Ο Τραμπ και η αναβίωση του ιμπεριαλιστικού οικονομικού εθνικισμού (1/3)

hqdefault

Sam Williams

Πηγή: https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/the-u-s-elections-and-the-decline-of-empire/trump-and-the-resurgence-of-imperialist-economic-nationalism/

Μτφρ: Φ.Τ., Π.Κ., Ν.Χ.

Καθώς πλησίαζε η ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ, στην Ουάσιγκτον αναπτύχθηκε ένας πολιτικός σάλος που ήταν περισσότερο μανία παρά ουσία. Λίγο περισσότερο από μία εβδομάδα πριν από ορκιστεί ο Τραμπ, η ιστοσελίδα BuzzFeed δημοσίευσε ένα ανεπιβεβαίωτο έγγραφο 35 σελίδων που είχε συντάξει ένα «πρώην» μέλος της MI6, το βρετανικό αντίστοιχο της CIA, σχετικά με υποτιθέμενη σχέση του Τραμπ με τη ρωσική κυβέρνηση και τις μυστικές της υπηρεσίες. Σύμφωνα με πληροφορίες το έγγραφο δημιουργήθηκε αρχικά για λογαριασμό των Ρεπουμπλικάνων αντιπάλων του Τραμπ, που προσπαθούν να βρουν κάποια βρωμιά που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να σταματήσει το δισεκατομμυριούχο πολιτικό τυχοδιώκτη κατά τους προκριματικούς του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Το πιο εντυπωσιακό μέρος του κειμένου ήταν ο ισχυρισμός ότι οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες απέκτησαν αποδείξεις για τις διεστραμμένες σεξουαλικές ορέξεις του Τραμπ ενώ αυτός διέμενε στο ξενοδοχείο Ritz-Carleton κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη ρωσική πρωτεύουσα το 2013. Το ότι ο Τραμπ κακοποιεί γυναίκες καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του είναι επαρκώς τεκμηριωμένο. Έτσι, ακόμα και αν πάρει κανείς στα σοβαρά τούς ισχυρισμούς του εγγράφου, στην πραγματικότητα θα μιλούσαμε για μάλλον ήμερα πράγματα. Για την ιστορία, ο Πρόεδρος Τραμπ έχει διαψεύσει έντονα τούς ισχυρισμούς, όπως και η ρωσική κυβέρνηση.

Πολύ πιο σημαντικός είναι ο ισχυρισμός του εγγράφου πως, σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών και τη διανομή μέσω των Wikileaks καταδικαστικών στοιχείων σχετικά με την προεδρική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον, οι επιχειρηματικοί οργανισμοί του Τραμπ έδωσαν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες «Ρώσων ολιγαρχών» στη Δύση πίσω στις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες. Αν αυτό αληθεύει, θα σήμαινε ότι ο Τραμπ ανέπτυσσε δραστηριότητες για τις οποίες θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως κατάσκοπος υπέρ ξένης δύναμης, δηλαδή της Ρωσίας, ένα παράπτωμα που επιδέχεται μομφής. Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να αποτελέσει τη βάση των – υποστηριζόμενων από το δικομματικό «Κόμμα της Τάξης» – άρθρα που μιλούν για μομφή εναντίον του Τραμπ στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον; Μείνετε συντονισμένοι για αυτό. (1)

Αν το έγγραφο ήταν αυτό που υποστηρίζει πως είναι, θα επιβεβαίωνε ότι οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες ήταν πίσω από την υποκλοπή των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εκθέτουν την Κλίντον και και το Ίδρυμα Κλίντον για προσωπική διαφθορά, καθώς επίσης και τις αντιδημοκρατικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν από την Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος για να αρνηθούν το χρίσμα των Δημοκρατικών στον πολύ πιο δημοφιλή Μπέρνι Σάντερς. Σύμφωνα με το έγγραφο, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν φοβάται και μισεί τη Χίλαρι Κλίντον. Ακόμη και αν το έγγραφο είναι τελείως ψεύτικο, πράγμα το οποίο μπορεί κάλλιστα να συμβαίνει, το ότι ο Πρόεδρος Πούτιν δεν θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των μεγαλύτερων οπαδών της Χίλαρι Κλίντον δεν θα ήταν έκπληξη αν κανείς σκεφτεί τη φιλοπόλεμη στάση της Κλίντον εναντίον της Ρωσίας στη Συρία, την Ουκρανία, την Κριμαία και αλλού.

Λίγο πριν από τη δημοσίευση του εγγράφου στο ίντερνετ από το BuzzFeed, ο James Clapper, διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών υπό τον Ομπάμα, η οποία υποτίθεται ότι συντονίζει όλες τις πολυάριθμες υπηρεσίες κατασκοπίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ, «επιβεβαίωσε» ότι η Ρωσία και το ρωσικής ιδιοκτησίας τηλεοπτικό δίκτυο RT είχε πράγματι παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της εκστρατείας του Τραμπ. Σύμφωνα με τον Clapper, η Ρωσία και το RT πέτυχαν την εκλογή του Trump όχι μόνο διαδίδοντας προπαγάνδα εναντίον της Κλίντον, αλλά και προσλαμβάνοντας δημοσιογράφους, κάποιους από αυτούς αρκετά αριστερούς και έντονα αντι-Τράμπ, που ασκούσαν κριτική σε πολλές πτυχές της κοινωνίας και της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Αυτοί οι δημοσιογράφοι επέκριναν τους ασταμάτητους επιθετικούς πολέμους εναντίον των χωρών της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής που επεκτάθηκαν υπό την κυβέρνηση Ομπάμα. Επιπλέον, ο Clapper κατηγορεί το RT πως προέβαλλε και τους υποψήφιους των «τρίτων κομμάτων».

Τώρα φτάνουμε κοντά στην πραγματική ουσία του θέματος. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ και τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης διαμαρτύρονται ότι το RT – πρώην Russia Today – καθώς και άλλα μέσα ενημέρωσης που ανήκουν στη Ρωσία αποτελούν κάποια από τις λίγες εναλλακτικές φωνές στο εταιρικό μονοπώλιο των μέσων ενημέρωσης των ΗΠΑ. Και οι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι του Κόμματος της Τάξης θα ήθελαν να δουν κλειστά μέσα ρωσικής ιδιοκτησίας όπως το RT και το Sputnik International.

Μπορείτε να φανταστείτε την κατακραυγή που θα ξεσπούσε στις ΗΠΑ αν η ρωσική κυβέρνηση έκλεινε κάποιο από τα χρηματοδοτούμενα από τις ΗΠΑ μέσα ενημέρωσης στη Ρωσία. Θα επρόκειτο για μια ανυπόφορη δικτατορία και παραβίαση της ελευθερίας του Τύπου! Το πρόβλημα του James Clapper και των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων του Κόμματος της Τάξης εδώ δεν είναι ούτε η Ρωσία ούτε ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Αυτό που στοχεύουν είναι η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ.

Σε μια άλλη εντυπωσιακή εξέλιξη, οι ΗΠΑ δεν άσκησαν βέτο σε ένα συνηθισμένο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που κατήγγειλε τους παράνομους ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, καθώς και την παλαιστινιακή «τρομοκρατία» εναντίον των Ισραηλινών. Εδώ και καιρό θεωρείται δεδομένο πως κάθε φορά που ένα τέτοιο ψήφισμα έρχεται ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι ΗΠΑ ασκούν βέτο. Αυτή τη φορά οι ΗΠΑ απείχαν, επιτρέποντας στο ψήφισμα για να περάσει.

Εν τω μεταξύ, ο απερχόμενος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι παρατήρησε ότι η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, είναι η πιο δεξιά κυβέρνηση στην ιστορία του Ισραήλ. Ο Κέρι έχει δίκιο σε αυτό, αλλά οι υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν είναι γνωστοί για τις αλήθειες που λένε σχετικά το Ισραήλ και τη φύση της κυβέρνησής του.

Από την πλευρά του, ο Donald Trump υπερασπίστηκε σθεναρά τον Νετανιάχου, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είναι φιλικός προς την άνοδο ακροδεξιών ηγετών προς την εξουσία και σε άλλες ‘δημοκρατίες δυτικού τύπου’. Ο Trump διόρισε ως πρέσβη των ΗΠΑ στο Ισραήλ τον David Friedman, που θεωρείται δεξιότερος του Νετανιάχου. Και αυτό δεν είναι κάτι εύκολο! Ενώ ο Νετανιάχου έχει αναγκαστεί να υποστηρίζει στα λόγια τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού αραβικού κράτους που θα υπάρχει δίπλα στο Ισραήλ, αν και χωρίς ένοπλες δυνάμεις ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της κρατικής υπόστασης, ο Φρίντμαν δεν θέλει ούτε καν αυτό. Πιστεύει ότι «η ιστορική Παλαιστίνη», όπως ορίζεται από την παλιά εντολή της Κοινωνίας των Εθνών που παρέδωσε την Παλαιστίνη στη Βρετανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα πρέπει απλώς να είναι «Ισραήλ».

Ο Πρόεδρος Τραμπ έκανε σαφές πριν αναλάβει καθήκοντα ότι όχι μόνο υποστήριζε ακόμη περισσότερους ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, αλλά ότι θα μεταφέρει την πρεσβεία των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Το Ισραήλ ισχυρίζεται ότι η «ιερή πόλη» της Ιερουσαλήμ είναι η αιώνια πρωτεύουσά του, μια θέση με την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ συμφωνεί, επειδή διάφορα εδάφια της Βίβλου που έχουν γραφτεί πάνω από 2,500 χρόνια πριν λένε ότι είναι. Ωστόσο, η Ιερουσαλήμ περιέχει «ιερούς χώρους» που είναι ιεροί όχι μόνο για τον Ιουδαϊσμό, αλλά και για το Χριστιανισμό και το Ισλάμ. Και για τα 1,400 χρόνια που προηγούνται της ισραηλινής κατάκτησης, η Ιερουσαλήμ αποτελούσε κέντρο του αραβικού και ισλαμικού πολιτισμού.

Η Ιερουσαλήμ δεν έγινε μέρος του «εβραϊκού κράτους» όταν η Παλαιστίνη μοιράστηκε από τον ΟΗΕ –χωρίς να ερωτηθεί ο παλαιστινιακός λαός– μεταξύ ενός κράτους Εβραίων αποίκων και ενός αραβικού κράτους που μέχρι τώρα δεν έχει αποκτήσει ύπαρξη. Αντ’ αυτού, το «τελικό καθεστώς» της Ιερουσαλήμ επρόκειτο να καθοριστεί από «διαπραγματεύσεις», οι οποίες ποτέ δεν έλαβαν χώρα.

Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες –τουλάχιστον πριν γίνει πρόεδρος ο Τραμπ– δεν είχαν ποτέ αναγνωρίσει επίσημα την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ – αιώνια ή οτιδήποτε άλλο. Αντ’ αυτού, όπως και οι περισσότερες άλλες χώρες που αναγνωρίζουν το Ισραήλ, έχουν διατηρήσει την πρεσβεία τους στο Τελ Αβίβ. Άλλοι υποψήφιοι για την προεδρία πριν από τον Τραμπ έχουν προσπαθήσει να κερδίσουν πολιτικό κεφάλαιο με την υπόσχεση να μετακινήσουν την Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, αλλά έχουν κάνει πίσω όταν γίνονταν πρόεδροι. Ίσως ο Πρόεδρος Trump να κάνει το ίδιο. Αλλά υπάρχει πραγματικός φόβος μεταξύ των Παλαιστινίων, υπό το φως του διορισμού του David Friedman ως πρέσβη των ΗΠΑ στο Ισραήλ και της ακραίας ισλαμοφοβίας και γενικώς του ρατσισμού του Τραμπ, ότι πραγματικά θα μεταφέρει την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ. (2)

Περιορισμός απωλειών

Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι, πρώτον, μια προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί από το Κόμμα της Τάξης το μαζικό διαταξικό και αναγκαστικά πολιτικά ετερογενές κίνημα ενάντια στον Τραμπ που έχει αναπτυχθεί στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Τραμπ δεν είναι δικό μας λάθος, δηλώνουν τόσο η Δημοκρατική όσο και Ρεπουμπλικανική πτέρυγα του Κόμματος της Τάξης. Ούτε φταίει η παρακμή του αμερικανικού καπιταλισμού. Πράγματι, οι ηγέτες του Κόμματος της Τάξης, δείχνοντας προς την αμιγώς κυκλική ανάκαμψη από τη Μεγάλη Ύφεση του 2007-2009, επιμένουν ότι η οικονομία των ΗΠΑ έχει επιστρέψει στην «πλήρη απασχόληση» και ευδοκιμεί! Αντ ‘αυτού, κατηγορούν για την εκλογή του Τραμπ τον Βλαντιμίρ Πούτιν!

Επιπλέον, οι υπέρμαχοι της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων ελπίζουν να ελαχιστοποιηθεί η ζημιά που θα κάνει ο Πρόεδρος Trump στην αγαπημένη τους «παγκόσμια τάξη». Αυτό εξηγεί το ότι οι ΗΠΑ δεν άσκησαν βέτο στο ψήφισμα του ΟΗΕ κατά των ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη. Οι υπέρμαχοι της «τάξης» λένε στους πολυπληθείς συμμάχους και τσιράκια τους ανά τον κόσμο πως ο Τραμπ είναι μια φοβερή ανωμαλία που προκλήθηκε από τη ρωσική παρέμβαση στην εκλογική διαδικασία των ΗΠΑ. Μην ανησυχείτε, δηλώνει το Κόμμα της Τάξης, ο Τραμπ θα φύγει σύντομα και η λογική θα επιστρέψει στο Λευκό Οίκο. Εν τω μεταξύ, κρατηθείτε γιατί έρχεται δύσκολη διαδρομή.

Τώρα, αυτό το blog ασχολείται με τη θεωρία των κρίσεων. Αν και έχω επικεντρωθεί στις οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής, υπάρχουν πολλοί άλλοι τύποι κρίσεων που εμφανίζονται στην καπιταλιστική κοινωνία. Πράγματι, οι κρίσεις υπερπαραγωγής συχνά ξεσπούν κατά τη διάρκεια «ήρεμων περιόδων» οικονομικής ευημερίας και σχετικής πολιτικής σταθερότητας. Στη συνέχεια, τέτοιες κρίσεις γεννούν άλλα είδη κρίσεων, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε πολέμους και επαναστάσεις.

Η θέση αυτού του blog είναι ότι η εκλογή του Προέδρου Τραμπ δεν ήταν ούτε κάποια αλλόκοτη εκτροπή, ούτε το αποτέλεσμα ρωσικής ανάμιξης. Με αυτό δεν αρνούμαι ότι υπήρχαν τυχαίοι παράγοντες που εμπλέχθηκαν στην απροσδόκητη εκλογή του Προέδρου Τραμπ. Υπήρχαν, βέβαια. Πιστεύω όμως ότι η εκλογή Τραμπ υποδεικνύει την έναρξη μιας σοβαρής πολιτικής κρίσης για την τρέχουσα «παγκόσμια τάξη» – που επίσης αποκαλείται παγκόσμια αυτοκρατορία των ΗΠΑ. Και αυτή η κρίση βρισκόταν σε εξέλιξη πριν καν φτάσει να λαμβάνεται στα σοβαρά η ιδέα του Ντόναλντ Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ είχε ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Παλιότερες κρίσεις που είχαν συγκλονίσει την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είχαν επίσης τυχαία στοιχεία. Ίσως το πιο διάσημο από αυτά ήταν η δολοφονία του διαδόχου του αυστριακού στέμματος και της συζύγου του από νεαρούς Σέρβους εθνικιστές τον Ιούνιο του 1914. Αν τα πράγματα είχαν καταλήξει με διαφορετικό τρόπο, οι νεαροί Σέρβοι τρομοκράτες θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί ή θα μπορούσαν απλά να είχαν αστοχήσει. Ωστόσο, μέσα σε δύο μήνες από αυτό το «τυχαίο» γεγονός ξέσπασε ο Παγκόσμιος Πόλεμος, που παρέσυρε εντελώς την «παγκόσμια τάξη» που επικρατούσε στις αρχές του 1914. Αλλά η δολοφονία του Αυστριακού διαδόχου δε θα οδηγούσε στην κατάρρευση της παγκόσμιας τάξης το 1914, εκτός εάν η παγκόσμια αυτή τάξη είχε ήδη υπονομευθεί σε βάθος. Αν δεν είχανλάβει χώρα οι δολοφονίες, κάποιο άλλο «ατύχημα» θα είχε ως αποτέλεσμα το τέλος της παγκόσμιας τάξης 1914.

Δεν αρνούμαι ότι η ρωσική «ανάμιξη» μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο στην εκλογή του Τραμπ το 2016, αν και μέχρι σήμερα παραμένει παντελώς αναπόδεικτη. Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, οι ΗΠΑ έχουν «ανακατευτεί» –και με το παραπάνω– σε εκλογές σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας –για παράδειγμα, στις ρωσικές προεδρικές εκλογές του 1996– σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι Ρώσοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να ανακατευτούν στις προεδρικές εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, επεσήμανε προ ολίγου ότι οι ηγέτες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίδας καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ, εξέφρασαν την έντονη αντίθεσή τους προς τον Ντόναλντ Τραμπ και την υποστήριξή τους για τη Χίλαρι Κλίντον. Αν η Κλίντον είχε κερδίσει, θα έπρεπε να καταγγέλλαμε την ΕΕ και τη Γερμανία πως επέβαλαν τη Χίλαρι Κλίντον στις ΗΠΑ;

Οι Δημοκρατικοί –και πολλοί Ρεπουμπλικάνοι– ισχυρίζονται ότι η ρωσική «ανάμιξη» ήταν κάτι πρωτοφανές στην ιστορία των ΗΠΑ. Αυτό είναι λάθος. Στην πραγματικότητα, ξένες κυβερνήσεις προσπαθούν εδώ και καιρό να επηρεάσουν τα αποτελέσματα των εκλογών στις ΗΠΑ.

Όταν ο Στάλιν «ανακατεύτηκε» σε προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ

Η όποια επιρροή που θα μπορούσε να έχει η ρωσική κυβέρνηση στο αποτέλεσμα των αμερικάνικων εκλογών του 2016 επισκιάζεται από τη σοβιετική «παρέμβαση» το 1936, με την επανεκλογή του Δημοκρατικού Προέδρου Franklin D. Roosevelt. Εκείνη την εποχή, οι ηγέτες του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος κυριαρχούσαν τόσο στη σοβιετική κυβέρνηση όσο και στην Τρίτη Διεθνή. Η κεντρική φιγούρα στο πλαίσιο του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν Ι.Β. Στάλιν.

Ο Στάλιν αποφάσισε, υπό την ιδιότητά του ως εκ των πραγμάτων επικεφαλής της Τρίτης Διεθνούς, να χρησιμοποιήσει όλη την επιρροή της Διεθνούς για να αυξήσει τις πιθανότητες επανεκλογής του Ρούσβελτ. Το έκανε αυτό επειδή φοβόταν ότι σε περίπτωση που κέρδιζαν οι Ρεπουμπλικάνοι και ο υποψήφιος για την προεδρία τους, Alf Landon, είτε θα έκαναν συμμαχία, είτε στην καλύτερη περίπτωση θα τηρούσαν στάση «ευνοϊκής ουδετερότητας» στον επερχόμενο πόλεμο μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της ναζιστικής Γερμανίας.

Ως αποτέλεσμα, το αμερικανικό τμήμα της Τρίτης Διεθνούς, το Κομμουνιστικό Κόμμα ΗΠΑ, έκανε ό,τι μπορούσε για να εκλεγεί και πάλι ο Ρούσβελτ. (3) Εκτός από τις δεκάδες χιλιάδες μέλη του, το ΚΚ ΗΠΑ είχε εκείνη την περίοδο σημαντική επιρροή στη CIO και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στην αφρικανική-αμερικανική κοινότητα και την εβραϊκή κοινότητα των ΗΠΑ, καθώς και μεταξύ των καλλιτεχνών και των διανοούμενων.

Η ικανότητα του Στάλιν να «ανακατευτεί» στις εκλογές του 1936, στο αποτέλεσμα των οποίων η Σοβιετική Ένωση έβλεπε ένα ζωτικό της συμφέρον, ξεπερνούσε κατά πολύ την ικανότητα του Πούτιν να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2016. Ο Πούτιν δεν έχει κάποια Κομμουνιστική Διεθνή υπό τις εντολές του. Ούτε η σημερινή Ρωσία απολαμβάνει έστω και κάτι από το παγκόσμιο κύρος που απολάμβανε η ΕΣΣΔ το 1936 ως αποτέλεσμα της επιτυχίας των πενταετών πλάνων της.

Η σοβιετική «παρέμβαση», στο βαθμό που εξασφάλισε τη νίκη του Ρούσβελτ (αν και η υποστήριξη του Στάλιν στην επανεκλογή του Ρούσβελτ δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση αποφασιστικό παράγοντα) βοήθησε να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα που το σύνολο σχεδόν των σημερινών προοδευτικών ανθρώπων και πολλοί αριστεροί θεωρούν ότι ήταν κάτι το πολύ θετικό. Η επακόλουθη συμμαχία των ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ένωση, που η εκλογική νίκη του Ρούζβελτ το 1936 βοήθησε να γίνει δυνατή, δεν έπαιξε μικρό ρόλο στην ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, αν και οδήγησε επίσης στην άνοδο της παγκόσμιας αυτοκρατορίας των ΗΠΑ.

Αλλά ακριβώς όπως θα ήταν ένα τεράστιο λάθος να αποδώσουμε τη νίκη του Ρούζβελτ το 1936 κυρίως στην «ανάμιξη» του Στάλιν, θα ήταν ένα πολύ μεγαλύτερο λάθος να αποδώσουμε τη νίκη του Τραμπ στην πολύ μικρότερη επιρροή (αν ασκήθηκε όντως έστω και η παραμικρή από αυτήν) του Ρώσου Προέδρου Πούτιν στις πρόσφατες εκλογές των ΗΠΑ. Το πραγματικό μυστικό της νίκης του Trump βρίσκεται στην παρακμή της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας αυτοκρατορίας των ΗΠΑ, ακριβώς όπως το πραγματικό μυστικό της εκλογικής επιτυχίας του Ρούζβελτ στις εκλογές του 1936 έπρεπε να εντοπιστεί στην άνοδο της παγκόσμιας αυτής αυτοκρατορίας. Τόσο η άνοδος όσο και η πτώση της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ, ή, αν προτιμάτε, η «φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη», καθορίζονται όχι από την «παρέμβαση» του Στάλιν ή του Πούτιν, αλλά από τους οικονομικούς νόμους που διέπουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Βιομηχανική παραγωγή, το θεμέλιο της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας

Η πολιτική και στρατιωτική δύναμη στο σύγχρονο κόσμο βασίζεται στη βιομηχανική δύναμη, που ορίζεται ως η ικανότητα παραγωγής περισσότερων προϊόντων με λιγότερη ανθρώπινη εργασία. Και εδώ ερχόμαστε στην κρίσιμη αντίφαση που υπονομεύει την αυτοκρατορία των ΗΠΑ, που ο Trump και οι σύμβουλοί του φαίνεται να κατανοούν (εντός βεβαίως των ορίων της αστικής κατανόησής τους για τον κόσμο). Ιστορικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδύθηκαν ως η ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη και στη συνέχεια έγιναν ο πυρήνας μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας επειδή η βιομηχανία τους μπορούσε να παράγει περισσότερα προϊόντα με λιγότερη εργασία σε σχέση με τους καπιταλιστές ανταγωνιστές τους. Αυτή είναι η ιστορία της ανόδου των Ηνωμένων Πολιτειών, πρώτα ως καπιταλιστικής δύναμης στο διάστημα μεταξύ 1776 και 1898 και, στη συνέχεια, ως μια καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική δύναμη στο διάστημα μεταξύ 1898-1945 και πέρα.

