι πραγματικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Παρότι το κείμενο γράφτηκε το 2015, οι μετέπειτα εξελίξεις έχουν μόνο συμβάλει στην επιβεβαίωση αυτής της θέσης.

Η ανατροπή της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αναδόμησε τον ιμπεριαλισμό και όλη την παγκόσμια πολιτική. Χωρίς μια κατανόηση της εσωτερικής λογικής του ιμπεριαλισμού, κάποιοι ήλπιζαν ότι πλέον θα επικρατούσε μια «διαρκής ειρήνη», μια περίοδος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο όπου οι ΗΠΑ και οι μικρότεροι συνεργάτες τους δεν θα είχαν λόγο να ξεκινούν πολέμους και εισβολές. Υπήρχε η ψευδαίσθηση ότι η μόνη υπερδύναμη δεν θα απειλούταν από κάποιον πιθανό αντίπαλο και έτσι η ειρήνη και η ηρεμία θα βασίλευε.

Στο ένα τέταρτο του αιώνα που πέρασε έπειτα από την πτώση της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε έναν διαρκή πόλεμο, ενώ το διακομματικό στρατιωτικό δόγμα που ακολουθούν βασίζεται στην έννοια του «μόνιμου πολέμου». Έχει ενεργή παρουσία με πάνω από 900 στρατιωτικές βάσεις σε πάνω από 100 χώρες σε κάθε περιοχή του κόσμου

Η δημιουργία της μονοπολικής παγκόσμιας τάξης

Το 1992, ο Paul Wolfowitz, τότε σύμβουλος αμυντικής πολιτικής των ΗΠΑ, επόπτευσε τη σύνταξη ενός στρατηγικού εγγράφου αναφορικά με τον κόσμο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Η συγγραφή του ήταν αυστηρά για εσωτερικούς σκοπούς- και γι’ αυτό διακηρύσσει ανοιχτά την ανάγκη για αδιαμφισβήτητη ηγεμονία.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΣ ΣΤΟΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΜΠΟΔΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΕΙ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΞΟΥΜΕ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΝΑ ΕΜΠΟΔΙΣΟΥΜΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΧΘΡΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΟΙ ΠΟΡΟΙ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΥΠΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΕΛΕΓΧΟ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΥΝΑΜΗ. ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ, ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΣΙΑ, ΤΙΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΤΕΩΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΑΣΙΑ [ΕΠΙΣΗΣ ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ «MΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ»].

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΡΕΙΣ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΛΕΥΡΕΣ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΣΤΟΧΟΘΕΣΙΑ: ΠΡΩΤΟΝ, ΟΙ ΗΠΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΝ ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΗΓΕΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ, ΠΟΥ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΕΧΕΓΓΥΑ ΠΕΙΘΟΥΣ ΤΩΝ ΠΙΘΑΝΩΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΝ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΡΟΛΟ Ή να ΥΙΟΘΕΤΟΥΝ ΜΙΑ ΠΙΟ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΜΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΟΥΣ. ΔΕΥΤΕΡΟΝ, ΣΤΟ ΜΗ-ΑΜΥΝΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΑΝΕΠΤΥΓΜΕΝΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΗΓΕΣΙΑ ΜΑΣ Ή ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΤΡΕΨΟΥΝ ΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. ΤΕΛΟΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΣΗΣ ΠΙΘΑΝΩΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥΝ ΚΑΝ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΟΥΝ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ Ή ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΡΟΛΟ.

«Το πιο σημαντικό», τόνιζε το έγγραφο, είναι η μετάδοση «της αίσθησης ότι η παγκόσμια τάξη τελικά βασίζεται στις ΗΠΑ». Είναι αναγκαίο να αφήσουν χώρο στις «ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες» και να τους επιτραπεί να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους στα «μη-αμυντικά πεδία», προκειμένου να διατηρήσουν την ηγεσία τους στον ενδο-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και να εμποδίσουν την αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας. Με άλλα λόγια: οι υπόλοιποι ιμπεριαλιστές πρέπει να μπορούν να γίνουν πλούσιοι εντός του πλαισίου της παγκόσμιας τάξης.

Αυτό το έγγραφο πραγματοποιούσε μια ρήξη με τη λογική της «ανάσχεσης», η οποία ήταν επί της ουσίας η αμυντική στρατηγική που στόχευε στον περιορισμό της ένταξης ενός μεγαλύτερου κομματιού του κόσμου στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Αντιθέτως, με αυτό το έγγραφο προτεινόταν οι ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την απαράμιλλη στρατιωτική τους υπεροχή για να επιτεθούν προληπτικά και να ανατρέψουν «rogue states», τα οποία «θα μπορούσαν να διαταράξουν σοβαρά τις διεθνείς σχέσεις»”.

Το έγγραφο τόνιζε ότι όσον αφορά στις μελλοντικές στρατιωτικές δράσεις, «οι ΗΠΑ οφείλουν να αναλάβουν το καθήκον να δράσουν ανεξάρτητα όταν δεν μπορεί να ενορχηστρωθεί συλλογική δράση». Παρότι, οι στρατιωτικές συμμαχίες «αποτελούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα ως προς τη συλλογική δράση» για κάθε ξεχωριστή επιχείρηση, το έγγραφο θεωρούσε ότι θα έχουν περισσότερο χαρακτήρα «ad hoc» ομαδοποιήσεων. Όταν αργότερα το συγκεκριμένο έγγραφο διέρρευσε στον Τύπο, προκάλεσε διαμάχες στην Ουάσιγκτον και τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν αγενές εκ μέρους του Wolfowitz να κάνει ρητό κάλεσμα παγκόσμιας κυριαρχίας – πράγμα το οποίο περιελάμβανε τον περιορισμό των τωρινών συμμάχων των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση του George H.W. Bush την αποκήρυξε, ενώ ο γερουσιαστής Edwards Kennedy την ονόμασε ως ένα «κάλεσμα προς τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό του 21ου αιώνα». Ορισμένοι στο ψυχροπολεμικό στρατιωτικό κατεστημένο τη θεώρησαν ριψοκίνδυνη και τυχοδιωκτική.

military_officials_pose_for_photograph_prior_to_discussing_u.s._military_intervention_in_the_persian_gulf_dec_1990-300x199-1

   Ο Πόλεμος του Κόλπου εγκαινίασε τη νέα εποχή της ακατάσχετης ηγεμονίας των ΗΠΑ. Εδώ, ο Paul Wolfowitz (αριστερά) και ο Dick Cheney (τρίτος από τα αριστερά) συνταντιούνται με στρατιωτικούς ηγέτες το 1990.

