Μύχιες σκέψεις με αφορμή τα γεγονότα του τριημέρου του Πολυτεχνείου

Κ.Μαραγκός για το Avantgarde

Προσοχή! Το κείμενο που ακολουθεί είναι ακατάλληλο για όσους τα ξέρουν όλα και αυστηρώς ακατάλληλο για τους πιστούς όλων των δογμάτων. Μπορούν να συνεχίσουν μόνο με δικιά τους ευθύνη. Όπως και να χει δεν έχουμε καμία πρόθεση να θίξουμε την τιμή κανενός. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις είναι εντελώς τυχαία.

Ως γνωστόν το φετινό τριήμερο του Πολυτεχνείου σημαδεύτηκε από μια “κατάληψη εξέγερσης” μερικών δεκάδων ατόμων με ομολογούμενο σκοπό να “απελευθερώσει το χώρο από τα κομματικά παράσιτα που καπηλεύονται την εξέγερση του Πολυτεχνείου το ’73 δεκαετίες τώρα”. Ο σκοπός αυτός υποδηλώνεται σε κάθε τόνο, στην αρχική ανακοίνωση της κατάληψης καταναλώνοντας το ½ του περιεχομένου της, καθώς και στις δύο επόμενες -μεγέθους 2 προτάσεων η καθεμία- και στις οποίες δεν υπάρχει καμία άλλη αναφορά πέραν τούτου: “Η κατάληψη του Πολυτεχνείου εξελίσσεται με επιτυχία, ήδη οι πρώτοι πολιτικοί στόχοι για αποκλεισμό πολιτικών και κομματικών οργανώσεων, που καπηλεύονται την εξέγερση, έχουν υλοποιηθεί”. Η πανηγυρική αυτή ανακοίνωση κυκλοφορεί την πρώτη μέρα (15/11) στις 10πμ όταν η κατάληψη “αντέχει” την παρουσία μερικών εκατοντάδων μελών του ΚΚΕ, των ΕΑΑΚ και του εξωκοινοβουλίου που όμως σε καμία περίπτωση δεν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κτίριο. Η μη επιθετική αυτή στάση αντί να εκτιμηθεί δεόντως από τους καταληψίες αντιμετωπίστηκε εντελώς αλαζονικά όχι μόνο στην ανακοίνωσή τους, αλλά και στην ελεεινή πεζοδρομιακή και λουμπένικη στάση που επιδείκνυαν στα κάγκελα του Πολυτεχνείου βρίζοντας και απειλώντας επί του προσωπικού τους παρευρισκόμενους, με εκφράσεις του στυλ “η Αθήνα είναι μικρή” και άλλα ακατονόμαστα κοκ

Είναι γεγονός ότι η 36ωρη κατάληψη προσπάθησε να αρθρώσει έναν πολιτικό λόγο μέσα από τις 4 ανακοινώσεις της με στόχο να βγει “στο προσκήνιο τη ζωντανή εξέγερση που προσπαθεί να ξαναθεριέψει εδώ κι εκεί σε όλο τον πλανήτη”. Οι καταληψίες, προκειμένου να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, στήνουν ένα σκηνικό σύγκρουσης ή έστω προσδοκούμενης σύγκρουσης με το κράτος, “τις πολιτικές κλίκες που παράγουν το θάνατο” και με όλα τα δεινά του καπιταλισμού (φτώχεια, μπάτσοι, χημικός πόλεμος, απαγωγές, ανακρίσεις, κολαστήρια,βραχιόλι-ψηφιακός έλεγχος, προσφυγιά, στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανισμοί αιχμάλωτοι αγωνιστές, εξαναγκαστική πορνεία, βιασμοί κοκ.)… “Η κατάληψη αυτή, και κάθε συγκρουσιακό γεγονός απέναντι στο καθεστώς φέρνει τον πόλεμο στο φως. Δεν αποδεχόμαστε να ζήσουμε αόρατοι, δεν αποδεχόμαστε να παζαρέψουμε την ύπαρξη μας και την επιβίωση μας. Δεν αναγνωρίζουμε το αστικό θέατρο μα, με τους όρους μας, χωρίς ηγεμόνες, με άμεση δράση, συμμετέχουμε στον πόλεμο που πρώτα το κράτος και οι καπιταλιστές κήρυξαν” διακηρύττουν.

Ο λόγος είναι πολεμικός και αφήνει μια εντύπωση ότι πρόκειται να συμβεί κάτι μεγαλειώδες. Οι καταληψίες πετάνε το γάντι στον αντίπαλο, εκεί που όλοι οι υπόλοιποι έχουν παραδοθεί ή ακόμα χειρότερα έχουν περάσει με το μέρος του. Η κατάληψη εξυψώνει τον εαυτό της στο αντίπαλο δέος. Θα νόμιζε κανείς ότι η εξέγερση έχει ήδη ξεκινήσει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια προσομοίωση της κακιάς ώρας. Ο αντίπαλος της εξέγερσης δεν έχει εμφανιστεί σε κανένα ραντεβού. Αδιαφορεί παντελώς για την ύπαρξή της. Πολύ περισσότερο δεν νιώθει κανέναν κίνδυνο. Η επαπειλούμενη εξέγερση αφορά μόνο αυτούς που την επικαλούνται, όχι ως αναγκαιότητα, αλλά ως άμεση δράση τώρα. Και το τώρα δεν είναι τυχαίο. Ελλείψει γεγονότος που να την προκαλεί, το έδαφος της δράσης γίνεται η τριήμερη επέτειος μιας άλλης εξέγερσης “που κάποιοι την έχουν μετατρέψει σε πανηγυράκι”. Ενώ αυτοί εδώ οι γνήσιοι εξεγερμένοι επιχειρούν να αποκαταστήσουν το πραγματικό της νόημα κηρύσσοντας επί τη ευκαιρία πόλεμο ενάντια σε κάθε εξουσία. Λέμε τώρα…

Στη βάση αυτή, το Πολυτεχνείο, η ιερή αυτή Μέκκα των απανταχού εξεγερμένων, θα πρέπει αρχικά να αποκαθαρθεί από τους “καταπατητές καπηλευτές” του. Το καθήκον αυτό αποχτά μια επείγουσα σημασία για τους καθαρούς εξεγερμένους. Πως θα ξετυλιχθεί η εξέγερση όταν στο κέντρο της θα περιφέρονται οι εξουσιαστικές προδοτικές οργανώσεις της αριστεράς, που τα έχουν κάνει πλακάκια με το κράτος; Άλλωστε όλοι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για τη σύγκρουση αλλά μόνο για να στήσουν ένα πανηγυράκι με τα τραπεζάκια τους και ταυτόχρονα να επιτρέψουν στο κράτος να μετατρέψει το Πολυτεχνείο σε ένα αστικό θέατρο. Στο σκηνικό αυτό οι “εξεγερμένοι” αποκτούν ένα ηθικό πλεονέκτημα, έναντι αυτών που κουβαλάνε τα τραπεζάκια των οργανώσεών τους και ασχολούνται μόνο με την κεφαλαιοποίηση των αγώνων που δίνουν κάποιοι άλλοι.

Ο αριστερός δεν είναι απλά ένας πολιτικός αντίπαλος. Εδώ δεν πρόκειται για μια αντιπαράθεση αναρχικών-κομμουνιστών για το ποιος τα λεει καλύτερα. Οι καταληψίες από την άλλη δεν είναι πλέον αναρχικοί (ή ότι άλλο λένε ότι είναι). Τώρα είναι εξεγερμένοι και οποιοσδήποτε μπαίνει στο δρόμο τους είναι πράκτορας της αντιεξέγερσης. Στα τραπεζάκια εκτίθενται πολιτικές ιδέες, έντυπα, προκηρύξεις, βιβλία που προφανώς ακόμα και στο κόσμο των εξεγερμένων έχουν κάποια αξία, αλλά όχι την ώρα της εξέγερσης. Τώρα ακόμα κι αυτά αποτελούν εμπόδιο στο ξεδίπλωμα της σύγκρουσης. Ένα τραπεζάκι είναι χρήσιμο μόνο αν εκτοξευτεί στο μέσο της Πατησίων, ακόμα κι αν η ρήψη του δεν σημαδεύει κανένα στόχο. Την ώρα της εξέγερσης οφείλουν όλοι να επιστρατευτούν, αλλιώς να αποχωρήσουν από το πεδίο των μαχών. Καθένας που διεκδικεί μια θέση στο δεσμευμένο πεδίο βολής έξω από τις γραμμές των εξεγερμένων είναι εχθρός και θα αντιμετωπιστεί ως τέτοιος. Ενώ οι αριστεροί αμήχανοι έξω από το Πολυτεχνείο (για μιάμιση μέρα), σκέφτονταν ότι κάποιοι αναρχικοί αντικοινωνικοί είχαν καβατζωθεί μέσα στο Πολυτεχνείο ακυρώνοντας την προσέλευση του κόσμου και την επέτειο εν γένει, παίζοντας το παιχνίδι του συστήματος, οι μέσα ισχυρίζονταν ότι το Πολυτεχνείοπαραμένει ανοιχτό σε κάθε εξεγερμένο, αλλά όχι στα κομματόσκυλα και τους προσκυνημένους.

