Για τις εκλογές και την περίοδο

Κ.Μαραγκός για το Avantgarde

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στις 26/5 και 2/6 διεξάγονται σε μια κατάσταση άτακτης υποχώρησης του ταξικού κινήματος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ο ταξικός συσχετισμός που διαμορφώθηκε ύστερα από τις χαμένες μάχες που ακολούθησαν την οικονομική κρίση του 2008 είναι προϊόν της ήττας του κινήματος και της αδυναμίας του να αναχαιτίσει την άγρια καπιταλιστική επίθεση που δέχθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Αφού το κίνημα ηττήθηκε στο δρόμο εναπόθεσε τις τελευταίες του ελπίδες στις κάλπες και στην αριστερά των Συριζα, Ποδέμος μήπως μπει έστω και έτσι ένα φρένο στην εν εξελίξει αστική αντιεξέγερση. Η εκλογική νίκη του Σύριζα αν και αρχικά αναπτέρωσε τις ελπίδες -όχι μόνο στην Ελλάδα- για μια κάποια διάσωση του «κοινωνικού συμβολαίου» στην Ευρώπη, κατέληξε μια ακόμα τραγική ματαίωση των προσδοκιών μιας μέσης λύσης στον κοινωνικό ανταγωνισμό. Η διάψευση του Σύριζα και η απογοήτευση που ακολούθησε συμπαρέσυρε μαζί της ολόκληρη την νεορεφορμιστική αριστερά των φόρουμ, των ανασυνθέσεων, των αγανακτισμένων και γενικώς των νοσταλγών της ταξικής συνενόησης και του εξανθρωπισμού του καπιταλισμού, η οποία πλέον ψάχνει καταφύγιο στην αγκαλιά  της σοσιαλδημοκρατίας του SPD, του PSOE και του Κόρμπιν.

Μπορεί στην Ελλάδα η πέραν του Σύριζα αριστερά να παραμένει ακόμα μια υπαρκτή και υπολογίσιμη δύναμη, αλλά δυστυχώς στην Ευρώπη τα πράγματα προς το παρόν είναι πολύ χειρότερα, δεδομένου ότι η υπαρκτή αριστερά της Ευρώπης είναι η ξεδοντιασμένη αριστερά που αντιπροσωπεύει στα καθ’ ημάς ο Σύριζα. Αυτό είναι κάτι που όσοι αντιμετωπίζουν την  πραγματικότητα από μια διεθνή και όχι επαρχιώτικη οπτική, πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη, αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για τον πραγματικό ταξικό συσχετισμό και όχι για τις επιθυμίες μας.

Η κατάσταση της αριστεράς δεν μπορεί να είναι άσχετη  με την κατάσταση του ταξικού κινήματος. Κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν έλεγε ένα παλιό ρητό, έστω κι αν αυτό μπαίνει υπό αναίρεση τη στιγμή που οι «από κάτω» αμφισβητούν εμπράκτως την καπιταλιστική κανονικότητα και τους όρους διαβίωσής τους. Στην αριστερά της αριστεράς ήταν και συνεχίζει (μέχρι πότε άραγε;) να είναι δημοφιλής η άποψη ότι μετά την «προδοσία» του ρεφορμισμού ο κόσμος θα στραφεί ακόμα πιο αριστερά στις «γνήσιες» επαναστατικές και ταξικές δυνάμεις του κινήματος. Στο σκεπτικό αυτό η εργατική τάξη είναι κουρδισμένη για την ταξική σύγκρουση αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο παρασύρεται διαρκώς από τις ρεφορμιστικές αυταπάτες και τα «ψευτοδιλήμματα», τα οποία μπαίνουν εμπόδιο στην ριζοσπαστικοποίησή της…  αλλά μόλις αποκαλυφθεί ο «προδοτικός ρόλος» του ρεφορμισμού που τα έχει βρει με την αστική τάξη τότε θα βρει το δρόμο της. Και ενώ αυτή η αριστερά επιμένει με μανία σε αυτό το αφήγημα η πραγματικότητα την διαψεύδει με πάταγο. Δυστυχώς τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα από τις απλοϊκές σκέψεις που αδυνατούν όχι μόνο να δώσουν μια νέα προοπτική στο ταξικό κίνημα, αλλά ακόμα χειρότερα να δώσουν μια σοβαρή εξήγηση για την αδυναμία του να σταθεί με αξιοπρέπεια στην αρένα. Και μιας και μιλάμε για εκλογές η αριστερά αυτή δυστυχώς θα υποστεί τις συνέπειες της μυωπίας της και στις κάλπες παρά τις προσδοκίες ότι κάτι τοις θα μαζέψει από τα ψίχουλα της απογοήτευσης που θα πέσουν από το τραπέζι της κυβερνώσας «πρώτη φορά» αριστεράς.

Οι εκλογές δεν διαμορφώνουν τον ταξικό συσχετισμό, απλώς τον αποτυπώνουν. Ακόμα και όταν τις σπάνιες φορές που βγάζουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θα επιθυμούσε η αστική αντίδραση, για να λυθεί η παρεξήγηση με άλλα μέσα (Φράνκο, Πινοσέτ κοκ). Ακόμα κι έτσι όμως δεν αλλάζει η αρχική διαπίστωση. Για την αστική τάξη αποτελούν ένα ασφαλές τελετουργικό λαϊκής νομιμοποίησης μιας εξουσίας που έτσι κι αλλιώς υφίσταται με ή χωρίς τις εκλογές. Οι εκάστοτε διαχειριστές δεν αποφασίζουν, ούτε και μπορούν άλλωστε, για την ύπαρξη της αστικής τάξης η οποία έχοντας στην ιδιοκτησία της τα μέσα παραγωγής μπορεί και ελέγχει όλες τις πτυχές που αφορούν την πολιτική διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Άλλωστε ο ταξικός συσχετισμός δεν διαμεσολαβείται πάντα από το «ουδέτερο» ταξικά κράτος,  αφού το κεφάλαιο έχει τη δύναμη να τον διαμορφώνει «εξωθεσμικά» και αδιαμεσολάβητα ως ο ισχυρός παίχτης του κοινωνικού ανταγωνισμού ή έστω της κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Επιπλέον το κράτος δεν είναι η εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά ένας μόνιμος μηχανισμός, (σύνταγμα/νόμοι, δικαστική εξουσία που νομολογεί και κρίνει τα νομοθετήματα της βουλής, στρατός, αστυνομία, και πολιτειακοί θεσμοί που ενίοτε παρεμβαίνουν στις κρίσιμες στιγμές – οι πιο παλιοί θυμούνται) που υπάρχει για να υπερασπίζεται τις κυρίαρχες ταξικές σχέσεις και ένα ολόκληρο εποικοδόμημα που τις αναπαράγει και υψώνεται πάνω σε αυτές ταυτιζόμενο με τα συμφέροντα όχι μόνο της άρχουσας τάξης αλλά του ίδιου του συστήματος. Είναι προφανές ότι όσοι ασχολούνται με τα κοινά έχουν γνώση όλων αυτών εκτός αν πρόκειται για αστοιχείωτους και απατεώνες.

