Μακεδονικό: Όχι στο σωβινιστικό δηλητήριο. Ο εχθρός είναι στη χώρα «μας»

Κ.Μαραγκός για το Avantgarde

Η συζήτηση για το μακεδονικό βρίσκεται για ακόμα μια φορά στην επικαιρότητα με αφορμή τη σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο και την εκκρεμότητα της ένταξης της Μακεδονίας στην Ευρωατλαντική Συμμαχία. Το ζήτημα είχε τεθεί στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου το 2008 και η αίτηση της Μακεδονίας απορρίφθηκε ύστερα από το βέτο που έβαλε η ελληνική πλευρά. Για το ίδιο λόγο έχει παγώσει και η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ.

Τα κοράκια πάνω από το πτώμα της Γιουγκοσλαβίας

Το μακεδονικό αποτελεί εδώ και 25 χρόνια μια από τις βασικές αιχμές του ελληνικού εθνικισμού, δίπλα στο κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο αιγαίο που πλέον έχουν διευρυνθεί σε όλη τη λεκάνη της ανατολικής μεσογείου. Το ζήτημα δεν προέκυψε σε μια τυχαία στιγμή, αλλά κατά τη διάρκεια της διάλυσης της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας μέσα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, που κατέληξε στη δημιουργία 6 ανεξάρτητων κρατών (Σλοβενία, Κροατία, Σερβία, Βοσνία, Μακεδονία, Μαυροβούνιο), και μιας αυτόνομης περιοχής (Κόσοβο) που λειτουργεί ντε φάκτο σαν ανεξάρτητο κράτος έστω και αν η Σερβία συνεχίζει να τη θεωρεί δικό της έδαφος. Οι χιλιάδες νεκροί, οι εκτοπίσεις, οι εθνικές εκκαθαρίσεις ήταν όχι μόνο το τίμημα αλλά και η διαδρομή της βίαιης καπιταλιστικής παλινόρθωσης της Γιουγκοσλαβίας.

Η σύγκρουση όμως αυτή δεν αφορούσε μόνο της υπό συγκρότηση νέες αστικές τάξεις που διεκδικούσαν για τον εαυτό τους ζωτικό χώρο κυρίως στις διαφιλονικούμενες περιοχές, όπου μέχρι τότε ζούσαν ανάμεικτοι πληθυσμοί. Η ανατροπή του στάτους κβό ήταν και μια ευκαιρία για τον δυτικό ιμπεριαλισμό, όχι μόνο να υποδαυλίσει και να οξύνει τη διαδικασία αυτή, αλλά και να την ελέγξει για δικό του όφελος. Είναι γνωστός ο ρόλος που έπαιξε η Γερμανία ενισχύοντας αποφασιστικά τη Σλοβενία και την Κροατία για να βάλει χέρι στην περιοχή. Είναι επίσης γνωστό ότι οι ΗΠΑ βομβάρδισαν την Σερβία για να δώσουν τη χαριστική βολή στον επίδοξο κληρονόμο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, κατακερματίζοντας στα νότια της χώρας ότι είχε απομείνει από την καταρρέουσα ομοσπονδία και την κληρονομιά του Τίτο. Η Σερβία βρέθηκε στο στόχαστρο και για έναν επιπλέον λόγο. Ήταν η μοναδική χώρα που η ανερχόμενη αστική της τάξη επέμενε σε ένα αντιδυτικό προσανατολισμό. Αυτό την κατέτασσε στις χώρες παρίες που έπρεπε να τσακιστεί για να ενσωματωθεί η πρώην Γιουγκοσλαβία στην διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης με τους όρους της αυτοκρατορίας.

Η ελληνική πλευρά δεν έμεινε ασυγκίνητη  μπροστά στις δραματικές εξελίξεις στα βόρεια των συνόρων της. Η ανατροπή της προηγούμενης ισορροπίας ήταν για τον ελληνικό καπιταλισμό μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μπει δυναμικά στο παιχνίδι της διεύρυνσης του ζωτικού του χώρου. Τα Βαλκάνια γίνονται το πεδίο νέων εξορμήσεων και μιας βίαιης καπιταλιστικής συσσώρευσης. Επιπλέον το σχέδιο επαναποικιοποίησης της ανατολικής Ευρώπης μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» πήρε μια μορφή ενός ατελείωτου πλιάτσικου. Όχι μόνο ο γερμανικός και ο αμερικανικός, αλλά και μικρότερης εμβέλειας καπιταλισμοί έπεσαν με τα μούτρα  στα φιλέτα διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και τη νέα ισορροπία. Η κατάρρευση άλλωστε του ανατολικού μπλοκ φάνηκε προς στιγμήν να απελευθερώνει τα καταπιεσμένα ένστικτα των εθνικών κεφαλαίων που μέχρι τότε έπρεπε να συνεννοούνται και να αποφεύγουν τις εσωτερικές διαμάχες λόγω του «εξ ανατολών» κινδύνου. Για τον ελληνικό αστισμό τα Βαλκάνια αποτελούσαν από τον 19ο αιώνα ζωτικό χώρο. Είτε σαν χώρος δράσης του ελληνικού κεφαλαίου στις παραδουνάβιες περιοχές, είτε σαν διεκδίκηση εδαφών σε στρατιωτικές αναμετρήσεις κυρίως κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, αξιοποιώντας τη δεινή θέση της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η κατάκτηση της Μακεδονίας