Παρά την επίσημη αποκήρυξη, το έγγραφο του Wolfowitz περιέγραφε γενικά το πνεύμα της αμερικανικής στρατηγικής έκτοτε. Η μονοπολική αμερικανική ηγεμονία δεν ήταν απλώς μια ιδέα, μια συγκεκριμένη πραγματικότητα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς κάθε κυβέρνηση προσπάθησε με τον δικό της τρόπο να τη διατηρήσει. Η κυβέρνηση Clinton αποδέχτηκε ανεπίσημα τις αρχές που διέπουν το έγγραφο, και, υπό τον George W. Bush, οι εμπνευστές του εγγράφου πήραν τον πλήρη έλεγχο πάνω στην εξωτερική και την «αμυντική» πολιτική των ΗΠΑ. Η οπτική που έμπαινε το 1992, κατοχυρώθηκε στην επίσημη «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ» του Bush.

Η εξωτερική πολιτική του Obama, σε μία προσπάθεια βελτίωσης της παγκόσμιας εικόνας των ΗΠΑ έπειτα από χρόνια ριψοκίνδυνων και καταστροφικών πολέμων, έκανε υποχωρήσεις ως προς την επιθετική και μονόπλευρη γλώσσα – χρησιμοποιώντας όρους όπως «engagement» για την αντιμετώπιση εχθρικών εθνών, «πολυμέρεια» και «συνεργασία» για τους συμμάχους. Στην πράξη, όμως, η κυβέρνηση Ομπάμα πραγματοποιούσε προληπτικές και μονόπλευρες επιθέσεις, πραγματοποιούσε επιχειρήσεις ανατροπής καθεστώτων και έκανε σαφές ότι ο στρατός των ΗΠΑ θα συνέχιζε να «διασφαλίζει την παγκόσμια ασφάλεια». Μπορεί να αξιοποιούσε διαφορετικά εργαλεία κάθε φορά – όπως οικονομικές κυρώσεις, αεροπορικές επιδρομές και δολοφονίες με drones, αντί για μαζικές εισβολές πεζικού – όμως η στρατηγική προοπτική της διατήρησης της αμερικανικής ηγεμονίας ήταν η ίδια.

Ο πόλεμος και η λογική της αυτοκρατορίας

Οι εξτρεμιστικές πολιτικές ομάδες δεν είναι αυτές που κυρίως οδηγούν τον ιμπεριαλισμό προς τον πόλεμο, αν και τέτοιες ομάδες σπεύδουν στο προσκήνιο όποτε έχουν την δυνατότητα να επηρεάσουν πολιτικές. Κανένας τρελός στρατηγός, τύπου Dr. Strangelove, δεν είναι υπεύθυνος για τον πόλεμο. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ήταν, και εξακολουθεί να είναι, δημιούργημα της καπιταλιστικής τάξης στην προσπάθεια εξασφάλισης των συμφερόντων της.

Τα ιμπεριαλιστικά οικονομικά κίνητρα, που επεσήμανε ο Λένιν, είναι αρκετά εμφανή και στον νέο γύρο πολέμων στην τωρινή μονοπολική εποχή. Αυτό περιλαμβάνει την επέκταση της ελεύθερης αγοράς, τον έλεγχο των ζωτικών φυσικών πόρων, και τη σταθερότητα των εμπορικών δρόμων, καθώς και την υποταγή των εθνών-κρατών στους φιλοϊμπεριαλιστικούς κανόνες του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου. Οι εταιρικοί γίγαντες ήθελαν να ηγεμονεύσουν σε κάθε γωνιά του κόσμου και κάθε εμπόδιο έπρεπε να απομακρυνθεί.

Όμως, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν είναι μόνο έκφραση των συμφερόντων των αμερικανικών επιχειρήσεων και της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Λειτουργεί και ως μηχανισμός διαχείρισης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, και ως εκ τούτου έχει επιπλέον πολιτικό συμφέρον στο να διατηρήσει την παγκόσμια τάξη. Οι τελευταίοι πόλεμοι εκκινούνταν από την εσωτερική λογική της αυτοκρατορίας – δηλαδή να δείξει τόσο στις αναπτυσσόμενες χώρες όσο και στους ιμπεριαλιστικούς συνεργάτες της Ουάσινγκτον ότι η αμερικανική ηγεμονία δεν θα αμφισβητούταν σε αυτόν τον νέο μονοπολικό παγκόσμιο κόσμο.

Από την άλλη, αν οι ιμπεριαλιστές ανακοίνωναν δημόσια αυτούς τους στόχους, λίγοι εργαζόμενοι θα αποδέχονταν αυτήν τη διαρκή πολεμική συνθήκη και έναν στρατιωτικό μηχανισμό $1 τρισεκατομμυρίου. Για αυτόν τον λόγο βρίσκουν σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση μια δικαιολογία που να βασίζεται σε κάποιον σκοπό που ακούγεται πιο ευγενής από την παγκόσμια ηγεμονία ή τα εταιρικά συμφέροντα, όπως «εθνική ασφάλεια», «ανθρωπιστική παρέμβαση», «κακοί δικτάτορες», «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» και άλλα.

Λίγο καιρό μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο Στρατηγός Colin Powell, Επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, ανέφερε σε έναν δημοσιογράφο των Army Times: «Μου τελειώνουν οι δαίμονες, ξεμένω από κακούς, μου ‘χουν απομείνει ο Κάστρο κι ο Κιμ Ιλ Σουνγκ». Η δήλωση του Powell υπονοεί, μιλώντας για «κακούς» και «δαίμονες», ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός πρέπει με κάποιον τρόπο να δικαιολογήσει την επέκταση του στρατιωτικού της μηχανισμού και τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις. Όμως, με την υποστήριξη των μέσων μαζικής ενημέρωσης της άρχουσας τάξης καταφέρνει κάθε φορά να δικαιολογεί τις πράξεις της.