Το να γίνεις πρωθυπουργός ή δήμαρχος σε μια δυτική αστική δημοκρατία είναι σαν να γίνεσαι διαχειριστής σε μια πολυκατοικία ή πρόεδρος σε μια ΠΑΕ που ο μεγαλομέτοχος είναι ο Μαρινάκης ή ο Βαρδινογιάννης. Προφανώς μπορεί κανείς σαν δήμαρχος να κάνει χρηστή διαχείριση, να μην χωθεί με τη μούρη στο μέλι, να μην λειτουργεί ως κατσαπλιάς, αλλά μέχρι εκεί. Ένας τέτοιος μάλιστα διαχειριστής σε στιγμές δυσπραγίας είναι ότι πρέπει για να συμμαζευτεί κάπως το μαγαζί. Να αποκατασταθεί η αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού στους υποτελείς, «να μπει και κάποιος φυλακή» μπας και ξεπλυθούν οι υπόλοιποι. Αλλά τα πραγματικά αφεντικά θα παραμένουν στη θέση τους. Και κανείς δεν μπορεί να τους ξεκουνίσει από κει παρά μόνο με κλωτσιές.

Αυτό είναι το δράμα του ρεφορμισμού. Όχι ότι προδίδει κάτι, αλλά ότι προσπαθεί μάταια να πείσει άπαντες ότι υπάρχει μια μέση λύση. Ότι θα υποχρεώσει δήθεν την αστική τάξη να μοιραστεί την εξουσία της, έστω στο κομμάτι εκείνο που αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό. Δηλαδή στο 25% της φανερής οικονομίας. Αλλά και κει τζίφος η υπόθεση. Ακόμα και να θέλεις να μοιράσεις «δικαιότερα» την μικρή αυτή πίτα θα βρεθείς μπροστά στο Σύνταγμα, στους νόμους του κράτους, στους δικαστές, στους ίδιους τους καπιταλιστές και την αυλή τους που θα βαράνε τις κατσαρόλες απειλώντας με λοκ άουτ (κι αυτοί κάνουν απεργίες με γραβάτες και μαγκούρες), στους μπράβους τους, στους χουλιγκάνους του Μελισανίδη και του Μαρινάκη, στους ρασοφόρους και το ποίμνιό τους, στο στρατό και τους μπάτσους που θα λένε και θα κάνουν τα δικά τους, στον αρχιτραπεζίτη που είναι πλέον ανεξάρτητη αρχή, αλλά και την ΑΑΔΕ επίσης ανεξάρτητη και φυσικά στις διεθνείς δεσμεύσεις του μνημονίου, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και βεβαίως στις ιστορικές μυθοπλασίες του έθνους. Όποτε παρ’ το αυγό και κούρευτο. Ως εκ τούτου το ρητό «αν οι εκλογές άλλαζαν το σύστημα θα  ήταν παράνομες» διατηρεί απόλυτα την ισχύ του.

Η «πρώτη φορά αριστερά» και η κατάρρευση των αντιμνημονιακών προσδοκιών

Η άνοδος του Σύριζα στην κυβέρνηση στις αρχές του 2015 ήρθε σε μια περίοδο που το κίνημα είχε αποσυρθεί προ πολλού (ήδη από το Φλεβάρη του 2012) από τους δρόμους. Στο μεσοδιάστημα αυτό ο Σύριζα είχε δώσει με πολλαπλούς τρόπους τα διαπιστευτήριά του ότι δεν θα τραβήξει τη διαπραγμάτευση που υποσχόταν στα άκρα διαλαλώντας ταυτόχρονα ότι θα τηρήσει τις προηγούμενες δεσμεύσεις όσο αυτές τουλάχιστον είναι σε ισχύ. Ταυτόχρονα φρόντιζε να κρατάει ζωντανές τις ελπίδες για μια επιστροφή στην προμνημονιακή κανονικότητα. Όπως και να χει η προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα στα διαπιστευτήρια στα πραγματικά αφεντικά στης χώρας και της Ευρώπης και στις λαϊκές προσδοκίες δεν είναι γενικώς μια εύκολη υπόθεση. Πάντα υπάρχει ένα περιθώριο ατυχήματος. Όπως και να χει ο Σύριζα δεν ήταν μια επιλογή του συστήματος κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον γιατί η καλλιέργεια αυταπατών μπορεί να εξιτάρει εκ νέου το πόπολο και δεύτερον γιατί το στελεχικό δυναμικό κομμάτων σαν το Σύριζα δεν προέρχονται από τα σπλάχνα της αστικής τάξης και του κολεγίου Αθηνών. Και όλα αυτά δεν είναι καθόλου δευτερεύοντα ζητηματάκια. Παρόλα αυτά η αστική τάξη θα ανεχόταν έναν ξεδοντιασμένο Σύριζα στην κυβέρνηση αρκεί φυσικά να κάνει έστω και με καρπαζιές τη δουλειά της. Έτσι κι έγινε.

Ο αντιφατικός λόγος του Σύριζα είναι ίδιον του ρεφορμισμού και όλων όσων φαντασιώνονται μια «επωφελή» ταξική συνεργασία. Η πέραν του Σύριζα αριστερά αντί να βλέπει την αντιφατική ουσία του ρεφορμισμού το έριξε στις ηθικολογίες κατηγορώντας τον Τσίπρα και τον εναπομείναν Σύριζα (που είναι το 90% του προηγούμενου «καλού» Σύριζα) ως ψεύτη, προδότη και απατεώνα. Η αντιμετώπιση αυτή όχι μόνο είναι λάθος αλλά και εκ του πονηρού. Είναι λάθος γιατί ο Σύριζα εξ αρχής ήταν αντιφατικός. Πουθενά δεν είχε υποσχεθεί μια επαναστατική ρήξη, πολιτευόμενος πάντα με μισόλογα και έτσι κι αλλιώς και αλλιώτικα προσπαθώντας να ικανοποιήσει τους πάντες. Ε λοιπόν αυτό εξ αρχής ήταν ανέφικτο. Το να ζητάει οποιοσδήποτε εκ των υστέρων τα ρέστα από τον Τσίπρα είναι σαν να πιστεύει ότι ο προκυβερνητικός λόγος του Σύριζα ήταν ξεκάθαρος. Εμ δεν ήταν, αυτό είναι το ζήτημα. Και σε αυτό βολεύονταν όσοι παρίσταναν τους συνδιαμορφωτές του. Τώρα φυσικά έχουν κάθε λόγο να παριστάνουν τους/τις  απατημένους-ες συζύγους αλλά γι’ αυτό δεν τους φταίει ο Τσίπρας. Ο Σύριζα είχε ένα νόημα ως εργαλείο μόνο και μόνο για να τον ρίξεις πάνω στον αντίπαλο μπας και στη συνέχεια μπορέσεις να του επιτεθείς. Η πραγματική σύγκρουση θα ξεκίναγε μετά την πρόσκρουση και φυσικά δεν θα μπορούσε να έχει σαν πρωταγωνιστή τον Τσίπρα και το επιτελείο του αλλά δυνάμεις που θα το είχαν πάρει απόφαση να συγκρουστούν μέχρι τέλος, όχι μόνο με τα μνημόνια αλλά με την αστική τάξη και το κράτος. Εκτός κι αν θεωρούσε κανείς ότι τα μνημόνια θα μπορούσαν να «καταργηθούν» χωρίς μια τέτοια σύγκρουση. Αν είναι έτσι τότε δικαιολογείται το μένος της απατημένης αριστεράς για τον «προδότη» Τσίπρα. Μάλλον πίστευαν και συνεχίζουν να πιστεύουν παρά την εμπειρία τους στην κυβέρνηση από Γενάρη μέχρι Ιούνη του 2015 (γιατί κι αυτοί που λένε για προδότες πχ Λαφαζάνης, Κωσταντοπούλου κλπ εκεί ήταν) ότι μπορούσαν να καταργήσουν τα μνημόνια χωρίς να συγκρουστούν με την ντόπια αστική τάξη και το βαθύ κράτος. Αλλά εδώ κάνουν την πάπια για να συνεχίζουν το τροπάρι για τους προδότες μόνο και μόνο για να μην γίνει ποτέ η πραγματική κουβέντα, αλλά και να συνεχίσουν οι ίδιοι να παραμυθιάζουν τον κόσμο ότι μπορεί να υπάρχει μια επωφελή λύση σαν αυτή που πλάσαρε ο Σύριζα αρκεί να είναι κανείς τίμιος και ανυποχώρητος ρεφορμιστής.