Το ελληνικό κράτος κατέκτησε ένα τμήμα της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων (1912-3), αφήνοντας για λίγο αργότερα την αναμέτρηση για τη μικρά Ασία όπου και τελικά ηττήθηκε από το νεοσύστατο τούρκικό κράτος υπό τον Κεμάλ το 1922. Με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) οι δύο πλευρές προχώρησαν στην υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών εκκαθαρίζοντας εθνικά τα εδάφη που βρέθηκαν στην κυριαρχία τους. Έτσι 1,2 εκατομμύριο χριστιανοί -κυρίως έλληνες- της Μικράς Ασίας ήρθαν ως πρόσφυγες σε περιοχές που εγκατέλειψαν 600 χιλιάδες μουσουλμάνοι τούρκικης καταγωγής από τα εδάφη κυρίως της νότιας Μακεδονίας, αλλάζοντας έτσι την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής αυτής. Να σημειώσουμε εδώ ότι τα δημογραφικά δεδομένα της διαφιλονικούμενης περιοχής της Μακεδονίας ήταν πολλές φορές προϊόν μαγειρέματος ανάλογα με το ποιος έκανε την απογραφή. Οι στατιστικές αυτές αφορούσαν τα Βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Κοσσόβου και του Μοναστηρίου περιοχές που αντιστοιχούν χοντρικά στην γεωγραφική Μακεδονία που πλέον βρίσκεται κατά 50% στο ελληνικό κράτος, 40% στο Μακεδονικό και 10% στη Βουλγαρία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εθνική συνείδηση των πληθυσμών στις αρχές του 20ου αιώνα είναι πολύ χαλαρή ως κάτοικοι μιας πολυεθνικής κρατικής οντότητας (οθωμανικό κράτος) και με μια δόση αυθαιρεσίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε μια περιοχή 2,5 περίπου εκατομμυρίων ζούσαν 1 εκ μουσουλμάνοι κυρίως τουρκικής και δευτερευόντως αλβανικής συνείδησης, 1 εκ. σλάβοι συμπεριλαμβανομένων των σέρβων και των βουλγάρων, οι οποίοι σε πολλές από τις στατιστικές λογίζονταν σκέτο ως Σλαβομακεδόνες, 400 χιλιάδες έλληνες, 60000 εβραίοι, και άλλοι τόσοι περίπου βλάχοι. Το ελληνικό στοιχείο καταλαμβάνει περίπου το 16% του πληθυσμού συγκεντρωμένο κυρίως στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου. (Στοιχεία από το εθνικιστικό ιστολόγιο hellinon.net) Σύμφωνα με ένα ακόμα εθνικιστικό ιστολόγιο «τις παραμονές της Απελευθέρωσης ο πληθυσμός της Μακεδονίας προσέγγιζε το 1.205.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι Ελληνόφωνοι ανέρχονταν μόλις σε 370.000 (ποσοστό 31%), οι Σλαβόφωνοι σε 260.000 (Πατριαρχικοί και Εξαρχικοί) (21,5%), οι Μουσουλμάνοι σε 475.000 άτομα (39,5%), ενώ οι Εβραίοι και οι λοιποί σε 98.000 (ποσοστό 8%)». Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στο κομμάτι της Μακεδονίας που ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος το 1912-3. Σύμφωνα πάλι με το ίδιο δημοσίευμα κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων 40000 σλαβομακεδόνες εγκατέλειψαν τις εστίες τους, ενώ το κύμα μετανάστευσης συνεχίστηκε με την εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης στην περιοχή, ενώ εκατοντάδες χωριά άλλαξαν τα ονόματα τους από σλαβικά σε ελληνικά. Επίσης «Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία που διέθετε η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, την περίοδο 1913-1914 από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αναχώρησαν περίπου 76.000 Μουσουλμάνοι» από περιοχές της Μακεδονίας προς την Τουρκία. «Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και ορισμένες χιλιάδες ακόμη, που έφυγαν κατά μόνας. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των Μουσουλμάνων προσφύγων από την Μακεδονία, τη διετία 1913-1914, πρέπει να προσέγγιζε τα 100.000 άτομα». Το 1924, δυο χρόνια μετά την ήττα στο μικρασιατικό, στη Μακεδονία ζούσαν ακόμα 220000 σλαβόφωνοι πολλοί από τους οποίους εγκατέλειψαν την περιοχή στη συνέχεια. Στην απογραφή του 1928, 81000 κάτοικοι δήλωσαν τα σλαβομακεδόνικα σαν μητρική τους γλώσσα. Στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου ακόμα 40000 σλαβομακεδόνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού τον οποίο ενίσχυσαν και πολέμησαν πολλοί από αυτούς. Ακόμα και έτσι όμως στην απογραφή του 1951, 41000 εξακολουθούν να δηλώνουν τα σλαβομακεδόνικα σαν μητρική τους γλώσσα. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που απογράφηκε το σχετικό στοιχείο. Στην αλλαγή των εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας δεν πρέπει να ξεχάσει κανείς την εξόντωση 60000 τουλάχιστον εβραίων κατοίκων της Θεσσαλονίκης (που ζούσαν εκεί από το 15ο αιώνα) την περίοδο της γερμανικής κατοχής Η εθνική εκκαθάριση είχε πλέον ολοκληρωθεί.

