Η αιματηρή άνοδος του συστήματος του δολαρίου

1479827625403Αναδημοσιεύουμε μεταφρασμένο ένα ακόμα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο του Αμερικανού μαρξιστή οικονομολόγου Sam Williams. Αν και γραμμένο το 2015, διατηρεί στο ακέραιο την επικαιρότητά του.

Μετάφραση Δημήτρης Κ., επιμέλεια ΦΤ.

πηγή: https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/responses-to-readers-austrian-economics-versus-marxism/the-bloody-rise-of-the-dollar-system/#fn7

______________

 Το σύγχρονο διεθνές νομισματικό σύστημα με κέντρο το δολάριο είναι αποτέλεσμα του ανταγωνισμού ενός αιώνα μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών, ιδιαίτερα των ιμπεριαλιστικών χωρών. Ο ανταγωνισμός που οδήγησε στο σύγχρονο σύστημα του δολαρίου δεν ήταν μόνο οικονομικός αλλά και πολιτικός και όχι λιγότερο στρατιωτικός. Ο στρατιωτικός ανταγωνισμός πήρε την μορφή όχι μονάχα ενός αλλά δύο εκ των πλέον αιματηρών πολέμων στην παγκόσμια ιστορία.

Η σχέση μεταξύ οικονομικού, πολιτικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού

 Αν και δεν υπάρχει μια σχέση του τύπου ένας προς έναν μεταξύ του πολιτικο-στρατιωτικού και του οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών, ο πολιτικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός έχει τις ρίζες του στον οικονομικό ανταγωνισμό. Συνεπώς κατά την εξέταση του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών πρέπει πρώτα να μελετήσουμε τον οικονομικό ανταγωνισμό. Ποιοι είναι οι οικονομικοί νόμοι που διέπουν τον ανταγωνισμό και το εμπόριο μεταξύ των διαφόρων κεφαλαιοκρατικών χωρών;

  Καταρχάς, ας επανεξετάσουμε τους νόμους που δεν διέπουν το διεθνές εμπόριο στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Χρησιμοποιώντας την ποσοτική θεωρία του χρήματος, και εμμέσως, τον νόμο του Say[1] η εικόνα των (αστών) οικονομολόγων περί του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών, σαν ένα φιλικό παιχνίδι, στα πλαίσια του οποίου όλοι αναδεικνύουν τον νικητή. Μέσα σε κάθε χώρα, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, υπάρχει «πλήρης απασχόληση».

  Σύμφωνα με τους σύγχρονους μαργκιναλιστές οικονομολόγους, σε συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού[2] κάθε «συντελεστής της παραγωγής» – η γη αντιπροσωπεύεται από τους γαιοκτήμονες, το κεφάλαιο από τους κεφαλαιοκράτες και η εργασία από τους εργάτες – λαμβάνουν πίσω με την μορφή της γαιοπροσόδου, του τόκου επί του κεφαλαίου, και του μισθού, ακριβώς την αξία που κάθε ένας από αυτούς τους συντελεστές δημιούργησε. Οι οικονομολόγοι μας ισχυρίζονται πως εφόσον υπάρχει τέλειος ανταγωνισμός, κανένας «συντελεστής της παραγωγής» δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί τον άλλον.

Ομοίως και στο παγκόσμιο εμπόριο, κάθε χώρα επωφελείται από το «ελεύθερο εμπόριο». Σύμφωνα με την θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος[3], κάθε χώρα επικεντρώνει την παραγωγή της σε ό, τι είναι συγκριτικά καλύτερη, και όχι απαραιτήτως σε ό, τι είναι απολύτως καλύτερη. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία, μια δεδομένη χώρα, ακόμη και αν η παραγωγικότητα της εργασίας της είναι κάτω του μέσου όρου σε κάθε κλάδο της παραγωγής, πάντα θα υπάρχουν κάποιοι κλάδοι στους οποίους θα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο θα της επιτρέπει να επικρατεί στον διεθνή ανταγωνισμό.

 Ως εκ τούτου, εάν θέλουμε να πιστέψουμε τους οικονομολόγους, οι χώρες που είναι ανεπαρκείς σε σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις επωφελούνται από το διεθνές εμπόριο, όπως ακριβώς οι χώρες οι οποίες μονοπωλούν τις πιο προηγμένες παραγωγικές δυνάμεις στον κόσμο. Ως αποτέλεσμα, οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται πως πρόκειται για το πλέον αποτελεσματικό σύστημα παγκόσμιας παραγωγής που οι τεχνικές και φυσικές συνθήκες της παραγωγής επιτρέπουν να υπάρχει.

 Στην «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος» που εκδόθηκε στα 1936, ο  John Maynard Keynes παραδέχθηκε πως αυτή η εικόνα της διεθνούς αρμονίας ήταν ψευδής. Πολύ μακριά από την περίπτωση της «πλήρους απασχόλησης» οι κεφαλαιοκρατικές χώρες, κατά κανόνα, μπορούν να παράγουν πολύ περισσότερα εμπορεύματα από αυτά που μπορούν να πουλήσουν στις εγχώριες αγορές τους.

  Αυτό σημαίνει πως συνολικά η παραγωγική ικανότητα των κεφαλαιοκρατικών χωρών έχει καταστεί κατά πολύ μεγαλύτερη από τις διαθέσιμες αγορές. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι οι περιοδικοί πόλεμοι μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών με στόχο την αύξηση του ατομικού τους μεριδίου από την παγκόσμια αγορά. Ο Keynes αναγνώριζε πως η μερκαντιλιστική θέαση του κόσμου[4], στα πλαίσια της οποίας κάθε (κεφαλαιοκρατική) χώρα μπορούσε να αποκτήσει πλούτο μόνο σε βάρος άλλων εθνών, ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα από ότι η συμβιβαστική θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος, κατά την οποία τα έθνη πλουτίζουν από κοινού μέσω του ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου[5].

 Ο Keynes, ωστόσο, ισχυρίστηκε πως κάτι τέτοιο ναι μεν ήταν αλήθεια, αλλά όχι εξαιτίας της φύσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, αλλά λόγω της εσφαλμένης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής που οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες των κεφαλαιοκρατικών χωρών είχαν ακολουθήσει. Εάν μονάχα ακολουθούνταν στο μέλλον οι κατάλληλες νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές η «πλήρης απασχόληση» στο εσωτερικό κάθε χώρας την οποία υπόσχονταν οι μαργκιναλιστές οικονομολόγοι, θα γινόταν πραγματικότητα.

Μόλις επιτευχθεί σε μόνιμη βάση «η πλήρης απασχόληση» μέσα σε κάθε κεφαλαιοκρατική χώρα, το παγκόσμιο εμπόριο θα καταστεί αυτό το φιλικό παιχνίδι που οι προ-κεϋνσιανοί μαργκιναλιστές ισχυρίζονταν πως είναι. Η Βρετανία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να επωφεληθεί αν αντάλλαζε μερικά βιοτεχνικά κατασκευασμένα προϊόντα με τροπικούς καρπούς οι οποίοι δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν στο Βρετανικό κλίμα.

  Μονάχα μέσα από το παγκόσμιο εμπόριο δύνανται οι Άγγλοι να απολαμβάνουν κρασιά, πορτοκάλια, μάνγκο και ούτω καθεξής. Ο Keynes θεωρούσε πως με την υιοθέτηση πολιτικών από τις κεφαλαιοκρατικές κυβερνήσεις, οι οποίες διασφαλίζουν μόνιμη «πλήρη απασχόληση» μέσα σε κάθε κεφαλαιοκρατική χώρα, οι πόλεμοι για τις αγορές θα λάβουν τέλος. Τότε, θεωρούσε ο Keynes, η ειρήνη θα βασιλέψει μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών, όπως ακριβώς και στο εσωτερικό των χωρών θα επικρατήσει η ταξική ειρήνη.

 Ωστόσο, όπως έχουμε δει, οι κεϋνσιανές πολιτικές σταθεροποίησης έχουν πλήρως αποτύχει να υπερβούν την αντίθεση μεταξύ της δυνατότητας που έχει μια κεφαλαιοκρατική χώρα να παράγει και της δυνατότητάς της να πουλά όλο το προσδοκώμενο παραγόμενο εμπόρευμα σε επικερδείς τιμές. Ως αποτέλεσμα, ζούμε ακόμα σε έναν κόσμο, στα πλαίσια του οποίου το διεθνές εμπόριο διέπεται από νόμους που είναι πιο κοντά στον κόσμο των μερκαντιλιστών από ό,τι στον ειρηνικό ρικαρντιανής έμπνευσης κόσμο του συγκριτικού πλεονεκτήματος.

 Πράγματι, η «Γενική Θεωρία» είχε μόλις πάει στο τυπογραφείο όταν ξέσπασε ο πιο αιματηρός ενδο-ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην ιστορία, ένας πόλεμος στα πλαίσια του οποίου ο αγώνας για τις αγορές μόνο μικρό ρόλο δεν διαδραμάτισε[6].