Το τέλος της ουδετερότητας

Με την πτώση της ΕΣΣΔ και των Ανατολικών Ευρωπαϊκών Σοσιαλιστικών κρατών και την ιδιωτικοποίηση της τέως κοινωνικοποιημένης ιδιωτικής ιδιοκτησίας αυτών των χωρών, δημιουργήθηκε ένα απροσδόκητο κύμα κερδοφορίας για τις δυτικές τράπεζες και τις επιχειρήσεις. Η ύπαρξη των σοσιαλιστικών κρατών είχε, επίσης, δημιουργήσει ένα τεράστιο φράγμα ενάντια στην καπιταλιστική οικονομική επέκταση σε άλλα μέρη του κόσμου, και μετά το τέλος του σοσιαλισμού ως παγκόσμια δύναμη δεν καταστράφηκαν, ωστόσο, αυτομάτως όλα εκείνα τα εμπόδια που έφραζαν τον δρόμο στον μονοπωλιακό καπιταλισμό.

Δεν ήταν όλα τα αναπτυσσόμενα καπιταλιστικά κράτη νέο-αποικίες υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ ή άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών. Η ύπαρξη του σοσιαλιστικού μπλοκ ως ένα πολιτικό και οικονομικό αντίβαρο στον ιμπεριαλισμό επέτρεπε σε πολλά καπιταλιστικά κράτη του τέως αποικιακού κόσμου να επιδιώκουν εθνικιστικές αναπτυξιακές πολιτικές: δηλαδή ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, εθνικοποίηση των βασικών βιομηχανιών, καθώς και κρατικά υποστηριζόμενα δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας. Πολλά εξ αυτών ήταν σαφέστατα αντικομμουνιστικά, όσον αφορά στην καταπίεση της δικής τους εργατικής τάξης, όμως σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν πρόθυμα να συνεργαστούν με την ΕΣΣΔ, εξασφαλίζοντας έτσι έναν βαθμό ανεξαρτησίας απέναντι στη Δύση.

Στον μετα-ψυχροπολεμικό κόσμο, η ουδετερότητα δεν ήταν πλέον ανεκτή. Πολλά κράτη γρήγορα τροποποίησαν τον εθνικιστικό τους προσανατολισμό και τις ημι-σοσιαλιστικές τους πολιτικές με σκοπό να παίξουν σύμφωνα με τους κανόνες του παγκόσμιου καπιταλισμού. Παρόλα αυτά, το ζητούμενο ήταν η πλήρης συνθηκολόγηση. Κάθε χώρα που αντίβαινε στα σχέδια της Ουάσινγκτον και έθετε εμπόδια στη διείσδυση του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου κινδύνευε να γίνει στρατιωτικός στόχος.

Αμέσως μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράκ, και στη συνέχεια επί Κλίντον στη Σομαλία, το Σουδάν, την Αϊτή, και την Γιουγκοσλαβία (παρότι παλαιότερα δοξαζόταν από τη Δύση ως οι «καλοί σοσιαλιστές» λόγω του αντισοβιετικού τους προσανατολισμού). Μετά την εξαπόλυση του πολέμου «επίδειξης» εναντίον του Αφγανιστάν το 2001, ο Bush ανακοίνωσε τη λίστα των επόμενων χωρών που θα γίνονταν στόχοι ανατροπής καθεστώτος, τον λεγόμενο «άξονα του κακού», στον οποίο περιλαμβάνονταν Ιράκ, Ιράν και Βόρεια Κορέα. Μήνες αργότερα ο Σύμβουλος Εξωτερικών John Bolton ενέταξε, επίσης, τη Συρία, τη Λιβύη και την Κούβα στη λίστα με τα υποψήφια «rogue states» στόχους.

Ενώ το πολιτικό στυλ του Bush και του Obama (και του Trump) έχει σημαντικές διαφορές, η λίστα στόχων ήταν πάνω κάτω απαράλλαχτη από τη μία κυβέρνηση στην άλλη. Η Ουάσινγκτον έχει χρησιμοποιήσει έναν συνδυασμό οικονομικών κυρώσεων, απάτης και άμεσης στρατιωτικής επιθετικότητας για να πετύχει τον σκοπό της αλλαγής καθεστώτος.

Συμπληρωματικά σ’ αυτές τις ενεργητικές πλευρές της ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής, υπάρχει επίσης μια μείζων επακόλουθη διάσταση. Στη σύγχρονη εποχή, πολλές αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις κατανοούν την αυτοκρατορική λογική των διαμορφωτών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και είναι σε θέση να την αξιοποιούν για να προκαλούν επεμβάσεις προς το συμφέρον τους. Δεξιές και φιλο-δυτικές πολιτικές ομάδες ξεκινούν μάχες για την εξουσία στη χώρα τους, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να νικήσουν μόνες τους. Όταν όμως η αντιπαράθεση οξύνεται, τραβώντας την προσοχή και την υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών ΜΜΕ, όπως επίσης και συσχετιζόμενων λόμπι και οικονομικών συμφερόντων, η Αυτοκρατορία πρέπει «να κάνει κάτι», προκειμένου να επιδεικνύει και να επικυρώνει εκ νέου την ηγεμονία της. Υπάρχει μία οργανική τάση του ιμπεριαλισμού να υποστηρίζει αντεπαναστατικές δυνάμεις, ακόμα και αν αυτό δεν περιλαμβανόταν στα αρχικά του σχέδια. Στο βαθμό που πλέον δεν υπάρχει ο περιορισμός της Σοβιετικής Ένωσης, το πιθανό ρίσκο μιας στρατιωτικής επέμβασης συχνά φαντάζει στους διαμορφωτές πολιτικής αρκετά μικρό.

