Βικτόρ Σέρζ: Το έτος ένα της Ρωσικής Επανάστασης, Κεφάλαιο 1

Συνεχίζουμε την δημοσίευση του Έτους Ένα της Ρώσικης Επανάστασης του Βίκτορ Σερζ σε μετάφραση Αν.Χριστοπ. και επιμέλεια στο 1ο κεφάλαιο Β.Παν. και Κ.Μαρ. [Εδώ ο Πρόλογος]

Κεφάλαιο 1

 Από τη δουλοπαροικία στην προλεταριακή επανάσταση

1861: Η απελευθέρωση των δουλοπάροικων

Οι ακολουθίες των γεγονότων στην παγκόσμια ιστορία είναι τόσο στενά συνδεδεμένες ώστε είναι συχνά απαραίτητο να πάμε αρκετά πίσω, προκειμένου να αποκτήσουμε κάτι περισσότερο από μια αυθαίρετη ιδέα των αιτιών ενός γεγονότος – ειδικά όταν το συγκεκριμένο συμβάν είναι τόσο μεγαλειώδες όσο η ρωσική επανάσταση.

Το κλείσιμο του δέκατου όγδοου και το πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα σηματοδοτούνται στην ιστορία της δυτικής Ευρώπης από έναν κοινωνικό μετασχηματισμό που είναι επώδυνος, ριζοσπαστικός και κυοφορεί τεράστιες δυνατότητες: την αστική επανάσταση.

Οι μοναρχίες των παλαιών καθεστώτων ήταν οι κληρονόμοι του φεουδαρχικού συστήματος πάνω στο οποίο είχαν θριαμβεύσει με αιματηρούς αγώνες μιας παλαιότερης εποχής, με τη βοήθεια των αστικών κοινοτήτων, επαναστατικό γεγονός για εκείνη την εποχή. Τα βασίλεια αυτά στηριζόταν στη μεγάλης κλίμακας ακίνητη περιουσία (ευγενών ή φεουδαρχών), στην γραφειοκρατική απολυταρχία της βασιλικής δυναστείας, καθώς και στην ταξική ιεράρχηση στο βασίλειο, με την τάξη των ευγενών και τους κληρικούς να είναι πάνω από την αστική τάξη. Από αυτές τις κοινωνικές τάξεις, οι παλαιότερες άρχουσες τάξεις ήταν σε κατάσταση παρακμής ενώ η άλλη, η αστική τάξη του εμπορίου, της βιομηχανίας, των χρηματιστών και του κοινοβουλίου, άπλωνε βαθιά τις ρίζες της μεταξύ των κατώτερων τάξεων των τεχνιτών, προβάλλοντας την εργασία, την λιτότητα, την επαγγελματική ειλικρίνεια, την αξιοπρέπεια και την πολιτική ελευθερία – η τελευταία, όπως πάντα, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας. Μεγαλώνοντας σε δύναμη και συνειδητοποιώντας τις ανάγκες της -και κυρίως την ανάγκη να σαρώσει όλα τα εμπόδια στο δρόμο της εξέλιξης της, η αστική τάξη άνοιγε το δρόμο της προς την εξουσία. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789-93 άνοιξε τη σειρά των αστικών επαναστάσεων. «Τι είναι η Τρίτη Τάξη [εννοώντας την αστική τάξη]; αναρωτιέται ο Αβάς Σιεγ, ένας από τους μελλοντικούς άνδρες του Θερμιδόρ και του Μπρυμαίρ, το 1789. «Τίποτα. Τι πρέπει να γίνει; Τα πάντα.»

Χρειάστηκε μέχρι το 1850 για να ολοκληρωθεί η αστική επανάσταση στην Ευρώπη. Τα στρατεύματα του Ναπολέοντα τη μετέφεραν από τη Μαδρίτη και τη Λισσαβόνα ως τη Βιέννη και το Βερολίνο. Οι επαναστάσεις του 1830 και 1848 ήταν οι τελευταίες πολιτικές αναταραχές. Εν τω μεταξύ, η βιομηχανική επανάσταση είχε αρχίσει, μια επανάσταση ίσως ακόμη πιο ριζοσπαστική. Η πρώτη ατμομηχανή, η οποία παράγεται από τον Watt, χρονολογείται από το 1769. Ο Φούλτον εφευρίσκει το ατμόπλοιο το 1807 και ο Στέφενσον την ατμομηχανή το 1830. Ο αργαλειός Ζακάρ χρονολογείται από το 1802. Η μεγάλης κλίμακας μηχανοποιημένη βιομηχανία, με τη βοήθεια των σιδηροδρόμων, γεμίζει τις πόλεις της εργασίας και της δυστυχίας με μια νέα δύναμη μετασχηματισμού: το προλεταριάτο. Στα βήματα της αστικής επανάστασης  που χαρακτηρίζεται από την κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων, του συστήματος της μοναρχίας, των ευγενών και των καστών, την κατάκτηση των ελευθεριών που απαιτούνται για τη βιομηχανική κοινωνική ηγεμονία της αστικής τάξης και την παντοδυναμία του χρήματος, νέες μάχες ξεσπούν στο νεοαποκτηθέν έδαφος. Το προλεταριάτο, ακόμα και πριν την αναγνώριση της αποστολής του ως απελευθερωτή της ανθρωπότητας, απαιτεί το δικαίωμα σε μια ανθρώπινη ύπαρξη.

Ο “απελευθερωμένος” χωρικός μπορεί τώρα να αγοράσει μικρά, κουτσουρεμένα οικόπεδα, και περνά από τη φεουδαρχική υποταγή στην οικονομική. Θα πρέπει τώρα να εργαστεί σκληρότερα, και η κατασκευαστική βιομηχανία θα βρει στην ύπαιθρο το “ελεύθερο” εργατικό δυναμικό που χρειάζεται τόσο πολύ. Με έναν πληθυσμό 67 εκατομμυρίων εκείνη την εποχή, η Ρωσία είχε 23 εκατομμύρια δουλοπάροικους που ανήκαν σε 103.000 γαιοκτήμονες. Η καλλιεργήσιμη γη που η “ελεύθερη” αγροτιά έπρεπε να νοικιάσει ή να αγοράσει  εκτιμήθηκε περίπου στο διπλάσιο της πραγματικής της αξίας, 342 εκατομμύρια ρούβλια αντί των 180 εκατομμυρίων. Οι δουλοπάροικοι του χθες ανακάλυψαν ότι, έχοντας γίνει ελεύθεροι, ήταν πλέον απελπιστικά βουτηγμένοι στα χρέη. Μεταξύ αυτής της μεγάλης μεταρρύθμισης του Αλέξανδρου Β’, του “τσάρου απελευθερωτή”, και της επανάστασης του 1905, η μοίρα των αγροτών της Ρωσίας θα επιδεινώνεται αδιάκοπα. Η μεταρρύθμιση του 1861 έδωσε περίπου πέντε εκτάρια (στμ: 50 στρέμματα) γης ανά άνδρα κάτοικο. Μέχρι το 1900 η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού θα αφήσει τους μουζίκους με λιγότερα από τρία εκτάρια κατά κεφαλήν. Το εβδομήντα τοις εκατό των αγροτών κατείχε μια περιοχή καλλιέργειας κάτω από το ελάχιστο που απαιτείται για να θρέψουν τις οικογένειές τους. Από την άλλη πλευρά, το 1876, δεκαπέντε χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση, οι εξαγωγικές πωλήσεις των ρωσικών σιτηρών στην ευρωπαϊκή αγορά είχαν αυξηθεί κατά 140 τοις εκατό, προκαλώντας πτώση των παγκόσμιων τιμών των σιτηρών. Το 1857-9 η Ρωσία εξάγει μόνο 8.750.000 τέταρτα (Αγγλική μονάδα μέτρησης) δημητριακών. Το 1871-2 εξάγει 21.080.000. Για το εμπόριο, τη βιομηχανία, για την κτηματική ιδιοκτησία και για την κυβερνητική γραφειοκρατία, η χειραφέτηση των δουλοπάροικων ήταν καλή επιχείρηση. Οι αγρότες απλά αντάλλαξαν μια μορφή σκλαβιάς με μια άλλη και επιπλέον άρχισαν να μένουν εκτεθειμένοι σε περιοδικούς λιμούς.

Η κατάργηση της δουλοπαροικίας στη Ρωσία συμπίπτει με τον πόλεμο της απόσχισης και την κατάργηση της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (1861-3). Τόσο στον Παλαιό όσο και στον Νέο Κόσμο, η ανάπτυξη του καπιταλισμού απαιτεί την αντικατάσταση του σκλάβου ή του δουλοπάροικου από τον ελεύθερο εργαζόμενο, δηλαδή ελεύθερο για να πουλήσει το μόχθο του. Ο ελεύθερος εργαζόμενος εργάζεται καλύτερα, πιο εντατικά και πιο ευσυνείδητα. Η ευρέως μηχανοποιημένη βιομηχανία είναι ασυμβίβαστη με πρωτόγονες μεθόδους καταναγκασμού. Τις υποκαθιστά με οικονομικούς περιορισμούς, τον κρυμμένο καταναγκασμό της πείνας του οποίου η αποτελεσματικότητα είναι διαφορετικής φύσης από εκείνου της ωμής βίας.

1881: Η «Λαϊκή Θέληση»

Την ίδια στιγμή, που η μεγάλη μεταρρύθμιση που είχε τεθεί σε εφαρμογή, κατά το έτος 1863, ο απελευθερωτής τσάρος έπνιξε την πολωνική εξέγερση στο αίμα των πατριωτών. Έγιναν 1.468 εκτελέσεις.

Η αρχική πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία μπορεί να εκκίνησε δια μέσω της μεταρρύθμισης του 1861, αλλά αυτή η πορεία δεν ήταν χωρίς εμπόδια. Δεν υπήρχε ισότητα των δικαιωμάτων των πολιτών. Οι πρωτοβουλίες εμποδίζονταν από ένα άκαμπτο και γραφειοκρατικό αστυνομικό σύστημα. Οι προνομιακές κάστες διατήρησαν τη θέση τους στο κράτος. Η αστική τάξη κρατήθηκε σε απόσταση από τους μοχλούς της εξουσίας και έβλεπε τα συμφέροντά της, τα οποία ειλικρινά τα ταύτιζε με το γενικό συμφέρον της προόδου να διαστρεβλώνονται συνεχώς από αντιδραστικές αξίες, ή να θυσιάζονται στις απαιτήσεις της τσαρικής αυλής, της αριστοκρατίας ή των μεγάλων γαιοκτημόνων.

Οι ταραχές στην αγροτιά έγιναν ένα μόνιμο πρόβλημα. Στους κόλπους της μικροαστικής τάξης, που στερούνταν κάθε δικαίωμα ή εξασφαλισμένο μέλλον και χτυπιόταν τόσο από το παλιό καθεστώς όσο και από τον ανερχόμενο καπιταλισμό, οι νεαροί διανοούμενοι είχαν γοητευτεί από τις προχωρημένες ιδέες της Δύσης, αποτελώντας ένα ευνοϊκό έδαφος για τους σπόρους της επανάστασης. Νέες μεταρρυθμίσεις, όπως η αναδιοργάνωση του δικαστικού συστήματος, ο νόμος για τις τοπικές κυβερνήσεις και η κατάργηση της σωματικής τιμωρίας, συνυπήρχαν με πράξεις ανελέητης καταπίεσης, όπως η απέλαση του στοχαστή Τσερνισέβσκι στη Σιβηρία, όπου πέρασε είκοσι χρόνια. Το πρώτο σημαντικό επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία, αυτό των Ναρόντνικων ή Λαϊκών (από τη λέξη Narod, που σημαίνει “λαός”), προωθήθηκε από πολλούς παράγοντες: την αδυναμία της ίδιας της ρωσικής αστικής τάξης, η οποία συνεχώς έτεινε προς το συμβιβασμό με την αντίδραση, την ανυπαρξία κάθε φιλελεύθερου κινήματος, την απελπιστική κατάσταση της αγροτιάς, των απλών ανθρώπων και των διανοούμενων χωρίς ιδιοκτησία, την ακαμψία της καταστολής και της επιρροής του δυτικού σοσιαλισμού, με την κληρονομιά του από την επαναστατική παράδοση του 1848. Οι Ναρόντνικοι ήλπιζαν σε μια λαϊκή επανάσταση και έβλεπαν την παλιά ρωσική αγροτική κομμούνα (mir) ως θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένας αγροτικός σοσιαλισμός. Πίστευαν ότι οι φωτισμένες μειοψηφίες είχαν σοβαρά καθήκοντα προς το λαό. Είχαν πίστη σε μια πνευματική ελίτ, στην ανθρώπινη προσωπικότητα, στην “κριτική σκέψη” και στον ιδεαλισμό. Ο Πιότρ Λαβρόφ[1] και ο Μιχαήλοβσκι εξόπλισαν το κίνημα με μια φιλοσοφία, και ο αδάμαστος Μπακούνιν έδωσε μαθήματα για τον αγώνα.

Αυτή είναι η περίοδος του “πάμε στο λαό”. Χιλιάδες, νέοι άνδρες και γυναίκες από την αριστοκρατία, την αστική και τη μικροαστική τάξη πηγαίνουν στο λαό, εγκαταλείποντας την καριέρα και την άνεση για να εργαστούν σε χειρωνακτικές εργασίες, να βιώσουν κακουχίες, την πείνα, το μόχθο και τη φυλακή, τη Σιβηρία και τη Γενεύη. Σχηματίζονται κύκλοι “ανταρτών”, προσελκύοντας τη συμπάθεια των πεφωτισμένων. Διώκονται και καταστέλλονται. Από τα συντρίμμια τους, το 1878, έρχεται η μυστική οργάνωση “Γη και Ελευθερία”, η οποία σύντομα χωρίζεται σε δύο μέρη, την Κορνιπερεντέλ (Μαύρη Αναδιανομή), η οποία τάσσεται υπέρ της προπαγάνδας στην ύπαιθρο, και τη Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Θέληση), η οποία προωθεί την τρομοκρατία. “Η ιστορία είναι πολύ αργή”, λεει ένας από τους ηγέτες της, ο Ζελιάμπωφ. “Πρέπει να βιαστούμε, αλλιώς το έθνος θα εκφυλιστεί πριν οι φιλελεύθεροι ξυπνήσουν και αρχίσουν και πάλι να δουλεύουν”. Το πρόγραμμα του κόμματος είναι κάπως συγκεχυμένο: η γη στο λαό, τα εργοστάσια στους εργάτες. Συντακτική Συνέλευση και δημοκρατία. Σύνταγμα. Μερικοί από τους Ναρόντνικους θα ήταν ευχαριστημένοι με μια συνταγματική μοναρχία. Είχαν μια πολύ σαφή ιδέα για το τι έπρεπε να καταστραφεί. Αλλά τους απασχολούσε πολύ λιγότερο τι έπρεπε να χτιστεί μετά. Ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μεθόδου δράσης, οι μαχητές της “Λαϊκής θέλησης” κατέφυγαν στις εκτελέσεις: “Το κόμμα μας δεν έχει καμία άλλη μέθοδο που να μπορεί να χρησιμοποιήσει”, έγραψε ένας από αυτούς λίγες ημέρες πριν να ανέβει στο ικρίωμα. “Η πολιτική εκτέλεση είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα μας στον αγώνα εναντίον του ρωσικού δεσποτισμού”, έγραψε το όργανο του κόμματος «Γη και Ελευθερία». Το κόμμα αριθμούσε λιγότερα από πενήντα μέλη, αλλά αυτά, ήταν ηρωικοί και αφοσιωμένοι μαχητές, ενεργητικοί, άφοβοι, ευφυείς, πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν το θάνατο.