Όμως στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και η υπόλοιπη αριστερά που δεν ενσωματώθηκε ποτέ στο Σύριζα. Το μεν ΚΚΕ όλη αυτή την περίοδό απέφυγε συστηματικά να πάρει ενεργό μέρος στη σύγκρουση με τους Σαμαροβενιζέλους παρακολουθώντας από απόσταση ασφάλειας τα γεγονότα. Ενώ πάντα στις οριακές στιγμές είχε κάτι να πει για «τον τυχοδιωκτισμό της ρήξης με την ΕΕ, με τους δανειστές και με το ευρώ που θα οδηγούσε σίγουρα στη χρεοκοπία και σε ακόμα χειρότερες μέρες για το λαό». Από την άλλη δυνάμεις όπως η Ανταρσύα  πολιτεύτηκαν πάντα σαν ουραγός των αγανακτισμένων γλείφοντας τις αυταπάτες του σιντριβανιού ενώ ποτέ δεν σκέφτηκαν ότι το επιτελείο μιας επαναστατικής ρήξης δεν μπορεί να είναι το 5μελές συντονιστικό πρωτοβάθμιων σωματείων, αλλά ένα πολιτικό επιτελείο που μπορεί να έχει καθολική οπτική της σύγκρουσης. Στα γεγονότα μεταξύ 2010-2012 το βασικό ρόλο δεν τον έπαιξαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ακριβώς γιατί δεν επρόκειτο για μια συνδικαλιστική αντιπαράθεση. Ο κόσμος εκείνη την περίοδο αναζητούσε κεντρικές πολιτικές λύσεις και ως εκ τούτου τα εργαλεία του αγώνα δεν ήταν τα συνδικάτα. Έτσι το κίνημα έμεινε ακέφαλο και έρμαιο του κάθε τυχοδιώκτη να ψωνίζει ανενόχλητο από την διάχυτη και μπουρδουκλωμένη αγανάκτηση.

Όταν ξεκινάει η σύγκρουση τελειώνει η προπαγάνδα. Ο σκοπός εκείνη την ώρα δεν είναι πειστούν τα πλήθη που βρίσκονται στο δρόμο, αλλά η οργανωμένη πρωτοπορία να αναλάβει δράση υλοποιώντας το δικό της σχέδιο παρέμβασης όχι στον κόσμο γενικώς αλλά στην καρδιά του προβλήματος. Η αριστερά αυτή ποτέ δεν προέβαλε τον εαυτό της σαν μέρος της λύσης, πετώντας το μπαλάκι στο «λαό για να πάρει την τύχη στα χέρια του» και αναβάλλοντας διαρκώς τη σύγκρουση για την επόμενη γενική απεργία που μάλλον θα είμαστε περισσότεροι από την προηγούμενη.  Εκεί εξαντλήθηκε η δυναμική των κινητοποιήσεων.

Ο Σύριζα δυνάμωσε σε εκείνη τη φάση όχι μόνο γιατί έγλυφε καλύτερα τις λαϊκές αυταπάτες για επιστροφή την κανονικότητα του μιλένιουμ και των 90’s, αλλά κυρίως γιατί προέβαλε τον εαυτό του σαν κυβερνητική λύση. Τότε ο κόσμος λίγο πριν  τις πρώτες εκλογές του 2012 στράφηκε μαζικά στο Σύριζα. Και στράφηκε μόνο εκλογικά δεδομένου ότι τα οργανωτικά του οφέλη ήταν αμελητέα σε σχέση πάντα με την εκλογική του επιρροή. Η υπόλοιπη αριστερά συνέχιζε να καλεί το λαό να πάρει την τύχη στα χέρια του, αδυνατώντας να εξηγήσει ποιος ακριβώς είναι ο δικός της ρόλος πέραν του να παριστάνει τον τελάλη του λαού. Η αριστερά αυτή ποτέ δεν πίστεψε σε μια αποφασιστική αναμέτρηση και σε αυτό δεν διαφέρει σε τίποτα από τον  Συριζα. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η εκλογική της επιβίωση και η αναπαραγωγή της. Γι’ αυτό και στις εκλογές που είχε απόλυτη σημασία να ηττηθεί το σαμαροβενιζελικό μπλοκ η αριστερά αυτή τις αντιμετώπισε ως μια συνήθη εκλογική αναμέτρηση, όπως ακριβώς αντιμετώπισε και τις προηγούμενες συγκρούσεις στο δρόμο ως μια συνήθη συνδικαλιστική σύγκρουση με βραχίωνα παρέμβασης -όπως και τις προηγούμενες δεκαετίες- τα… πρωτοβάθμια σωματεία.