Αλυτρωτικές επιδιώξεις;

Ένα από τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η χρήση του ονόματος Μακεδονία από τη γειτονική χώρα προδίδει αλυτρωτικές επιδιώξεις. Ότι κατά κάποιο τρόπο ένα κράτος με αυτό όνομα ντε φάκτο διεκδικεί το σύνολο της Μακεδονίας. Είναι αλήθεια ότι στα Σκόπια έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς από διάφορους ανεπίσημους κύκλους χάρτες που επιβεβαιώνουν αυτό το «φόβο». Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για γραφικές περιπτώσεις στυλ Βελόπουλου, με στόχο να τονώσουν το εθνικιστικό φρόνημα του πληθυσμού. Ο εθνικισμός είναι ο βασικός πυρήνας του σύγχρονου έθνους κράτους. Δεν υπάρχει κράτος χωρίς την αναπαραγωγή του εθνικού φρονήματος. Πάνω σε αυτή τη βάση χτίζεται και αναπαράγεται η εθνική ενότητα, στην οποία οι υποτελείς τάξεις θα πρέπει να στοιχηθούν πίσω από την άρχουσα τάξη και να ξεχάσουν τους ταξικούς διαχωρισμούς. Ο εξωτερικός κίνδυνος, οι εχθροί που «επιβουλεύονται» την ύπαρξη του έθνους, είναι η σάλπιγγα της αστικής τάξης, κάθε φορά που οι από κάτω τολμούν να αμφισβητήσουν την εξουσία της. Είναι και η αφορμή για την επιβολή μιας πραγματικής ή φαντασιακής κατάστασης πολιορκίας, προκειμένου να δικαιολογηθεί η καταστολή των πάσης φύσεως εσωτερικών εχθρών που «επιβουλεύονται» την ενότητα και της ακεραιότητα της πατρίδας. Σε όλα αυτά οι μακεδόνες εθνικιστές έχουν να λάβουν μαθήματα επιπέδου διδακτορικού από τους έλληνες ομόλογούς τους.

Οι αλυτρωτικές όμως επιδιώξεις δεν μπορούν να σταθούν χωρίς ένα αντίστοιχο υλικό υπόβαθρο. Το «κρατίδιο των Σκοπίων» όπως το έχει βαπτίσει υποτιμητικά ο ελληνικός εθνικισμός, μια χώρα με 2 εκατομμύρια πληθυσμό, με ένα ΑΕΠ ύψους 11δις $, στην 135 θέση της παγκόσμιας κατάταξης (6% του ελληνικού) και μια αλβανική μειονότητα (25%) με εντελώς διαφορετικούς προσανατολισμούς, είναι τουλάχιστον γελοίο να εμφανίζεται ως απειλή. Αν κάποιος απειλεί εδώ την ακεραιότητα του άλλου με την απαίτηση να είναι και ο νονός του, αυτός είναι ο ελληνικός καπιταλισμός και κανένας άλλος.