Η πρώτη σημαντική απόπειρα έγινε από τη φοιτήτρια Βέρα Ζασούλιτς, η οποία πυροβόλησε τον στρατηγό Τρεπόβ το 1878. Μια δίκη τέρας είχε μόλις λάβει χώρα, στην οποία 193 κατηγορούμενοι που διώκονταν  για επαναστατικές δραστηριότητες είχαν εμφανιστεί ενώπιον των δικαστών της Αγίας Πετρούπολης. Από τους 770 που συνελήφθησαν, εβδομήντα πέθαναν στη φυλακή κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας, η οποία διήρκησε αρκετά χρόνια. Η δίκη, η οποία ήταν μια πλήρης φάρσα, έληξε με ενενήντα τέσσερις αθωωτικές αποφάσεις, τριάντα έξι εκτοπίσεις και μία δεκαετή ποινή καταναγκαστικής εργασίας. Εν τω μεταξύ, ο Τρεπόβ, αρχηγός της αστυνομίας της Αγίας Πετρούπολης, έβαλε να χτυπήσουν με ραβδιά έναν φοιτητή ο οποίος ήταν στη φυλακή. “Η τιμωρία ήταν αρκούντος νόμιμη”, εξήγησε αργότερα. “εξάλλου, ο Β , ο φοιτητής που είχε καταδικαστεί, δεν είχε αίμα ευγενών”. Η Βέρα Ζασούλιτς αθωώθηκε στη δίκη της. Η ρωσική τρομοκρατία, όπως μπορεί να δει κανείς, καρποφόρησε σε μία τεταμένη ατμόσφαιρα.

Σύντομα ακολούθησαν οι εκτελέσεις. Η φοβερή “Εκτελεστική Επιτροπή του Κόμματος της Λαϊκής Θέλησης”, οργάνωσε μυστικές συναντήσεις για να εκδώσει θανατικές ποινές, που συμπληρώνονταν, με κατηγορητήριο που κοινοποιούνταν στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ο Τσάρος έλαβε δεόντως τη δική του. Στη συνέχεια, το δικαστήριο εκτελούσε την ποινή. Ο επικεφαλής της αστυνομίας Μεζέντσεφ μαχαιρώθηκε από άγνωστους δράστες[2] σε δρόμο της Αγίας Πετρούπολης. Ο κυβερνήτης του Χάρκοβο, ένας πρίγκιπας της οικογένειας Κροπότκιν, εκτελέστηκε. Ο τσάρος απάντησε στις εκτελέσεις των υπαλλήλων του, παραπέμποντας όλες τις πολιτικές υποθέσεις σε στρατοδικεία και στήνοντας αγχόνες για οποιονδήποτε έπεφτε θύμα της εκδικητικότητας της αστυνομίας. Το έθνος ήταν ένας βουβός θεατής σε αυτή την μονομαχία μεταξύ της απολυταρχίας και μιας χούφτας επαναστατών. Μεταξύ του 1872 και του 1882 υπήρξαν έξι απόπειρες δολοφονίας (τρεις από αυτές επιτυχημένες) κατά αξιωματούχων, τέσσερις εναντίον αρχηγών της αστυνομίας, τέσσερις εναντίον του Αλέξανδρου του Β’, εννέα εκτελέσεις πληροφοριοδοτών και είκοσι τέσσερις περιπτώσεις ένοπλης αντίστασης στην αστυνομία. Τριάντα ένας επαναστάτες απαγχονίστηκαν ή πυροβολήθηκαν.

Ο πρωταρχικός στόχος για την «Λαϊκή Θέληση» ήταν ο επικεφαλής του όλου συστήματος, το “βασιλικό ελάφι” της αγέλης. Στις 14 Απριλίου 1879, ο μαθητής Σολόβιεφ πυροβόλησε πέντε φορές τον Αλέξανδρο τον Β’. Την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, έκρηξη εκτροχίασε το αυτοκρατορικό τρένο, όχι μακριά από τη Μόσχα. Στις 17 Φεβρουαρίου 1880, η τραπεζαρία στα Χειμερινά Ανάκτορα εξερράγη δευτερόλεπτα πριν μπει μέσα η αυτοκρατορική οικογένεια. Την 1η Μαρτίου 1881, ο Αλέξανδρος ο Β’ επιτέλους βρήκε το θάνατό στην Αγία Πετρούπολη, παραμορφωμένος από τις βόμβες. Οι πέντε εκτελεστές του, η Σοφία Περόφσκαγια, ο Ζελιάμπωφ, ο Κιμπάλσις, ο Mιχαϊλοβ και ο Ρουσακόβ, απαγχονίστηκαν. Με αυτές τις απώλειες, το κόμμα έχασε τους καλύτερους ηγέτες του, κάποιοι από τους οποίους ήταν εξαιρετικές επαναστατικές προσωπικότητες στην Ιστορία. Το κόμμα αποκεφαλίστηκε.

Άλλες κοινωνικές δυνάμεις, που δεν είχαν γίνει ακόμη αντιληπτές, μπήκαν πλέον στη μάχη.

1885: Η Γέννηση του Εργατικού Κινήματος

Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, 1881-1890, η αντίδραση σηκώνει κεφάλι. Η δουλοπαροικία επανέρχεται σε περισσότερες από της μισές περιπτώσεις. Κατά την ενθρόνισή του, ο νέος τσάρος Αλέξανδρος Γ΄, διακηρύσσει ότι η απολυταρχία είναι “ακλόνητη”. Δημιουργεί την Οχράνα μια “αμυντική” πολιτική αστυνομία εξοπλισμένη με εκτεταμένες αρμοδιότητες και πόρους. Ένας νόμος για τον τύπο ορίζει προληπτική λογοκρισία για τις εφημερίδες που φαίνονται ύποπτες στις αρχές (1882). Μπορούν ακόμη και να τις κλείσουν. Το 1889 η νομιμοποίηση της δουλείας του αγρότη αγιάζεται με τη δημιουργία των επικεφαλής των αγροτικών κοινοτήτων (zemskye nachalniki), που επιλέγονται μεταξύ των ευγενών καθ’ υπόδειξη  των μεγάλων γαιοκτημόνων και έχουν μεγάλη εξουσία. Τα δικαιώματα της αριστοκρατίας διευρύνονται. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση προορίζεται από το νόμο αποκλειστικά για τις κυβερνώσες τάξεις. Οι φοιτητές πρέπει να φορούν υποχρεωτικά στολή και τίθενται υπό την αυστηρή επιτήρηση της αστυνομίας. Μια «Αγροτική Τράπεζα Πίστεως» των ευγενών και μια «Αγροτική Τράπεζα Πίστεως» των χωρικών ιδρύονται, η πρώτη για να βοηθήσει τη γαιοκτησία και την ανώτερη τάξη, η δεύτερη για την περαιτέρω πρόοδο των πλούσιων αγροτών. Ο εκρωσισμός της Πολωνίας, της Φινλανδίας, της Βαλτικής και των επαρχιών του Καυκάσου επιδιώκεται αδυσώπητα. Οι Εβραίοι, οι οποίοι έχουν βασανιστεί από τα πρόσφατα πογκρόμ του 1881-2, είναι τώρα αναγκασμένοι να διαμένουν στις νότιο-ανατολικές επαρχίες, στην Πολωνία. Τους απαγορεύεται η κατοικία στις επαρχιακές πρωτεύουσες, και σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο Εβραίοι, κυνηγημένοι από τις πόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί, επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους (1888). Ο συνωστισμός και η απερίγραπτη δυστυχία στα εβραϊκά γκέτο είναι τα αποτελέσματα αυτής της νομοθεσίας η οποία δεν θα καταργηθεί μέχρι το 1917. Η ποσόστωση των θέσεων που επιτρέπεται για τους Εβραίους στα πανεπιστήμια περιορίζεται στο δέκα τοις εκατό στα λεγόμενα “εβραϊκά εδάφη”, και σε δύο τοις εκατό στις πρωτεύουσες. Ο Μ. Rambaud παρατήρησε ότι υπό τον Αλέξανδρο τον Γ΄ “η μοίρα των Εβραίων ήταν μάλλον παρόμοια με αυτή των Ουγενότων στη Γαλλία με την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης” (Édit de Nantes) [3].

Τα αίτια αυτής της φάσης της αντίδρασης ήταν εντελώς οικονομικά, όπως επεσήμανε ο Μ.Ν. Ποκρόβσκι.[4] Έχουμε σημειώσει την άνοδο στις εξαγωγές καλαμποκιού από τη Ρωσία (δηλ. στην ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου) ως αποτέλεσμα της χειραφέτησης των δουλοπάροικων. Σε αυτή την περίοδο οι τιμές καλαμποκιού ήταν υψηλές. Από το 1870 και μετά θα μειωθούν. Η τιμή του ρωσικού σιταριού στο εξωτερικό μειώθηκε από 1 ρούβλι και 54 καπίκια ανά Πουντ (пуд 16,38 κιλά) σε 74 καπίκια, δηλαδή λιγότερο από το μισό. Όμως, η εξαγωγή των σιτηρών έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στη ρωσική οικονομία. Η απολυταρχία κατέφυγε σε μια πολιτική προστατευτισμού και επέμεινε ότι οι τελωνειακές οφειλές έπρεπε να καταβληθούν σε χρυσό. Το κόστος των βιομηχανικών προϊόντων  για την αγροτιά αυξήθηκε απότομα και δεδομένου ότι της είχαν αφαιρέσει την καλύτερη γη που είχε μετά την “απελευθέρωση” του 1861, αναγκάστηκε να εργαστεί ακόμη πιο σκληρά για να βγάλει τα προς το ζην, νοικιάζοντας γη, συχνά την ίδια γη που της είχαν αποσπάσει, με υψηλό μίσθωμα. Το ποσό της μισθωμένης γης αυξήθηκε κατά δέκα φορές στην επαρχία Σαρατόφ μεταξύ 1860 και 1880. Έτσι, η εξαθλίωση της αγροτιάς επιταχύνθηκε. Μέσα σε έντεκα χρόνια στην επαρχία του Ορέλ ο αριθμός των βοοειδών που ανήκαν στους αγρότες μειώθηκαν κατά το ένα πέμπτο. Το 1884 δυόμισι εκατομμύρια οικογένειες αγροτών από το σύνολο των εννέα εκατομμυρίων δεν κατείχαν ούτε ένα άλογο (βλέπε Ποκρόβσκι). Τα νομικά μέτρα που είχαν ληφθεί για την πρόληψη της προλεταριοποίησης της αγροτιάς, που ήταν επιθυμητά στα υψηλά κλιμάκια, συνδέοντας τον αγρότη με το κτήμα του, αποδείχτηκαν ανίσχυρα μπροστά στους οικονομικούς παράγοντες.

Αυτή τη στιγμή η ρωσική βιομηχανία αρχίζει να αναπτύσσεται. Η εξαθλίωση  της υπαίθρου, τα δέκα εκατομμύρια προλετάριοι που λιμοκτονούν, όλα τίθενται στη διάθεσή της. Μια μεγάλη εσωτερική αγορά εξασφαλίζεται χάρη σε αυτήν. Η εντατική εργασία των αγροτών που εγκαταλείπουν όλο και περισσότερο την παραγωγή των υφασμάτων, εργαλείων, κλπ. τα οποία έχουν ανάγκη, αφιερώνοντας όλο το χρόνο τους στην καλλιέργεια των σιτηρών της εξασφαλίζει μια τεράστια εσωτερική αγορά Το ξένο κεφάλαιο εισρέει άφθονο. Η συνολική βιομηχανική παραγωγή της Ρωσίας, που το 1877 εκτιμάται στα 541 εκατομμύρια ρούβλια, ανέρχεται το 1897 σε 1.816 εκατομμύρια. Η συμμετοχή του ξένου κεφαλαίου ανέρχεται σε 1.500 εκατ. ρούβλια. Μέσα σε δέκα χρόνια, 1887-1897, ο αριθμός των προλετάριων στον κλάδο της μεταλλουργίας ανεβαίνει από 103.000 σε 153.000 και στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας από 309.000 σε 642.000.

Η κατάσταση του προλεταριάτου ήταν θλιβερή. Οι εργαζόμενοι στην κλωστοϋφαντουργία στην περιοχή της Μόσχας συνήθως ζούσαν μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο, και κοιμόντουσαν στα εργαστήρια. Ακόμη και στην περίπτωση των καλύτερα αμειβόμενων εργαζομένων ήταν σπάνιο για μια οικογένεια να έχει στη διάθεσή της ένα ολόκληρο δωμάτιο. Αρκετές οικογένειες, γενικά, συνωστίζονταν σε ένα μόνο δωμάτιο. Υπήρχε ένας ολόκληρος πληθυσμός που κατοικούσε σε άθλια υπόγεια στις πόλεις. Η παιδική θνησιμότητα ήταν φοβερή, και η εργάσιμη μέρα έφτανε συχνά τις δεκατέσσερις ώρες. Το 1899 οι υφάντριες της Πετρούπολης, οι οποίες μέχρι τότε εργάζονταν δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, κέρδισαν με απεργία τις 11,5 ώρες εργασίας την ημέρα. Οι μισθοί δεν καταβάλλονταν τακτικά. Το 1883, σε 110 από τα 181 συνολικά εργοστάσια στη Μόσχα η καταβολή των μισθών ήταν εντελώς εξαρτημένη από την καλή θέληση του εργοδότη! Τα πρόστιμα, έπεφταν βροχή με την παραμικρή αφορμή. Οι βιομηχανίες έκαναν χρυσές δουλειές

Από το 1850 και μετά, οι απεργίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Προς το 1875 η μικρή ομάδα του Τσαϊκόφσκι,[5] η οποία περιλαμβάνει τον Πιότρ Κροπότκιν, είναι ενεργή ανάμεσα στους εργάτες της Αγίας Πετρούπολης. Το 1877, κατά τη διάρκεια μιας δίκης εργατών, ο υφαντουργός Πιοτρ Αλεξέγιεφ προφέρει την αξέχαστη φράση: «Το ρωμαλέο χέρι του εργαζομένου κάποια μέρα θα συντρίψει την απολυταρχία». Η πρώτη σοσιαλιστική διαδήλωση των εργαζομένων λαμβάνει χώρα στην Αγία Πετρούπολη, στο προαύλιο του Καθεδρικού Ναού Καζάν, στις 6 Δεκεμβρίου 1876. Ο φοιτητής Γκ. Β. Πλεχάνοφ, ο μελλοντικός ηγέτης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, ξεδιπλώνει την Κόκκινη Σημαία, για πρώτη φορά σε ρωσικό έδαφος.

Η “Ένωση Εργαζομένων του Βορρά” ιδρύθηκε το 1878-9 από τον ξυλουργό Στεπάν Χαλτούριν, έναν φίλο και σύντροφο του Ζελιάμπωφ. Ο Χαλτούριν έχοντας αποτύχει να σχηματίσει μια εργατική οργάνωση, αφιερώνεται στην τρομοκρατία και πεθαίνει στην αγχόνη το 1882. Η πρώτη νικηφόρα απεργία Ρώσων εργατών – νικηφόρα στην πραγματικότητα, παρά την επέμβαση των στρατευμάτων και των 600 συλλήψεων που έδωσε αρχικά την επίσημη νίκη στους εργοδότες – έλαβε χώρα στο Μοροζόφ στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στο Ορέχοβο-Ζουέφ το 1885. Το επόμενο έτος ψηφίστηκε ένας νόμος που ικανοποιούσε τις απαιτήσεις των απεργών.

Η πρώτη ρωσική επαναστατική ομάδα με μαρξιστική αναφορά ιδρύθηκε στην Ελβετία από τον Γκ. Β. Πλεχάνοφ το 1883, ένα χρόνο πριν από τη διάλυση της εκτελεστικής επιτροπής της “Λαϊκής Θέλησης”. Ονομάζεται ομάδα “Απελευθέρωση της εργασίας”, και δεν αριθμόύσε περισσότερους από πέντε εμιγκρέδες. Η πρώτη σοσιαλδημοκρατική οργάνωση στην ίδια τη Ρωσία δεν θα ιδρυθεί παρά δέκα χρόνια αργότερα.