Κατά τη διάρκεια αυτής της παρατεταμένης περιόδου, ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης δούλευε υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ αναδύθηκαν με αδιαμφισβήτητο τρόπο στην πρώτη θέση μεταξύ των ιμπεριαλιστών αντιπάλους τους το 1945 και μέχρι σήμερα, ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης λειτουργεί αναγκαστικά εναντίον τους.

Αυτό ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αυξανόμενης εξαγωγής κεφαλαίου των ΗΠΑ, που απέρρεε από τη ανάγκη των μεμονωμένων καπιταλιστών –υπό την πίεση του ανταγωνισμού– να επιδιώκουν το υψηλότερο δυνατό ποσοστό κέρδους.

Οι κερδισμένοι αυτών των εξαγωγών κεφαλαίου ήταν πρώτα οι ηττημένοι αντίπαλοι των ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι (κυρίως η Γερμανία) και οι Ιάπωνες ανταγωνιστές, και στη συνέχεια ορισμένες πρώην αποικιακές και ημιαποικιακές χώρες. Πάνω απ’ όλα, οι κερδισμένοι περιελάμβαναν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Κατά την τρέχουσα φάση του ιμπεριαλισμού, το χρηματιστικό κεφάλαιο συγκεντρώνεται στις ΗΠΑ και τις ιμπεριαλιστικές χώρες – δορυφόρους των ΗΠΑ, ενώ το παραγωγικό κεφάλαιο που χρησιμοποιούν οι καπιταλιστές για να παράγουν πραγματική υπεραξία βρίσκεται ολοένα και περισσότερο εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, ιδίως στην Κίνα. Αυτό δημιούργησε τις πολιτικές συνθήκες που κατέστησε δυνατή την εκλογή του Donald Trump.

«Να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά» εναντίον «Η Αμερική είναι ήδη μεγάλη»

Το βασικό σύνθημα του Τραμπ κατά την προεδρική προεκλογική εκστρατεία του 2016  ήταν «Να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά». Η Χίλαρι Κλίντον, εκπροσωπώντας τόσο τη Δημοκρατική όσο και τη Ρεπουμπλικανική πτέρυγα του Κόμματος της Τάξης των ΗΠΑ, απάντησε ότι «η Αμερική είναι ήδη μεγάλη». Ο δε Πρόεδρος Ομπάμα ειδικότερα αρνήθηκε ότι η οικονομία των ΗΠΑ είναι σε πτώση παρά τις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο που βιώνουν στην ζωή τους τόσοι εκλογείς του Τραμπ.

Ποιο είναι το μέτρο του «εθνικού μεγαλείου» και πώς το μετράμε;  

Αυτό που αποκαλώ Κόμμα της Τάξης, που υποστήριξε την Κλίντον και περιλαμβάνει τον κύριο όγκο της ηγεσίας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μετρά πόσο μεγάλη είναι η Αμερική με βάση τις τιμές αξιών, εμπορευμάτων  και χρεογράφων στο χρηματιστήριο.  Η άνοδος των τιμών στο χρηματιστήριο με την πάροδο του χρόνου -μέσω της τακτικής εναλλαγής ανατιμησιακής (ανοδικής) και υποτιμησιακής (καθοδικής) αγοράς- αντανακλά τον συνεχώς αυξανόμενο πλούτο της τάξης των κεφαλαιοκρατών.

Αφού οι δείκτες του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και ο δείκτης NASDAQ ποτέ δεν ήταν υψηλότεροι, τότε, με βάση αυτόν τον ορισμό που δόθηκε παραπάνω, η  Αμερική ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερη. Ο Τραμπ και η συμμορία του ουδόλως διαφωνούν με τις τιμές του χρηματιστηρίου ως μέτρο που ορίζει πόσο μεγάλη είναι η Αμερική. Συμφωνούν απολύτως! Ποιο άλλο μέτρο εθνικού μεγαλείου μπορεί να υπάρχει; Όμως ο Τραμπ εγείρει το ερώτημα: πόσο ασφαλή είναι επί του παρόντος τα θεμέλια του χρηματιστηρίου των ΗΠΑ; Ή για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, πόσο ασφαλή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία εδράζεται το μεγαλείο της Αμερικής;

Το έθνος – κράτος ως μονάδα ανταγωνισμού

Οι ΗΠΑ ως αστικό έθνος – κράτος είναι μια ένωση εταιρειών που στόχο έχουν τον μέγιστο πλουτισμό των μετόχων τους, των ομολογιούχων, των διευθυντών  και των  manager τους. Ως καπιταλιστικό έθνος -κράτος βρίσκεται σε πόλεμο- τουλάχιστον από οικονομική άποψη -με άλλα αστικά έθνη- κράτη που στοχεύουν στον πλουτισμό των δικών τους κεφαλαιοκρατών. Αυτή είναι ακριβώς η ουσία αυτού που αποκαλείται «παγκόσμιο εμπόριο».

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδωσε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ την μοναδική ευκαιρία να χρησιμοποιήσει την κρατική της ισχύ για να διαλύσει τις κυριότερες βιομηχανικές εταιρείες των ανταγωνιστών της. Όπως οριζόταν από το Σχέδιο Μοργκεντάου, η Γερμανία έπρεπε αναγκαστικά να αποβιομηχανοποιηθεί και να μετατραπεί σε ένα αποκεντρωμένο σύνολο αγροτικών κρατών, αρκετά κοντά σε αυτό που ήταν στα μέσα του 19ου αιώνα όταν ανακαλύφθηκε χρυσός σε ένα ρέμα στην Καλιφόρνια. Παρόμοια σχέδια είχαν οι ΗΠΑ και για την Ιαπωνία. Αλήθεια, γιατί να σταματήσουν με τη Γερμανία και την Ιαπωνία; Γιατί να μην διαλύσουν δια της βίας την καπιταλιστική βιομηχανία όλων των κυριότερων δυνάμει ανταγωνιστών των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων συμμάχων τους, της Βρετανίας και της Γαλλίας; Άλλωστε, η ίδια η λογική του ανταγωνισμού στον καπιταλισμό δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση.

Εάν αυτό είχε γίνει πραγματικότητα, οι αμερικανικές εταιρείες θα είχαν δική τους ολόκληρη την παγκόσμια αγορά – τόσο ως αγοραστές όσο και ως πωλητές. Εάν η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε ακολουθήσει μια πολιτική τύπου «Πρώτα η Αμερική» στα χρόνια που ακολούθησαν το 1945 -και την είχε σκαπουλάρει χωρίς υψηλό κόστος- αυτό θα σήμαινε ότι η χρηματιστηριακή αξία των αμερικανικών εταιρειών θα είχε εκτοξευθεί σε πολύ υψηλότερα επίπεδα απ’ ότι βρίσκεται σήμερα. Η Αμερική όντως θα ήταν «μεγάλη»! Όπως γνωρίζουμε όμως, η αμερικανική κυβέρνηση δεν τόλμησε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο, έχοντας μάλιστα απέναντί της την απειλή μιας νικήτριας Σοβιετικής Ένωσης και του παγκόσμιου κομμουνισμού.

Αντίθετα, η Ουάσινγκτον υιοθέτησε μια  δικομματική εξωτερική πολιτική η οποία έχαιρε της στήριξης των ηγετών τόσο του Δημοκρατικού όσο και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, εδραιώνοντας μια παγκόσμια αυτοκρατορία στην οποία οι εταιρείες της Βρετανίας, η αναγεννημένη μέσα από τις στάχτες της οικονομία της Γερμανίας αλλά και οι ακμάζουσες και πάλι οικονομίες της Ιαπωνίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας κοκ, μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές εταιρείες και να καρπωθούν ένα μέρος της υπεραξίας για τους μη Αμερικανούς κεφαλαιοκράτες τους. Ως μέρος της συμφωνίας, οι ηγέτες των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών κρατών συμφώνησαν να μην προκαλέσουν ποτέ ξανά τις ΗΠΑ πολιτικά και κυρίως στρατιωτικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιζόταν η «ειρήνη» μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών. Τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο εύκολα από το γεγονός ότι η παγκόσμια αγορά στον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης είχε εισέλθει σε μια παρατεταμένη φάση ταχείας ανάπτυξης.

Όμως, λένε ο Τραμπ και οι οπαδοί τού «Πρώτα η Αμερική», εμείς οι Αμερικανοί κεφαλαιοκράτες δεν μπορούμε πλέον να μοιραζόμαστε την παγκόσμια αγορά κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε με τους «δικούς μας» ιμπεριαλιστές συμμάχους είτε με τις προσφάτως αναπτυσσόμενες βιομηχανικά χώρες οι οποίες το 1945 δεν ήταν σημαντικοί παραγωγοί βιομηχανικών εμπορευμάτων. Από τώρα και στο εξής, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την κρατική ισχύ της για να πλουτίσουν οι αμερικανικές εταιρείες εις βάρος των εταιρειών των υπολοίπων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ιμπεριαλιστών «συμμάχων», που εμπλέκονται στην καπιταλιστική παραγωγή, ακριβώς όπως γινόταν «τις παλιές καλές εποχές» πριν το 1945.

Το Κόμμα της Τάξης -η κυρίαρχη τάση στους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικανούς- απαντά ότι αυτός ο τρόπος σκέψης είναι παρωχημένος. Στο πλαίσιο της μεταπολεμικής «φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», εμείς οι Αμερικανοί κεφαλαιοκράτες καρπωθήκαμε όλο και περισσότερη υπεραξία που παράγεται όχι μόνο από τους δικούς μας εργάτες, αλλά επίσης την μερίδα του λέοντος από την υπεραξία που παράγουν εργάτες για μη Αμερικανούς βιομηχάνους κεφαλαιοκράτες. Αυτό, ισχυρίζεται το Κόμμα της Τάξης, είναι το αποτέλεσμα της Παγκόσμιας Τάξης που με τόση σοφία και διορατικότητα οικοδομήθηκε μετά το  1945. Από τη δική τους οπτική γωνία, αυτός ο τρελός Ντόναλντ Τραμπ απειλεί τώρα να γκρεμίσει την παγκόσμια «τάξη» που τόσο καλά υπηρέτησε τα συμφέροντα των δισεκατομμυριούχων του πλανήτη την τελευταία εβδομηκονταετία.