Η ώρα της εξέγερσης πράγματι είναι μια ειδική κατάσταση. Οι ανταγωνισμοί οξύνονται απότομα και τα στρατόπεδα πολώνονται με ένα βίαιο τρόπο, όσο πλησιάζει η ώρα της τελικής αναμέτρησης. Εδώ όντως τα βιβλία δεν είναι τα καλύτερα όπλα. Την ώρα της εξέγερσης αυτό που μετράει είναι η δράση, το σχέδιο, οτιδήποτε οδηγεί στη συντριβή του αντιπάλου. Η προπαγάνδα δεν έχει να προσφέρει εκείνη την ώρα παρά μόνο για να στηρίξει την ίδια την εξέγερση. Την ώρα της αναμέτρησης οι εξεγερμένοι γίνονται σκληροί με όσους προσπαθούν να την ηρεμήσουν, να την σταματήσουν, να την συμβιβάσουν. Από ένα σημείο και πέρα δεν υπάρχει επιστροφή. Επιστροφή μπορεί να σημαίνει θάνατος, εξορία, φυλακή, εξόντωση. Το Savoir Vivre της καθημερινότητας χάνει την ισχύ του όταν η ανταγωνισμός φτάνει στο σημείο βρασμού. Η μάχη έχει τους δικούς της κανόνες και τη δική της ηθική. Όπως και οποιαδήποτε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην οποία κανείς θα πρέπει να αμυνθεί με οποιοδήποτε μέσο έχει εκείνη τη στιγμή στα χέρια του, που υπό κανονικές συνθήκες δεν προκύπτει λόγος.

Οι καταληψίες του Πολυτεχνείου κήρυξαν το χώρο σε κατάσταση πολιορκίας στο όνομα βεβαίως μιας μεγάλης ιδέας, της ίδιας της εξέγερσης, και αυτό ακριβώς ήταν που τους έδινε το δικαίωμα να το εκκαθαρίσουν από όσους το “έχουν παραδώσει στις καθεστωτικές δυνάμεις”. Αποκαθαίροντας το Πολυτεχνείο από τους προσκυνημένους οι εξεγερμένοι θα έπρεπε να περάσουν στο κυρίως έργο τους.

Ο φερετζές της απάτης

Μάταια όμως. Προφανώς και η εκκαθάριση του Πολυτεχνείου δεν θα οδηγούσε σε καμία εξέγερση. Βεβαίως ο απατεώνας μπορεί να συνεχίζει να κρύβεται βυθισμένος στα παρανοϊκά του σχήματα. Η εξέγερση δεν ξεδιπλώθηκε γιατί υπέστη μια εσωτερική καταστολή από δυνάμεις που αναφέρονται στην αναρχία αλλά πλέον έχουν κομουνιστικοποιηθεί. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι είναι έτσι, γιατί οι εξεγερμένοι δεν αντιστάθηκαν; Απαντούν ότι επέλεξαν να μην συγκρουστούν “με όποιους έρχονταν να καταλύσουν την κατάληψη στο όνομα της αναρχίας…. Επιπλέον,υπήρχαν σύντροφοι που δεν ήθελαν την φυσική σύγκρουση μέσα στο κίνημα”. Οι εξεγερμένοι ξαφνικά αποποιούνται το ιερό ένδυμά τους, που μέχρι τότε τους επέτρεπε να συμπεριφέρονται ως κάφροι, στο όνομα πάντα μιας έκτακτης συνθήκης. Όταν εμφανίζεται ένα άλλο κομμάτι αναρχικών το οποίο στο τέλος της Ανακοίνωσης λήξης περιγράφεται με τρόπο που θυμίζει υπηρεσιακό ραπόρτο, οι εξεγερμένοι καταθέτουν αμαχητί τα όπλα, δήθεν για να αποφύγουν μια εσωτερική “σύγκρουση μέσα στο κίνημα”, την ίδια ώρα που θεωρούν ότι η κατάληψη σπάει από μια ξεμασκαρεμένη εσωτερική αντιεξέγερση που κουβαλάει μαζί της τους κομματικούς στρατούς των προσκυνημένων αριστερών που τα έχουν κάνει πλακάκια με την αστική δημοκρατία. Είναι προφανές εδώ ότι υπάρχει μια ασυνέπεια άνευ προηγουμένου. Στο βαθμό που πρόκειται για την υπεράσπιση της ίδιας της εξέγερσης δεν μπορεί αυτή να υποβαθμίζεται σε μια υπόθεση ανάδειξης της μασκαρεμένης αντιεξέγερσης; Αυτό είναι μια επιστροφή στην προπαγάνδα την ώρα υποτίθεται που ο σκοπός ήταν η άμεση δράση και η αναμέτρηση με το κράτος. Οι εξεγερμένοι τώρα για να αντιμετωπίσουν μια απείρως δευτεροκλασάτη πρόκληση αποποιούνται το ράσο του εξεγερμένου και ξαναγίνονται αναρχικοί που πρέπει να αντιμετωπίσουν με τα λόγια πια, μια άλλη τάση αναρχικών με κύρος εδώ που τα λέμε, που όμως έχει μπει για τα καλά σε μια διαδικασία κομουνιστικοποίησης, άσε που συναγελάζεται και με μαφιόζους.  Αλήθεια αν συμβαίνει κάτι τέτοιο τι νόημα έχουν τα λόγια;

Στην πραγματικότητα οι αντιφάσεις δεν έχουν τέλος. Η αδυναμία της “εξέγερσης” να αμυνθεί από την “εσωτερική αντιεξέγερση” είναι προφανές δείγμα της γενικότερης αδυναμίας της, ανεξάρτητα αν ισχυρίζεται ότι ήταν επιλογή της. “Η κατάληψη μπορούσε να αντισταθεί σε οποιαδήποτε απόπειρα καταστολής. Δεν είχε λόγους να φοβάται μια τέτοια απόπειρα, όταν δεν φοβόταν τα ματ και τα κνατ”. Ότι δεν πιάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Στη σφαίρα της φαντασίας όλοι μπορεί να παριστάνουν τους σούπερμαν, η πραγματική αντοχή τους όμως μετριέται μόνο στον υπαρκτό υλικό κόσμο.

Όπως και να χει ο -υπό το μανδύα του εξεγερμένου- δερβέναγας που μπορεί να καθυβρίζει όποιον δεν συμμερίζεται τις πράξεις του, ανταποκρινόμενος δήθεν σε μια εξαιρετική συνθήκη άμεσης σύγκρουσης με τον εχθρό, ξαφνικά τα παρατάει όλα, επιστρέφει στην ασφαλή αναρχική ταυτότητά του, μιλάει για ενδοκινηματικές διενέξεις και περιορίζεται στο τέλος στα του χώρου, σαν να επρόκειτο τελικά για μια αντιπαράθεση 4-5 ομάδων του αναρχικού χώρου που όλοι γνωρίζονται αναμεταξύ τους και η μία άντε και μια δεύτερη που τελευταία παριστάνει κι αυτή την ομάδα αποφάσισαν να την μεταφέρουν σε ένα ευρύτερο έδαφος αυτό του 3ημέρου του Πολυτεχνείου. Υπό το φόντο μιας προαναγγελθείσας εξέγερσης αφενός αναβαθμίζουν την αντιπαράθεση στο επίπεδο συναγερμού, αιφνιδιάζοντας τους υπόλοιπους, αφετέρου δημιουργώντας ένα σκηνικό έντασης και σύγκρουσης με την αριστερά προσδοκούν ότι έτσι θα απεκαλύπτετο τελικά η συνθηκολόγηση των υπολοίπων αναρχικών στην προσκηνυμένη αριστερά. Η “εξέγερση” τελικά ήταν το φόντο, δηλαδή ο φερετζές σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, που επειδή δεν μπορούσε να εξελιχθεί αδιαμεσολάβητα ανάμεσα στους άμεσα ενδιαφερόμενους, κάποιοι από αυτούς αποφάσισαν να τη δώσουν διαμεσολαβημένα,υποκρινόμενοι τους εξεγερμένους κατά των προσκυνημένων.