Το 1892 παρακολουθούμε την συγκρότηση στην Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα, της “Ένωσης του Αγώνα για την Απελευθέρωση της Εργατικής Τάξης”. Αυτή σχηματίζεται οριστικά το 1895. Η οργάνωση στην Αγία Πετρούπολη έχει δύο ιδρυτές: τον Β.Ι. Λένιν και τον Γ.O. Μαρτόφ. Συμμετέχει επίσης η δασκάλα, Ν.Κ. Κρούπσκαγια. Ο Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ, ο οποίος θα υπογράψει αργότερα τα γραπτά του ως Ν. Ιλύν και στη συνέχεια ως Ν. Λένιν, είναι είκοσι πέντε ετών. Γιος ενός διευθυντή σχολείου στο Σιμπίρσκ, είναι όπως και οι περισσότεροι από τους διανοούμενους επαναστάτες και τους ιδρυτές του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος, μικροαστικής καταγωγής. Ο αδερφός του Αλέξανδρος, που ενεπλάκη  σε μια από τις τελευταίες συνωμοσίες της “Λαϊκής Θέλησης”, απαγχονίστηκε το 1887. Ο έφηβος Λένιν ωρίμασε στη σκιά της αγχόνης που στήθηκε για τον μεγαλύτερο αδελφό του. Οι ανατρεπτικές απόψεις του προκάλεσαν την αποβολή του από το Πανεπιστήμιο του Καζάν, όπου σπούδαζε στη νομική σχολή.

1895-1903: Το κόμμα του προλεταριάτου

Από τώρα και στο εξής, η ιστορία της Ρωσίας θα ακολουθήσει δύο δρόμους, που αν και συγκλίνουν είναι διαφορετικοί. Η προσοχή των επιστημόνων έχει επικεντρωθεί μόνο σε ένα από αυτούς, τον μοναδικό που εμφανίζεται στο φως της ημέρας. Οι ιστορικοί μελετούν τις πράξεις και τους νόμους των αυτοκρατόρων, τις διπλωματικές δραστηριότητες, τις στρατιωτικές κατακτήσεις, τις αλλαγές στην κυβέρνηση και τις διάφορες μεταρρυθμίσεις. Αντιλαμβάνονται τους λιμούς (ειδικά το μεγάλο του 1891) και μερικές φορές τις πολιτικές ταραχές. Αυτά τα γεγονότα έχουν τη σημασία τους, την οποία δεν προσπαθούμε να μειώσουμε, όμως κάθε παρατηρητής που διακατέχεται από την επιθυμία να κατανοήσει την ιστορία της Ρωσίας -και, μάλιστα, του κόσμου- πρέπει να δώσει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και σε άλλα γεγονότα, δηλαδή τα προβλήματα στην ύπαιθρο, τις απεργίες, τη συγκρότηση των επαναστατικών κομμάτων, καθώς και τις οικονομικές αναγκαιότητες που συνδέονται με αυτά τα γεγονότα με σχέσεις άμεσης αιτιώδους συνάφειας.

Η περίοδος που εξετάζουμε εδώ -1890 έως 1903- είναι η περίοδος της γέννησης του προλεταριακού κόμματος. Χαρακτηρίζεται από την γαλλο-ρωσική προσέγγιση που σύντομα θα γίνει συμμαχία (1891-4), από τις επιτυχίες των Ρώσων στην κεντρική Ασία (Τουρκεστάν και Παμίρ) όπου συγκρούονται με τα βρετανικά συμφέροντα και στην Άπω Ανατολή, όπου οι Ρώσοι συμβάλουν στο να στερήσουν από την Ιαπωνία τους καρπούς της νίκης της το 1895 πάνω στην Κίνα. Την περίοδο αυτή χαρακτηρίζουν η σφαγή των Αρμενίων στην Τουρκία, οι ίντριγκες της ρωσικής διπλωματίας στα Βαλκάνια που καταλήγουν στη δολοφονία του σημαντικού πολιτικού Σταμπούλοφ (1894), η πρώτη Διάσκεψη Ειρήνης στη Χάγη που συγκλήθηκε με πρωτοβουλία του Νικολάου του Β’, ο πόλεμος στο Τρανσβάαλ (Ν. Αφρική), ο ισπανο-αμερικανικός πόλεμος, ο πόλεμος κατά της Κίνας, η αγγλο-ιαπωνική συμμαχία, και η  αρχή της περικύκλωσης της Γερμανίας. Η αποικιακή επέκταση των ευρωπαϊκών δυνάμεων -με άλλα λόγια, η διαίρεση του πλανήτη μεταξύ των εθνικών καπιταλιστικών μπλοκ- έχει ολοκληρωθεί. Αυτή η συνοπτική καταγραφή των ημερομηνιών θα πρέπει να είναι αρκετή για καταλάβουμε τις βαθιές δυνάμεις που κινούν ήδη την καπιταλιστική κοινωνία προς αυτήν την κρίσιμη καμπή της ιστορίας, τον Μεγάλο Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Οι δυνάμεις της επανάστασης προετοιμάζονταν και αυτές, γεννημένες από τις ίδιες τις δυνάμεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά αγνοημένες, αναπτύσσονται έξω από τη δημόσια θέα, στη σκιά.

Η Εργατική Διεθνής ανασταίνεται το 1889, στο συνέδριο στο Παρίσι (2η Διεθνής). Ο Πλεχάνοφ, ως εκπρόσωπος των πρώτων σοσιαλδημοκρατικών ομάδων της Ρωσίας, επιβεβαιώνει ότι «η ρωσική επανάσταση θα θριαμβεύσει ως η επανάσταση της εργατικής τάξης – αλλιώς δεν θα θριαμβεύσει καθόλου».

Ζωηρές συζητήσεις διεξάγονται στη Ρωσία ανάμεσα στους σοσιαλιστές, τους λαϊκούς (Ναρόντνικους) και τους μαρξιστές. Ο πρώτοι υποστηρίζουν ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού στην αγροτική Ρωσία δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε πιθανή. Διακρίνουν στις αρχαίες αγροτικές κοινότητες μια εμβρυϊκή μορφή ενός ιδιαίτερου ρωσικού αγροτικού σοσιαλισμού. Το προλεταριάτο φαίνεται ως ένα πολύ σημαντικό, αλλά δευτερεύον στοιχείο στην επανάσταση. Την επανάσταση την αντιλαμβάνονται ως κάτι που θα πρέπει να αντικαταστήσει την απολυταρχία με ένα δημοκρατικό καθεστώς βασισμένο στα δικαιώματα των ανθρώπων. Ο Πλεχάνοφ και ο Λένιν απαντούν σ’ αυτά καταδεικνύοντας το αναπόφευκτο της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ρωσίας και διατυπώνοντας τη θεωρία της εξουσίας του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο  δεν προορίζεται να εξυπηρετήσει μια επανάσταση που θα προέρχεται από άλλες τάξεις, αλλά  κάνει τη δική του επανάσταση για να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στην μοίρα της χώρας

Η “Ένωση του Αγώνα για την Απελευθέρωση της Εργατικής Τάξης”, υπάρχει πλέον σε αρκετές περιοχές. Στην Αγία Πετρούπολη δρα ο φοιτητής Κρασίν, στην Οδησσό συμμετέχουν ο Ριαζάνοφ, ο Στεκλόφ και ο Τσιπέροβιτς. Στην Τούλα ο Κιντσούκ. Λίγο αργότερα, το 1896, στο Νικολάγιεφ ο φοιτητής Μπρονστάιν ο μελλοντικός Τρότσκι, βοηθά στην ίδρυση της «Εργατικής Ένωσης της Νότιας Ρωσίας».

Το πρώτο συνέδριο της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας πραγματοποιήθηκε στο Μινσκ (Λευκορωσία) το 1894. Το παρακολούθησαν εννέα άτομα. Ο Πιότρ Στρούβε[6] είναι εκεί, και συντάσσει το μανιφέστο του κόμματος. Σε αυτό συναντάμε την ακόλουθη πολύ σωστή δήλωση: “Όσο πιο ανατολικά προχωρεί κανείς στην Ευρώπη, τόσο πιο αδύναμη, δειλή και αισχρή φαίνεται η αστική τάξη και  άλλο τόσο πιο γιγάντια είναι τα πολιτιστικά και πολιτικά καθήκοντα που αναλογούν στο προλεταριάτο”.

Η σοσιαλιστική προπαγάνδα διεισδύει  στο ρωσικό εργατικό κίνημα, όχι όμως χωρίς να επηρεάζεται από τα πιο προηγμένα στοιχεία της φιλελεύθερης αστικής τάξης, που έχουν προσχωρήσει στις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις, εννοώντας ανθρώπους σαν τον Προκόποβιτς και την Κούσκοβα[7]. Η τάση του οπορτουνισμού σε αυτή την περίοδο ονομάστηκε “οικονομισμός”. Δηλώνει ότι οι εργάτες δεν πρέπει να ενδιαφέρονται παρά μόνο για τα οικονομικά θέματα, και ότι η πολιτική δεν έχει ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Προσπαθεί να κατευθύνει το προλεταριακό κίνημα σε έναν απλό απολιτικό συνδικαλισμό. Καταδικάζει την ιδέα της βίαιης επανάστασης -που συμπίπτει σε αυτό το σημείο με τον Μπέρνσταϊν, ο οποίος εργάζεται μακριά, στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία για την “αναθεώρηση” του Μαρξ- και πιστεύει στην εξέλιξη του καπιταλισμού. Αυτή είναι η στιγμή που ο “νόμιμος μαρξισμός” ριζώνει στη Ρωσία. Η  φιλελεύθερη αστική τάξη βρίσκει σ’ αυτόν ένα εξαιρετικό όπλο. Ο Πλεχάνοφ και ο Λένιν αφοσιώνονται στην κατάρριψη αυτών των ιδεολογιών, των οποίων ο θρίαμβος θα προκαλέσει σύγχυση και παραπλάνηση στο εργατικό κίνημα. Η διορατικότητα τους, οι ξεκάθαρες απόψεις τους, η εμφανής προλεταριακή αδιαλλαξία τους κερδίζουν το θαυμασμό. Αργότερα ο Πλεχάνοφ θα αλλάξει, θα αποτύχει και στη συνέχεια θα προδώσει. Ο Λένιν θα παραμείνει σε όλη τη ζωή του, ακλόνητα πιστός στην τάξη που επέλεξε να υπηρετήσει, με το σαφές όραμα μιας μεγαλοφυίας.

Από τη φυλακή, το 1896, ο Λένιν γράφει τη μπροσούρα του «Για τις απεργίες». Στην εξορία στη Σιβηρία, το 1897, διατυπώνει τα “Καθήκοντα της ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας” σε ένα σύντομο, προγραμματικό κείμενο. Επιστρέφοντας από την εξορία στη Σιβηρία- και εξόριστος στο Μόναχο- το 1900 δημοσιεύει τα πρώτα τεύχη της πρώτης εφημερίδας Ίσκρα (Σπίθα), την οποία ο ίδιος αφιερώνει σε δύο στόχους. Ο πρώτος είναι η υπεράσπιση της προλεταριακής ιδεολογίας ενάντια στους ακρωτηριασμούς, τις αποκλίσεις και τον εκφυλισμό και ο δεύτερος η συνένωση γύρω από το προλεταριάτο όλων των αντιπολιτευόμενων επαναστατικών στοιχείων. Η Ίσκρα παλεύει ενάντια σε όλα τα είδη του ρωσικού καιροσκοπισμού, που μοιάζουν με τον «Mπερνστεϊνισμο» και με τον γαλλικό  «Μιλλερανισμό»[8]. Διασταυρώνει το ξίφος της με τις πρώτες «Σοσιαλεπαναστατικές-οργανώσεις της Ρωσίας». Αγωνίζεται να συσπειρώσει τους φοιτητές και τους διανοούμενους στο πλευρό του προλεταριάτου. Κατά την περίοδο 1894-1903 οι φοιτητές είναι στην πρωτοπορία του επαναστατικού κινήματος. Οι μεσαίες τάξεις τάσσονται ενάντια στην Απολυταρχία. «Ο Λένιν, γράφει ο Β. Νέφσκι,[9] και οι άλλοι συντάκτες της Ίσκρα επανειλημμένα ανέλαβαν την υπεράσπιση των επαναστατών διανοουμένων κατά των δημαγωγικών εκείνων ομιλιών που φώναζαν  «Κάτω οι διανοούμενοι!». Η Ίσκρα, καταδίκαζε την ατομική τρομοκρατία που ασκούταν από τους Σοσιαλεπαναστάτες, στο όνομα της δράσης των μαζών.

Το 1902 δημοσιεύεται το «Τι να κάνουμε;», ένα από τα βασικά έργα του Λένιν. Σε αυτό, επιμένει στην ανάγκη διαμόρφωσης, επιτέλους, μιας επαναστατικής οργάνωσης που να μπορεί να έχει αποφασιστική και συνεπή δράση. Κινητήρια δύναμή της θα πρέπει να είναι ένα σώμα “επαγγελματιών επαναστατών”, οι οποίοι να είναι εντελώς αφοσιωμένοι στο κίνημα. Μόνο με αυτό το τίμημα θα είναι δυνατή η αντίσταση στην φοβερό μηχανισμό της απολυταρχίας, και η τελική ανατροπή της. Στο εξής, η οικοδόμηση αυτής της οργάνωσης θα καθοδηγήσει όλες τις ακούραστες προσπάθειες του Λένιν.

Το δεύτερο συνέδριο της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας συνέρχεται το 1903 στις Βρυξέλλες. Η παρέμβαση της αστυνομίας αναγκάζει τους συνέδρους να μετακινηθούν από εκεί, στο Λονδίνο. Εξήντα μαχητές είναι παρόντες. Παραβρίσκονται μεταξύ άλλων ο Τρότσκι, που έχει επιστρέψει από τη Σιβηρία, ο Νόε Ζορντάνια[10] και ο Ν. Μπάουμαν,ο οποίος θα σκοτωθεί το 1905. Το Συνέδριο χωρίζεται σε “πλειοψηφικούς” (Μπολσεβίκους) και “μειοψηφικούς” (Μενσεβίκους), σε μια σειρά από σημεία που ορίζονται από τον Πλεχάνοφ και το Λένιν, που είναι και οι δυο Μπολσεβίκοι. Ο Πλεχάνοφ απαιτεί μια πολιτική χωρίς συμβιβασμούς απέναντι στους φιλελεύθερους, υπερασπίζεται τη χρήση της θανατικής ποινής κατά των ιδιοκτητών και των μελών της τσαρικής δυναστείας, και καταγγέλλει τον κοινοβουλευτικό φετιχισμό. Ο Λένιν, σε μια αξέχαστη αντιπαράθεση σχετικά με το 1ο  άρθρο του καταστατικού του Κόμματος, επιμένει  ότι προϋπόθεση για την ένταξη πρέπει να είναι η ενεργός συμμετοχή σε μια παράνομη οργάνωση, μια υποχρέωση την οποία η μενσεβίκικη ομάδα προσπαθεί να αποφύγει, προκειμένου να κρατήσει το κόμμα ανοικτό σε συμπαθούντες διανοούμενους. Το συνέδριο σηματοδοτεί το οριστικό σχίσμα μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων.