 Αν ο νόμος του συγκριτικού πλεονεκτήματος δεν λειτουργεί μέσα σε μια κεφαλαιοκρατική οικονομία, τι διέπει το παγκόσμιο εμπόριο μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών; Το διεθνές εμπόριο διέπεται από τον νόμο της αξίας, ο οποίος λειτουργεί στην παγκόσμια αγορά όπως ακριβώς λειτουργεί και στην εγχώρια αγορά. Όπως ακριβώς το θέτει ο Anwar Shaikh, δεν είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα αλλά το απόλυτο πλεονέκτημα που διέπει το παγκόσμιο εμπόριο.

 Υπάρχουν, ωστόσο, δύο διαφορές μεταξύ της εθνικής αγοράς και της παγκόσμιας αγοράς. Η μια διαφορά είναι στην πραγματικότητα επιφανειακή. Το παγκόσμιο εμπόριο εμπεριέχει την ανταλλαγή διαφορετικών νομισμάτων ενώ στο εγχώριο εμπόριο μόνο ένα νόμισμα χρησιμοποιείται[7]. Παρά τους ισχυρισμούς των αστών οικονομολόγων για το αντίθετο αυτό δεν κάνει καμιά ουσιαστική διαφορά.

 Μια δεύτερη, περισσότερο σημαντική, διαφορά είναι ότι μέσα σε ένα έθνος η εργατική δύναμη μιας δεδομένης ικανότητας έχει περισσότερο ή λιγότερο την ίδια αξία. Κατά συνέπεια, η τιμή της εργατικής δύναμης -ο μισθός- ενός δεδομένου τύπου θα είναι περισσότερο ή λιγότερο ίδια για κάθε κεφαλαιοκράτη που δραστηριοποιείται μέσα στην εγχώρια αγορά. Αυτό δεν ισχύει για την παγκόσμια αγορά.

Διαφορές στην αξία της εργατικής δύναμης μέσα σε διαφορετικές χώρες

 Ο Μαρξ εξήγησε πως η αξία της εργατικής δύναμης περιέχει δύο βασικά στοιχεία: το ένα είναι το βιολογικό όριο το οποίο είναι απαραίτητο για την διατήρηση και την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Δεύτερον υπάρχει ένα ηθικό στοιχείο που προστίθεται στο πρώτο μέρος. Αυτό το επιπρόσθετο ηθικό στοιχείο καθορίζεται από ιστορικούς παράγοντες και την ταξική πάλη που διεξάγεται μέσα σε κάθε ξεχωριστή κεφαλαιοκρατική χώρα.

 Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν σαν μια «αποικία λευκών» της Βρετανίας. Η γη εύκολα αποτελούσε αντικείμενο κλοπής από τους γηγενείς κατοίκους εκ μέρους των πρώτων Ευρωπαίων αποίκων οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με πυρά που είχαν αναπτυχθεί στην Ασία και στην Ευρώπη. Αυτού του τύπου τα πυρά δεν ήταν διαθέσιμα για τους γηγενείς Αμερικανούς καθώς αυτοί είχαν απομονωθεί από την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική από τότε που οι πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Αμερική περισσότερο από 10 χιλιάδες χρόνια πριν.

 Με άφθονη φθηνή γη διαθέσιμη, η «ελεύθερη εργατική δύναμη» ήταν σπάνια στις αποικίες της βόρειας Αμερικής και στις πρώιμες Ηνωμένες Πολιτείες. Σε ένα πολύ μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν που υπήρξε στην περίπτωση της Ευρώπης, η ισορροπία των δυνάμεων στην βόρειο-Αμερικάνικη αγορά εργασίας, ευνόησε τους πωλητές εργατικής δύναμης –τους εργάτες- περισσότερο από τους αγοραστές εργατικής δύναμης- τους κεφαλαιοκράτες.

  Σαν αποτέλεσμα το ηθικό στοιχείο στον καθορισμό της αξίας της εργατικής δύναμης ήταν πολύ μεγαλύτερο στις ΗΠΑ από ότι στην Ευρώπη, για να μην αναφερθούμε στην Ασία ή στην Αφρική. Ανάλογοι παράγοντες λειτούργησαν και σε άλλες «λευκές αποικίες» όπως στον Καναδά και στην Αυστραλία.[8]

  Έχοντας κατά νου πως η εργατική δύναμη έχει διαφορετική αξία σε διαφορετικές χώρες, ας εξετάσουμε πως ο νόμος της αξίας λειτουργεί στο διεθνές εμπόριο. Κάθε ξεχωριστό εμπόρευμα, διαθέτει και την ξεχωριστή του αξία -την ποσότητα της ανθρώπινης εργασίας που δαπανήθηκε κατά την παραγωγή του- και μια κοινωνική αξία- την ποσότητα της ανθρώπινης εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαία για να παραχθεί το συγκεκριμένο εμπόρευμα υπό την δεδομένες συνθήκες παραγωγής. Αν περισσότερη συγκεκριμένη εργασία χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενός δεδομένου εμπορεύματος μιας δεδομένης ποιότητας από ότι είναι ο μέσος όρος για την παραγωγή ενός τέτοιου εμπορεύματος, αυτό θα σήμαινε πως η συγκεκριμένη εργασία θα αντιπροσώπευε ένα μικρότερο ποσό αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας.

  Από την άλλη πλευρά, εάν ένα δεδομένο εμπόρευμα παράγεται με λιγότερη συγκεκριμένη εργασία από ο, τι απαιτεί ο μέσος όρος για την παραγωγή ενός τέτοιου εμπορεύματος με τέτοια ποιότητα κάτω από τις υφιστάμενες συνθήκες παραγωγής, αυτό θα σήμαινε πως το εμπόρευμα θα αντιπροσώπευε μια μεγαλύτερη ποσότητα αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας από ότι συγκεκριμένη εργασία που δαπανήθηκε για την κατασκευή τους. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ίσα. Οι παραγωγοί εμπορευμάτων που παράγουν εμπορεύματα ίδιας αξίας και ποιότητας με την μικρότερη ποσότητα εργασίας θα οδηγήσουν άλλους εμπορευματοπαραγωγούς εκτός δουλειάς. Η μεμονωμένη αξία των δικών τους εμπορευμάτων καθίσταται τότε η νέα χαμηλότερη κοινωνική αξία των εμπορευμάτων.

Πως εφαρμόζεται αυτός ο νόμος στο διεθνές εμπόριο;

 Η διάκριση μεταξύ της ατομικής αξίας ενός εμπορεύματος και της κοινωνικής του αξίας, μπορεί να επεκταθεί σε εμπορεύματα που έχουν παραχθεί σε διαφορετικές χώρες με διαφορετικές παραγωγικές δυνάμεις. Πρώτα- πρώτα, τι είναι αυτό που καθορίζει την παραγωγικότητα της εργασίας σε διαφορετικές χώρες;

 Η παραγωγικότητα της εργασίας μέσα σε μια χώρα καθορίζεται από δύο παράγοντες: πρώτον καθορίζεται από τον βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όσο περισσότερο ανεπτυγμένες είναι οι παραγωγικές δυνάμεις, τόσο μικρότερη ποσότητα ανθρώπινης εργασίας χρειάζεται κατά μέσο όρο για την παραγωγή ενός εμπορεύματος δοσμένης αξίας χρήσης και ποιότητας. Δεύτερον η παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας καθορίζεται επίσης από τις φυσικές συνθήκες της παραγωγής.

 Ας υποθέσουμε πως για ένα δεδομένο εμπόρευμα δεν γίνεται διεθνές εμπόριο. Σε αυτή την περίπτωση η κοινωνική αξία των εμπορευμάτων αυτών θα καθοριζόταν σε μια απολύτως εθνική βάση. Ως εκ τούτου, εν τη απουσία διεθνούς εμπορίου, εμπορεύματα με την ίδια αξία χρήσης και ποιότητα θα είχαν εντελώς διαφορετικές (κοινωνικές) αξίες σε διαφορετικές χώρες.

  Εάν πάμε στο άλλο άκρο, αν η παγκόσμια αγορά ήταν πλήρως σχηματισμένοι τα εμπορεύματα ίδιας αξίας χρήσης και ποιότητας θα είχαν ακριβώς την ίδια κοινωνική αξία σε όλες τις χώρες- αφήνοντας κατά μέρος το κόστος μεταφοράς. Στην πραγματικότητα, πολλά εμπορεύματα βρίσκονται μεταξύ του καθορισμού της κοινωνικής τους αξίας από την εθνική αγορά και την παγκόσμια. Ως εκ τούτου δυνάμεθα να μιλάμε για εθνικές αξίες πολλών εμπορευμάτων.

 Η αξία του χρηματικού εμπορεύματος -των ράβδων χρυσού- καθορίζεται σε παγκόσμια βάση, δεδομένου του ότι εάν υπάρχει ένα εμπόρευμα που συναλλάσσεται διεθνώς είναι εκείνο το εμπόρευμα ή τα εμπορεύματα που λειτουργούν σαν χρήμα. Είναι αλήθεια, πως σε περασμένες εποχές την επαύριον της ανακάλυψης νέων πηγών φθηνού χρυσού, ο χρυσός για μια περίοδο απέκτησε χαμηλότερη τοπική αξία από ότι είχε στην παγκόσμια ή και ακόμα στην εθνική αγορά. Αυτό συνέβη για παράδειγμα μετά την ανακάλυψη χρυσού στην Καλιφόρνια στα 1848. Αλλά αρκετά σύντομα η διαφορά αυτή μεταξύ της αξίας του χρυσού στην Καλιφόρνια και την υπόλοιπη παγκόσμια αγορά εξομαλύνθηκε.