Επιθετικός εθνικισμός

Από την πρώτη στιγμή η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη Σαμαρά (1991-2) αρνιόταν να αναγνωρίσει την ύπαρξη της Μακεδονίας. Αρχικά μάλιστα είχε την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να την μοιράσει με την Σερβία. Η επιθετική στάση γύρω από το όνομα αποσκοπεί σε ανταλλάγματα επικυριαρχίας. «Θα σας αναγνωρίσουμε μόνο αν θα κάνετε τα κέφια μας. Θα απαρνηθείτε την ύπαρξή σας και θα γίνετε οικόπεδο για τις οικονομικές μας εξορμήσεις». Η ελληνική αστική τάξη δεσμεύτηκε εξ αρχής σε αυτή τη στρατηγική, φέρνοντας σε αμηχανία τους δυτικούς της συμμάχους. Ενδεχομένως ο ελληνικός καπιταλισμός να περίμενε ένα είδος αλληλεγγύης από τους εταίρους του. Προβάλλοντας τα «εθνικά του δίκαια» και παριστάνοντας το θύμα της «σκοπιανής επιθετικότητας» (εδώ γελάμε, από ένα κράτος που δεν είχε μισό πολεμικό αεροσκάφος) ότι θα συγκινούσε τα μεγάλα αφεντικά. Σε αυτό το έδαφος στήθηκε στις αρχές του ’90 μια γκλαμουράτη σοβινιστική καμπάνια με ογκώδη συλλαλητήρια όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε χώρας (ΗΠΑ, Αυστραλία) με ισχυρές ελληνικές παροικίες. Το μακεδονικό γίνεται η αιχμή του ελληνικού εθνικισμού. Σύσσωμος ο εθνικός κορμός, με την εξαίρεση του ΚΚΕ και ενός τμήματος της διεθνιστικής άκρας αριστεράς, διαδηλώνει  παθιασμένα για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Ακόμα κι αν μια τέτοια γραμμή δημιουργούσε εμπόδια στις εξορμήσεις του ελληνικού κεφαλαίου, ο ελληνικός καπιταλισμός επέμεινε σε αυτή θεωρώντας ότι έτσι θα αποκομίσει ευρύτερα γεωπολιτικά οφέλη στην μεγάλη διανομή της πίττας από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Παράλληλα η εθνικιστική κινητοποίηση λειτούργησε ταυτόχρονα και ως αστική αντιεξέγερση, λίγο καιρό μετά τα μεγάλα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία Τεμπονέρα που είχαν φέρει σε δεινή θέση την νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σ’ αυτό το έδαφος η εθνικιστική έξαρση αποκατέστησε ιδεολογικά την άκρα δεξιά στην Ελλάδα μετά την ιστορική της απομόνωση την περίοδο της μεταπολίτευσης. Ο φασιστικός της βραχίονας η ΧΑ από μια ομάδα μερικών δεκάδων υποστηριχτών του Χίτλερ βρήκε απρόσμενα μια διέξοδο στα σωβινιστικά συλλαλητήρια και μια ευκαιρία να αποκτήσει μια νέα φουρνιά οπαδών βγαίνοντας από την αφάνεια.

Αντίθετα για την αριστερά η περίοδος των συλλαλητηρίων ήταν μια βαριά ιδεολογική ήττα. Ένα ακόμα σοκ μετά την πτώση του υπαρκτού. Οι δυνάμεις της έμειναν ιδεολογικά και πολιτικά έκθετες στο σωβινιστικό δηλητήριο. Απροετοίμαστη να το αντιμετωπίσει σύρθηκε σε μια πατριωτική -δήθεν αντιιμπεριαλιστική- ρητορική που έβλεπε στα «Σκόπια» έναν ιμπεριαλιστικό δάκτυλο κατά της ελληνικής εθνικής ακεραιότητας και κάποιοι συνεχίζουν να τις βλέπουν ακόμα και σήμερα. Οι φαντασιοπληξία βάραγε κόκκινο. Οι ιμπεριαλιστές στα καλά καθούμενα σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό είχαν βάλει στο στόχαστρο την ενότητα του ελληνικού κράτους, λες και ήταν μια εκκρεμότητα (σαν της Γιουγκοσλαβίας και του υπόλοιπου υπαρκτού) που έπρεπε να τελειώσει. Βλακείες. Ο ελληνικός καπιταλισμός ήταν και συνεχίζει να είναι σύμμαχος της δύσης. Ανασυγκροτήθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το σχέδιο Μάρσαλ και πάνω στην ήττα του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Οι εκκρεμότητες λύθηκαν ήδη από το 1945, άντε το 1949. Τα υπόλοιπα είναι απλώς φαντασιώσεις της ελληνικής πατριωτικής αριστεράς που αντί να δει τον ελληνικό καπιταλισμό σαν αυτό που είναι, ένα οργανικό κομμάτι της μεταπολεμικής αυτοκρατορίας υπό την αμερικάνικη ηγεμονία, νομίζει ότι η «Ελλαδίτσα» είναι κάτι σαν την λωρίδα της Γάζας και οι καραμανλήδες κάτι σαν τον Νάσερ ή τον Γιασέρ Αραφάτ. Αν μη τι άλλο αυτή είναι και μια καλή δικαιολογία για να αποδέχεται αυτή η αριστερά έστω και σε «κρίσιμες για το έθνος στιγμές» την ενότητά του υπό την ηγεμονία φυσικά της άρχουσας τάξης. Έστω και έτσι η αριστερά αυτή έκλεινε το μάτι στον ελληνικό εθνικισμό. Μοναδική εξαίρεση η τροτσκιστική πτέρυγα που κράτησε ψηλά τη σημάια του προλεταριακού διεθινισμού, χωρίς όμως να επηρεάζει τον αρνητικό συσχετισμό.