Η βαθύτερη φύση του “αδιαμεσολάβητου” εξεγερμένου και η “πολιτική φενάκη”

Βεβαίως η ταυτότητα του εξεγερμένου είναι η ιερά Αγελάς κάθε “αδιαμεσολάβητου” και εκ του φυσικού του κινήματος, που εκπορεύεται από τα βάθη της ταξικής ψυχής και του DNA των απανταχού καταπιεσμένων. “Η πολιτική είναι φενάκη, ψευδής συνείδηση, διαφθορέας των ταξικών ενστίκτων”, του αγνού καταπιεσμένου που εξεγείρεται βιωματικά και έρχονται “οι πολιτικάντηδες να κεφαλαιοποιήσουν την εξέγερση για να πάνε να τα βρούνε με τους καταπιεστές”. Και γιατί η εξέγερση δεν γενικεύεται αφού είναι στην φύση των αγνών καταπιεσμένων;“Μα γιατί οι προσκυνημένοι πολιτικάντηδες τους μπερδεύουν με τις πολιτικαντιές τους”. Και γιατί το αγνό καταπιεσμένο προλεταριάτο, οι πρόσφυγες και οι φυλακισμένοι είναι διαρκώς μπερδεμένοι; Τόσο αδύναμο είναι τελικά αυτό το DNA;

Το σώμα της εξέγερσης της 15ης και 16ης ως το απόγευμα Νοεμβρίου αρκούσε να είναι τέτοιο μονάχα με την δημογραφική -αν αυτό σημαίνει κάτι- άντε και με την ταξική του ιδιότητα:“πολυεθνικό, κοινωνικά και πολιτικά πολύμορφο. Σύντροφοι και συντρόφισσες με καταγωγές από την δύση και την ανατολή. Μετανάστες με ή χωρίς χαρτιά, εργαζόμενοι/ες, άνεργοι και αρνητές εργασίας, φοιτητές φοιτήτριες, μαθητές μαθήτριες. Άτομα ελευθεριακά, αναρχικά ή γενικώς εξεγερμένα, όλοι και όλες με κοινούς στόχους. Διαφορετικοί άνθρωποι συσπειρώθηκαν γύρω από τους αγωνιστικούς στόχους της κατάληψης, της σύγκρουσης με το κράτος και του αποκλεισμού των κομμάτων”.(Ανακοίνωση 16/11) Ιδιότητες κλειδιά όχι μόνο στο λεξικό της αναρχίας αλλά και της αριστεράς. Εμπρός της γης οι κολασμένοι. Όλοι οφείλουν τον απαραίτητο σεβασμό σε έναν πολυεθνικό μετανάστη, εργάτη και αρνητή εργασίας. Εξίσου σε έναν αγνό μαθητή. Φορτισμένες ιδιότητες με ελευθέρας στον κόσμο των απανταχού επαναστατών. Θα έλεγε κανείς με ειδικά προνόμια αντίστοιχα με αυτά των ευγενών στις φεουδαρχικές απολυταρχικές κοινωνίες. Τι να τολμήσει να αντικρούσει ένας “βολεμένος αριστερός” μπροστά σε έναν εξεγερμένο πρόσφυγα; Ένα τέτοιο σώμα διεκδικεί την ασυλία εκ της φύσης του και ειδικά όταν βρίσκεται στην ιερά Μέκκα του Πολυτεχνείου, που επικυρώνει διπλά την εξεγερτική του φύση, που την ανακαλύπτει αφού πρώτα έχει ξεριζώσει την εκφυλιστική παραμορφωτική επίδραση που ασκούν πάνω σε αυτή την αγνή φύση, οι πολιτικάντηδες κυρίως της αριστεράς μιας και αυτοί επιδιώκουν να το εκπροσωπήσουν, ως “διαμεσολαβητές” των αρχέγονων ενστίχτων του.

Τώρα πως όλα αυτά “διαλύθηκαν από ένα σώμα που προέκυψε από το κάλεσμα της ομάδας ‘αναρχικών και κομμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση’”, ένας θεός ξέρει. Για να συμβαίνει κάτι τέτοιο μια ζωή, ίσως θα πρέπει να αναρωτηθούν όλοι όσοι κλαίγονται εκ των υστέρων υπερασπιζόμενοι τον αδιαμεσολάβητο αγώνα των εν λόγω προικισμένων από τη φύση τους ιδιοτήτων (πρόσφυγες, εργάτες, μαθητές, άνεργοι και γενικώς εξεγερμένοι) να αναρωτηθούν μήπως κάτι δεν πάει καλά με το ερμηνευτικό τους σχήμα.

Αντιλαμβανόμαστε βεβαίως ότι κάθε ερμηνευτικό σχήμα είναι από τη φύση του παραμορφωτικό της καθαρής πραγματικότητας που αντιλαμβάνονται μόνο όσοι τη βιώνουν στη φυσική κατάσταση του εξεγερμένου, αλλά κάπως πρέπει να εξηγηθεί. Έστω και “αδιαμεσολάβητα”. Εκτός κι αν στο πεδίο του αδιεμεσολάβητου οι εξηγήσεις δεν έχουν κανένα νόημα παρά μόνο η δράση που νομιμοποιείται από μόνη της ως φυσική αντίδραση. Και όταν η αδιαμεσολάβητη δράση “διαλύεται” από ένα κάλεσμα μιας ομάδας αναρχοκομμουνιστών τότε δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε τίποτα. Απλά διαλύθηκε. Κάθε εξήγηση περιττεύει. Τα ένστικτα θα επανέλθουν στη θέση τους. Όπως τα ζώα. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Μαμ, κακά και νάνι. Κάπως έτσι κι εμείς. Με τη διαφορά ότι δίπλα στο μαμ, κακά και νάνι, προσθέτουμε και ένα τέταρτο ένστικτο αυτό της εξέγερσης. Αδιαμεσολάβητα πάντα, αμόλυντα, καθαρά, ταξικά και σίγουρα. Η φτώχεια φέρνει την εξέγερση και η καταπίεση επίσης. Πεινάς; Εξεγείρεσαι. Αν τώρα δεν εξεγείρεσαι όπως θα έπρεπε, φταινε οι κομματικοί στρατοί της αριστεράς.

Το καθήκον των αναρχικών ή κάποιων από αυτών ή και άλλων εκτός από αυτών, ποιο είναι τελικά; Μα να τσακίσουν όσους εμποδίζουν με τα ιδεολογήματά τους το εξεγερτικό ένστικτο να τα γκρεμίσει όλα. Και με το παράδειγμα των ήδη εξεγερμένων να διδάξουν στους υπόλοιπους καταπιεσμένους τη φύση τους, όπως κάνει η μαμά αρκούδα στο αρκουδάκι της. Ανάμεσα σε αυτή τη σχέση δεν χωράνε άλλοι. Οι άλλοι, ας πούμε οι αριστεροί και οι αναρχικοί που κομουνιστικοποιούνται δεν ανήκουν στο είδος. Είναι ξένοι, αλλοιωμένοι, εκφυλισμένοι, πιθανόν ανήκουν σε άλλο είδος, ανθρωποειδή του Μάτριξ που τους αξίζει να καούν σε μια κόλαση από μολότοφ. Οι εξεγερμένοι πρέπει να υπερασπιστούν την αγέλη τους , το γένος τους, το είδος τους. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Εκεί η μαμά αρκούδα γίνεται ανελέητη. Εκτός αν έρθει μια άλλη αρκούδα και της εξηγήσει ότι κάνει μαλακίες.

«Άντε θύμα άντε ψώνιο άντε σύμβολο αιώνιο»

Με αυτούς τους στοίχους μεγάλωσε και ίσως μεγαλώνει ακόμα ο κόσμος της αριστεράς. Σε τι διαφέρει όμως με το “αδιαμεσολάβητο” ερμηνευτικό σχήμα που έχουν οι αδιαμεσολάβητοι αναρχικοί στο κεφάλι τους, όσο βεβαίως επιτρέπεται κανείς να κάνει μύχιες σκέψεις πέρα από αυτές που του ορίζει η φύση του, άντε και η ταξική του φύση; Σχεδόν σε τίποτα. Η λατρεία της φύσης μέσα από τη λατρεία του ταξικού ενστίκτου της μοναδικής πραγματικής ουσίας, κυριεύει τη σκέψη της αριστεράς και της θεωρίας της. Ο ανιμισμός αποδίδει στα πάντα μια αυτενέργεια η οποία οφείλεται σε μια εσώτερη μεταφυσική κινητήρια δύναμη που ενυπάρχει στα στοιχεία της φύσης.