  Το αποτέλεσμα ήταν μια μετριοπαθής πτώση της αξίας του χρυσού σε παγκόσμιο επίπεδο, και η συνακόλουθη τάση οι τιμές που εκφράζονταν σε βάρος ράβδων χρυσού, να αυξηθούν σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά. Πράγματι ιστορικά τεκμήρια δείχνουν πως οι τιμές των εμπορευμάτων άρχισαν να αυξάνονται με την ανακάλυψη χρυσού στην Καλιφόρνια και στην Αυστραλία, και συνέχισαν να αυξάνονται μέχρι την κρίση των Γερμανών-Αυστριακών και των ΗΠΑ το 1873.

  Επειδή τα διαφορετικά εθνικά νομίσματα αναπαριστούν το ίδιο υλικό αξίας χρήσης -ράβδους χρυσού- όπως και την ίδια κοινωνική ουσία -αφηρημένη ανθρώπινη εργασία που είναι άμεσα κοινωνική- είναι αμοιβαία ανταλλάξιμα το ένα με το άλλο. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε πως μια Βρετανική λίρα ισούται με δύο Αμερικανικά δολάρια. Ή πράγμα που σημαίνει ακριβώς το ίδιο μια λίρα αντιπροσωπεύει δύο φορές την ποσότητα ράβδων χρυσού που αντιπροσωπεύει το αμερικανικό δολάριο. Σε αυτή την περίπτωση η τιμή για δύο Βρετανικές λίρες αντιπροσωπεύει ακριβώς την ίδια τιμή που έχουν τέσσερα Αμερικανικά δολάρια.

Άνιση ανταλλαγή

  Ένας από τους τρόπους που μια χώρα με ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, μπορεί να εκμεταλλευτεί μια άλλη με λιγότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις είναι όταν η πρώτη χώρα πουλά τα προϊόντα της σε τιμές που είναι πάνω από την εθνικά προσδιορισμένη αξία τους και κάτω από την εθνικά προσδιορισμένη αξία που έχουν στην χώρα με τις λιγότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις.

  Η διαφορά μεταξύ της ποσότητας αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας που ένα εμπόρευμα αναπαριστά στην εγχώρια αγορά της χώρας με τις περισσότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, και της μεγαλύτερης ποσότητας αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας που αναπαριστά στην χώρα με τις λιγότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, είναι πηγή υπερ-κερδών.

  Τέτοια υπερ-κέρδη τείνουν να είναι προσωρινά, καθώς αν η χώρα με τις πιο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, μπορεί να πουλά φθηνότερα από την χώρα με τις λιγότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, μέσα στην δική της εγχώρια αγορά, τότε η λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα, θα αναγκαστεί είτε να αυξήσει τις παραγωγικές δυνάμεις της και την παραγωγικότητα της εργασίας, είτε θα εγκαταλείψει την παραγωγή του συγκεκριμένου εμπορεύματος εντελώς. Εάν συμβεί το τελευταίο, τότε η κοινωνική αξία του εμπορεύματος που προηγουμένως παραγόταν σε μια χώρα με λίγο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, δεν θα έχει πλέον εθνική αξία αλλά μόνο παγκόσμια αξία.

  Δεδομένου πως ο νόμος του συγκριτικού πλεονεκτήματος δεν λειτουργεί στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα ούτε στο επίπεδο του εθνικού -όπως παραδέχονται οι οικονομολόγοι- ούτε στο επίπεδο του διεθνούς εμπορίου, τότε γιατί χώρες με ελάχιστα ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις και κατά συνέπεια με πολύ χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας, δεν οδηγούνται εξολοκλήρου εκτός της παγκόσμιας αγοράς; Μπορεί μια χώρα της οποίας οι παραγωγικές δυνάμεις υστερούν να επικρατήσει ποτέ στην μάχη του ανταγωνισμού έναντι χωρών με ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις;

 Δεδομένου ότι οι τιμές παραγωγής κατά μέσο όρο, περισσότερο η λιγότερο αντιστοιχούν σε τιμές που εκφράζουν άμεσα την αξία, εάν δεν ορίζεται διαφορετικά Εκτός και αν είναι διαφορετικά, για λόγους απλούστευσης θα υποθέσουμε πως οι τιμές της παραγωγής και οι τιμές που εκφράζουν άμεσα αξία είναι ταυτόσημες. Αυτές είναι οι υποθέσεις που κάνει ο Μαρξ στους πρώτους δύο τόμους του «Κεφαλαίου».

 Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, από την οπτική γωνία ενός βιομηχάνου κεφαλαιοκράτη, αυτό που μετράει δεν είναι η αξία ενός εμπορεύματος -τι κοστίζει για την κοινωνία, από την άποψη δηλαδή της ποσότητας της αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί το συγκεκριμένο εμπόρευμα δεδομένης αξίας χρήσης και ποιότητας- αλλά τι κοστίζει για τον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη προσωπικά- δηλαδή η εργασία τόσο η νεκρή όσο και η ζωντανή, που πρέπει να πληρώσει. Αν οι μισθοί ήταν ίσοι σε όλο τον κόσμο, οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες με τα λιγότερο ανεπτυγμένα μέσα παραγωγής θα έβγαιναν εκτός αγοράς.

  Άλλα όπως εξηγήσαμε αυτό είναι κάτι που εξακολουθεί να απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του εμπορίου στην εθνική αγορά από το διεθνές εμπόριο. Οι μεμονωμένοι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες που κερδίζουν την μάχη του ανταγωνισμού δεν είναι αυτοί απαραίτητα που παράγουν εμπορεύματα μιας δεδομένης ποιότητας με την μικρότερη ποσότητα εργασίας, αλλά αυτοί που παράγουν εμπορεύματα με την ελάχιστη ποσότητα αμειβόμενης εργασίας.

 Ως εκ τούτου, οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, δύνανται ορισμένες φορές να κερδίσουν την μάχη του ανταγωνισμού, εάν η ανεπάρκειά τους στο επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας αντισταθμίζεται από χαμηλούς μισθούς. Σε μια τέτοια περίπτωση οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες, θα συνεχίζουν να αποκτούν χαμηλότερη μάζα και ποσοστό κέρδους, όταν το κέρδος τους υπολογίζεται με όρους παγκόσμιων αξιών, σε αντίθεση με τις εθνικές αξίες.

  Αλλά αν η διαφορά στους μισθούς είναι αρκετά μεγάλη, οι κεφαλαιοκράτες στην λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα, θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερο κέρδος ακόμα και με όρους παγκόσμιων αξιών από τους κεφαλαιοκράτες που παράγουν σε μια χώρα με περισσότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις. Σε αυτή την περίπτωση, οι κεφαλαιοκράτες της λιγότερο ανεπτυγμένης χώρας είναι αυτοί που θα συνέχιζαν να απολαμβάνουν ένα απόλυτο πλεονέκτημα στο επίπεδο της αμειβόμενης εργασίας -τόσο της ζωντανής όσο και της νεκρής- και όχι απλά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα.

 Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όλο το βάρος της σχετικά χαμηλής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε μια καταπιεσμένη χώρα, πέφτει εξολοκλήρου στην εργατική τάξη, με την μορφή των χαμηλών μισθών και του χαμηλού επιπέδου διαβίωσης. Η εθνική καταπίεση με την μορφή των ανεπαρκώς ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων και η ταξική καταπίεση σε αυτή την περίπτωση γίνονται αλληλένδετα.

 Υπάρχει και άλλη μια περίπτωση στην οποία χώρες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων μπορούν να νικήσουν χώρες αρκετά πιο ανεπτυγμένες. Πρόκειται για την περίπτωση στην οποία οι φυσικές συνθήκες της παραγωγής, σε αντίθεση με τις τεχνικά καθοριζόμενες συνθήκες παραγωγής, διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στον καθορισμό της παραγωγικότητας της ανθρώπινης εργασίας που απασχολείται στην παραγωγή ενός δοσμένου τύπου εμπορεύματος. Οι φυσικές συνθήκες της παραγωγής τείνουν να αποκτούν κομβικής σημασίας ρόλο στον καθορισμό της παραγωγικότητας της εργασίας που απασχολείται στην παραγωγή βασικών προϊόντων, όπως στα μέταλλα, στους υδρογονάνθρακες και στην γεωργία.

