Isaac Deutscher: Η ανολοκλήρωτη επανάσταση -1917-1967

Ο Ισαάκ Ντώυτσερ  (3/4/1907-19/8/1967) γεννήθηκε στην Κρακοβία  της Πολωνίας από οικογένεια Εβραίων. Από νεαρή ηλικία απέρριψε τον Εβραϊσμό για να γίνει άθεος. Σπούδασε λογοτεχνία, ιστορία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Jagellonian της Κρακοβίας. Στα 18 ετών έφυγε από την Κρακοβία για τη Βαρσοβία, όπου σπούδασε φιλοσοφία και οικονομικά και εκεί γίνεται μαρξιστής. Το 1927, εντάχθηκε στο παράνομο Κομμουνιστικό Κόμμα της Πολωνίας (KPP) και αρθρογραφεί ακατάπαυστα στις εφημερίδες του κόμματος. Το 1931 περιόδευσε στη Σοβιετική Ένωση, παρατηρώντας τις οικονομικές συνθήκες του πρώτου πενταετούς σχεδίου. Εκεί το Πανεπιστήμιο Μόσχας και του Μινσκ του πρόσφερε θέσεις ως καθηγητής της ιστορίας του σοσιαλισμού και της μαρξιστικής θεωρίας. Απορρίπτει τις προσφορές αυτές και επιστρέφει στην Πολωνία. Κατά την επιστροφή του, ο Deutscher ίδρυσε την πρώτη αντι-σταλινική ομάδα στο Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, διαμαρτυρόμενος για τη τριτοπεριοδική γραμμή του κόμματος που ταύτιζε τον ναζισμό με τη σοσιαλδημοκρατία γεγονός που τον έφερε σε αντιπαράθεση με την τότε επίσημη κομμουνιστική γραμμή, που είδε τους σοσιαλδημοκράτες ως «σοσιαλφασίστες», τους μεγαλύτερους εχθρούς του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Ντώυτσερ εκδιώχθηκε από το κόμμα το 1932 για «υπερβολή του κινδύνου του ναζισμού και… διάδοση πανικού στις κομμουνιστικές γραμμές».

Λίγο πριν ξεσπάσει ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος τον Απρίλιο του 1939, ο Deutscher εγκατέλειψε για πάντα την Πολωνία για το Λονδίνο ως ανταποκριτής για μια πολωνική-εβραϊκή εφημερίδα και συμμετείχε στην Τροτσκιστική Επαναστατική Ένωση Εργαζομένων. Όταν η Γερμανία κατέλαβε την Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939, και η σύνδεσή του με την εφημερίδα του αποκόπηκε, άρχισε να αρθρογραφεί για τα αγγλικά περιοδικά. Σύντομα ήταν τακτικός ανταποκριτής του Economist σε θέματα σοβιετικών υποθέσεων και στρατιωτικών ζητημάτων . Έγραψε επίσης στον Observer και στο «Peregrine».

Εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία το 1946-47 για να γράψει βιβλία.  Ο Deutscher δημοσίευσε το πρώτο μεγάλο έργο του, μια πολιτική βιογραφία το 1949 για τον Στάλιν. Λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε με το πιο φιλόδοξο έργο του, τριών τόμων της βιογραφίας του Τρότσκι: Ο Ένοπλος προφήτης 1879-1921 (1954), ο Άοπλος προφήτης 1921-1929 (1959) και ο Εξόριστος προφήτης 1929-1940 (1963). Αυτά τα βιβλία βασίστηκαν σε λεπτομερή έρευνα για τα Αρχεία του Τρότσκι στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Μεγάλο μέρος του υλικού που περιείχε ο τρίτος τόμος ήταν προηγουμένως άγνωστος, καθώς η χήρα του Τρότσκι, Ναταλία Σέντοβα, του έδωσε πρόσβαση στο κλειστό τμήμα του Αρχείου. Ο Deutscher σχεδίαζε να ολοκληρώσει τη σειρά του με μια μελέτη του Λένιν, αλλά η ζωή του Λένιν παρέμεινε ατελής αφού πέθανε ξαφνικά στη Ρώμη το 1967.

Αποτέλεσμα εικόνας για ισαακ Ντουτσερ

Στα ελληνικά έχει εκδοθεί η βιογραφία του Στάλιν σε δυο τόμους (μτφ Μ.Δρίβα) και η Ανολοκλήρωτη Επανάσταση (Η Ρωσία από το 1917 ως το 1967 σε μτφ. Γιάννης Βρυχωρόπουλος), από τις εκδόσεις Χρησμός και Δίφρος αντίστοιχα και τα δύο το 1971.

Στη δεκαετία του 1960, σε μια περίοδο έντονης ριζοσπαστικοποίησης που συνόδευε τον πόλεμο του Βιετνάμ έκανε τον Deutscher μια δημοφιλή προσωπικότητα στους ακαδημαικούς χώρους  τόσο στη Βρετανία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1965, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, χιλιάδες φοιτητές άκουσαν το κατηγορητήριο του Ψυχρού Πολέμου. Διετέλεσε καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Cambridge για το 1966-67 και διδάσκει για έξι εβδομάδες στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και την άνοιξη του 1967, στα Πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης, του Πρίνστον, του Χάρβαρντ και της Κολούμπια. Οι διαλέξεις με τίτλο Η Ανολοκλήρωτη Επανάσταση, δημοσιεύθηκαν μετά τον ξαφνικό και απροσδόκητο θάνατό του στη Ρώμη το 1967.

Ο Ντώυτσερ ήταν συγγραφέας πολλών ακόμα βιβλίων και μια πλούσιας αρθρογραφίας :  https://spartacus-educational.com/RUSdeutscher.htm, https://www.marxists.org/archive/deutscher/index.htm, https://en.wikipedia.org/wiki/Isaac_Deutscher

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Left Review 3 μόλις μήνες πριν το θάνατό του ως παρουσίαση του βιβλίου που κυκλοφόρησε την ίδια χρόνια με τον ομώνυμο τίτλο «Η ανολοκλήρωτη επανάσταση». 

Η ανολοκλήρωτη επανάσταση -1917-1967

Του Isaac Deutscher

Πρώτη δημοσίευση στο New Left Review I/43, Μάιος-Ιούνιος 1967

Μετάφραση: ΦΤ για το avantgarde

Το 1917 η Ρωσία βίωσε την τελευταία μεγάλη αστική επανάσταση και την πρώτη προλεταριακή επανάσταση στην ευρωπαϊκή ιστορία. Οι δύο επαναστάσεις συγχωνεύθηκαν σε μία. Ο πρωτοφανής συγκερασμός τους μεταλαμπάδευσε τρομερή ζωτικότητα και ορμή στο νέο καθεστώς. Υπήρξε όμως ταυτόχρονα πηγή καταπόνησης, σφοδρών πιέσεων και κατακλυσμιαίων σπασμών.  Ίσως θα έπρεπε να παραθέσω εδώ, διατρέχοντας τον κίνδυνο να δηλώσω το προφανές, έναν σύντομο ορισμό της αστικής επανάστασης. Η παραδοσιακή άποψη, ευρέως αποδεκτή τόσο από μαρξιστές όσο και αντιμαρξιστές, είναι πως στις αστικές επαναστάσεις, στη δυτική Ευρώπη, η αστική τάξη διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, στάθηκε επικεφαλής  του εξεγερμένου λαού, και κατέλαβε την εξουσία. Η άποψη αυτή υποβόσκει σε πολλές διενέξεις μεταξύ ιστορικών: παραδείγματος χάριν, οι πρόσφατες ανταλλαγές απόψεων ανάμεσα στον καθηγητή Χιου Τρέβορ- Ρόπερ  και του κ. Κρίστοφερ Χιλλ γύρω από το εάν η επανάσταση του Κρόμγουελ είχε αστικό χαρακτήρα ή όχι.

Μου φαίνεται ότι αυτή η αντίληψη, σε όποιες αυθεντίες κι αν αποδίδεται, είναι σχηματική και ιστορικά μη πραγματική. Εκκινώντας από μια τέτοια αντίληψη, μπορεί κανείς να φτάσει στο συμπέρασμα ότι η αστική επανάσταση είναι σχεδόν μύθος, και ότι σχεδόν ποτέ δεν συνέβη, ακόμη και στη Δύση. Οι κεφαλαιοκράτες επιχειρηματίες, έμποροι και τραπεζίτες δεν ήταν δεσπόζουσες φυσιογνωμίες μεταξύ των ηγετών των Πουριτανών ή των διοικητών των σιδηρόπλευρων, δεν ξεχώριζαν στη Λέσχη των Ιακωβίνων ούτε προΐσταντο του πλήθους που κατέκλυσε τη Βαστίλη και εισέβαλε στο ανάκτορο του Κεραμεικού.  Ούτε ανέλαβε τον έλεγχο της κυβέρνησης  κατά την διάρκεια της επανάστασης ή για πολύ καιρό μετά την επανάσταση, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Γαλλία. Οι κατώτερες μεσαίες τάξεις, οι φτωχοί των πόλεων, οι πληβείοι και οι αβράκωτοι ήταν που συγκρότησαν τα μεγάλα τάγματα εξεγερμένων. Οι ηγέτες ήταν κυρίως αγρότες «με ευγενική ανατροφή» στην Αγγλία και δικηγόροι, γιατροί, δημοσιογράφοι και άλλοι διανοούμενοι στην Γαλλία. Και στις δύο περιπτώσεις οι ταραχές κατέληξαν σε στρατιωτική δικτατορία. Ωστόσο, ο αστικός χαρακτήρας αυτών των επαναστάσεων δεν θα φανεί διόλου μυθικός, εάν τις προσεγγίσουμε με ένα ευρύτερο κριτήριο και εξετάσουμε το γενικότερο αντίκτυπο που είχαν στην κοινωνία. Η πιο ουσιαστική και διαρκής κατάκτησή τους ήταν ότι εξάλειψαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς που είχαν εμποδίσει την εξάπλωση της περιουσίας των αστών καθώς και τις κοινωνικές σχέσεις που αυτοί οι θεσμοί συνεπάγονταν. Όταν οι Πουριτανοί αρνήθηκαν να παραχωρήσουν στο Στέμμα την εξουσία αυθαίρετης φορολόγησης, όταν ο Κρόμγουελ διασφάλισε για λογαριασμό των Άγγλων πλοιοκτητών μια μονοπωλιακή θέση  στο εμπόριο της Αγγλίας με τις ξένες χώρες και όταν οι Ιακωβίνοι κατήργησαν τα φεουδαρχικά προνόμια, δημιούργησαν, συχνά χωρίς να έχουν συναίσθηση αυτού του γεγονότος, τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι ιδιοκτήτες εργοστασίων, οι έμποροι και οι τραπεζίτες θα κέρδιζαν με βεβαιότητα την οικονομική κυριαρχία, και μακροπρόθεσμα, την κοινωνική, ακόμη και πολιτική υπεροχή.  Η αστική επανάσταση δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να ακμάσει η ατομική ιδιοκτησία των αστών. Εκεί, κι όχι στο πώς στοιχίζονται συγκεκριμένα οι δυνάμεις πάνω στον αγώνα, έγκειται η ειδοποιός διαφορά της.

Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την Οκτωβριανή επανάσταση ως ένα συνδυασμό μιας αστικής και μιας προλεταριακής επανάστασης, αν και πραγματοποιήθηκαν αμφότερες υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων. Η τρέχουσα Σοβιετική ιστοριογραφία περιγράφει την επανάσταση του Φλεβάρη  ως αστική και κρατάει τον χαρακτηρισμό «προλεταριακή» για την εξέγερση του Οκτώβρη. Σ’ αυτή τη διάκριση προβαίνουν και πολλοί Δυτικοί ιστορικοί και η διάκριση αυτή δικαιώνεται λόγω του ότι, τον Φεβρουάριο, μετά την παραίτηση του τσάρου, η αστική τάξη κατέλαβε την εξουσία. Στην πραγματικότητα, ο συνδυασμός των δύο επαναστάσεων ήταν ήδη εμφανής τον Φεβρουάριο, μόνο που ήταν σε σκιώδη μορφή. Ο τσάρος και η τελευταία του κυβέρνηση έπεσαν λόγω μιας γενικής απεργίας και μιας μαζικής εξέγερσης εργατών και στρατιωτών οι οποίοι αμέσως συγκρότησαν στα Συμβούλιά τους, τα Σοβιέτ, τα εν δυνάμει όργανα ενός νέου κράτους. Ο πρίγκιπας Λβοφ, ο Μιλιουκόφ και ο Κερένσκι άρπαξαν την εξουσία από τα χέρια του Σοβιέτ της Πετρούπολης, που ψάχνοντας στα τυφλά και σε κατάσταση σύγχυσης, τους την παρέδωσε με μεγάλη προθυμία, και την άσκησαν μόνο για όσο καιρό τους ανέχτηκαν τα Σοβιέτ. Όμως, οι κυβερνήσεις τους δεν πραγματοποίησαν καμιά σπουδαία πράξη αστικής επανάστασης. Κυρίως, δεν προχώρησαν στην διάσπαση των γαιών και των κτημάτων της αριστοκρατίας και δεν έδωσαν γη στους χωρικούς. Ακόμη κι ως αστική επανάσταση, η επανάσταση του Φλεβάρη χάθηκε.

Όλα αυτά τονίζουν την τεράστια αντίφαση με την οποία ανέλαβαν να αναμετρηθούν οι Μπολσεβίκοι όταν προώθησαν και διηύθυναν το διπλό ξεσηκωμό του Οκτώβρη. Η αστική επανάσταση της οποίας προΐσταντο δημιούργησε συνθήκες οι οποίες ευνοούσαν την ανάπτυξη αστικών μορφών ιδιοκτησίας. Η προλεταριακή επανάσταση την οποία πέτυχαν είχε ως στόχο την κατάργηση της ιδιοκτησίας. Η πιο σημαντική ενέργεια της αστικής επανάστασης ήταν ο διαμερισμός των γαιών της αριστοκρατίας. Αυτό δημιουργούσε μια ευρεία εν δυνάμει βάση για την ανάπτυξη μιας νέας αγροτικής αστικής τάξης. Οι χωρικοί που είχαν απελευθερωθεί από τα ενοίκια και τα χρέη και είχαν επεκτείνει τα κτήματά τους ενδιαφέρονταν για ένα κοινωνικό σύστημα το οποίο θα πρόσφερε ασφάλεια στις κτήσεις τους. Ούτε ήταν απλώς ζήτημα καπιταλιστικής γεωργίας. Η αγροτική Ρωσία, όπως το έθετε ο Λένιν, ήταν το πεδίο αναπαραγωγής του καπιταλισμού γενικά- πολλοί από τους βιομήχανους επιχειρηματίες και εμπόρους της Ρωσίας προέρχονταν από οικογένειες χωρικών. Υπό ευνοϊκές δε συνθήκες και εν ευθέτω χρόνω, η αγροτιά θα μπορούσε να θρέψει μια πολύ πιο σύγχρονη και πολυπληθέστερη τάξη επιχειρηματιών. Το πιο ειρωνικό ήταν ότι το 1917 κανένα από τα αστικά κόμματα, ούτε καν οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές, δεν τόλμησαν να τιμωρήσουν την αγροτική επανάσταση που ξεσπούσε αυθόρμητα, με τη δύναμη των στοιχείων της φύσης, καθώς οι χωρικοί ήδη οικειοποιούνταν την γη της αριστοκρατίας, πολύ καιρό πριν την μπολσεβίκικη εξέγερση. Τρομοκρατημένα από τους κινδύνους που απειλούσαν την ιδιοκτησία στην πόλη, τα αστικά κόμματα αρνήθηκαν να υπονομεύσουν την ιδιοκτησία στην ύπαιθρο. Μόνο οι Μπολσεβίκοι (και οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες) τέθηκαν επικεφαλής των αγροτικών εξεγέρσεων. Γνώριζαν ότι δίχως την αναταραχή στην ύπαιθρο, η προλεταριακή επανάσταση θα απομονωνόταν στην πόλη και θα οδηγούταν σε ήττα. Οι χωρικοί, φοβούμενοι μια αντεπανάσταση που θα επανέφερε τους γαιοκτήμονες, απέκτησαν επομένως διακύβευμα στο Μπολσεβίκικο καθεστώς. Όμως εξαρχής η σοσιαλιστική πτυχή της επανάστασης τους ενέσπειρε αμφιβολίες, φόβους ή εχθρότητας.

Οι  Βιομηχανικοί Εργάτες

Η σοσιαλιστική επανάσταση στηρίχτηκε ολόψυχα από την εργατική τάξη των πόλεων. Όμως αυτή δεν ήταν παρά μια μικρή μειοψηφία του έθνους. Συνολικά το ένα έκτο του πληθυσμού, περισσότεροι από 20 εκατομμύρια άνθρωποι, ζούσαν στις πόλεις: και απ’ αυτούς, μόνο οι μισοί μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως προλετάριοι. Ο σκληρός πυρήνας της εργατικής τάξης αποτελούταν κυρίως από περίπου τρία εκατομμύρια άντρες και γυναίκες που δούλευαν στη σύγχρονη βιομηχανία. Οι Μαρξιστές έτρεφαν την προσδοκία ότι οι βιομηχανικοί εργάτες θα ήταν η πιο δυναμική δύναμη στην καπιταλιστική κοινωνία, οι κύριοι φορείς της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι Ρώσοι εργάτες δικαίωσαν και με το παραπάνω αυτή την προσδοκία. Καμιά τάξη στην ρωσική κοινωνία, καμιά εργατική τάξη πουθενά στον κόσμο δεν έδρασε ποτέ με την ορμή, την πολιτική οξύνοια, την ικανότητα για οργάνωση και τον ηρωισμό που έδρασαν οι Ρώσοι εργάτες το 1917 (και στον εμφύλιο πόλεμο στη συνέχεια). Δεδομένων των συνθηκών, η σύγχρονη βιομηχανία της Ρωσίας αποτελούταν από μικρό αριθμό μεγάλων εργοστασίων, που βρίσκονταν συγκεντρωμένα κυρίως στην Πετρούπολη και στη Μόσχα, γεγονός που έδωσε στους εργάτες των μαζικών χώρων στις δύο αυτές σημαίνουσες πόλεις τρομερή δύναμη για να χτυπήσουν τα νευραλγικά κέντρα του παλαιού καθεστώτος. Δύο δεκαετίες εντατικής μαρξιστικής προπαγάνδας, νωπές μνήμες των αγώνων του 1905, 1912, και του 1914, η παράδοση ενός αιώνα επαναστατικών προσπαθειών και η μοναδική προσήλωση των Μπολσεβίκων στον σκοπό της σοσιαλιστικής επανάστασης είχαν προετοιμάσει  τους εργάτες για τον ρόλο τους. Θεωρούσαν δεδομένο ότι η επανάσταση είχε ως στόχο τον σοσιαλισμό. Δεν ικανοποιούνταν με τίποτα λιγότερο από την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας και των τραπεζών, τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής και την κυβέρνηση των Σοβιέτ. Γύρισαν την πλάτη στους Μενσεβίκους, τους οποίους είχαν ακολουθήσει στην αρχή, γιατί οι Μενσεβίκοι τους έλεγαν ότι η Ρωσία «δεν ήταν ώριμη για σοσιαλιστική επανάσταση». Η δράση τους, όπως κι η δράση των αγροτών, είχε τη δική της αυθόρμητη δυναμική: ανέλαβαν τον έλεγχο στην εργοστασιακή παραγωγή πριν την εξέγερση του Οκτώβρη. Οι Μπολσεβίκοι τους υποστήριξαν και μετέτρεψαν τις εξεγέρσεις στα εργοστάσια σε σοσιαλιστική επανάσταση. Ωστόσο, η Πετρούπολη και η Μόσχα, μαζί με μερικά ακόμη διασκορπισμένα βιομηχανικά κέντρα συνιστούσαν μια εξαιρετικά περιορισμένη βάση ώστε να στηριχτεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Όχι μόνο οι άνθρωποι σε ολόκληρη την αχανή έκταση της Ρωσίας χίμηξαν για να αρπάξουν ιδιοκτησία ενώ οι εργάτες στις δύο σημαντικές πόλεις πάλευαν να την καταργήσουν, όχι μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν σε εγγενή διαμάχη με την αστική επανάσταση του Φλεβάρη, αλλά, επιπροσθέτως, έφερε το βάρος των δικών της αντιφάσεων. Η Ρωσία ήταν και δεν ήταν ώριμη για σοσιαλιστική επανάσταση. Κατάφερε να αντιμετωπίσει επιτυχώς μάλλον τα αρνητικά παρά τα θετικά της καθήκοντα. Υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων, οι εργάτες απαλλοτρίωσαν τους κεφαλαιοκράτες και έδωσαν την εξουσία στα Σοβιέτ. Δεν μπορούσαν όμως να οικοδομήσουν μια σοσιαλιστική οικονομία και ένα σοσιαλιστικό τρόπο ζωής και δεν κατάφεραν να διατηρήσουν την κυρίαρχη πολιτική τους θέση για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι ελπίδες των χωρικών  

