Για τα Εξάρχεια, τις μαφίες, το κράτος και το κίνημα

Κ. Μαραγκός για το Avantgarde

Τα παραμύθια των παρατρεχάμενων της εξουσίας

Η δημόσια συζήτηση για τα Εξάρχεια δεν αφορά μονάχα την περιοχή και τους κατοίκους της, αλλά αποτελεί  ένα από τα βασικά θέματα στα δελτία ειδήσεων. Η εικόνα που πλασάρουν σύσσωμα τα ιδιωτικά κιτρινοκάναλα είναι ότι η περιοχή αποτελεί ένα άβατο των αντιεξουσιαστών, της ανομίας και του ναρκεμπορίου. Η καημενούλα η αστυνομία δεν μπορεί να παρέμβει στο «άβατο» είτε για να αποφευχθεί μια αιματοχυσία με τις ένοπλες συμμορίες του, είτε γιατί «η κυβέρνηση των κρυφομπολσεβίκων δεν την αφήνει αφού έχει υπό την προστασία της τους διάφορους ρουβίκωνες». Μπορεί ακόμα να ευθύνονται και οι υπερβολικές δημοκρατικές και ατομικές ελευθερίες που δεν αφήνουν την αστυνομία να χρησιμοποιήσει τα όπλα της για να καταστείλει τους «ένοπλους» συμμορίτες των Εξαρχείων και ίσως γι’ αυτό ο Πάγκαλος εκπροσωπώντας αυτούς, που τα λένε μίλησε για επέμβαση του στρατού στην περιοχή. Στα μάτια των ανήμπορων τηλεθεατών όλα έχουν γίνει ένας αχταρμάς. Αναρχικοί, μαφιόζοι, ληστές, ναρκωτικά, μολότοφ, όλοι είναι ένα και το αυτό με θύματα τους κατοίκους και το κράτος παροπλισμένο από τα «υπερβολικά» δικαιώματα και το χαϊδολόγημα των αναρχικών από τον Σύριζα.

Πρόκειται για ελεεινές τερατολογίες που όσοι τις διαδίδουν βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία. Δίπλα στην κυρίαρχη αυτή εικόνα των τηλεοπτικών δελτίων κολλάνε και διάφορες συνωμοσιολογίες για τους λόγους που συμβαίνουν όλα αυτά. Η πλέον διαδεδομένη είναι ότι στην περιοχή είναι σε εξέλιξη ένα σχέδιο συνειδητής υποβάθμισης με σκοπό το ξεπούλημα των κατοικιών σε διεθνή συμφέροντα (στον Σόρος;)  για την τουριστική της υπερεκμετάλλευση και  ίσως για την εθνική εκκαθάριση των ελλήνων από το κέντρο της Αθήνας και την κατάληψή του από τους ξένους. Αυτά τα ακούγαμε και προς δεκαετίας για τον Αγ. Παντελεήμονα.

Όλα αυτά ωστόσο αφορούν κυρίως την ιδεολογική διαχείριση της κατάστασης στα Εξάρχεια με αποδέκτη φυσικά όχι τους κατοίκους της περιοχής αλλά όλης της χώρας. Όσοι τσουβαλιάζουν αναρχικούς, ναρκωτικά, μολότοφ, μαφίες κλπ μιλώντας ακατάπαυστα για το «άβατο» των Εξαρχείων εξυπηρετούν από μόνοι τους ένα σχέδιο με τον κωδικό ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Αυτή είναι η ατζέντα της άκρας δεξιάς, των φασιστών, του βαθέως κράτους. Καρφί δεν τους καίγεται για τα Εξάρχεια. Αυτό που τους απασχολεί είναι να εμπεδωθεί στην κοινωνία ο φόβος, ο πανικός, να κλειδαμπαρώνονται οι άνθρωποι στο καβούκι τους, να υποπτεύονται ο ένας τον άλλον και να ζητάνε από το πρωί μέχρι το βράδυ περισσότερη αστυνομία. Αυτό είναι το δόγμα όσων σπρώχνουν βήμα-βήμα την κοινωνία σε ακόμα πιο συντηρητικές απόψεις, ωθούν το κράτος να λειτουργεί με μια μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και σε καθεστώς διαρκούς εξαίρεσης για τα «άρρωστα» κομμάτια του πληθυσμού. Η επικέντρωση όλων αυτών στα Εξάρχεια δεν έχει να κάνει με το έγκλημα, αλλά με την ταύτιση του εγκλήματος εν γένει «με τους αναρχικούς και γενικά με τους αριστερούς που προστατεύουν όσους εγκληματούν, είτε γιατί είναι τελικά το ίδιο είτε λόγω της «εμμονής τους στα δημοκρατικά δικαιώματα που πλέον δεν εξασφαλίζουν την ασφάλεια των πολιτών στις νέες συνθήκες της μητροπολιτικής βίας». Με αυτό το αφήγημα η αστική αντεπανάσταση στήνει συσχετισμό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλο τον κόσμο.

Κατά τα άλλα, μόλις μεγεθύνει κανείς στα γεγονότα τότε η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με την καρικατούρα που παρουσιάζουν τα παπαγαλάκια  των δελτίων των 8.

Η κατάσταση χωρίς παρωπίδες

Η πραγματικότητα στα Εξάρχεια είναι όντως αφόρητη. Και γίνεται ακόμα πιο αφόρητη αν συγκριθεί με τους δικούς μας μύθους ή έστω τις προσδοκίες που συνοδεύουν την περιοχή. Τα Εξάρχεια από μια περιοχή ανοιχτή και φιλόξενη στο κίνημα, στον πολιτισμό, στις προοδευτικές και επαναστατικές ιδέες, από γειτονιά αντίστασης στην κρατική καταστολή και τον αυταρχισμό, ανεκτική σε εναλλακτικές κουλτούρες, περήφανη για τους αγώνες της, βρίσκεται πλέον σε ένα αδιέξοδο με όλα τα προηγούμενα χαρακτηριστικά της να έχουν αλλοιωθεί σε βαθμό που να μην θυμίζει σε τίποτα αυτό που πρέσβευε κάποτε.

Τα περιστατικά καταγραμμένων βιασμών ήρθαν να προστεθούν σε δεκάδες βίαιες επιθέσεις ληστειών στις οποίες περαστικοί βρέθηκαν με ένα μαχαίρι στο λαιμό προκειμένου να παραδώσουν ότι είχαν πάνω τους στους ληστές που λυμαίνονται τα στενά της περιοχής. Σε άλλες περιπτώσεις ξυλοκοπήθηκαν γιατί αντέδρασαν στις καγκουριές των τραμπούκων που έχουν κατσικωθεί στην πλατεία και τα γύρω στενά πουλώντας από ναρκωτικά μέχρι νταηλίκι σε όποιον δεν τους γεμίζει το μάτι. Το εμπόριο ναρκωτικών δεν γίνεται καν στα κρυφά. Τα βαποράκια έχοντας χάσει κάθε μέτρο νομίζουν ότι οποιοσδήποτε περνάει από δίπλα τους ψάχνεται για τη δόση του. Παραδίπλα άλλες ομάδες εξειδικεύονται σε ληστείες περαστικών ειδικά όταν η σωματική τους διάπλαση εξασφαλίζει την επίτευξη του στόχου, ενώ αντίστοιχες δράσεις επεκτείνονται σε μικρομάγαζα της περιοχής που ενίοτε τα ληστεύουν αν δεν ενδίδουν σε παροχή υπηρεσιών προστασίας. Στις μεθόδους συμμόρφωσης δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις αντίστοιχες μαφίες που πουλάνε προστασία σε μαγαζιά της νύχτας με σπασίματα ή και πυρπολήσεις.

Είναι προφανές ότι σε αυτό το σκοτεινό κλίμα δεν θα μπορούσαν να λείψουν περιστατικά έμφυλης βίας με αποκορύφωμα τους πρόσφατους βιασμούς το πιθανότερο με δράστες τους ίδιους ακριβώς μαφιόζους που  δρουν ανενόχλητοι και με τη σιγουριά της ατιμωρησίας. Άλλωστε στον κόσμο της νύχτας και του κανιβαλισμού οι σωματικές επιθέσεις είναι μια μέθοδος μύησης και δοκιμασίας των υποψήφιων προς στρατολόγηση  νέων μελών.