Κουτοπονηριές εκ των υστέρων

Η πέραν του Σύριζα αριστερά μετά το ξεπουπούλιασμα του Σύριζα προσπαθεί να δικαιώσει εκ των υστέρων την στάση της, κατηγορώντας συλλήβδην όσους ψήφισαν Σύριζα ή «όχι» στο δημοψήφισμα ταυτίζοντάς τους με τον Τσίπρα. Πρόκειται για ρεσιτάλ μικροπρέπειας. Και εξηγούμαστε αμέσως. Εμείς ποτέ δεν καλλιεργήσαμε αυταπάτες για τις μεταφυσικές δυνατότητες του Συριζα να καταργήσει τα μνημόνια, χωρίς να βγει από το ευρώ και συνεχίζοντας να εισπράττει από τη δανειακή σύμβαση με 1,5% επιτόκιο. Ούτε βεβαίως να φύγει η Ελλαδίτσα από το ευρώ και ίσως από την ΕΕ, όπως διαλαλούσαν οι νοσταλγοί της δραχμής, αλλά αυτό να μην απαιτεί τη σύγκρουση με την ντόπια αστική τάξη και την ευρεία αυλή της, γεγονός που η αριστερά της πατρίς και της εξάρτησης ξεχνάει να υπολογίσει στους φαντασιόπληκτους σχεδιασμούς της. Εξ αρχής ξεκαθαρίσαμε ότι δεν έχουμε την παραμικρή αυταπάτη για το σωτήριο έτος του Σύριζα. Αυτό που είπαμε σε όλους τους τόνους είναι ότι ο Σύριζα τη στιγμή των εκλογών είναι το κατάλληλο εργαλείο για να μπερδευτεί το απέναντι επιτελείο, για να ηττηθούν οι σαμαροβενιζέλοι και να μην μας λένε ότι ο κόσμος θέλει τα μνημόνια από το χάος της αριστεράς, ακόμα και για να σκάσει η μπάνκα στον αέρα πριν προλάβει το ντόπιο και διεθνές κατεστημένο να τη σώσει[1]. Δεν είπαμε ποτέ και πουθενά ότι ο Σύριζα θα μας σώσει, ότι θα καταργήσει τα μνημόνια, ότι θα είναι το πρώτο στάδιο σε μια σειρά από άλλα. Μπορεί όλα αυτά να τα φανταζόντουσαν αυτοί που είχαν χωθεί εκεί μέσα και ενίοτε μοιράζονταν και τις κρατικές επιδοτήσεις που τους αναλογούσαν και ως εκ τούτου έπρεπε να διαχειριστούν τις εξαρτήσεις τους. Εμείς δεν είχαμε ποτέ καμία δέσμευση με τον Σύριζα. Το μόνο που μας απασχολούσε είναι με ποιον τρόπο θα γίνει της κακομοίρας μπας και ξεμπλοκάρει το κίνημα, μπας και η αριστερά σκεφτεί ότι ήρθε η ώρα της επίθεσης. Όλα τα άλλα είναι λάσπη και φτηνιάρικες συκοφαντίες και όποιος τις ξεστομίζει είναι κοινός απατεώνας της κακιάς ώρας. Και πολύ περισσότερο είναι δικαιολογίες για να στρέψουν αλλού την κουβέντα. Όχι στο τι δεν έκανε ο Σύριζα λες και είχε υποσχεθεί ο Τσίπρας καμιά σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά στο τι δεν έκαναν αυτοί που την επικαλούνται από το 1973 μέχρι σήμερα. Αυτοί που λένε ότι είναι επαναστάτες αλλά την ώρα της αναμέτρησης κρυβόντουσαν πίσω από τους αγανακτισμένους, το κουφάρι του συντονιστικού πρωτοβάθμιων λες και ήταν καμία απεργιούλα για το μεροκάματο και στο τέλος πίσω από τον Σύριζα που δεν έκανε για πάρτη τους την επανάσταση που όφειλε. Είναι προφανές ότι με αυτές τις μπούρδες κάθε κριτική χάνει την αξιοπιστία της, τουλάχιστον σε ανθρώπους που κρατάνε την επαφή τους με τη λογική σκέψη. Ας μην μιλήσουμε τώρα για διαλεκτική, έστω με την κοινή λογική. Αλλά είπαμε τι ευθύνη έχει αυτή η ΕΠΕ αριστερά; Καμία, αφού την επανάσταση την κάνει ο λαός. Και γιατί δεν την έκανε ο λαός; Μήπως γιατί τον μπέρδεψε ο Σύριζα; Βρε δεν πάτε να τα πουλήσετε αυτά σε κανένα κουτορνίθι.

Μα μπορούσε να γίνει επανάσταση;

Η αλήθεια είναι ότι ένα τέτοιο σενάριο μπορεί να πέρναγε από το μυαλό των απανταχού επαναστατών αλλά εκ των υστέρων μπορεί να πει κανείς ότι ήταν περισσότερο μια επιθυμία παρά μια δυνατότητα. Αν όμως δεν υπήρχε αυτό το σενάριο τότε προς τι οι κατάρες για προδοσίες και άλλα τινά στον επάρατο Τσίπρα και την παρέα του; Σχετικά με ποιο διακύβευμα στοιχειοθετείται μια τέτοια κατηγορία; Ότι δεν κατάργησε τα μνημόνια; Ότι δεν έβγαλε τη χώρα από το ευρώ τη στιγμή που οι δανειστές επέβαλαν τη χρηματοπιστωτική ασφυξία; Ότι δεν προχώρησε σε ρήξη; Ότι δεν ηγήθηκε του εμφυλίου πολέμου; Ποια ακριβώς είναι η κατηγορία; Α ξεχάσαμε, ότι έκανε το ΟΧΙ ΝΑΙ. Καθόλου περίεργο. Το Όχι βγήκε παρά την σχεδόν ομολογημένη επιθυμία του Μαξίμου να κερδίσει το ΝΑΙ και να απαλλαχτεί δια της λαϊκής βούλησης από την περιπέτεια στην οποία είχε εισέλθει το Γενάρη του 2015. Να όμως που η κάλπη έβγαλε ένα ΟΧΙ στο ερώτημα «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσε η τρόικα στο Eurogroup της 25.06.2015;».

Ωστόσο τι θα γινόταν μετά το ΟΧΙ; Ποιος ακριβώς θα το υλοποιούσε; Για όσους κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν το πραγματικό παιχνίδι άρχιζε εκείνη τη στιγμή. Η αγωνία δεν κράτησε περισσότερο από ένα δύο 24ωρα, χωρίς σοβαρές λαϊκές αντιδράσεις. Ο Τσίπρας κάτω από τις φανερές πλέον απειλές του βαθέως κράτους και σύσσωμου του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και αφού πρώτα τα έκανε πάνω του υπέγραψε μετά από 10 μέρες μαζί με τους φιλελέδες του «μένουμε Ευρώπη» τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και τους Ανελ ένα 3ο μνημόνιο. «Μα, μα η λαϊκή βούληση, το δημοψήφισμα μα, μα…» διαμαρτύρονται οι φετιχιστές της κάλπης. Ε να λοιπόν που η αστική τάξη και το βαθύ κράτος αποφάσισαν ότι η λαϊκή βούληση είναι για τα μπάζα. Οπότε τι κάνουμε τώρα; Βρίζουμε τον Τσίπρα για τα επόμενα 20 χρόνια; Αυτό αρκεί; Γιατί η συνεπής αριστερά του ΟΧΙ δεν τολμάει να κάνει τις επόμενες σκέψεις; Εντάξει ο Τσίπρας τα βρήκε με τους σαμαροβενιζέλκους και τους φιλελέδες. Ποιο ήταν το επόμενο βήμα σε αυτό το πραξικόπημα της αστικής αντίδρασης, στο οποίο βεβαίως συναίνεσε ο Τσίπρας; Κανένα. Πολύ απλά δεν υπήρχε κανένα εναλλακτικό σχέδιο. Και αυτό δεν αφορά μόνο τον Τσίπρα που κρύβεται πίσω από τον δυσμενή συσχετισμό και την άρνησή του να ηγηθεί ενός εμφυλίου πολέμου, αλλά και της υπόλοιπης εκλογόπληκτης αριστεράς που επίσης δεν είχε κανένα άλλο σχέδιο για να αντιμετωπίσει το αστικό πραξικόπημα. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Δεν είναι μια απλή κολοτούμπα του Τσίπρα αλλά ένα αστικό πραξικόπημα. Ωστόσο αυτή η αριστερά νομίζει ότι άμα στη θέση του Τσίπρα ήταν ο Λαφαζάνης ή κάποιο 5μελές από κανένα πρωτοβάθμιο σωματείο θα γινόταν τίποτα διαφορετικό. Αλλά κι αυτό το σενάριο είναι για να έχουμε να λέμε. Πρώτον γιατί ο Λαφαζάνης δεν ήθελε να είναι στη θέση του Τσίπρα, αλλά και όταν θα μπορούσε να τον ανατρέψει την ώρα της «προδοσίας» δεν το έκανε, και δεύτερον  γιατί  το πρωτοβάθμιο δεν ενδιαφέρεται να κυβερνήσει αλλά να διαμαρτύρεται και να απαιτεί από τα αφεντικά εις τον αιώνα τον άπαντα να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματά μας.