Στην αριστερά, την αναρχία και το κίνημα φυσικά ως την πλέον κοινά αποδεκτή “γνήσια μορφή της κοινωνικής αυτενέργειας”, η λατρεία της φύσης γίνεται λατρεία της αυτενέργειας των τάξεων. Ο μαρξισμός και κάθε άλλη επαναστατική θεωρία υποβιβάζονται σε μια ατελείωτη αναζήτηση της κρυφής γνώσης που είναι χαμένη και πρέπει να ανασκαφτεί. Τα πάντα προϋπάρχουν και εμείς πρέπει να τα βρούμε. Το ιερό δισκοπότηρο, η κρυφή γνώση, που θα μας δείξει το δρόμο. Και που κρύβονται όλα αυτά; Μα που αλλού πέρα από το άμεσα ενδιαφερόμενο υποκείμενο που άλλωστε γι αυτό γίνονται όλα. Κάποτε οι περιηγητές έψαχναν τη χαμένη γνώση στους αρχαίους πολιτισμούς ή σε κάποιες ξεχασμένες φυλές της Αφρικής ή της Ασίας. Στα 60’s οι χίπηδες από τη Γερμανία και τη Σουηδία την έψαχναν στη Σαντορίνη και τη Γκόα με τα ανάλογα βοηθήματα. Η αριστερά του κακοχωνεμένου μαρξισμού και των περιληπτικών εγχειριδίων μαζί με την αδιαμεσολάβητη από ανέκαθεν αναρχία ψάχνει την αλήθεια στο αδούλωτο πνεύμα των θυμάτων της ταξικής και εν γένει καθολικής καταπίεσης.Άλλωστε αυτό δεν είναι το υποκείμενο της επανάστασης; Αυτή η στρεβλή ταύτιση της πραγματικότητας (ταξική εκμετάλλευση, σχέσεις παραγωγής κοκ) που δήθεν ζωντανεύει με την αυτενέργεια των άμεσα ενδιαφερόμενων υποκειμένων της, λειτουργεί για την αριστερά αλλά και την αναρχία σαν μια ιστορική νομιμοποιητική συνθήκη του κοινωνικού τους σχεδίου. Η Ιστορία εδώ αντικαθιστά το Θεό ή τη φύση ως κινητήριο μοχλό. Το υποκείμενο είναι η εργατική τάξη ή σε άλλες εκδοχές άλλα στρώματα που επίσης υφίστανται την ταξική ή πλέον την διευρυμένη κρατική καταπίεση από τον συλλογικό υπερασπιστή ενός συστήματος εκμετάλλευσης. Η δικιά μας αλήθεια είναι κρυμμένη στο γενετικό κώδικα του εκάστοτε πληττόμενου υποκειμένου, ακόμα κι αν ο κώδικας δεν μπορεί να διαβαστεί από αυτό καθεαυτό το υποκείμενο. Αυτό είναι και το καθήκον των απανταχού επαναστατών, κομμουνιστών αναρχικών κοκ. Πρώτον να αποκωδικοποιήσουν τον κρυμμένο κώδικα και στη συνέχει να τον μεταλαμπαδεύσουν στον άμεσα και από την Ιστορία προορισμένο ενδιαφερόμενο, το επαναστατικό υποκείμενο.

Και ποιοι είναι αυτοί οι επαναστάτες; Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη άποψη είναι διανοούμενοι που το σκάσανε από την άρχουσα τάξη. Αυτό άλλωστε φωνάζει από μόνο του όταν ψάξει κανείς την καταγωγή του Μαρξ, του Ένγκελς, του Μπακουνιν, του Κάουτσκυ, του Μπλανκί, του Κροπότκιν, του Λένιν, του Τρότσκυ, του Πουλιόπουλου, του Κάστρο του Τσε Γκεβάρα και όλων μα όλων των διανοούμενων θεωρητικών, πατερών αλλά και πολλών εκ των ηγετών επί του πεδίου μάχης από τη γαλλική επανάσταση μέχρι και σήμερα. Αυτό βέβαια αντιμετωπίζεται σαν εξαίρεση ακόμα και από τους ίδιους τους θεωρητικούς του κομμουνισμού και της αναρχίας. Κατά ένα περίεργο τρόπο οι ηγέτες των από κάτω προέρχονται από τους αποστάτες των από πάνω. Ταυτόχρονα ο στρατός που θα πρέπει να διεκπεραιώσει το ιστορικό του καθήκον προέρχεται από τους από κάτω και με την επισήμανση ότι μόνο έτσι νομιμοποιείται η οποιαδήποτε απόπειρα απελευθέρωσής τους. Το διαρκές καθήκον των επαναστατών, της αναρχίας και του κομμουνισμού είναι να αναλύουν την κατάσταση και να χτυπάνε το γόνατο του ιερού υποκειμένου μπας και ξυπνήσει και “πάρει την υπόθεση στα χέρια του”. Ότι λέμε από μόνα τους δεν έχουν καμία αξία. Αποκτούν αξία και ιστορική νομιμότητα, μόνο όταν βρουν έδαφος στις πλατιές μάζες του κοινωνικού υποκειμένου. Αυτό δεν είναι μια τεχνική προϋπόθεση, που θα μπορούσε ενδεχομένως να λυθεί και διαφορετικά. Δεν είναι ότι χρειαζόμαστε δυνάμεις για να τα βάλουμε με έναν πανίσχυρο αντίπαλο. Πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο. Ότι χωρίς την άμεση εμπλοκή του άμεσα καθορισμένου από τη ταξική του φύση υποκειμένου η υπόθεση είναι σκάρτη. Κανείς δεν δύναται να πάρει την πρωτοβουλία αν δεν έχει την έγκριση του υποκειμένου, ακόμα κι αν αυτό παραμένει ασυνείδητο ή το καταδικάζει η εξουσία σε μια διαρκή πλάνη. Αν υποθέσουμε ωστόσο ότι τα ταξικά του ένστικτα μπορούν να καταπιέζονται κατ’ εξακολούθηση από τα τερτίπια της εξουσίας και της προσκυνημένης αριστεράς και τώρα και της μισής αναρχίας, τότε τα ένστικτα αυτά γίνονται από κινητήριος δύναμη της επανάστασης ένα απόλυτο εμπόδιο. Ο κομμουνισμός και οποιαδήποτε άλλη θεωρία ακόμα κι αν έχει πιστοποιηθεί από την Ιστορική αναγκαιότητα ακυρώνεται από το ίδιο το υποκείμενο που έχει επωμιστεί να τον πραγματοποιήσει. Αυτό όμως δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί το κίνημα. Εξάλλου τελευταία αυτό μπορεί να υπάρχει χωρίς τις ιδεολογικά του προτάγματα. Αυτά άλλωστε το οδήγησαν στις μεγάλες τραγωδίες. Έτσι δεν είναι σύντροφοι των κινημάτων και των απανταχού από τα κάτω; Τι κι αν η “απελευθέρωση” από όλους τους ισμούς, με την αρωγή βεβαίως της ιδεολογίας του τέλους της ιστορίας, δεν απελευθέρωσε στο παραμικρό τα ταξικά ένστικτα των αθώων καταπιεσμένων. Ούτε αυτό απασχολεί κανέναν. Πάνω από όλα ο χαβάς τους. Κατά τα άλλα ο αντιδογματισμός τους μάρανε.

Έτσι κάθε άλλη κίνηση θεωρείται από τα πάνω, υποκατάσταση, γραφειοκρατική, κομματική και άλλες τέτοιες κατηγοριοποιήσεις που οδηγούν πάντα σε κακοτοπιές το αγνό παρθένο και τελικά βλαμμένο κοινωνικό υποκείμενο, που πάντα το ξεγελάνε οι επιτήδειοι. Η αριστερά και η αναρχία αντί να κοιτάνε γιατί το υποκείμενο όπως το έχουν ορίσει οι ίδιοι κοιμάται όρθιο ψάχνουν διαρκώς ποιος το κοιμίζει, ποιος το διαφθείρει, ποίος το ξεπουλάει και ποιος το κοροϊδεύει. Όπως και να χει, αν τα ένστικτα δεν αρκούν για να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους τότε δύο πράγματα συμβαίνουν. Ή δεν υπάρχουν τέτοια ένστικτα, ή κι αν υπάρχουν είναι πολύ λίγα για να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο τόσο ευφυή που έχει βρει τον τρόπο να τα κουμαντάρει.

Η εμμονή στο αιώνιο σύμβολο το ψώνιο, εγκλώβισε όχι μόνο τη δράση αλλά και τη σκέψη της αριστεράς (από τον κομμουνισμό μέχρι την αναρχία) δηλαδή κάθε κινήματος που επέλεξε τον συνειδητό αγώνα για μια άλλη κοινωνία. Όχι την αντίσταση στα δεινά, που είναι πλέον το ιδεολογικό αποκούμπι της οκνηρής αριστεράς του πρωτογονισμού και των κινημάτων (των φόρουμ, του Μαϊνταν, της Συρίας, της Λιβύης, του brexit και της Καταλονίας) μετά την κατάρρευση του 90, αλλά της αριστεράς που πιστεύει ότι έχει ή πρέπει να έχει ένα άλλο κοινωνικό σχέδιο πέρα και έξω από τον καπιταλισμό. Παρεμπιπτόντως η απουσία του σταλινικού δυνάστη δεν βοήθησε όλους αυτούς που έβλεπαν στο σταλινισμό το κύριο εμπόδιο στην κοινωνική επανάσταση για να ξεδιπλώσει η εργατιά τις αρετές της χωρίς την εσωτερική αστυνομία. Γιατί συνέβη αυτό; Υπάρχει καμία σοβαρή εξήγηση πέρα από τις γνωστές βλακείες για τις “αποφάσεις στις γενικές συνελεύσεις” και τους “σοσιαλισμούς από τα κάτω”. Το συνθήμα “οι αποφάσεις στους εργάτες” το λέγαμε για να αντιπολιτευθούμε την γραφειοκρατία που είχε και μια κατασταλτική δυνατότητα, ποντάροντας ότι αυτό θα ξεμπλοκάρει τους εργάτες που έτρεχαν από πίσω της. Τώρα χωρίς τον μπαμπούλα της γραφειοκρατίας που πήγε στην κόλαση και τα δικά μας συνθήματα πήγαν στον παράδεισο, γιατί οι εργάτες δεν προσέρχονται στις συνελεύσεις;