Σε αυτή την ελεεινή κατάσταση είναι τουλάχιστον αυταπάτη να πιστεύει οποιοδήποτε κίνημα ότι τα Εξάρχεια όπως είναι αποτελούν κάποιο είδος απελευθερωμένης νησίδας. Μπορεί το κράτος να «υποκρίνεται» την αδυναμία του να ασκήσει την εξουσία του στο «άβατο», ωστόσο η περιοχή είναι πεδίο δράσης του παρακράτους της μαφίας και του οργανωμένου εγκλήματος, υπό την υψηλή ανοχή ως τα όρια της προστασίας του (επίσημου κράτους). Ίσως αυτή η διαπίστωση προκαλεί στεναχώρια σε όσους έχουν βρεθεί κατά καιρούς πίσω από οδοφράγματα, ή έχουν έστω νιώσει μια ορισμένη κινηματική οικειότητα στην ευρύτερη περιοχή, αλλά η εθελοτυφλία δεν πρόκειται να βοηθήσει επ ουδενί στην αναστροφή του κλίματος. Τα Εξάρχεια αλώθηκαν όχι από τα ΜΑΤ, αλλά από την παρακμή, τον εκφυλισμό τη ναρκοκουλτούρα και τελικά τις οργανωμένες μαφίες και τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτό συνέβη ύστερα από μια έντονη κινηματική περίοδο (2008-2012) και έκτοτε από την εμφανή υποχώρηση του κινήματος ιδιαίτερα μετά το 2015.

Αποτέλεσμα εικόνας για εξω οι μαφιες από τα Εξαρχεια

Η σχέση του κράτους με τις μαφίες

Η κατάσταση στα Εξάρχεια σχετίζεται άμεσα με την κρατική ναρκοπολιτική και το σχέδιο να σπρωχτούν οι ναρκοπιάτσες της Αθήνας στην επίμαχη περιοχή. Δυστυχώς η ανεκτικότητα στη ναρκοκουλτούρα άφησε ελεύθερο χώρο στη διεύρυνση της πιάτσας και το χειρότερο στην ευρεία στρατολόγηση νεαρών μεταναστών -όχι μόνο ως χρήστες- αλλά και ως βαποράκια στις συμμορίες διακίνησης που έστηνε συστηματικά η μαφία αυτά τα χρόνια. Τα άτομα αυτά εκμεταλλεύτηκαν την αλληλεγγύη του κινήματος στους πρόσφυγες για ίδιον όφελος εντάσσοντας τον εαυτό τους στην υπηρεσία των ναρκομαφιών στις οποίες φυσικά ηγούνται έλληνες μαφιόζοι που δρουν πολλές φορές υπό την υψηλή προστασία των μηχανισμών του βαθέως κράτους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ναρκοπιάτσες της Αθήνας, όχι μόνο γύρω από την πλατεία Εξαρχείων αλλά και σε άλλα σημεία (Πεδίο Άρεως, πλ. Βάθης, πλ. Θεάτρου, γύρω από τα προπύλαια κι τη Νομική κλπ), λειτουργούν άψογα έξω από το υποτιθέμενο «άβατο» και υπό το άγρυπνο βλέμμα της αστυνομίας. Η αστυνομία έχει γραμμή να μην παρεμποδίζει το εμπόριο ουσιών, ούτε να παρεμβαίνει στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων για οποιοδήποτε ζήτημα, προκειμένου να αναπαράγεται ο μύθος του «άβατου» και του αναρχικού παρακράτους.

Χωρίς αμφιβολία οι μυστικές υπηρεσίες και οι μηχανισμοί καταστολής έχουν τους σχεδιασμούς τους και τα κανάλια επικοινωνίας με το οργανωμένο έγκλημα το οποίο ως γνωστόν αποτελεί από ανέκαθεν δεξαμενή στρατολογίας παρακρατικών, ρουφιάνων και τραμπούκων για τις φασιστικές συμμορίες. Τα αλισβερίσια με τις μαφίες και το παρακράτος είναι υπόθεση των μυστικών υπηρεσιών και γενικώς των μηχανισμών του βαθέως κράτους ή ακόμα και μπάτσων που πολλές φορές δουλεύουν για ίδιο όφελος και το κυριότερο ποτέ δεν ομολογούνται. Η δράση της μαφίας αξιοποιείται από το βαθύ κράτος, αλλά δεν μπορεί να είναι κάτω από την ομπρέλα της αστικής νομιμότητας και της κυρίαρχης προπαγάνδας.

Άλλωστε οι μαφίες που δραστηριοποιούνται στην απαγορευμένη ζώνη της οικονομίας (τράφικινγκ, εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, προστασίες, εκβιασμοί κλπ) έχουν το δικό τους σημείο εκκίνησης και τα δικά τους συμφέροντα ανεξάρτητα αν εφάπτονται ή έρχονται σε σύγκρουση με τις εκάστοτε επιλογές της επίσημης εξουσίας.

“Από τη δεκαετία του 1930 και μετά, χάρη στην απαγόρευση ορισμένων ουσιών που σκοπίμως ομαδοποιούνται υπό τον αδόκιμο και παραπλανητικό όρο «ναρκωτικά», δίπλα στη νόμιμη εξουσία του κράτους αναπτύσσεται η παράνομη εξουσία του οργανωμένου εγκλήματος η οποία δρα άλλοτε ως ανταγωνιστής και άλλοτε ως συνεργός της κρατικής εξουσίας που την κυοφόρησε, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση μιας δυναμικής ισορροπίας ανάμεσά στη νόμιμη εξουσία του κράτους και την παράνομη εξουσία του οργανωμένου εγκλήματος, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής και της μιας και της άλλης, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής… Συνδετικός κρίκος μεταξύ της νόμιμης εξουσίας του κράτους και της παράνομης εξουσίας του οργανωμένου εγκλήματος είναι ένα ενδιάμεσο στρώμα κρατικών υπαλλήλων, κυβερνητικών αξιωματούχων και επαγγελματιών πολιτικών που μισθώνονται από την κρατική εξουσία και εξαγοράζονται από το οργανωμένο έγκλημα. Στην αρμοδιότητα της κρατικής εξουσίας ανήκουν όλες οι γενικές και ειδικές ρυθμίσεις που βρίσκονται εντός των ορίων (ή και στις παρυφές) της νομιμότητας, ενώ στην αρμοδιότητα του οργανωμένου εγκλήματος περιλαμβάνονται όλοι οι τομείς δραστηριοτήτων που περιχαρακώνονται με απαγορευτικές νομοθετικές ρυθμίσεις (πορνεία, τυχερά παιχνίδια, όπλα και, κυρίως, ναρκωτικά). Πεδίο συνεργασίας της κρατικής εξουσίας και του οργανωμένου εγκλήματος αποτελούν όλες αυτές οι δραστηριότητες που βρίσκονται εκτός των ορίων της νομιμότητας και εξυπηρετούν πολιτικούς στόχους… Σ’ αυτό το χώρο, τα όρια μεταξύ νόμιμης και παράνομης εξουσίας γίνονται δυσδιάκριτα και η μία τίθεται στην υπηρεσία της άλλης, με τρόπο ώστε και οι δυο να προσπορίζονται σημαντικά οφέλη σε βάρος της κοινωνίας… Η συνεργασία της κρατικής εξουσίας με το οργανωμένο έγκλημα γέννησε το παρακράτος, έναν ιδιότυπο «θεσμό» που λειτουργεί πέραν των ορίων της νομιμότητας, με καθοδηγητικά όργανα που απαρτίζονται από κρατικούς αξιωματούχους και εκτελεστικά όργανα που στρατολογούνται από τον υπόκοσμο.[…] (Κ.Γρίβας: ΚΡΑΤΟΣ και ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ)

Μια σωστή ανάλυση για τις μαφίες και τη σχέση τους με το κράτος είναι βασική προϋπόθεση για τη χάραξη μιας αποτελεσματικής στρατηγικής εναντίον τους. Όπως και να ‘χει, είτε λειτουργούν κατ’ εντολή των διωκτικών αρχών είτε βρίσκονται σε σύγκρουση μαζί τους οι μαφίες και ο υπόκοσμος που τις συγκροτεί αποτελεί ένα θανάσιμο εχθρό του κινήματος, ακόμα και όταν κλείνουν το μάτι στο κίνημα ιδιαίτερα τη στιγμή που το κράτος ή έστω η επίσημη πτέρυγα του επιλέγει να τους μαζέψει. Ακόμα και τότε δεν αξίζουν καμία υποστήριξη και για κανένα λόγο.

Ο υπόκοσμος χρησιμοποιήθηκε σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα εκεί που το κίνημα απείλησε ευθέως την αστική σταθερότητα ως αποσπάσματα θανάτου προκειμένου να τσακιστούν οι δικές μας οργανώσεις. Στο Μεξικό, στην Κολομβία και στις άλλες χώρες της λατινικής Αμερικής, ακόμα και στην Ιταλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία και παντού η ιστορία μας δίνει άπειρα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ότι η μαφία είναι η εφεδρεία της αστικής αντεπανάστασης.