70 χρόνια τώρα που ισχύει η παρούσα «τάξη», έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου ο κύριος όγκος της υπεραξίας παράγεται έξω από τις ΗΠΑ και τις ιμπεριαλιστικές χώρες – δορυφόρους, αλλά την υπεραξία αυτή την οικειοποιούνται οι κεφαλαιοκράτες στις ΗΠΑ και στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Ένα μέρος αυτής της υπεραξίας χρησιμοποιείται στη συνέχεια ως κεφάλαιο με το οποίο δωροδοκείται η μεσαία τάξη, γεγονός εξαιρετικής σημασίας για την σταθερότητα μέσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Πράγματι, αυτή η δωροδοκία έχει ως βασικό στόχο να αποτρέψει την ίδια την  εκλογή κάποιου σαν τον Τραμπ στην προεδρία.

Τώρα, οι Τραμπ, Μπάνον και Σία πιστεύουν ότι αυτό δεν θα συνιστούσε και τόσο σοβαρό πρόβλημα αν οι χώρες όπου παράγεται η υπεραξία ήταν υπό τον στενό αποικιακό ή νέο-αποικιακό έλεγχό τους. Για παράδειγμα, στηλιτεύοντας την πολιτική του Ομπάμα στο Ιράκ, η ένσταση του Τραμπ ήταν ότι ο Ομπάμα απέσυρε πρώιμα τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ – πράμα που όντως έκανε για λίγο. Ο Ομπάμα όφειλε όχι μόνο να έχει διατηρήσει τα αμερικανικά στρατεύματα σε πλήρη απαρτία στο Ιράκ,  αλλά έπρεπε να έχει αρπάξει και τα πετρέλαια. Ο Τραμπ επίσης διαμαρτύρεται ότι ενώ ο Πρόεδρος Ομπάμα επιτυχώς κατέστρεψε την κυβέρνηση της Λιβύης και επέφερε τρομερά πλήγματα στη Συρία μέσω της στήριξης στους φιλοϊμπεριαλιστές αντικαθεστωτικούς, ο Ομπάμα και η Υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον δεν κατάφεραν  να εγκαθιδρύσουν μια ισχυρή αποικιακή -ή τουλάχιστον νεοαποικιακή- κυβέρνηση, ικανή να επιβάλλει το νόμο και την τάξη που είναι απαραίτητα για τις επιχειρήσεις.

Κατά συνέπεια, όπως επισημαίνουν οι οπαδοί του Τραμπ, η Λιβύη έγινε καταφύγιο για «Ισλαμιστές τρομοκράτες» όπως το ISIS που προηγουμένως δεν είχαν δυνατότητα να δράσουν στη χώρα.  Και, ασφαλώς, το χάος δεν δημιουργεί τις καλύτερες συνθήκες για την εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Λιβύη. Αυτές οι δουλειές  απαιτούν ένα κλίμα «νόμου και τάξης» ώστε να γίνεται σεβαστή η ιδιωτική ιδιοκτησία και να τηρούνται τα συμβόλαια.

Με παρόμοιο τρόπο, η αποτυχημένη απόπειρα των Ομπάμα – Κλίντον να ανατρέψουν τη συριακή κυβέρνηση οδήγησε τη χώρα σε χάος. Όχι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε βέλτιστο περιβάλλον για να διασφαλιστούν οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις πετρελαιοπηγές και τα πεδία φυσικού αερίου του Ιράν που κάποια μέρα μπορεί να διέρχονται μέσα από τη Συρία.

Όταν ο νυν Πρόεδρος Τραμπ ήταν υποψήφιος, είχε τονίσει ότι σταθερές εθνικιστικές κυβερνήσεις, όπως οι πρώην κυβερνήσεις του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ ή του Συνταγματάρχη Καντάφι στη Λιβύη, όπως και του Προέδρου Άσαντ στη Συρία, διατηρώντας σε ορισμένο βαθμό το νόμο και την τάξη, επέτρεπαν  στις επιχειρήσεις να προχωρούν απρόσκοπτα. Ο Τραμπ πιστεύει ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θα πρέπει είτε να συναλλάσσεται με τις νόμιμες εθνικιστικές κυβερνήσεις -παρά το γεγονός ότι ασφαλώς απέχουν παρασάγγας από το ιδανικό καθώς δεν βρίσκονται κάτω από τον «δικό μας» άμεσο αποικιακό έλεγχο- ή να εγκαθιδρύσει ισχυρές αποικιακές κυβερνήσεις που θα παραδώσουν απλώς τους πόρους τους, πράγμα το οποίο θα ήταν και η ιδανική λύση από την σκοπιά του Τραμπ.

Οι σχέσεις του Τραμπ με την Κίνα ξεκίνησαν στραβά και στη συνέχεια έγιναν πολύ χειρότερα 

Ο Τραμπ, ενώ είναι διαβόητος για τη «φιλική» του στάση απέναντι στη Ρωσία, είναι εξαιρετικά εχθρικός απέναντι στην Κίνα. Η δημοσιογράφος Τρούντι Ρούμπιν μεταφέρει τα λόγια του Γου Σιν Μπο, του επικεφαλής των Αμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φουντάν της Σαγκάης: «Έχουμε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ έχουν γίνει πια μια χώρα αγνώριστη. Ο κόσμος προβληματίζεται γιατί πρόκειται για την Αμερική, όχι για οποιαδήποτε χώρα».  Οι Κινέζοι «εμπειρογνώμονες σε θέματα ΗΠΑ» όπως ο Γου ήταν πεπεισμένοι ότι ο Τραμπ αποκλείεται να νικήσει. Όμως διαψεύστηκαν.

Το Δεκέμβριο, τα νέα για τους Κινέζους «εμπειρογνώμονες σε θέματα ΗΠΑ» επιδεινώνονταν διαρκώς. Στις 2 Δεκεμβρίου, ο Τραμπ είχε μια τηλεφωνική συνομιλία με την Τσάι Ινγκ Βεν, την προσφάτως εκλεγείσα Πρόεδρο της Ταϊβάν. Αυτή η συνομιλία συνιστά παραβίαση ενός σύνθετου διπλωματικού πρωτοκόλλου που υπάρχει ανάμεσα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και τις ΗΠΑ από το 1979, με την ονομασία «πολιτική της ενιαίας Κίνας».

Η «πολιτική της ενιαίας Κίνας»

Η Ταϊβάν ανήκε επί μακρόν στην Κίνα και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της είναι της κινεζικής εθνικότητας Χαν, αν και στο νησί υπάρχει ένας μικρός πληθυσμός αυτοχθόνων. Κατά τον Σινοϊαπωνικό πόλεμο του 1895, η Ιαπωνία, ανερχόμενη τότε καπιταλιστική δύναμη, κατέλαβε την Ταϊβάν. Εκείνη την περίοδο, η Κίνα ήταν τρομερά αδύναμη. Η κατάληψη της Ταϊβάν από το Τόκιο προανήγγειλε πολύ μεγαλύτερη ιαπωνική επιθετικότητα κατά της Κίνας το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Το 1931, η Ιαπωνία κατέλαβε την Μαντζουρία ενώ η αδύναμη κυβέρνηση του Τσιάν Κάι Σεκ ήταν ανήμπορη να πράξει οτιδήποτε, πράγμα που φυσικά άνοιξε περισσότερο την όρεξη στους Ιάπωνες.  Αργότερα, το 1937, η Ιαπωνία εξαπέλυσε γενικό πόλεμο κατά της Κίνας, με στόχο να μετατρέψει την Κίνα σε μια ιαπωνική εκδοχή της υπό βρετανική κατοχή Ινδίας.

Το 1945, ως επακόλουθο της ήττας της Ιαπωνίας, η Ταϊβάν επεστράφη στη Δημοκρατία της Κίνας, που εξακολουθούσε να είναι υπό τον έλεγχο του Τσιάνγκ Κάι Σεκ. Το 1949, ανακηρύχτηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και μια νέα Κίνα γεννήθηκε. Ωστόσο, η Ταϊβάν παρέμεινε υπό την Δημοκρατία της Κίνας την οποία κυβερνούσε το Κουομιντάν και ο δικτάτορας ηγέτης του, ο Τσιάν Κάι Σεκ. Τότε ήταν που οι ΗΠΑ ανέλαβαν δράση ώστε να θέσουν την Ταϊβάν υπό την «προστασία» τους.

Η συντριπτική υπεροχή της αμερικάνικης αεροπορίας απέκλεισε οποιαδήποτε απόπειρα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας να απελευθερώσει την Ταϊβάν από τον έλεγχο του Κουομιντάν και των ΗΠΑ και να την επαναφέρει στην Κίνα. Οι ΗΠΑ είχαν καταφέρει να αρπάξουν τον έλεγχο της Ταϊβάν από την νέα Κίνα την στιγμή της ίδρυσής της, όπως η Ιαπωνία είχε καταλάβει την Ταϊβάν από την παλιά Κίνα το 1895. Έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Ταϊβάν αποκαλούνταν «ελεύθερη Κίνα»  στα αμερικανικά ΜΜΕ, ενώ δεν γινόταν ποτέ αναφορά στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας με την ορθή ονομασία της αλλά με το χαρακτηρισμό «Κόκκινη Κίνα».

Την δεκαετία του 1970, ανίκανη να σπάσει την αντίσταση των λαών της Ινδοκίνας, η κυβέρνηση του Νίξον αποφάσισε τελικά ότι είχε έρθει η ώρα να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Λαϊκή  Δημοκρατία της Κίνας. Όμως ο Νίξον δεν ήταν έτοιμος να επιστρέψει την Ταϊβάν στην Κίνα. Ούτε και οι κυβερνήσεις του Προέδρου Μάο και του μετέπειτα διαδόχου του Ντενγκ Σιάο Πινγκ, οι οποίοι ήταν αμφότεροι πρόθυμοι να εξομαλύνουν τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, επέμειναν σ’ αυτό. Εντός της δεκαετίας του 1970, επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός. Ενώ η Ταϊβάν παρέμεινε μια de facto αμερικανική αποικία, οι ΗΠΑ επισήμως αναγνώρισαν ότι υπήρχε μια ενιαία Κίνα, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Έτσι, οι ΗΠΑ διέκοψαν κάθε επίσημη διπλωματική σχέση με την λεγόμενη Δημοκρατία της Κίνας, διατηρώντας τον έλεγχο της Ταϊβάν.

Μετά το θάνατο του Τσιάν Κάι Σεκ το 1975, οι ΗΠΑ ενθάρρυναν τη δημιουργία δικομματικού συστήματος στην Ταϊβάν, προς αντικατάσταση του μονοκομματικού συστήματος που επικρατούσε επί Τσιάν. Το δικομματικό σύστημα στη μετά τον Τσιάν εποχή περιλαμβάνει το Κουομιντάν (KMT) και το αποκαλούμενο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) η ηγέτις του οποίου είναι και η νυν Πρόεδρος. Το Κουομιντάν, παρά τη διαφθορά του και το ιστορικό βάναυσης καταστολής εργατών και αγροτών, είναι ο απευθείας απόγονος του κινεζικού εθνικιστικού κόμματος που ίδρυσε ο Σουν Γιατ Σεν. Το Κουομιντάν ως «πατριωτικό» κινεζικό κόμμα αναγνωρίζει την Ταϊβάν ως μέρος της Κίνας.