Στην αρχή, ο διττός χαρακτήρας της επανάστασης συνιστούσε, όπως ειπώθηκε, πηγή δύναμης. Εάν η αστική επανάσταση είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα (ή αν κατά την Απελευθέρωση το 1861, είχε παραχωρηθεί γη στους απελευθερωμένους δουλοπάροικους με δίκαιους όρους), η αγροτιά θα είχε εξελιχθεί σε συντηρητική δύναμη και θα είχε σταθεί ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση, όπως το έπραξε στη Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ο συντηρητισμός της ενδέχεται μάλιστα να επηρέαζε ακόμη και τους εργάτες των πόλεων, πολλοί από τους οποίους είχαν ρίζες στην ύπαιθρο. Μια αστική τάξη πραγμάτων θα είχε πολύ μεγαλύτερη δύναμη και θα παρέμενε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην εξουσία απ’ ό,τι το ημι-φεουδαρχικό, ημι-αστικό καθεστώς (που διαμορφώθηκε μετά την επανάσταση του Φλεβάρη). Ο συγκερασμός των δύο επαναστάσεων έκανε δυνατή τη συμμαχία των εργατών και των αγροτών για την οποία μοχθούσε ο Λένιν και έδωσε την δυνατότητα στους Μπολσεβίκους να νικήσουν στον εμφύλιο πόλεμο και να αντισταθούν στις ξένες επεμβάσεις. Παρόλο που οι επιδιώξεις των εργατών αντιμάχονταν εγγενώς τις βλέψεις των χωρικών, καμιά από τις δύο τάξεις δεν είχε ακόμη συνείδηση αυτής της σύγκρουσης. Οι εργάτες αγαλλίασαν με τον θρίαμβο των μουζίκων επί των γαιοκτημόνων και δεν διέκριναν καμιά αντίφαση ανάμεσα στο δικό τους αγώνα για μια κολεκτιβιστική οικονομία και τον οικονομικό ατομισμό των αγροτών.  Η αντίφαση έγινε εμφανής και οξύνθηκε μόνο προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου, όταν η αγροτιά, που δεν την συγκρατούσε πια ο φόβος της επανόδου των γαιοκτημόνων, επιβεβαίωσε σθεναρά  αυτόν τον ατομισμό[1].

Έκτοτε, η διαμάχη πόλης- υπαίθρου και η σύγκρουση των δύο επαναστάσεων κυριάρχησε στην εγχώρια σκηνή της ΕΣΣΔ για τουλάχιστον δύο δεκαετίες, καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930 και οι συνέπειές τους επισκίασαν ολόκληρη την Σοβιετική ιστορία. Οι διακυμάνσεις του δράματος είναι αρκετά γνωστές. Ο Λένιν, προς το τέλος της ζωής του, επιχείρησε να επιλύσει το δίλημμα με ειρηνικό τρόπο, μέσω της Νέας Οικονομικής Πολιτικής και μιας μεικτής οικονομίας. Όμως, η απόπειρα αυτή ναυάγησε ήδη πριν το 1927 ή 1928. Κατόπιν, ο Στάλιν επεδίωξε να επιλύσει τη διαμάχη διά της βίας και έδωσε το έναυσμα για την λεγόμενη ολική κολεκτιβοποίηση της γεωργίας. Διαχώρισε την σοσιαλιστική επανάσταση από την αστική συντρίβοντας την αστική επανάσταση στην ύπαιθρο.

Ο Καρλ Μαρξ και οι οπαδοί του ήλπιζαν ότι η προλεταριακή επανάσταση θα απελευθερωνόταν από τους πυρετώδεις σπασμούς, την ψευδή συνείδηση και τον παροξυσμό ανορθολογισμού που χαρακτήριζαν την πορεία της αστικής επανάστασης. Ασφαλώς, αναλογίζονταν την σοσιαλιστική επανάσταση στην «καθαρή της μορφή» και υπέθεταν ότι θα λάμβανε χώρα σε προηγμένες βιομηχανικές χώρες, όπου η κοινωνία θα απολάμβανε υψηλό επίπεδο οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Είναι πολύ εύκολο να συγκρίνει κανείς αυτές τις γεμάτες πεποίθηση ελπίδες με τον κυκεώνα παραλογισμού αυτού του μισού αιώνα Σοβιετικής ιστορίας, αλλά μια τέτοια σύγκριση είναι άτοπη. Μεγάλο μέρος του παραλογισμού αυτού πηγάζει ακριβώς από τις αντιφάσεις μεταξύ των δύο ρωσικών επαναστάσεων, καθώς αυτές παρήγαγαν μια μακρά σειρά κρίσεων η διαχείριση των οποίων ήταν αδύνατη με τις συνήθεις μεθόδους πολιτικής δεινότητας, πολιτικού συμβιβασμού και διακανονισμού συγκρούσεων ή πολιτικών ελιγμών. Ο συγκερασμός των δύο επαναστάσεων έγινε η αχίλλειος πτέρνα του σοβιετικού εγχειρήματος.

Ελπίδες και πραγματικότητα

Ο ανορθολογισμός της επανάστασης των Πουριτανών και των Ιακωβίνων σε μεγάλο βαθμό προερχόταν από την σύγκρουση μεταξύ των υψηλών προσδοκιών του εξεγερμένου λαού και των αστικών φραγμών αυτών των επαναστάσεων.  Για τις εξεγερμένες μάζες, η επανάσταση δεν είναι ποτέ αστική. Πολεμούν για ελευθερία και ισότητα ή για την αδελφοσύνη των ανθρώπων και την κοινή ευημερία. Η κρίση ξεσπά όταν οι τάξεις και οι ομάδες που κατέχουν ιδιοκτησία εκδηλώνουν την ανυπομονησία τους να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τα οφέλη που τους επέφερε η επανάσταση και να συσσωρεύσουν πλούτο. Καθώς η επανάσταση τους περιορίζει σ’ αυτήν την προσπάθεια, αποσύρονται απ’ αυτή ή επιχειρούν να την σταματήσουν, ακριβώς την στιγμή που οι μάζες των πληβείων, απεγνωσμένες από τις στερήσεις και την πείνα, πιέζουν για πιο ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές. Αυτό συνέβη στην Γαλλία, κατά τον μαρασμό του Ιακωβινισμού, όταν οι νεόπλουτοι κραύγαζαν υπέρ της κατάργησης του ανώτατου ορίου και υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. Οι πληβείοι ανακάλυψαν τότε ότι οι επαναστατικές τους κατακτήσεις ήταν φενάκη, ότι η Ελευθερία ήταν απλώς η ελευθερία του εργάτη να πουλά την εργατική του δύναμη και ότι η Ισότητα σήμαινε ότι μπορούσε να διαπραγματεύεται με τον εργοδότη του στην αγορά εργασίας επί ονομαστικά ίσοις όροις. Στην Αγγλία, ήταν η στιγμή που οι Σκαφτιάδες και οι Ισοπεδωτές ανακάλυψαν την δύναμη της ιδιοκτησίας στην Κοινοπολιτεία. Έρχεται και κάθεται πάνω τους η βίαιη απομάγευση. Εμφανίζονται ρωγμές στο κόμμα της επανάστασης. Η ηγεσία σπαράσσεται από συγκρουόμενους δεσμούς πίστης. Και η ένταση του πάθους και της δράσης που ήταν δύναμη δημιουργίας της επανάστασης στο απόγειό της, μετατρέπεται σε καταστροφική δύναμη κατά την περίοδο στασιμότητας και μαρασμού. Εντοπίζει κανείς πολλά τέτοια ίχνη και στη Ρωσία αρκετά νωρίς, αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο, όταν οι αγρότες εξανάγκασαν την κυβέρνηση του Λένιν να κηρύξει σεβασμό απέναντι στην ατομική ιδιοκτησία και να επανεισάγει το ελεύθερο εμπόριο, ενώ η Εργατική Αντιπολίτευση κατήγγειλε αυτές τις ενέργειες ως προδοσία του σοσιαλισμού και  διαμαρτυρήθηκε απαιτώντας ισότητα.