Αποτέλεσμα εικόνας για εξω οι μαφιες από τα Εξαρχεια

Οι ναρκομαφίες και η αστυνομία

Όσοι λοιπόν καλούν την αστυνομία να μπει στα Εξάρχεια για να καθαρίσει τις μαφίες και την ναρκοπιάτσα απλώς υποκρίνονται και κυρίως αποκρύπτουν τη σχέση του κράτους με τις μαφίες και όλες τις αλληλοεξυπηρετήσεις που τη συνοδεύουν. Τις τελευταίες μέρες η αστυνομία οργανώνει επιχειρήσεις μέσα στα Εξάρχεια προκειμένου να αποδείξει ότι ανακτά τον έλεγχο. Σε αυτές εκκενώθηκαν καταλήψεις μεταναστών σε μερικές από τις οποίες βρέθηκαν κλοπιμαία και ποσότητες ναρκωτικών σύμφωνα με την ίδια την αστυνομία. Ταυτόχρονα πραγματοποιήθηκαν και έρευνες σε σπίτια διακινητών -κάποιοι ελληνικής καταγωγής- στις οποίες βρέθηκαν ποσότητες ναρκωτικών. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτές τις επιχειρήσεις, τόσο για τον στόχο τους (τα ναρκωτικά και οι μαφίες ή προσφυγές και μετανάστες στο σωρό;) όσο και για τις πραγματικές τους προθέσεις. Όχι μόνο γιατί οι σχέσεις του κράτους και της μαφίας είναι αδιαμφισβήτητες, όχι μόνο γιατί η ναρκοπολιτική του κράτους είναι ένα μέσο για να πλουτίζουν οι παρατρεχάμενοί του καθώς και ένα ευρύ πεδίο άσκησης του κατασταλτικού του ρόλου (πολύ έγκλημα=πολλοί μπάτσοι),  αλλά και γιατί τέτοιες επιχειρήσεις προλειάνουν το έδαφος για μια γενικευμένη καταστολή χώρων, στεκιών και καταλήψεων του ανταγωνιστικού κινήματος που είναι σε πόλεμο με τις μαφίες, αλλά η γκεμπελίστικη προπαγάνδα επιμένει να τους ταυτίζει, για προφανείς λόγους. Ακριβώς γι’ αυτό καμία νομιμοποίηση και συναίνεση στις δυνάμεις καταστολής. Ο βασικός σκοπός της αστυνομίας είναι η υπεράσπιση των καπιταλιστικών σχέσεων, και η καταστολή κάθε κοινωνικής και πολιτικής κίνησης που τις αμφισβητεί.

Οι ναρκομαφίες που έχουν εγκατασταθεί πέριξ της πλατείας και μεταξύ Πολυτεχνείου και Στρέφη, εκμεταλλεύτηκαν το «κενό» κράτους, σε μια περίοδο που η παρουσία του αμφισβητήθηκε έντονα από το κίνημα τόσο κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη 2008 και όλων των γεγονότων που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλ. Γρηγορόπουλου, όσο και κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων συγκρούσεων της περιόδου 2010-2012 σε όλο το κέντρο, πολλές φορές όμως με μεγαλύτερη επιμονή στην συγκεκριμένη περιοχή για λόγους που είναι περιττό να αναφέρουμε. Είναι ωστόσο μύθος ότι η αστυνομία αποσύρθηκε από τα Εξάρχεια. Στην περίοδο των σαμαροβενιζέλων τα ΜΑΤ με εκατοντάδες ασφαλίτες στρατοπέδευαν σε όλα τα στενά τις μέρες που αναμένονταν οι μεγάλες αντιμνημονιακές διαδηλώσεις, συλλαμβάνοντας προληπτικά δεκάδες αγωνιστές. Αλλά και αν δεν το έκαναν, τα Εξάρχεια παρέμεναν περικυκλωμένα -μέχρι και σήμερα- με κλούβες άλλοτε περισσότερες και άλλοτε λιγότερες στο Μουσείο, την Ακαδημίας και την Κάνιγγος, στη Χαρ. Τρικούπη ή στη Βουλγαροκτόνου.  Η «απουσία» της αστυνομίας από τα Εξάρχεια είναι μια τακτική προκειμένου να φορτώσει τις ναρκομαφίες που μοιράζουν δηλητήριο μαχαιριές και κανιβαλισμό στο «άβατο», απαξιώνοντας και ακυρώνοντας στο συλλογικό υποσυνείδητο κάθε ιδέα «απόσπασης εδαφών από την κρατική κυριαρχία». Την ίδια στιγμή τα βοθροκάναλα μπορούν να παραμυθιάζουν το ναρκωμένο τηλεκοινό τους για το «άβατο» των Εξαρχείων και για την «κάλυψη» που δίνουν οι αναρχικοί και ο Σύριζα που τους «χαϊδεύει», στους εμπόρους ναρκωτικών, στους ληστές και τους μαφιόζους. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.

Όσο τα Εξάρχεια παραμένουν έρμαιο στα χέρια του μαφιόζικου παρακράτος, απαξιώνεται όχι μόνο το ηθικό κεφάλαιο που τα συνοδεύει, αλλά και το έδαφος πάνω στο οποίο αναπαράγονται, αναπτύσσονται και τελικά υπάρχουν οι πολυποίκιλες διαδικασίες του κινήματος. Έτσι το κράτος μπορεί να κάνει τη δουλειά του απαλλάσσοντας τους ένοπλους φρουρούς τους από τα επιπλέον καθήκοντα που έχουν στην περιοχή. Πολύ περισσότερο όταν το παρακράτος δεν έχει κανένα φραγμό να μαχαιρώνει, να πουλάει θάνατο, να συμβάλει στη συκοφαντία του κινήματος, ακόμα και να απειλεί με τα καλαζνικοφ αγωνιστές, συλλογικότητες και  χώρους του ανταγωνιστικού κινήματος, υποκαθιστώντας επάξια τον κάθε Κορκονέα και τον κάθε Μελίστα, απαλλασσόμενο ταυτόχρονα από τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις μιας άμεσης κρατικής καταστολής.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της εξουσίας δεν είναι να στείλει πάνω στους αντιπάλους της το οργανωμένο «δημοκρατικό» κράτος, για να απολογείται κιόλας, αλλά τα παρακρατικά λουμπένια, τα αποβράσματα που με αντάλλαγμα μια πιάτσα ναρκωτικών κάνουν και όλη την υπόλοιπη βρομοδουλειά. Οι εξελίξεις στα Εξάρχεια αποτελούν πρότυπο της στρατηγικής «πόλεμος στις παράγκες, ειρήνη στα ανάκτορα». Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό απλώς ζει στο μάτριξ του.

Μα δεν είναι οι φτωχοδιαβολοι και οι αποκλεισμένοι;

Βεβαίως, ένα μέρος των ατόμων που «βιοπορίζονται» στα Εξάρχεια είναι τέτοιος κόσμος. Οι γόνοι της καλής κοινωνίας άλλωστε δεν έχουν ανάγκη ούτε να είναι ούτε να παριστάνουν τα βαποράκια.

Γιατί όμως το να είναι κανείς φτωχοδιάβολος, αποκλεισμένος ή κολασμένος, σημαίνει ότι θα γίνονται αποδεκτές οι πράξεις του και οι επιλογές του; Είναι άλλο πράγμα να κατανοούμε γιατί ένα παιδί της εργατικής τάξης ή ένας μετανάστης ξέπεσε στα ναρκωτικά και άλλο να τον βρίσκουμε απέναντί μας σε μια συμμορία που πουλάει το θάνατο και επιτίθεται σε ανήμπορους περαστικούς για να τους ληστέψει ακόμα και να τους βιάσει. Δεν δαιμονοποιούμε τους εξαρτημένους. Απαιτούμε να δοθούν κονδύλια προκειμένου να μπορέσουν να απεξαρτηθούν και να ενταχθούν στην κοινωνία. Στη θέση που βρίσκονται όμως το μόνο που μπορούν να προσφέρουν είναι ο θάνατος, είτε για τον εαυτό τους, είτε για τους άλλους, και μέχρι τότε θα δουλεύουν για τις μαφίες είτε ως καταναλωτές είτε ως ντιλερς. Η στάση τους και όχι το είναι, τους καθιστά αντίπαλους της ζωής και σπόνσορες του θανάτου. Και ένας μπάτσος μπορεί να κατάγεται από μια φτωχή οικογένεια και να διαλέξει τη συγκεκριμένη επαγγελματική αποκατάσταση. Μήπως αυτό αποτελεί κάποιο άλλοθι για την επιλογή του; Και ένας εργάτης μπορεί να αποφασίσει να γίνει ρουφιάνος των αφεντικών και ένας πεινασμένος στην κατοχή να «αναγκάστηκε» να γίνει καταδότης; Μήπως από όλες αυτές τις ανθρωπολογικές αρλούμπες βγαίνει κάποιο ιδιαίτερο καθήκον; Μπας και πρέπει να κάνουμε κανένα ενιαίο μέτωπο μαζί τους;

Ναι αλλά ποιος φταίει που ένα παιδί πέφτει στα ναρκωτικά και μετά γίνεται έρμαιο της μαφίας; Προφανώς μια ταξική κοινωνία που αναπαράγει τον κανιβαλισμό. Μια κοινωνία που στέλνει ότι «περισσεύει» στο θάνατο. Που λειτουργεί μόνο για το κέρδος των αφεντικών. Που θέλει τους από κάτω να τρώγονται αναμεταξύ τους. Και η ναρκοκουλτούρα εξυπηρετεί θαυμάσια αυτό το στόχο. Για να δηλητηριάζει τις γραμμές μας. Πότε να προλάβεις να ασχοληθείς με το σύστημα όταν θα πρέπει να σώσεις τον αδελφό σου, το παιδί σου, τους συγγενείς σου, τους φίλους σου από τη σήψη και το θάνατο;  Και την ίδια στιγμή να σωθείς από τους ίδιους όταν καταστρέφουν τη συνοχή, την αυτοπεποίθηση και την αξιοπρέπεια του κόσμου που παλεύει για την επιβίωση.