Ο εξεγερμένος ως μεταμοντέρνο κοινωνικό υποκείμενο

Όπως και η αριστερά έτσι και η κατάληψη του Πολυτεχνείου χρειαζόταν για να νομιμοποιήσει την ύπαρξη της και να την κάνει πιο σημαντική από τα επετειακά πανηγυράκια των αριστερών διαφωτιστών με τα τραπεζάκια τους και την πραμάτεια τους, να υποδυθεί την άμεσα ενδιαφερόμενη κοινωνική υποκειμενικότητα. Στο ερώτημα της αριστεράς “μα καλά εσείς κύριε ποιος είστε”, δηλαδή ποιον εκπροσωπεί στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ποια είναι η κοινωνική νομιμοποίηση η απάντηση είναι “το πολυεθνικό σώμα από μετανάστες με ή χωρίς χαρτιά, εργαζόμενοι/ες,άνεργοι και αρνητές εργασίας, φοιτητές φοιτήτριες, μαθητές μαθήτριες. Άτομα ελευθεριακά, αναρχικά ή γενικώς εξεγερμένα”. Αν αφαιρέσει κανείς το αναρχικά όλα τα υπόλοιπα είναι κοινωνικές κατηγορίες. Αυτά δεν χωράνε αμφισβητήσεις, ούτε ερμηνείες. Είναι άλλωστε οι ιερές αγελάδες της αριστεράς. Η δικιά τους αλήθεια είναι πάνω από κάθε θεωρία. Η θεωρία οφείλει να την ξεκλειδώσει να μας την αποκαλύψει με τον ίδιο τρόπο που αποκαλύφθηκαν οι 10 εντολές στο όρος Σινά. Ο κομμουνιστής μπορεί να είναι μόνο προφήτης και κατόπιν ιεραπόστολος. Το κέντρο όμως είναι το κοινωνικό υποκείμενο. Και ειδικά όταν οι ιεραπόστολοι τα έχουν κάνει σαν τα μούτρα τους. Τότε το κοινωνικό υποκείμενο αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.

Ο προτεσταντισμός ήταν στα παιδικά του χρόνια μια εξέγερση ενάντια στους διαμεσολαβητές της θρησκείας. Ο θεσμός της εκκλησίας μέχρι τότε ήταν αναγκαίος για να επικοινωνήσει ο θνητός με το Θεό. Δεν γινόταν αλλιώς. Με τους προτεστάντες μπορεί να γίνει κατευθείαν, χωρίς θεσμικούς διαμεσολαβητές. Ταίριαζε άλλωστε με το ελεύθερο καπιταλιστικό πνεύμα που απαιτούσε άρση των εμποδίων στη κυκλοφορία του κεφαλαίου σε μια εποχή που ο παπισμός και η καθολική εκκλησία αντιπροσώπευαν το παλιό καθεστώς της απολυταρχίας.

Ο εξεγερμένος του Πολυτεχνείου δεν πρωτοτυπεί. Ο λόγος του αναπαράγει το γνωστό αναρχικό τροπάρι του κοινωνικού υποκειμένου χωρίς όμως τις μαρξιστικές διαμεσολαβήσεις. Οι εξεγερμένες ατομικότητες είναι η αδιαμεσολάβητη αυτενέργεια του κοινωνικού υποκειμένου όπως το ορίζει η ίδια η κατάληψη. Οι διαμεσολαβήσεις άλλωστε υπάρχουν για να καταστέλλουν την άμεση δράση. Στον αναρχικό λόγο η άμεση δράση αποκτά ένα φετιχιστικό χαρακτήρα, και αυτοδικαιώνεται από το ιστορικό καθήκον που θέτει στον εαυτό της και που πηγάζει από τη θέση των υποκειμένων στον κοινωνικό καταμερισμό. Για την αναρχία αυτή είναι η γνήσια ταξική έκφραση και όχι οι εκφυλισμένοι θεσμοί της ταξικής εκπροσώπησης οι οποίοι είναι η 5ηφάλαγγα του αντιπάλου. Άπαξ και δρα κανείς ως εξεγερμένος (εργάτης, μη εργάτης, άνεργος, μετανάστης κοκ) όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να βγάλουν το σκασμό για να μην φάνε καμία αδέσποτη.

Όλα αυτά βεβαίως στο πεδίο της πραγματικής αντιπαράθεσης δεν έχουν καμία ιδιαίτερη αξία. Εκεί μετράνε οι πραγματικές δυνάμεις. Εκεί θα έπρεπε κανείς να επιβεβαιώνει, να επικαιροποιεί, να εξελίσσει ή να αναθεωρεί τις θεωρίες του. Εκτός και να πιστεύει ότι η θεωρία έχει επιτελέσει το έργο της και το μόνο που μένει είναι να την εφαρμόσουμε.

“Το Πολυτεχνείο δεν τέλειωσε για μας”

Η αριστερά θεώρησε ότι η κατάληψη του Πολυτεχνείου δεν έχει καμία κινηματική νομιμότητα, και ότι δεν εκπροσωπεί τίποτα πέρα από τα συμφέροντα μια δράκας ατόμων που στο όνομα της αναρχίας λειτουργούν αντικοινωνικά και εχθρικά προς το κίνημα. Μια τέτοια οπτική βλέπει τη μισή αλήθεια και υπονοεί μια άλλη μισή που όμως δεν υπάρχει.

Όντως η κατάληψη πραγματοποιήθηκε από μια ανεκδιήγητη μειοψηφία κάποιων δεκάδων ατόμων κυρίως του αναρχικού χώρου. Η αντικοινωνική τους συμπεριφορά είναι αδιαμφισβήτητη στο βαθμό που χυδαιολογούσαν ακόμα και σε ανθρώπους που η ηλικία τους και οι αγώνες τους απαιτούν από μόνες τους ένα σεβασμό. Μόνο μαχαιροβγάλτες και λουμπένια της κακιάς ώρας μπορούν να συμπεριφέρονται έτσι. Κι όμως υπό το μανδύα του εξεγερμένου που είναι σε πόλεμο όλα επιτρέπονται. Όμως τι είναι αυτό που αντιπρότεινε αυτή η αριστερά στην κατάληψη των 50 αντικοινωνικών; Το μαζικό κίνημα, τους φοιτητικούς συλλόγους, τα εργατικά σωματεία, το σύλλογο βασανισθέντων και εξορισθέντων κοκ. Και η απάντηση που έρχεται από τους “ελεύθερους πολιορκημένους” είναι ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία αξία σήμερα. Ποια συνδικάτα ποιοι σύλλογοι; Όλα αυτά είναι ψοφίμια της διαμεσολάβησης. Άλλωστε κανείς από όλους αυτούς δεν είναι εδώ. Εδώ είστε εσείς τα ΚΝΑΤ, τα ΕΑΑΚ και τα τραπεζάκια των αριστεριστών που θέλουν να αποκαταστήσουν το θεσμικό πανηγύρι. Όλοι αυτοί που έθαψαν το πνεύμα την εξέγερσης του 1973.

Και δω υπάρχει ένας κόκκος αλήθειας. Η αριστερά εδώ και 44 χρόνια ισχυρίζεται ότι ο αγώνας του Πολυτεχνείου συνεχίζεται. Ότι ήταν η αρχή, ότι δεν ικανοποιήθηκαν τα αιτήματά του, ότι παραμένουν ανοιχτές οι πληγές, οι νεκροί ζητάνε ακόμα εκδίκηση. “Κουμής Κανελλοπούλου Μιχάλης Καλτεζάς / το Πολυτεχνείο δεν τέλειωσε για μας”, “Το Πολυτεχνείο ζει έξω οι αμερικανοί”, «Η χούντα δεν τελείωσε το 73, ψωμί παιδεία ελευθερία ή σε κάθε γωνία υπάρχει αστυνομία». Σε αυτά και άλλα συνθήματα, αλλά και στο φαντασιακό της αριστεράς, υπάρχει μια αίσθηση ότι ο αγώνας συνεχίζεται από το 1973. Αυτό είναι αλήθεια μόνο με την έννοια ότι ο αγώνας συνεχίζεται από το 1820 και από την ώρα που υπάρχει το νεώτερο ανταγωνιστικό ταξικό κίνημα. Όμως κάθε ξεχωριστός αγώνας τελειώνει άμα τη λήξη του. Μπορεί να είναι ένα παζλ μέσα στην ιστορία της ταξικής πάλης, αλλά κανένας αγώνας δεν συνεχίζεται εις τον αιώνα τον άπαντα. Και όταν τελειώνει κάνουμε την αποτίμηση του και θα συνεχίσουμε να την κάνουμε όταν τον ξαναθυμόμαστε, γιατί κάθε φορά η αποτίμηση συμπεριλαμβάνει και ότι σχετίστηκε με αυτόν τον αγώνα, είτε προσπαθώντας να τον κεφαλαιοποιήσει, είτε να τον γιορτάσει, είτε να τον τιμήσει με γνήσιο τρόπο, είτε να χτίσει τη καριέρα του πάνω σε αυτόν, είτε να τον χρησιμοποιήσει για να ξεπλύνει την ντροπή του κοκ. Και όσο ένα γεγονός κοινωνικοποιείται και γίνεται σύμβολο της μισής Ελλάδας, αφού έπεσε η χούντα βεβαίως, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η διαχείρισή του, τόσο το νόημά του γίνεται λάστιχο, κι άλλο τόσο τα πραγματικά γεγονότα χάνονται στους μετέπειτα μύθους που το συνοδεύουν. Αυτά συμβαίνουν όταν αρνιόμαστε να θάψουμε τον νεκρό την ώρα που πρέπει και όταν 44 χρόνια μετά παλεύουμε για να δικαιωθούν τα αιτήματα του Πολυτεχνείου, ψάχνοντας διαρκώς το νήμα με μια υπόθεση που έδωσε τη μάχη και ηττήθηκε αφήνοντας παρακαταθήκες και εκκρεμότητες που όμως ζωντανεύουν μόνο στις μάχες που είναι μπροστά μας.