 Για παράδειγμα, φρούτα όπως μπανάνες, καρύδες και μάνγκο απαιτούν τροπικό κλίμα αν είναι να αναπτυχθούν με οικονομικό τρόπο. Τα εσπεριδοειδή ευδοκιμούν καλύτερα σε υπο-τροπικά κλίματα, ενώ φρούτα όπως μήλα, ροδάκινα, κεράσια και αχλάδια απαιτούν εύκρατο κλίμα όπου υπάρχει μια ορισμένη περίοδος χειμερινής παγωνιάς. Το βαμβάκι απαιτεί τροπικό και υπο-τροπικό κλίμα καθώς η καλλιεργητική περίοδος είναι μακρά. Αυτός είναι και ο λόγος που το φυτό του βαμβακιού αναπτυσσόταν -και αναπτύσσεται- στις ΗΠΑ μόνο στον βαθύ νότο και σε ορισμένα κομμάτια της Καλιφόρνια αλλά δεν μπορεί να αναπτυχθεί στον ανώτερο νότο και στις βόρειες ΗΠΑ όπου η καλλιεργητική περίοδος είναι πολύ μικρή για να επιτρέψει στο βαμβάκι να ωριμάσει πριν το καταστρέψει ο παγετός του φθινοπώρου.

  Στην περίπτωση των ορυκτών μετάλλων και των υδρογονανθράκων, το ζήτημα έχει να κάνει με το που η φύση έχει τοποθετήσει αυτές τις πρώτες ύλες. Δεν μπορεί κανείς να αντλήσει πετρέλαιο σε περιοχές που δεν υπάρχει, ούτε να εξορύξει χαλκό, ψευδάργυρο, σίδηρο, χρυσό και ούτω καθεξής, όταν αυτά τα μέταλλα, δεν υπάρχουν από την φύση σε οικονομικές ποσότητες. Αυτός είναι και ο λόγος που ο παραδοσιακός διεθνής καταμερισμός εργασίας, αναθέτει σε χώρες αποικιακές, ημι-αποικιακές, ή νέο-αποικιακές, την παραγωγή αυτών των βασικών εμπορευμάτων. Η Σαουδική Αραβία παράγει πετρέλαιο, η Βολιβία κασσίτερο, μπανάνες και καφέ η κεντρική και νότια Αμερική, και ζάχαρη η Κούβα.

 Παρά την χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην Σαουδική Αραβία στους περισσότερους κλάδους της παραγωγής, το πετρέλαιο δύναται να παραχθεί πιο φθηνά απ΄ ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, εξαιτίας των φυσικών συνθηκών της παραγωγής. Η Βολιβία μπορεί να παράγει κασσίτερο φθηνά ενώ οι χώρες τις κεντρικής Αμερικής μπορούν να παράγουν μπανάνες και καφέ για τους ίδιους λόγους, που η Σαουδική Αραβία μπορεί να παράγει το πιο φθηνό πετρέλαιο παγκοσμίως – ακριβώς λόγω των βέλτιστων φυσικών συνθηκών παραγωγής του. Δεν είναι λοιπόν το συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά το απόλυτο πλεονέκτημα που ωθεί την παγκόσμια αγορά να αναθέτει την παραγωγή πετρελαίου στην Σαουδική Αραβία, την παραγωγή κασσίτερου στην Βολιβία και την παραγωγή καφέ και μπανάνας στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

 Ως εκ τούτου, οι χώρες με ένα συνολικά χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων, τείνουν να εξειδικεύονται σε ένα ή σε κάποια βασικά εμπορεύματα. Στην χειρότερη των περιπτώσεων αυτό οδηγεί σε μια μονοκαλλιέργεια και σε μια συνολική επιβράδυνση της ανάπτυξης της εγχώριας αγοράς. Επί προσθέτως, αυτές οι χώρες πολλές φορές καταλήγουν να γίνονται όμηροι των συχνά δραματικών διακυμάνσεων των τιμών στις οποίες τα βασικά εμπορεύματα υπόκεινται.

 Μια ξαφνική πτώση της τιμής του βασικού εξαγόμενου εμπορεύματος, μπορεί γρήγορα να στραγγίξει τα αποθέματα της χώρας σε χρήματα και να την βυθίσει σε μια βαθιά οικονομική κρίση. Σε κάποιες λίγες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας και του πετρελαίου της, ένα εμπόρευμα μπορεί να είναι τόσο σημαντικό για την παγκόσμια οικονομία μέσω του οποίου μια χώρα να κυβερνά την παγκόσμια αγορά και να προκαλεί την εισροή σημαντικής ποσότητας χρήματος μέσα στην χώρα. Αυτό προκαλεί μια επέκταση της εγχώριας αγοράς της εν λόγω χώρας κατά τρόπο τελείως δυσανάλογο προς το συνολικό χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων. Τέτοιου τύπου χώρες, ανταλλάσσουν πρώτες ύλες με σχετικά μεγάλες ποσότητες καταναλωτικών εμπορευμάτων. Αυτό επιτρέπει σε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού -ιδιαίτερα εάν ο συνολικός πληθυσμός είναι περιορισμένος αριθμητικά όπως στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας και άλλων Αραβικών «πετρομοναρχιών»- να απολαμβάνουν ένα ιδιαίτερα υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Διαφορετική οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μεταξύ διαφορετικών τομέων της παραγωγής και αντίκτυπο στο παγκόσμιο εμπόριο

  Χώρες με ανεπαρκώς ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, σε σχέση με την παγκόσμια αγορά, θα τείνουν να εξειδικεύονται σε εκείνους τους τομείς της παραγωγής που θα έχουν μια σχετικά χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Η λειτουργία της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους μετασχηματίζει τις τιμές που εκφράζουν άμεσα την αξία των εμπορευμάτων, σε τιμές παραγωγής που εξισώνουν το ποσοστό κέρδους μεταξύ των τομέων της παραγωγής με διαφορετική οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Σαν αποτέλεσμα, οι κεφαλαιοκράτες των οποίων οι βιομηχανίες έχουν οργανική σύνθεση κεφαλαίου τέτοια που να υστερεί σε σχέση με τον μέσο όρο, αναγκάζονται να αποδώσουν ένα ποσοστό της υπεραξίας που παράγουν οι εργάτες τους, σε άλλους κεφαλαιοκράτες των οποίων οι βιομηχανίες έχουν μια υψηλότερη του μέσου όρου οργανική σύνθεση κεφαλαίου.

 Συνεπώς, ακόμη και σε συνθήκες «ελεύθερου ανταγωνισμού», και μέσα στα πλαίσια μίας εθνικής αγοράς, βιομηχανίες των οποίων η οργανική σύνθεση κεφαλαίου είναι κατώτερη του μέσου όρου που επικρατεί στην βιομηχανία, θα αναγκαστούν να εμπλακούν σε «άνισες ανταλλαγές» με βιομηχανίες των οποίων η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι υψηλότερη. Αυτό ισχύει όχι μόνο για μια εγχώρια αγορά αλλά και για την διεθνή επίσης.

 Σε βιομηχανίες με μεγάλης κλίμακας αυτοματοποιημένες παραγωγικές διαδικασίες -βιομηχανίες δηλαδή με υψηλότερη του μέσου όρου οργανική σύνθεση κεφαλαίου- το κόστος της εργασίας -η ποσότητα χρηματικού κεφαλαίου δηλαδή που πρέπει να μετατραπεί από τους βιομηχάνους κεφαλαιοκράτες σε μεταβλητό κεφάλαιο, σε αντίθεση με το πάγιο κεφάλαιο- αποτελεί ένα σχετικά μικρό ποσοστό της τιμής του συνολικού κόστους. Οι υψηλοί μισθοί -ένα μικρό ποσοστό της υπεραξίας- συνεπώς δεν είναι τόσο επιβλαβείς για το ποσοστό του κέρδους αυτών των κεφαλαιοκρατών συγκριτικά με εκείνους τους κεφαλαιοκράτες των οποίων οι βιομηχανίες έχουν χαμηλή οργανική σύνθεση.

 Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως η παγκοσμιοποίηση προάγει έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας, στα πλαίσια του οποίου οι τεχνικώς ανεπτυγμένες βιομηχανίες, δηλαδή αυτές που έχουν υψηλή οργανική σύνθεση, συνεχίζουν να βρίσκονται σε χώρες με υψηλούς μισθούς, ενώ οι βιομηχανίες με χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου, όλο και περισσότερο συγκεντρώνονται σε χώρες με πολύ χαμηλούς μισθούς, όπου και το ποσοστό της υπεραξίας είναι πολύ υψηλό. Η εκμετάλλευση βιομηχανιών με χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου από βιομηχανίες με υψηλή οργανική σύνθεση, μετασχηματίζεται σε εκμετάλλευση χωρών με ανεπαρκώς ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις από χώρες που απολαμβάνουν ένα μονοπώλιο από ιδιαίτερα ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις.

Αλλαγές στην σχετική παραγωγικότητα της εργασίας σε διαφορετικές χώρες και οι επιπτώσεις τους στο παγκόσμιο εμπόριο

 Αν μια χώρα αναπτύσσει τον μέσο όρο της παραγωγικότητας της εργασίας της με ταχύτερο ρυθμό από ότι οι ανταγωνιστές της, θα τείνει να διαθέτει εμπορικά πλεονάσματα, και χρήματα από άλλες χώρες θα εισρέουν στο εσωτερικό. Αυτό θα οδηγήσει σε μια ταχύτερη ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς σε σχέση με την παγκόσμια αγορά στο σύνολό της. Με την πάροδο του χρόνου, η εσωτερική αγορά μια χώρας, η οποία αναπτύσσει γρήγορα τις παραγωγικές της δυνάμεις, αναφορικά με την παγκόσμια αγορά σύντομα θα εκπροσωπεί ένα μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας αγοράς. Σήμερα η Κίνα αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα.