Το “Σοσιαλεπαναστατικό” Κόμμα

Το Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό κόμμα[11] (Εσέροι) μεγαλώνει παράλληλα με μια σειρά από άλλες ομάδες που συνεχίζουν τις ναροντικές παραδόσεις των οποίων είναι πολέμιοι ο Πλεχάνοφ και ο Λένιν. Σε αντίθεση με τους  Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι αποτελούν το κόμμα του προλεταριάτου, το Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό κόμμα προσπαθεί να είναι συγχρόνως το κόμμα του προλεταριάτου, της αγροτιάς και της προχωρημένης διανόησης. Όπως συμβαίνει και με τις πρώτες μαρξιστικές οργανώσεις, το πολυπληθέστερο στοιχείο σε αυτή είναι οι διανοούμενοι. Ενώ όμως η σοσιαλδημοκρατία απαιτεί να μπουν στην υπηρεσία του προλεταριάτου και τους δίνει το λόγο μόνο στο βαθμό που εκπροσωπούν το προλεταριάτο, στο Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό κόμμα, οι διανοούμενοι αυτοί καθαυτοί διαδραματίζουν έναν αποφασιστικό ρόλο. Η θεωρία των Ναρόντικων διδάσκει στην πραγματικότητα, ότι τα συνειδητοποιημένα άτομα, “προικισμένα με κριτική σκέψη” που διαμορφώνουν μειοψηφικές ελίτ, έχουν μια κρίσιμη επιρροή στις τύχες της κοινωνίας. Αυτή η αντίληψη, χαρακτηριστική της διανόησης, που προσδίδει  στην “κριτική σκέψη” και την ατομική ηθική αξία υπερβολική βαρύτητα, είναι ένδειξη σοβαρής αδυναμίας κατανόησης των οικονομικών παραγόντων, του ρόλου των μαζών, της δράσης των μαζών και της ταξικής πάλης. Η ίδια η ιδέα της συνένωσης των εργατών, των αγροτών και των διανοουμένων (δηλαδή της μορφωμένης μικροαστικής τάξης των πόλεων), ενάντια στην απολυταρχία στα πλαίσια ενός μονοκομματικού μπλοκ, αποτελεί εξάλλου μια παρανόηση της ταξικής πάλης. Σε ένα τέτοιο κόμμα οι εργάτες αναγκαστικά θα ήταν υπό κηδεμονία, δεν θα μπορούσαν να φιλοδοξούν να ασκήσουν  τη δική τους πολιτική, και στο τέλος είναι βέβαιο ότι θα υπηρετούσαν την πολιτική των μεσαίων τάξεων. Δανειζόμενοι τις θεωρίες των πρώην ναρόντνικων, το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα είδε τις αγροτικές κοινότητες ως βάση για έναν μελλοντικό ρωσικό σοσιαλισμό. Η δράση τους απευθυνόταν κυρίως προς τους νέους της διανόησης και της αγροτιάς. Αντίθετα με τους σοσιαλδημοκράτες, που την καταδίκαζαν στο όνομα της μαζικής δράσης -χωρίς, ωστόσο, να αρνούνται ότι ορισμένες πράξεις αντιποίνων ή νόμιμης άμυνας εναντίον των ηγεμόνων ήταν απόλυτα φυσικές- είχαν αναγάγει σε στρατηγική την ατομική τρομοκρατία. Τα ψηφίσματά τους απαιτούσαν η τρομοκρατία να ασκείται παράλληλα με τη δράση των μαζών, ή αλλιώς προκειμένου να τονωθεί η μαζική δράση και σε κάθε περίπτωση κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του κόμματος. Ένα μέρος των διανοούμενων στηριζόμενο στην αγροτιά, μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει τις μορφές δράσης των εργατικών μαζών -των οποίων η απεργία και οι διαδηλώσεις είναι οι απλούστερες μορφές- δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει σε τρομοκρατικές ενέργειες. Η άβυσσος που χωρίζει το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα από τους επαναστάτες μαρξιστές είναι εμφανής. Στην πραγματικότητα -όπως ο Λένιν το έγραψε πολύ καιρό πριν και η ιστορία το έχει πλήρως αποδείξει- οι Σοσιαλεπαναστάτες ηγέτες δεν ήταν συχνά τίποτα περισσότερο παρά φιλελεύθεροι οπλισμένοι με βόμβες και περίστροφα. Ακόμα και έτσι, μέχρι το 1917 (όταν κατέρρευσαν μετά από την πολιτική επανάσταση του Μαρτίου),  οι Σοσιαλεπαναστάτες απέδειξαν ότι είχαν άριστες επαναστατικές ιδιότητες. Η μικροαστική τάξη πάλεψε σκληρά και καλά. Οι μάζες κυρίως του κόμματος υπήρξαν αξιοθαύμαστες. Μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες (και τους λίγους αλλά ένθερμους αναρχικούς), οι Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι) γέμιζαν τις φυλακές, τα κάτεργα και τις πιο απομακρυσμένες γωνιές της Σιβηρίας. Είχαν πολλούς καλούς επαγγελματίες επαναστάτες. Έδωσαν εκατοντάδες ήρωες και μάρτυρες στην υπόθεση της επανάστασης. Η κατάρρευσή τους το Μάρτιο και τον Οκτώβριο του 1917 δεν είναι, παρά απογοητευτική. Αποκαλύπτει την ανικανότητα των μεσαίων τάξεων να καθοδηγήσουν μια επανάσταση στην εποχή μας και τον τρομερό κίνδυνο των συγκεχυμένων ιδεολογιών.

Οι διάφορες οργανώσεις των Εσέρων θα συγχωνευθούν σε ένα κόμμα το 1901. Οι κυριότεροι ηγέτες του κόμματος ήταν: η Αικατερίνα Μπρέσκο-Μπρεσκόβσκαγια, μια παλιά αγωνίστρια με μεγάλο θάρρος που, από την πρώτη σύλληψή της το 1874, είχε καταδικαστεί δυο φορές στο κάτεργο, είχε ζήσει στην εξορία, και μια ζωή μόνιμης παρανομίας, ο Γρηγόρη Γκερσούνι, ο ιδρυτής της Οργάνωσης της Μάχης του επαναστατικού κόμματος, ένας μαχητής υψηλής νοημοσύνης και απεριόριστης αφοσίωσης, ο Μιχαήλ Γκοτζ, ένας έμπειρος μαχητής της “Λαϊκής Θέλησης”. Ο πολιτικός Βίκτορ Τσερνόφ[12].  Ο μηχανικός Ένβο Αζέφ, ένας μυστικός πράκτορας της Οχράνα που αργότερα διορίστηκε για να διευθύνει την οργάνωση του κόμματος.

Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε από τον Γκερσούνι το 1902. Η πρώτη πράξη του, την ίδια χρονιά, ήταν η εκτέλεση του Υπουργού Παιδείας Σιπιάγκιν από τον φοιτητή Μπαλμάσεφ, ο οποίος αργότερα κρεμάστηκε. Την ημέρα μετά τη δολοφονία, οι Εσέροι δημοσίευσαν μια επίσημη αιτιολόγηση της πράξης. Το επόμενο έτος ο Μπογκντάνοβιτς, κυβερνήτης της Ούφα, έχασε τη ζωή του με  μια παρόμοια απόφαση. Η σύλληψη του Γκερσούνι, ο οποίος παραδόθηκε στην αστυνομία από τον Αζέφ, έθεσε τον τελευταίο επί κεφαλής της τρομοκρατικής οργάνωσης. Ένας άνδρας με αδάμαστο θάρρος, για τον οποίο η τρομοκρατία αποτελούσε λειτούργημα, βρέθηκε τώρα κάτω από τις διαταγές του πράκτορα-προβοκάτορα, Μπορίς Σαβίνκοφ. Το 1904 ο πρωθυπουργός, φον Πλέχβε, διαμελίστηκε από βόμβα του Ιγκόρ Σαζόνωφ. Ο Σαζόνωφ είχε οργανώσει τη δολοφονία, κάτω από τις διαταγές του Αζέφ. Στη συνέχεια ήρθε η σειρά του σατράπη της Μόσχας, του Μεγάλου Δούκα Σεργκέι Αλεξαντροβιτς, ο οποίος εκτελέστηκε από τον Ιβάν Καλαγιεφ. Οι τρομοκράτες Σαζόνωφ και Καλάγiεφ είναι από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ρωσικής επαναστατικής ιστορίας. Δολοφονίες ακολούθησαν με ένα επιταχυνόμενο ρυθμό. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905, μετά το αυτοκρατορικό διάταγμα της 17ης Οκτωβρίου, οι Εσέροι εντελώς αποπροσανατολισμένοι, διέταξαν τη λήξη της τρομοκρατίας. Στη νέα εποχή της αντίδρασης που ακολούθησε, ανασυνέταξαν την οργάνωση μάχης. Ο αριθμός των τρομοκρατικών ενεργειών που έγιναν από το κόμμα ήταν πενήντα οκτώ το 1905, ενενήντα τρεις το 1906 και εβδομήντα τέσσερις το 1907.[13]

Επειδή αποτελούνται από πολύ διαφορετικές τάσεις, οι Εσέροι βλέπουν συχνά την απομάκρυνση διάφορων στοιχείων προς τα αριστερά ή τα δεξιά. Περίπου το 1906 μια αριστερά με αναρχικές τάσεις αποσχίστηκε για να διαμορφώσει την “Ένωση των μαξιμαλιστών”, της οποίας μικρές ομάδες διακρίθηκαν με άκρως τολμηρές τρομοκρατικές πράξεις.

1905: η πρώτη ρωσική επανάσταση και τα αίτια της

Έχει συχνά παρατηρηθεί ότι η επανάσταση του 1905 ήταν η “πρόβα” για αυτή του 1917.[14]  Ήταν μια πρόβα για την οποία ολόκληρη η προηγούμενη ιστορία της Ρωσίας δεν ήταν παρά η προετοιμασία.

Την παραμονή του 1905, δέκα εκατομμύρια οικογένειες αγροτών κατείχαν 73 εκατομμύρια deciatines[15] γης. Υπήρχαν 27.000 γαιοκτήμονες, εκ των οποίων 18.000 κατείχαν 62 εκατομμύρια deciatines. Το ένα τρίτο αυτής της τεράστιας περιοχής περίπου ανήκε σε 699 ιδιοκτήτες εξαιρετικά πλούσιους, τους πλέον σταθερούς υποστηρικτές της απολυταρχίας. Φυσικά, το καλύτερο μέρος της γης δεν είναι στα χέρια των αγροτών. Από το 1861 τα οικόπεδα έχουν διαμελιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε ο πρώην δουλοπάροικος να εξαρτάται όσο το δυνατόν περισσότερο από τον παλιό ιδιοκτήτη, από τον οποίο έπρεπε να νοικιάσει, συνήθως με καταστροφικούς όρους, αγροτεμάχια χωρίς τα οποία δεν μπορούσε να επιβιώσει. Ο αγρότης πληρώνει πρόστιμα  ή “δικαιώματα” για διασχίσει την ακαλλιέργητη γη,  για να περάσει από το δρόμο του χωριού, για τη βόσκηση των βοοειδών του, πληρώνει πρόστιμα με χίλια άλλα προσχήματα. Από το 1900 οι τιμές των σιτηρών στην παγκόσμια αγορά ανεβαίνουν. Λυσσασμένοι για κέρδη οι αριστοκράτες γαιοκτήμονες αυξάνουν τις τιμές της γης και των ενοικίων, ενίοτε  τις διπλασιάζουν. Όμως ο αγροτικός πληθυσμός έχει πλέον αυξηθεί. Το 1861 οι αγρότες κατείχαν κατά μέσο όρο πέντε deciatines γης ανά αρσενικό κάτοικο, το 1900 ο αντίστοιχος μέσος όρος πέφτει κάτω από το μισό. Οι στατιστικές εκτιμήσεις της αγροτικής ανεργίας δείχνουν τώρα ότι υπάρχουν δέκα εκατομμύρια επιπλέον εργατικά χέρια. Τα χρόνια 1895-6, 1897 και 1901 αν και είναι χρόνια λιμού  η εξαγωγή των σιτηρών συνεχίζεται….

Αυτή η εξαθλίωση των αγροτών και του προλεταριάτου είναι μια πηγή πλούτου για τις τάξεις των ιδιοκτητών. Από το 1893-1896 η μέση ετήσια αξία των εξαγωγών της Ρωσίας είναι 661 εκατομμύρια ρούβλια. Μεταξύ 1905-1908, παρά την βιομηχανική κρίση, τον ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο και την επανάσταση, ο μέσος όρος των εξαγωγών ανέρχεται ετησίως σε 1.055.000.000 ρούβλια. Η ετήσια συσσώρευση των κερδών αυξάνεται κατά την ίδια περίοδο από 104 σε 339 εκατομμύρια. Το ξένο κεφάλαιο ρέει σε αυτή τη γη όπου η εργασία είναι τόσο φθηνή και οι περιουσίες δημιουργούνται  τόσο γρήγορα. Μεταξύ 1894 και 1900, χρυσός ύψους σχεδόν 500 εκατομμυρίων ρουβλιών από γαλλικά κεφάλαια  επενδύεται στη ρωσική βιομηχανία.

Παρά τις πρόσφατες ρίζες της, η ρωσική βιομηχανία αναπτύσσεται δυναμικά μέσα στις ίδιες περίεργες συνθήκες. Οι πηγές του εργατικού δυναμικού είναι απεριόριστες, αλλά οι ειδικευμένοι εργάτες, είναι πολύ σπάνιοι. Δεν υπάρχει εργατική αριστοκρατία. Το τεχνικό επίπεδο της βιομηχανίας σε αυτή την αγροτική χώρα είναι συνήθως πρωτόγονο και είναι πολύ εύκολο να κάνει κανείς χρυσές δουλειές. Από την άλλη πλευρά, η συγκέντρωση του κεφαλαίου, κάτω από την επιρροή των ξένων επενδυτών, είναι ακόμα πιο μεγάλη και  από αυτήν της γερμανικής βιομηχανίας. Αυτός ο καπιταλισμός που έχει μια σύγχρονη δομή, παρεμποδίζεται από θεσμούς οι οποίοι, σε σχέση με αυτόν, είναι κάτι περισσότερο από έναν αιώνα πίσω.

Υπάρχει μια μικρή ή και καμία εργατική νομοθεσία. Δεν υπάρχουν συνδικάτα. Κανένα δικαίωμα συνένωσης, συγκέντρωσης, απεργίας ή ομιλίας. Η εργατική τάξη, πολύ απλά, δεν έχει δικαιώματα. Η εργάσιμη ημέρα κυμαίνεται μεταξύ δέκα και δεκατεσσάρων  ωρών. Στα εργοστάσια μεταλλουργίας στο Μπριάνσκ στο νότο, οι μισθοί το 1898 είναι 70 καπίκια για δώδεκα ώρες την ημέρα. Οι  εργαζόμενοι στην κλωστοϋφαντουργία παίρνουν 14 με 18 ρούβλια το μήνα, και τους εξουθενώνουν στα πρόστιμα. Ο ημερήσιος χρόνος εργασίας και το επίπεδο των μισθών είναι χαμηλότεροι από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Αυτό το προλεταριάτο της βιοτεχνίας και του εργοστάσιου, συγκεντρώνεται σε λίγα μεγάλα αστικά κέντρα, και αποτελεί το1904 μια συμπαγή μάζα από 1.691.000 εργάτες.

Η κατάσταση αυτή είχε τις επιπτώσεις της, ακόμη και μεταξύ των βιομηχάνων. Οι εργοδότες της κλωστοϋφαντουργίας, οι οποίοι είχαν μόνο μια άθλια εγχώρια αγορά εξαθλιωμένων στην ύπαιθρο, είδαν με συμπάθεια την επανάσταση του 1905, τουλάχιστον σε πρώτη φάση. Οι εργοδότες μεταλλουργίας, που εργάζονταν με παραγγελίες για το κράτος, κλονίστηκαν και αυτοί με τη σειρά τους, μετά τις στρατιωτικές καταστροφές στη Μαντζουρία.

Η δυσαρέσκεια μεταξύ των μικροαστών ήταν πολύ μεγάλη. Οι πλούσιοι αγρότες έβλεπαν τους γαιοκτήμονες να τους κλείνουν το δρόμο. Οι έμποροι, οι βιοτέχνες, ο φτωχός λαός  και, ακόμη περισσότερο οι διανοούμενοι, αισθάνονταν βαθιά θιγμένοι όσον αφορά τα συμφέροντά τους και την αξιοπρέπειά τους από το σύστημα των καστών και  το γραφειοκρατικό δεσποτισμό του. Με την εξαίρεση των μεγάλων γαιοκτημόνων, των πλούσιων ευγενών, των αυλικών, ένα ελάχιστο μέρος της μεγαλοαστικής τάξης που συνδέονταν με  την απολυταρχία, όλες οι άλλες τάξεις στην κοινωνία αισθάνονταν την ανάγκη για σοβαρές αλλαγές.