Αρκετά παραδείγματα – το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Γιουγκοσλαβία και η Λιβύη – καταδεικνύουν τα ουσιώδη γνωρίσματα αυτής της νέας εποχής του μονοπολικού ιμπεριαλισμού.

Ο ιμπεριαλισμός στοχεύει το Ιράκ

Η μοίρα του Ιράκ καταδεικνύει τα διαδοχικά στάδια του ιμπεριαλισμού και πώς το τέλος του Ψυχρού πολέμου μετατράπηκε σχεδόν απευθείας σε έναν πόλεμο ενάντια στα ανεξάρτητα κράτη.

Έπειτα από τον Α’ ΠΠ, οι νικηφόρες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ξαναχώρισαν τις αποικίες του κόσμου, μεταξύ αυτών τις περιοχές της τέως Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Ιράκ έγινε από οθωμανική αποικία, εγγλέζικη και στη συνέχεια ένα είδος ψευδο-ανεξάρτητου κράτους με μία νεοαποικιακή μοναρχία-μαριονέτα. Το πώς χώρισαν το πετρέλαιο του Ιράκ δείχνει ακριβώς το τι έγινε. Οι ιμπεριαλιστές τα βρήκαν μεταξύ τους ως προς το πώς θα χώριζαν το πετρέλαιο. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία πήραν έκαστη από 23,75%, ενώ το υπόλοιπο 5% πήγε στον βαρόνο του πετρελαίου Caloste Gulbenkian. Τίποτα δεν πήρε το Ιράκ.

Η ιρακινή επανάσταση του 1958, με κομμουνιστική και εθνικιστική ηγεσία, έγινε σύμφωνα με τον Πρόεδρο Eisenhower «η χειρότερη κρίση μετά τον πόλεμο της Κορέας». Η Ουάσινγκτον ανέπτυξε 22.000 πεζοναύτες και το Λονδίνο 6.600 αλεξιπτωτιστές στην περιοχή, όμως δεν έγινε μαζική εισβολή, καθώς η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα ξεκαθάρισαν ότι θα υποστήριζαν την επανάσταση.

Τις επόμενες τρεις δεκαετίες, η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε διάφορες τακτικές με σκοπό να υπονομεύσει το Ιράκ ως μια ανεξάρτητη χώρα που προσανατολιζόταν προς σοσιαλιστικές πολιτικές. Μεταξύ άλλων η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε τα δεξιά κουρδικά στοιχεία που πολεμούσαν τη Βαγδάτη, βοηθούσε το Ιράν επί εποχής Σάχη στις συνοριακές διαμάχες με το Ιράκ και χαρακτήρισαν επίσημα το Ιράκ ως «κράτος-τρομοκράτη». Οι ΗΠΑ υποστήριζαν τα πιο δεξιά στοιχεία στο πλαίσιο της μετεπαναστατικής πολιτικής δομής, μεταξύ αυτών και τον Saddam Hussein, ενάντια στις δυνάμεις των κομμουνιστών και των αριστερών-εθνικιστών. Όταν το Ιράκ πολέμησε ενάντια στο Ιράν το 1980, το οποίο είχε μόλις πραγματοποιήσει τη δική του εθνικιστική επανάσταση υπό την ηγεσία των Ισλαμιστών μουλάδων, οι ΗΠΑ στόχευαν στην αποδυνάμωση και την καταστροφή και των δύο χωρών. Ο τότε υπουργός εξωτερικών Henry Kissinger αποκάλυψε την πραγματική στάση των ΗΠΑ όσον αφορά στον πόλεμο, λέγοντας «Ελπίζω να καταστρέψουν ο ένας τον άλλον». Πάνω από 1 εκατομμύριο πέθαναν σε εκείνον τον πόλεμο.

Με τη Σοβιετική Ένωση να βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης το 1990, η βασική προτεραιότητα της αμερικανικής πολιτικής ελίτ εστίαζε στην εγκαθίδρυση μίας ολοκληρωτικής ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή, με τα ζωτικά της ενεργειακά αποθέματα. Προϋπόθεση για αυτό ήταν το τσάκισμα και η αντικατάσταση των ανεξάρτητων κρατών της περιοχής. Τα μάτια της Wall Street γούρλωναν στη σκέψη των τεράστιων αποθεμάτων πετρελαίου του Ιράκ, τα οποία παρέμεναν εθνικοποιημένα και υπό τον έλεγχο της αστικής τάξης του Ιράκ. Το γεγονός ότι η ίδια ιρακινή ηγεσία είχε λειτουργήσει τις προηγούμενες δεκαετίες ως ένας αβέβαιος σύμμαχος, δεν ήταν ουσιαστικό πρόβλημα.

Το Ιράκ βρισκόταν σε μακρόχρονη αντιπαράθεση με το Κουβέιτ, μία μοναρχία που ήταν βρετανική ημι-αποικία μέχρι το 1961. Το Ιράκ ήταν ρημαγμένο οικονομικά έπειτα από τον πόλεμο με το Ιράν, έναν πόλεμο που το Κουβέιτ είχε ενθαρρύνει και από τον οποίο είχε επωφεληθεί. Επιπλέον, το Κουβέιτ εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση στο Ιρακινό πετρέλαιο μέσω παράνομων γεωτρήσεων, πράγμα το οποίο παρακίνησε το Ιράκ να επιτεθεί στο Κουβέιτ με σκοπό την προσάρτησή του. Πριν από την ιρακινή επέμβαση, ο αμερικανός πρέσβης στο Ιράκ είχε υπονοήσει στον Σαντάμ Χουσεΐν ότι οι ΗΠΑ δεν θα επενέβαιναν στρατιωτικά σε μια τέτοια σύγκρουση.