Το δε Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα που κατέχει επί του παρόντος την Προεδρία της Ταϊβάν, πόρρω απέχει από το να είναι κινεζικό εθνικιστικό κόμμα. Αντίθετα, επιθυμεί την ίδρυση της Ταϊβάν ως ανεξάρτητου κράτους. Αυτό επιθυμούν και οι ΗΠΑ, αν μπορούν να το πετύχουν χωρίς κόστος. Πριν τον Τραμπ όμως, οι ΗΠΑ πάντα υποδείκνυαν στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα ότι οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για να ανακηρύξει την «ανεξαρτησία της Ταϊβάν». Μια τέτοια κίνηση απλώς θα παραήταν μεγάλη πρόκληση στην οικονομική, χρηματοοικονομική και στρατιωτική δύναμη της ανερχόμενης Κίνας. Αν η κινεζική κυβέρνηση του Πεκίνου επέτρεπε ποτέ τη νομική θεμελίωση της «ανεξαρτησίας» της Ταϊβάν και την ευρεία αναγνώρισή της, θα έδειχνε ότι η σύγχρονη Κίνα είναι τόσο ανίσχυρη να αποτρέψει την απόσχιση της υπεράκτιας επαρχίας της όσο αδύναμη ήταν και η παλιά Κίνα το 1895.

Όταν στις 2 Δεκεμβρίου 2016  διαδόθηκε το νέο, ότι ο εκλεγμένος Πρόεδρος Τραμπ είχε δεχτεί την κλήση της Τσάι Ινγκ Γουέν, τα ΜΜΕ έκαναν την εικασία ότι επρόκειτο ίσως για σφάλμα λόγω απειρίας. Άλλωστε, πόσοι Αμερικανοί οι οποίοι δεν είναι επαγγελματίες διπλωμάτες κατανοούν το ευαίσθητο διπλωματικό πρωτόκολλο που ονομάζεται «πολιτική της ενιαίας Κίνας»; Σύντομα όμως έγινε σαφές ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ήταν μια πρόκληση από την πλευρά του Τραμπ, η οποία είχε σχεδιαστεί αρκετό καιρό πριν. Στην πραγματικότητα, αυτή η πρόκληση κατά της Κίνας, καθώς το ζήτημα της Ταϊβάν είναι σημαντικό για τον κινεζικό λαό, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.

Όπως ακριβώς η κατάληψη της Ταϊβάν από τους Ιάπωνες το 1895 δεν ήταν παρά το προανάκρουσμα της ιαπωνικής προσπάθειας να μετατρέψουν την παλιά Κίνα σε αποικία, έτσι και η πρόκληση του Τραμπ εντάσσεται σε μια προσπάθεια του Τραμπ και της συμμορίας του να σταματήσουν και να αντιστρέψουν την αυξανόμενη οικονομική ισχύ της νέας Κίνας.

Σαν αυτή η προβοκάτσια να μην ήταν αρκετή, ο Δεκέμβριος έφερε κι άλλα δυσάρεστα νέα για τους Κινέζους «εμπειρογνώμονες σε αμερικανικά θέματα». Πληροφορήθηκαν ότι ο εκλεγμένος Πρόεδρος είχε ορίσει ως επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Εμπορίου των ΗΠΑ όχι κάποιον Ρεπουμπλικανό, αλλά το Δημοκρατικό οικονομολόγο Πίτερ Ναβάρο. Ο Ναβάρο δεν είναι απλώς ένας οποιοσδήποτε οικονομολόγος αλλά ο παραγωγός της σφοδρά αντι- Κινεζικής ταινίας προπαγάνδας ‘Θάνατος από Κίνα’ (“Death by China”).

Η εν λόγω ταινία κατηγορεί όχι το καπιταλιστικό σύστημα αλλά την «Κομμουνιστική Κίνα» για την καταστροφή της αμερικανικής βιομηχανίας και τα καθόλα υπαρκτά προβλήματα που προκάλεσε η αποβιομηχανοποίηση για την αμερικανική εργατική τάξη. Ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας υποδηλώνει ότι ο αμερικανικός λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με την απειλή του «θανάτου», όχι απλώς της οικονομικής καταστροφής, εάν δεν σταματήσουν την Κίνα.

Μέρη αυτής της ταινίας ενδέχεται να δίνουν την εντύπωση ότι στρέφονται κατά του καπιταλισμού καθώς επιτίθενται στις μεγάλες εταιρείες που μεταφέρουν την παραγωγή από τις ΗΠΑ στην Κίνα  απλούστατα επειδή είναι πιο επικερδές να παράγουν εκεί, και μ’ αυτόν τον τρόπο παραβιάζουν τα «εθνικά συμφέροντα» των ΗΠΑ. Η ταινία του Ναβάρο αντιπαραθέτει τα πατριωτικά αφεντικά των μικρών βιοτεχνιών και εταιρειών που δεν δύνανται να μεταφέρουν  την παραγωγή στην Κίνα με εταιρείες – γίγαντες όπως η General Electric, η Boeing και η Apple μεταξύ άλλων, που βάζουν τα κέρδη τους πάνω από την χώρα τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ταινία  “Death by China” έχει απήχηση στα «μικρά αφεντικά» ενάντια στις μεγάλες εταιρείες.

Rich Trumka, σταρ του σινεμά

Δεν ξέρω αν ντράπηκε για αυτό ή όχι, αλλά ένα από τα «αστέρια» της ταινίας είναι και ο πρόεδρος της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας AFL-CIO, Rich Trumka. Ο Trumka, στο κλασικό πνεύμα του Samuel Gompers, παραπονιέται πως μεγάλες επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται απλώς για την κερδοσκοπία τους υπονομεύουν το αμερικάνικο έθνος με τη μετατόπιση της παραγωγής τους στην Κίνα. Αυτά που λέει ο Trumka στην ταινία έρχονται σε έντονη αντίθεση με την ανάγκη για αλληλεγγύη των εργαζομένων στις ΗΠΑ και την Κίνα ενάντια στον κοινό ταξικό εχθρό, την τάξη των καπιταλιστών. Το πρόβλημα με τα αφεντικά στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον Trumka, είναι ο ανεπαρκής πατριωτισμός τους. Δε βάζουν «την αγάπη για τη χώρα» πάνω από το κέρδος. Αντίθετα, από την εποχή του Gompers ακόμα, η AFL-CIO βάζει πάντα την «αγάπη για τη χώρα» πάνω από τα ταξικά συμφέροντα της παγκόσμιας εργατικής τάξης, της οποίας κομμάτι αποτελεί η εργατική τάξη των ΗΠΑ. Ενώ ο μεγάλος Γερμανός επαναστάτης Karl Liebneckt διακήρυσσε στις σκοτεινές ημέρες του Αυγούστου του 1914 πως «ο κύριος εχθρός είναι μέσα στη χώρα», ο Trumka διακηρύσσει πως ο κύριος εχθρός είναι… στην Κίνα!

Εν τω μεταξύ, κάτω από την ηγεσία του Trumka, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που απαρτίζουν την AFL-CIO έχουν συνεχίσει να υποχωρούν, καθώς όλο και περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ περνούν το νόμο περί «δικαιώματος στην εργασία», συμπεριλαμβανομένου και του Michigan που παλιά ήταν προπύργιο της CIO. Ο «Έλεγχος Κάρτας» (Card Check)» (4), που ο Ομπάμα είχε πει ότι υποστήριζε αλλά απέτυχε να υλοποιήσει, έχει πάει να συναντήσει τις άλλες υποσχέσεις του για την υγειονομική περίθαλψη, για το κλείσιμο του Γκουαντάναμο, για το τέλος της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο στο Αφγανιστάν από το 2014 – και όλες τις υπόλοιπες υποσχέσεις που ποτέ δεν εκπλήρωσε ο Ομπάμα. Και όπως γνωρίζουμε, η προσπάθεια του Trumka να βοηθήσει τη Χίλαρι Κλίντον να εκλεγεί στην προεδρία απέτυχε. Δεν είναι να απορεί κανείς. Τι είχε να προσφέρει η Κλίντον στους εργαζομένους της «σκουριασμένης ζώνης» (Rust Belt) των ΗΠΑ, εκτός από άδειους κομπασμούς για το πόσο καλά πήγε η οικονομία των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Ομπάμα;

Ο Samuel Gompers μπορεί να είχε ζητήσει «περισσότερα», αλλά τα αφεντικά των ΗΠΑ προσφέρουν λιγότερα, και ο Trumka μαζί με τη (χτισμένη με βάση τις αρχές του Gompers) AFL-CIO δε μπόρεσαν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Αν μάθετε να ζείτε τόσο φθηνά όσο και οι Κινέζοι εργάτες, λένε τα αφεντικά των ΗΠΑ -και πολύ ευχαρίστως να συνεργαστούμε με τον πρόεδρο Trump για να επιτευχθεί αυτό-  τότε θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τη μεταφορά περισσότερων βιομηχανικών μονάδων εδώ, στην αγαπημένη χώρα μας. Αλλά τα κέρδη για τους μετόχους μας, και για τους εαυτούς μας, πρέπει να έρχονται πρώτα. Ανεξάρτητα από το πόσο στενοχωριέται η AFL-CIO για αυτό, είναι να απορεί κανείς που τόσοι πολλοί λευκοί εργάτες ψήφισαν τον Trump;

Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την ταινία «Θάνατος από Κίνα» (Death by China) του Navarro με την ταινία του 1943, «Ο εχθρός μας, οι Ιάπωνες». Και οι δύο ταινίες εμφανίζουν αρκετή ομοιότητα με μια άλλη ταινία της εποχής, «Ο Αιώνιος Εβραίος», μια άλλη ταινία προπαγάνδας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γυρισμένη από το γερμανικό Υπουργείο Προπαγάνδας και Διαφωτισμού, με επικεφαλής κάποιον Δρ. Joseph Goebbels, έναν από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του Χίτλερ.

Ενώ η ταινία «Θάνατος από Κίνα» φορτώνει την ευθύνη για σχεδόν όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αμερικανικός λαός σε μια δαιμονική Κίνα, η ταινία «Ο εχθρός μας, οι Ιάπωνες» σκιαγραφεί μια «ολοκληρωτική», αν και οικονομικά ισχυρή, Ιαπωνία που αντιπροσωπεύει την άρνηση όλων αυτών που αντιπροσωπεύει η δημοκρατική Αμερική. Ο «Αιώνιος Εβραίος» χρωματίζει τους διαβολικούς Εβραίους ως τον εχθρό κάθε πράγματος που αγαπάει ο αξιοπρεπής, σκληρά εργαζόμενος και δημιουργικός Άριος Γερμανός. Σύμφωνα με τη ναζιστική προπαγάνδα, «οι Εβραίοι» ελέγχουν τόσο τις «καπιταλιστικές πλουτοκρατίες» των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας όσο και τη «μπολσεβίκικη» Σοβιετική Ένωση. Οι Εβραίοι ήταν ο πραγματικός εχθρός, είπαν στο γερμανικό λαό, ενάντια στον οποίο πάλευε η Γερμανία για να απελευθερώσει τον κόσμο από το ζυγό του.

Και οι τρεις ταινίες είναι κλασικά παραδείγματα ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας που επιδιώκουν να εκτρέψουν το φυσικό μίσος που νιώθουν οι μισθωτοί εργάτες και ο εργαζόμενος λαός ενάντια στους πλούσιους του δικού τους έθνους προς κάποιο άλλο δαιμονικό έθνος ή οντότητα. Στην περίπτωση του Navarro, η δαιμονική οντότητα είναι η Κίνα. Στην περίπτωση των ΗΠΑ κατά τον Β’ ΠΠ, ήταν η Ιαπωνία (ευκολότερος στόχος από τη Γερμανία, επειδή σε αυτή δε ζούσαν «λευκοί»). Στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας, ήταν «οι Εβραίοι».

