Βαδίζοντας προς έναν διευρυμένο πόλεμο στην Μέση Ανατολή

war

Γράφει: Bill Van Auken στο wsws

Μετάφραση: Δημήτρης Κ. για το avantgarde

Πίσω από το σκληρό πολιτικό πόλεμο στην Ουάσινγκτον και τον ατέλειωτο καταιγισμό υστερικών ισχυρισμών από τα ΜΜΕ περί ρωσικής παρέμβασης στις εκλογές με τη συνενοχή του Ντοναλντ Τραμπ, στην Μέση Ανατολή μαίνονται καθ’ όλα πραγματικοί πόλεμοι που απειλούν να συγκλίνουν σε μια όχι μόνο περιφερειακή αλλά και παγκόσμια ανάφλεξη με ιδιαίτερα δυσοίωνες συνέπειες για τους λαούς όχι μόνο της περιοχής, αλλά ολόκληρου του πλανήτη.

Αυτά τα δύο πεδία μάχης δεν είναι άσχετα και ασύνδετα μεταξύ τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Το αμερικανικό κυρίαρχο κατεστημένο είναι διχασμένο επί της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και, κυρίως, επί της πολεμικής στρατηγικής. Πίσω από την υστερία εναντίον τον Ρώσων, η αντιπολίτευση στον Τραμπ από την πλευρά του κόμματος των Δημοκρατικών και σημαντικών κλιμακίων των Ρεπουμπλικάνων συνδέεται με την απόφαση να τον εμποδίσουν να αποδυναμώσει με οποιονδήποτε τρόπο την επιθετική κλιμάκωση των ΗΠΑ εναντίον της Μόσχας, ιδιαίτερα εν σχέση με την προσπάθεια της Ουάσινγκτον για αλλαγή καθεστώτος στην Συρία.

Η κυβέρνηση του Τραμπ καθώς και η κλίκα προσφάτως συνταξιοδοτημένων αλλά και ενεργών στρατιωτικών, οι οποίοι με αποτελεσματικότητα κατευθύνουν την εξωτερική και στρατιωτική πολιτική, έχουν  διακηρύξει με ιδιαίτερη και κλιμακούμενη σαφήνεια μια πολιτική που στόχο έχει τον σχεδιασμό πολέμου εναντίον τον Ιράν και την προετοιμασία για την αντιπαράθεση με την Κίνα. Αυτή ήταν η απροκάλυπτη ατζέντα του ταξιδιού του Τραμπ τον περασμένο μήνα στο Ισραήλ και στην Σαουδική Αραβία, στις χώρες που συνιστούν τους δύο πιο μεγάλους εχθρούς της Τεχεράνης στην περιοχή.

Ο διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης για την σφυρηλάτηση μιας αντι-ιρανικής και στα πρότυπα του ΝΑΤΟ συμμαχίας με τα σουνιτικά σεϊχάτα του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου μεταφράστηκε σε de-facto κατάσταση πολέμου επιβεβλημένη από την Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Αίγυπτο εναντίον του Κατάρ, το οποίο έχει υποβληθεί σε έναν πλήρη οικονομικό αποκλεισμό. Η Σαουδική μοναρχία, ο βασικός ιδεολογικός και οικονομικός χορηγός του ισλαμικού εξτρεμισμού, επιτέθηκε εντελώς παράλογα στο Κατάρ, με τις ευλογίες του Τραμπ, παρουσιάζοντας την επίθεσή του ως σταυροφορία εναντίον της τρομοκρατίας. Ο πραγματικός λόγος βέβαια είναι οι δεσμοί του Κατάρ με την Τεχεράνη, και η απροθυμία του να ενταχθεί στον πόλεμο εναντίον του Ιράν.