Όπως και να χει ο “αδιαμεσολάβητος αυτενεργών καταληψίας” δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να πραγματοποιεί τη φαντασίωση που επιμένει ότι “το Πολυτεχνείο δεν τέλειωσε για μας”. Μπορεί να το κάνει με ένα τρόπο που καταλήγει σε μια παρωδία, μπορεί ακόμα να το υποδύεται έχοντας άλλα στο μυαλό του, αλλά αυτό είναι δευτερεύων. Όσο ένας μύθος αναπαράγεται, ο καθένας μπορεί να στήσει πάνω του το δικό του θέατρο σκιών. Και οι “εξεγερμένοι” καταληψίες τουλάχιστον σε αυτό, δείχνουν να προσομοιάζουν περισσότερο απ’ όλους στο μύθο που βλέπει το Πολυτεχνείο να μην τελειώνει ποτέ.

Το να προβάλλουμε στα ιστορικά γεγονότα τις δικές μας προθέσεις ντύνοντάς τες με το ιστορικό πεπρωμένο είναι απόδειξη της ατολμίας και της αδυναμίας των σημερινών δρώντων υποκειμένων ν’ αλλάξουν το ρου της ιστορίας. Και όχι μόνο. Επιπλέον, την έλλειψη σημαντικότητας και ειδικού βάρους που τους διακρίνει και που αρνούνται συστηματικά να παραδεχτούν, την σκεπάζουν κάτω από το υποτίθεται τεράστιο ιστορικό χρέος της δικαίωσης του αγώνα του Πολυτεχνείου, του εμφυλίου, της Οκτωβριανής Επανάστασης, της ισπανικής, του ενός και του άλλου. Ο ασήμαντος έτσι γίνεται κεντρικό πρόσωπο της Ιστορίας, αφού ταυτίζεται με ένα κολοσσιαίο γεγονός αναλαμβάνοντας το καθήκον να δικαιώσει την ψυχή των νεκρών που έπεσαν την ώρα που γραφόταν η πραγματική ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο η αριστερά αλλά και η αναρχία κατασκευάζουν τον δικό τους εικονικό κόσμο και διαρκώς επιστρέφουν στο παρελθόν για να λύσουν τις εκκρεμότητες που έμειναν στη μέση.

Αντί η ιστορία να γίνεται το ελιξίριο της γνώσης, το απόσταγμα που θα επικαιροποιεί διαρκώς την επαναστατική θεωρία, που θα επανεξοπλίζει τους επαναστάτες για να μπορούν να ανταποκριθούν στην πραγματική ζωή, καταντάει ένα διαρκές μνημόσυνο χαμένων ευκαιριών. Αλλά ένα κακό μνημόσυνο. Όχι για να συμφιλιωθούμε με τις ήττες, όχι για να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα τις σπάνιες φορές που νικάμε και να το κρατήσουμε στη φαρέτρα μας, αλλά για να κρατάμε τα φαντάσματα ζωντανά, για να φέρνουμε τους πεθαμένους στον κόσμο των ζωντανών και μεις να παριστάνουμε τις μετεμψυχώσεις τους. Η γνώση του παρελθόντος είναι μια πολύ χρήσιμη διαδικασία, αλλά απαιτεί ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Κάθε επιστροφή στο παρελθόν που γίνεται για να αναβιώσει πολιτικές μάχες που έχουν κριθεί ανεπιστρεπτί, αναβιώνοντας τα πάθη της εποχής, προβάλλοντάς τα στο παρόν ως την 44η παράταση μιας ανεκπλήρωτης επανάστασης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, είναι μια μάχη με τα φαντάσματα γι’ αυτό και δεν συγκινεί πλέον κανέναν.

Ο σημερινός εξεγερμένος επικαλείται το πνεύμα του Νοέμβρη, ενώ ο αριστερός ψάχνει ακόμα την ΕΦΕΕ ή έστω τους φοιτητικούς συλλόγους ή ακόμα καλύτερα το λαό να αποκαταστήσει τον μαζικό χαρακτήρα του εορτασμού και να κάνει ακόμα μια αναπαράσταση της εξέγερσης στα πλαίσια βεβαίως του γενικότερου κλιματος. Οι βαρετές ανακοινώσεις των φοιτητικών συλλόγων -copy paste των προπέρσινων- προσαρμόζονται αναλόγως. “Όπως και τότε έτσι και ώρα το σύνθημα ψωμί παιδεία ελευθερία σημαίνει σήμερα το αγώνα ενάντια στα ν+3 τα προαπαιτούμενα, τη συνθήκη της Μπολώνια, του Μάαστριχτ για τα δικαιώματα στο πτυχίο, για τα 1400 βασικό μισθό και τώρα 751, για να φύγει το μνημόνιο και να διαγραφεί το χρέος” κλπ κλπ. Καμία κουβέντα για την ίδια την εξέγερση, για το κλίμα της εποχής, για τις οργανώσεις, για τη χούντα, για το ποιοι έκαναν το Πολυτεχνείο, τι άφησε πίσω, αν έριξε τη χούντα, πως έπεσε τελικά η χούντα, γιατί μετά δεν συνεχίστηκε ο αγώνας μέχρι την πτώση του καπιταλισμού ή του κράτους; Αντί να συζητιούνται αυτά που όντως έχουν σχέση με την εξέγερση του 1973, ο κάθε βλαμμένος σκαει στο Πολυτεχνείο και παριστάνει τον ελεύθερο πολιορκημένο και ο κόσμος τον χαζεύει απ’ έξω αν περνάει και κανείς σαν να είναι πυροβολημένος. Αυτό δεν είναι μόνο κουσούρι των αναρχικών, αλλά και των αριστερών. Ο ΕΑΑΚιτης που διαβάζει φουρτουνιασμένος από τα μεγάφωνα την ανακοίνωση του συλλόγου μεταλλειολόγων λες και είναι ο Παπαχρήστου (εκφωνητής πραγματικού πολυτεχνείου) και το τανκ έτοιμο να μπουκάρει στην Πύλη, δεν διαφέρει και ιδιαίτερα από την ψυχολογία του “εξεγερμένου” που νομίζει ότι τιμά το αδιαμεσολάβητο πνεύμα ή ακόμα και την συνέχεια της εξέγερσης πετώντας μαζί με άλλους 10 αδέσποτες μολότοφ στη γνωστή διασταύρωση Σουλτάνη και Στουρνάρα.

Το πλιάτσικο του Πολυτεχνείου

Πάνω στο Πολυτεχνείο εδώ και 44 χρόνια γίνεται ένα πλιάτσικο. Στα πρώτα χρόνια αυτό είχε ένα μαζικό ακροατήριο. Καθόλου τυχαία. Ήταν ένα φρέσκο γεγονός, μόλις είχε πέσει η Χούντα και οι εκκρεμότητες ήταν ζωντανές και σε εξέλιξη. Άλλωστε και η γενιά του Πολυτεχνείου μόλις έμπαινε στα γεγονότα και πρωταγωνίστησε τουλάχιστον μέχρι το 1981 και για να λέμε και την αλήθεια αποτέλεσε το στελεχικό δυναμικό της αριστεράς ακόμα και μέχρι σήμερα.

Όσο περνάγανε τα χρόνια το Πολυτεχνείο έγινε ορόσημο για την αριστερά και όλες τις πέριξ δυνάμεις. Όλοι διεκδίκησαν ένα μέρος της πατρότητάς του, ακόμα κι αν κατά της διάρκειά του θεωρούσαν ότι ήταν προϊόν προβοκάτσιας (βλ. Πανσπουδαστική Νο8). Επίσης το Πολυτεχνείο έγινε, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, μια κρατική υπόθεση. “Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται”. Το Πολυτεχνείο εθνικοποιείται και εντάσσεται στις εθνικές αργίες με τις πλάτες της αριστεράς που συνεχίζει να αναπαράγεται με τα καύσιμα του Πολυτεχνείου και τα συνθήματά του.

