Για το ρατσιστικό πογκρόμ στη Λέσβο

Νίκος Χ για το Avantgarde

Ορισμένα βασικά στοιχεία για το προσφυγικό

Οποιαδήποτε συζήτηση για το προσφυγικό ξεκινάει από τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης- Τουρκίας, με την οποία θεσμοποιείται ο λεγόμενος γεωγραφικός περιορισμός των αιτούντων διεθνούς προστασίας στα νησιά του αιγαίου. Η υπηρεσία ασύλου δηλαδή εκδίδει ένα είδος ταυτότητας (τρίπτυχο) με το οποίο οι αιτούντες μπορούν να κινούνται μόνο εντός νησιού[1].

Τα τελευταία δύο χρόνια που η συγκεκριμένη συμφωνία είναι ενεργή τα νησιά λειτουργούν επί της ουσίας σαν φυλακές, που οι πρόσφυγες αναγκάζονται να περιμένουν ακόμα και ένα χρόνο μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι διαδικασίες τους. Με αυτόν τον τρόπο η ΕΕ δημιουργεί μία καμένη γη στα όριά της, όπου οι πρόσφυγες έπειτα από πολέμους, κακουχίες και εξευτελισμό υπόκεινται στο βασανιστήριο της αναμονής. Ως εκ τούτου η ΕΕ ασκεί πίεση στις ροές των προσφύγων εκβιάζοντάς τους για τις συνέπειες που θα υποστούν αν εν τέλει αποφασίσουν να κάνουν το ταξίδι τους.

Για όποιον έχει στοιχειώδη επαφή με το προσφυγικό στην Ελλάδα, η ζωή των προσφύγων είναι μία παράλληλη κοινωνία, δίπλα και ξέχωρα από την ελληνική. Τους έχουν στοιβαγμένους  σε στρατόπεδα μέσα σε κοντέινερ ή σκηνές και κατά κανόνα η πρόσβασή τους σε υγεία και παιδεία είναι κατά πολύ λιγότερη σε σχέση με αυτή που μπορεί να προσφερθεί. Και η μόνη διέξοδος ποια είναι; Η περιβόητη ευαλωτότητα. Άλλωστε όλα αυτά είναι ακόμα πέρα από τα όρια αντοχής για την αισθητική του μέσου Ευρωπαίου, να βλέπει ανάπηρους, παιδιά και γέρους να ζουν στα «κέντρα φιλοξενίας» σε αυτή την ελεεινή κατάσταση. Φαίνεται καταλαβαίνουν οι όσoι σκαρφίστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ότι χρειάζεται ένα φύλο συκής για να σωθεί η τιμή του ευαίσθητου κοινωνικού συμβολαίου της Δύσης που τόσο κόπτεται για την περιβόητη αξία της ανθρώπινης ζωής. Και έτσι να μπορεί ο κάθε ευρωπαίος να κρύβει τη υποκρισία του κάθε φορά που ένα παιδάκι βρίσκεται πνιγμένο στην ακτή, εξαντλώντας στις αθώες ψυχές τον ανθρωπισμό μιας κοινωνίας που την ιδία στιγμή μπορεί όχι μόνο να ανέχεται αλλά να ζητάει περισσότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης, περισσότερους φράχτες και περισσότερες ειδικές νομοθεσίες για τους απόκληρους και τους κολασμένους.

Αν εξαιρέσει κανείς toυς «ευάλωτους» είτε είναι ασυνόδευτα παιδιά, είτε έγκυοι, είτε ηλικιωμένοι, στην πράξη μόνο ένα μικρό ποσοστό τελικά καταφέρνει να εξαιρεθεί από τη βαρβαρότητα της τυπικής ζωής του πρόσφυγα. Η προστασία χορηγείται σε ελάχιστους με αποτέλεσμα να εξαιρούνται μόνο όσοι θεωρούνται πάρα πολύ ευάλωτοι. Αυτός που δεν χαρακτηρίζεται «ευάλωτος» θα πρέπει να το βουλώσει στη γωνία του, μέχρι να πάψουν να φωτίζουν τα φώτα της προσφυγικής κρίσης στην Ελλάδα, μπας και τον ξεφορτωθούν ξανά σε κανένα μπουντρούμι της Αμυγδαλέζας.