Στο μεταξύ, η Τουρκία έχει ταχθεί με την πλευρά του καθεστώτος του Κατάρ, στέλνοντας τρόφιμα και κινούμενη προς την κατεύθυνση εγκατάστασης στρατιωτικών βάσεων στην μικρή και πλούσια σε φυσικό αέριο χερσόνησο του Κατάρ. Η Άγκυρα το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε έρθει σε ρήξη με την Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της, αναφορικά με την εναντίωσή της στο στρατιωτικό πραξικόπημα το 2013 που ανέτρεψε τον Αιγύπτιο Πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι. Οι εντάσεις αυτές οξύνθηκαν περαιτέρω από κατηγορίες και ισχυρισμούς ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διοχέτευσαν εκατομμύρια δολάρια στην Τουρκία προκειμένου να στηρίξουν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 εναντίον του Προέδρου Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Εν μέσω αυτής της κλιμακούμενης περιφερειακής σύγκρουσης, υπάρχει ένα φαινομενικά ασυνεπές στοιχείο στην πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ. Το Κατάρ φιλοξενεί την ζωτικής στρατηγικής σημασίας αεροπορική βάση αλ-Ουντέιντ μαζί με 10.000 Αμερικανούς στρατιώτες. Η βάση χρησιμοποιείται για να πραγματοποιούνται αεροπορικές επιδρομές από το Ιράκ και την Συρία ώς το Αφγανιστάν, όλες στο όνομα της εκστρατείας εναντίον της τρομοκρατίας και του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS) ιδιαίτερα.

Με τις ιρακινές δυνάμεις, υποστηριζόμενες από την δολοφονική βομβιστική εκστρατεία των ΗΠΑ, να βρίσκονται κοντά στην κατάκτηση της Μοσούλης, μιας σπουδαίας πόλης η οποία έχει πλέον μετατραπεί σε ένα σωρό από ερείπια, και τους κουρδικούς εντεταλμένους στρατούς της Ουάσινγκτον να προωθούνται κάτω από παρόμοια καταστροφική εναέρια κάλυψη στην πόλη Ράκκα της Συρίας, το ISIS εκδιώκεται από τα δύο τελευταία μεγάλα οχυρά του.

Αυτές οι καταφανείς νίκες, ωστόσο, δεν σηματοδοτούν το τέλος του πιο πρόσφατου πολέμου των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή, αλλά περισσότερο τον όλο και πιο επικίνδυνο μετασχηματισμό και κλιμάκωση του πολέμου αυτού.

Σε μια αναφορά, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με ακρίβεια ως «απευθείας από το στόμα του αλόγου»[1], οι New York Times δημοσίευσαν ένα άρθρο με τίτλο «Πέρα από την Ράκκα, διαγράφεται μια ακόμη μεγαλύτερη μάχη για τη νίκη απέναντι στο ISIS και τον έλεγχο της Συρίας». Η συγγραφέας είναι η Anne Barnard, η οποία από την αρχή του ενορχηστρωμένου από τις ΗΠΑ πολέμου με σκοπό την αλλαγή καθεστώτος έξι χρόνια πριν έχει χρησιμεύσει σαν πιστό όργανο της CIA και του Πενταγώνου και σαν μαζορέτα των υποστηριζόμενων από την Αμερική και συνδεόμενων με την αλ-Κάιντα «αντάρτες» στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Προέδρου Μπασάρ αλ-Άσσαντ.

Το άρθρο της Barnard καταδεικνύει ότι το Πεντάγωνο και η CIA βλέπουν την σταυροφορία εναντίον του ISIS σαν αντιπερισπασμό, σαν ένα χρήσιμο πρόσχημα για να εξυπηρετήσουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην Συρία και σε ολόκληρη την περιοχή. Η μάχη εναντίον της ισλαμιστικής πολιτοφυλακής, η οποία είναι η ίδια προϊόν των διαδοχικών πολέμων των ΗΠΑ στο Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία, παραμερίζεται, όπως γράφει η ίδια, από μια σύγκρουση στην νοτιοανατολική Συρία, η οποία έχει «πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και ρίσκο».