Το 1902 σημαδεύτηκε από αναταραχές στις αγροτικές περιοχές. Οι κάτοικοι ολόκληρων χωριών μαστιγώθηκαν ή εκτελέστηκαν. Η μεγάλη μαζική απεργία στο Ροστόφ στο Ντον αποκάλυψε τη δύναμη της εργατικής τάξης. Την επόμενη χρονιά, μια γενική απεργία σάρωσε το νότο. Τα  αντισημιτικά πογκρόμ στο Κισίνεφ που διοργανώθηκαν από την αστυνομία του φον Πλέβε, ήταν μια απάντηση σε αυτά τα λαϊκά κινήματα. Αρκετές εκατοντάδες Εβραίοι σφαγιάστηκαν. Σε αυτή την περίοδο, μπήκε η ιδέα στην αστυνομία του Τσάρου να πλαισιώσει και να οργανώσει η ίδια το εργατικό κίνημα. Ο επικεφαλής της αστυνομίας Ζουμπάτοφ ενθάρρυνε τη δημιουργία, πρώτα στη Μόσχα και στη συνέχεια στην Αγία Πετρούπολη, ενώσεων εργατών υπό την τριπλή προστασία των εργοδοτών, της αστυνομίας και του κλήρου. Ωστόσο, η πίεση των περιστάσεων ανάγκασε αυτό το “σοσιαλισμό της αστυνομίας” στη στήριξη των απεργιών. Όταν το 1905 ξέσπασε μια σύγκρουση στο εργοστάσιο Πουτίλοφ μεταξύ των εργαζομένων και της διοίκησης -που μόλις είχε απολύσει τέσσερα μέλη του σωματείου των εργαζομένων, που ήταν υπό την προστασία των αρχών και του οποίου ήταν επικεφαλής ο παπά Γκαπόν- αυτό το “μαύρο συνδικάτο” βρέθηκε ξαφνικά στην ηγεσία ενός ολόκληρου προλεταριάτου που είχε φτάσει στα όρια της υπομονής του.

Ο Γκαπόν είχε ένα αξιόλογο χαρακτήρα. Αυτός φαίνεται ότι πίστευε ειλικρινά στην δυνατότητα συμβιβασμού ανάμεσα στα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων και τις καλές προθέσεις των αρχών. Εν πάση περιπτώσει, ήταν αυτός που οργάνωσε το κίνημα του «επίσημου αιτήματος» στον τσάρο που έληξε με τη σφαγή της 9/22 Ιανουαρίου 1905. Το αίτημα των εργαζομένων της Αγίας Πετρούπολης στον Νικόλαο II, το οποίο συντάχθηκε από τον Γκαπόν και εγκρίθηκε από δεκάδες χιλιάδες προλετάριους, ήταν ταυτόχρονα μια πονεμένη ικεσία και μια τολμηρή διεκδίκηση. Τι ζητούσε; Οκτώ ώρες εργασίας την ημέρα, την αναγνώριση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ένα Σύνταγμα, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης των υπουργών απέναντι στο έθνος, το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, και δημοκρατικές ελευθερίες. Από όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας οι αιτούμενοι που μετέφεραν εικόνες και έψελναν ύμνους, ένα πρωινό του Ιανουαρίου, έκαναν πορεία μέσα στο το χιόνι, προς τον “πατερούλη τους, τον Τσάρο”. Σε κάθε διασταύρωση ένοπλες ενέδρες τους περίμεναν. Οι στρατιώτες τους πυροβολούσαν και οι Κοζάκοι τους έκαναν επίθεση. “Αντιμετωπίστε τους σαν επαναστάτες” ήταν η εντολή του αυτοκράτορα. Τα πυρά έγιναν πραγματικά έντονα κάτω από τα παράθυρα των χειμερινών ανακτόρων. Το αποτέλεσμα της ημέρας ήταν αρκετές εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες.[16] Αυτή η ηλίθια και εγκληματική καταστολή πυροδότησε την πρώτη ρωσική επανάσταση. Οδήγησε επίσης στην αυτοκτονία – δώδεκα χρόνια αργότερα- τη ρωσική απολυταρχία.

1905: Η μάχη

Αυτή η σφαγή των προλετάριων έστειλε σε ολόκληρη χώρα, στην οποία οι δυσαρέσκειες είχαν ήδη αρχίσει μεγεθύνονται λόγω του ρωσο-ιαπωνικού πολέμου, μια επαναστατική πνοή. Μια γενική σχεδόν απεργία σάρωσε 122 πόλεις ή βιομηχανικά κέντρα κατά μήκος των δέκα κύριων σιδηροδρομικών γραμμών. Στη Βαρσοβία η απεργία πήρε το χαρακτήρα της εξέγερσης, η οποία σφραγίστηκε  με 90 νεκρούς, 176 τραυματίες και 733 συλλήψεις. Για έναν ολόκληρο χρόνο ο Ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος ήταν απλά μια διαδοχή από ήττες. Τα αίτια του πολέμου ήταν διάφορα. Το παλιό καθεστώς, στα πλαίσια της προώθησης της πολιτικής της εδαφικής επέκτασης της χώρας, είχε βάλει στο μάτι τη Μαντζουρία, μια εξαιρετική περιοχή για τη δημιουργία αποικιών. Η κατοχή του Πόρτ Άρθουρ θα ανοίξει την Κίνα για το ρωσικό εμπόριο. Τα γαλλικά κεφάλαια που ασχολούνταν με την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής του Υπερσιβηρικού, εποφθαλμιούσαν την Άπω Ανατολή. Ο τσάρος, επί κεφαλής μιας αυτοκρατορικής οικογένειας όλο και πιο πολυάριθμης και γι’ αυτό «δύσκολης» στο να βρεθούν κληροδοτήματα για τα μέλη της, ονειρευόταν την Κορέα ως βάση για την επέκταση της περιουσίας των Ρομανώφ. Τέλος, η ιδέα της ενίσχυσης της απολυταρχίας στο εσωτερικό με τη βοήθεια μιας στρατιωτικής νίκης, δεν ήταν καθόλου ξένη για τους πολιτικούς στη Ρωσία. Η Ιαπωνία, από την πλευρά της, έχοντας στερηθεί από τη Ρωσία το 1894 τους καρπούς της νίκης της στην Κίνα, αποφάσισε να κατακτήσει την Κορέα. Τα σχέδια της για βίαιη εκκαθάριση των λογαριασμών με τη Ρωσία ενθαρρύνθηκαν από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, που ήθελε την αποδυνάμωση της ρωσικής επιρροής στην Ασία. Ο πόλεμος ξέσπασε το Φεβρουάριο του 1904 και έληξε με τη συνθήκη του Πόρτσμουθ στις 5 Σεπτεμβρίου του 1905. Οι Ρώσοι είχαν ηττηθεί σε κάθε συμπλοκή -στο Ιαλού, στο Λιάο-Γιάνγκ, στο Μούκντεν, στο Πόρτ Άρθουρ όπου αναγκάστηκαν  να συνθηκολογήσουν- και έχασαν ολόκληρο το στόλο τους στη ναυμαχία της Τσουσίμα τον Μάιο του 1905. Κάθε ήττα, έδειχνε τη  στρατιωτική αδυναμία της απολυταρχίας -που είχε πιστέψει πως η νίκη θα ήταν εύκολη- και είχε πιο σοβαρές επιπτώσεις στο εσωτερικό μέτωπο απ’ ότι στο πεδίο μάχης. Πρόκειται για επαίσχυντες ήττες που ήταν το αποτέλεσμα της διοικητικής ανεπάρκειας, της ανικανότητας των διοικούντων και της ταραγμένης κατάστασης στο εσωτερικό, όπου έπρεπε να μένουν πάντα τα καλύτερα στρατεύματα. Ο πόλεμος κόστισε 1.300 εκατ. ρούβλια. Ο Νικόλαος βρήκε σχεδόν το σύνολο του ποσού -περίπου 1.200 εκατ. Ρούβλια-  από το εξωτερικό, κυρίως από το χρηματιστήριο του Παρισιού.

Δεν θα προσπαθήσουμε να κάνουμε, σε λίγες σελίδες, την περίληψη των περιπετειών της επανάστασης του 1905. Θα σκιαγραφήσουμε μόνο τις πιο σημαντικές ημερομηνίες και λεπτομέρειες. Τα  αγροτικά προβλήματα άρχισαν τον Φεβρουάριο. Στις 4 του μήνα ο Μεγάλος Δούκας Σεργκέι εκτελέστηκε από τους Εσέρους. Στις 17 Απριλίου ένα αυτοκρατορικό διάταγμα (ukaz) διακήρυξε την ελευθερία της συνείδησης… χωρίς να μειώσει τα δικαιώματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που ήταν η επίσημη εκκλησία. Το Μάιο, έγινε στο Λονδίνο το συνέδριο των μπολσεβίκων, το τρίτο συνέδριο της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η μπολσεβίκικη φράξια του κινήματος διερχόταν μια δύσκολη φάση από το 1903. Ο Πλεχάνοφ, ο ηγέτης του κόμματος, μαζί με τον Τρότσκι -αυτός μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα σε όλη την επανάσταση θα συνεργάζεται με τους Μπολσεβίκους και θα βρίσκεται κάπως στα αριστερά τους- είχε περάσει στην πλευρά των μενσεβίκων λίγο μετά το Δεύτερο Συνέδριο. “Ήταν μια περίοδος κατάρρευσης, δισταγμών και αταξίας”, σχολιάζει  ο Λένιν. Αλλά στην πραγματικότητα το μπολσεβίκικο κόμμα είχε σφυρηλατηθεί μέσα από αυτές τις τρομερές εσωτερικές διαμάχες. Ήταν το μοναδικό που βρέθηκε την παραμονή της επανάστασης οργανωμένο, σε κατάσταση ετοιμότητας, και εξοπλισμένο με σαφείς ιδέες. Οι μενσεβίκοι που είχαν τη εξουσία στα καθοδηγητικά όργανα του κόμματος-παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης- αρνήθηκαν να συγκαλέσουν το συνέδριο του κόμματος, όπου θα ήταν μειοψηφία. Οι Μπολσεβίκοι πραγματοποίησαν τη δική τους συνδιάσκεψη στο Λονδίνο και οι μενσεβίκοι στη Γενεύη.

Τίποτα δεν μπορεί να εξηγήσει τη νίκη των Μπολσεβίκων του 1917 καλύτερα από την στάση τους το 1905. Οι μενσεβίκοι υποστήριζαν ότι η επερχόμενη επανάσταση θα ήταν αστική, δηλαδή θα έφερνε την αστική τάξη στην εξουσία, ανοίγοντας μια εποχή ευρείας καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία. Το προλεταριάτο, θα έπρεπε κατά τη γνώμη τους, να αρκεστεί στο να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα και να συγκροτήσει, στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, ένα ισχυρό κόμμα αντιπολίτευσης. Μια εξέγερση των εργατών θα ήταν τρέλα. Οι Μπολσεβίκοι κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους ότι σύρονταν πίσω από τις τάξεις των ιδιοκτητών.  Το προλεταριάτο θα έπρεπε -πίστευαν- να είναι στην ηγεσία της εξέγερσης του λαού. Η αστική επανάσταση δεν θα μπορούσε παρά να τελειώσει με την  “δημοκρατική δικτατορία των εργατών και των αγροτών”, των οποίων οι νίκες θα επιτρέψουν στο προλεταριάτο να προχωρήσει, στη συνέχεια, προς το σοσιαλισμό. Η κατευθυντήρια ιδέα του Λένιν ήταν ότι, με την παρουσία ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πολιτικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου, δεν θα μπορούσε να υπάρχει καθαρά αστική επανάσταση. Εκείνη τη στιγμή ο Τρότσκι και ο Πάρβους διαμόρφωσαν μια τρίτη τάση στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία -μακριά από τον οπορτουνισμό των μενσεβίκων- συνδέοντας στενά στη θεωρία τους, αυτή της διαρκούς επανάστασης, τη μοίρα της ρωσικής επανάστασης με αυτή του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος.

Ο Λένιν και ο Κρασίν έπεισαν στο συνέδριο στο Λονδίνο για τη συμμετοχή του κόμματος στην επαναστατική κυβέρνηση, η οποία δεν θα δίσταζε, ακόμη και  αν την κατηγορούσαν για “ιακωβινισμό” να καταφύγει στην τρομοκρατία. “Σε μια επαναστατική περίοδο, είναι ανόητο και εγκληματικό να φοβάται κανείς τη συμμετοχή στην εξουσία”. Μετά την έκθεση που παρουσίασε ο Λουνατσάρσκι και ο Μπογκντάνοφ, το συνέδριο ανέθεσε στο κόμμα το έργο της προετοιμασίας της εξέγερσης.

Η πρώτη φάση της επανάστασης ήταν μια φάση κινητοποίησης. Τα κόμματα και ομάδες συγκροτήθηκαν, οι αντιδραστικοί, οι φιλελεύθεροι, τα Ζέμστβος,[17] διάφορες μικροαστικές ενώσεις, το συνέδριο των αγροτών, τα εργατικά συνδικάτα.

Αμέσως μετά την Ματωμένη Κυριακή, τα συνδικάτα άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού, παράνομα ή ημι-νόμιμα, κάνοντας συχνά τις συναντήσεις τους στο δάσος. Στη συνέχεια τα γεγονότα επιταχύνονται. Στις 15 Ιουνίου, το θωρηκτό Ποτέμκιν-Κνάζ στασίασε[18]. Στο στρατόπεδο της Νόβαγια-Αλεξάνδρεια ξέσπασε μια ανταρσία των στρατιωτών, που διοργανώθηκε από τον αξιωματικό Αντόνοφ- Ομπσένκο.[19] Υπήρξαν οδομαχίες στο Λοτζ στην Πολωνία, με 500 νεκρούς. Η απολυταρχία είδε ότι έπρεπε να ελιχθεί. Στις 6 Αυγούστου, ένα αυτοκρατορικό διάταγμα ίδρυσε την Αυτοκρατορική Δούμα, σύμφωνα με το σχέδιο της επιτροπής Μπουλίγκιν. Αυτή η συνέλευση, καθαρά συμβουλευτικού χαρακτήρα, εκλεγόταν με τιμοκρατική ψηφοφορία, μέσα από ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα. Κάθε μεγάλος γαιοκτήμονας είχε μια ψήφο, αλλά κάθε δέκα μικροί γαιοκτήμονες δεν εξέλεγαν παρά  μόνο έναν αντιπρόσωπο στην περιοχή τους. Στις πόλεις μόνο η αστική τάξη μπορούσε να ψηφίσει, η εργατική τάξη είχε αποκλειστεί. Από τους διανοούμενους μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να ψηφίσουν, εκείνοι με μισθό 1.300 ρούβλια το χρόνο. Η Αγία Πετρούπολη είχε 9.500 ψηφοφόρους  από έναν πληθυσμό ενάμισι εκατομμυρίου κατοίκων. Η αστική τάξη προσπάθησε να παρηγορηθεί με αυτή την προσομοίωση κοινοβουλίου.