Η δεινή θέση στην οποία βρισκόταν η ρωσική επανάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο καθώς την κατέτρεχαν οι εγγενείς αντιφάσεις οποιασδήποτε σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματοποιείται σε μια υπανάπτυκτη χώρα.  Ο Μαρξ κάνει λόγο για «τον σοσιαλισμό σε εμβρυακή μορφή που μεγαλώνει και ωριμάζει μέσα στη  μήτρα της αστικής κοινωνίας». Στη Ρωσία, μπορεί να πει κανείς ότι η σοσιαλιστική επανάσταση επενέβη σε ένα πολύ πρώιμο στάδιο της εγκυμοσύνης, πολύ πριν προλάβει να ωριμάσει το έμβρυο.  Η εγκυμοσύνη δεν οδήγησε σε  θνησιγένεια, ούτε όμως στο βιώσιμο σώμα του σοσιαλισμού.

Μπορεί να διερωτάται κανείς, τι ακριβώς εννοούν οι Μαρξιστές με αυτή την μεταφορά; Η απάντηση βέβαια συνδέεται με το θέμα μας και – όλως τυχαίως- με τα προβλήματα της δυτικής κοινωνίας επίσης. Ο Μαρξ περιγράφει πώς η σύγχρονη βιομηχανία, έχοντας αντικαταστήσει τους ανεξάρτητους τεχνίτες, χειροτέχνες και αγρότες με προσληφθέντες εργάτες, έχει αλλάξει ολόκληρη την διαδικασία με την οποία ο άνθρωπος συντηρείται στη ζωή, καθώς και την διαδικασία παραγωγής, μετασχηματίζοντάς την από ένα συνονθύλευμα ασυνάρτητων ατομικών επιδιώξεων σε μια συλλογική, συγκεντρωτική δραστηριότητα μεγάλου αριθμού εργατών που συνδέονται μεταξύ τους. Με τον καταμερισμό εργασίας και την τεχνολογική πρόοδο, οι παραγωγικές μας δυνάμεις γίνονται όλο και περισσότερο ανεξάρτητες και ενσωματώνονται ή τείνουν να ενσωματώνονται κοινωνικά σε εθνική ή και διεθνή κλίμακα. Αυτή ακριβώς είναι η «κοινωνικοποίηση» της παραγωγικής διαδικασίας- το έμβρυο του σοσιαλισμού μέσα στη μήτρα του καπιταλισμού. Αυτού του τύπου η παραγωγική διαδικασία απαιτεί κοινωνικό έλεγχο και σχεδιασμό. Η ατομική ιδιοκτησία ή ο ιδιωτικός έλεγχος είναι σε σύγκρουση μ’ αυτή. Ο ιδιωτικός έλεγχος, ακόμη κι όπως ασκείται από τις μεγάλες σύγχρονες εταιρίες, κατακερματίζει και αποδιοργανώνει ένα βασικά ενσωματωμένο κοινωνικό μηχανισμό, που χρειάζεται να  ενσωματωθεί πράγματι και με τρόπο ορθολογικό.

Η μαρξιστική επιχειρηματολογία ενάντια στον καπιταλισμό εδράζεται εν πολλοίς, αν και όχι αποκλειστικά, σε αυτό το επιχείρημα. Το ίδιο ισχύει για την επιχειρηματολογία του για το σοσιαλισμό.  Διαφαίνεται ότι στην πλήρη ανάπτυξη του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας έγκειται η πιο σημαντική ιστορική προϋπόθεση του σοσιαλισμού. Δίχως αυτή, ο σοσιαλισμός θα ήταν ένα σχέδιο με ελάχιστες πιθανότητες  επιτυχίας.  Το να προσπαθήσει κανείς να επιβάλει κοινωνικό έλεγχο σε ένα τρόπο παραγωγής που δεν είναι εγγενώς κοινωνικός είναι εξίσου άτοπο και αναχρονιστικό όσο και το να διατηρήσει ιδιωτικό ή τμηματικό έλεγχο επί μιας παραγωγικής διαδικασίας που είναι κοινωνική.

Η κατάσταση έλλειψης

Στη Ρωσία, αυτή η βασική προϋπόθεση του σοσιαλισμού έλειπε, όπως λογικά λείπει σε κάθε υπανάπτυκτη χώρα.  Η γεωργία, από την οποία έβγαζαν τα προς το ζην πάνω από τρία τέταρτα του λαού, ήταν κατακερματισμένη σε 23 ή 24 εκατομμύρια μικρά αγροκτήματα, που υπόκεινταν στον έλεγχο των αυθόρμητων δυνάμεων της αγοράς. Η εθνικοποιημένη βιομηχανία ήταν ένας μικρός θύλακας εντός αυτής της πρωτόγονης, άναρχης οικονομίας.  Αυτό σήμαινε ότι η Ρωσία δεν διέθετε άλλο ένα ουσιώδες προαπαιτούμενο του σοσιαλισμού: την αφθονία αγαθών και υπηρεσιών που πρέπει να διαθέτει η κοινωνία προκειμένου να καλύπτει – σε ένα υψηλό επίπεδο πολιτισμού- τις ανάγκες των μελών της με οποιονδήποτε τρόπο που προσεγγίζει την ισότητα. Μόλις λίγο καιρό πριν, η ρωσική βιομηχανία αδυνατούσε να παράγει τα προϊόντα που απαιτεί οποιαδήποτε σύγχρονη χώρα ώστε να λειτουργεί κανονικά. Ωστόσο, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να θεμελιωθεί πάνω στην έλλειψη και στη φτώχεια. Για άλλη μια φορά, όλες οι προσδοκίες για σοσιαλισμό αποδυναμώνονται. Η σπάνις τρέφει την ανισότητα με τρόπο αδυσώπητο. Όπου δεν υπάρχουν αρκετό φαγητό, αρκετή ενδυμασία και στέγαση για όλους, μια μειοψηφία θα αρπάξει ό, τι μπορεί, ενώ οι υπόλοιποι θα εξαθλιωθούν πεινασμένοι, ρακένδυτοι και στοιβαγμένοι σε παραγκουπόλεις. Όλα αυτά ήταν αναπόδραστα στην Ρωσία.

Επιπλέον, το πραγματικό σημείο αφετηρίας ήταν μια παντελής καταστροφή.  Μετά από χρόνια παγκόσμιου πολέμου, εμφυλίου και ξένων παρεμβάσεων, η μικρή βιομηχανία την οποία διέθετε η Ρωσία είχε καταρρεύσει. Είχαν εξαντληθεί τα μηχανήματα και τα αποθέματα. Οικονομικά η χώρα είχε οπισθοδρομήσει κατά μισό αιώνα τουλάχιστον. Οι άνθρωποι στις πόλεις έκαιγαν τα έπιπλά τους για να θερμάνουν τα σπίτια τους. Πλήθη εκατομμυρίων χωρικών είχαν πληγεί από το λιμό και περιπλανιούνταν στη χώρα σε αναζήτηση τροφής. Τα λιγοστά εκατομμύρια εργάτες που είχαν επανδρώσει τα οδοφράγματα το 1917 είχαν διασκορπιστεί και είχαν πλέον πάψει να υφίστανται ως  συνεκτική κοινωνική δύναμη. Οι γενναιότεροι είχαν σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο, πολλοί είχαν αναλάβει θέσεις στη νέα διοίκηση, στο στρατό και στην αστυνομία, πολλοί είχαν τραπεί σε φυγή από τις πόλεις που μάστιζε ο λιμός, ενώ οι ελάχιστοι που είχαν απομείνει πίσω ανάλωναν περισσότερο χρόνο στο εμπόριο παρά στην εργασία, απώλεσαν την ταξική τους ιδιότητα και τους κατάπιε η μαύρη αγορά. Αυτές ήταν οι συνθήκες διαμόρφωσης της κατάστασης εκείνη την εποχή, όταν οι Μπολσεβίκοι προσπαθούσαν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, να διαπλάσουν το καθεστώς τους και να το παγιώσουν. Στην προσπάθειά τους αυτή δεν μπορούσαν να βασιστούν στην τάξη της οποίας πρωτοπορία θεωρούσαν τον εαυτό τους, την τάξη που υποτίθεται ότι θα ήταν κυρίαρχη στο νέο κράτος, το στήριγμα της νέας δημοκρατίας, ο κύριος φορέας σοσιαλισμού. Η τάξη αυτή είχε χάσει τη ζωτικότητά της και ως φυσική  παρουσία και πολιτικά. Έτσι, ενώ η αστική επανάσταση, παρά το λιμό στην ύπαιθρο, επιβίωνε στην απτή πραγματικότητα της αγροτικής ζωής, η σοσιαλιστική επανάσταση έμοιαζε με φάντασμα που κρέμεται στο κενό.