Η ουσία ήταν ότι κανείς δεν είχε προετοιμαστεί για μια αποφασιστική σύγκρουση με την αστική τάξη και τους μηχανισμούς της. Γιατί περί αυτού πρόκειται. ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Όχι ενάντια στην «ξένη κατοχή» της Μέρκελ και του Σόιμπλε, αγκαλίτσα με τα ντόπια αφεντικά, το στρατό και την αστυνομία. Αλλά ενάντια σε όλους αυτούς μαζί ενάντια στην ντόπια και διεθνή αστική αντεπανάσταση. Εκεί τελειώνουν όλες οι μπούρδες της αγανακτισμένης συνδικιαλιάρικης αριστεράς. Εκεί αποκαλύπτεται όλη η γύμνια της. Γι’ αυτό τα ρίχνει όλα στον Τσίπρα, για να ξεφορτωθεί την δικιά της ανικανότητα να αναλάβει την ευθύνη μιας τέτοιας έκτασης σύγκρουσης. Οι υπεραπλουστεύσεις για το νόημα του ΟΧΙ θα είχαν κάποια ουσία αν ο κόσμος στρεφόταν στη συνέχεια στην αριστερά που έμεινε πιστή στο ΟΧI. Εκεί ακριβώς πόνταρε η τίμια αριστερά του κοινοβουλευτικού κρετινισμού που έμενε πιστή στο ΟΧΙ. Ο επαναστατικός βερμπαλισμός και οι βαριές κατηγορίες στον «προδότη» Τσίπρα αποσκοπούσαν μονάχα σε μια μελλοντική του εκλογική δικαίωση και όχι στο να μετατρέψουν το ΟΧΙ σε μια αποφασιστική σύγκρουση με το στρατόπεδο της αστικής φιλελέδικης αντίδρασης και με ότι συνέπειες θα είχε αυτό.

Αλλά να που ο λαός του Όχι ξαναψήφισε Συριζα αφήνοντας την πιστή σε αυτόν αριστερά στα κρύα του λουτρού. Γιατί άραγε; Μήπως γιατί όλοι καταλάβαιναν ότι την επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος δεν υπήρχε κανένα σχέδιο υλοποίησης του ΟΧΙ;. Ότι οι κάλπες χωρίς μια αποφασιστική δύναμη για να επιβάλει τη θέλησή της, δεν αποφασίζουν για τίποτα. Ότι απλώς μπορεί να εξυπηρετούν για να νομιμοποιήσουν μια πραγματική κίνηση που δίνει διέξοδο. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι καταστρατηγήθηκε η ψήφος. Σιγά τα αυγά. Ας κλάψουν πάνω από τις κάλπες όσοι τις θεωρούν το μαγικό κουτί της κοινωνικής εξέλιξης. Το ΟΧΙ ήταν μια ευκαιρία μόνο αν υπήρχε μια αριστερά έτοιμη να επιτεθεί στο επόμενο λεπτό. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε, το ΟΧΙ το έφαγε η μαρμάγκα. Ας ασχοληθεί με αυτό η αριστερά που επικαλείται την επανάσταση και ας πάψει να κλωθογυρίζει γύρω από ανόητες ηθικοπλαστικές διαπιστώσεις. Αλλά σιγά που θα ασχοληθούμε τώρα με τις δικές μας ανεπάρκειες. Ας τα φορτώσουμε όλα στον Τσίπρα και ας συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάναμε τα τελευταία 45 χρόνια.

Το 2015 ηττήθηκε όλη η αριστερά

Όσο κι αν η υπόλοιπη αριστερά σιχτιρίζει τον Τσίπρα στην πραγματικότητα λούζεται και την αποτυχία του των δικών της αυταπατών. Και μαζί με την αριστερά ηττάται ολόκληρο το κίνημα. Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και 5 χρόνια η ταξική πάλη έχει σχεδόν παγώσει. Πολλοί λένε ότι «αν δεν ήταν ο Σύριζα δεν θα περνάγανε όλα αυτά τα μέτρα». Πρόκειται για ανοησία πρώτου μεγέθους, ακόμα μια υπεκφυγή. Αν είναι έτσι γιατί στην υπόλοιπη Ευρώπη που επικρατεί η μαύρη αντίδραση έχει παγώσει επίσης η ταξική πάλη; Αλλά και εδώ. Ποια ακριβώς ήταν η ταξική πάλη μεταξύ των εκλογών του 2012 και του 2015; Επί κυβερνήσεως Σαμαροβενιζέλου και ολίγον Κουβέλη για να μην ξεχνιόμαστε. Μήπως είχαμε καμία ταξική έξαρση και μας διαφεύγει; Αν αφαιρέσει κανείς τις δυο αποτυχημένες κινητοποιήσεις στη μέση εκπαίδευση με αφορμή τις 3500 διαθεσιμότητες και την αντίστοιχη με το κλείσιμο της ΕΡΤ δεν έμεινε τίποτα άξιο να μνημονευτεί από εκείνη την περίοδο. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις είχαν τελειώσει ήδη από τον Φλεβάρη του 2012 αλλά αυτό είναι κάτι που δεν χωράει στην εξαντλημένη μνήμη της αριστεράς του «παρατεταμένου αγώνα διαρκείας» ακόμα κι αν δεν συμμετέχει κάνεις. «Και σήμερα και αύριο και όσο χρειαστεί, είμαστε όλοι απεργοί» φωνάζει το κολλημένο δισκάκι τα αριστεράς που ζει στις φαντασιώσεις της προδοσίας του Τσίπρα και της αέναης μαζικής κινητοποίησης.

Είναι εύκολο να φταίει για όλα ο Σύριζα, το δύσκολο είναι να δεις τη γυμνή πραγματικότητα χωρίς να το βάλεις στα πόδια. Όμως μακάρι να ήταν μόνο αυτές οι συνέπειες της ήττας.