Αλλά και άμα εστιάσουμε στις διεργασίες εντός των κοινοτήτων στα στρατόπεδα φιλοξενίας η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Η ζωή στα στρατόπεδα οργανώνεται στη βάση δύο νόμων, των κελευσμάτων της αστυνομίας και του νόμου της ζούγκλας. Η συστηματική εξαθλίωση δημιουργεί με την σειρά του είτε δουλοπρέπεια είτε κανιβαλισμό. Όταν όλος ο κόσμος προβάλλει γύρω σαν ένας τεράστιος εχθρός, το μόνο καθήκον απέναντι του είναι η επιβίωση ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πατήσει κανείς επί πτωμάτων.  Δυστυχώς αναπτύσσονται κάθε λογής μαφίες, τσαμπουκαλήδες από το μείγμα όλων εκείνων των κοινωνιών που διασπάστηκαν για να πάρουν το δρόμο της φυγής, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι όλοι είναι έτσι. Ο επίσημος κρατικός κανιβαλισμός διδάσκει στους πρόσφυγες πώς να γίνουν περιθώριο, αν είναι να αντέξουν να μην έχουν πρόσβαση στα βασικά.

Τα γεγονότα της Κυριακής (22/4)

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν λειτουργεί και το στρατόπεδο της Μόριας στη Λέσβη. Η Μόρια έχει χωρητικότητα 2.000 ανθρώπων αλλά μένουν εκεί περίπου τέσσερις φορές περισσότεροι. Είναι μία ζωή που έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι τόσο ανυπόφορη, ώστε να μην έρχεται κανένας παραπάνω. Η αφορμή για την κατάληψη της πλατείας Σαπφούς ήταν ότι αρρώστησε βαριά ένας πρόσφυγας με ενδεχόμενο ακόμα και να πεθάνει. Για αυτό το λόγο οι πρόσφυγες κατέλαβαν την κεντρική πλατεία της Λέσβου με βασική τους διεκδίκηση να επεγκλωβιστούν από το νησί.

Ακολουθώντας την πεπατημένη της Χίου ο δήμαρχος Λέσβου με την έναρξη της κατάληψης άρχισε να νομιμοποιεί πολιτικά το ενδεχόμενο κάποιας «κοινωνικής αντίδρασης».

Στις 19 του μήνα λοιπόν ο Δήμαρχος Γαληνός μας λέει:

«Η τοπική κοινωνία πρέπει να επιστρέψει στην κανονικότητα και τέτοιες προκλητικές ενέργειες, που δεν έχουν καμία σχέση με την αλληλοβοήθεια, το σεβασμό και την αλληλεγγύη δεν βοηθούν κανένα. Αντίθετα, υποδαυλίζουν την κοινωνική συνοχή και υπάρχει κίνδυνος να πυροδοτήσουν επικίνδυνα κοινωνικά αντανακλαστικά».

Στις 20 του μήνα «Είναι ανήκουστο μια ολόκληρη πόλη να βρίσκεται υπό καθεστώς ομηρείας, το κεντρικότερο σημείο της πρωτεύουσας του νησιού υπό κατάληψη και η αστυνομία να μην τολμά να επέμβει για  να αποκαταστήσει την τάξη».

Τους μόνους που εκπροσωπούν αυτές οι δηλώσεις είναι τους χορτάτους του νησιού. Όσων δέχονται και συμφωνούν με τις Μόριες. Από το δικό του μετερίζι νομιμοποίησε τα γεγονότα της Κυριακής, γιατί εφόσον το κράτος δεν μπόρεσε να επιβάλει την τάξη, όφειλαν οι «πολίτες» να πάρουν το νόμο στα χέρια τους.