Μα είναι οι ίδιοι που κάνουν ληστείες, που επιτίθενται σε περαστικούς ή κάνουν σεξιστικές επιθέσεις σε κοπέλες ή λοατ άτομα; Σε μια κατάσταση που υποχωρεί η συνείδηση και οι αναστολές, που η μαφία νιώθει παντοδύναμη, τότε κάποιοι θα αρπάξουν την ευκαιρία. Μέσα στη γενική σαπίλα ανθίζουν όλα τα μπουμπούκια. Το ζήτημα δεν είναι η ατομική υπόθεση του καθενός. Ως άτομα όλοι έχουν μια τραγική ιστορία. Ακόμα και ένας βιαστής  μπορεί να την έχει. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί τη συμμετοχή του στη μετατροπή μιας περιοχής που για το οργανωμένο κίνημα αποτελεί ζωτικό χώρο, σε ζούγκλα κανιβαλισμού.

Η μαφία έχει μια δική της ιεραρχία. Στο δρόμο δεν θα εμφανιστεί κανένας μεγαλοναρκεμπορος. Στο πάτο θα είναι τα ντιλέρια ίσα που στέκονται όρθιοι. Ενδιάμεσα υπάρχουν οι συνδετικοί κρίκοι. Πολλοί από αυτούς επίσης χρήστες. Αν δεν κάνουν την είσπραξη που πρέπει, θα σπάσουν αυτοκίνητα, θα κλέψουν μηχανάκια, θα ληστέψουν περαστικούς και πάει λέγοντας. Μόνο όσοι εθελοτυφλούν δεν βλέπουν ότι αυτή είναι η σειρά. Όταν κάποιος τους πει να φύγουν από την πλατεία, γιατί το παράκαναν, θα φωνάξουν τους προστάτες τους, ή θα το μάθουν και θα έρθουν να υπερασπιστούν την πιάτσα. Με μια ριπή στο αέρα, κραδαίνοντας πιστόλια, και ενίοτε στοχεύοντας κόσμο που παλεύει για τα Εξάρχεια της αλληλεγγύης, του αγώνα και της ελευθερίας.

Μα είναι και πρόσφυγες εκεί. Θα στοχοποιηθούν κι αυτοί;

Επειδή η αριστερά και η αναρχία έχουν δώσει τον πιο σκληρό αγώνα ενάντια στο ρατσισμό, τους φασίστες, τον αποκλεισμό και τις διακρίσεις κατά των προσφύγων και των μεταναστών, συνάγεται ότι ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας -όπως ο εργάτης ή ο κάθε περιθωριοποιημένος- είναι μια προστατευόμενη ιερά αγελάδα. Όχι λοιπόν δεν είναι! Κάποιοι απογοητευμένοι από το ντόπιο εργατικό κίνημα που έχει «μικροαστικοποιηθεί» και δεν στάθηκε άξιο των προσδοκιών του κομμουνισμού και της αναρχίας (λες και είχε υπογράψει κανένα συμβόλαιο) επένδυσαν τις ελπίδες τους στο παγκόσμιο προλεταριάτο που πέρναγε κατά δεκάδες χιλιάδες τα σύνορα με προορισμό την κεντρική Ευρώπη και κυρίως τη Γερμανία. Βεβαίως οι μετανάστες δεν είχαν ιδέα -όπως και το ντόπιο προλεταριάτο- για το επενδυτικό πλάνο των απανταχού ντόπιων επαναστατών ούτε και έδωσαν καμία ιδιαίτερη σημασία, ακόμα κι αν μερικοί συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η εξέγερση είναι προϊόν των βιωμάτων εκμετάλλευσης και αδικίας που έχει υποστεί κανείς. Ο αγώνας ενάντια στο ρατσισμό, τους φασίστες και το κράτος εξαίρεσης, δεν σημαίνει καμία ιεροποίηση του θύματος. Ούτε αποδοχή των ιδεών του, ούτε η αποδοχή ή μη των δικών μας ιδεών από αυτό. Ο αγώνας είναι δίκαιος ως αυταξία ακόμα κι αν δεν συμμετέχει το θύμα, ακόμα κι αν αδιαφορεί, ακόμα κι αν απλά φωνάζει «Μερκελ-Μέρκελ«, ακόμα και αν γίνεται έστω και από ανάγκη βαποράκι ή κλεφτρόνι. Το ανταγωνιστικό κίνημα δεν έχει καμία ευθύνη για τη συμπεριφορά των θυμάτων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Διατηρεί πλήρως την αυτονομία του, όπως την διατηρεί σύμφωνα με όλους τους ινστρούκτουρες της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου (από το καπέλα της «πρωτοπορίας»), η πολυαγαπημένη του τίμια και αυθεντική κοινωνία τους (που πάντα κάποιοι πονηροί δεν την αφήνουν να πάρει την τύχη στα χέρια της, λέμε τώρα). Ωστόσο όσοι έχουν έτοιμες τις δικαιολογίες για το κοινωνικό υποκείμενο απαιτούν από τις πολιτικές συλλογικότητες (όλων των ειδών «εξουσιαστικές» και μη) όχι μόνο να κατανοήσουν αλλά να καταπιούν τις συμπεριφορές των εκάστοτε ιερών αγελάδων που βιώνουν στο πετσί τους την καταπίεση και ως εκ τούτου επιτρέπεται να πουλάνε ναρκωτικά, να κάνουν φέρμες και να μαχαιρώνουν όποιον δεν κάνουν κέφι.

Ε λοιπόν δεν συμμορφωνόμαστε ούτε αποδεχόμαστε τα καπρίτσια του λουμπεναριού πολύ περισσότερο όταν απειλεί ευθέως αγωνιστές κινήματος. Επαναλαμβάνουμε για όσους παριστάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν. Δεν είναι απλώς χρήστες, δεν πουλάνε ναρκωτικά μονάχα για τη δοσούλα τους. Επιτίθενται σε κόσμο, απειλούν με μαχαίρια, ληστεύουν και ενίοτε βιάζουν, πουλάνε προστασία. Είναι πλέον οργανωμένες συμμορίες. Κτήρια που αρχικά καταλήφθηκαν για να προσφέρουν στέγη σε πρόσφυγες μετατράπηκαν σε αποθήκες κλεμμένων κινητών, τάμπλετ, εργαλείων και χρημάτων. Εννοείται ότι οι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες δεν έχουν καμία απολύτως ευθύνη για όσους μετατρέπονται σε απόπατο της μαφίας. Γύρω από τους πρόσφυγες υπάρχει δίκτυο αλληλεγγύης, παρόλο που η κρατική και ευρωπαϊκή πολιτική των κλειστών συνόρων και των στρατοπέδων συγκέντρωσης τους σπρώχνει στο περιθώριο, τη λουμπενοποίηση και τους στοχοποιεί στην ντόπια κοινωνία ως υπαίτιους όλων των δεινών της. Αλίμονο όμως αν η μόνη διέξοδος βιοπορισμού για τους χιλιάδες πρόσφυγες είναι η στρατολόγησή τους στα μαφιόζικα κυκλώματα.

Μα καλά έλληνες δεν υπάρχουν σε αυτές τις μαφίες; Προφανώς. Είναι αυτοί που τις προμηθεύουν, αυτοί που διατηρούν τα κονέξια με το κράτος. Άλλωστε ο εθνικός κορμός είχε και συνεχίζει να έχει πλούσια δράση σε βιασμούς, σεξιστικές επιθέσεις ολούθε, εμπόρια ναρκωτικών, τραφικινγκ κοκ. Πολλές από τις επιθέσεις όλων των ειδών και στα Εξάρχεια οι δράστες μιλούσαν άψογα ελληνικά. Ως εκ τούτου μακριά από μας οι αναλύσεις που στοχοποιούν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Μύθος και πραγματικότητα για τα Εξάρχεια

Τα Εξάρχεια ήταν πάντα μια ριζοσπαστική γειτονία μέσα στο κέντρο της Αθήνας. Πρώτα από όλα γιατί εκεί ήταν συγκεντρωμένος ο φοιτητικός πληθυσμός. Το Πολυτεχνείο, το Φυσικό, το Χημείο, η Νομική, αποτελούσαν παραδοσιακά το κέντρο όχι μόνο φοιτητικών αλλά ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Στα Εξάρχεια και για όσο οι μεγάλες σχολές παρέμεναν στο κέντρο ήταν μια τεράστια φοιτητούπολη, και επομένως σημείο πολιτικών ζυμώσεων ιδιαίτερα σε εποχές έντονης ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας με αποκορύφωμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973. Οι οργανώσεις της μεταπολιτευτικής άκρας αριστεράς αλλά και της αναρχίας χτίστηκαν πάνω σε αυτή τη βάση. Σε αυτή την περιοχή επέλεξαν όπως ήταν φυσικό να λειτουργήσουν τα γραφεία τους, τα στέκια τους, και οι καταλήψεις τους. Τα Εξάρχεια, όπως και τα πανεπιστήμια αποτέλεσαν και αποτελούν ζωτικό έδαφος για την άκρα αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο.