Τραμπ, Κίνα και Ρωσία

Σε αντίθεση με τον Trump και τον Navarro, τα όργανα του Δημοκρατικού – Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της Τάξης, διεξάγουν μια τεράστια αντι-ρωσική εκστρατεία σε συνδυασμό με εντατική προσωπική δαιμονοποίηση του Ρώσου προέδρου Πούτιν. Ενώ οι σημερινοί ηγέτες της Ρωσίας δεν προσποιούνται καν ότι είναι κομμουνιστές, και δεν έχουν υπάρξει τέτοιοι εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, η Κίνα εξακολουθεί να κυβερνάται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ήταν κάποτε τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς -η οποία διαλύθηκε το 1943- αν και σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα Κομμουνιστικά Κόμματα, που ήταν χτισμένα όχι μόνο στη θεωρία αλλά στην πράξη με βάση την εργατική τάξη, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας από το 1927 και μετά χτίστηκε έχοντας ως βάση την κινεζική αγροτιά, που αποτελούσε τη συντριπτική πλειοψηφία του κινεζικού λαού.

Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας εξακολουθεί να διακηρύσσει μέχρι και σήμερα πως απώτερος στόχος του είναι να χτίσει μια κομμουνιστική κοινωνία στην Κίνα, αν και αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε κάποιο μακρινό μέλλον. Αλλά το κόμμα εξηγεί ότι για να γίνει αυτό, η Κίνα πρέπει να περάσει από ένα «προκαταρκτικό στάδιο του σοσιαλισμού», που ονομάζεται «σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά», λόγω του πολύ χαμηλού επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων της Κίνας όταν έγινε η επανάσταση.

Αυτή η «προκαταρκτική φάση» περιλαμβάνει την ιδιωτική ιδιοκτησία της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, καθώς κρατικές επιχειρήσεις με ιδιώτες μετόχους που στόχο έχουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Με τους ιδιώτες μετόχους τους και τις αρχές της μεγιστοποίησης του κέρδους, οι οντότητες αυτές μοιάζουν με τις κρατικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ περισσότερο από ό,τι μοιάζουν με τις κρατικές επιχειρήσεις της Σοβιετικής Ένωσης. Οι τράπεζες και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επίσης, λειτουργούν σε κερδοσκοπική βάση. Το ίδιο το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα περιγράφει την τρέχουσα κινεζική οικονομία ως μια οικονομία της αγοράς και όχι ως μια σχεδιασμένη οικονομία, όπως ήταν η σοβιετική οικονομία.

Αναδυόμενες σε μεγάλο βαθμό από τις τάξεις της νικηφόρας επαναστατικής αγροτιάς από την οποία αποτελούνταν το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα στις επαναστατικές του μέρες, η Κίνα πλέον διαθέτει μια πολύ πλούσια αστική τάξη που περιλαμβάνει και δισεκατομμυριούχους. Ωστόσο, η γη εκτός του real estate των πόλεων παραμένει κρατική.

Το κινεζικό σύστημα, που συνδυάζει την εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος με την καπιταλιστική οικονομία, έχει πραγματικά πλεονεκτήματα για τους προπαγανδιστές του Τραμπ, όπως είναι ο Navarro. Η Κίνα μπορεί να παρουσιάζεται ως ανελέητα καπιταλιστική και «κομμουνιστική» ταυτόχρονα. Πολύ πριν μπει ο Trump στο Λευκό Οίκο, κάθε φορά που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΗΠΑ ήθελαν να ενθαρρύνουν ένα αίσθημα εχθρότητας απέναντι στην Κίνα, υπενθύμιζαν στους αναγνώστες τους ότι την Κίνα την κυβερνούν «οι κομμουνιστές», ή αναφέρονταν στην Κίνα ως «κομμουνιστική Κίνα». Βεβαίως όποτε ήθελαν να ενθαρρύνουν μια φιλική αίσθηση έναντι της Κίνας, το γεγονός ότι η Κίνα εξακολουθεί να κυβερνάται από ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστικό «ξεχνιούνταν».

Γιατί, λοιπόν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Ομπάμα, όπως και άλλοι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι του Κόμματος της Τάξης, φαίνεται να προτιμούν την «κομμουνιστική Κίνα» από τη «μη-κομμουνιστική» Ρωσία; Ο Thomas Wright, σε ένα άρθρο του που δημοσιεύθηκε αρχικά στο Foreign Affairs και αναδημοσιεύθηκε από το ινστιτούτο Brookings, εξηγεί: «Το μυστήριο είναι γιατί ο Trump είναι τόσο πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μικρό οικονομικό συμφέρον στη ρωσική οικονομία. Το εμπόριο και οι επενδύσεις είναι αμελητέα σε σχέση με την Κίνα. Και η Ρωσία έχει πολύ λίγα πράγματα που θέλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες». Ακριβώς.

Σύμφωνα με τον Γκορμπατσόφ, ο οποίος προήδρευε κατά την ανατροπή του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος και τον Μπόρις Γέλτσιν, τον πρώτο καπιταλιστή πρόεδρο της Ρωσίας, η βιομηχανική οικονομία που είχε αναπτυχθεί υπό το σοβιετικό καθεστώς καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό. Σήμερα η καπιταλιστική Ρωσία είναι σε μεγάλο βαθμό ένας προμηθευτής γεωργικών, ενεργειακών και ορυκτών πρώτων υλών, και όχι ένας σημαντικός βιομηχανικός παίκτης στην παγκόσμια αγορά. Σύμφωνα με την άποψη του Τραμπ, η προσανατολισμένη στην παραγωγή πρώτων υλών οικονομία της Ρωσίας πιο πολύ συμπληρώνει παρά ανταγωνίζεται τη βιομηχανική οικονομία των ΗΠΑ. (5)

Η βιομηχανική αδυναμία της καπιταλιστικής Ρωσίας δε σημαίνει ότι η Ρωσία είναι θύμα σε στρατιωτικό επίπεδο, πράγμα που φαίνεται καθαρά από την περιορισμένη αλλά αποτελεσματική στρατιωτική επέμβαση -περιορισμένη σε μεγάλο βαθμό σε αεροπορική δύναμη- εναντίον των υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ αντικαθεστωτικούς της Συρίας, καθώς και των μαχητών του ISIS, στους οποίους επιτίθενται και οι ΗΠΑ. (6) Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και διηπειρωτικούς πυραύλους για να το χρησιμοποιήσει, πράγματα που αναπτύχθηκαν υπό τη σοβιετική εξουσία.

Από την τσαρική εποχή, η Ρωσία διαθέτει στρατιωτική δύναμη στην ξηρά, και η ιστορία του πολέμου τόσο της Κορέας όσο και του Βιετνάμ έχει δείξει ότι οι ΗΠΑ, αν και στρατιωτικά ισχυρές στη θάλασσα και στον αέρα, είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακές σε μεγάλες εκτάσεις ηπειρωτικής γης. Οι ΗΠΑ τα πήγαν αρκετά καλά όταν εισέβαλαν στην Ευρώπη το 1944-1945, αλλά μόνο επειδή η Σοβιετική Ένωση διεξήγαγε το μεγαλύτερο μέρος των μαχών και επειδή το κτηνώδες καθεστώς του Χίτλερ είχε στρέψει όλα σχεδόν τα μη γερμανικά έθνη της Ευρώπης εναντίον της Γερμανίας. Ως αποτέλεσμα, οι ΗΠΑ θεωρήθηκαν ως ελευθερωτής από τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης.

Ακόμη και αν η Ρωσία έχανε τα πυρηνικά της όπλα ως αποτέλεσμα κάποιας συμφωνίας πυρηνικού αφοπλισμού, το τεράστιο ηπειρωτικό της μέγεθος θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατο για τις ΗΠΑ ή για οποιαδήποτε άλλη δύναμη εισβολής να την καταλάβει πλήρως, όπως ανακάλυψαν ο Ναπολέων και ο Χίτλερ με σκληρό τρόπο. Σύμφωνα με τη λογική του προέδρου Trump, δεδομένου ότι η Ρωσία είναι απλώς μια δευτερεύουσα βιομηχανική δύναμη, δεν είναι πραγματικά επικίνδυνη, εκτός αν οι ΗΠΑ βρεθούν σε πλήρους κλίμακας πόλεμο εναντίον της.

Κατά τη διάρκεια των ντιμπέιτ της εκστρατείας, ο Trump, παρά την έλλειψη κυβερνητικής εμπειρίας, εμφανίστηκε ως ο λογικός πολιτικός σε σχέση με τη Ρωσία, ενώ η Χίλαρι Κλίντον φάνηκε να βιάζεται για έναν περιορισμένο πόλεμο από αέρος και θάλασσας με τη Ρωσία στην περιοχή της Συρίας ή της Κριμαίας. Πρόκειται για την ίδια περιοχή όπου διεξήχθη ο Κριμαϊκός πόλεμος του 1853-1856 μεταξύ της τσαρικής Ρωσίας από τη μία πλευρά και της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας από την άλλη. Ένας δεύτερος «Κριμαϊκός Πόλεμος», τον οποίο η Χίλαρι Κλίντον φάνηκε να επιθυμεί σφοδρά, θα μπορούσε εύκολα να κλιμακωθεί και να βγει εκτός ελέγχου. Αυτός ήταν ένας από τους παράγοντες που κόστισαν στην Κλίντον την εκλογική νίκη, επιτρέποντας στον Τραμπ να εμφανιστεί ως ο «ειρηνικός υποψήφιος».

Ο πραγματικός κίνδυνος, κατά την άποψη της ομάδας του Trump, δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, η οποία έχει πλέον ξεπεράσει σε απόλυτους όρους τις ΗΠΑ ως η χώρα με το υψηλότερο επίπεδο βιομηχανικής παραγωγής στον κόσμο. Ωστόσο, αν κανείς λάβει υπ’ όψη τον πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό της Κίνας (πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι διαφορά), σε κατά κεφαλήν όρους η Κίνα είναι ακόμα κατά βάση μια αναπτυσσόμενη χώρα και όχι μια πλούσια ανεπτυγμένη. Όμως, ρωτούν οι τραμπιστές, όταν οι βιομηχανικές περιοχές των ΗΠΑ έχουν ήδη μειωθεί και έχει απομείνει μόνο η «ζώνη της σκουριάς», πράγμα που αποδίδουν στον «αθέμιτο» ανταγωνισμό της Κίνας, τι θα συνέβαινε αν η Κίνα κατά τις επόμενες δεκαετίες πλησίαζε ή ακόμα έφτανε το κατά κεφαλήν επίπεδο βιομηχανικής παραγωγής των ΗΠΑ; Θα επιβίωνε τότε ο αμερικάνικος καπιταλισμός; Κάτι τέτοιο, απαντούν οι τραμπιστές, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να συμβεί.

Ο Ομπάμα και το Κόμμα της Τάξης των mainstream Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων μοιράζονται πραγματικά την άποψη ότι ο πιο επικίνδυνος ξένος εχθρός είναι η Κίνα και όχι η Ρωσία (ο πιο επικίνδυνος εχθρός τους είναι η εργατική τάξη των ΗΠΑ). Αλλά, σε αντίθεση με τον Trump, οι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι του Κόμματος της Τάξης πιστεύουν ότι η αυξανόμενη οικονομική και χρηματοπιστωτική δύναμη της Κίνας καθιστά επικίνδυνο το να επιχειρήσουν να ρίξουν στην Κίνα το δόλωμα που ρίχνουν στη Ρωσία. Η Διατλαντική Εταιρική Σχέση (TPP) – που υποστηρίζεται τόσο από τις δημοκρατικές όσο και από τις ρεπουμπλικάνικες πτέρυγες του Κόμματος της Τάξης, σχεδιάστηκε για να επιβραδύνει την περαιτέρω ανάπτυξη της Κίνας χωρίς όμως να προκαλεί ‘υπερβολικά’ την Κίνα.