Στις αρχές του Οκτωβρίου, από μια διαμάχη που φαινόταν εκ πρώτης όψεως πολύ ασήμαντη, ξέσπασε μια γενική απεργία. Απεργώντας οι τυπογράφοι στη Μόσχα απαίτησαν να πληρώνονται για τα σημεία στίξης με τον ίδιο τρόπο όπως και για τα γράμματα. Σταδιακά, μέσα από δράσεις αλληλεγγύης, η απεργία εξαπλώθηκε σε όλες τις βιομηχανίες της Μόσχας. Στη συνέχεια εντάχθηκαν στην απεργία  οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους όλης της χώρας. Ήταν μια καταπληκτική καθολική απεργία. Τα καταστήματα έκλεισαν. Στις 13 ιδρύθηκε το σοβιέτ  (ή Συμβούλιο) των εργαζομένων της Αγίας Πετρούπολης, αποτελούμενο από έναν εκπρόσωπο για κάθε 500 εργαζομένους. Την ίδια στιγμή η εξέγερση των αγροτών εκτεινόταν σχεδόν στο σύνολο της Ρωσίας. Τα σπίτια των “αρχόντων”, καίγονταν κατά εκατοντάδες. Δύο χιλιάδες κατοικίες ιδιοκτητών γης έγιναν στάχτη. Η απολυταρχία δίστασε ανάμεσα στην επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας και τη συνθηκολόγηση. Η απεργία των σιδηροδρομικών και η κακή κατάσταση του ηθικού των στρατευμάτων είχε ως αποτέλεσμα να επιλεγεί το σχέδιο του κόμη Βίττε, για μια σχετική συνθηκολόγηση. Το αυτοκρατορικό διάταγμα της 17ης Οκτωβρίου αναβάθμισε τη Δούμα σε νομοθετική συνέλευση και έδωσε δικαίωμα ψήφου -στο δεύτερο και τρίτο στάδιο της εκλογής- στην μικροαστική τάξη και στους εργάτες. Αλλά αυτό ήταν ένα σημάδι. Όλες οι δημοκρατικές ελευθερίες κατακτήθηκαν στην πράξη. Επαναστατικά έντυπα έκαναν την εμφάνιση τους και οι αρχές, ανίσχυρες, αναγκάστηκαν να το ανεχθούν.

Τις επόμενες μέρες ξεκίνησαν αντισημιτικά πογκρόμ[20], δόθηκε αμνηστία για πολιτικά αδικήματα και η χορήγηση αυτονομίας στην Φινλανδία. Το τέλος του Οκτωβρίου σημαδεύτηκε από το στρατιωτικό κίνημα της Κρονστάνδης. Τότε έγινε η εξέγερση του στόλου της Μαύρης Θάλασσας, της οποίας εμπνευστής ήταν ο Αντιστράτηγος Σμίθ, ένας γενναίος αλλά αναποφάσιστος άνθρωπος, που ήξερε μόνο πώς να πεθάνει με θάρρος. Ένα μεγάλο και αποφασιστικό γεγονός κυριαρχεί πάνω σε αυτά τα γεγονότα. Ο στρατός, παρά τις όποιες  εκρηκτικές αποστασίες, παραμένει γενικά πιστός στο καθεστώς.

Το Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης καθοδηγούταν σε πρώτη φάση από έναν δημοφιλή δικηγόρο, τον Κρουστάλεφ-Νόσαρ, που συνελήφθη μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα για να αντικατασταθεί από τον Τρότσκι. Διεξήγαγε, καθοδηγούμενο από τον Τρότσκι και εμπνευσμένο από τους Μπολσεβίκους, έναν αγώνα όλο και  πιο δύσκολο, καθώς η κούραση του προλεταριάτου της Αγίας Πετρούπολης γινόταν ολοένα και πιο έντονη. Προσπάθησε μάταια να κερδίσει το οκτάωρο με απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά απέτυχε. Ένας χρόνος αγώνα είχε εξαντλήσει τους εργάτες της πρωτεύουσας. Η σύλληψη των μελών του Σοβιέτ δεν προκαλεί παρά μια σύντομη και μερική απεργία.

Στη Μόσχα, αντίθετα, όπου το προλεταριάτο δεν ήταν τόσο ενεργό τους προηγούμενους μήνες, ο πυρετός της εξέγερσης έφτασε τώρα στο αποκορύφωμά του. Μάταια οι πιο διορατικοί επαναστάτες τονίζουν την πιθανότητα της ήττας. Η γενική απεργία ξεκίνησε στις 7 Δεκεμβρίου, με την υποστήριξη των Εσέρων και των Μπολσεβίκων. Αμέσως πήρε έναν εξεγερσιακό χαρακτήρα. Μικρές ομάδες μάχης των οργανώσεων των εργατών, κάλυψαν την πόλη με οδοφράγματα, έτοιμοι να αντισταθούν στα στρατεύματα. Ήταν όμως πάρα πολύ λίγοι και πολύ άσχημα εξοπλισμένοι. Το κίνημα είχε εμφανιστεί πολύ αργά. ‘Ένα σύνταγμα που έβλεπε με συμπάθεια τους επαναστάτες είχε αφοπλιστεί λίγο πριν. Η ταυτόχρονη σύλληψη των περισσότερων από τα μέλη της ηγετικής επιτροπής της, αποκεφάλισε την εξέγερση. Το εργατικό προάστιο Κράσναγια Πρέσνιγια  μπήκε αργά στη μάχη, όμως αμύνθηκε σθεναρά. Το πυροβολικό το σύντριψε. Οι περισσότεροι από τους αντάρτες θα διαφύγουν. Παρ’ όλα αυτά ο ναύαρχος Ντουμπάσοφ, πυροβόλησε πάνω από 250 ανθρώπους…

Η επανάσταση είχε σημαντικές επιτυχίες στο νότο, και πραγματικές νίκες στην περιοχή του Καυκάσου. Ο Ιανουάριος του 1906 ήταν ένα μήνας εκτελέσεων. Η άγρια και ψυχρή καταστολή αποκατέστησε την τάξη παντού. Στις επαρχίες της Βαλτικής, τη Σιβηρία και τον Καύκασο η καταστολή έσπειρε τους σπόρους ενός τρομερού μίσους. Η πρώτη επανάσταση της Ρωσίας κόστισε στο ρώσικο λαό σχεδόν 15.000 νεκρούς, πάνω από 18.000 τραυματίες και 79.000 φυλακισμένους .

Το 1905 η απολυταρχία σώθηκε λόγω των δισταγμών και του αντιδραστικού πνεύματος της φιλελεύθερης αστικής τάξης, των δισταγμών των επαναστατικών μεσαίων τάξεων, της απειρίας και της κακής οργάνωσης του προλεταριάτου -την οποία, ούτε ο ενθουσιασμός ούτε η αλληλεγγύη μπόρεσαν να αντισταθμίσουν- της αδυναμίας του προλεταριακού κόμματος,[21] του πρωτόγονου χαρακτήρα του κινήματος στην ύπαιθρο, της σχετικής υπακοής των στρατευμάτων και της παρέμβαση του γαλλικού χρήματος.

1905: Τα αποτελέσματα

Η ήττα της πρώτης ρωσικής επανάστασης δεν ήταν με κανένα τρόπο απόλυτη. Οι εργατικές και αγροτικές μάζες είχαν χάσει το σεβασμό τους για την απολυταρχία και είχαν μάθει να συμμετέχουν στον αγώνα ενάντια στους καταπιεστές τους. Ήταν μια ψυχολογική αλλαγή με ανυπολόγιστη σημασία. Τώρα οι εργάτες επέλεξαν ξεκάθαρα ανάμεσα στο μωσαϊκό των κομμάτων. Από τώρα και στο εξής, σε αυξανόμενους αριθμούς, στράφηκαν προς το κόμμα της τάξης τους. Κατά τη διάρκεια της ηθικής κρίσης που ακολούθησε -τα χρόνια της αντίδρασης ήταν οδυνηρά για το επαναστατικό κίνημα, όπως και κάθε απόηχος της ήττας- ο ατομικισμός, ο σκεπτικισμός, αποθάρρυνση, η οπισθοχώρηση των αδυνάτων εκδηλώθηκαν ποικιλόμορφα. Ο σκληρός πυρήνας του μπολσεβίκικου κόμματος ατσαλώθηκε για τους αγώνες που έρχονταν και έκανε τον απολογισμό αυτού που υπήρξε μια πραγματικά φανταστική εμπειρία. Αλλά το προλεταριάτο δεν έχει άλλο σχολείο, εκτός από τον αγώνα. Η εκμεταλλευόμενη τάξη, η καταπιεζόμενη τάξη, η τάξη των ηττημένων εξ ορισμού, μαθαίνει να νικάει στις περιόδους που όλα αντιστρέφονται. Μόνο το γεγονός ότι ορθώνει το ανάστημα της και αποφασίζει να δράσει, είναι ήδη, κατά κάποιο τρόπο, μια νίκη. Ακόμα και οι πιο εντυπωσιακές  ήττες μετράνε μερικές φορές στην κλίμακα της ιστορίας, σαν γόνιμες νίκες. Έτσι ήταν το 1905.

Για τη ρωσική αστική τάξη, αντίθετα, η δημοκρατική επανάσταση του 1905 ήταν μια ολοκληρωτική αποτυχία. Ο ρόλος που διαδραμάτισε το προλεταριάτο υπήρξε ιδιαίτερα ανησυχητικός. Η αστική τάξη δεν είχε δείξει την απαραίτητη ενότητα. Οι μεσαίες τάξεις σε στιγμές ζήλου κατά τη διάρκεια του αγώνα, είχαν την υποστήριξη των εργατών. Όμως, η μεγάλο-αστική τάξη, το κεφάλαιο, τα αφεντικά της μεταλλουργίας, τρομοκρατημένοι από την πρόοδο του σοσιαλισμού, έκλιναν μάλλον στο να κάνουν  κάποια συμφωνία με τους μεγάλους γαιοκτήμονες και την απολυταρχία. Η διαίρεση της ρωσικής κοινωνίας σε κάστες, τα προνόμια της αριστοκρατίας, των γαιοκτημόνων, της Εκκλησίας και του στέμματος, η πολιτική ανισότητα, η απολυταρχία, όλα επέζησαν της κρίσης του 1905. Ο Ρωσικός καπιταλισμός (που διέθετε μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης) παρέμεινε δεμένος σε κάθε του κίνηση παρά την εισροή ξένων κεφαλαίων. Η διαφθορά, η ανικανότητα και η γραφειοκρατία του τσαρισμού συνέχισαν τις εργασίες  υπονόμευσης. Καμία από τις αιτίες της επανάστασης δεν είχε αναιρεθεί , ή πάψει να υπάρχει.

Η αντιδραστική κυβέρνηση του Στολύπιν είχε διαδεχθεί την κυβέρνηση του Βίττε, τα συνταγματικά τεχνάσματα του οποίου είχαν προσφέρει στο τσαρικό καθεστώς πάμπολλες υπηρεσίες. Έτσι ο Φιλελευθερισμός και ο συντηρητισμός αλληλοσυμπληρώνονταν στην υπηρεσία της αντεπανάστασης. Η κυβέρνηση Στολύπιν, είχε καταλάβει πολύ καλά ότι το τελικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών είχε απλά αναβληθεί. Εν όψει αυτής της απειλής, επιχείρησε έναν έξυπνο ελιγμό στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1906-10, η οποία ενθάρρυνε την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας ανάμεσα στην αγροτιά και τον περαιτέρω πλουτισμό των πιο εύπορων αγροτών. Μια Αγροτική Τράπεζα έδωσε στους αγρότες χρηματοδότηση για τη γη, η οποία όμως ήταν  απολύτως ανεπαρκής. Οι φτωχοί αγρότες κλήθηκαν να αποικίσουν τη Σιβηρία, την κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή. Οι πολιτικές του Στολύπιν  δεν είχαν σαν στόχο τη δημιουργία μιας εύπορης και προνομιούχας αγροτιάς στην ύπαιθρο, πιστής στο καθεστώς. Σε αυτή την περίπτωση το ένστικτο της ιδιοκτησίας θα τους μετέτρεπε σε σύμμαχους της αντιδραστικής αριστοκρατίας και της μεγάλο-αστικής τάξης. Ο Στολύπιν  πίστευε ότι με το σχηματισμό αυτής της κατηγορίας των πλούσιων αγροτών θα ξόρκιζε, μέσα σε διάστημα είκοσι ετών, τον κίνδυνο της επανάστασης για πάντα. Ωστόσο, μετά το 1912 ήρθε η αναγέννηση του εργατικού κινήματος. Τότε έγινε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Ενώ οι μενσεβίκοι κλαιγόντουσαν για “το ιστορικό λάθος της εξέγερσης της Μόσχας” -“Δεν θα έπρεπε να είχαμε πάρει τα όπλα!” δήλωνε ο Πλεχάνοφ- ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι αντλούσαν από τα διδάγματα του 1905. Πρέπει να διαβάσει κανείς τα γραπτά του Λένιν του 1905-6. Πρόκειται για ένα μοντέλο επαναστατικής διαλεκτικής και κάτι περισσότερο. Πρόκειται για μια εισαγωγή στην ιστορία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο Λένιν τόνισε τη σημασία των Σοβιέτ ως “όργανα του άμεσου αγώνα των μαζών”, “όργανα της εξέγερσης” και ως εκ τούτου, το ασυμβίβαστο τους με το τσαρικό καθεστώς. Τα γεγονότα της Μόσχας τα χρησιμοποιούσε για να αποδείξει την αναγκαιότητα της επαναστατικής οργάνωσης σε μια εξέγερση. Υποστήριξε τον ανταρτοπόλεμο, στον οποίο οι Μπολσεβίκοι κατέφυγαν σε πολλές περιπτώσεις (ιδίως στη Λετονία), προκειμένου να αντισταθούν στην αντίδραση και να προετοιμαστούν για περαιτέρω δράση. Ανέπτυξε τη θεωρία του «ενιαίου μετώπου» ως  “μια συμφωνία που συνάπτεται  για τους σκοπούς του αγώνα από το προλεταριακό κόμμα με τα κόμματα της επαναστατικής δημοκρατίας”. Μελέτησε την τεχνική της εξέγερσης. Τα γεγονότα επιβεβαίωσαν τις αξιολογήσεις του για τη φιλελεύθερη αστική τάξη και τον οπορτουνισμό των Σοσιαλιστών. Η ζωντανή σκέψη του, η σκέψη ενός επαναστάτη μαρξιστή, ήταν σε συνεχή αντίθεση με τα κουρασμένα, άκαμπτα, σχολαστικά δόγματα των μενσεβίκων. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1906 έγραψε, απαντώντας σε όσους τον κατηγόρησαν ότι ήταν “Μπλανκιστής”, “αναρχικός” ή “Μπακουνιστής”:

“Ο μαρξισμός ξεχωρίζει από όλες τις πρωτόγονες μορφές του σοσιαλισμού από το γεγονός ότι δεν αποδίδει το επαναστατικό κίνημα σε οποιαδήποτε μορφή του αγώνα. Παραδέχεται τις πιο διαφορετικές μεθόδους της δράσης, χωρίς, ωστόσο, να τις «εφευρίσκει», αλλά περιοριζόμενος στη γενίκευση, την οργάνωση και την συνειδητοποίηση  των τρόπων δράσης των επαναστατικών τάξεων που προκύπτουν αυθόρμητα κατά τη διάρκεια του κινήματος. Αποφασισμένος εχθρός όλων των αφηρημένων διατυπώσεων, όλων των συνταγών των δογματικών, ο μαρξισμός απαιτεί μια στάση προσοχής απέναντι στην πάλη των μαζών, μια πάλη η οποία, παράλληλα με την ανάπτυξη και τη συνείδηση των μαζών, και με τη σοβαρότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, φέρνει συνεχώς στο προσκήνιο νέες μεθόδους επίθεσης και άμυνας. Ο μαρξισμός δεν απορρίπτει καμία μορφή πάλης… Ο μαρξισμός δεν αρκείται σε καμία περίπτωση στις υπάρχουσες ή πιθανές μορφές πάλης σε μια δεδομένη στιγμή. Αναγνωρίζει το αναπόφευκτο, ανάλογα με τις εξελίξεις, των τρόπων δράσης που είναι ακόμα άγνωστες στους αγωνιστές του σήμερα. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να πούμε ότι, μακριά από το να παριστάνει ότι εκπαιδεύει τις μάζες σε φανταστικούς  τρόπους δράσης από τους εφευρέτες του συστήματος που κάθονται στην πολυθρόνα, ο μαρξισμός είναι πάντα το σχολείο της πρακτικής των μαζών”.