Το δυστύχημα είναι ότι έρχονται πράγματι τα χειρότερα, αλλά κι αυτό είναι κάτι που η αριστερά της φάρσας αρνείται να δει, όσο δεν λύνει τις εκκρεμότητες της με τον Τσίπρα. Μα υπάρχει κάτι χειρότερο από τον Τσίπρα [;], θα ρωτήσει κάποιο από τα εξαπτέρυγα του «πάρε την υπόθεση στα χέρια σου λαέ». Λογική η απορία. Πώς να υπάρχει «αφού μόνο ο Τσίπρας θα μπορούσε να περάσει αλλά δύο μνημόνια τόσο εύκολα». Έτσι λέει και ο Σκάι προφανώς για να ξεπλύνει τους Σαμαροβενιζέλους από τα δυο μνημόνια. Βεβαίως δεν υπάρχει κανένα 4ο μνημόνιο παρά μόνο το 3ο που ψηφίσαν και οι σαμαροβενιζέλοι παρά που κάνουν τους ξεχασιάριδες. Επιπλέον το 3ο μνημόνιο είναι η επικαιροποίηση των δύο πρώτων αλλά κι αυτό το ξεχνάνε όσοι βολεύονται στο παραμύθι της προδοσίας του Τσίπρα. Αυτά δεν τα λέμε για να απολογηθούμε για τον Συριζα. Δεν μας απασχολεί η υστεροφημία του Σύριζα. Φρόντισε ο ίδιος γι’ αυτό. Απλώς δεν μας πείθει το παραμυθάκι. Το 3ο μνημόνιο ως σύμβαση είναι εφάμιλλο των 2 πρώτων.

Όμως υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Το σοκ που διέλυσε την προηγούμενη κανονικότητα και που προκάλεσε την κοινωνική έκρηξη, δεν προήλθε από το 3ο αλλά κυρίως από το 1ο μνημόνιο και το 2ο που ψηφίστηκε στις 12 Φλεβάρη 2012. Ο αντιμνημονιακός αγώνας είχε ένα νόημα στο βαθμό που η κοινωνία δηλαδή τα κομμάτια της που βγήκαν στο δρόμο αρνούνται να αποδεχτούν ως τετελεσμένη τη νέα πραγματικότητα που έφερναν τα μνημόνια. Εκεί είχαν και νόημα μια σειρά συνθημάτων που λάνσαρε η αριστερά πχ στάση πληρωμών, διαγραφή του χρέους κλπ προκείμενου να δοθεί ένας προσανατολισμός στον κόσμο που βγήκε στο δρόμο.  Βεβαίως η αριστερά αυτή παρέμεινε όπως άλλωστε συνηθίζει δέσμια του οικονομισμού της. Σωστά ναι μεν η στάση πληρωμών ή η διαγραφή, αλλά δεν μας έλεγε σε ποιο πολιτικό έδαφος θα γίνουν πράξη όλα αυτά. Κι αν έλεγε κάτι επιπλέον είναι πάλι οικονομίστικα ματζούνια όπως η δραχμή, ο έξοδος από την ΕΕ και άλλα τέτοια που μπορεί να τα λέει και ο Σαλβίνι και ο Φάρατζ και ο κάθε πυροβολημένος ψεκασμένος σαν τον Καζακη και τον Σώρρα. Πίσω όμως από τα οικονομίστικα μαντζούνια χτίστηκε με ένα πολύ ξεκάθαρο στόχο η ακροδεξιά εναλλακτική, η οποία εμφανίστηκε δυναμικά στις πλατείες τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο, επιβάλλοντας την ελληνική σημαία, και ουρλιάζοντας για τους 300 που πρέπει να πάνε στο Γουδί. Η ακροδεξιά που διέλυσε τις παρελάσεις του 2011 για να στείλει τον «Τζεφρυ» σπίτι του και να επιβάλει τον τεχνοκράτη Παπαδήμο μαζί με τον Στουρνάρα και από την πίσω πόρτα τους σαμαροβενιζέλους στη συνέχεια χτίστηκε μέσα στις κινητοποιήσεις του 1ου μνημονίου. Η αριστερά των «παρατεταμένων από τα κάτω αγώνων» δεν ήθελε να το δει. Μόνο θαύμαζε που «ο κόσμος σηκώθηκε από τους καναπέδες του». Εννοείται ότι δεν συγκρούστηκε με τους έλληνες Γκουαϊδό όπως δεν συγκρούστηκε όταν ο εθνικός κορμός βγήκε στο δρόμο με τις γραβάτες και τις μαγκούρες των δεξιών και ακροδεξιών αγροτών της Κρήτης και της Β. Ελλάδας για να διαμαρτυρηθούν για το «μπολσεβίκικο» ασφαλιστικό του Κατρούγκαλου. Τότε η αριστερά των κινημάτων έτρεξε να ξεπλύνει αυτές τις λευκές κινητοποιήσεις νομίζοντας ότι ο αγώνας ενάντια στα μνημόνια συνεχίζεται. Στην πραγματικότητα όμως το μόνο που ήταν σε εξέλιξη είναι η κινητοποίηση της δεξιάς μικροαστικής σκόνης για το πώς θα είναι η μεταμνημονιακή κανονικότητα στην καπιταλιστική Ελλάδα, βλέποντας την αναταραχή ως ευκαιρία για να τελειώνει με όλες τις εκκρεμότητες της αριστεράς και του προηγούμενου κοινωνικού συμβολαίου που αναγκάστηκαν να υπογράψουν σε μια συνθήκη που ο παγκόσμιος ταξικός συσχετισμός ήταν εντελώς διαφορετικός από σήμερα.

Όποτε τι; Να κρυφτούμε πίσω από τον Σύριζα;

Όχι βέβαια. Όποιος θέλει ας κρυφτεί όπου νομίζει. Εμείς πάντως όχι. Άλλωστε ποτέ δεν κρυφτήκαμε πίσω από τον Σύριζα, ούτε πίσω από τη δραχμούλα, ούτε πίσω από τους αγανακτισμένους και την ακροδεξιά τους πάνω πλατεία, ούτε φυσικά από τους χίπιδες του σιντριβανιού που όποτε ήταν να συγκρουστούμε με τα ΜΑΤ μας φώναζαν να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά και να παραδοθούμε. Αυτό που έχει σημασία για όποιον θέλει να βλέπει την πραγματικότητα όπως είναι και σαν κομμουνιστής να διακρίνει ποια μάχη παίζεται αυτή τη στιγμή και αν ο συσχετισμός που εκπροσωπεί ο Σύριζα είναι ο χειρότερος δυνατός.

Λέμε λοιπόν. Ο αντιμνημονιακός αγώνας έχει πλέον τελειώσει. Η κοινωνία καλώς ή κακώς έχει αποδεχθεί την μνημονιακή πραγματικότητα ως τετελεσμένη και ως εκ τούτου ως μια νέα κανονικότητα. Αυτή είναι λοιπόν η μεταμνημονιακή πραγματικότητα για την οποία μιλάει και ο Τσίπρας. Το να παριστάνει κανείς το εξυπνοπούλι λέγοντας ποια «μεταμνημονιακή» κατάσταση αφού τα μνημόνια είναι εδώ, απλώς συνεχίζει να πολιτεύεται με ηθικολογίες. Προφανώς τα μνημόνια είναι εδώ και οι δεσμεύσεις, αλλά δυστυχώς για μας αυτή είναι η κανονικότητα. Ο κόσμος δεν σοκάρεται πλέον, ζει με αυτά και ως εκ τούτου δεν κινητοποιείται για να τα ανατρέψει. Αν δεν είναι έτσι τότε πως είναι;  Επιπλέον στην ταξική αρένα δεν υπάρχουν μόνο οι «προδότες» του Σύριζα, και από την άλλη το ΚΚΕ και η Ανταρσύα με τη ΛΑΕ. Υπάρχει και η αστική αντεπανάσταση που απεργάζεται το δικό της σχέδιο για τη ζωή μετά τα μνημόνια. Εκκινώντας λοιπόν από την σημερινή ισορροπία στην οποία η «αριστερή κυβέρνηση» έχει αποδεχτεί ως ανυπέρβλητη, μιλώντας μόνο για μια πιο δίκαιη κατανομή των βαρών (εξ ου και μερικά επιδόματα για να χρυσωθεί το χάπι) η αστική αντεπανάσταση ετοιμάζει τη δική της ρεβάνς.