 Σε αντίθεση με τις υποθέσεις των (αστών) οικονομολόγων, η ικανότητα της παγκόσμιας αγοράς να αναπτύσσεται, δεν καθορίζεται από τις φυσικές ικανότητες των εμπορικών χωρών να αυξάνουν την συνολική εμπορευματική παραγωγή τους -όπως λέει ο νόμος του Say- αλλά κυρίως καθορίζεται σε τελική ανάλυση από τον ρυθμό αύξησης της ποσότητας του χρήματος – του χρυσού. Ωστόσο, μια μεμονωμένη χώρα μπορεί να αυξήσει την παραγωγή εμπορευμάτων για μια μικρή περίοδο, με ρυθμό ταχύτερο από αυτό της συνολικής ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς εάν αποσπά αγορές από κεφαλαιοκράτες άλλων χωρών.

 Εάν τραβήξουμε την προσέγγιση αυτή στα μαθηματικά της όρια, μια χώρα της οποία η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της παγκόσμιας αγοράς θα κατακτήσει τελικά ολόκληρη την παγκόσμια αγορά. Σε αυτή την φάση, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής εμπορευμάτων σε όλο το μήκος και το πλάτος του παγκόσμιου βιομηχανικού κύκλου, θα πέσει στον ρυθμό ανάπτυξης του συνόλου της παγκόσμιας αγοράς.

 Υπακούοντας στους μαθηματικούς νόμους των εκθετικών λειτουργιών, όσο μικρότερο είναι το μερίδιο που κατέχει μια χώρα από την παγκόσμια παραγωγή, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η περίοδος όταν η εν λόγω χώρα θα είναι ικανή να αυξήσει την εθνική εμπορευματική παραγωγή της με ρυθμό τέτοιο που θα είναι μεγαλύτερο από το συνολικό ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας εμπορευματικής παραγωγής. Όταν μια χώρα βρίσκεται σε μια τέτοια διαδικασία, οι εγχώριοι και οι ξένοι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες που επενδύουν στην χώρα θα κατασκευάσουν νέα εργοστάσια εξοπλισμένα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας.

 Αντίθετα, μια χώρα που αναπτύχθηκε απότομα σε μια προηγούμενη χρονική περίοδο, θα έχει πολλά πεπαλαιωμένα εργοστάσια και μηχανήματα, τα οποία οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες δεν θα είναι σε θέση να τα αντικαταστήσουν χωρίς να υποστούν μεγάλες ζημιές. Ο ίδιος ο πλούτος αυτής της χώρας σε παραγωγικό κεφάλαιο, θα επιταχύνει την μείωση της σχετικής -και όχι της απόλυτης- παραγωγικότητας της εργασίας εν συγκρίσει με τις νεότευκτες κεφαλαιοκρατικές χώρες.

 Αυτοί οι οικονομικοί νόμοι, δίνουν ώθηση στον νόμο της ανισομερούς ανάπτυξης μεταξύ των χωρών που εντάσσονται στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Συνεπώς, οι χώρες αναπτύσσονται σε διαφορετικούς βαθμούς σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, και αναπτύσσονται και σε διαφορετικούς βαθμούς η μία με την άλλη, σε διαφορετικές περιόδους. Αν ο νόμος της ανισομερούς ανάπτυξης λειτουργεί υπέρ μια δεδομένης χώρας σε μια ιστορική περίοδο, ο ίδιος νόμος θα λειτουργήσει αναπόφευκτα και εναντίων της την αμέσως επόμενη ιστορική περίοδο.

 Ο Β.Ι. Λένιν στην μπροσούρα του «Ιμπεριαλισμός, το ανώτερο στάδιο της κεφαλαιοκρατίας», η οποία γράφτηκε όσο ο Α’ΠΠ σοβούσε ακόμα, και λίγο πριν γίνει ο ηγέτης της Ρώσικης Επανάστασης, βάσιζε το αναπόφευκτο του πολέμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών πάνω στον νόμο της ανισομερούς ανάπτυξης.

  Κατά κανόνα, οι χώρες που επικρατούν στους ενδο-ιμπεριαλιστικούς πολέμους είναι οι ιμπεριαλιστικές χώρες με τις πιο ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι παραγωγικές δυνάμεις των ιμπεριαλιστικών χωρών και μάλιστα των κεφαλαιοκρατικών χωρών εν γένει, αναπτύσσονται σύμφωνα με τον νόμο της ανισομερούς ανάπτυξης, αυτές οι κεφαλαιοκρατικές χώρες που διαθέτουν τις πιο ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο -όπως η Βρετανία στα μέσα του 19ου αιώνα- την επόμενη περίοδο δεν θα έχει τις ισχυρότερες παραγωγικές δυνάμεις.

  Για παράδειγμα, ενώ ο νόμος της ανισομερούς ανάπτυξης λειτούργησε υπέρ της Βρετανίας μέχρι και τα μέσα του 19ου αιών, από τότε και μετά λειτουργεί εναντίον της.

Η άνοδος της Αμερικανικής αυτοκρατορίας

  Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Βρετανία, η οποία κατείχε μακράν τις πλέον ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις στον κόσμο, όπως ήταν φυσικό κυριαρχούσε πολιτικά και στρατιωτικά στον κόσμο. Η Βρετανία δεν θα κυβερνούσε τα κύματα -ούτε θα κυβερνούσε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου- εάν δεν κυβερνούσε τις αγορές του κόσμου. Ωστόσο, από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, οι παραγωγικές δυνάμεις ορισμένων άλλων χωρών -ειδικά της Γερμανίας και πάνω από όλα των ΗΠΑ, υπακούοντας στον νόμο της ανισομερούς ανάπτυξης- ξεκίνησαν να αναπτύσσονται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς από αυτούς της Βρετανίας.

  Από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, οι υπάρχουσες στρατιωτικές και πολιτικές σχέσεις -η κυριαρχία του κόσμου από την Βρετανία- δεν αντιστοιχούσαν πλέον στην παγκόσμια κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων. Η πολιτική και στρατιωτική ισορροπία των δυνάμεων, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, δεν βρισκόταν σε αντιστοιχία με την οικονομική ισορροπία των δυνάμεων. Χρειάστηκαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι για να αποκατασταθεί η αντιστοιχία μεταξύ της κατανομής της πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης με την κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων ξανά.

  Ο «Ιμπεριαλισμός» του Λένιν γράφτηκε κατά την διάρκεια της μετάβασης από την Βρετανική κυριαρχία του κεφαλαιοκρατικού κόσμου προς την εποχή της Αμερικανικής παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Ο Λένιν εξήγησε ότι εξαιτίας του νόμου της ανισομερούς ανάπτυξης των διαφόρων κεφαλαιοκρατικών χωρών οι πόλεμοι μεταξύ τους είναι αναπόφευκτοι, όπως ήταν για παράδειγμα ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. Ακριβώς όπως οι κρίσεις επιλύουν προσωρινά την αντίφαση μεταξύ της κούρσας του κεφαλαίου για ανάπτυξη της παραγωγής άνευ όρων και ορίων, και του αρκετά βραδύτερου ρυθμού επέκτασης των αγορών, έτσι και οι πόλεμοι επιλύουν προσωρινά τις αντιφάσεις μεταξύ της σχετικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε διάφορες χώρες και της υφιστάμενης κατανομής της πολιτικής ισχύς.

 Αλλαγές στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό από την εποχή του Λένιν

  Όταν ο Λένιν έγραψε την περίφημη μπροσούρα του, τον «Ιμπεριαλισμό» στα 1916, ο κόσμος συναπαρτιζόταν από την μια πλευρά από μια χούφτα ανεξάρτητων ιμπεριαλιστικών χωρών -τις ΗΠΑ, την Μεγάλη Βρετανία, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ιαπωνία και την προ-επαναστατική Ρωσία[9]– ως οι πιο σημαντικές- και από την άλλη, από πολλές αποικιακές και ημι-αποικιακές χώρες, στις οποίες ζούσε η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.

  Αντίθετα, από το 1945 και μετά, ο παγκόσμιος καπιταλισμός πολιτικά και στρατιωτικά κυριαρχείται από την παγκόσμια αυτοκρατορία των ΗΠΑ. Εκτός από τις ΗΠΑ, υπάρχει και ένας αριθμός ιμπεριαλιστικών χωρών-δορυφόρων – για παράδειγμα, η μεγάλη Βρετανία (η πρώην ηγέτιδα δύναμη), η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία, και άλλες. Όπως και την εποχή του Λένιν, αυτές οι ιμπεριαλιστικές χώρες-δορυφόροι, συνεχίζουν να αντλούν υπερκέρδη από τις καταπιεζόμενες χώρες- αν και οι περισσότερες από αυτές δεν είναι πλέον αποικίες επισήμως.