Προσωρινοί αντικαταστάτες

Αυτές ήταν οι πραγματικές αιτίες του λεγόμενου γραφειοκρατικού εκφυλισμού του καθεστώτος. Στις συνθήκες που επικρατούσαν, συνθήματα όπως «δικτατορία του προλεταριάτου», «δημοκρατία των Σοβιέτ», «εργατικός έλεγχος» της βιομηχανίας, ήταν σχεδόν κενά νοήματος, στα οποία δεν μπορούσε κανείς να εμφυσήσει οποιοδήποτε περιεχόμενο. Η ιδέα της δημοκρατίας των Σοβιέτ, όπως αναπτύχθηκε εκτενώς από τον Λένιν, τον Τρότσκι και τον Μπουχάριν, έθετε ως προϋπόθεση την ύπαρξη μιας ενεργού, αενάως σε εγρήγορση εργατικής τάξης, που θα υπερασπιζόταν την θέση της όχι μόνο ενάντια στο παλαιό καθεστώς  αλλά και ενάντια σε οποιαδήποτε γραφειοκρατική δομή τυχόν καταχραζόταν ή σφετεριζόταν την εξουσία. Καθώς η εργατική τάξη δεν ήταν εκεί ως φυσική παρουσία, οι  Μπολσεβίκοι αποφάσισαν να δράσουν ως προσωρινοί αντικαταστάτες και εντολοδόχοι της έως ότου η ζωή να επανέλθει σε μια κανονικότητα και να αναδυθεί μια νέα εργατική τάξη.  Εν τω μεταξύ, θεώρησαν ως καθήκον τους την άσκηση της «δικτατορίας του προλεταριάτου» εκ μέρους ενός ανύπαρκτου, ή σχεδόν ανύπαρκτου προλεταριάτου.  Αυτό είχε ως επακόλουθο την γραφειοκρατική δικτατορία, ανεξέλεγκτη εξουσία και διαφθορά λόγω της εξουσίας αυτής. Δεν είναι πως οι Μπολσεβίκοι δεν γνώριζαν τον κίνδυνο. Ελάχιστη έκπληξη  θα αισθάνονταν ακούγοντας το απόφθεγμα του Λόρδου Άκτον για την εξουσία[2].Θα εξέφραζαν μάλιστα την συμφωνία τους μαζί του. Άλλωστε, κατανοούσαν κάτι που διέφευγε στον Λόρδο Άκτον και στους οπαδούς του, ότι δηλαδή η ιδιοκτησία συνιστά επίσης εξουσία  και δη συγκεντρωμένη εξουσία και ότι η σχεδόν μονοπωλιακή ιδιοκτησία των μεγάλων εταιριών συνιστά απόλυτη εξουσία η οποία δρα ακόμη πιο αποτελεσματικά όταν εναγκαλίζεται την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οι Μπολσεβίκοι γνώριζαν επίσης τους κινδύνους της εξουσίας στην μετακαπιταλιστική κοινωνία- αλλιώς δεν θα οραματίζονταν το μαρασμό του Κράτους. Εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω κανένα άλλο βιβλίο που να εμβαθύνει περισσότερο στις ρίζες της διαφθοράς που προκαλεί η εξουσία απ’ ό,τι το κάνει ο Λένιν στο -κάπως σχολαστικά και δογματικά γραμμένο- Κράτος κι Επανάσταση.  Επομένως, υπάρχει ένα στοιχείο τραγικότητας στη μοίρα των Μπολσεβίκων: παρόλη την βαθιά τους γνώση και την οξυμένη αντίληψη του κινδύνου, δεν κατάφεραν να γλιτώσουν απ’ αυτόν και μ’ όλη τους  την απέχθεια για την διαφθορά, υπέκυψαν.

Ελίτ και Τάξη  

Ως επαναστατικό κόμμα, δεν είχαν άλλη επιλογή, εκτός αν αποποιούνταν και απεκδύονταν την εξουσία, εκχωρώντας την στην πραγματικότητα στους εχθρούς τους, τους οποίους είχαν μόλις κατατροπώσει στον εμφύλιο πόλεμο. Αυτό μπορεί να το έκανε ένας άγιος ή ένας ηλίθιος, κι οι Μπολσεβίκοι δεν ήταν τίποτα από τα δύο.  Βρέθηκαν έξαφνα σε μια κατάσταση η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, έφερε ομοιότητες με την κατάσταση των Δεκεμβριστών, των Λαϊκιστών και των οπαδών της Ναρόνταγια Βόλια του 19ου αιώνα, την κατάσταση μιας επαναστατικής ελίτ που δεν είχε πίσω της μια επαναστατική τάξη. Όμως η ελίτ ήταν τώρα κυβέρνηση και είχε στην κατοχή της ένα πολιορκημένο φρούριο το οποίο είχε επισφαλώς διασώσει αλλά εξακολουθούσε να χρειάζεται να το προασπίσει, να το ανοικοδομήσει από τα ερείπια και να το μετατρέψει στη βάση της νέας κοινωνικής τάξης. Τα πολιορκημένα φρούρια σπανίως κυβερνώνται δημοκρατικά. Οι νικητές ενός εμφυλίου πολέμου σπανίως έχουν την πολυτέλεια να επιτρέψουν ελευθερία έκφρασης και οργάνωσης στους ηττημένους, ιδίως αν εκείνοι  χαίρουν της στήριξης ισχυρών ξένων κρατών.  Κατά κανόνα, ο εμφύλιος πόλεμος έχει ως αποτέλεσμα το  μονοπώλιο της εξουσίας από τους νικητές[3]. Το μονοκομματικό σύστημα έγινε για τους Μπολσεβίκους μια αναπόδραστη αναγκαιότητα. Η ίδια τους η επιβίωση και αναμφίβολα η επιβίωση της επανάστασης εξαρτιόνταν απ’ αυτό. Δεν είχαν καμιά τέτοια στόχευση εκ προμελέτης. Το εγκαθίδρυσαν, όχι δίχως αμφιβολίες, ως ένα προσωρινό μέσο. Το μονοκομματικό σύστημα ήταν σε αντίθεση με τις τάσεις, την λογική και τις ιδέες του Λένιν, του Τρότσκι, του Κάμενεφ, του Μπουχάριν, του Λουνατσάρσκι, του Ρίκοφ και πολλών άλλων. Μετά όμως, η λογική της κατάστασης επικράτησε και ποδοπάτησε τις ιδέες και τις αρχές τους. Το προσωρινό μέσο έγινε η νόρμα. Το μονοκομματικό σύστημα απέκτησε μόνιμο χαρακτήρα και μια δική του δυναμική. Μέσω μιας διαδικασίας παρεμφερούς με την φυσική επιλογή, μετά το θάνατο του Λένιν, η ιεραρχία του κόμματος βρήκε τον ηγέτη της στο πρόσωπο του Στάλιν, ο οποίος, λόγω της εξαιρετικής του ικανότητας που συνδεόταν με τον δεσποτικό χαρακτήρα του και την παντελή απουσία ηθικών αρχών, ήταν ο πλέον κατάλληλος για να κατέχει το μονοπώλιο της εξουσίας. Αργότερα θα εξετάσουμε πώς την χρησιμοποίησε για να μετασχηματίσει την κοινωνική δομή της Σοβιετικής Ένωσης και πώς ο μετασχηματισμός αυτός, που διαρκώς κρατούσε την κοινωνία σε κατάσταση τρομερής ρευστότητας, βοήθησε να διαιωνιστεί η εξουσία του. Μολαταύτα, ακόμη  κι ο Στάλιν θεωρούσε τον εαυτό του εντολοδόχο του προλεταριάτου και της επανάστασης. Ο Χρουστσόφ, όταν το 1956 εξέθεσε τα εγκλήματα και την απανθρωπιά του Στάλιν, είπε για κείνον: «Ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι αυτό ήταν αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης… Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε από την σκοπιά… των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού… του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτές ήταν οι πράξεις ενός τυράννου ζαλισμένου από την έξαψη… Εκεί έγκειται όλη η τραγωδία.» Ωστόσο, αν οι Μπολσεβίκοι  στην αρχή αισθάνονταν ότι δικαιούνταν να δράσουν ως εντολοδόχοι της εργατικής τάξης κατά το ενδιάμεσο διάστημα μόνο ενόσω η εργατική τάξη ήταν διασκορπισμένη και σχεδόν ανύπαρκτη, ο Στάλιν κατείχε απολυταρχική εξουσία ασκώντας όλη του την δύναμη για πολύ καιρό μετά από αυτό, ενώ η εργατική τάξη αναδιοργανωνόταν και αναπτυσσόταν ραγδαία. Χρησιμοποίησε δε κάθε μέσο τρομοκρατίας και εξαπάτησης προκειμένου να αποτρέψει τους εργάτες και τον λαό εν γένει από τον να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και την επαναστατική τους κληρονομιά.

Η συνείδηση του κόμματος ήταν σε αέναη διαμάχη με αυτή την πραγματικότητα που συνέθετε το μονοπώλιο της εξουσίας. Ήδη από το 1922, ο Λένιν λίγο πριν πεθάνει κατονόμασε τον Στάλιν και προειδοποιούσε το κόμμα για τον «Μεγάλο Τραμπούκο», αποκαλώντας τον dzierzhymorda, τον Μεγάλο Ρώσο σοβινιστή, ο οποίος επέστρεφε για να καταπιέσει τους αδύναμους και τους αβοήθητους. Ομολόγησε ότι ο ίδιος ένιωθε «βαθιά ένοχος ενώπιον των εργατών της Ρωσίας» που δεν τους προειδοποίησε νωρίτερα. Μετά από τρία χρόνια, ο Κάμενεφ προσπάθησε μάταια να επικαλεστεί την διαθήκη του Λένιν σε ένα θυελλώδες Συνέδριο του Κόμματος. Το 1926, ο  Τρότσκι, σε μια συνεδρίαση του Πολίτμπιρο, επίσης καταγγέλλοντας τον Στάλιν, του πέταξε κατάμουτρα τις λέξεις: «Νεκροθάφτη της επανάστασης». «Είναι ο νέος Τζένγκις Χαν»,  αυτό ήταν το προαίσθημα που εξέφρασε τρομοκρατημένος ο Μπουχάριν το 1928, «αυτός θα μας σφάξει όλους… αυτός θα πνίξει στο αίμα τις εξεγέρσεις των χωρικών.» Κι αυτές δεν ήταν μερικές τυχαίες παρατηρήσεις κάποιων, ελαχίστων ηγετών. Πίσω από αυτούς τους άντρες υψώνονταν νέες ομάδες αντιπολίτευσης, που επεδίωκαν να επαναφέρουν το κόμμα πίσω στις επαναστατικές, δημοκρατικές του παραδόσεις και στις σοσιαλιστικές δεσμεύσεις του. Αυτό επιχείρησαν να κάνουν η Εργατική Αντιπολίτευση και οι οπαδοί του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού ήδη από το 1921 και 1922, αυτό έκαναν οι οπαδοί του Τρότσκι από το 1923 και μετά, οι οπαδοί του Ζηνόβιεφ από το 1925 ως το 1927, οι οπαδοί του Μπουχάριν το 1928 και 1929, καθώς και μικρότερης εμβέλειας και λιγότερο συγκροτημένες ομάδες, ακόμη και σταλινικές σε διάφορες άλλες χρονικές περιόδους.