Όταν όμως αυτό συνέβη, προσέφερε ένα καλό πρόσχημα στις ΗΠΑ και τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της να επιτεθούν, ισχυριζόμενοι ότι «απελευθερώνουν» το Κουβέιτ. Με την «Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου», τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1991, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν μία τεράστια αεροπορική και αργότερα χερσαία επίθεση εναντίον του Ιράκ. Ο πραγματικός στόχος ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του Ιράκ. Το σχέδιο ήταν να συμβάλουν στην ανατροπή της κυβέρνησης μέσα από τη σκόπιμη στοχοποίηση των υποδομών του Ιράκ. Το ενεργειακό δίκτυο, τα εργοστάσια επεξεργασίας πόσιμου νερού, οι γέφυρες, καθώς και άλλες υποδομές στοχοποιήθηκαν στο πλαίσιο ενός αμείλικτου αμερικανικού βομβαρδισμού.

gulf-war-300x191-1

Αμερικάνικα βομβαρδιστικά «απελευθερώνουν» το Κουβέιτ

Η κυβέρνηση του Ιράκ όμως δεν κατέρρευσε. Οι ιμπεριαλιστές επέβαλαν κυρώσεις εναντίον του Ιράκ, αποκλείοντάς το από πρόσβαση σε τρόφιμα και φάρμακα, και από τις πρώτες ύλες που θα συνέβαλαν στην ανοικοδόμησή του από τις καταστροφές του Πολέμου του Κόλπου. Οι κυρώσεις γιγάντωσαν τις ανθρώπινες απώλειες, καθώς μέσα σε 12 χρόνια έχασαν την ζωή τους ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Κι όμως, το Ιράκ δεν κατέρρευσε. Η εισβολή του 2003 στο Ιράκ ήταν η συνέχιση της ιμπεριαλιστικής προσπάθειας δεκαετιών ώστε να αποκατασταθεί η θέση του Ιράκ ως ένα πιστό κράτος-μαριονέτα, όπως ήταν μέχρι το 1958. Εκείνη την περίοδο μεσουρανούσε η λεγόμενη νέο-συντηρητική τάση στην Ουάσινγκτον, μία ομάδα θεωρητικών, στρατηγών και πολιτικών, οι οποίοι ανοιχτά υποστήριζαν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επιβάλουν την παγκόσμια ηγεμονία μέσα από τον διαρκή πόλεμο. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Dick Cheney, και ο Υπουργός Εξωτερικών, Donald Rumsfeld, ήταν οι κομβικές φιγούρες αυτής της τάσης.

Ο σκοπός της καθυπόταξης της Μέσης Ανατολής στην Ουάσινγκτον ήταν στην πραγματικότητα στόχος όλων των πολιτικών τάσεων της αμερικανικής άρχουσας τάξης. Το μόνο ζήτημα που διαφοροποιούσε τους νεοσυντηρητικούς ήταν ότι υποστήριζαν ένθερμα τη χρήση στρατιωτικής δύναμης ως μέσο για την επίτευξη του σκοπού, αλλά τον απροκάλυπτο τρόπο με τον οποίον διακήρυτταν την επιθυμία τους για συνεχείς πολέμους.

Ενώ η πρώτη αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ το 1990-91 βασίστηκε στο πρόσχημα ότι αποσκοπούσε στην απελευθέρωση του Κουβέιτ, το 2003 δεν μπορούσε να βρεθεί μία αντίστοιχη πιθανή δικαιολογία. Το καλύτερο που μπορούσε να επινοήσει η κυβέρνηση Bush ήταν να συνδέσει ψευδώς το Ιράκ με την 11η Σεπτεμβρίου και καταγγελίες ότι κατέχει «όπλα μαζικής καταστροφής». Ήταν εντελώς γελοία επιχειρηματολογία, ότι το Ιράκ ενώ υπέφερε από τις χειρότερες κυρώσεις στην ιστορία, και καθημερινούς βομβαρδισμούς από αμερικανικά και εγγλέζικα πολεμικά αεροπλάνα, θα μπορούσε να αναπτύξει όπλα μαζικής καταστροφής που θα μπορούσαν να απειλήσουν την Ουάσινγκτον. Αλλά όλες οι φράξιες της αμερικανικής άρχουσας τάξης συντάχθηκαν γρήγορα με τη γραμμή. Οι αμερικανοί πολιτικοί, στην έμμισθη υπηρεσία των τραπεζών, των πετρελαϊκών επιχειρήσεων και άλλων εταιρειών, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα σάλια τους στη σκέψη του να αρπάξουν τους πόρους και τις αγορές του Ιράκ.

Το 2003 οι ΗΠΑ εγκαινίασαν την επιχείρηση «Ιρακινή Ελευθερία». Αυτή θα ήταν το πρώτο βήμα για τον επανασχεδιασμό του χάρτη της Μέσης Ανατολής. Το όραμα ήταν το Ιράκ να γίνει ένα σταθερό κράτος-μαριονέτα, ώστε να αξιοποιηθεί ως εκπρόσωπος των συμφερόντων τους στις περιφερειακές συγκρούσεις, αλλά και να εξασφαλιστεί η αμερικανική πετρελαϊκή ηγεμονία με αποκλειστικές επενδυτικές ευκαιρίες για τις μεγάλες βιομηχανίες πετρελαίου (Big Oil). Μία γρήγορη στρατιωτική νίκη θα αποτελούσε την αφετηρία για επακόλουθες προσπάθειες εναντίον της Συρίας και του Ιράν. Αυτός ο στόχος όμως δεν επετεύχθη στο Ιράκ.

Αντιθέτως, η νέα κυβέρνηση του Ιράκ η οποία διαμορφώθηκε επί κατοχής ήταν αδύναμη, πολυδιασπασμένη και μέσα στη διαφθορά. Οφείλοντας πλέον την ύπαρξή του στην Κατοχή, το ιρακινό κράτος δεν είχε ιδιαίτερο κύρος στον λαό του Ιράκ, ο οποίος είχε διεκδικήσει και πετύχει την ανεξαρτησία του για δεκαετίες. Στον βαθμό που η κυβέρνηση του Ιράκ κέρδιζε κάποια ανεξάρτητη νομιμοποίηση, θα έπρεπε να απομακρυνθεί από τις εντολές της Ουάσινγκτον.