“…Ο μαρξισμός απαιτεί, την άνευ όρων την ιστορική εξέταση του προβλήματος των μορφών πάλης. Το να θέσει κανείς αυτό το ερώτημα έξω από τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, σημαίνει ότι δεν κατανοεί ούτε καν τα βασικά του διαλεκτικού υλισμού. Σε διαφορετικές στιγμές της οικονομικής εξέλιξης, αντιστοιχούν διαφορετικές μορφές πάλης, εξαρτάται από τις πολιτικές, εθνικές και πολιτισμικές καταστάσεις, καθώς και από τα ήθη τα οποία με τη σειρά τους τροποποιούν τις βοηθητικές και δευτερεύουσες μορφές δράσης”.[22]

Η θεωρία του εμφυλίου πολέμου, της εφαρμογή της οποίας θα δούμε τον Οκτώβριο του 1917, είχε ήδη αναπτυχθεί. Ένας θα μπορούσε κάλλιστα να πιστεύει ότι αυτές οι γραμμές, που προέρχονται από ένα άρθρο της 29ης Αυγούστου 1906, θα μπορούσαν να είναι από το 1917:

“Ας έχουμε κατά νου ότι η μεγάλη πάλη των μαζών πλησιάζει. Θα είναι η ένοπλη εξέγερση. Πρέπει να είναι, όσο το δυνατόν, ταυτόχρονη σε όλη τη χώρα. Οι μάζες πρέπει να ξέρουν ότι έρχονται σε ένοπλο, αιματηρό και απελπισμένο αγώνα. Η περιφρόνηση για τον θάνατο πρέπει να τους εμπνέει και να τους διαβεβαιώνει για τη νίκη. Η επίθεση πρέπει να επιδιωχθεί με κάθε δυνατή ενέργεια: επίθεση και όχι η  άμυνα πρέπει να είναι το κοινό σύνθημα των μαζών, η ανελέητη εξόντωση του εχθρού ο στόχος τους. Η οργάνωση του αγώνα θα είναι ευέλικτη και ευκίνητη. Τα αμφιταλαντευόμενα στοιχεία του στρατού θα οδηγηθούν στο να μπουν στη μάχη. Το κόμμα του συνειδητού προλεταριάτου πρέπει να φέρει σε πέρας το καθήκον του σε αυτόν τον μεγάλο αγώνα.”

1907-14:  Η αντίδραση και ο Γαλλο-Ρωσικός ιμπεριαλισμός

 

 Τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια του εικοστού αιώνα καλύπτονται από την προετοιμασία του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Το μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων που κυβερνώνται  οικονομικά και πολιτικά από την Μεγάλη Τράπεζα, έχει πλέον ολοκληρωθεί. Η Γερμανία, που έχει στερηθεί καλές αποικίες απειλεί τον έλεγχο της Βρετανίας και των θαλασσών σε όλο τον κόσμο και ανταγωνίζεται το βρετανικό εμπόριο με τέτοιο τρόπο, που δεν αφήνει άλλη λύση παρά τον πόλεμο. Στις δύο πλευρές του Ρήνου, οι γερμανικές και γαλλικές βιομηχανίες μεταλλουργίας αναμετρώνται. Η Γερμανική Αυτοκρατορία εποφθαλμιά τις αποικίες της Γαλλίας και ονειρεύεται να εδραιώσει τη δική της επιρροή πάνω στην Τουρκία. Τα συμφέροντά της, μαζί με εκείνα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, είναι σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της Ρωσίας η οποία για περισσότερο από τριάντα χρόνια, με ίντριγκες έχει κυριαρχήσει πάνω στα μικρά κράτη των Βαλκανίων και εποφθαλμιά την Κωνσταντινούπολη που είναι απαραίτητη για τις εξαγωγές των σιτηρών της. “Από το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα,” γράφει ο MN Πορκόβσκι, “υπάρχει ένας  γαλλο-ρωσικός ιμπεριαλισμός”[23]. Το 1900 τα επενδυμένα κεφάλαια στη ρωσική βιομηχανία έχουν φθάσει στα ακόλουθα επίπεδα (σε εκατομμύρια χρυσά ρούβλια): Ρωσικά κεφάλαια, 447,2 (ή 21%). Ξένα κεφάλαια, 762.4 (ή 35,9%). Κεφάλαια που αποκτήθηκαν από την πώληση ρωσικών μετοχών, στο εξωτερικό 915,6 (ή 43,1%). Συνολικά 79% του επενδυμένου κεφαλαίου στην Ρωσική βιομηχανία ήταν ξένης προέλευσης! Αν προσθέσουμε και τα 9.349.000.000 χρυσά φράγκα που δανείστηκαν από τη Γαλλική Δημοκρατία στον Νικόλαο τον Β’, μπορούμε να καταλάβουμε την επιρροή που ασκεί το γαλλικό χρηματοπιστωτικό σύστημα πάνω στις τύχες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Το 1914 οι Γάλλοι καπιταλιστές είχαν τον έλεγχο του 60,7% της παραγωγής χυτοσιδήρου της Ρωσίας και του 50,9% του άνθρακα. Την παραμονή της επανάστασης, οι τράπεζες της Πετρούπολης διέθεταν ένα κεφάλαιο 8.500 εκατομμυρίων ρουβλιών, το πενήντα πέντε τοις εκατό των οποίων ανήκε στις γαλλικές τράπεζες.

Δεν θα υπενθυμίσουμε εδώ τη στρατιωτική προετοιμασία για τον πόλεμο, που έκαναν από το 1907, αν όχι νωρίτερα, τα γαλλικά και τα ρωσικά Γενικά Επιτελεία, σε συνεργασία με το Βρετανικό Ναυαρχείο. Στο Ιρκούτσκ το 1920, λίγο πριν τουφεκιστεί, ο ναύαρχος Κόλτσακ κατέθεσε ότι από το 1907, το ρωσικό Γενικό Επιτελείο και το Ναυαρχείο είχαν καθορίσει το 1915 ως ημερομηνία για την έναρξη της Ευρωπαϊκής ανάφλεξης. Είναι γνωστό ότι το ρωσικό Γενικό Επιτελείο επιτάχυνε την πορεία προς τον πόλεμο καθοδηγούμενο επιδέξια από τον Μ. Πουανκαρέ μέσω της πρόκλησης στο Σεράγεβο[24].

Εκείνη την εποχή, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι μεγάλες απεργίες στην Αγία Πετρούπολη είχαν μόλις λάβει χώρα, δείχνοντας τη δύναμη της εργατικής τάξης. Το κόμμα των Μπολσεβίκων είχε καταφέρει να ιδρύσει εφημερίδες,περιοδικά μέσα στη Ρωσία (την Πραβντα και την Ισβέστια),  οι οποίες καταστέλλονταν ασταμάτητα και ασταμάτητα ξεφύτρωναν και πάλι, καθώς και να διεισδύσει σε όλες τις εργατικές συγκεντρώσεις, και να συμμετάσχει σε όλα τα κινήματα των προλεταριακών μαζών. Από το 1910 και μετά, το ρωσικό προλεταριάτο είχε εισέλθει σε μια φάση ανόδου και δραστηριότητας. Είχε καταφέρει να αυξήσει τους μισθούς και να μειώσει τις ώρες εργασίας. Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη σφαγή στην Λένα έδειχναν την αφύπνιση του. Οι εργαζόμενοι μέσα στα χρυσωρυχεία στην Λένα, στην επαρχία του Ιρκούτσκ στη Σιβηρία, βίωναν μια φριχτή εκμετάλλευση. Κατέλυαν σε βρωμερές και ανθυγιεινές παράγκες, πληρώνονταν με κουπόνια από την εταιρεία τους, η οποία ήταν βρετανικών συμφερόντων. Άρχισαν απεργία στα τέλη του Μαΐου 1912, απαιτώντας εργάσιμη ημέρα οκτώ ωρών (αντί των δέκα ωρών), τριάντα τοις εκατό-αύξηση των μισθών και απόλυση ορισμένων μελών του προσωπικού. Η Εταιρεία άνοιξε πυρ ενάντια στο άοπλο πλήθος των απεργών και υπήρξαν 270 νεκροί. Τόσο στη Μόσχα όσο και στην Πετρούπολη έγιναν τεράστιες απεργίες σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των εγκλημάτων των εργοδοτών.

Στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία το χάσμα μεταξύ των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων-που είχαν επανενωθεί σε μια δεδομένη στιγμή στο ενωτικό συνέδριο στη Στοκχόλμη το 1906- διευρύνεται μεταξύ 1906 και 1914. Οι Μπολσεβίκοι είχαν επιτεθεί στις  «λικβινταριστικές τάσεις που είχαν προκύψει από την ήττα της επανάστασης». Επρόκειτο για την εκκαθάριση του παράνομου κινήματος και της επαναστατικής δράσης.

Ο πόλεμος είχε διευρύνει το χάσμα ακόμα περισσότερο. Ενώ οι Εσέροι είχαν μεταστραφεί στον πατριωτισμό, ενώ οι λικβινταριστές μενσεβίκοι, απαντώντας σε τηλεγράφημα του Βαντερβέλντε, δηλώνουν ότι “δεν είναι αντίθετοι με τον πόλεμο”, η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων, κοιτάζοντας πίσω στην Παρισινή Κομμούνα και τις αποφάσεις των διεθνών σοσιαλιστικών συνεδρίων, υιοθετεί το σύνθημα που διατυπώθηκε από τον Λένιν: “μετατρέψτε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο”. Οι πέντε μπολσεβίκοι βουλευτές στη Δούμα συλλαμβάνονται  το Νοέμβριο του 1914, μαζί με τον Κάμενεφ και εξορίζονται στη Σιβηρία. Στην Πετρούπολη τώρα οι μπολσεβίκοι είναι καμιά δωδεκαριά ομάδες που έχουν περίπου 120 μέλη συνολικά.

Εργάζονται ταυτόχρονα για την επανίδρυση της Διεθνούς, η οποία διαλύθηκε στις 2 και στις 4 Αυγούστου 1914. Ταξιδεύουν στο Τσίμερβαλντ και το Κίετναλ. Η γραμμή που ακολούθησε ο Τρότσκι, που τώρα βρισκόταν έξω από τις δυο κύριες παρατάξεις της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, διαφέρει πολύ λίγο από αυτή των Μπολσεβίκων.[25]

1917

Η ρωσική αστική τάξη, σε αντίθεση με την κυβερνητική κλίκα των ιδιοκτητών, των ευγενών και των γραφειοκρατών, καλωσόρισε τον πόλεμο με ενθουσιασμό. Σίγουρα ο πόλεμος επρόκειτο να εκπληρώσει τις επιθυμίες της, υποχρεώνοντας την απολυταρχία να παραιτηθεί συνταγματικά, ή τουλάχιστον να πραγματοποιήσει ριζικές μεταρρυθμίσεις. Άλλωστε, αυτή η αστική τάξη, με όλες τις διασυνδέσεις της με τις καπιταλιστικές τάξεις της Δυτικής Ευρώπης, ήταν κατά τα άλλα ιμπεριαλιστική.

Τα επόμενα χρόνια είδαμε στρατιές ολόκληρες να μάχονται χωρίς πυρομαχικά, να παλεύουν στα πεδία των μαχών με το σπαθί και την ξιφολόγχη. Είδαμε την προδοσία του  Γενικού Επιτελείου και ίσως και της Αυλής. Οι έμποροι των πολεμικών προμηθειών έκαναν περιουσίες. Το ποτό συμπλήρωνε την ανικανότητα. Ένας ακόλαστος στάρετς[26], ο Ρασπούτιν, ως στενός σύμβουλος του τσάρου, διορίζει και παύει τους υπουργούς μεταξύ δυο οργίων. Η Ρωσία ολισθαίνει προς την άβυσσο ενώ ο κόσμος παρακολουθεί. Ο πόλεμος αποκαλύπτει την γάγγραινα του όλου συστήματος.

Τον Ιανουάριο του 1917 η αύξηση των τιμών ξεπερνά προφανώς τις μισθολογικές αυξήσεις, σε αναλογία 163-130. Η παραγωγή μειώνεται. Οι Σύμμαχοι είχαν αναγκάσει τη Ρωσία σε μια τεράστια προσπάθεια, η οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1916 και άφησε τη χώρα εξαντλημένη. Πληθωρισμός. Φθορά των σιδηρόδρομων. Κρίση στο σύστημα προμήθειας τροφίμων. Η πρωτεύουσα θα αντιμετώπιζε την έλλειψη  του ψωμιού και την έλλειψη καυσίμων. Η κυβέρνηση πνιγμένη από την κερδοσκοπία, προσπάθησε μάταια να φορολογήσει τα τρόφιμα και να ρυθμίσει την οικονομία. Η αστική τάξη υπό την επιρροή των Σύμμαχων θα ήθελε μια προσέγγιση με την απολυταρχία, αλλά το συμβούλιο των γαιοκτημόνων που βρίσκονταν γύρω από τον Τσάρο έβλεπε τη σωτηρία, μάλλον σε μια ξεχωριστή συμφωνία ειρήνης με τη Γερμανία. Αυτή η ανησυχητική τάση και οι τρομερές ήττες που υπέστησαν οι ρωσικοί στρατοί, ώθησαν τους Συμμάχους να ενθαρρύνουν τα όνειρα ενός πραξικοπήματος στους κόλπους της ρωσικής αστικής τάξης. Το 1917 οι περισσότεροι Ρώσοι πολιτικοί και στρατηγοί, όπως και αρκετοί Μεγάλοι Δούκες, σκέφτονταν πώς θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια επανάσταση στους δρόμους, κάνοντας μία μέσα στο παλάτι. Κανείς δεν τόλμησε να κάνει τίποτα. Οι συνωμοσίες των σαλονιών δεν οδήγησαν σε τίποτα, εκτός από την δολοφονία του Ρασπούτιν από τον ηγέτη της άκρας δεξιάς Πουρίσκεβιτς, και τον πρίγκιπα Ουσούποφ.

Η επανάσταση ξέσπασε  στους δρόμους, ξεπήδησε από τα εργοστάσια με χιλιάδες απεργούς εργάτες, που κραύγαζαν. Ψωμί! Ψωμί! Οι αρχές την είδαν να έρχεται, αλλά ήταν ανίσχυρες. Η αντιμετώπιση της κρίσης τις ξεπερνούσε. Στους δρόμους της Πετρούπολης τα στρατεύματα ενώθηκαν με τους διαδηλωτές εργάτες, σφραγίζοντας την τύχη της μοναρχίας (25-27 Φεβρουαρίου 1917). Η ταχύτητα των γεγονότων εξέπληξε  τις επαναστατικές οργανώσεις παρόλο που και αυτές είχαν εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Δύο κυβερνήσεις σχηματίστηκαν αμέσως. Η Προσωρινή Επιτροπή της Δούμας ήταν μια προσωρινή κυβέρνηση της αστικής τάξης, επικεφαλής της οποίας ήταν αρχιψεύτες αντιδραστικοί που δεν σκέφτονταν μετά από την παραίτηση του τσάρου, παρά μόνο το  πως θα συνέτασσαν ένα σύνταγμα που θα έσωζε τη βασιλική δυναστεία και πως θα έκαναν την πλέμπα να ξαναγίνει υπάκουη.  Το Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών ήταν η κυβέρνηση που σχηματίστηκε από το προλεταριάτο. Οι δύο αντίπαλες δυνάμεις έδρευαν στην αρχή δίπλα-δίπλα στο Παλάτι της Ταυρίδας, παρατηρώντας ο ένας τον άλλο και αποφεύγοντας να συγκρουστούν. Οι μενσεβίκοι και οι Εσέροι αποτελούσαν την ηγεσία του Σοβιέτ, αλλά οι μάζες από κάτω, τους έσπρωχναν, τους παρακολουθούσαν και τους προέτρεπαν. Η πρώτη προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον πρίγκιπα Λβόφ, που στην πραγματικότητα εμπνεόταν από τον Μιλιούκοφ, τον ηγέτη του Συνταγματικού Δημοκρατικού κόμματος Καντέ -το κόμμα της φιλελεύθερης μεγαλοαστικής τάξης- ήλπιζε σε μια συνταγματική μοναρχία υπό την αντιβασιλεία του Μιχαήλ Ρομανώφ μέχρι την ενηλικίωση του Τσάρεβιτς Αλέξιου.