Το μονοπώλιο της εξουσίας

Δεν δύναμαι να επεκταθώ εδώ στην ιστορία αυτών των αγώνων και των εκκαθαρίσεων- τα έχω αφηγηθεί αλλού.  Προφανώς, καθώς οι διαδοχικές διασπάσεις καταστέλλονταν, το μονοπώλιο της εξουσίας γινόταν όλο και πιο στενό και άκαμπτο. Στην αρχή, το μοναδικό κόμμα επέτρεπε ακόμη ελευθερία έκφρασης και πολιτικής πρωτοβουλίας, τουλάχιστον στα μέλη του. Αργότερα, η πολιτική ολιγαρχία τους στέρησε αυτή την ελευθερία και το μονοπώλιο του μοναδικού κόμματος έγινε στην πραγματικότητα μονοπώλιο που κατείχε μια μόνη παράταξη, η σταλινική.  Κατά την δεύτερη δεκαετία της επανάστασης διαμορφώθηκε το ολοκληρωτικό μονολιθικό καθεστώς. Τέλος, ο νόμος της μοναδικής παράταξης έγινε νόμος προσωπικά του αρχηγού της παράταξης. Το γεγονός ότι ο Στάλιν μπόρεσε να εδραιώσει την μονοκρατορία του μόνο επί των πτωμάτων των περισσότερων αρχικών ηγετών της επανάστασης και των οπαδών τους και ότι χρειάστηκε να πατήσει επί των πτωμάτων ακόμη και καλών σταλινικών καταδεικνύει το βάθος και την δύναμη της αντίστασης την οποία έπρεπε να σπάσει.

Οι πολιτικές μεταμορφώσεις του καθεστώτος ακολούθησε ο εκχυδαϊσμός των ιδεών του  1917. Οι άνθρωποι διδάχτηκαν ότι ο σοσιαλισμός απαιτούσε όχι μόνο εθνική ιδιοκτησία και σχεδιασμό, ταχεία εκβιομηχάνιση, κολεκτιβοποίηση και λαϊκή εκπαίδευση αλλά ότι με κάποιον τρόπο, η λεγόμενη λατρεία του ατομικού,  άξεστου προνομίου και σφοδρού αντιεξισωτισμού καθώς και η παντοδυναμία της αστυνομίας  ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την νέα κοινωνία. Ο Μαρξισμός, το πιο κριτικό και ασεβές των δογμάτων απώλεσε το περιεχόμενό του και συρρικνώθηκε σε ένα σύνολο από σοφιστείες και σχεδόν εκκλησιαστικούς κανόνες, σχεδιασμένους έτσι ώστε να νομιμοποιούν κάθε διάταγμα που εξέδιδε ο Στάλιν και κάθε ψευδο- θεωρητικό καπρίτσιο του. Οι ολέθριες επιπτώσεις που είχαν όλα αυτά στην Σοβιετική επιστήμη, τέχνη, λογοτεχνία και στο ηθικό κλίμα της χώρας είναι γνωστές. Καθώς ο Σταλινισμός διήρκεσε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το επίσημο δόγμα μιας παγκόσμιας οργάνωσης, αυτός ο εξευτελισμός του σοσιαλισμού και του Μαρξισμού είχαν κοσμοϊστορικό αντίκτυπο και σε διεθνή κλίμακα, ειδικά στο εργατικό κίνημα στη Δύση. Σκοπεύω να εξετάσω τον αντίκτυπο αυτό εντός ενός διαφορετικού πλαισίου.

Η Ρωσική επανάσταση είχε κάποια γνωρίσματα ανορθολογισμού κοινά με τις αστικές επαναστάσεις, των οποίων υπήρξε η τελευταία. Αυτό είναι βασικά το αστικό στοιχείο του χαρακτήρα της. Ο Στάλιν, ως αυθεντία στις εκκαθαρίσεις, είναι απόγονος  του Κρόμγουελ και του Ροβεσπιέρου. Η τρομοκρατία που επέβαλε ήταν πολύ πιο βάναυση και ειδεχθής σε σύγκριση με την τρομοκρατία εκείνων, καθώς άσκησε εξουσία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και σε μια χώρα συνηθισμένη εδώ και αιώνες στη βάρβαρη κτηνωδία των κυβερνώντων της.  Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Στάλιν ήταν επίσης απόγονος του Ιβάν του Τρομερού, του Μεγάλου Πέτρου, του Νικολάου Α΄ και του Αλεξάνδρου Γ΄. Πράγματι, ο σταλινισμός μπορεί να περιγραφτεί ως ένα κράμα μαρξισμού και της αρχέγονης, βάναυσης ρωσικής οπισθοδρομικότητας. Σε κάθε περίπτωση, οι επιδιώξεις της επανάστασης και η επαναστατική πραγματικότητα απείχαν πολύ περισσότερο μεταξύ τους στη Ρωσία από οπουδήποτε αλλού, γι’ αυτό χρειάστηκε πολύ περισσότερη αιματοχυσία και υποκρισία για να συγκαλυφθεί η τρομερή αυτή απόκλιση.

Η συνέχεια της επανάστασης

Τότε πού, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, έγκειται  η συνέχεια της επανάστασης; Σε ποια πραγματικότητα ενυπάρχει μετά από αυτές τις πολιτικές και ιδεολογικές παραμορφώσεις, μετά από τόσες εκρήξεις τρομοκρατίας και άλλων κατακλυσμιαίων καταστροφών; Παρόμοια ερωτήματα εγείρονται αναφορικά και με άλλες επαναστάσεις. Πότε και πού, παραδείγματος χάριν, τελείωσε η γαλλική επανάσταση; Μήπως όταν οι Ιακωβίνοι κατέστειλαν την Κομμούνα και τους Λυσσασμένους; Ή όταν ο Ροβεσπιέρος ανέβηκε τα σκαλιά της γκιλοτίνας; Τη στιγμή της στέψης του Ναπολέοντα; Ή κατά την εκθρόνισή του; Τα περισσότερα από αυτά τα γεγονότα, παρά τον καταλυτικό τους χαρακτήρα, τα τυλίγει ένα πέπλο αμφισημίας. Μόνο η πτώση του Ναπολέοντα σημαδεύει αδιαμφισβήτητα το τέλος του ιστορικού κύκλου. Στη Ρωσία, παρόμοια αμφισημία περιβάλλει γεγονότα όπως η εξέγερση της Κροστάνδης το  1921, η ήττα του Τρότσκι το 1923, η αποπομπή του το 1927, οι εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του’30, οι αποκαλύψεις του Χρουστσόφ για τον Στάλιν το 1956, για να αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια απ’ αυτά. Οι οπαδοί των διάφορων ομάδων θα επιχειρηματολογούν ακατάπαυστα γύρω από τις τομές αυτές στην συνέχεια της επανάστασης και θα επισημαίνουν σε ποιο από αυτά τα γεγονότα «τελικά» προδόθηκε και ηττήθηκε η επανάσταση. (Παραδόξως, ο ίδιος ο Τρότσκι, τα χρόνια της τελευταία του εξορίας, επιχείρησε να πείσει μερικούς από τους πιο ένθερμους οπαδούς του ότι η επανάσταση δεν τελείωσε με την απέλασή του.) Αυτές οι σεχταριστικές διαμάχες έχουν την σημασία τους, ιδιαίτερα για τους ιστορικούς που μπορεί να αλιεύσουν κάποια ψήγματα αλήθειας. Οι καλύτεροι Γάλλοι ιστορικοί είναι μέχρι και σήμερα διαιρεμένοι μεταξύ αυτών που τάσσονται υπέρ και κατά των Ιακωβίνων, των οπαδών του Δαντόν, του Ροβεσπιέρου, του Εμπέρ, των προασπιστών της Κομμούνας, των υπερασπιστών και των πολέμιων του Θερμιδόρ, των οπαδών και των εχθρών του Βοναπάρτη. Οι διαμάχες τους ανέκαθεν συνδέονται με τις τρέχουσες πολιτικές  ανησυχίες των Γάλλων.  Είμαι πεπεισμένος ότι οι Σοβιετικοί ιστορικοί θα είναι εξίσου διαιρεμένοι για πολλές γενιές, όπως ήμαστε κι εμείς που συμμετείχαμε στο κομμουνιστικό κίνημα τη δεκαετία του 1920 και του 1930, σε τροτσκιστές, σταλινικούς, οπαδούς του Μπουχάριν, του Ζηνόβιεφ, της Ομάδας Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού κοκ. Και ελπίζω κάποιοι απ’ αυτούς να μπορέσουν, χωρίς φόβο και δίχως αμηχανία, να δώσουν απολογητικές εξηγήσεις για τους Μενσεβίκους και τους Εσέρους. Όμως το ζήτημα της συνέχειας της επανάστασης δεν επιλύεται σε τέτοιες διαμάχες- τις υπερβαίνει. Οφείλει να κρίνεται και κρίνεται από άλλα, ευρύτερα κριτήρια. Δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά, ως τον Κλεμανσώ, ο οποίος είπε ότι «η επανάσταση είναι ένα ενιαίο τούβλο, από το οποίο δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τίποτα». Μπορεί όμως να ειπωθεί κάτι για την  προσέγγιση του Κλεμανσώ, ακόμη κι αν το «τούβλο» είναι κράμα με μπόλικο ευτελές μέταλλο.