Το Πολυτεχνείο ύστερα απ’ όλα δεν ήταν μόνο η εξέγερση αλλά και όλα τα υπόλοιπα, μαζί με τη “γενιά” του. Με τον ίδιο τρόπο που η ρώσικη επανάσταση δεν είναι μόνο η ηρωϊκή στιγμή της εξέγερσης, αλλά και όλα όσα την ακολούθησαν. Με τον ίδιο τρόπο που η κουβέντα για τη ρώσικη περιλαμβάνει και τον εκφυλισμό της επανάστασης θεωρώντας ορισμένοι ότι αυτό ήταν το φυσικό επακόλουθο της ίδιας της επανάστασης, και ο Σταλινισμός προϊόν του Λενινισμού και ο Τροτσκισμός μια από τα ίδια, έτσι και η κουβέντα για το Πολυτεχνείο περιλαμβάνει αναγκαστικά και τις αφηγήσεις των επίδοξων κληρονόμων του. Μιλώντας κανείς για το ιστορικό γεγονός δεν μπορεί να αδιαφορήσει για τις μετέπειτα αφηγήσεις που το συνοδεύουν.

Κρατώντας όμως κανείς “ζωντανή” την εξέγερση αποφεύγει αυτή τη συζήτηση. Τίποτα δεν έχει τελειώσει, ο αγώνας συνεχίζεται, όλα τώρα αρχίζουν”. Με αυτή τη συνθηματολογία η αριστερά δεν συζήτησε ποτέ στα σοβαρά κανένα ιστορικό γεγονός. Κάθε συζήτηση σε βάθος έγινε στις πλάτες της. Τα κομματικά επιτελεία πάσχιζαν διαρκώς να την αποφύγουν γιατί διαισθάνονταν ότι μια τέτοια συζήτηση βάζει σε δοκιμασία την τρέχουσα πολιτική τους γραμμή και εν γένει το κύρος τους. Η ώρα του απολογισμού δεν έχει έρθει ακόμα. Ο αγώνας συνεχίζεται…. Έτσι τον απολογισμό τον κάνει μόνος του ο αντίπαλος που σκυλεύει το τάφο του Πολυτεχνείου.

Την ίδια ώρα που η αριστερά το κρατούσε “ζωντανό” παριστάνοντας ότι το συνεχίζει ήρθε το ΠΑΣΟΚ να το εθνικοποιήσει και χωρίς να το καταλάβει κανείς να το ενσωματώσει και να το ευνουχίσει.

Παρόλα αυτά παραμένει για την αριστερά μια επέτειος σύμβολο. Ειδικά για την σημερινή αριστερά που είναι παιδί του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης. Είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης και αυτό δικαιολογεί την εμμονή της.

Όμως ας είμαστε ειλικρινείς. Το Πολυτεχνείο δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επέτειος. Είναι μια μέρα για να κάνει η αριστερά μια επίδειξη δύναμης, να θυμηθεί τους νεκρούς, να συλλογιστεί πάνω στους αγώνες του παρελθόντος. Και όχι μόνο η αριστερά. Και οι αναρχικοί το ίδιο κάνουν είτε γεμίζοντας το μπλοκ της ΑΚ, είτε μένοντας στα Εξάρχεια για να πετάξουν τις καθιερωμένες μολότοφ. Αλλά αυτό είναι. Θα ήταν προτιμότερο όλοι να το παραδεχτούν και να υπερασπιστούν αυτή τη μέρα σαν αυτό που είναι και όχι φαντασιωνόμενοι τα παραμυθάκια κάποιου αγώνα που συνεχίζεται ή κάποιας αδιαμεολάβητης σύγκρουσης. Όταν οι αστοί γιορτάζουν τις εθνικές τους επετείους δεν παριστάνουν ότι συνεχίζεται κάποιος πόλεμος για να λευτερωθεί η πατρίδα, ούτε ρίχνουν μερικές βόμβες προς την Τουρκία και την Ιταλία. Ο ανταγωνισμός συνεχίζεται, αλλά μια σύγκρουση προκύπτει στην πραγματική ζωή, στην ιστορία που γράφεται από δω και πέρα και όχι κάθε φορά που θυμόμαστε το παρελθόν μας, για να τα πάρουμε στο κρανίο.

Πίσω από τις προφάσεις

Τα προχθεσινά γεγονότα ήταν μια σύγκρουση ενός μέρους της αναρχίας με το υπόλοιπο και ταυτόχρονα με την αριστερά στο σύνολό της. Οι αναρχικοί που το επέλεξαν θεωρούν το Πολυτεχνείου κομμάτι του πολεοδομικού συγκροτήματος των Εξαρχείων στο οποίο δραστηριοποιούνται ποικιλοτρόπως, θεωρώντας το ενίοτε και ως τσιφλίκι τους. Όλα αυτά μπορούν να εμφανίζονται ως μέρος κάποιας συνεχιζόμενης εξέγερσης από το 1973 μέχρι το 1985 και από τότε μέχρι το 2008 και από κει μέχρι σήμερα, αλλά όλα αυτά είναι μια ιδεολογική επίφαση. Δεν μιλάμε για τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, αλλά για τη δράση τους τώρα και ιδιαίτερα κάθε Παρασκευή ή Σάββατο με το ρουτινιάρικο ντου στις δυο διμοιρίες του Μουσείου και της Χ.Τρικούπη. Ένα επαναλαμβανόμενο προβλεπόμενο παιχνίδι που είναι τόσο βαρετό όσο και ανθυγιεινό ειδικά για τους ταλαίπωρους κάτοικους των πολυκατοικιών που αναγκάζονται να αναπνέουν τους καμένους πλαστικούς κάδους και μετά τα δακρυγόνα των μπάτσων και αυτό σε βδομαδιάτικη βάση εδώ και 8 χρόνια, την ώρα που στην υπόλοιπη Αθήνα δεν ακούγεται κιχ.Αλλά είπαμε η εξέγερση όλα τα μασουλάει, ακόμα και τις παράπλευρες απώλειες, μέχρι να στείλουν κάποιον άσχετο στον άλλο κόσμο και μετά να ελεεινολογήσουν πάνω του ότι ήταν απεργοσπάστης, ότι δούλευε για κάποιο υπουργείο, ότι ήταν χαφιές, προσκυνημένος ή οποιαδήποτε άλλη μαλ..ια τους κατέβει στο κεφάλι.

Όμως οι δυνάμεις αυτές δεν έχουν το σθένος να αναλάβουν την ευθύνη της δράσης τους, κρύβονται πίσω από κάποια δήθεν αδιαμεσολάβητη δράση, αλλά έχουν το θράσος να υποδεικνύουν στο τέλος της ανακοίνωσής τους ως απειλή βεβαίως ότι εθεάθησαν γνωστά άτομα από συγκεκριμένες συλλογικότητες του αναρχικού χώρου τις οποίες ονοματίζουν στην “συγκέντρωση που έσπασε την κατάληψη”. Με την ταυτότητα του εξεγερμένου υποδεικνύουν και στοχοποιούν. Αυτοί βεβαίως έχουν το ακαταλόγιστο, και την ασυλία του εξεγερμένου πολυεθνικού σώματος. Κρυφτούλι, σαν το κρυφτούλι που παίζει η αριστερά όταν στα κρίσιμα γεγονότα που αποφασίζουν κρύβει επίσης τις οργανώσεις της και εμφανίζεται με την κοινωνική της ταυτότητα. Σας μιλάει η σ. τάδε με την ιδιότητα της εξεγερμένης δασκάλας που εκπροσωπεί το τάδε πρωτοβάθμιο σωματείο λες και είναι το σοβιέτ του Βίμποργκ (Вы́борг) και μετά ο τάδε σ. του Σωματείων μισθωτών τάδε και μετά ο άλλος των σωματείου βάσης τάδε και μετά 5-6 από μερικές γειτονιές και στο τέλος οι φοιτητές τάδε και ίσως και ο πρόεδρος κάποιας κοινότητας μεταναστών για να τελειώσει το θέατρο σκιών. Οι οργανώσεις της αριστεράς δεν είχαν ποτέ κινηματική προσωπικότητα. Μπορεί να προφητεύον την επανάσταση, να την κηρύττουν στον πληττόμενο κοινωνικό υποκείμενο που του έχουν φορτώσει το καθήκον να την κάνει αλλά αυτές δεν επωμίζονται καμία ευθύνη. Έτσι μπορεί να λενε ότι λενε αλλά όταν έρθει η ώρα της πράξης παραιτούνται ή για την ακρίβεια εξαφανίζονται. Στο σημείο αυτό δεν έχουν δουλειά. Οι επαναστάσεις άλλωστε δεν γίνονται από τους επαναστάτες. Αυτοί κηρύττουν μόνο. Οι επαναστάσεις γίνονται από τις ιερές αγελάδες το σοφό βασανισμένο λαό, από τα κάτω, από το κοινωνικό υποκείμενο, από τις συνελεύσεις του, και τα σωματεία βάσης του.