Αλλά το Σοβιέτ ενεργούσε. Τα πρώτο Διάταγμα του (prikaz), της 1ης Μαρτίου, κατάργησε όλους τους τίτλους της κατάταξης στο στρατό, διέταξε την εκλογή επιτροπών σε όλες τις στρατιωτικές μονάδες και ως εκ τούτου τις έθεσε στη διάθεση των Σοβιέτ. Το Σοβιέτ διέταξε να συλληφθούν ο αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική οικογένεια και σταμάτησε τον Τσάρο που προσπάθησε να διαφύγει στην Αγγλία. Το  Σοβιέτ διακήρυξε την επιθυμία του για ειρήνη. Η Αστική Προσωρινή Κυβέρνηση από την άλλη, διακήρυξε την πίστη της στους Συμμάχους. Η δυαδική εξουσία σήμαινε σύγκρουση εξουσιών.

Ένα υπουργείο συνασπισμού, που αποτελείται από αστούς φιλελεύθερους-Καντέ, μενσεβίκους και  Εσέρους με τον Κερένσκι πρωθυπουργό, σχηματίζεται κατά τις πρώτες ημέρες του Μαΐου. Το πρόγραμμά του αποτελείται από δυο λέξεις: δημοκρατία και Συντακτική Συνέλευση. Αποδεικνύεται ανήμπορο να ανταποκριθεί στην οικονομική κρίση,  γιατί θα έπρεπε να πάρει ενεργητικά μέτρα, τα οποία θα έβλαπταν την αστική τάξη. Υποχωρεί στην πίεση των συμμάχων και ξεκινά την επίθεση της 18ης Ιουνίου, μια μάταιη σφαγή, πράγμα που ήταν φανερό εκ των προτέρων. Αρνείται την εθνική ανεξαρτησία της Φινλανδίας και διαλύεται με την παραίτηση των αστών υπουργών, σχετικά με το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας. Ακολουθεί ένα νέο υπουργικό συμβούλιο του Κερένσκι, όπου η επιρροή των Καντέτς- οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να σαμποτάρουν την επανάσταση- είναι ακόμη ισχυρότερη. Αυτός ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης λαμβάνει χώρα εν μέσω των εξεγέρσεων του Ιουλίου, οι οποίες προδιαγράφουν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το προλεταριάτο και η φρουρά είχαν βαρεθεί αυτά τα κυβερνητικά παιχνίδια: “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”. Το μπολσεβίκικο κόμμα κρίνει ότι η επίθεση είναι πρόωρη. Πιστεύει ότι οι επαρχίες δεν θα ακολουθήσουν. Παρ’ όλα αυτά, στηρίζει την δράση των μαζών, και αμέσως τίθεται εκτός νόμου. Ο Τρότσκι συλλαμβάνεται, ο Λένιν και ο Ζηνόβιεφ είναι καταζητούμενοι. Ο Τύπος καταγγέλλει τους μπολσεβίκους ως πράκτορες της Γερμανίας.

Η Ρωσία έχει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο δικτατοριών: είτε αυτής  του προλεταριάτου, είτε αυτής  της αστικής τάξης. Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη στη Μόσχα ανακηρύσσει τον στρατηγό Κορνίλοφ μελλοντικό δικτάτορα. Ο Κορνίλωφ θέλει πειθαρχία στον στρατό -μέσω της θανατικής ποινής- τάξη στο εσωτερικό μέτωπο και μια ισχυρή κυβέρνηση. Επιχειρεί  ένα πραξικόπημα στις 9 Σεπτεμβρίου, σε συνεννόηση με τον Κερένσκι και τον παλιό Εσέρο τρομοκράτη Σαβίνκοφ. Ο Κερένσκι όμως τον εγκαταλείπει και το πραξικόπημα καταρρέει. Αλλά αυτή η περιπέτεια κινητοποίησε  τις μάζες και έβγαλε στο δρόμο το προλεταριάτο. Θα αποκαλύψουμε τις προθέσεις της αστικής τάξης κατά την περίοδο πριν από το πραξικόπημα του Κορνίλοφ, μέσα από κάποια όχι και τόσο γνωστά κείμενα. Στην Κυβερνητική Συνδιάσκεψη στη Μόσχα στις 13 Αυγούστου, ο Προκόποβιτς παρουσιάζει το πρόγραμμα της αστικής τάξης: “Εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών, έλεγχος του κράτους πάνω στην παραγωγή, ανώτατες τιμές για τη ρύθμιση του κέρδους, υποχρεωτική εργασία (και συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας) για το προλεταριάτο”. Λίγες μέρες αργότερα ο Ριαμπουζίνσκι, ένας από τους μεγάλους Ρώσους καπιταλιστές, δηλώνει στο Συνέδριο της Βιομηχανίας και Εμπορίου ότι “η κυβέρνηση πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται και να δρα αστικά….” Ίσως να πρέπει το κοκαλιάρικο χέρι της πείνας να πιάσει τους ψεύτικους φίλους του λαού από το λαιμό…” “Ας παραιτηθεί ο καπιταλιστής από τα υπερκέρδη του”, έλεγε ο Προκόποβιτς, και ο εργαζόμενος από το πλεόνασμα του ελεύθερου χρόνου”.

Οι Εσέροι, που είναι τώρα το πραγματικό κυβερνών κόμμα, αναβάλλουν την εφαρμογή του αγροτικού τους προγράμματος, καθώς και την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, υποχωρούν στις πιέσεις της αστικής τάξης και υπακούουν στους Συμμάχους. Ο λιμός πλησιάζει με γοργά βήματα. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη Ρίγα και απειλούν την Πετρούπολη, η οποία φαίνεται να εγκαταλείπεται στα σχέδια της εισβολής τους. Στην ύπαιθρο, φουντώνει η εξέγερση των αγροτών.

Τρία μεγάλα προβλήματα ζητούν επείγουσα λύση, που εκφράζονται με τρεις λέξεις: ειρήνη, γη, ψωμί! Η Ειρήνη είναι επιθυμητή από τα εκατομμύρια των αγροτών και των προλετάριων που ήταν στο στρατό και η αστική τάξη δεν μπορεί να ανταποκριθεί, διότι είναι πολύ απασχολημένη να κάνει τον δικό της πόλεμο. Η Γη διεκδικείται από τα εκατομμύρια των αγροτών. Η αστική τάξη δεν θα ανταποκριθεί, επειδή συμμάχησε με τους γαιοκτήμονες και επειδή απορρίπτει κάθε επίθεση στην ιδιωτική περιουσία, μια αρχή που είναι η αρχή της δικής της κυριαρχίας. Το Ψωμί που ζητάει το προλεταριάτο των πόλεων, δεν μπορεί να το δώσει η αστική τάξη, γιατί η πείνα είναι το αποτέλεσμα του πολέμου και της πολιτικής της… Η ανατροπή του τσαρισμού δεν έχει λύσει τίποτα. Πρέπει να γίνει μια άλλη επανάσταση.

Οι μάζες το διαισθάνονται και το θέλουν. Το κόμμα του προλεταριάτου το ξέρει και προετοιμάζεται.

Σημειώσεις

[1] Πιότρ Λαβρόφ (1823, Παρίσι 1900). Ιστορικά Γράμματα, Δοκίμιο στην Ιστορία της Σκέψης, Δοκίμια για το Κράτος , η Παρισινή Κομμούνα

[2] Ο  Μεζέντσεφ εκτελέστηκε από τον συγγραφέα Στέπνιακ (Kravchinsky), συγγραφέα της Υπόγειας Ρωσίας .

[3] Α. Rambaud, Iστορία της Ρωσίας σ.770 Hachette

[4] Μ.Ν.Ποκρόβσκι, Ιστορία της Ρωσίας

[5]  O φιλελεύθερος Τσαϊκόφσκι είχε ένα θλιβερό τέλος. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα είχε αφιερώσει τις προσπάθειές του στο ρωσικό συνεταιριστικό κίνημα. Στη συνέχεια, το 1919, κατά τη διάρκεια της επέμβασης των Συμμάχων  στη Ρωσία, ήταν επικεφαλής της  λευκής κυβέρνησης του Αρχαγγέλσκ (1919). Πέθανε στο εξωτερικό το 1926.

[6]  Η εξέλιξη του Πιότρ Στρούβε αξίζει κάποιας προσοχής. Έχοντας περάσει από το ρεφορμισμό στο φιλελευθερισμό, γίνεται αργότερα θαυμαστής του Στολύπιν. Ο Στρούβε που είναι ένας από τους ηγέτες των μοναρχικών εμιγκρέδων, έπαιξε σημαντικό ρόλο στα συμβούλια των Ντενίκιν Βράγγελ. [Συγγραφέας πολλών βιβλίων για τη ρωσική πολιτική και την οικονομία. Ο Στρούβε πέθανε το 1944.]

[7]   Και οι δύο ανήκουν στους φιλελεύθερους εμιγκρέδες. Τον Οκτώβριο του 1917, ο Προκόποβιτς διαδέχθηκε τον Κερένσκι ως επικεφαλής της παράνομης “κυβέρνησης”, η οποία κατεύθυνε το σαμποτάζ .

[8] O Γάλλος Σοσιαλιστής που εντάχθηκε, το 1899, στο υπουργικό συμβούλιο της “δημοκρατικής άμυνας”, στο οποίο συμμετείχε και ο δήμιος της Παρισινής Κομμούνας, Galliffet.

[9]   Β. Νέφσκι, Ιστορία του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων): Μια σύντομη περιγραφή (Istoriya RKP (Β): Kratki Ocherk ) (Λένινγκραντ, 1926), p.170. O Λένιν  ήθελε η επαναστατική οργάνωση να «ενοποιήσει τη Σοσιαλιστική επιστήμη και την επαναστατική εμπειρία, που είχαν αποκτηθεί  εδώ και δεκαετίες από την επαναστατική διανόηση: τη γνώση του περιβάλλοντος της εργατικής τάξης, καθώς και το χάρισμα  των μαζών να προκαλούν ταραχές και την ηγεσία των μαζών από τους προχωρημένους εργάτες».

[10] Ζορντάνια, 1920 – 1922, ήταν Πρόεδρος της μενσεβικικής Δημοκρατίας της Γεωργίας. [Μετά την μπολσεβίκικη εισβολή στην Γεωργίας πήγε στην εξορία και πέθανε το 1953].

[11]  Βλ. Α. Σπιριντόβιτς, –Το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα (Στα Ρωσικά) ένα έργο γραμμένο από έναν υπάλληλο της αστυνομίας από τα έγγραφα της Οχράνα.

[12]  Ο Μιχαήλ Γκοτζ πέθανε το 1908, και ο Γκερσούνι πέθανε στο Παρίσι το 1920, μετά από πολλά χρόνια σκληρού αγώνα για τον οποίο άφησε αξιοσημείωτα απομνημονεύματα (διαθέσιμα σε γαλλική μετάφραση)  Η Μπρέσκο-Μπρεσκόβσκαγια, η οποία προσχώρησε στον αστικό φιλελευθερισμό το 1917, έγινε μια από τις βεντέτες της Λευκής μετανάστευσης. Ο Β.Τσερνόφ, ο οποίος είναι τώρα αυτοεξόριστος, ήταν ένας από τους υπουργούς του Κερένσκι και στη συνέχεια πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης, που οδήγησε το κόμμα του στην καταστροφή. [Η Μπρεσκόβσκαγια πέθανε εξόριστη στην Πράγα το 1934. Ο Τσερνόφ, μετά αυτοεξορία του στη Δυτική Ευρώπη, πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1952.]

[13]  Τα Στατιστικά στοιχεία παρέχονται από το Μουσείο της Επανάστασης στο Λένινγκραντ. Οι τρομοκρατικές πράξεις με καθαρά τοπική σημασία (και υπήρχαν εκατοντάδες από αυτές) δεν υπολογίζονται σε αυτά τα στοιχεία. [Μια πιο πρόσφατη αρχή δίνει έναν αριθμό πάνω από 4.000 απόπειρες που γίνονται από Εσέρους και αναρχικούς τρομοκράτες μόνο κατά το έτος 1906-1907: Paul Avrich, Οι Ρώσοι Αναρχικοί . (Πρίνστον, 1967), σελ. 64]

[14]  M.N. Ποκρόβσκυ, Μια Σύντομη Ιστορία της Ρωσίας (Νέα Υόρκη, 1933), 3ο μέρος.  Λ. Τρότσκι, 1905 (Παρίσι, 1923). Ν. Ροζκόφ, Ιστορία της Ρωσίας (Istoriya Rossii) (Πετρούπολη, 1926), τόμοι 11 και 12.

[15] Μονάδα μέτρησης που αντιστοιχεί σε 11 στρέμματα

[16]  Ο Γκαπόν κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό και έζησε εκεί για κάποιο διάστημα. Ξαναήρθε σε επαφή με την αυτοκρατορική αστυνομία, έκανε διάφορα τεχνάσματα και εκτελέστηκε ως πράκτορας-προβοκάτορας το 1906 από έναν σοσιαλεπαναστάτη υπό τις οδηγίες του Αζέφ.

[18] Το σκάφος σήκωσε την κόκκινη σημαία για έντεκα ημέρες. Ο στόλος δεν τόλμησε να του επιτεθεί. μάχη Το πλήρωμά όταν οι προμήθειες είχαν εξαντληθεί, κατέφυγε στη Ρουμανία.

[19] Ο Αντόνοφ- Ομπσένκο θα εμφανιστεί ξανά στην ιστορία μας, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης.

[20]  Η πρωτοβουλία για τα πογκρόμ ανήκε στην αστυνομία και στην Ένωση των πραγματικών Ρώσων, μια υπέρ-αντιδραστική οργάνωση υπό την αιγίδα των αρχών. Σχεδόν 4.000 Εβραίοι σκοτώθηκαν και 10.000 τραυματίστηκαν σε 110 πόλεις και περιοχές. 500 σκοτώθηκαν μόνο στην Οδησσό

[21] Το 1905 το μπολσεβίκικο κόμμα είχε δώδεκα ή δεκατρείς χιλιάδες μέλη, και αν και είχε έναν μεγάλο αριθμό διανοουμένων, ασκούσε επιρροή κυρίως στο καθαρά προλεταριακό περιβάλλον. Οι μενσεβίκοι αριθμούσαν περίπου 15.000 μέλη και η επιρροή τους ήταν κυρίως μεταξύ των μικροαστών, των βιοτεχνών, και μερικές φορές (κυρίως στη Γεωργία) μεταξύ των τμημάτων της αγροτιάς. Το ρωσικό προλεταριάτο ανερχόταν σε περίπου τρία εκατομμύρια εργάτες. Τα δύο τμήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας δεν αποτελούσαν παρά μόνο το ένα τοις εκατό. Δείτε Β. Νέφσκι, op. cit. , Κεφάλαιο 11.

[22]  Για τον ανταρτοπόλεμο (30 Σεπτεμβρίου 1906), Ν. Λένιν, Άπαντα  τ. 14, Έκδοση 5η, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1991, σσ. 1-12. Το πρωτότυπο ρωσικό κείμενο δημοσιεύτηκε στις 30.9.1906 στην εφημερίδα Προλετάρι, αρ.φυλ. 5.

[23] M.N. Πορκόβσκι, Οι απαρχές του ιμπεριαλιστικού πολέμου μέσα στην προλεταριακή επανάσταση, 7 (30), 1924.

[24] Η δολοφονία στο Σεράγεβο διαπράχθηκε με την υποκίνηση του ρωσικού Γενικού Επιτελείου. Δείτε Βικτόρ Σέρζ, La Verite sur l’Attentat de Σεράγεβο (Η αλήθεια για τη δολοφονία στο Σαράγιεβο), εκδόσεις  Clarte , No.74, την 1η Μαΐου 1924

[25] Νέφσκι, Ιστορία του Κ.Κ.Ρ. σελ.386. (1926)

[26] Άγιος  Γέροντας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s