Η Barnard αναφέρεται σε αυτή την εκτυλισσόμενη αντιπαράθεση σαν την «εκδοχή του Μεγάλου Παιχνιδιού στα πλαίσια του 21ου αιώνα» (πρόκειται περί μιας ιστορικής αναφοράς στην παρατεταμένη εχθρότητα μεταξύ του βρετανικού ιμπεριαλισμού και της ρωσικής αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην Κεντρική Ασία). Ακριβώς τέτοιοι επιθετικοί στόχοι τίθενται και για την Συρία, όπου η Ουάσινγκτον αποσκοπεί στην ανατροπή του καθεστώτος Άσσαντ και στην αντικατάστασή του από μια κυβέρνηση-μαριονέτα, ως μέσο απομόνωσης και προετοιμασίας για πόλεμο εναντίον του Ιράν, το οποίο θεωρεί εχθρό στον αγώνα για την ηγεμονία στις ενεργειακά πλούσιες και στρατηγικά ζωτικής σημασίας περιοχές του Περσικού κόλπου και της Κεντρικής Ασίας.

Το επίκεντρο αυτού του νέου σταδίου στον Συριακό πόλεμο, ενός πολέμου που σκότωσε εκατοντάδες χιλιάδες και έκανε εκατομμύρια ανθρώπων να γίνουν μετανάστες, είναι ένα φυλάκιο στην έρημο που διοικείται από αμερικανικές και βρετανικές ειδικές δυνάμεις καταδρομέων στο αλ-Τανφ, στο νοτιοανατολικό σύνορο της Συρίας που διασταυρώνεται με το Ιράκ και ελέγχει την κεντρική εθνική οδό μεταξύ της Δαμασκού και της Βαγδάτης.

Το Πεντάγωνο χρησιμοποιεί την βάση για να εκπαιδεύσει τους λεγόμενους αντάρτες, φαινομενικά για να πολεμήσουν το ISIS, αλλά στην πραγματικότητα για να στραφούν εναντίον του συριακού καθεστώτος. Έχει ανακηρύξει μονομερώς μια ζώνη ακτίνας 34 μιλίων η οποία περιβάλλει την βάση ως μια «ζώνη αποκατάστασης» (deconfliction zone), χρησιμοποιώντας την ως πρόσχημα για την πραγματοποίηση τριών ξεχωριστών αεροπορικών επιθέσεων -η τελευταία εκ των οποίων στις 8 Ιουνίου- εναντίον των πολιτοφυλακών που πολεμούν στο πλευρό της κυβέρνησης της Δαμασκού. Επίσης προσφάτως καταρρίφθηκε αυτό που υποτίθεται πως ήταν ένα οπλισμένο drone των δυνάμεων του συριακού καθεστώτος.

Στο μεταξύ, στην υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ πολιορκία της ελεγχόμενης από το ISIS πόλης Ράκκα στα βόρεια, οι χερσαίες δυνάμεις που λειτουργούν ως εντεταλμένοι στρατοί των ΗΠΑ και αποτελούνται κυρίως από Κούρδους, σκόπιμα άφησαν στο ISIS δρόμο διαφυγής προς τον Νότο, ούτως ώστε οι μαχητές του να μπορέσουν να συμμετάσχουν στην επίθεση εναντίον της Ντέιρ εζ-Ζορ, μιας πόλης 200.000 κατοίκων στα ανατολικά της Συρίας που βρίσκεται κατά το ήμισυ κάτω από τον έλεγχο της συριακής κυβέρνησης.

Σε ένα χτύπημα εναντίον της εν εξελίξει αμερικανικής πολεμικής στρατηγικής, οι δυνάμεις της συριακής κυβέρνησης άνοιξαν πολεμώντας το δρόμο προς τα ανατολικά μέχρι τα σύνορα με το Ιράκ, μεταξύ της αμερικανικής βάσης στο αλ-Τανφ και της παραμεθόριας ελεγχόμενης από το ISIS πόλης αλ-Μπουκαμάλ στον ποταμό Ευφράτη. Το Πεντάγωνο ισχυρίστηκε πως ο στόχος του είναι η προετοιμασία των «ανταρτών» που εκπαιδεύει για να πάρουν την πόλη από το ISIS. Αυτό θα εξυπηρετούσε την εδραίωση της κυριαρχίας των ΗΠΑ στην μεθοριακή περιοχή, ανοίγοντας τον δρόμο προς τον Ευφράτη και εν τέλει για την διχοτόμηση της Συρίας στα πλαίσια της προετοιμασίας για έναν ολομέτωπο πόλεμο για αλλαγή καθεστώτος.