Εν τέλει η λύση όντως βρέθηκε όταν το βράδυ της Κυριακής μαζεύτηκε ένα τσούρμο 200 ατόμων αποτελούμενο από ακροδεξιούς, δηλωμένα φασισταριά, πορτίερηδες, χουλιγκάνους και κάγκουρες, για να επαναφέρουν το νησί στην «κανονικότητα». Για όλο το βράδυ η Λέσβος έζησε ένα φανερό φασιστικό πογκρόμ ενάντια στους πρόσφυγες, με την αστυνομία να προμοτάρει ανοιχτά και χυδαία την δράση τους.

Ο θάνατος διακοπές στη Λέσβο πάει

Ο φασιστικός οχετός επί της ουσίας υλοποίησε τη θέληση του εθνικού κορμού. Όπως φαίνεται από τις δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας παρέχεται απόλυτη ηθική και πολιτική δικαίωση στους φασίστες. Προφανώς ο νεοδημοκράτης Αθανασίου δεν πήρε χαμπάρι ότι από τις 8 το απόγευμα μέχρι τα χαράματα της άλλης μέρας οι φασίστες έριχναν πέτρες και φωτοβολίδες προς τους πρόσφυγες. Δεν είδε που φώναζαν «κάψτε τους ζωντανούς». Ποιος επιτέλους θα μας προστατέψει τώρα που «η Ελλάδα θυμίζει ανοχύρωτη χώρα;».  Από δίπλα φυσικά στο ξέπλυμα και ο Δήμαρχος Λέσβου:

 «Μην κάνετε το τραγικό λάθος να θεωρείτε ότι το αίτημα της αποσυμφόρησης του νησιού και της απελευθέρωσης της πλατείας Σαπφούς προερχόταν από ακραία στοιχεία. Ήταν ένα πάνδημο αίτημα όλων των πολιτών της Λέσβου, οι οποίοι ένιωθαν και νιώθουν απροστάτευτοι μπροστά στην κατάληψη δημόσιων χώρων, τις καθημερινές κλοπές και τις συχνές συγκρούσεις στις περιοχές γύρω από το ΚΥΤ Μόριας, αλλά και στην πόλη της Μυτιλήνης (…)».

Η σύμπνοια φασιστών και Νέας Δημοκρατίας οφείλεται στο ότι και οι δύο τους έχουν ως όραμα την συγκρότηση ενός κράτους εξαίρεσης. Ένα κράτος δηλαδή που θα λειτουργεί διπλή νομοθεσία ανάλογα με τον ποιόν εξυπηρετεί. Πίσω από τα συρματοπλέγματα, τα «ατυχήματα» στην παροχή υπηρεσιών νομικής, ιατρικής βοήθειας , τη ζωή στις σκηνές, τους νεκρούς από το κρύο, τους 500 πνιγμένους τα τελευταία δύο χρόνια και τον γεωγραφικό περιορισμό, βρίσκεται ένα σαφέστατο σχέδιο πειθαναγκασμού αυτών των ανθρώπων για το ρόλο που οφείλουν να έχουν στη νέα τους ζωή. Αυτοί οι άνθρωποι αρχικά θα πρέπει να «σπάσουν», μετά να πειστούν ότι είναι κάτι παρακάτω από άνθρωποι, κάτι παρακάτω έστω από Έλληνες ή Ευρωπαίους. Πλάι στη γενική θεσμική υποβάθμιση της ζωής των προσφύγων οι φασίστες έρχονται εξωθεσμικά για να εξασφαλίσουν ότι οι πρόσφυγες έχουν εμπεδώσει το ότι είναι πολίτες β’ κατηγορίας. Η χρυσή αυγή και τα διάφορα ακροδεξιά παραμάγαζα έρχονται να επιταχύνουν τη συγκρότηση του καθεστώτος εξαίρεσης δίνοντας το σαφές μήνυμα ότι οι πρόσφυγες θα ζουν ως υπάνθρωποι.