Σήμερα το Ιράκ είναι κατεστραμμένο, στα όρια του να οριστεί ως έθνος-κράτος. Η διαρκής αντιπαράθεση δείχνει ότι υπάρχει κίνδυνος απόσχισης από τις κουρδικές περιοχές όσο και από περιοχές στις οποίες ζουν κυρίως Σουνίτες Άραβες. Υπό καμία έννοια δεν έχει η Δύση κυριαρχήσει απόλυτα επί του ιρακινού πετρελαίου, και το Ιράν, που αμφισβητεί την αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή, έχει ιδιαίτερη επιρροή στην κυβέρνηση της Βαγδάτης.

Η κατοχή του Αφγανιστάν

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 έγινε τα καταλυτικό γεγονός που επέτρεψε στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, υπό την ηγεσία των νεοσυντηρητικών, να εγκαινιάσουν μία νέα περίοδο διευρυμένης στρατιωτικής επιθετικότητας.

Παρότι το Αφγανιστάν έχει τεράστια αποθέματα ορυκτών πόρων, δεν στοχοποιήθηκε κυρίως γι αυτό. Επιπλέον, λόγω του μακροχρόνιου αμερικανοχρηματοδοτούμενου αντεπαναστατικού εμφυλίου, δεν υπήρχε πλέον κάποια προοδευτική κυβέρνηση στο Αφγανιστάν. Το κράτος βρισκόταν υπό τον έλεγχο των υπερ-αντιδραστικών Ταλιμπάν και μίας μερίδας περιφερειακών πολέμαρχων, με τους οποίους οι ΗΠΑ είχαν μια μακρά ιστορία συνεργασίας.

yugoslavia-300x217-1

Η πρώην Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όμως, ο στρατός των ΗΠΑ «έπρεπε να κάνει κάτι» – και το Αφγανιστάν ήταν ο πιο βολικός στόχος, καθώς ήταν η χώρα στην οποία έδρευε ο Osama Bin Laden. Ούτε οι πολίτες του Αφγανιστάν ούτε και η αφγανική κυβέρνηση είχαν με κάποιον τρόπο συνδεθεί με τις αεροπειρατείες ή τον σχεδιασμό των επιθέσεων. Το κυνηγητό του ίδιου του Bin Laden δεν ήταν και μεγάλη προτεραιότητα για τον αμερικανικό στρατό ή τους νεοσυντηρητικούς, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τη γλώσσα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», για να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους.

Το σλόγκαν «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» αποτέλεσε και το ιδίωμα βάσει του οποίου δικαιολογήθηκαν οι διαρκείς πόλεμοι, καθώς και η μονομερής στοχοποίηση οποιασδήποτε ομάδας εντός της χώρας. Η ειρωνεία είναι ότι οι βασικοί «κακοί και δαίμονες» του ιμπεριαλισμού αυτή τη στιγμή είναι ισλαμικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις, οι ίδιες ακριβώς δυνάμεις τις οποίες υποστήριζαν στον ασταμάτητο πόλεμο εναντίον αριστερών και εθνικιστικών δυνάμεων στην Μέση Ανατολή.

Η εισβολή στο Αφγανιστάν ήταν η αφετηρία ενός σχεδίου εισβολών που σκοπό είχαν τον επανασχεδιασμό του χάρτη της Μέσης Ανατολής. Αυτός ο επανασχεδιασμός, ήλπιζαν οι ΗΠΑ, θα γινόταν στη βάση των συμφερόντων των ιμπεριαλιστών, με τον ίδιο τρόπο που η συμφωνία Sykes-Picot διαμόρφωσε τον χάρτη της Μέσης Ανατολής στα τέλη του Α’ ΠΠ.

Λόγω της αντοχής της αφγανικής αντίστασης, η κατοχή του Αφγανιστάν αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες των ΗΠΑ σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ενώ τα οικονομικά και τα γεωστρατηγικά ζητήματα ήταν ανοιχτά, ο πραγματικός φόβος ήταν ότι ο αμερικανικός στρατός – που είναι το βασικό εργαλείο της αμερικανικής ηγεμονίας – θα εμφανιζόταν ως ηττημένος. Η αποφυγή της εντύπωσης μιας τέτοιας εικόνας ήταν, όπως και στο Ιράκ, καθοριστικό κριτήριο για όσους κατάστρωναν τη σχετική πολιτική.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας

Τον Μάρτιο του 1999, οι ΗΠΑ και η ΕΕ, ως συνεργάτης, πραγματοποιούν μία δολοφονική εκστρατεία βομβαρδισμών εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Ο βομβαρδισμός δεν είχε άλλο νόημα πέραν της αποσύνθεσης και της διάλυσης της χώρας.

Η Γιουγκοσλαβία δεν ήταν τμήμα του Ανατολικού σοσιαλιστικού μπλοκ, το οποίο ανετράπη το 1989. Είχε καλές σχέσεις με τη Δύση επί Ψυχρού Πολέμου και ενίοτε ακόμα επαινούταν από τους ιμπεριαλιστές ως οι «καλοί σοσιαλιστές». Παρά την έντονη στροφή προς τα δεξιά και τις μεγάλες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας παρέμενε ανεξάρτητη. Ως εκ τούτου, η Γιουγκοσλαβία δεν υποτασσόταν στη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων που επέβαλλαν οι ιμπεριαλιστές, ειδικά στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Υπό την ηγεσία δεξιών πολιτικών δυνάμεων χρηματοδοτούμενων από τον αμερικανικό και τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, η Κροατία, η Σλοβενία και η Μακεδονία είχαν ήδη αποχωρήσει από τη Γιουγκοσλαβία το 1991. Τον Απρίλη του 1992, οι ΗΠΑ αναγνώρισαν επισήμως τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ως ανεξάρτητο κράτος. Φυσικά, η ανεξαρτησία στην πραγματικότητα σήμαινε ότι γίνονταν νέο-αποικίες – «ανεξαρτησία» από τη Γιουγκοσλαβία ήταν στην πραγματικότητα η υποδούλωση στη Δύση.

Η Γιουγκοσλαβία αποτελούταν πλέον από μόλις δύο δημοκρατίες: τη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Ακόμα και αυτή η επιβίωση της Γιουγκοσλαβίας ήταν κάτι που οι ιμπεριαλιστές δεν ανέχονταν. Υπό την ηγεσία μιας φασιστικής ομάδας με την ονομασία «Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου», διαμορφώθηκε ένα αποσχιστικό κίνημα στο Κόσοβο, μία αυτόνομη επαρχία της Σερβίας.