Greater Macedonia.png

Ιδεολογική χρήση της ιστορίας

Η Μακεδονία στο ιδεολογικό οπλοστάσιο του ελληνικού εθνικισμού είχε πάντα μια περίοπτη θέση. «3000 χρόνια είναι ελληνική». Πρόκειται για παραμύθια της χαλιμάς. Η Μακεδονία είναι μια γεωγραφική περιοχή, ακόμα και αν μνημονεύεται κυρίως για το Μακεδονικό βασίλειο (4ος-2ος αι. π.Χ) του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τότε άλλαξε πάμπολλες φορές πληθυσμιακή σύνθεση. Κάτω από την ρωμαϊκή επικυριαρχία (146πΧ), διατήρησε το όνομά της σαν ρωμαϊκή επαρχία καθαρά σαν γεωγραφικός όρος διευρυμένη κατά καιρούς με περιοχές της σημερινής Ηπείρου, της Θεσσαλίας ακόμα και της Θράκης. Από τον 4ο αιώνα η Μακεδονία συνδέεται με το Βυζάντιο χωρίς όμως την παραμικρή αναφορά στο βουκεφάλα και το Μέγα Αλέξανδρο.  Άλλωστε για το χριστιανικό Βυζάντιο οι «έλληνες» είναι συνώνυμο των ειδωλολατρών. Η νέα εξουσία είχε αναλάβει διαφορετικές ιδεολογικές υποχρεώσεις από το 12θεο με τους πολιτισμούς του οποίου δεν ήθελε να έχει καμία σχέση. Τα «ιερά χώματα» της Μακεδονίας έγιναν έκτοτε πεδίο αλλεπάλληλων επιδρομών. Τον 4ο αι. οι Βησιγότθοι, τον 6ο και τον 7ο αι. οι Άβαροι, οι Ούννοι κι οι Σλάβοι, το 11ο οι Νορμανδοί και τον 13ο οι Φράγκοι. Με την πτώση του Βυζαντίου η περιοχή δέχεται νέα μεταναστευτικά κύματα με τουρκόφωνους πληθυσμούς, όπως ήδη έχουμε αναφέρει. Όσοι μιλάνε σήμερα για κάποια εθνική συνέχεια της Μακεδονίας σε οποιοδήποτε σοβαρό πανεπιστήμιο ιστορίας ανά τον πλανήτη θα ακούγονταν μονάχα σαν τρελοί.

Πριν την εμφάνιση του ελληνικού εθνικού κινήματος, η μη εγγράμματη πλειονότητα των κατοίκων της δεν χρησιμοποιούσε καν την αρχαία ονομασία «Μακεδονία»· όταν αναφέρονταν στην περιοχή τους, αλλά τοπωνυμία μικρότερης κλίμακας όπως «Κοζάνη», «Βέροια» κ.ο.κ. Άλλωστε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν υπήρχε διοικητικό διαμέρισμα με το όνομα «Μακεδονία», παρά μόνο τα Βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Κοσσόβου και Μοναστηρίου που κάλυπταν την συγκεκριμένη περιοχή.

Τα αρχαία ελληνικά τοπωνυμία έρχονται ξανά στην επικαιρότητα στην Ευρώπη της Αναγέννησης, όπου οι λόγιοι τις εποχής εκείνης ανακαλύπτουν την κλασσική αρχαιότητα, την τέχνη και τους φιλοσόφους της εποχής εκείνης. Τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας δεν ήταν κάτι δεδομένο για τους δυτικούς λόγιους της αναγέννησης, αλλά αντικείμενο προσέγγισης και έρευνας μέσα από κείμενα και μνημεία που «ανακάλυπταν» οι περιηγητές. Άλλωστε η υπόθεση αυτή συνεχίζει ακόμα και σήμερα να είναι αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα σε πολιτικάντηδες, αρχαιοκάπηλους, αρχαιολόγους και ιστορικούς.  Όπως και να χει οι κάτοικοι της Μακεδονίας του 17ου ή του 18ου αιώνα ήταν αδύνατο να βοηθήσουν τους ευρωπαίους περιηγητές, αφού είχαν πλήρη άγνοια για το αντικείμενο και απόλυτη αδιαφορία για την κλασσική αρχαιότητα. Πολύ αργότερα οι εμπνευστές της επίσημης ιστορίας του ελληνικού έθνους ανακάλυψαν την ιστορική γραμμή που ενώνει το μακεδονικό Βασίλειο του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου, με το Βυζάντιο, τα κρυφά σχολειά της τουρκοκρατίας, το Φανάρι και την ελληνική επανάσταση. Η αποκλειστική διεκδίκηση πολιτισμών της αρχαίας Ελλάδας γεννήθηκε σαν ιδέα, για να γεμίζει με πυρομαχικά το ιδεολογικό οπλοστάσιο του ελληνικού εθνικισμού. Προκειμένου μάλιστα να εξασφαλιστεί η ιστορική συνέχεια το Βυζάντιο κάλυψε ένα κενό 1000 χρόνων και ο «τουρκικός» ζυγός τα υπόλοιπα 400 χρόνια. Ένα κενό 300 χρόνων πριν το Βυζάντιο την περίοδο δηλαδή της Ρώμης είμαστε αναγκασμένοι να μοιραστούμε την ιστορική μας μοίρα με τις φαντασιώσεις του ιταλικού εθνικισμού που οι βασικές του αναφορές βρίσκονται στην εποποιία της Pax Romana. Αλλά γι’ αυτό δεν φαίνεται να ταράζεται η καθαρότητα του ελληνικού έθνους. Άλλωστε με τους Ιταλούς είμαστε «ουνα ράτσα ουνα φάτσα».