  Όπως συνέβη και στην εποχή του Λένιν, όταν οι σημερινές ιμπεριαλιστικές χώρες-δορυφόροι απολάμβαναν αρκετά περισσότερη πολιτική και στρατιωτική ανεξαρτησία, οι κεφαλαιοκράτες αυτών των ιμπεριαλιστικών χωρών χρησιμοποιούν τα υπερκέρδη τους ούτως ώστε να υποστηρίζουν μια πλατιά και διευρυμένη «μεσαία τάξη», συμπεριλαμβανομένης και της εργατικής αριστοκρατίας. Αυτά τα μεσαία κοινωνικά στρώματα αποτελούνται όλο και λιγότερο από μικρούς επιχειρηματίες, μικρούς αγρότες ή αγρότες -τους παραδοσιακούς μικροαστούς- και περισσότερο από εργαζομένους σε διοικητικές θέσεις («λευκά κολάρα») – οι οποίοι συχνά αποκαλούνται ως «η νέα μεσαία τάξη».

  Τα μέλη της νέας μεσαίας τάξης, εξαρτώνται εν μέρει από την πώληση της εργατικής τους δύναμης- συνήθως έναντι μισθού. Ωστόσο, σε αντίθεση με το καθαρό προλεταριάτο, αυτοί έχουν συσσωρεύσει σημαντικές αποταμιεύσεις σε μετοχές και ομόλογα, ενώ έχουν επιτύχει υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης  όπως επίσης – αν και ένα μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στις ιμπεριαλιστικές χώρες, εξανεμίστηκε όταν ξεκίνησε η κρίση του 2007-09.

  Δεν είναι μόνο οι εργαζόμενοι γραφείου (λευκού κολάρου), που εν μέρει «από-προλεταριοποιούνται» λόγω της εκτεταμένης μικρής ιδιοκτησίας επί της γης -της ιδιοκτησίας της γης που βρίσκονται τα σπίτια τους- των σημαντικών αποταμιεύσεων με την μορφή έντοκων καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ιδιοκτησίας μετοχών και ομολόγων κλπ, αλλά επίσης και οι καλοπληρωμένοι εργοστασιακοί εργάτες. Ωστόσο, η εν-εξελίξει στροφή της βιομηχανικής παραγωγής από τις ιμπεριαλιστικές χώρες προς χώρες με χαμηλούς μισθούς, συνεπάγεται πως η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών στα εργοστάσια τους οποίους εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο σε όλο τον κόσμο, παραμένουν προλετάριοι με όλη την σημασία του όρου- δηλαδή άνθρωποι που δεν έχουν καμία άλλη πηγή εισοδήματος εκτός από το αντίτιμο που λαμβάνουν πουλώντας της εργατική τους δύναμη.

 Από την άλλη πλευρά, οι εν μέρει από-προλεταριοποιημένοι βιομηχανικοί εργάτες των ιμπεριαλιστικών χωρών, ιδιαίτερα εκείνοι των ΗΠΑ, αποβάλλονται όλο και περισσότερο από την σφαίρα της παραγωγής, ή εξαναγκάζονται να συμφωνήσουν σε ριζικά χαμηλότερους μισθούς και έτσι για μια ακόμα φορά εκπίπτουν σε μια καθαρή προλεταριακή κατάσταση. Αυτές οι τάσεις επιταχύνθηκαν ιδιαίτερα από την κρίση του 2007-09 και τις συνέπειές της.

  Καθώς οι κυκλικές υφέσεις, όπως η κρίση του 2007-09 επιταχύνουν αυτές τις τάσεις, η ίδια τάση καθαυτή αντανακλά την κλιμακούμενη στροφή της υλικής παραγωγής από τις ιμπεριαλιστικές χώρες προς τις ιστορικά καταπιεσμένες χώρες όπου η αξία της εργατικής δύναμης είναι χαμηλότερη και κατά συνέπεια το ποσοστό της υπεραξίας είναι πολύ υψηλότερο. Εκτός από αυτό, η στροφή της παραγωγής και η μετατόπισή της από χώρες με υψηλούς μισθούς σε χώρες με χαμηλούς μισθούς, καθιστά οικονομικότερη επιλογή για το κεφάλαιο να χρησιμοποιεί περισσότερο μεταβλητό κεφάλαιο και λιγότερο πάγιο. Με αυτό τον τρόπο αναβάλλει ή μετριάζει την μακροπρόθεσμη τάση που ανακάλυψε ο Μαρξ, την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, ως συνέπεια της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

  Όπως και στην περίπτωση της «παλιάς» μεσαίας τάξης των μικρών επιχειρηματιών και των αγροτών, η νέα μεσαία τάξη έχει διαστρωματώσεις. Στο υψηλότερο επίπεδό της, βρίσκονται μικροί κεφαλαιοκράτες του χρήματος- άνθρωποι οι οποίοι αν το επιθυμούν μπορούν να ζουν εξολοκλήρου από τα μερίσματα και τους τόκους στο επίπεδο βέβαια της «μεσαίας τάξης», και στο κατώτερο επίπεδο εξισώνεται με το προλεταριάτο, το οποίο εξαρτάται εξολοκλήρου από τους μισθούς.

  Όπως και στην εποχή του Λένιν, οι διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες, συνεχίζουν να ανταγωνίζονται η μία την άλλη οικονομικά, αλλά πολιτικά και στρατιωτικά υπάγονται πλήρως στις ΗΠΑ. Αυτή η υπαγωγή διασφαλίζεται μέσα από μια σειρά θεσμούς όπως είναι το ΝΑΤΟ, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Επιβάλλεται επίσης από την παγκόσμια κυριαρχία του Αμερικανικού δολαρίου ως κύριο μέσο πληρωμής στην παγκόσμια αγορά.

Η θεωρία του Κάουτσκι για τον «υπερ-ιμπεριαλισμό»

  Κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο Καρλ Κάουτσκι, ο πλέον σημαντικός μαρξιστής στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο του Ένγκελς το 1895, πιθανολογούσε την άνοδο ενός «υπερ-ιμπεριαλισμού» στα πλαίσια του οποίου οι διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες θα έρχονταν σε μια ειρηνική συμφωνία για την από κοινού εκμετάλλευση του κόσμου. Ο Λένιν κατάγγειλε με δριμύτατο τρόπο την θεωρία περί υπερ-ιμπεριαλισμού του Κάουτσκι. Καταρχάς, ήταν εγκληματικό να θεωρεί κανείς πιθανή μια μελλοντική ειρηνική φάση του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, όταν ήταν δουλειά του διεθνούς εργατικού κινήματος να μετατρέψει τον παγκόσμιο πόλεμο σε παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση.

 Μήπως η Αμερικανική αυτοκρατορία από το 1945 και μετά; Δεν αντιπροσωπεύει η Αμερικανική αυτοκρατορία αυτό το είδος ειρηνικής συμφωνίας μεταξύ των κεφαλαιοκρατών των ιμπεριαλιστικών χωρών που προέβλεψε ο Κάουτσκι; Στην πραγματικότητα όχι.

 Καταρχάς, ο Κάουτσκι προσέβλεπε σε μια «ειρηνική» συμφωνία μεταξύ των κεφαλαιοκρατών για μια από κοινού εκμετάλλευση του κόσμου. Ωστόσο όμως η αμερικανική αυτοκρατορία δεν ανέκυψε από μια ειρηνική συμφωνία μεταξύ των κεφαλαιοκρατών. Προέκυψε μέσα από δύο παγκοσμίους πολέμους που κόστισαν την ζωή δεκάδων εκατομμυρίων εργατών και άλλων εργαζόμενων ανθρώπων. Και από το 1945 και μετά, η απειλή χρήσης βίας συνεχίζει να διαδραματίζει έναν κάθε άλλο παρά μικρό ρόλο στην διατήρηση της συνοχής της παγκόσμιας Αμερικανικής αυτοκρατορίας.

   Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως οι ΗΠΑ ξοδεύουν τόσα χρήματα για στρατιωτικές δαπάνες όσο όλος ο υπόλοιπος κόσμος μαζί. Ούτε είναι φυσικά τυχαίο το ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να έχουν υπό κατοχή την Γερμανία και την Ιαπωνία περισσότερο από 65 χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει ακριβώς εξαιτίας της τάσης για πόλεμο μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών, η οποία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, που ο ιμπεριαλισμός έχει την αντικειμενική ανάγκη ύπαρξης ενός πανίσχυρου «παγκόσμιου χωροφύλακα» -ενός παγκόσμιου δικτάτορα- που να διατηρεί αυτή την τάση για πόλεμο μεταξύ των χωρών υπό έλεγχο.

 Αντικειμενικά, ο κεφαλαιοκρατικός κόσμος, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να διεξάγει ένα παγκόσμιο πόλεμο κάθε 20 χρόνια ακόμα και εάν η στρατιωτική τεχνολογία είχε μείνει παγωμένη στα επίπεδα που βρισκόταν την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά βέβαια, η στρατιωτική τεχνολογία όπως ήταν φυσικό δεν παρέμεινε στα επίπεδα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου περισσότερο από ότι έμεινε η βιομηχανική τεχνολογία. Κατά το δεύτερο μισό 20ου αιώνα, τα μέσα καταστροφής είχαν ήδη γίνει τόσο ισχυρά που εάν χρησιμοποιούνταν στο σύνολό τους, σε έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο ο πολιτισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει[10].