Προφανώς τα Εξάρχεια έχουν επηρεαστεί από τις έντονες πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες και γεγονότα πολλές φορές ιστορικής σημασίας. Κόσμος που κατά καιρούς συμμετείχε σ’ αυτές τις διαδικασίες επέλεξε τα Εξάρχεια και ως μόνιμο τόπο κατοικίας. Όμως στα Εξάρχεια υπάρχει και ο υπόλοιπος κόσμος που ζει στη μέση κανονικότητα της χώρας. Δικηγόροι, γιατροί, υπάλληλοι, καταστηματάρχες επαγγελματίες, μικροαστοί, υπάλληλοι, εργαζόμενοι, και γενικώς κόσμος όπως παντού με τις συνήθεις πολιτικές και κοινωνικές προτιμήσεις.

Τα Εξάρχεια πέρα από τους συμβολισμούς δεν ήταν ποτέ μια αυτόνομη  κομμούνα, ήταν όμως και είναι η έδρα της άκρας αριστεράς και της αναρχίας, με τη διαφορά ότι τον τόνο πλέον τον δίνουν οι μαφίες και όχι το κίνημα, και καθόλου τυχαία σε μια συγκυρία κινηματικής υποχώρησης. Η πλατεία αντί να είναι κέντρο πολιτικών ζυμώσεων έχει γίνει το παραμάγαζο των ντιλεράδων, από τους οποίους θα πρέπει να παίρνουμε και άδεια για να περνάμε από δίπλα τους. Κάθε πολιτική ή πολιτιστική δραστηριότητα θα πρέπει μέσα σε αυτό το ελεεινό κλίμα να σκέφτεται εκτός των άλλων αν θα δεχθεί κάποια βίαιη επίθεση από τους παρατρεχάμενους της μαφίας που πλέον δεν ανέχονται την ύπαρξη κανενός άλλου, εκτός κι αν τους κάνει ανοιχτά πλάτες.

Η γειτονιά με τις «σχέσεις και τις δομές αντιεξουσίας» που λειτουργούν «ανταγωνιστικά στις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας» είναι περισσότερο επιθυμία παρά πραγματικότητα. Στα Εξάρχεια δεν επιβιώνει κανένα άλλο κοινωνικό μοντέλο πέρα από το καπιταλιστικό. Καμία άλλη μορφή οικονομίας, πάρα τις εναλλακτικές φαντασιώσεις για κάποιο δίκαιο ανταλλακτικό εμπόριο. Ούτε υπάρχει κάποιο άλλο σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας με τους δικούς του θεσμούς δικαιοσύνης και αυτοπροστασίας. Όλα αυτά μπορεί να κυκλοφορούν ως ιδέες, μπορεί και να δοκιμάστηκαν στις «νησίδες ελευθερίας», στα «απελευθερωμένα εδάφη» κοκ, αλλά δυστυχώς κομμουνισμός και αναρχία δεν χτίζεται σε μια συνοικία, ούτε σε ένα εργοστάσιο, ούτε σαν όαση μέσα στην καπιταλιστική έρημο.

Αν κάποιοι είχαν στο μυαλό τους ότι θα «απελευθερωθούν» πρώτα τα Εξάρχεια και μετά οι υπόλοιπες συνοικίες και ύστερα όλη η χώρα από τα καπιταλιστικά δεσμά, χτίζοντας μια άλλη δομή που σιγά σιγά θα επεκτείνεται, θα πρέπει πλέον να αναγνωρίσουν ότι κάτι τέτοιο είναι απλώς αδύνατο. Ο καπιταλισμός δεν ανέχεται τίποτα, περισσότερο πέρα από τον εαυτό του.

Κομμούνες περικυκλωμένες από τα ΜΑΤ που η κεντρική τους πλατεία είναι μια άθλια πιάτσα ναρκωτικών είναι απλά ένα όνειδος για όσους τις ονειρεύονται. Η ανοχή που έδειξε επί μακρόν ο χώρος στα ναρκωτικά, όπως και σε όλα τα φαινόμενα αντικοινωνικής μικροαστικής συμπεριφοράς που κατέβαινε στα Εξάρχεια για να ξεσαλώσει και όχι για να κάνει επαναστατικά όνειρα, ούτε για να οργανώσει την αντίσταση στο κράτος, επέτεινε την παρακμή της γειτονιάς και κυρίως την ήττα της στρατηγικής των «ελεύθερων νησίδων» και των «δομών αντιεξουσίας».

Σχετική εικόνα

Από τις αυταπάτες στα λάθος καθήκοντα

Ο αναρχικός χώρος ενώ έμπαινε μπροστά για να προστατέψει τη γειτονία από τα ΜΑΤ, στα μετόπισθεν οι πάσης φύσεως μαφίες, ξετύλιγαν το δικό τους σχέδιο, μοιράζοντας την πιάτσα, πουλώντας προστασία, τραμπουκίζοντας, και μεταφέροντας τη μεγαλύτερη πιάτσα ναρκωτικών του κέντρου στα Εξάρχεια. Ο Στρέφης που κάποτε ήταν χώρος συναυλιών αλληλεγγύης έχει πλέον χαθεί προ πολλού. Το ίδιο και ο πεζόδρομος της Θεμιστοκλέους. Στην πλατεία μια παιδική χαρά που έστησαν οι κάτοικοι με τη βοήθεια φυσικά του κινήματος έγινε καυσόξυλα από τους κανιβαλους για να μετατραπεί στη συνέχεια σε κέντρο της πιάτσας.

Όλα αυτά ενώ συνέβαιναν μέρα με τη μέρα, αντί να αντιμετωπιστούν με έναν ενιαίο τρόπο έγιναν η αφορμή για νέους διχασμούς. Ένα κομμάτι του χώρου είδε στις συμπεριφορές αυτές την άγρια νεολαία και νέες κοινωνικές εφεδρείες αποκλεισμένων που θα πρέπει να της δοθεί ο χώρος ελευθερίας που αναλογεί σε μια «νησίδα» που δεν ανέχεται καμία καταπίεση και επιβολή. Αυτό που δεν σκέφτηκε είναι  ότι οι νέοι θαμώνες της περιοχής δεν ήρθαν εκεί περιμένοντας να μεταλάβουν το φως το αληθινό. Ήρθαν για να πλιατσικολογήσουν και για τίποτα άλλο. Ήταν οι ανιχνευτές της οργανωμένης μαφίας, που μόλις αντελήφθη ότι το έδαφος είναι έτοιμο προς κτήση.

Οι φαντασιόπληκτοι ελευθεριακοί αντί να σκεφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά αρέσκονταν να συκοφαντούν ως «εξουσιαστές» ακόμα και τους συντρόφους τους που ανησυχούσαν έντονα με ότι έβλεπαν γύρω τους. Έτσι υποτάχθηκαν πλήρως στην νέα συνθήκη, παριστάνοντας μάλιστα ότι διαλύει κάθε «κανονικότητα». Αυτά παθαίνει κανείς όταν νομίζει ότι ο Δεκέμβρης μπορεί να συνεχίζεται για τα επόμενα 20 χρόνια, μπερδεύοντας το πλιάτσικο για ίδιον όφελος με την ανακατανομή του πλούτου.

Όμως στη φενάκη αυτή ότι τα Εξάρχεια παραμένουν μια γειτονιά αντίστασης με ανταγωνιστικές δομή αντιεξουσίας (ακόμα και αν δεν είναι νησίδα ελευθερίας) έμπλεξε και το κομμάτι εκείνο που αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον κανιβαλισμό και τις ναρκομαφίες. Και το λάθος δεν είναι στην σύγκρουση με τον υπόκοσμο, αλλά στην αυταπάτη για το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης.