Αλλά για να μην αδικούμε τον ελληνικό εθνικισμό, δεν έκανε τίποτα άλλο από αυτό που έκαναν και οι υπόλοιποι αναδυόμενοι εθνικισμοί της Ευρώπης, που έψαχναν στα βάθη της ιστορίας να ανακαλύψουν τις ρίζες του έθνους. Και ψαχουλεύοντας, όλο και κάποια ιδέα πέρναγε από το μυαλό τους για να δέσει η ιστορία και το έθνος να αποχτήσει τη δικιά του αφήγηση και μια ορισμένη ιστορική νομιμοποίηση. Η ιστορία στην υπηρεσία της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Φωτογραφία του John Antóno.

Το μακεδονικό -κοινώς «σκοπιανό»- σήμερα

Η ένταξη της Μακεδονίας  στο ΝΑΤΟ είναι μια κεντρική επιλογή των αμερικάνων και εντάσσεται στο σχέδια περικύκλωσης της Ρωσίας από την Αυτοκρατορία. Είτε με την τωρινή της κυβέρνηση (Σοσιαλδημοκράτες και κόμμα αλβανικής μειονότητας), είτε με τους εθνικιστές του Γκρουέφσκι  ο προσανατολισμός αυτός δεν αμφισβητείται. Κάθε αστική φράξια της γειτονικής χώρας βλέπει ότι η ένταξή της στο κυρίαρχο δυτικό μπλοκ της εξασφαλίζει αφενώς την αναγκαία βιοσιμώτητα, αφετέρου μια εν δυνάμει καλύτερη θέση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας έστω και ως τριτοκλασάτη επαρχεία της αυτοκρατορίας. Άλλωστε το σοκ της αστικής τάξης από την «σοσιαλιστική» εμπειρία της σοβιετικής εποχής είναι τέτοιο που δεν θέλουν να ακούνε οτιδήποτε μπορεί να έχει σχέση με την ανατολή και την μήτρα αυτής της περιπέτειας που είναι η Ρωσία. Ο δυτικός προσανατολισμός και ο ετεροκαθορισμός με την Ρωσία είναι κοινός σε όλες τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, που η ‘απελευθέρωσή» τους από τα δεσμά της «ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης» (αστειευόμαστε τώρα) της Ρωσίας, έγινε με τίμημα την πρόσδεση τους στην αυλή της Pax Americana. Αυτό είναι το ανατολικό σχέδιο Μάρσαλ του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στις χώρες αυτές για να αποτινάξουν την σοβιετική τους κληρονομιά και να ενταχθούν στον «ελεύθερο κόσμο».

Ο ελληνικός τοπάρχης του Νάτο στην ανατολική μεσόγειο πρέπει για ακόμα μια φορά να αναμετρηθεί με τους εθνικούς του μύθους και με προηγούμενα σχέδια που άλλοτε έπαιξαν καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην ιδεολογική αλλά και στην πραγματική συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Τα σχέδια αυτά μπορεί αυτή τη στιγμή να μην έχουν κάποια αξία χρήσης, όμως πρέπει να βρίσκονται εν υπνώσει και έτοιμα ανά πάσα στιγμή να μπουν εκ νέου στο τραπέζι των εθνικών επιχειρήσεων. Εδώ λοιπόν συγκρούεται ο ρεαλισμός των άμεσων συμφερόντων (να κάνουμε μπίζνες στα Βαλκάνια χωρίς να κολλάμε στα ονόματα) με τις ιστορικές αναφορές, «τα ιερά και τα όσια της πατρίδας», «το όνομά μου είναι η ψυχή μου», «για την Ελλάδα ρε γαμώτο». Όλα όσα η αστική τάξη καλλιέργησε στα σχολεία και στην προπαγάνδα της για να κινητοποιήσει τους υποτελείς στις εθνικές της εξορμήσεις και που είναι μέρος πλέον του ελληνικού μύθου, δεν μπορεί ξαφνικά να γίνεται σκουπίδι από τον κάθε Τσίπρα ή τον κάθε Μητσοτάκη για να εξυπηρετήσει τον μεγάλο αδελφό και τις γεωπολιτικές του στρατηγικές. Με τον Καμένο, την εκκλησία, τη ΧΑ και τα υπόλοιπα εθνίκια μαζί με τον κάθε οπορτουνιστή που επιλέγει να ψαρέψει από την τεράστια δεξαμενή της εθνικιστικής βλακείας, το απλούστατο ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους, προς όφελος του συνόλου της Ευρωατλαντικής Συμμαχίας στην οποία ο εθνικός κορμός του «ανήκομεν εις τη δυσιν» έχει επιλέξει ως διαρκή σωτήρα του, μετατρέπεται σε ένα δισεπίλυτο κόμπο. Ο ελληνικός εθνικισμός είναι αντιμέτωπος με τις υποχρεώσεις που έχει έναντι των συμμάχων του από τη μία και με τις μεγάλες ιδέες από την άλλη.