Η ελληνική αντίδραση ακονίζει τα μαχαίρια της, αλλά η πέραν του Συριζα αριστερά πάλι κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Στις απειλές του Μητσοτάκη ότι θα περάσει πάνω από τα κεφάλια μας το μόνο που καταλαβαίνει είναι ότι βοηθάει τον Τσίπρα να επανεκλεγεί. Είναι απίστευτο πόσο αδαής μπορεί να είναι κάνεις και πόσο να εθελοτυφλεί σε αυτό που συμβαίνει μισό μέτρο από το κεφάλι του. Την ίδια αντίδραση άλλωστε είχε αυτή ακριβώς η αριστερά όταν ξέσπασε η κρίση στις αρχές του 2009 και αναπαρήγαγε με την άνεση του ξερολίδη τα άρθρα του Μπογιόπουλου ότι «λεφτά υπάρχουν» και όλα αυτά περί χρέους τα λένε για να περάσουν ακόμα ένα πακέτο λιτότητας[2].  Σιγά που θα χαλάσουμε την ησυχία μας τώρα. Έτσι κάνει και τώρα.

Οι απειλές του Μητσοτάκη δεν είναι απλά το πρόγραμμα της ΝΔ, είναι το σχέδιο της ελληνικής αστικής τάξης που εκνευρίζεται με τις αργοπορίες του Σύριζα. Ως εδώ. Αυτό είναι το μήνυμα της αστικής τάξης. Τα πράγματα έχουν ηρεμήσει, η αριστερά δεν έχει κανένα όραμα να εμπνεύσει το κόσμο, ήρθε η ώρα να επανέλθει το Μαξίμου στους νόμιμους ιδιοκτήτες της. Η αριστερά που ισχυρίζεται ότι δεν έχει ενσωματωθεί στο σύστημα, αντί να εξαντλείται στον ξεδοντιασμένο Τσίπρα καλά θα κάνει να δει από πού θα έρθουν οι επόμενες καρπαζιές, στρέφοντας εκεί τα βέλη της. Εκεί που θα επιτεθεί η αστική τάξη και οι συμμορίες της. Ο Σύριζα είναι μια κυβέρνηση μαριονέτα. Αυτό δεν την απαλλάσσει από τις ευθύνες της. Όπως κάθε τέτοια κυβέρνηση (ταξικής συνεργασίας) εξυπηρετεί τα συμφέροντα της αστικής τάξης και ως εκ τούτου είναι μια αστική κυβέρνηση. Όμως αναγκάζεται να πατάει που και που ένα φρένο για να μπορεί να δικαιολογεί την ύπαρξή της στα λαϊκά στρώματα που κυρίως τον ψηφίσουν έστω κι αν το κάνουν για να μην έρθει μια χειρότερη κυβέρνηση στη θέση του.  Ο Σύριζα περιφέρει το θλιβερό του σαρκίο προσπαθώντας να πείσει την αστική τάξη ότι μπορεί να κυβερνάει χωρίς να θίγονται τα ουσιώδη συμφέροντά της. Στα μουλωχτά της υπόσχεται μια διαρκή ταξική ειρήνη. Σε αντάλλαγμα της ζητάει να δείξει λίγη ελεημοσύνη στους υπηκόους της και να ανεχτεί μερικά επιδόματα στους αναξιοπαθούντες. Ο Σύριζα πλέον είναι το κόμμα ενός δήθεν ήπιου καπιταλισμού που θα γίνει πράξη με τις κουτοπονηριές του Φλαμπουράρη και του Δραγασάκη. Ακριβώς έτσι πολιτεύεται και στο εξωτερικό. «Η Ελλάδα κατακτά ξανά τη διεθνή της αξιοπιστία» περιφανεύεται ο Σύριζα. Αυτό είναι πράγματι αλήθεια. Ο ελληνικός καπιταλισμός διεκδικεί με τις πλάτες των αμερικάνων φυσικά να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανατολική μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Δεν διστάζει να συμμαχήσει με το ρατσιστικό Ισραήλ και με τη δικτατορία της Αιγύπτου για να πιέσουν από κοινού την Τουρκία διεκδικώντας το 90 % της ΑΟΖ στην επίμαχη περιοχή. Τσιμουδιά για το διαρκές έγκλημα της Γάζας. Όλα στο βωμό της αναβάθμισης του ελληνικού καπιταλισμού μπας και βρεθούν τίποτα ψίχουλα για να διασώσει ο Σύριζα το φιλολαϊκό του προφίλ και τη δυνατότητα να κάνει αναδιανεμητική πολιτική υπέρ των αδυνάτων. Απίστευτη υποκρισία. Τα λίγα ψίχουλα σε επιδόματα και η «αξιοπιστία της χώρας στις αγορές» να εξαρτιόνται από την απρόσκοπτη συμμετοχή του ελληνικού κράτους στα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα στην περιοχή, από το ξέπλυμα του Ισραήλ και της χούντας της Αιγύπτου. Αυτό είναι το νέο επιθετικό σχέδιο της ελληνική αστικής τάξης το οποίο ο Σύριζα υπηρετεί με απίστευτη υποκρισία και θράσος.

Και τι απαντάει σε αυτό η πέραν του Συριζα αριστερά πλην ελαχίστων ομολογουμένως εξαιρέσεων. Αντί να καταγγείλει τον ελληνικό εθνικισμό που ο Σύριζα υπηρετεί σαν το σκυλάκι μπας και φάει λιγότερες καρπαζιές και γίνει αρεστός στους νοικοκυραίους, υπερθεματίζει. Ότι ο Σύριζα παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Κύπρο ή ότι βάλλονται από την Τουρκία, ότι γίνεται υποχείριο των αμερικάνων, ότι υποχωρεί  στις πιέσεις του ΝΑΤΟ στο Μακεδονικό, ότι βαθαίνει η εξάρτηση.  Ακόμα και όταν καταγγέλλει τη συμμαχία με το Ισραήλ το κάνει με ένα τρόπο που παρουσιάζει τον ελληνικό καπιταλισμό  όχι ως θύτη του παλαιστινιακού λαού αλλά ως θύμα του Ισραήλ και των αμερικάνων. Και αυτό το κάνει γιατί δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η Ελλάδα δεν έχει χρεοκοπήσει και ότι με τις πλάτες του ΝΑΤΟ από τη μία και την εθνικιστική συσπείρωση από την άλλη η αστική τάξη χτίζει την ολική της επαναφορά στη διεθνή σκακιέρα. Και έτσι κερδίζει την εύνοια των εταίρων της. Όσοι παρουσιάζουν την Ελλάδα ως θύμα καταλήγουν να είναι ο αριστερός μαϊντανός της αστικής ανασυγκρότησης και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης της αστικής τάξης στα πληβειακά στρώματα. Η αστική τάξη υπόσχεται μέσα από την αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού καλύτερες μέρες στους υπηκόους της. Ο Μητσοτάκης με το πιο ξεκάθαρο λόγο σιχτιρίζοντας τα επιδόματα ως εμπόδιο στην αντεπίθεση του ελληνικού κεφαλαίου, και ο Τσίπρας με μισόλογα για ολίγα ψίχουλα κοινωνική ευαισθησίας, ποντάροντας όμως κι αυτός στην ίδια διέξοδο που δεν είναι άλλη από την αναβάθμιση της Ελλάδας στη διεθνή σκακιέρα.