Το νέο αυτό κοινωνικό όραμα αποτελεί και την βάση της φασιστικής κοσμοθεωρίας. Μίας κοινωνίας-απαρντχαίντ που οι Έλληνες θα μπορούν να ανέβουν στο σκαλοπάτι της κοινωνικής ιεραρχίας τσαλαπατώντας άλλους «κατώτερους» λαούς. Μίας κοινωνίας που οι ταξικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της θα μπορούν να περιοριστούν με την κανιβαλική συσσώρευση της κοινωνικής πίεσης σε μία υποκατηγορία της. Ένα καθεστώς εσωτερικής αποικίας εντός της χώρας όπου μία συγκεκριμένη μερίδα θα υπόκειται σε κάθε είδους καταπιέσεις. Αυτό το σχέδιο είναι από τις ανώτερες και  βαθύτερες ταξικές πολιτικές καθώς ο εξαιρούμενος καθίσταται τέτοιος λόγω της ίδιας του της «φύσης» (εθνότητα, γλώσσα, φυλή).

Φυσικά το κράτος εξαίρεσης αναπτύσσεται προς όλες τις πλευρές. Η εκδικητική κλήση του Θεοφίλου πίσω στα δικαστήρια, τα κατασκευασμένα κατηγορητήρια με το DNA δείχνει ότι η άρχουσα τάξη έχει σαφείς προθέσεις να καταστήσει το επαναστατικό κίνημα αντικείμενο του ποινικού δικαίου, ώστε να ξεμπερδεύει μαζί του μια και καλή. Στην ίδια κατηγορία μπορεί να εντάσσει τους τσιγγάνους,  αλλά και οποιονδήποτε συγκαταλέγεται στους «εχθρούς του έθνους».

Παράλληλα λοιπόν η κινητοποίηση της Κυριακής είχε ως στόχο το εκ νέου μαρκάρισμα της περιοχής. Ο φασιστικός οχετός λειτουργεί ως μία πρωτοπορία που οικοδομεί τους κοινωνικούς χώρους στους οποίους θα μπορεί να αναπαράγεται. Όσο πολιτικό οξυγόνο κατακτούν, τόσο χάνουμε εμείς, το δικό μας στρατόπεδο που εμπνέεται από το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι φασίστες επιδιώκουν να μην μπορούν οι αριστεροί, προοδευτικοί άνθρωποι να βγουν πια από το σπίτι τους. Επιδιώκουν να γενικευτεί ένα κλίμα φόβου, ώστε εμείς να είμαστε αυτοί που μένουμε κρυμμένοι. Επιδιώκουν να χάσουμε την πολιτική ελευθερία που είχαμε μέχρι πρότινος. Μέσω αυτών των κινήσεων, τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, τις υστερίες για την Τουρκία, την συζήτηση για τα θρησκευτικά και την «απώλεια των παραδόσεων μας», τον «εξισλαμισμό» της κοινωνίας και της παιδείας μας, ο φασισμός προσπαθεί να αλλάξει την πολιτική γεωγραφία επιβάλλοντας ως επείγουσα την δική του ατζέντα.

Τα καθήκοντα των κομμουνιστών

Ο εθνικός κορμός έχει βρει τη μεθοδολογία του στο προσφυγικό. Στη Χίο μέσω της παγχιακής επιτροπής αγώνα, στη Σάμο δια των Samos SOS, και τώρα στη Λέσβο μέσω της Πατριωτικής Κίνησης Μυτιλήνης, που από ότι φαίνεται διοργάνωσε τη φιέστα της Κυριακής.

Το πρώτιστο καθήκον των κομμουνιστών στα νησιά του Αιγαίου που έχουν δεχθεί πρόσφυγες είναι η οργάνωση μίας μαχητικής πρωτοπορίας η οποία θα μπορέσει να βάλει φρένο στη δυνατότητα των φασιστών να παρεμβαίνουν άμεσα στη πολιτική ζωή των νησιών. Ένα μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα που θα μπορέσει να κόψει τα πόδια στους πρωταγωνιστές του κανιβαλισμού τσακίζοντας έτσι και τη δυνατότητά τους να επικοινωνούν με την μάζα της μικροαστικής σκόνης που υπό προϋποθέσεις ίσως ενταχθεί και δυναμώσει ένα τέτοιο κίνημα. Η πολιτική πρωτοπορία δεν μπορεί να πιάνεται εξ’ απήνης.