Εδώ και αρκετό καιρό, ο επιχειρηματικός τύπος στις ΗΠΑ γράφει αισιόδοξα άρθρα σχετικά με το πώς η Κίνα κάνει στροφή προς μια οικονομία ‘προσανατολισμένη στις υπηρεσίες’ και καθοδηγούμενη από τις καταναλωτικές ανάγκες με βάση την εγχώρια αγορά. Η ιδέα είναι ότι η περαιτέρω αύξηση του μεριδίου της κινεζικής βιομηχανίας στη συνολική παγκόσμια αγορά, που η εσωτερική αγορά των ΗΠΑ είναι το πιο σημαντικό της μέρος, έχει ήδη προχωρήσει υπερβολικά μακριά και πρέπει να αντιστραφεί σταδιακά. Από τώρα και στο εξής, η Κίνα θα πρέπει να αρκεστεί σε ένα μικρότερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς. Αλλά το Κόμμα της Τάξης πιστεύει ότι αυτό πρέπει να γίνει σταδιακά, χωρίς να ανατραπεί ολόκληρη η παγκόσμια οικονομική και πολιτική τάξη.

Η ιδέα πίσω από την TPP, η οποία δεν περιλαμβάνει την Κίνα, ήταν να ενθαρρύνει τη μετακίνηση της βιομηχανίας σε χώρες που έχουν πολύ λιγότερες πιθανότητες να αμφισβητήσουν το στρατό και την πολιτική εξουσία των ΗΠΑ από ό,τι έχει η Κίνα. Η Κίνα έχει τεράστια στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δύναμη. Σήμερα, ωστόσο, μια μόνο εν μέρει βιομηχανική Κίνα είναι κατά κύριο λόγο μια δύναμη της ξηράς, δεν είναι μια ναυτική ή αεροπορική δύναμη, και διατηρεί καθαρά αμυντική στάση.

Μέσω της TPP, ο Ομπάμα και οι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι του Κόμματος της Τάξης έλεγαν στις εταιρείες πως στο μέλλον θα πρέπει να προσπαθήσουν να βρουν εναλλακτικές (διαφορετικές από την Κίνα) όταν κάνουν βιομηχανικές επενδύσεις ή δίνουν δάνεια σε βιομηχανικούς καπιταλιστές στο εξωτερικό. Θα πρέπει να προσπαθήσουν να επενδύσουν στην περιοχή που καλύπτεται από την TPP, η οποία βρίσκεται, σε αντίθεση με την Κίνα και με την εξαίρεση του Βιετνάμ, κάτω από το στρατιωτικό έλεγχο των ΗΠΑ.

Ένα βασικό μέρος της πολιτικής του Ομπάμα ενάντια στην Κίνα ήταν το στρατιωτικό πίβοτ στην Ασία. Υπό τον Ομπάμα -και όχι τον Trump- ανακοινώθηκε ότι οι ΗΠΑ σκόπευαν να συγκεντρώσουν το 60% της τεράστιας στρατιωτικής τους δύναμης στον Ειρηνικό. Ένας από τους λόγους που ο Ομπάμα το έκανε αυτό ήταν για να αναγκάσει την Κίνα να δαπανήσει στο στρατό της ένα μεγαλύτερο μέρος από τα τεράστια ποσά υπεραξίας που παράγουν οι Κινέζοι εργάτες, και να μην το μετατρέψει σε ακόμα πιο παραγωγικό κεφάλαιο – επιβραδύνοντας περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας.

(εδώ το δεύτερο μέρος.)

_________________________________________________________________

Σημειώσεις

1 Στην περίπτωση που ο Τραμπ παραπέμπονταν και η Σύγκλητος τον αποκαθήλωνε – ή αναγκαζόταν σε παραίτηση όπως ακριβώς ο Νίξον τον Αύγουστο του 1974- θα γινόταν Πρόεδρος ο νυν αντιπρόεδρος, Μάικ Πενς (Mike Pence). Αν και ανήκει στην άκρα δεξιά πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, ο Πενς σε αντίθεση με τον Τραμπ θεωρείται ένας συμβατικός Χριστιανό-συντηρητικός Ρεπουμπλικάνος. Με άλλα λόγια, ο Πενς είναι αυτός που εκπροσωπεί το Κόμμα της Τάξης στην κυβέρνηση. Για παράδειγμα, στο ντιμπέιτ των αντιπροέδρων στο οποίο αντιπαρατέθηκε με τον αντίστοιχο υποψήφιο του Δημοκρατικού Κόμματος, Τιμ Κέιν (Tim Kaine), συμφώνησε με την Κλίντον και με τον Κέιν όσον αφορά την ανάγκη επιβολής ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στη Συρία.

Στη συνέχεια, ο Τραμπ ανακοίνωσε πως διαφωνούσε με μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων όπως αυτή που είχε υλοποιηθεί στη Λιβύη, κάτι που εξόργισε τις ηγεσίες των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων. Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι ηγεσίες θα προτιμούσαν τον Πενς στο τιμόνι της Προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ.

2 Υπάρχει πραγματικά διαφορά ανάμεσα στους ντροπαλούς υποστηριχτές του αντισημιτισμού, που εμφανίζονται ιδιαίτερα στην ‘alt-right’ (εναλλακτική δεξιά) πτέρυγα του Τραμπ που έντεχνα αποκρύπτουν το νεοναζιστικό τους χαρακτήρα και τους υποστηριχτές του Σιωνισμού; Η απάντηση είναι όχι. Φυσικά ο αντισημιτισμός τους δεν έχει λάβει την μορφή της ανοιχτής και αμεταμφίεστης ισλαμοφοβίας που εκφράζει ο Τραμπ.

Στην πραγματικότητα ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός ανέκαθεν υποστήριζε το Σιωνισμό, καθώς και τα δύο ρεύματα είχαν τον ίδιο στόχο, δηλαδή την απομάκρυνση των Εβραίων από την Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, η δεύτερη σε αντισημιτισμό ευρωπαϊκή κυβέρνηση ήταν η Πολωνία, η οποία είχε υποστηρίξει τον Σιωνισμό ως πολιτικό σχέδιο με σκοπό να εκδιώξει ένα μεγάλο τμήμα του εβραϊκού πληθυσμού. Ακόμα και οι ίδιοι οι Ναζί είχαν υποστηρίξει το σιωνιστικό κίνημα στη Γερμανία τη δεκαετία του 30’ προκειμένου να διώξουν τους Γερμανούς Εβραίους.

Τον προηγούμενο χρόνο, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Νετανιάχου προκάλεσε ένα σκάνδαλο όταν ισχυρίστηκε ότι ο μόνος στόχος του Χίτλερ ήταν το να διώξει τους Εβραίους από την Ευρώπη, ό,τι δηλαδή ήθελε και ο Σιωνισμός. Ο μόνος λόγος, σύμφωνα με τον Νετανιάχου, που υλοποιήθηκε το σχέδιο δολοφονίας των Ευρωπαίων Εβραίων ήταν επειδή ο Χίτλερ πείστηκε από το Μεγάλο Μουφτή της Ιερουσαλήμ.

Σύμφωνα με τον ακροδεξιό ρατσιστή πρωθυπουργό του Ισραήλ, δεν ήταν ο Χίτλερ και οι Ναζί υπεύθυνοι για το Ολοκαύτωμα, αλλά ο Παλαιστινιακός λαός και ο ηγέτης του, ο Μεγάλος Μουφτής. Ενώ πράγματι ο Μεγάλος Μουφτής έβλεπε τον Χίτλερ ως σύμμαχο, δεν υπάρχει σοβαρός ιστορικός που να θεωρεί ότι η πολιτική του Χίτλερ όσον αφορά τους Ευρωπαίους Εβραίους επηρεαζόταν από αυτόν. Η ιστορία δείχνει ότι οι Ναζί έπαψαν να υποστηρίζουν τον Σιωνισμό μόνο όταν κρίθηκε ότι η Παλαιστίνη θα έμενε υπό βρετανικό έλεγχο μετά το ξέσπασμα του Β’ ΠΠ. Η κατάληψη της Παλαιστίνης δεν μπορούσε να υλοποιηθεί στρατιωτικά από τη Γερμανία, καθώς η πολεμική της δραστηριότητα προσανατολιζόταν κυρίως έναντι της Σοβιετικής Ένωσης.

Δεύτερον η φιλική στάση των Γερμανών απέναντι στους Άραβες και τους Μουσουλμάνους είχε να κάνει με τα συμφέροντα τους και ιδιαίτερα το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Αράβων και των Μουσουλμάνων, με την εξαίρεση της ιταλικής αποικίας της Λιβύης, καταπιεζόταν από τις «συμμαχικές» δυνάμεις και κυρίως τη Βρετανία. Η Γερμανία έτσι μπόρεσε στον Β’ ΠΠ να έχει μερικά φτηνά προπαγανδιστικά προτερήματα, δήθεν υποστηρίζοντας τον παλαιστινιακό αγώνα έναντι του Σιωνισμού.

Οι ΗΠΑ την ίδια περίοδο υποστήριζαν τον αγώνα των Κινέζων και των Βιετναμέζων απέναντι στην Ιαπωνία! Στη πραγματικότητα η Γερμανία δεν προσέφερε καθόλου στρατιωτική προστασία στους Μουσουλμάνους και τους Άραβες έναντι του βρετανικού ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα στους Παλαιστίνιους στην πάλη τους  έναντι των Σιωνιστών αποικιοκρατών. Η προπαγανδιστικού τύπου υποστήριξη από τους Ναζί προς του Άραβες Μουσουλμάνους και τον παλαιστινιακό αγώνα βέβαια απέκτησε αξία καθώς βοήθησε στο να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη στην Ευρώπη καθώς και την Σοβιετική Ένωση και να υποστηριχθεί ο Σιωνισμός στην αντιπαράθεση του με τους υποτιθέμενους «αντιδραστικούς φιλοναζιστές Παλαιστίνιους».

Πέρασαν πολλές δεκαετίες σιωνιστικών και ισραηλίτικων εγκλημάτων έναντι του παλαιστινιακού λαού και πρακτικά την έλευση της νέας γενιάς μέχρι να ξεκαθαριστεί αυτή η παρανόηση. Μόνο τότε μπόρεσε η ευρωπαϊκή και η αμερικανική αριστερά να επιστρέψει στις ιστορικές αντισιωνιστικές της θέσεις.

Στο σήμερα υπάρχουν πολλές ευρωπαϊκές και αμερικανικές φασιστικές δυνάμεις που θαυμάζουν το απαρτχάιντ στο Ισραήλ καθώς αποτελεί το μόνο ανοιχτά ρατσιστικό – ή χρησιμοποιώντας την ορολογία τους «εθνοτικό» – κράτος που έχει απομείνει στον κόσμο μετά το τέλος του νοτιοαφρικανικού Απαρτχάιντ. Ακόμα και αν αναπτυχθεί ο αντισημιτισμός στις ΗΠΑ, δεν θα λάβει ποτέ – τουλάχιστον στην αρχή – τη σύγχρονη μορφή της εξόντωσης των Αμερικανών Εβραίων με τη συγκρότηση στρατοπέδων εξόντωσης. Στο σήμερα είναι η εξόντωση των Μουσουλμάνων, κάτι που υποστηρίζεται ανοιχτά από μερικούς υποστηριχτές του Τραμπ, που αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο.