Οι Αμερικανοί και Γερμανοί ιμπεριαλιστές, που πάντοτε υποστήριζαν δεξιά αποσχιστικά κινήματα, έθεσαν ένα τελεσίγραφο στη Γιουγκοσλαβία στο Rambouillet της Γαλλίας. Είτε η Γιουγκοσλαβία θα επέτρεπε την ελεύθερη πρόσβαση του ΝΑΤΟ σε όλες τις περιοχές της (και όχι μόνο στο Κόσοβο) είτε θα βομβαρδιζόταν. Όταν οι Γιουγκοσλάβοι, υπό την ηγεσία του Slobodan Milosevic, αρνήθηκαν να υποταχτούν, άρχισαν οι βομβαρδισμοί.

Για 78 μέρες τα αεροπλάνα του ΝΑΤΟ  πραγματοποίησαν 35.000 βομβαρδιστικές επιχειρήσεις εναντίον 200 πόλεων και χωριών. Οι στόχοι περιελάμβαναν πολυκατοικίες, σχολεία, νοσοκομεία, εργοστάσια και άλλους χώρους εργασίας. Γέφυρες, διυλιστήρια, το δίκτυο ηλεκτροδότησης, την Κινέζικη πρεσβεία, τον τηλεοπτικό σταθμό του Βελιγραδίου, ακόμα και φυλακές και νεκροταφεία χτυπήθηκαν.

ΟΙ βομβαρδισμοί μετέτρεψαν περισσότερο από 1 εκατομμύριο ανθρώπους σε πρόσφυγες. Οι περισσότεροι ήταν Αλβανοί του Κοσόβου, οι ίδιοι άνθρωποι που το ΝΑΤΟ έλεγε ότι ήθελε να προστατεύσει. Πολλοί πρόσφυγες δεν κατάφεραν να επιβιώσουν – το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε τα κομβόι τους. Τουλάχιστον 5.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν, κατά βάση πολίτες.

Η συνεχής καμπάνια διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας εν τέλει κέρδισε. Ο πρόεδρος Milosevic ανατράπηκε από ένα υποστηριζόμενο από το ΝΑΤΟ πραξικόπημα και στη συνέχεια απήχθη και φυλακίστηκε στη Χάγη, που πέθανε αναμένοντας να δικαστεί από τους ιμπεριαλιστές νικητές. Η νέα φιλοαμερικανική κυβέρνηση διέλυσε ό,τι απέμενε από το σοσιαλιστικό σύστημα της Γιουγκοσλαβίας.

Το Κόσοβο, εξακολουθώντας να είναι κατειλημμένο από το ΝΑΤΟ, ανακήρυξε την «ανεξαρτησία» του από τη Σερβία τον Φεβρουάριο του 2008. Ο αμερικανικός στρατός έχει κατασκευάσει το Camp Bondsteel στο Κόσοβο, μία από τις μεγαλύτερες  στρατιωτικές του βάσεις. Το Κόσοβο αποτελεί πλέον ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες σε παγκόσμιο επίπεδο στους τομείς της διακίνησης (trafficking) ανθρώπων και ναρκωτικών. Ο καπιταλισμός έχει αποκατασταθεί σε όλα τα τμήματα της τέως Γιουγκοσλαβίας.

Ο ιμπεριαλισμός βάζει στο στόχαστρο τη Λιβύη

Το 2011, η προσοχή των ιμπεριαλιστών στράφηκε προς τη Λιβύη. Το Λιβυκό κράτος είχε υλοποιήσει ορισμένες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, αξιοποιώντας τον πλούτο της χώρας σε πετρέλαιο και δημιουργώντας έτσι ένα είδος «κοινωνικού κράτους». Πριν από το 1969 η εκπαίδευση ήταν ένα αδύνατο όνειρο για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Την περίοδο των νατοϊκών βομβαρδισμών, ο αναλφαβητισμός στη νεολαία ήταν πλέον μόλις 1%. Υπό τον Καντάφι η κυβέρνηση επένδυε μεγάλα χρηματικά ποσά στην υγεία, με αποτέλεσμα η δημόσια υγεία να φτάσει σε εξαιρετικά επίπεδα. Ανάμεσα στο 1980 και το 2000, το προσδόκιμο ζωής της Λιβύης ανέβηκε κατά 20 χρόνια. Οι Λίβυοι είχαν ένα προσδόκιμο ζωής τα 77 χρόνια. Η παιδική θνησιμότητα είχε ελαττωθεί στις 25 ανά χίλιες γεννήσεις.

Υπό την ηγεσία του Καντάφι, η Λιβύη είχε μία σταθερή πολιτική υποστήριξης εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του κόσμου, μεταξύ αυτών τον Παλαιστινιακό αγώνα ή ακόμα και τον αντι-αποικιακό αγώνα του IRA. Ο Καντάφι υποστήριζε ένθερμα και υλικά τον αγώνα ενάντια στο Απάρτχάιντ της Νότιας Αφρικής.

Έπειτα από την ανατροπή της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλιστικού μπλοκ, η Λιβύη απομονώθηκε διπλωματικά, και υιοθέτησε μια παρόμοια πολιτική με άλλα εθνικιστικά κράτη, επιδιώκοντας μια επαναπροσέγγιση με τον ιμπεριαλισμό. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ως ένα αναγκαίο βήμα με σκοπό την αυτοπροστασία, ούτως ώστε να μειωθούν οι απειλές εναντίον της και να καταφέρει να ενσωματωθεί στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Παρότι βέβαια εγκατέλειψε το πυρηνικό της πρόγραμμα και εμβάθυνε τους οικονομικούς και τους «αντι-τρομοκρατικούς» της δεσμούς με τη Δύση, ο Καντάφι συνέχισε, ωστόσο, να κατευθύνει τη Λιβύη και την Αφρική προς μία περιφερειακή ολοκλήρωση σε ανεξάρτητη βάση.

Μολονότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέχτηκαν τον Καντάφι και συνεργάστηκαν μαζί του μέσα σε αυτές τις συνθήκες για χρόνια, μόλις τον Φεβρουάριο του 2011 δόθηκε η ευκαιρία του πραξικοπήματος, όταν εμφανίστηκαν υπολογίσιμες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις σε μερικές πόλεις, με σημαντικότερη τη Βεγγάζη της Ανατολικής Λιβύης. Έπειτα από μία σύντομη περίοδο διαδηλώσεων στη Βεγγάζη και άλλες πόλεις, τμήματα της στρατιωτικής ηγεσίας εγκατέλειψαν τον Καντάφι και ενσωματώθηκαν στην αντιπολίτευση.

Ενάντια στον Καντάφι συγκροτήθηκε μία συμμαχία ανάμεσα στη φιλοδυτική ελίτ, ορισμένες ισλαμικές ομάδες, όπως επίσης και έναν γαλαξία φυλετικών τοπικών πολιτοφυλακών. Η λιβυκή κυβέρνηση γρήγορα επανέκτησε την πρωτοβουλία των κινήσεων στρατιωτικά. Στις 17 Μαρτίου οι Ηνωμένες Πολιτείες από κοινού με τους ιμπεριαλιστές συνεργάτες τους, αποσκοπώντας να εμποδίσουν την τελειωτική ήττα των ανταρτών, πέρασαν το Ψήφισμα 1973 στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το ψήφισμα επέτρεπε την επιβολή «No fly zone», δήθεν για την υπεράσπιση των πολιτών. Στην πράξη, το ΝΑΤΟ αξιοποίησε το ψήφισμα για να υλοποιήσει το σχέδιο της αλλαγής του καθεστώτος.

Καθώς, ωστόσο, οι αντάρτες αποδείχθηκαν παντελώς ανεπαρκείς στο να έχουν το όποιο στρατιωτικό όφελος ακόμα και με αεροπορική συνδρομή, το ΝΑΤΟ τελικά εγκατέλειψε κάθε πρόσχημα και λειτούργησε με αποκλειστικό σκοπό την πτώση της κυβέρνησης του Καντάφι. Το ΝΑΤΟ ανέλαβε τη διοίκηση όλων των επιχειρήσεων και οι αντάρτες έγιναν το πεζικό του ΝΑΤΟ. Είναι ,επίσης, σημαντικό να αναφέρουμε ότι η Γαλλία – η οποία υποστήριζε πολύ πιο επιθετικά την επέμβαση συγκριτικά με την Ουάσινγκτον στην αρχή – σε εκείνη τη φάση έριξε την ιδέα ενός διπλωματικού διακανονισμού της αντιπαράθεσης. Το ΝΑΤΟ, διευθυνόμενο από το Πεντάγωνο, δεν ήθελε να το συζητήσει. Εφόσον η Αυτοκρατορία είχε διακηρύξει ότι η κυβέρνηση έπρεπε να πέσει, ήταν αδιανόητο το να επιβιώσει.

Μετά από πολλούς μήνες κυρώσεων, βομβαρδισμών, και σαμποτάζ, το ΝΑΤΟ κατάφερε εν τέλει να ρίξει την κυβέρνηση, και η Τρίπολη έπεσε. Στις 18 Οκτωβρίου, η Υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον ήταν στην Λιβύη και απηύθυνε κάλεσμα για σύλληψη και δολοφονία του Καντάφι. Έπειτα από δύο μέρες, οι αντάρτες το πραγματοποίησαν.

Σύμφωνα με τους New York Times, «Οι ξένοι πετρελαϊκοί γίγαντες, μεταξύ αυτών οι αμερικανικές επιχειρήσεις Marathon και Hess, σαφέστατα θέλουν να είναι στη Λιβύη και το κυνήγι νέων ευκαιριών για διάνοιξη νέων πετρελαιοπηγών υπό επωφελείς συνθήκες έχει ήδη ξεκινήσει». Οι εταιρείες Halliburton και Baker Hughes έχουν ήδη λάβει μέρος στο οικονομικό πάρτι της ανοικοδόμησης. Η Λιβύη είχε αναμορφώσει ριζικά τον πολιτικό και οικονομικό προσανατολισμό της, ούτως ώστε να βγει από τη λίστα των χωρών, στις οποίες ο ιμπεριαλισμός σκοπεύει να επέμβει, και πράγματι κατά τη διάρκεια των προεδριών του Bush και του Obama η Λιβύη δεν ήταν ο πρώτος στόχος. Αλλά η εσωτερική λογική της Αυτοκρατορίας αναδύθηκε ξανά ως ο καθοριστικός τελικά παράγοντας. Όταν η ίδια η πάλη στη Λιβύη παρουσίασε μια ευκαιρία για αντεπανάσταση, με την ανάδειξη τοπικών δυνάμεων που πρόσφεραν τον εαυτό τους ως πιο αξιόπιστοι κυβερνήτες, αυτό εξαπέλυσε την οργανική τάση του ιμπεριαλισμού να υποστηρίζει αντεπαναστατικές δυνάμεις. Αντιμέτωπη με μια μικρή χώρα που δεν θα μπορούσε να ανταποδώσει τα χτυπήματα, σε έναν μονοπολικό κόσμο που δεν υπήρχε κανείς να τη σταματήσει, η αμερικανική ελίτ είδε πολλαπλά πιθανά οφέλη χωρίς πραγματικό κόστος και αποφάσισε να διεξάγει τον πόλεμό της.

Όπως και στο Ιράκ, οι αμερικανικοί και οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί της Λιβύης κατάφεραν να ρίξουν άλλο ένα εθνικιστικό και ανεξάρτητο κράτος που γεννήθηκε μέσα από τις αντι-αποικιακές επαναστάσεις της Ψυχροπολεμικής περιόδου. Όπως όμως με το Ιράκ, δεν κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν ένα σταθερό κράτος-λακέ. Η Λιβύη σήμερα είναι ένα «αποτυχημένο κράτος», στο οποίο διάφορες πολιτοφυλακές πολεμούν για τον έλεγχο σε διάφορα σημεία της χώρας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s