Η φασιστική βία που εκδηλώνεται υπό το μανδύα της «δίκαιης αντίδρασης» των πολιτών όταν το κράτος «αδρανεί», είναι βασικό στοιχείο της φασιστικής προπαγάνδας. Μέσα από αυτές τις παραδειγματικές ενέργειες υπό την ανοχή πάντα ή και την παρότρυνση των επίσημων αρχών, οι φασίστες προβάλουν τον εαυτό τους ως την μόνη ικανή δύναμη να δίνει επί τόπου λύσεις εκεί που οι «αγκυλώσεις» στα «δημοκρατικά δικαιώματα» δεν το επιτρέπουν. Έτσι επιδιώκουν να κερδίσουν τη συμπάθεια και την επιρροή στα αγανακτισμένα μικροαστικά στρώματα, δείχνοντας ταυτόχρονα και έναν εύκολο στόχο απ’ όπου θα ξεκινήσει η «εθνική αντεπίθεση» και η ανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας του τσαλαπατημένου από την κρίση (και από τις γελοίες ατομικές του επιλογές της μπελ επόκ των 90’ς και του μιλένιουμ) ελληνάρα.

Οι φασίστες δεν θα γυρίσουν στις τρύπες τους, προσπαθώντας να ανοίξουμε τα μάτια στο «παρασυρμένο» από τις κραυγές τους ακροατήριο.  Τουναντίον, οι νοικοκυραίοι που ελπίζουν στους φασίστες θα χάσουν κάθε ελπίδα όταν τους δουν σκορπισμένους στην άσφαλτο. Όταν συνειδητοποιήσουν ότι οι παληκαράδες  που θα έδιναν λύση εδώ και τώρα «παρακάμπτοντας τους γραφειοκρατικούς θεσμούς της αστικής δημοκρατίας και τις κλάψες των αριστερών και των ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα που μας έφεραν μέχρι εδώ», μπορεί να έχουν την ίδια τύχη εξίσου αστραπιαία (όπως οι «τελικές λύσεις» που ευαγγελίζονται) με αυτή που επιφυλάσσουν για τα θύματά τους. Κανείς σε αυτόν τον κόσμο δεν θέλει να ταυτίζεται με τους νικημένους. Για τον θρασύδειλο μικροαστό αυτό ισχύει εκατό φορές περισσότερο. Η μόνιμη έγνοιά τους είναι να περιφέρεται ζητιανεύοντας δίπλα στους ισχυρούς. Και ένας ξαπλωμένος παρακρατικός τραμπούκος ούτε φαίνεται ούτε είναι πλέον ισχυρός.

Πολλοί απέναντι στην φασιστική βία καταρρέουν. Νομίζουν ότι θα σταθούν όρθιοι παραδίδοντας μαθήματα ευγένειας και πολιτισμού. Ότι θα καταφέρουν έτσι να ξυπνήσουν τα ανθρώπινα ένστικτα των παρασυρμένων αλλά κατά βάθος καλών ανθρώπων από τα φασιστικά κελεύσματα. Όσοι υιοθετούν το κάλεσμα περί μη βίας κάνουν στην πραγματικότητα πολιτική, απευθυνόμενοι στον μικροαστό της γειτονιάς τους από φόβο μήπως τον ενσωματώσει στο σχήμα των δύο άκρων.  Πρόκειται για εντελώς λάθος αντίδραση. Η νωχελικότητα θα εκληφθεί από τους φασίστες ως ένα ακόμα σημάδι της δικής μας υποχώρησης. Αντί να μαζευτούν θα εκτραχυνθούν ακόμα περισσότερο. Οι τυφλωμένοι -και όχι απλά παρασυρμένοι-  μικροαστοί θα επιβεβαιώσουν της τύφλα τους και κάποιοι από αυτούς θα αποφασίσουν να λερώσουν και τα δικά τους χέρια, συμμετέχοντας ανοιχτά στα φασιστικά πογκρόμ, στο όνομα πάντα της διάσωσης των ιερών και των όσιων της πατρίδας εννοείται.