 Όπως ακριβώς ο οικονομικός ανταγωνισμός οδηγεί στην συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και στο οικονομικό μονοπώλιο, έτσι και ο πολιτικός και ο στρατιωτικός ανταγωνισμός οδηγεί στην πολιτική και στρατιωτική συγκεντροποίηση- όπου το πολιτικό μονοπώλιο υποστηρίζεται από το στρατιωτικό μονοπώλιο. Ήταν ακριβώς λοιπόν, αυτός ο στρατιωτικός ανταγωνισμός που προέκυψε από τον πολιτικό ανταγωνισμό που έχει τις ρίζες του στον οικονομικό ανταγωνισμό που οδήγησε στην συγκεντροποίηση της στρατιωτικής και της πολιτικής ισχύς στα χέρια της χώρας εκείνης με τις πλέον ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, δηλαδή τις ΗΠΑ. Αυτό ακριβώς αποκαλούμε «Αμερικανική αυτοκρατορία» ή απλά «αυτοκρατορία» χάριν συντομίας όπως ακριβώς κάνουν οι Κουβανοί.

Ο νόμος της ανισομερούς ανάπτυξης υπονομεύει την Αμερικανική αυτοκρατορία

  Από τα μέσα του 20ου αιώνα, ο νόμος της ανισομερούς ανάπτυξης που μέχρι πρότινος λειτουργούσε υπέρ της Αμερικής, άρχισε να λειτουργεί εναντίον της. Στην σφαίρα της υλικής παραγωγής -της οποίας ο ρόλος είναι καθοριστικός σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ- οι ΗΠΑ χάνουν σταθερά έδαφος σε σχέση με τους κεφαλαιοκράτες αντιπάλους τους.

 Όλο και περισσότερο, τα παγκόσμια μέσα παραγωγής βρίσκονται εκτός των ΗΠΑ, παρά το γεγονός πως η πολιτική και στρατιωτική εξουσία συνεχίζει να βρίσκεται συγκεντρωμένη κατά κύριο λόγο στα χέρια των ΗΠΑ. Μακροπρόθεσμα η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να διαιωνίζεται. Η σχετική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ, αντανακλάται σήμερα στην σφαίρα των διεθνών χρηματαγορών και ειδικά στον αυξανόμενο ανορθολογισμό του διεθνούς νομισματικού συστήματος που βασίζεται στο δολάριο.

  Έχει όλο και λιγότερο νόημα να συνεχίζεται η χρήση ενός εθνικού νομίσματος μιας χώρας που βρίσκεται σε πτωτική πορεία -οι ΗΠΑ- ως παγκόσμιου νομίσματος. Ωστόσο το τέλος του συστήματος του δολαρίου θα σημάνει και το τέλος της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας. Και το τέλος της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας- το τέλος των ΗΠΑ στον ρόλο του παγκόσμιου δικτάτορα- συνεπάγεται μια νέα εποχή για τους ενδο-ιμπεριαλιστικούς πολέμους από τους οποίους ο πολιτισμός μπορεί να μην καταφέρει να επιβιώσει, εκτός εάν το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα αντικατασταθεί από ένα παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο καταργήσει την εκμετάλλευση της μιας τάξης από την άλλη μέσα σε μεμονωμένες χώρες όπως επίσης και την κατάργηση της εκμετάλλευσης της μιας χώρας από την άλλη.

_______

[1] Η ποσοτική θεωρία του χρήματος, συνεπάγεται την «ουδετερότητα» του χρήματος το οποίο με την σειρά του συνεπάγεται τον νόμο του Say. Η ποσοτική θεωρία του χρήματος είναι σημαντική για τον ισχυρισμό των (αστών) οικονομολόγων πως το συγκριτικό και όχι το απόλυτο πλεονέκτημα διέπει το διεθνές εμπόριο μεταξύ των κεφαλαιοκρατικών χωρών. Εάν η ποσοτική θεωρία του χρήματος δεν ισχύει, τότε δεν ισχύει ούτε νόμος του Say για το συγκριτικό πλεονέκτημα.

[2] Ο Anwar Shaikh έδειξε πως η μαργκιναλιστική υπόθεση περί «τέλειου ανταγωνισμού», όχι μόνο δεν περιγράφει τον ανταγωνισμό στον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, δεν περιγράφει ούτε την αδίστακτη φύση του ανταγωνισμού κατά την προ-μονοπωλιακή εποχή του «ελεύθερου ανταγωνισμού» από την οποία αναδύθηκαν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός.

[3] https://critiqueofcrisistheory.wordpress.com/ricardos-theory-of-international-trade/

[4] Οι μερκαντιλιστές πίστευαν πως μια χώρα πρέπει να στοχεύει στην αύξηση του χρυσού και του αργύρου- δηλαδή του χρήματος- όσο το δυνατόν περισσότερο. Σύμφωνα με τους μερκαντιλιστές, όσο περισσότερα χρήματα υπήρχαν σε μια χώρα, τόσο περισσότερη κεφαλαιοκρατική ευημερία θα επικρατούσε σε αυτή. Η μερκαντιλιστική θεωρία του χρήματος, ήταν ακριβώς η αντίθετη από αυτή περί της «ουδετερότητας του χρήματος» των υποστηρικτών της ποσοτικής θεωρίας για το χρήμα, σύμφωνα με την οποία, η ποσότητα του χρήματος που υπάρχει μέσα σε μια χώρα επηρεάζει μονάχα  τις ονομαστικές τιμές και τους μισθούς και δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τον βαθμό ευημερίας του κεφαλαίου ή του πλούτου που απολαμβάνει η χώρα. Η μερκαντιλιστική θεωρία δεν αντιμετωπίζει τον διεθνή ανταγωνισμό σαν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, δεδομένου πως η ποσότητα του χρήματος- χρυσού και στην εποχή των μερκαντιλιστών και του αργύρου επίσης- αυξάνεται μαζί με την παραγωγή πρόσθετων ράβδων χρυσού και ασημιού. Αλλά η αντίληψη των μερκαντιλιστών ότι μια χώρα πρέπει να κάνει ό, τι μπορεί προκειμένου να αποθαρρύνει τις εισαγωγές και να ενθαρρύνει τις εξαγωγές προκειμένου να έχει πλεόνασμα ισοζυγίου πληρωμών που αυξάνει την ποσότητα του χρήματος μέσα στην χώρα, συνεπάγεται πως τα συμφέροντα κάθε μεμονωμένης κεφαλαιοκρατικής χώρας είναι αντικρουόμενα. Το κέρδος μιας χώρας είναι η απώλεια μιας άλλης. Η μερκαντιλιστική θεωρία συνεπάγεται πως ο πόλεμος για τις αγορές είναι αναπόφευκτος μεταξύ των ανταγωνιζόμενων κεφαλαιοκρατικών χωρών. Η μερκαντιλιστική θεωρία για το παγκόσμιο εμπόριο βρίσκεται σε κατάφορη αντίθεση με την συμβιβαστική θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος που πρώτα αναπτύχθηκε από τον David Ricardo και υιοθετήθηκε από τους μαργκιναλιστές, η οποία ισχυρίζεται πως όλα τα κράτη έχουν κοινά συμφέροντα στα πλαίσια του ελεύθερου εμπορίου. Οι μαργκιναλιστές, οι οποίοι σε αντίθεση με τον Ricardo επίσης υποστήριζαν πως τα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων μέσα σε μια χώρα είναι κοινά, ήταν πρόθυμοι να ενσωματώσουν την θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος στην αναδυόμενη μαργκιναλιστική ή «νεοκλασική» όπως λέγεται θεωρία.

[5] Στο έργο του «Γενική Θεωρία» ο Keynes έχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για τους μερκαντιλιστές στα πλαίσια του οποίου αναγνωρίζει την συνεισφορά τους, την οποία βρίσκει ανώτερη από την ρικαρντιανή θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος για το παγκόσμιο εμπόριο. Με παραπάνω από έναν τρόπους, οι μερκαντιλιστικές θεωρίες, προαναγγέλλουν τις ιδέες του Keynes, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος.