Το ίδιο όμως πρόβλημα αντιμετωπίζει και η Μακεδονία. Η αντίφαση αυτή μπορεί να αποβεί για ακόμα μια φορά μοιραία στις διαπραγματεύσεις που μαίνονται και που θα πρέπει να καταλήξουν μέχρι την νατοϊκή σύνοδο τον Ιούνη. Εμείς ευχόμαστε σε αυτές τις διαπραγματεύσεις κάθε αποτυχία. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι θα ταχθούμε με τον εθνικιστικό οχετό που έχει το θράσος να παριστάνει το νονό στα αδύναμα έθνη της γειτονιάς του.

Κάθε λαός έχει το δικαίωμα να ονομάζεται όπως θέλει ο ίδιος. Επαναλαμβάνουμε. Η σημερινή Ελλάδα έχει την ίδια σχέση με την αρχαία, όση έχουν οι σημερινοί Σύριοι με τη αρχαία Συρία, και οι Αιγύπτιοι με την αρχαία Αίγυπτο. Την ίδια σχέση έχει φυσικά και η σημερινή Μακεδονία με τον Μέγα Αλέξανδρο και το αρχαίο μακεδονικό βασίλειο. Αυτή είναι η κομμουνιστική θέση. Τα σημερινά έθνη είναι προϊόν κοινωνικοπολιτικών διαδικασιών της νεώτερης εποχής των τελευταίων 2-3 αιώνων. Δεν υπάρχει καμία εθνική συνέχεια που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Υπάρχουν μόνο κοινωνικοί σχηματισμοί που για τις ανάγκες της συγκρότησής τους, χτίζουν την ιστορία τους, δανειζόμενοι μνημεία, σύμβολα, χρυσούς αιώνες, φιλοσόφους και γλώσσες[1] από το ηρωϊκό παρελθόν της περιοχής που έτυχε να ζουν σήμερα. Για μας δεν υπάρχουν αποκλειστικά πνευματικά δικαιώματα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Ιστορία προηγούμενων πολιτισμών αποτελεί μια παγκόσμια κληρονομιά. Σε αυτή μπορεί ο καθένας να ανακαλύψει τον εαυτό του, και οι καταπιεσμένοι και υποτελείς αυτής της κοινωνίας να βρουν τους εξεγερμένους του Σπάρτακου, τα κινήματα των χωρικών και των πρώιμων εργατών στις πόλεις του μεσαίωνα, τον απανταχού αγώνα σε κάθε εποχή, για ελευθερία, ισότητα δικαιοσύνη. Μήπως θα πρέπει να πάρουμε την άδεια του κάθε ξεφτίλα εθνικόφρονα ή του κάθε τραγόπαπα για να μιλήσουμε για την αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη, το μεσαίωνα, το Βυζάντιο ή την οθωμανική περίοδο; Μέχρι που φτάνουν τα δικαιώματα χρήσης επί της ιστορίας από τους απόγονους της Φρειδερίκης και της Χ;

Υπερασπίζουμε λοιπόν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των Μακεδόνων, όπως και το δικαίωμα το δικό μας να λέμε ότι και ο δικός τους εθνικισμός είναι μια μοντέρνα ιδεολογική κατασκευή. Αντιδρούμε στην ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, όχι όμως παρέα με τους ψεκασμένους εθνικιστές και τα φασιστοειδή που είναι με το ΝΑΤΟ, αλλά έχουν την απαίτηση η Μακεδονία να γίνει προτεκτοράτο του ελληνικού κράτους. Δεν θα αποφασίζει το ελληνικό κράτος τις διεθνείς σχέσεις της γειτονικής χώρας. Αυτό θα το αποφασίσει ο λαός της. Εμείς προτού κάνουμε κριτική στον νατοϊκό προσανατολισμό των Σκοπίων, καταγγέλλουμε την συμμετοχή της Αθήνας στην εγκληματική νατοϊκή συμμαχία και παλεύουμε για την καταστροφή της και την ήττα σε όλα τα μέτωπα που επιχειρεί να επιβάλει τη θέληση της Αυτοκρατορίας. Πρώτα απ’ όλα στη Συρία, την Υεμένη, τη Βόρεια Κορέα, την Παλαιστίνη και οπουδήποτε επιχειρεί μέσα από τους πράκτορές της (Ουκρανία, Βενεζουέλα κοκ) να εξυπηρετήσει τους σχεδιασμούς της ευρωατλαντικής συμμαχίας.

Η αριστερά που μιλάει αυτή τη στιγμή για εθνικούς κινδύνους, παρουσιάζοντας τη Μακεδονία ως υποχείριο των αμερικάνων δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να γίνεται νεροκουβαλητής στο μύλο της εθνικιστικής αντίδρασης. Όποιος θέλει να είναι συνεπής αντιιμπεριαλιστής θα πρέπει να καταγγείλει πρώτα απ’ όλα τον ιμπεριαλισμό της δικής του αστικής τάξης. Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι οργανικό τμήμα της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας. Συμμετέχει στις εξορμήσεις της και επιδιώκει μέσα από κει να αντλήσει ένα μέρος της λεηλασίας. Ο μεγάλος αδελφός την προηγούμενη φορά (2008) που ετέθη το ζήτημα πήγε πάσο στο ελληνικό βέτο. Η καπιταλιστική Ελλάδα είναι ένας ιστορικός σύμμαχος της δύσης.