Ένας τρόπος να διαχειριστούμε το πρόβλημα είναι να πούμε ότι όσοι ζουν την εποχή της επανάστασης αναγνωρίζουν την συνέχειά της μέσω της στάσης που παίρνουν απέναντί της, μέσω των πολιτικών και των πράξεών τους. Το ίδιο κάνουν και στις μέρες μας. Η μεγάλη τομή του 1917 ακόμη χάσκει απειλητικά όσο ποτέ στη συνείδηση  της ανθρωπότητας. Τα ζητήματα που θέτει είναι ακόμη ανεπίλυτα για τους πολιτικούς, τους ιδεολόγους, αλλά και για τους απλούς ανθρώπους. Και το γεγονός ότι οι κυβερνώντες και οι ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης δεν έπαψαν ποτέ να επικαλούνται τις επαναστατικές απαρχές τους έχει επίσης την λογική και τις συνέπειές του. Όλοι τους, συμπεριλαμβανομένου του Στάλιν, του Χρουστσόφ και των διαδόχων του, έπρεπε να καλλιεργήσουν στο μυαλό του λαού την αίσθηση της συνέχειας της επανάστασης. Έπρεπε να επαναλάβουν τις υποσχέσεις του 1917,ακόμη κι όταν οι ίδιοι τις παρέβαιναν. Κι έπρεπε να επαναλάβουν, ξανά και ξανά, την δέσμευση της Σοβιετικής Ένωσης για το σοσιαλισμό. Αυτές οι υποσχέσεις και οι δεσμεύσεις ενσταλάχτηκαν σε κάθε νέα γενιά και ηλικιακή ομάδα, στο σχολείο και στο εργοστάσιο. Η παράδοση της επανάστασης ήταν κυρίαρχη στο Σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό από μόνο του είναι ένας ισχυρός παράγοντας συνέχειας. Ισχύει βέβαια ότι το εκπαιδευτικό σχήμα είναι σχεδιασμένο ώστε να συγκαλύπτει τις τομές στην συνέχεια, να παραχαράσσει την ιστορία και να παρέχει δικαιολογίες ή να υποβαθμίζει τις αντιφάσεις και τους ανορθολογισμούς. Μολαταύτα, το εκπαιδευτικό σύστημα διαρκώς επαναφύπνιζε στις μάζες του λαού την συναίσθηση της επαναστατικής τους κληρονομιάς.

Ιδιοκτησία περιουσίας

Πίσω από αυτά τα ιδεολογικά και πολιτικά φαινόμενα υπάρχει η πραγματική συνέχεια ενός συστήματος βασισμένου στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας  και στην πλήρη εθνικοποίηση της βιομηχανίας και των τραπεζών. Όλες οι αλλαγές κυβερνήσεων, κομματικής ηγεσίας και πολιτικών δεν επηρέασαν αυτή την βασική και απαραβίαστη «κατάκτηση του Οκτώβρη». Αυτός είναι ο βράχος πάνω στον οποίο στέκει η ιδεολογική συνέχεια. Οι περιουσιακές σχέσεις ή οι μορφές ιδιοκτησίας δεν αποτελούν ένα παθητικό ή αδιάφορο παράγοντα στην ανάπτυξη  της κοινωνίας. Γνωρίζουμε πόσο βαθιά άλλαξε τον τρόπο ζωής και την διάπλαση της δυτικής κοινωνίας η αλλαγή από τις φεουδαρχικές στις αστικές μορφές περιουσίας.

Τώρα, η γενικευμένη, πλήρης εθνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής περιλαμβάνει έναν ακόμη πιο πολύπλευρο και θεμελιώδη μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό. Θα ήταν εσφαλμένη η αντίληψη ότι υπάρχει απλώς μια ποσοτική διαφορά ανάμεσα στην εθνικοποίηση ας πούμε του 25% της βιομηχανίας και της δημόσιας ιδιοκτησίας του 100%. Η διαφορά είναι ποιοτική. Σε μια σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, η συνολική δημόσια ιδιοκτησία οπωσδήποτε  δημιουργεί ένα ουσιαστικά νέο περιβάλλον για την παραγωγική δραστηριότητα και τις πολιτιστικές επιδιώξεις των ανθρώπων. Καθώς η μετεπαναστατική Ρωσία δεν ήταν μια σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, η εθνική ιδιοκτησία από μόνη της δεν επαρκούσε ώστε να δημιουργήσει ένα τέτοιο ποιοτικά νέο περιβάλλον, παρά μόνο  ορισμένα στοιχεία του. Ακόμη κι αυτό ήταν αρκετό ώστε να επηρεάσει αποφασιστικά την κοινωνική εξέλιξη και να προσδώσει μια κάποια ενότητα στις διαδικασίες  κοινωνικού μετασχηματισμού στην Σοβιετική Ένωση.

Αναφέρθηκα εκτενώς στις ασυνέχειες της απόπειρας να εγκαθιδρυθεί κοινωνικός έλεγχος πάνω σε μια παραγωγική διαδικασία που δεν ήταν κοινωνική ως προς το χαρακτήρα της, καθώς και στο ανέφικτο της εδραίωσης  του σοσιαλισμού που θεμελιωνόταν πάνω στην έλλειψη και την ανεπάρκεια. Ολόκληρη η ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης αυτά τα πενήντα χρόνια ήταν ένας αγώνας, εν μέρει επιτυχής και εν μέρει όχι, να επιλυθεί αυτή η ασυνέχεια, να ξεπεραστεί η έλλειψη και να διασφαλιστεί επάρκεια. Αυτό σήμαινε, στην πρώτη περίπτωση, την εντατική βιομηχανοποίηση ως ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, όχι ως ένα σκοπό αυτό καθαυτό. Οι φεουδαρχικές, ακόμη και οι αστικές περιουσιακές σχέσεις μπορεί να είναι συμβατές με οικονομική στασιμότητα ή με ένα αργό ρυθμό ανάπτυξης, η εθνική ιδιοκτησία όμως δεν είναι, ιδιαίτερα αν εγκαθιδρύεται σε μια υπανάπτυκτη χώρα μέσω προλεταριακής επανάστασης. Το σύστημα φέρει εγγενώς την ώθηση για ταχεία ανάπτυξη, την αναγκαιότητα σκληρού αγώνα για αφθονία και την επιτακτική ανάγκη να αναπτυχθεί εκείνη η κοινωνική παραγωγική διαδικασία που χρειάζεται ορθολογικό κοινωνικό έλεγχο. Στην πορεία της προόδου, η οποία κατέστη για την Ρωσία πολύ δυσκολότερη απ’ ό,τι χρειαζόταν, λόγω των πολέμων, της κούρσας εξοπλισμών και της γραφειοκρατικής σπατάλης, αναδύθηκαν νέες αντιφάσεις και διαιωνίστηκε η  σύγχυση σκοπών και μέσων.  Καθώς συσσωρευόταν ο εθνικός πλούτος, οι μάζες των καταναλωτών, οι οποίοι ήταν και αυτοί που τον παρήγαν, εκτέθηκαν σε διαρκή και επιδεινούμενη έλλειψη και στερήσεις, ενώ ο γραφειοκρατικός έλεγχος σε κάθε πτυχή της εθνικής ζωής υποκατέστησε τον κοινωνικό έλεγχο και την κοινωνική ευθύνη. Η σειρά των προτεραιοτήτων θα έλεγε κανείς ότι αντιστράφηκε. Οι μορφές του σοσιαλισμού είχαν σφυρηλατηθεί πριν το περιεχόμενο, η οικονομική και πολιτιστική ουσία, καταστεί διαθέσιμο. Και καθώς παραγόταν το περιεχόμενο, οι μορφές εκφυλίζονταν ή διαστρεβλώνονταν. Στην αρχή, οι κοινωνικο-πολιτικοί θεσμοί που δημιούργησε η επανάσταση υψώνονταν πάνω από το τρέχον επίπεδο υλικής και πολιτιστικής ύπαρξης της χώρας. Έπειτα, καθώς ανέβαινε το επίπεδο αυτό, η κοινωνικο-πολιτική τάξη συνεθλίβη κάτω απ’ αυτό υπό το βάρος της γραφειοκρατίας και του σταλινισμού. Ακόμη και ο σκοπός υποβαθμίστηκε στο επίπεδο των μέσων: η ιδανική εικόνα της αταξικής κοινωνίας εκφυλίστηκε στις αθλιότητες αυτής της περιόδου μετάβασης και στις ακατέργαστες ανάγκες μιας πρωτόγονης συσσώρευσης πλούτου.