Είναι πιθανότερο το ενδεχόμενο ότι ο αναπτυσσόμενος αντισημιτισμός θα λάβει πρώτα από όλα την μορφή της πίεσης προς τους Αμερικανούς Εβραίους να μετακινηθούν στο Ισραήλ για να μείνουν στους νέους οικισμούς που ιδρύει η ακροδεξιά σιωνιστική κυβέρνηση του Ισραήλ. Δεν είναι για τους Εβραίους το Ισραήλ και όχι οι ΗΠΑ η πραγματική τους πατρίδα; Έτσι ακριβώς αναπτύχθηκε και ο αντισημιτισμός στην Ευρώπη της δεκαετίες πριν από το ολοκαύτωμα.

3  Η Τρίτη Διεθνής το 1936 δεν ήταν οργανωμένη με την μορφή μίας ομοσπονδίας των Κομμουνιστικών Κομμάτων του κόσμου αλλά ως ένα ενιαίο παγκόσμιο συγκεντροποιημένο Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου τα εθνικά τμήματα παρέμεναν υποταγμένα στην ενιαία διεθνή ηγεσία. Έπειτα από το εγκεφαλικό που έπαθε ο Λένιν, το οποίο έβαλε ένα τέλος στον πολιτικό του βίο το 1923, ξέσπασε ένας αγώνας σχετικά με το ποιος θα αναλάβει την ηγεσία στο Σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα και την κυβέρνηση. Αυτή η αντιπαράθεση όμως ήταν επί της ουσίας λόγω του μεγάλου συγκεντρωτισμού μία πάλη για την ηγεσία ολόκληρης της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Μέχρι το 1936 οι υποστηριχτές του Ι.Β. Στάλιν, που αποκαλούνταν «Σταλινικοί» από τους εχθρούς τους, είχαν την ηγεσία του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος, της Σοβιετικής Κυβέρνησης, και των εθνικών τμημάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚ ΗΠΑ. Το 1936, το ΚΚ ΗΠΑ αναπτυσσόταν ραγδαία και καθοδηγούνταν από τον Earl Browder (1891-1973), που ήταν ένθερμος υποστηριχτής του Στάλιν. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Browder, ο διάσημος Βούλγαρος κομμουνιστής Γκεόργκι Δημητρώφ, ο επίσημος ηγέτης της Κομμουνιστικής Διεθνούς – ενώ ο Στάλιν ήταν ο ανεπίσημος πολιτικός της ηγέτης – είπε στον Browder ότι η Διεθνής θεωρούσε πως το ΚΚ ΗΠΑ έπρεπε να υποστηρίξει τον Ρούζβελτ στις ερχόμενες προεδρικές εκλογές ως τμήμα της λαϊκομετωπικής πολιτικής της Κομιντέρν έναντι του φασισμού.

Ο Browder, που γνώριζε καλύτερα την πολιτική κατάσταση στην Αμερική από τον Δημητρώφ, θεωρούσε πως δεν θα ήταν σοφό να γίνει αυτό δημοσίως, γιατί θα επέτρεπε στους Ρεπουμπλικανούς να ισχυριστούν ότι ο Ρούζβελτ ήταν «κομμουνιστής» ή η επιλογή της «Μόσχας». Στο πλαίσιο της έντονα αντικομμουνιστικής πολιτικής ατμόσφαιρας που κυριάρχησε στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του ’30, αν το Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριζε ανοιχτά τον Ρούζβλετ περισσότερο θα δημιουργούσε πρόβλημα στον Αμερικανό προεδρικό υποψήφιο θα τον υποστήριζε.

Αντ’ αυτού, ο Browder πρότεινε στον Δημητρώφ να ανακηρύξει τον εαυτό του ως κομμουνιστή υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές. Κατά τη διάρκεια όμως της εκστρατείας ο Browder χτυπούσε κυρίως του Ρεπουμπλικανούς και τον υποψήφιο τους, τον Αλφ Λάντον. Το σύνθημα του ΚΚ ΗΠΑ, που πρότεινε ο Browder ήταν «Ήττα του Λάντον με κάθε κόστος». Το ΚΚ ΗΠΑ αξιοποίησε την επιρροή του στα συνδικάτα, τις κοινότητες των Αφροαμερικανών και των Εβραίων, τους καλλιτέχνες και διανοούμενους με σκοπό να ενθαρρύνει τον κόσμο να ψηφίσει υπέρ του Ρούζβελτ. Όμως όταν τα μέλη του ΚΚ ρωτούνταν αν υποστήριζαν τον Ρούζβελτ, το αρνούνταν και εξηγούσαν πως υποστήριζαν τον Browder για πρόεδρο. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωναν να κάνουν αυτό που λέγεται σήμερα ως «εύλογη δυνατότητα άρνησης».

Στην πραγματικότητα ο Στάλιν μπορούσε να επηρεάσει τις αμερικανικές εκλογές του 1936 πολύ περισσότερο συγκριτικά με τις δυνατότητες του Πούτιν στις εκλογές του 2016. Ο Πούτιν είναι ένας Ρώσος εθνικιστής, ο οποίος δεν έχει ούτε στη Ρωσία ένα αποκλειστικά δικό του κόμμα, πόσο μάλλον παγκοσμίως. Δεν υπάρχει κόμμα υποστηρικτών του Πούτιν στις ΗΠΑ και ούτε μπορεί να υπάρξει ποτέ. Επίσης η Σοβιετική Ένωση είχε κατορθώσει τρομακτικά αποτελέσματα με τα πενταετή πλάνα υπό την ηγεσία του Στάλιν. Με αυτά είχαν κερδίσει τον θαυμασμό του κόσμου καθώς μπόρεσαν να επιτύχουν άγνωστους έως τώρα ρυθμούς βιομηχανικής παραγωγής, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο λόγω της Μεγάλης Ύφεσης μόλις που δημιουργούνταν νέες θέσεις δουλειάς στην βιομηχανία.

Από την Οκτωβριανή Επανάσταση, το σοβιετικό κράτος και το παγκόσμιο κόμμα εξουσίας του – η Κομμουνιστική Διεθνής – είχε υποστηρίξει τα δικαιώματα των εκμεταλλευόμενων εθνοτήτων σε ολόκληρη τη Γη, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών.

Αντιθέτως, η Ρωσία του 2016 υπό την ηγεσία του Πούτιν μόλις και μετά βίας μπορεί και υπερβαίνει την τελευταία ύφεση που προέκυψε ως αποτέλεσμα της πτώσης των τιμών του πετρελαίου και των κυρώσεων των ΗΠΑ. Ενώ η υποστήριξη της πολιορκούμενης Συρίας έχει προσδώσει σεβασμό στη Ρωσία, δεν μπορεί να σταθεί η οποιαδήποτε σύγκριση με το κύρος της Σοβιετικής Ένωσης και της Κομμουνιστικής Διεθνούς μεταξύ των καταπιεσμένων εθνών και εθνοτήτων του 1936. Σε πλήρη αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε το 1936, η κυβέρνηση του Πούτιν δεν υποστηρίζει τα αμερικανικά συνδικάτα ή το αφρικανοαμερικανικό κίνημα, και γενικώς κανένα τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας.

4 Το σύστημα της Εθνικής Επιτροπής Εργασίας, που εγκαθιδρύθηκε με το New Deal, προέβλεπε ότι όταν μία ομάδα εργατών ήθελε να φτιάξει σωματείο, έπρεπε να πραγματοποιήσει εκλογές υπό την εποπτεία της κυβέρνησης, για να αποφασιστεί αν η πλειοψηφία των εργατών επιθυμούσε να αντιπροσωπεύεται από το συγκεκριμένο σωματείο. Τo New Deal εισήγαγε αυτή την νομοθεσία με σκοπό να στρέψει τους εργάτες  από τους αγώνες στο δρόμο στους εκλογικούς θαλάμους. Επίσης η Επιτροπή αυτή έδινε την δυνατότητα στα αφεντικά να καθυστερούν την διαδικασία και να την μετατρέπουν σε μία παρατεταμένη δικαστική διαδικασία.

Για παράδειγμα, το αφεντικό μπορούσε να απολύσει όσους εργάτες ηγούνταν της προσπάθειας δημιουργίας συνδικάτου. Αυτό υπό το νέο νομικό καθεστώς ήταν παράνομο. Η Επιτροπή έβρισκε ότι το αφεντικό παραβίαζε τον νόμο, όμως δεν του επέβαλε μεγάλες ποινές. Στο ενδιάμεσο όμως οι εργάτες που ήθελαν να φτιάξουν συνδικάτο είχαν βρει δουλειές αλλού, και το συνδικάτο δεν είχε φτιαχτεί. Έτσι κατάφεραν να καταστείλουν τη δημιουργία συνδικάτων της AFL-CIO εκείνη την εποχή.

Το αντίμετρο των εργατών ήταν η πρόταση του «χτυπήματος κάρτας», που σήμαινε ότι αν η πλειοψηφία των εργατών συμφωνούσε με την αντιπροσώπευση του από ένα σωματείο, αυτό αναγνωριζόταν εκείνη τη στιγμή. Αυτή η μεταρρύθμιση αδιαμφισβήτητα απλοποίησε την δημιουργία σωματείων και την εισαγωγή τους στο πλαίσιο της Εθνικής Επιτροπής Εργασίας. Ο Ομπάμα και οι Δημοκρατικοί είχαν υποσχεθεί το 2008 ότι θα νομοθετούσαν την εγκαθίδρυση του «χτυπήματος της κάρτας», χωρίς όμως να τηρήσουν την υπόσχεση τους.

5 Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι οι ΗΠΑ, όπως και η Ρωσία, είναι μια σημαντική παραγωγός ενέργειας, γεωργικών και ορυκτών ακατέργαστων αγαθών, καθώς και χρυσού. Όμως, καθώς ο Τραμπ σχεδιάζει ένα βιομηχανικό μέλλον για τις ΗΠΑ, η οικονομία τους θα τείνει να συμπληρώνει παρά να ανταγωνίζεται την προσανατολισμένη προς την παραγωγή πρώτων υλών οικονομία της Ρωσίας. Το αντίθετο όμως θα συμβαίνει όσον αφορά την βιομηχανική Κίνα.

6 Υπό τον Ομπάμα, οι ΗΠΑ βομβάρδισαν το ISIS στη Συρία χωρίς να δεχθούν υποστήριξη από τη συριακή κυβέρνηση του προέδρου Άσσαντ. Μάλιστα σε μια περίπτωση βομβάρδισαν «τυχαία» συριακές κυβερνητικές δυνάμεις. Η Ρωσία, αντιθέτως, έχει βομβαρδίσει τις δυνάμεις του ISIS στο πλαίσιο της συμφωνίας της με τον πρόεδρο Άσσαντ και έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην πρόσφατη ήττα των φιλοϊμπεριαλιστών ‘ανταρτών’ που για μερικά χρόνια είχαν υπό τον έλεγχο τους τη συριακή πόλη του Χαλεπιού. Ο Τραμπ, προτού γίνει πρόεδρος, είχε αποκαλύψει πως θα προτιμούσε να συνεργαστεί με τους Ρώσους, ώστε να ηττηθεί το ISIS, παρά να ανατρέψει τη συριακή κυβέρνηση. Σύντομα θα φανεί ποια θα είναι η πραγματική πολιτική του Τραμπ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s