Τι κι αν δεν έχει γίνει ούτε μια τέτοια επανάσταση στην ιστορία. Τι κι αν οι επαναστάσεις που έγιναν, έγιναν γιατί παραβιάστηκε αυτός ο γελοίος κανόνας, και οι επαναστάτες πήραν την πρωτοβουλία, την ευθύνη και ανέλαβαν δράση στο όνομα βεβαίως του ύψιστου αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση για μια άλλη κοινωνία. Δεν ασχολούμαστε για το είδος της κοινωνίας και πως το είχαν σκεφτεί και πως τους βγήκε στην πραγματικότητα. Σημασία έχει ότι κάτι άλλο είχαν στο μυαλό τους, και αυτό δεν προέκυψε κατά τη διάρκεια της κλιμάκωσης των διεκδικητικών αγώνων. Ο Μαρξ ο Ένγκελς, οι ουτοπικοί διανοητές του πρώιμου σοσιαλισμού, οι αναρχικοί, και άλλοι μετά από αυτούς, έγραψαν, κριτίκαραν σχεδίασαν, οραματίστηκαν όχι γιατί έτρωγαν σφαλιάρες και κλωτσιές από τους μπάτσους, αλλά γιατί κυρίως σκέφτονταν. Οι κλωτσιές και η εκμετάλλευση είναι μια πραγματικότητα. Το τι καταλαβαίνει κανείς από αυτή είναι κάτι άλλο. Και ο κομμουνισμός είναι το κάτι άλλο, που προκύπτει ως αντίδραση στις σχέσεις εκμετάλλευσης αλλά όχι ως προϊόν της σκέψης των θυμάτων της. Αυτοί που σκέφτηκαν την κομμουνιστική εναλλακτική αυτοί έκαναν και θα ξανακάνουν τις κομμουνιστικές επαναστάσεις. Οι υπόλοιποι θα εξεγείρονται παριστάνοντας τους μετανάστες, τους μαθητές και τους μη εργάτες. Οι επαναστάτες δεν ταυτίζονται με καμία κοινωνική ιδιότητα της κοινωνίας που θέλουν να αλλάξουν, ούτε καν με τα θύματα αυτής της κοινωνίας. Απελευθερωμένοι πνευματικά από τις αλυσίδες και το πεπρωμένο των εργατών, των μεταναστών και των μαθητών, ετοιμάζονται για την επανάσταση αναλαμβάνοντας και την ευθύνη. Οι υπόλοιποι ας καλούν τις μάζες να τους σώσουν.

Όμως στο τροπάρι του αδιαμεσολάβητου αγώνα που εξαφανίζει το συνειδητό παράγοντα μέσα στο ζωώδες ταξικό ένστικτο που επαναστατεί αυθόρμητα και αναλαμβάνει να λύσει τα δεσμά της εκμετάλλευσης υπάρχει πάντα ένα κακό τέλος. Στο τέλος κάποιοι έρχονται και ποδηγετούν την επανάσταση και την εκμεταλλεύονται για ίδιον όφελος. Το αγνό υποκείμενο ο εντολοδόχος της ιστορίας, για ακόμα μια φορά πιάνεται κότσος. Ακόμα κι όταν ανατρέπει τον εκμεταλλευτή του. Τότε εμφανίζονται ξανά οι διαμεσολαβητές για να γευτούν τη νίκη των αγνών εξεγερμένων. Αλήθεια τώρα από πού αντλούν τη δύναμη τους οι διαμεσολαβητές; Μέχρι τώρα ξέραμε ότι διαμεσολαβούσαν ανάμεσα στους αγνούς καταπιεσμένους και στα αφεντικά τους. Ότι τα ίδια τα αφεντικά ενίσχυαν αυτό το ρόλο ποικιλοτρόπως για να διαφθείρουν το αρχέγονο ταξικό ένστικτο και την φυσική ροπή του ανθρώπου προς την ελευθερία. Που βρίσκουν ξανά τη δύναμη οι διαμεσολαβητές για να κυριαρχούν και μετά την επανάσταση; Ανάμεσα σε ποιους διαμεσολαβούν; Πως είναι, εν τέλει, δυνατόν μια ολόκληρη υπόθεση, ένα ιστορικό έργο αυτού του μεγέθους να πέφτει πάντοτε θύμα πλάνης του κάθε επιτηδείου; Αυτό το ερώτημα θα γυρνά και θα ξαναγυρνά κάθε φορά που η ιστορία της ταξικής πάλης μετατρέπεται με απίστευτη ευκολία από τους ίδιους τους υμνητές της σε μια ιστορία δολοπλοκιών, προδοσιών και ξεπουλημάτων. Όπως και να χει έτσι αναγνωρίζουν από την ανάποδη ότι ο συνειδητός παράγοντας και τα “δόλια μέσα” φαίνεται ότι παίζουν τελικά τον καθοριστικό ρόλο. Αν είναι έτσι ας ασχοληθούν επιτέλους με την πολιτική, ας καλλιεργήσουν το μυαλό τους και ας πάψουν να παριστάνουν τον πατέρα Παϊσιο και τον προφήτη της κακιάς ώρας. Άλλωστε και οι προφήτες δεν θα είχαν καμία αξία αν δεν είχαν πίσω τους και ένα στρατό για να πραγματοποιεί τις προφητείες τους.

Επιστροφή στην πραγματικότητα

Το Πολυτεχνείο ανοίχτηκε με πρωτοβουλία μιας πολιτικής ομάδας. Φαίνεται ότι το πολιτικό κύρος ορισμένων μετράει περισσότερο από τους προφήτες που υποδύονται τον εξεγερμένο αλλά και από τις κλαίουσες μοιρολογίστρες του μαζικού κινήματος που περιφέρονταν άσκοπα σαν χαμένες επί δυο μέρες έξω στην Πατησίων περιμένοντας τον από μηχανής λαό να τους σώσει αφού πρώτα είχαν καταγγείλει τη συνωμοσία κράτους Συριζα, CIA, ΝΑΤΟ και ΕΕ που δεν αφήνουν να γίνει όπως πρέπει ο εορτασμός.

Ταυτισμένοι σε τέτοιο βαθμό με το πολύπαθο αντικείμενο του πόθου που οι ίδιοι ακούραστα του κηρύττουν τον ιστορικό του ρόλο, αλλά αυτό συνεχίζει να μην ανταποκρίνεται σε πείσμα κάθε σιδερένιου νόμου της εξέλιξης, ξέχασαν ότι για να ανοίξει το Πολυτεχνείο η μόνη υπαρκτή δύναμη για να το κάνει ήταν αυτοί οι ίδιοι. Όμως οι 400 νοματαίοι με μπόλικα κινηματικά παράσημα και ιδίως οι άμεσα πληττόμενοι φοιτητές των ΕΑΑΚ αδυνατούσαν να σκεφτούν ως δρων υποκείμενο. Να αποφασίσουν πως πρακτικά θα αποδώσουν το Πολυτεχνείο στο λαό, μάλλον γιατί αυτό δεν είναι δικό τους πρακτικό καθήκον αλλά ολόκληρου του λαού. Αυτό παθαίνει κανείς «περιμένοντας τον Γκοντό». Παραλύει.

Τον γόρδιο δεσμό έκοψε τελικά μια ομάδα αναρχικών κομμουνιστών. Μόνο που ανακοίνωσε ότι θα το κάνει, μάζεψε επί τόπου 300 ανθρώπους που ήξεραν από την πρώτη στιγμή ότι η υπόθεση έχει διεκπεραιωθεί. Το υποκείμενο συγκροτήθηκε ad hoc από τους άμεσα πραγματικά ενδιαφερόμενους. Σε τίποτα δεν βοήθησαν οι ιστορικοί νόμοι και οι λοιπές μεταφυσικές επικλήσεις. Η οργανωμένη θέληση για ακόμα μια φορά έδωσε τη λύση, χωρίς περιττές πράξεις και άλλες γελοιότητες. Ότι ακριβώς αναλογούσε στην περίσταση και σε όσους γελοιοποιούσαν την Ιστορία και τον εαυτό τους. Κάθε πράγμα στο καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο. Οι υπόλοιποι ας αναμένουν τη δευτέρα παρουσία. Δεν είναι και οι μόνοι άλλωστε.

Advertisements

2 responses to “Μύχιες σκέψεις με αφορμή τα γεγονότα του τριημέρου του Πολυτεχνείου

  1. Οι «κλαίουσες μοιρολογίστρες του μαζικού κινήματος που περιφέρονταν άσκοπα σαν χαμένες επί δυο μέρες έξω στην Πατησίων περιμένοντας τον από μηχανής λαό να τους σώσει» μάλλον θα έτρωγαν φωτοβολιδες στα γόνατα αν επιχειρουσαν να εισελθουν στο πολυτεχνειο. Αυτο παιζοταν την Τεταρτη το απογευμα! Οσοι αριστεροι επιχειρουσαν να εισελθουν κιδυνευαν να καουν απο τις μολοτωφ των αναρχομπαχαλων. (Εχει ξαναγινει. Μελος της ΚΝΕ εχει καει απο μολοτωφ αναρχομπαχαλων. Μην το ξεχναμε). Επρεπε να επιχειρησουν να εισελθουν με ΔΕΔΟΜΕΝΟ οτι θα υπηρχαν σοβαρες σωματικες βλαβες;; Επρεπε;; Αυτο ειναι το αμειλικτο ερωτημα. Και σε αυτο το ερωτημα δεν απανταει το αρθρο…

    Μου αρέσει!

  2. «Εξέγερση»…και μόνο στο άκουσμά της έπεσε πανικός παντού….εν κατακλείδι….την Δευτέρα Παρουσία και πάλι βλέπουμε!!!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s