Το μέλλον

Αυτή η αντιστροφή κοινωνικών προτεραιοτήτων, αυτή η σύγχυση σκοπών και μέσων και η επακόλουθη δυσαρμονία ανάμεσα στις μορφές και στο περιεχόμενο της εθνικής ζωής είναι οι βαθύτερες αιτίες των κρίσεων, του αναβρασμού και της αναταραχής της μετά τον Στάλιν εποχής. Ο γραφειοκρατικός έλεγχος, που υποκατέστησε τον κοινωνικό έλεγχο, έγινε τροχοπέδη στην περαιτέρω πρόοδο. Η χώρα επιθυμεί διακαώς να διαχειριστεί τον πλούτο της και να πάρει την μοίρα της στα χέρια της. Δεν ξέρει ακριβώς πώς να εκφράσει τις επιδιώξεις της και τι να κάνει γι’ αυτές. Δεκαετίες ολοκληρωτικής διακυβέρνησης και μονολιθικής πειθαρχίας έχουν αποστερήσει το λαό από την δυνατότητά του για αυτοέκφραση, αυθόρμητη δράση και αυτοοργάνωση. Οι κυρίαρχες ομάδες παίζουν με οικονομικές μεταρρυθμίσεις, χαλαρώνουν τον έλεγχο στο μυαλό του λαού και παρόλα αυτά, κάνουν ό, τι μπορούν για να κρατήσουν το λαό άναρθρο και παθητικό. Αυτά είναι τα όρια της επίσημης αποσταλινικοποίησης, πίσω από την οποία ελλοχεύει μια ανεπίσημη αποσταλινικοποίηση, μια ευρύτατα διαδεδομένη προσδοκία για ριζική αλλαγή. Τόσο οι επίσημες πολιτικές όσο και οι ανεπίσημες τάσεις τροφοδοτούνται από μνήμες της πρώιμης περιόδου της επανάστασης που δεν διαλύθηκαν ή που αναβίωσαν, μιας περιόδου με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, ορθολογισμό και ανθρωπιά. Αυτή η εμφανής στροφή στο παρελθόν, με το αδιάκοπο προσκύνημα στον τάφο του Λένιν, πιθανόν καλύπτει μια αμήχανη παύση ανάμεσα στην σταλινική εποχή και μια νέα αρχή στην δημιουργική σκέψη και την ιστορική δράση στην Σοβιετική Ένωση. Παρά το αίσθημα δυσφορίας, η περισυλλογή για τα βαθύτερα κίνητρα και η συνειδησιακή αυτοκριτική καθώς και οι ψηλαφητές αναζητήσεις στο σκοτάδι της μετά τον Στάλιν εποχής μαρτυρούν με τον  τρόπο τους την συνέχεια της επαναστατικής εποχής.

____________________________________

[1] Αυτή ήταν η κυρίαρχη στάση των αγροτών, αν και ήταν διαιρεμένοι σε πλούσιους και φτωχούς αγρότες. Μικρές ομάδες πεφωτισμένων αγροτών συγκρότησαν, με δική τους συναίνεση, συνεταιρισμούς και κοινοβιακές κοινότητες αμέσως μετά την επανάσταση και στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

[2] «Η εξουσία διαφθείρει. Η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απολύτως.»

[3] Ο Αμερικανικός Εμφύλιος φαίνεται πως αποτελεί εξαίρεση. Ωστόσο, πρόκειται για έναν εμφύλιο που δεν διαίρεσε ολόκληρη την χώρα ή τις διαμορφωμένες τάξεις σε όλη την έκταση των ΗΠΑ. Ο Βορράς ήταν σχεδόν ενωμένος στην αποφασιστικότητά του να αποτρέψει την απόσχιση των νότιων πολιτειών. Η υπεροχή του και η κυριαρχία επί του Νότου δεν κινδύνευσαν ποτέ ούτε υπήρξε ξένη ένοπλη παρέμβαση.

 

Διαβάστε: Η συνείδηση ενός πρώην κομμουνιστή (Isaac Deutscher) 1950

Advertisements

3 responses to “Isaac Deutscher: Η ανολοκλήρωτη επανάσταση -1917-1967

  1. το συμπέρασμα που βγαίνει είναι οτι 1: η προλεταριακή επανάσταση ήταν πρώιμη και άρα δεν έπρεπε να γίνει, 2: απο την επανάσταση περνάμε στο σοσιαλισμό χωρίς να μεσολαβεί κάτι άλλο,3: μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός σε μια χώρα.
    δεν ξέρω γιατί οι σ. προβάλουν παλιές και χιλιοειπωμένες και χιλιομασημένες απόψεις που ηττήθηκαν απο τον μπολσεβικισμό και τον Λένιν, σε αντίθεση με υπάρχουσες θεμελιωμένες Μαρξιστικές τις οποίες δεν προβάλουν. στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τον σοσιαλισμό του Κουτσκυ, τον οποίο εφάρμοσε πρακτικά ο Στάλιν και για αυτό η προλεταριακή επανάσταση ενώ νίκησε στην πρώτη της πράξη, δεν ολοκληρώθηκε.

    Μου αρέσει!

  2. Σύντροφε δεν φαίνεται να μελέτησες, μάλλον «ξεπέταξες», το κείμενο που μετέφρασαν και δημοσίευσαν οι σύντροφοι (και τους ευχαριστούμε) της Ορχήστρας. Για το πρώτο συμπέρασμα που βγάζεις, δεν προκύπτει ότι η επανάσταση «δεν έπρεπε να γίνει». Αντίθετα εξηγεί τις συνέπειες αυτού που ο Λένιν είχε διαγνώσει, ότι: αν δεν κερδίσει η επανάσταση στην Ευρώπη, η εξουσία των Σοβιέτ δεν θα είναι εύκολο να σταθεί. Το δεύτερο και τρίτο συμπέρασμά σου στερούνται οποιασδήποτε βάσης, είναι εντελώς αυθαίρετα.
    Το πιο σημαντικό όμως τμήμα του σχολίου σου είναι ότι ενώ ασκείς κριτική στους συντρόφους για προβολή καουτσκικών (δηλαδή αντιμαρξιστικών) θέσεων και τους τραβάς το αυτί να έρθουν στο μπολσεβίκικο/μαρξιστικό δρόμο, λες ότι ο Στάλιν πήρε την επανάσταση από τα χέρια των υπόλοιπων μαρξιστών μπολσεβίκων (που θα την πήγαιναν ως την νίκη) και δε την ολοκλήρωσε (γιατί είχε άλλο σχέδιο..). Αυτή είναι μια καραμπινάτη αντιμαρξιστική θεώρηση της Ιστορίας γενικά και της Ιστορίας της Οκτωβριανής Επανάστασης ειδικά. Ο συλλογισμός σου ορθά-κοφτά υπονοεί ότι η απουσία του Στάλιν θα ήταν αρκετή για να νικήσει πλήρως η επανάσταση, άρα η Ρωσία θα μπορούσε να φτάσει στην πλήρη νίκη, δηλαδή στο σοσιαλισμό (…αλλά σε μια μόνη χώρα!).
    Αντίθετα με τέτοιου τύπου προσεγγίσεις, το κείμενο του Deutscher περιγράφει το πώς οι συνθήκες (πολιτικές-οικονομικές, η καταστροφή από τον εμφύλιο, η ιμπεριαλιστική περικύκλωση) που διαμορφώθηκαν στην μετεπαναστατική Ρωσία επέδρασαν στην δημιουργία και αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας.

    Το κείμενο του Deutscher θέτει ένα πλαίσιο μελέτης για το «τι πήγε λάθος» που ξεπερνά την αυτιστική συζήτηση «φταίει ο Τρότσκυ ή ο Στάλιν;» ή «αν ζούσε ο Λένιν θα είχαμε τον εκφυλισμό που γνωρίσαμε;». Το κείμενο προσπαθεί με αρκετά νηφάλιο τρόπο (για την εποχή που γράφτηκε) να αποτυπώσει τους σπασμούς της γέννας: την αντίσταση της ατομικής ιδιοκτησίας μπροστά στην κατάργησή της, πως αυτό εκφράστηκε στην πορεία της επανάστασης και πως επηρέασε το Κόμμα. Η συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα (δυστυχώς) στις γραμμές της ελληνικής επαναστατικής Αριστεράς έχει μείνει στην εποχή πριν την ΝΕΠ και όταν διεξάγεται έχει το χαρακτήρα αντιπαράθεσης θρησκευτικών αιρέσεων.

    Μου αρέσει!

  3. Ζητω ταπεινα συγνωμη για την παρεμβαση μου σε αυτο το τοπικ και αυτο οχι τοσο απο αποψη ουσιας στη συζητηση (που ειναι γνωστη στους παροικουντες εν κλπ ) αλλα γιατι θα ειμαι σε λιγες χιλιαδες μετρα υψομετρο στην επιστροφη μου στην χωρα των θαυματων οταν θα ανεβαινει πιθανοτατα αρθρο για την επισκεψη της ασημαντης Μερκελ και την ιδια στιγμη θα ξεχνιεται η επετειος απουσιας ενος ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ επαναστατη!.

    Αντιθετως και κοντρα σε οσους δεν μπορουν να καταλαβουν. Στις 13 Ιανουαριου συμπληρωνεται ενας χρονος απ το προωρο τελος ακομα ενος «κοκκινορχηστρεου».. Θλιψη και οργη για το χαμο του νεοελληνα Αριστοφανη! Χαρα και εμπνευση για την παρακαταθηκη του βαλκανιου Τσαβες! Γιατι ο Τζιμης ειχε ολο το πακετο:)

    Και επιτελους για τους εναπομειναντες επαναστες αυτης της χωρας! Μη σωσουμε να ζησουμε να τον θυμωμαστε ρε! Αρκετα πλεον! Αυτον και οποιονδηποτε συντροφο αφησε τη σφραγγιδα του στον φαντασιακο μας κομμουνιστικο πλανητη ; να τους θυμωμαστε για να ζουμε ρε!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s