Ας μην ανησυχούν λοιπόν ορισμένοι. Η ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ δεν θα συμβεί θυσιάζοντας ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΝΑΤΟ. Κανείς δεν επιβουλεύται την εθνική σας ασφάλεια και ακεραιότητα.  Είναι καιρός η αριστερά που μπερδεύει την Ελλάδα με τον τρίτο κόσμο να αντικρίσει την πραγματικότητα. Και πρωτα από λοα ας πάψει να χρησιμοποιεί την ορολογία του αντιπάλου. Δεν είναι ο ρόλος της να βαράει κάθε τρεις και λίγο εθνικό συναγερμό . Ο πατριωτισμός σε μια χώρα της μητρόπολης είναι αντιδραστικός, ένα αριστερό λιβανιστήρι του κυρίαρχου σωβινισμού. Το εργατικό κίνημα, για να μην πούμε κι ο κόσμος της αριστεράς πρέπει να σπάσουν μια για πάντα με την αυταπάτη της εθνικής ανεξαρτησίας σαν το πρώτο βήμα για την κοινωνική απελευθέρωση.

Καμία μερίδα της αστικής τάξης δεν ενδιαφέρεται για κάποιο είδος εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα τον οποίο εμείς οφείλουμε να ενισχύσουμε. Η ντόπια αστική τάξη έχει πλήρη συνείδηση του ρόλου τους και της θέσης που βρίσκεται ο ελληνικός καπιταλισμός στο διεθνή καταμερισμό. Αν πασχίζει για κάτι είναι να παραμείνει στα κυρίαρχα έθνη του πλανήτη έστω και ως ο τελευταίος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας που από το 1945 και μετά αναπαράγεται στα πλαίσια της -υπό αμερικάνικη ηγεμονία- αυτοκρατορίας.  Ο εθνικιστικός συρφετός με τα ιερά και τα οσιά του, απαιτεί για την Ελλάδα μια καλύτερη θέση στα ισχυρά έθνη του πλανήτη. Βλέπει τον εαυτό του στη θέση του κυρίαρχου και ο τσαμπουκάς στη Μακεδονία είναι η άλλη όψη του τσαμπουκά στον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον απόκληρο, σε αυτόν που «δεν έχει να φαει», σε όσους δεν πληρούν τα υψηλά στάνταρ της άριας φυλής και όσους φυσικά δεν στοιχίζονται με την εθνικιστική ηλιθιότητα. Ο εθνικισμός είναι τμήμα του εθνικού κορμού και της αστικής αυλής, και θανάσιμος εχθρός του προλεταριάτου, του διεθνισμού των κατατρεγμένων, του ταξικού αγώνα. Ο κομμουνισμός στις μητροπόλεις δεν έχει κανένα κοινό καθήκον με την αστική τάξη. Ο εχθρός βρίσκεται στη χώρα «μας» και στην Αυτοκρατορία. Όσοι το ξεχνάνε αυτό βρίσκονται ήδη με το ένα πόδι στην αγκαλία της αστικής αντίδρασης.

Σημειώσεις

[1] Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των εθνικιστών είναι πως η γλώσσα αποτελεί «απόδειξη» συνέχειας της εθνικής ταυτότητας. Ωστόσο τα έθνη συγκροτούνται πάνω στα ερείπια παλαιότερων κοινωνικών σχηματισμών και είναι απολύτως φυσικό να ενσωματώνουν κομμάτια τους στο σκληρό ιδεολογικό τους πυρήνα. Τα έθνη δεν είναι μόνο μια αόριστη κατασκευή, μια φαντασιακή κοινότητα, έχουν υπόβαθρο σχηματίζοντας ένα μωσαϊκό από παραδόσεις φυλετικές και κοινοτικές. Στη δική μας περίπτωση το Βυζάντιο παραλαμβάνει την ελληνική γλώσσα (για την ακρίβεια η συνέχεια της κοινής ελληνιστικής που εκείνη την εποχή ήταν ότι τα αγγλικά σήμερα, μέσο έκφρασης μη ελληνόφωνων πληθυσμών, η γλώσσα όλης της Μεσογειακής λεκάνης) ως επίσημη και με το τέλος του ένα κομμάτι της συνεχίζει ζει ως γλώσσα των υποτελών χριστιανών. Με τον ίδιο τρόπο που η ισπανική είναι η επίσημη γλώσσα όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής (πλην της Βραζιλίας που είναι τα πορτογαλικά) και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι λαοί αυτοί είναι ισπανικοί έτσι και η χρήση της κοινής ελληνιστικής από τους λαούς της μεσογειακής λεκάνης δεν τους μετατρέπει σε Έλληνες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s