Τι ακριβώς πρέπει να υπερασπιστούμε από τα Εξάρχεια; Όλη τη συνοικία «ως χώρο αντίστασης, του πιο δυναμικού κομματιού, χώρο φαντασίας, πολιτικοποίησης και κοινωνικοποίησης και ανταγωνιστικών σχέσεων και δομών με τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας;» Ας μας συγχωρέσουν αλλά αυτά τα Εξάρχεια δεν υπάρχουν σε καμία πραγματικότητα. Τι υπερασπιζόμαστε λοιπόν; Τη νεολαία που περιφέρεται στην περιοχή ως μαζικός καταναλωτής ουσιών; Τους ντιλεράδες και τους ληστές πολλοί από τους οποίους είναι μετανάστες που εκμεταλλεύτηκαν τη φιλοξενία της περιοχής για να εγκατασταθούν εκεί;  Ή τους κατοίκους που έχουν κλειστεί στα σπίτια τους περιμένοντας την αστυνομία να τους σώσει; Τα καθήκοντα υπεράσπισης μιας γειτονιάς στο κέντρο της Αθήνας με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι βαριά και σχεδόν ανυπέρβλητα, κυρίως όμως λάθος.

Το κίνημα δεν έχει κανένα λόγο να χρεωθεί καθήκοντα τάξης σε  μια περιοχή που μπορεί να έχει κατοχυρώσει ιστορικά την παρουσία του, αλλά επ’ ουδενί δεν αποτελεί ένα αυτόνομο έδαφος έξω από την καπιταλιστική επικράτεια και πολύ περισσότερο όταν είναι έρμαιο της μαφίας και της παρακμής. Η υπεράσπιση μιας γειτονίας, μιας περιοχής ή μιας χώρας με το κόστος που αναλογεί αξίζει μόνο στο βαθμό που ο κόσμος που ζει στο έδαφος αυτό αναγνωρίζει και νομιμοποιεί τους «υπερασπιστές» του.  Όσο αυτό δεν συμβαίνει τότε η υπεράσπιση καταλήγει να εκθέτει σε κίνδυνο όσους αναλαμβάνουν τέτοιο καθήκον, απέναντι στον αντίπαλο που καραδοκεί έχοντας ήδη υποσκάψει και εκφυλίσει πίσω από τις «γραμμές άμυνας» κάθε τι που αξίζει να υπερασπιστούμε.  Τα Εξάρχεια όπως έχουν καταντήσει δεν αποτελούν ένα είδος «ελεύθερης Ελλάδας» ούτε χαίρουν κάποιας αυτονομίας στυλ Τσιάπας, όπου κάτι άλλο συμβαίνει, που αξίζει να το υπερασπιστούμε. Σε τι λοιπόν συνίσταται η ανάληψη καθηκόντων που δεν μας αναλογούν;

Άλλο περιφρούρηση του κινήματος άλλο μιας περιοχής

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι το κίνημα και οι οργανωμένες δυνάμεις που το σωματοποιούν δεν οφείλει να υπερασπιστεί τον εαυτό του από την κρατική καταστολή και το παρακράτος με τον ίδιο τρόπο που τον κάνει όταν κατεβαίνει στην πανεπιστημίου ή τη Σταδίου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να απομακρύνει την αστυνομία επί μονίμου βάσεως από τους δρόμους αυτούς.

Αλλά και να το καταφέρναμε, -όπως και στα Εξάρχεια;- πως θα αντιμετωπίζαμε την επόμενη μέρα φαινόμενα σαν αυτά των Εξαρχείων στο βαθμό που η κοινωνία  -όπως και στα Εξάρχεια- δεν έβρισκε τον τρόπο να αυτοπροστατευτεί;

Ποιος θεσμός κοινωνικής αυτοπροστασίας θα αντικαθιστούσε την αστυνομία και την παλιά έννομη τάξη που αυτή πρεσβεύει; Δεν θα χρειαζόμασταν κάποια μορφή πολιτοφυλακής; Εκτός κι αν πιστεύει κανείς ότι δεν θα είναι αναγκαία καμία τέτοια μορφή που να υπερασπίζεται τις δομές της νέας κοινωνικής συγκρότησης. Αν κρίνουμε όμως από τις εξελίξεις στα Εξάρχεια μάλλον κάτι χρειάζεται, και ήδη γι’ αυτό φροντίζει η μαφία επιβάλλοντας τη δική της πολλές φορές ένοπλη τάξη στην περιοχή. Αναγκάζοντας τους ελευθεριακούς, είτε να αμυνθούν χάνοντας ωστόσο την εμπιστοσύνη τους στη δύναμη των «απελευθερωτικών» ενστίκτων του ανθρώπινου είδους που διαφθείρεται από τους απανταχού εξουσιαστές, είτε να υποταχθούν στη νέα εξουσία των μαφιόζων.

Βεβαίως τα Εξάρχεια δεν αποτέλεσαν ποτέ απελευθερωμένο έδαφος έξω από την ελληνική καπιταλιστική επικράτεια. Ως εκ τούτου δεν είναι καθήκον του κινήματος να επωμιστεί καθήκοντα πολιτοφυλακής μιας περιοχής που ουσιαστικά ελέγχουν αλλότριες δυνάμεις και τελικά το ίδιο το αστικό κράτος ακόμα και αν παριστάνει ότι δεν ασκεί εξουσία στο «άβατο».

Είναι διαφορετικό την ώρα της σύγκρουσης να διώχνεις την αστυνομία. Ναι εκεί είναι εφικτό. Εκεί διεκδικείς το δρόμο, ενδεχομένως να αμφισβητείς την αστική σταθερότητα, να ταρακουνάς ολόκληρο το καθεστώς. Μια τέτοια στιγμή ας πούμε ήταν ο Δεκέμβρης του 2008. Αλλά μόνο ο Δεκέμβρης. Όχι ο Γενάρης του 2009, ούτε ο Μάρτης, ούτε ο Σεπτέμβρης. Ο Δεκέμβρης κράτησε 3 βδομάδες. Από κει και πέρα συνεχίστηκε μόνο ως εικόνα, ως προσδοκία, ως ραντεβού για τον επόμενο. Η σύγκρουση όμως είχε τελειώσει. Βεβαίως κάποιοι συνέχισαν τον πόλεμο. Αλλά μόνοι τους. Όπως τον καταλάβαιναν οι ίδιοι. Δεν μπορούσαν όμως να διώξουν την αστυνομία από το κέντρο. Μπορούσαν ίσως να κάνουν καμία αεροπλανική στο Κολωνάκι και να σπάσουν για 5 λεπτά μερικές βιτρίνες, αλλά αυτή η «ρωγμή στον καταναλωτισμό» δεν αποτελούσε κανένα τράνταγμα στο σύστημα. Ήταν απλώς μια προπαγανδιστική ενέργεια, όπως και οι δυναμικές επιθέσεις συμβολικού ωστόσο χαρακτήρα σε κέντρα της αστικής εξουσίας.

Η αμφισβήτηση και η αναταραχή επανήλθε μαζί με τα μνημόνια.  Για δύο χρόνια (3/2010-2/2012) η Αθήνα δοκιμάστηκε από μαζικές διαδηλώσεις και εκτεταμένες συγκρούσεις. Εκεί βρήκε μια κάποια συνεχεία ο Δεκέμβρης, αλλά με άλλο διακύβευμα. Ο εναλλακτισμός επανήλθε αυτή τη φορά πιο λάϊτ. Δίκαιο εμπόριο, εναλλακτικά νομίσματα, καμία λαϊκή για ανταλλαγές και μετά ήρθαν και οι ΚοινΣεπ. Για να μπουν όλα σε μια σειρά. Τα Εξάρχεια έζησαν ξανά έντονες στιγμές και οι προσδοκίες επανήλθαν. Όμως το κίνημα ηττήθηκε. Πως ήταν δυνατόν τα Εξάρχεια να συνεχίσουν; Ήταν κάτι σαν το Γράμο και το Βίτσι; Αλλά και κει υπήρχε ένα σχέδιο (ένα κράτος με μια πρωτεύουσα κάπου στη β.Ελλάδα, ένας στρατός ανταρτών και μπόλικη βοήθεια από τους γείτονες έστω και αν στο τέλος ήταν ένα διαπραγματευτικό χαρτί στον παγκόσμιο συσχετισμό). Εδώ ποιο ακριβώς είναι το σχέδιο για να της αντιστοιχεί μια πολιτοφυλακή που αναλαμβάνει τέτοιου μεγέθους καθήκοντα, του στυλ να κρατήσει μια ολόκληρη γειτονία σε μόνιμο ανταγωνισμό με τις καπιταλιστικές και παρακρατικές δομές που ήδη την αλωνίζουν.