Ακριβώς γι αυτό το λόγο όταν το βαθύ κράτος και οι βλαχοδημαρχαίοι κάνουν πλάτες στον κανιβαλισμό και οι πρόσφυγες είναι εκτεθειμένοι στη βία των φασιστών κανένας αριστερός, δημοκράτης, προοδευτικός δεν μπορεί να σφυρίζει αδιάφορα. Πολύ περισσότερο αυτό επιβάλλεται για το οργανωμένο αντιφασιστικό, κομμουνιστικό και αναρχικό κίνημα που αποτελεί εξορισμού τον άμεσο στόχο της φασιστικής δράσης στο πεζοδρόμιο.

Παράλληλα βασικό μας καθήκον είναι η συγκρότηση ενός πολιτικού κινήματος το οποίο θα αμφισβητεί στην πράξη το νομοθετικό συρματόπλεγμα πάνω στο οποίο συγκροτείται το κράτος εξαίρεσης. Η Αριστερά πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζει τους πρόσφυγες ως Μητέρα Τερέζα. Δεν είναι ρόλος της Αριστεράς να περιθάλπει τα θύματα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Στο σήμερα αυτό σημαίνει να προσπαθήσουμε να ακυρώσουμε στη πράξη τη συμφωνία Ελλάδας Τουρκίας, σπάζοντας την απομόνωση των προσφύγων στα νησιά. Να αμφισβητήσουμε τη δυνατότητα του κρατικού μηχανισμού να κρατάει τους πρόσφυγες στα νησιά με οργανωμένες παρεμβάσεις.

Φυσικά αυτό προϋποθέτει την αναγκαία συνεργασία μεταξύ ντόπιων και προσφύγων, χωρίς καμία ανοχή σε οποιαδήποτε μαφία ή συμμορία που μπορεί να θελήσει να εκμεταλλευτεί την αλληλεγγύη μας για ίδιον όφελος. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την ταυτότητά του ως πληττόμενου για να κάνει πλιάτσικο ή να χτίζει τα δικά του δίκτυα εξουσίας. Και ως γνωστόν τέτοια δίκτυα βρίσκουν τον τρόπο να ενταχθούν με τη σειρά τους στους σχεδιασμούς του επίσημου και ιδιαίτερα των διωκτικών αρχών. Ως εκ τούτου οι κάθε είδους μαφίες αποτελούν κι αυτές εχθρό του κινήματος, ακόμα και αν τα μέλη τους προέρχονται από της κοινότητες προσφύγων, μεταναστών ή της ντόπιας εργατικής τάξης. Είναι προφανές ότι δεν υιοθετούμε ούτε τη συμπεριφορές, ούτε τα ήθη και τα έθιμα, ούτε τις μεθόδους επιβίωσης κανενός. Απέναντι στην καταπίεση εμείς προτείνουμε την δική μας διέξοδο που είναι ο οργανωμένος αγώνας για την ανατροπή του συστήματος εκμετάλλευσης. Δεν αισθανόμαστε καμία ανάγκη να απολογηθούμε για τα πιστεύω, τις αυταπάτες κανενός όσο χαμηλά και να βρίσκεται στην κοινωνική πυραμίδα. Ο αγώνας ενάντια στην καταπίεση, την εκμετάλλευση και το καθεστώς εξαίρεσης είναι δικός μας αγώνας για την καταστροφή τους καπιταλιστικού συστήματος και όχι αγώνας συμπαράστασης στα θύματά του.

Σημειώσεις

[1] Η λογική με την οποία πέρασε ο εγκλωβισμός των προσφύγων στα σύνορα είχε να κάνει με το ότι η ΕΕ δεσμεύτηκε να δεχτεί τη μετεγκατάσταση ενός Σύρου αιτούντα διεθνούς προστασίας από την Τουρκία, ώστε να κάνει το αίτημα του ασύλου του σε ευρωπαϊκή χώρα, για κάθε ένα Σύρο που αποτύγχανε να αποδείξει στην συνέντευξη ασύλου του ότι η Τουρκία δεν αποτελεί ασφαλής για αυτόν χώρα και επαναπροωθούταν πίσω στη Τουρκία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s