Στη βάση αυτή ο Σύριζα δεν αποτελεί καμία απειλή για την αστική σταθερότητα. Απεναντίας είναι ένα κόμμα που πασχίζει να κερδίσει την εύνοια του συστήματος ως μια αποδεκτή εναλλακτική στη διακυβέρνηση της χώρας με τον ίδιο τρόπο που το ΠΑΣΟΚ ήταν μια εναλλακτική στη ΝΔ. Ως εκ τούτου δεν είναι γραμμή άμυνας στην επερχόμενη επέλαση του ελληνικού κεφαλαίου μέσα και έξω από τη χώρα. Μια επέλαση που για να μην παρεξηγηθούμε είναι πολύ πιθανόν να σκάσει πάνω σε κανένα τοίχο και να γεμίσουμε πάλι αίματα.  Αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος.

Μπροστά στις κάλπες

Παρόλα αυτά είναι διάχυτη μια τάση σε πολύ κόσμο να το ρίξει στο Σύριζα μπας και φράξει έτσι το δρόμο στην επερχόμενη λεηλασία που διακηρύττει ευθέως ο Μητσοτάκης. Και όχι μόνο αυτό. Ο Μητσοτάκης μαζί με το Βορίδη και τον Γεωργιάδη δεν υπόσχεται μόνο λιτότητα και απολύσεις στο δημόσιο. Δεν υπόσχεται μόνο κατάργηση όλων των συλλογικών συμβάσεων  που έχουν απομείνει μαζί με 7ημερη εργασία. Δεν υπόσχεται μόνο την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και μια νέα λεηλασία του δημοσίου από τα κοράκια που έρχονται ξοπίσω του. Ο Μητσοτάκης συνιστά μια ευθεία απειλή για τις οργανώσεις του κινήματος, για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την ολική επαναφορά του κράτους έκτακτης ανάγκης  και την αστυνομική αυθαιρεσία όπως τη ζήσαμε την περίοδο 2009-2014.

Ο Σύριζα έχει προλειάνει το έδαφος καλλιεργώντας την αυταπάτη του εξανθρωπισμού του καπιταλισμού και του εκδημοκρατισμού του κράτους. Πολύ περισσότερο καλλιεργεί την ιδέα ότι μέχρι εκεί μπορούμε. Αυτός ο εφησυχασμός πρέπει να σπάσει. Τα νανουρίσματα του Σύριζα δεν προφυλάσσουν κανέναν από την επίθεση που ετοιμάζει η αστική αντίδραση. Νανουρίσματα άλλωστε που ο Σύριζα θα εκμεταλλευτεί για να κάνει ακόμα μεγαλύτερους τεμενάδες στα πραγματικά αφεντικά της χώρας. Από αυτή την άποψη ο Σύριζα δεν αξίζει καμία υποστήριξη και αυτό το μήνυμα πρέπει να φανεί και στην κάλπη.

Όπως και να χει είμαστε σίγουροι ότι ακόμα κι αν ένας σκεπτόμενος κόσμος χρησιμοποιήσει το ψηφοδέλτιο του Σύριζα για να κόψει το βήχα στον Μητσοτάκη, θα το κάνει χωρίς να δίνει καμία θετική υποστήριξη στην κυβέρνηση και το κόμμα του «ήπιου» καπιταλισμού. Ωστόσο οι κάλπες πολλές φορές όχι μόνο επιβεβαιώνουν έναν υπαρκτό συσχετισμό, αλλά τον κάνουν να φαίνεται ακόμα πιο συντριπτικός. Αυτή τη στιγμή ο Σύριζα δεν ενδιαφέρεται να εκφράσει τον κόσμο της μαχόμενης αριστεράς, ούτε της αριστεράς που βλέπει κάπως μακρύτερα. Εκλιπαρώντας ψάχνει ερείσματα στην αστική τάξη και στα «ανερχόμενα» κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και τα παντρολογήματα με τον Κόκκαλη. Διαρκώς αναφέρεται στα μεσαία στρώματα λέγοντας μάλιστα παραμύθια ότι χτυπήθηκαν περισσότερο από την κρίση. Γλύφει τον ελληνικό εθνικισμό προτείνοντας τον δικό του σχέδιο διαχείρισης στην ανατολική μεσόγειο ως το καλύτερο για την επίτευξη των «εθνικών» στόχων. Ο κόσμος της αριστεράς που δεν ψαρώνει με το Σύριζα που βλέπει ότι λειτουργεί ως ένας θίασος κλόουν της αστικής τάξης πρέπει να νιώσει γερά στα πόδια του. Κι αυτό πρέπει να φανεί στις εκλογές. Δεν θα προτείνουμε κανένα ψηφοδέλτιο. Ας το κάνει ο καθένας όπως νομίζει. Σίγουρα αυτό το μήνυμα δεν βγαίνει με την αποχή ούτε με τα λευκά και τα άκυρα. Μόνο με μια ξεκάθαρη ψήφο στα αριστερά του Σύριζα. Αυτό θα είναι ένα μήνυμα στο κόσμο του Σύριζα ότι η αριστερά δεν τελειώνει με τα «ήπια» μνημόνια, αλλά και ένα μήνυμα στην αστική αντεπανάσταση με ή χωρίς γραβάτες. Είμαστε εδώ και σας περιμένουμε.

[1] Γιατι τρεμουν την κυβερνηση της αριστερας (2012), Στις 25 Γενάρη ΣΥΡΙΖΑ χωρίς αυταπάτες, Καμία ουδετερότητα σε αυτή τη μάχη (2015),

[2] Το ΚΚΕ βρήκε τα λεφτά

2 responses to “Για τις εκλογές και την περίοδο

  1. Να αγιάσει το πληκτρολόγιο του αρθρογράφου! Κείμενο με συνέχεια και συνέπεια θέσεις για όσους/σες ζήσαμε με ένταση τα ζητήματα της ταξικής πάλης ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετια.

    Μου αρέσει!

  2. Aυτο που δεν καταλαβαινω στο κατα τα αλλα εξαιρετικο κειμενο ειναι πως θα γινοταν πραξη η οξυνση της ταξικης παλης την κρισιμη περιοδο μετα το δημοψηφισμα. Φανταζομαι με βιαιες ενεργειες μικρων αποφασισμενων ομαδων. Αλλα πραγματικα δεν νομιζω πως αν γινοταν κατι τετοιο θα ειχε ως αποτελεσμα οι μαζες να ριζοσπαστικοποιηθουν στα αληθεια και να θελησουν να συγκρουστουν με το Κρατος Μαλλον το αποτελεσμα θα ηταν ο ιδιος ο <> λαος που χορευε στο Συνταγμα να θεωρουσε τετοιες ενεργειες προβοκατορικες.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s