Η συριακή προέλαση διέκοψε τις προσπάθειες των ΗΠΑ που στόχο είχαν να κόψουν τους δρόμους ανεφοδιασμού με το Ιράκ και ανατολικότερα με το Ιράν. Οι σιιτικές ιρακινές πολιτοφυλακές, που υποστηρίζονται από το Ιράν, έχουν προχωρήσει προς τα συριακά σύνορα.

Όπως καθιστά σαφές το άρθρο των New York Times, αυτό είναι ένα ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τους στόχους του αμερικανικού ιμπεριαλισμού «… Αυτά που διακυβεύονται πραγματικά είναι ακόμα πιο μεγάλα ζητήματα. Θα κατορθώσει η συριακή κυβέρνηση να επανακτήσει τον έλεγχο της χώρας ολοκληρωτικά, μέχρι και τα ανατολικά της σύνορα; Η έρημος στην περιοχή των συνόρων μεταξύ Συρίας και Ιράκ θα παραμείνει μια νεκρή ζώνη που θα μπορούμε να πάρουμε υπό τον έλεγχό μας; Αν όχι, ποιος θα κυριαρχήσει εκεί- δυνάμεις που συνδέονται με το Ιράν, με την Ρωσία ή με τις ΗΠΑ;»

Κανείς δεν θα υποψιαζόταν πως όλα τα παραπάνω αφορούν μια κυρίαρχη χώρα. Οι ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην Συρία και στο Ιράκ προβάλλουν ως ο άξονας μιας νέας ιμπεριαλιστικής επαναχάραξης της Μέσης Ανατολής μετά από πολέμους των ΗΠΑ που έχουν διαρκέσει ένα τέταρτο του αιώνα, καταστρέφοντας σε μεγάλο βαθμό την περιοχή και αφήνοντας σε συντρίμμια το ξεχαρβαλωμένο σύστημα του έθνους-κράτους που επιβλήθηκε από τις πρώην αποικιακές δυνάμεις. Όπως και με προηγούμενες αποικιακές κατατεμαχίσεις, το αποτέλεσμα των ανταγωνισμών στρώνουν το δρόμο προς τον παγκόσμιο πόλεμο.

«Με όλες αυτές τις δυνάμεις σε μια πορεία σύγκρουσης, διάφορες πρόσφατες κλιμακώσεις προξένησαν φόβους για μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ή ακόμη και με την Ρωσία» σημειώνουν οι Times.

Η λογική της αμερικανικής επέμβασης στην Συρία προοιωνίζει μια έντονη κλιμάκωση της χρήσης των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων για να ανατρέψει τις τακτικές ήττες που υπέστη το Πεντάγωνο στα σύνορα Ιράκ-Συρίας. Το γεγονός πως μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με το «Ιράν ή ακόμη και με την Ρωσία» δεν είναι κάτι το ανεπιθύμητο για τους κυρίαρχους κύκλους μέσα στο αμερικανικό κυρίαρχο κατεστημένο που βλέπει τον πόλεμο σαν το ουσιαστικό μέσο για να αναστραφεί η παρατεταμένη υποβάθμιση της ηγεμονίας του αμερικανικού καπιταλισμού.

Για τις μάζες των εργαζομένων στην Μέση Ανατολή, στις ΗΠΑ και σε όλο των πλανήτη, αυτές οι εξελίξεις αποτελούν θανάσιμη απειλή. Αυτή η απειλή μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την οικοδόμηση ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος, που θα ενώσει την διεθνή εργατική τάξη στην βάση ενός αγώνα για να μπει ένα τέλος στον ιμπεριαλισμό και για να αναδιοργανωθεί η κοινωνία σε σοσιαλιστική βάση.

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται περί έκφρασης και το νόημα είναι πως κάτι προέρχεται κατευθείαν από το στόμα του ανώτερου αξιωματούχου, από στόμα ανθρώπου ιδιαίτερα μεγάλου κύρους και σημασίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s