Μήπως μια τέτοια οπτική όσο ηρωισμό και αλτρουισμό κι αν περιέχει, γίνεται αυτοκαταστροφική για όσους την επιλέγουν; Μήπως το διακύβευμα είναι διαφορετικό; Δυστυχώς στα Εξάρχεια δεν υπάρχει κάτι για το οποίο το κίνημα μπορεί να αναλάβει μια καθολική ευθύνη. Και αν την αναλάβει θα βρεθεί να κάνει την πολιτοφυλακή σε ένα έδαφος που δεν ασκεί πλέον καμία επιρροή. Και δεν θα μπορούσε να ασκεί στο βαθμό που η κανονικότητα βασιλεύει σε ολόκληρη τη χώρα. Ακόμα κι αν κανείς δοκιμάζει καταχρηστικά να εξαντλήσει την επαναστατική του οργή σε τρία στενά γύρω από την πλατεία και το πολυτεχνείο, ακόμα και τότε αυτό θα το καταφέρει μονάχα για όση ώρα θα αντέξει να ξαμολάει μολότοφ στις δυο διμοιρίες ΜΑΤ που σπάνε την ανία τους επιστρέφοντας τις πέτρες και πετώντας που και που καμία κρότου λάμψης. Δεν κρίνουμε τη σοβαρότητα της σύγκρουσης για τη μαζικότητα ή την πραγματική δυνατότητα να πλήξει το κράτος, αλλά για το χρόνο που μπορεί να διαρκέσει ένα τέτοιο «προτσές», με max το ένα 20λεπτο. Από κει και πέρα η Στουρνάρα ή η Τοσίτσα περνάνε ξεκάθαρα στα χέρια του αντιπάλου και ως εκ τούτου η ευθύνη για ότι συμβαίνει εκεί. Το ίδιο ισχύει και με μια πορεία ενάντια στις μαφίες ή ενάντια στην αστυνομία που συνεργάζεται με τις μαφίες. Στο βαθμό που δεν υπάρχει μια μόνιμη πολιτοφυλακή να υπερασπίζεται τα «Εξάρχεια της αντίστασης», τότε τα Εξάρχεια επανέρχονται στην κατάσταση που έχουν περιέλθει, Στις καπιταλιστικές τους σχέσεις, στον κανιβαλισμό και τις ναρκομαφίες και ενίοτε στην αστυνομία που τις τελευταίες μέρες επιχειρεί όλο και πιο συχνά, ικανοποιώντας τον κοινωνικό αυτοματισμό για περισσότερη τάξη και ασφάλεια.

Μόνιμη αντιεξουσία;

Και τι κάνουμε μέχρι τότε; “Θα περιμένουμε πρώτα να λυθεί σε παγκόσμιο επίπεδο το ζήτημα του εμπορίου ναρκωτικών, ή να πέσει το κράτος, ή να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό ή να κερδίσουμε τον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο, για να παρέμβουμε στα Εξάρχεια και να δώσουμε μάχη για την γειτονιά μας;” (Αναρχικές).  Όταν το κίνημα είναι στο δρόμο αντικειμενικά αναπτύσσεται μια ανταγωνιστική εξουσία στην υπάρχουσα. Εμείς το λέμε δυαδική εξουσία αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε ένα εργοστάσιο που βρίσκεται σε κατάληψη οι εργάτες όντως αμφισβητούν όχι μόνο τις συνθήκες εκμετάλλευσης αλλά και τα μέσα που την αναπαράγουν. Ένα κύμα καταλήψεων που θα δούλευε τα εργοστάσια προς όφελος της κοινωνίας ακόμα και σε συνεταιριστική βάση, θα είχε μια ελπίδα να επιβιώσει όχι ως ένας συνεταιρισμός εργαζομένων μέσα σε μια χαώδη καπιταλιστική αγορά, δίνοντας το δικό μας παράδειγμα εργατικής αυτοδιεύθυνσης, αλλά μόνο όταν η επέκταση του κύματος καταλήψεων θα συνοδεύονταν από την γενικευμένη αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας, όχι μόνο στα εργοστάσια αλλά σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή, στοχεύοντας στην καταστροφή του ίδιου του αστικού κράτους που λειτουργεί ως ο θεματοφύλακας των καπιταλιστικών σχέσεων. Ως γνωστόν καμία σχέση δεν υπάρχει έξω από έναν καθολικό κοινωνικό σχηματισμό εντός του οποίου αναπαράγονται αυτές οι σχέσεις.

Μια περίοδος αμφισβήτησης γενικά δεν κρατάει περισσότερο από μερικούς μήνες άντε 1-2 χρόνια. Αυτό έχει δείξει με τον πιο απόλυτο τρόπο η σύγχρονη ιστορία. Όταν δεν έρθει η ανατροπή έρχεται η επιστροφή στην κανονικότητα. Ένα καταλυμένο εργοστάσιο πως θα συνεχίζει να υπάρχει σε μια «κανονική» περίοδο; Ως Κοινσεπ; Σε ένα πλαίσιο «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας» που όμως λειτουργεί με καπιταλιστικά κριτήρια και είναι άλλωστε απολύτως αποδεκτή στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ. Μήπως περιμένει κανείς από την επέκταση ενός τέτοιου δικτύου ΚοινΣΕπ να προκύψει μια παράλληλη οικονομία που να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες καπιταλιστικές σχέσεις; Κάποιοι μπορεί να το περιμένουν, εμείς όχι. Οι Κοίνσεπ μπορεί να είναι μια μορφή επιβίωσης για ένα μεροκάματο, όχι όμως μια στρατηγική για την κοινωνική αλλαγή.

Τι να κάνουμε

Με αυτή την έννοια και στα Εξάρχεια δεν παίζεται κάποιο συνολικότερο στοίχημα, πάρα μόνο η τιμή και η υπόληψη όσων νιώθουν ότι διασύρεται στα όσα συμβαίνουν εκεί πέρα. Ωστόσο δεν πρέπει κανείς να υποτιμάει τις άυλες αξίες κάνοντας επίδειξη χυδαίου υλισμού. Οι αξίες έχουν τεράστια σημασία. Πάνω σε αυτές χτίζει κανείς την δική του υλική υπόσταση και την επαφή του με την κοινωνία ή έστω με το κομμάτι εκείνο που βλέπει τον εαυτό του στην από δω πλευρά. Τα Εξάρχεια είναι για το κράτος και ιδιαίτερα για μια ορισμένη πτέρυγά του (αυτή που ανήκει στο ακροδεξιό τμήμα του, επανδρώνοντας κυρίως τους μηχανισμούς του βαθέως κράτους) ένα πεδίο χτισίματος της ιδεολογικής του ηγεμονίας και αποκατάστασης του ρυθμιστικού του ρόλου και της αναγκαιότητας της ύπαρξής του. Το κράτος στα Εξάρχεια φορτίζει τις μπαταρίες του για να τις χρησιμοποιήσει εκ νέου την επόμενη φορά που θα βρεθεί σε πραγματικά δύσκολη θέση. Ο στόχος του κράτους δεν είναι γενικώς τα Εξάρχεια ως γειτονιά αλλά η εξολόθρευση των οργανωμένων δυνάμεων του κινήματος που έχουν κατακτήσει την παρουσία τους και την ύπαρξη τους στην συγκεκριμένη περιοχή στην καρδιά της Αθήνας. Έχοντας ρίξει τόνους ναρκωτικών στην περιοχή μαζί με τις μαφίες που τη λυμαίνονται, προετοιμάζουν το σχέδιο γενικής εκκαθάρισης. Αυτός είναι ο στόχος και όχι γενικώς ο εξωραϊσμός της περιοχής, τα airbnb και τα real estate. Άλλωστε η εξολόθρευση των πολιτικών αντιπάλων του συστήματος ήταν ανέκαθεν στόχος του κράτους ανεξάρτητα από τις παράπλευρες απώλειες.

Αυτή τη στιγμή δεν βρισκόμαστε σε μια φάση σύγκρουσης, αλλά ανασυγκρότησης.  Δυστυχώς ένα μέρος -αν όχι όλο- του κινήματος, ζει ακόμα στην αρένα των εκκρεμοτήτων του Δεκέμβρη ή του μνημονίου. Καθόλου περίεργο. Εδώ άλλοι ζουν ακόμα με τις εκκρεμότητες του πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης. Το κίνημα αντί να εξαντλείται με μια κινηματική γυμναστική, με τον ίδιο τρόπο που «συνεχίζονται» οι απεργίες της μνημονιακής περιόδου αλλά με μηδενική συμμετοχή, καλύτερα θα έκανε να ασχοληθεί με την ανασυγκρότηση των δυνάμεών του. Να ξαναγεμίσει τις δικές του μπαταρίες που έχουν αδειάσει από το 2015 αν όχι το 2012.

Στα Εξάρχεια χάσαμε, όπως χάσαμε γενικώς. Ας το παραδεχτούμε και ας μην παριστάνουμε ότι οι εκκρεμότητες του Δεκέμβρη ή του μνημονίου παίζονται ακόμα, γιατί στο τέλος οι μπαταρίες θα αδειάσουν εντελώς και δεν θα επαναφορτίζονται με τίποτα. (Μια μπαταρία για να φορτιστεί δεν πρέπει να πέσει κάτω από μια ορισμένη τάση πχ, μια 12βολτη κάτω από τα 11 βολτ). Οι δυνάμεις δεν είναι ανεξάντλητες ούτε η συνέχεια εξασφαλισμένη από κάποια ιστορική αναγκαιότητα.

Τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε σε αυτή τη φάση; Κυρίως τις αξίες μας, την ύπαρξή μας και τη δυνατότητα της επιστροφής. Η άμυνα δεν σημαίνει ότι δεν έχει μάχες, ή ότι οι μάχες εξαντλούνται σε μια ατελείωτη προπαγάνδα. Ωστόσο κάθε φυσική αντιπαράθεση θα πρέπει να αντιστοιχεί σε ένα πολιτικό ή έστω κοινωνικό -αν κάποιοι ενοχλούνται- διακύβευμα. Αλλιώς είναι μια σύγκρουση ακατανόητη ακόμα και για το δικό μας στρατόπεδο που αρνείται να συμμετάσχει δια της σιωπηλής αποχής του.

Το κίνημα αντί να εξαντλείται στην υπεράσπιση μια γεωγραφικής περιοχής αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά που δεν έχει, ας ασχοληθεί καλύτερα με την υπεράσπιση, των ανθρώπων του, των δικών του χώρων και των δικών του δράσεων. Είναι άλλο να υπερασπίζομαι την ύπαρξή μου σε μια περιοχή και άλλο να υπερασπίζομαι ολόκληρη την περιοχή.

Η εκδίωξη ναρκεμπόρων ακόμα και της πλέμπας τους μπορεί να έχει αυτή τη στιγμή μόνο συμβολικό χαρακτήρα και να εντάσσεται στην γενικότερη προπαγανδιστική προετοιμασία και την ανανέωση των μάχιμων δυνάμεων. Είναι άλλο να λες ότι μπορείς να τσακίσεις έναν αντίπαλο και μάλιστα να νομίζεις ότι θα τσακίσεις μαζί του και τους προστάτες της πιάτσας (ακόμα και όταν επιχειρεί έστω και για το θεαθήναι εναντίον της;) και άλλο ότι δείχνεις έναν δρόμο παίρνοντας εμπράκτως θέση για τις μαφίες, τα ναρκωτικά, τη σχέση τους με το κράτος κοκ. Ακόμα και το κράτος όταν κάνει μια επιχείρηση την προετοιμάζει προπαγανδιστικά, απαξιώνοντας συστηματικά τον αντίπαλό του. Αυτό κάνει τόσο καιρό στα Εξάρχεια. Η αποκρυπτογράφηση των κινήσεων του αντιπάλου είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπισή του. Αλλιώς θα πέφτουμε διαρκώς στις παγίδες που μας στήνει, αδυνατίζοντας ακόμα περισσότερο τις γραμμές μας.

Η ναρκοπιάτσα πρέπει να φύγει από τα Εξάρχεια, μαζί και οι μαφίες τους, στις οποίες δυστυχώς έχει μπλέξει και ένα μέρος κατατρεγμένων προσφύγων. Δεν θέλουμε αυτοί οι άνθρωποι να καταλήξουν στις φυλακές, δεν είμαστε κυνηγοί κεφαλών. Διαλύοντας την πιάτσα, παλεύουμε ταυτόχρονα και για αυτούς να βρούνε μια άλλη προοπτική. Να αποκτήσουν δικαιώματα, να μπορούν να δουλέψουν, να πάνε σχολείο να βρουν μια αξιοπρεπή στέγη, να σπάσει το καθεστώς των κλειστών συνόρων. Μπορούμε να υπερασπιστούμε όχι πλατωνικά αλλά φυσικά την ύπαρξή μας, αλλά δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα με κλωτσιές. Γι’ αυτό χρειάζεται μια ευρύτερη κινητοποίηση, η εμπλοκή της αριστεράς που μέχρι στιγμής αδιαφορεί, αλλά και των κατοίκων που είναι κλειδωμένοι στα σπίτια τους.

Μέχρι τότε το κίνημα δεν μπορεί να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν του αναλογούν, γιατί έτσι φορτώνεται τη σημερινή κατάσταση της περιοχής. Τη μαφία και τα ναρκωτικά, ας τα χρεωθεί εξ ολοκλήρου το κράτος και οι νακροπολιτικές του.

Το κράτος στήνει ένα βρωμερό προπαγανδιστικό παιχνίδι, όχι μόνο στα Εξάρχεια αλλά και στην ΑΣΟΕΕ, στη Νομική, στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης κοκ χρεώνοντας την εγκληματικότητα στα «άβατα» της αριστεράς και της αναρχίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πέφτει κανείς σε αυτή την παγίδα. Δεν μοιραζόμαστε καμία εξουσία με το κράτος για να μοιραστούμε και την ευθύνη για την εγκληματικότητα. Ούτε υπάρχει λόγος να την κρύβουμε ή να την δικαιολογούμε. Η εγκληματικότητα είναι μια δική τους υπόθεση, όπως και οι μαφίες τους και τα ναρκωτικά τους.

Εμείς επιβάλλεται να έχουμε μια έμπρακτη θέση για όλα αυτά. Για τα ναρκωτικά να πάψει κάθε ποινικοποίηση της χρήσης. Να απαιτήσουμε από το κράτος (ναι-ναι το αστικό κράτος) να καλύπτει τις δόσεις των εξαρτημένων ατόμων αφήνοντας χωρίς αντικείμενο τις ναρκομαφίες ή να προωθήσει κέντρα απεξάρτησης. Δεν παριστάνουμε τους ειδικούς στην αντιμετώπιση της ναρκοκουλτούρας. Είμαστε όμως κάθετοι στην καταστροφή της πιάτσας. Δεν είναι δική μας δουλειά να κυνηγάμε παντού τις ναρκομαφίες ούτε να μοιράζουμε τη δόση στους εξαρτημένους. Δεν υποκαθιστούμε το κράτος εκεί που για τους δικούς του λόγους “απουσιάζει” κάτω πάντα από το άγρυπνο μάτι του. Δεν μπαίνουμε στη μέση για να υπερασπιστούμε ποινικούς, ληστές και ναρκέμπορους από την αστυνομία, αλλά την ίδια στιγμή την καταγγέλλουμε για την αλληλοκάλυψη των μεγαλεμπόρων ναρκωτικών με προεξέχοντα γνωστό άνθρωπο του λιμανιού που βαπόρι του πιάστηκε τον Ιούνιο του 2014 (πλοίο Noor 1) στην Ελευσίνα φορτωμένο με 2,1 τόνους ηρωίνης, αλλά συνεχίζει να κυκλοφορεί ελεύθερος.

Δυναμικές παρεμβάσεις σε πιάτσες αποδεικνύουν ότι το κίνημα όχι μόνο δεν καλύπτει αλλά διαλύει τις πιάτσες όταν και όποτε μπορεί, υπερασπιζόμενο τη φυσική και πολιτική του ύπαρξή και ακυρώνοντας ταυτόχρονα το σχέδιο συκοφάντησης από την μεριά της ακροδεξιάς κρατικής και παρακρατικής προπαγάνδας.

Η επαναοικειοποίηση εδαφών ή καλύτερα η κατάληψή τους από το επαναστατικό κίνημα μπορεί να συμβεί μόνο ως μέρος μιας συνολικότερης κίνησης για την κατάληψη της εξουσίας ή έστω σε στιγμές γενικευμένης σύγκρουσης. Οτιδήποτε άλλο θα είναι προϊόν συμβιβασμού με δυνάμεις (βλ. original) και συνθήκες που συνεχίζουν να αναπαράγουν το κυρίαρχες σχέσεις έστω και σε μια δήθεν εναλλακτική εκδοχή. Αν θέλουμε έναν άλλο κόσμο θα τον κατακτήσουμε σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Μέχρι τότε υπερασπιζόμαστε την ύπαρξή μας, πατώντας ακόμα και πάνω στα αστικά πολιτικά και δημοκρατικά δικαιώματα, που αναγκάζεται για τους δικούς του λόγους να εκχωρεί το σύστημα -αν και όχι πάντα-στην κοινωνία. Ο αγώνας στα Εξάρχεια θα νικήσει αν έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα. Αν βάλει πιο ψηλά τον πήχη θα ηττηθεί αφήνοντας χωρίς άμυνα ότι πολιτικά αξίζει και επιβιώνει στην περιοχή. Στα Εξάρχεια δεν «δίνουμε μάχη για τη γειτονιά μας» όπως γράφει ένα αξιολογότατο κείμενο συντροφισσών από την Αναρχία που δίνουν έμπρακτα τη μάχη, αλλά για την ύπαρξή μας. Ένας μεγάλος επαναστάτης είχε προειδοποιήσει, “Όποιος κάνει μισές επαναστάσεις απλά σκάβει τον τάφο του”. (Σαιν Ζυστ). Η προειδοποίηση ισχύει απόλυτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s