[6] Σε αντίθεση με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν ένας καθαρά ενδο-ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Ο πόλεμος μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ, που βρίσκεται στην καρδιά του πολέμου, ήταν ένας πόλεμος μεταξύ του σοσιαλιστικού συστήματος που βρισκόταν σε διαδικασία οικοδόμησης στην Σοβιετική Ένωση και της μονοπωλιακής κεφαλαιοκρατικής οικονομίας της ναζιστικής Γερμανίας. Η Γερμανία ενεπλάκη σε πόλεμο με την ΕΣΣΔ για δύο λόγους: Ο ένας ήταν η επιθυμία της να καταστρέψει την ΕΣΣΔ ως σοσιαλιστικό κράτος. Ο πόλεμος συνεπώς μεταξύ της κεφαλαιοκρατικής ναζιστικής Γερμανίας και της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης ήταν στην ουσία ένας ταξικός πόλεμος. Ο δεύτερος λόγος ήταν η επιθυμία των Ναζί να αποκτήσουν φθηνές πρώτες ύλες και πάνω από όλα φθηνό εργατικό δυναμικό, ώστε οι μεγάλες Γερμανικές επιχειρήσεις να αντλήσουν υπερ-κέρδη. Οι Γερμανοί φασίστες οι οποίοι συχνά μιλούσαν με ωμή ειλικρίνεια, αναφέρονταν ανοιχτά στην υποδούλωση των «φυλετικά κατώτερων» Σλαβικών λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Επιπροσθέτως, οι Ναζί ήλπιζαν να μετασχηματίσουν ένα μέρος του πλεονάζοντος γερμανικού πληθυσμού σε μια αποικία «πρωτοπόρων καλλιεργητών» στα πρότυπα της Αμερικανικής Δύσης του 19ου αιώνα. Πράγματι ο νεαρός Χίτλερ είχε ιδιαίτερα επηρεαστεί από τον Γερμανό συγγραφέα Karl May, που έγραφε ιστορίες για την Αμερικανική Δύση, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε ποτέ επισκεφθεί στην πραγματικότητα τις ΗΠΑ. Ο Χίτλερ στην πραγματικότητα είχε στόχο να μετατρέψει την Γερμανία σε μια δεύτερη Αμερική, η οποία τότε θα πολεμούσε με τις ΗΠΑ –την πρώτη Αμερική- σε μια τελική μάχη για την παγκόσμια κυριαρχία, πιθανά σε ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Γερμανός δικτάτορας ήλπιζε πως η Αγγλία και οι ΗΠΑ θα ακολουθούσαν το σχέδιο του για την μετατροπή της ΕΣΣΔ σε μια Γερμανική αποικία, διότι και εκείνοι, ως κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις, θα επωφελούνταν από την καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης. Ορισμένα μέλη της Βρετανικής άρχουσας τάξης μπήκαν σε πειρασμό μπροστά σε αυτή την προσφορά του Γερμανού φασίστα δικτάτορα. Αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος Franklin D. Roosevelt ήταν ανένδοτος αναφορικά με το γεγονός πως θα υπήρχε μόνον μία «Αμερική» που θα ασκούσε την δικτατορία της πάνω από τον κεφαλαιοκρατικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των ιμπεριαλιστικών χωρών όπως επίσης και των αποικιακών και ημι-αποικιακών χωρών. Πέρα όμως από τον πόλεμο μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ, και τον πόλεμο μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών των ΗΠΑ και της Βρετανίας- με την Γαλλία να παίζει σε διπλό ταμπλό- από την μία πλευρά, και από την άλλη την Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος περιλαμβάνει και τον πόλεμο μεταξύ Κίνας, η οποία βρισκόταν τότε στα πρώιμα στάδια της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, και της ιμπεριαλιστικής Ιαπωνίας. Η Κίνα ήταν τότε μια καταπιεσμένη ημι-αποικιακή χώρα, την οποία οι Ιάπωνες ιμπεριαλιστές προσπαθούσαν να μετατρέψουν σε Ιαπωνική αποικία. Η προσπάθεια της Κίνας να υπερασπισθεί ό, τι της απέμενε από την ανεξαρτησία της απέναντι στον Ιαπωνικό ιμπεριαλισμό ήταν ιστορικά προοδευτική. Πράγματι, η αποτυχία της προσπάθειας της Ιαπωνίας να αποικίσει την Κίνα άνοιξε τον δρόμο για την μεγάλη Κινεζική Επανάσταση του 1949 και την άνοδο της σύγχρονης και κλιμακούμενα βιομηχανικής Κίνας που η επανάσταση κατέστησε δυνατή. Θα ζούσαμε σε έναν πολύ διαφορετικό κόσμο, εάν η Κίνα, η πολυπληθέστερη χώρα στη γη, ήταν μια Ιαπωνική αποικία. Η ίδια ανάλυση μπορεί να εφαρμοστεί στον πόλεμο μεταξύ Ιαπωνίας και Βιετνάμ και των άλλων χωρών της Ινδοκίνας.

[7] Μερικοί αστοί οικονομολόγοι, εφαρμόζοντας την θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος, εκφράζουν παράπονα για την ευρωζώνη διότι σύμφωνα με τις θεωρίες τους εμποδίζεται ο νόμος του συγκριτικού πλεονεκτήματος να λειτουργήσει σωστά μέσα στην Ευρώπη και δημιουργεί αντίθετα απόλυτο πλεονέκτημα. Για να μπορεί το συγκριτικό πλεονέκτημα να λειτουργεί στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, οι σύγχρονοι αυτοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως πρέπει κάθε χώρα να έχει ξεχωριστό νόμισμα.

[8] Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, υπήρχαν ουσιαστικά δύο τύποι αποικιών. Ο ένας τύπος χαρακτηριζόταν από το γεγονός πως ο γηγενής πληθυσμός ήταν ολιγάριθμος και διατηρούσε μια φυλετική και κοινοκτημονική κοινωνική οργάνωση. Οι γηγενείς ήταν πολύ δύσκολο να υποδουλωθούνε διότι αντιστέκονταν σθεναρά στην ιδέα να εργάζονται για ένα άλλο πρόσωπο- κάτι εντελώς άγνωστο για την δική τους κοινωνική οργάνωση. Από την άλλη πλευρά, ο πληθυσμός τους ήταν μικρός και ήταν εύκολο να εξολοθρευτούν από τους λευκούς Ευρωπαίους εποίκους. Τέτοιου τύπου «λευκές αποικίες», συχνά ονομάζονται «κράτη αποικίες εποίκων». Ο άλλος τύπος αποικίας, αναπαρίσταται από την Ινδία. Πριν από τον Αγγλικό αποικισμό, η Ινδία είχε έναν αρχαίο πολιτισμό- κατά πολύ παλαιότερο του Βρετανικού πολιτισμού- στα πλαίσια του οποίου ήταν χωρισμένοι οι άνθρωποι σε τάξεις όπως επίσης και σε κάστες. Ο τρόπος παραγωγής της, υποστήριξε έναν πάρα πολύ μεγάλο πληθυσμό- ο οποίος στο μέλλον, μετά την επανάκτηση της ανεξαρτησίας του, θα διατελούσε κομβικό ρόλο στην ταχεία ανάπτυξη του εγχώριου καπιταλισμού . Οι λευκοί άποικοι, δεν θα μπορούσαν συνεπώς να εξοντώσουν ή να περιθωριοποιήσουν τον γηγενή πληθυσμό με τον τρόπο που το έκαναν στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία. Αντ’ αυτού στόχευσαν στην όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη άντληση υπεραξίας από τον γηγενή πληθυσμό. Ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό του σιωνιστικού κινήματος και του κράτους τους Ισραήλ, είναι η προσπάθειά τους να εδραιώσουν μια αποικία λευκών στην σύγχρονη Αραβική Παλαιστίνη, με τους αποίκους να επιχειρούν να εκδιώξουν τον γηγενή Αραβικό πληθυσμό παρά να τον εκμεταλλευτούν με τον τρόπο που το έπραξαν οι Άγγλοι στην Ινδία. Ωστόσο οι Παλαιστίνοι Άραβες, οι οποίοι στην πραγματικότητα αποτελούν ένα τμήμα του πολύ μεγαλύτερου σύγχρονου Αραβικού έθνους, δεν μπορούν να διωχθούν από μερικά εκατομμύρια Ευρωπαίων Εβραίων αποίκων, καθώς και από μερικά εκατομμύρια ακόμα Εβραίους που πιέστηκαν από τον Αραβικό κόσμο όταν δημιουργήθηκε το Ισραήλ, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο οι πρώτοι Αμερικανοί «πρωτοπόροι» εκδίωξαν του «κόκκινους Ινδιάνους». Σαν αποτέλεσμα, το Ισραήλ πόρρω απέχοντας από το να αναπτυχθεί ως ένα ανεξάρτητο σύγχρονο Εβραϊκό κράτος, όπως οι πρώιμοι σιωνιστές υπόσχονταν στους κυνηγημένους Εβραίους της Ευρώπης, κατέληξε να είναι μια «λευκή αποικία» των ΗΠΑ που να την μισούν όλοι, χωρίς καμιά δυνατότητα για οποιαδήποτε ανεξάρτητη ανάπτυξη.

[9] Στο σύνολό τους, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία στα 1914 δεν νομιμοποιούσε στην πραγματικότητα τον χαρακτηρισμό της χώρας ως ιμπεριαλιστικής. Ωστόσο, η Ρωσία διέθετε όντως ένα πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες αρκετά πιο ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες όπως για παράδειγμα την Γερμανία. Αυτό το πλεονέκτημα δεν ήταν άλλο από έναν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό πολιτικού συγκεντρωτισμού. Μια και μόνη κυβέρνηση κυβερνούσε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων μέσα στην Ρωσική Αυτοκρατορία, από ότι η Γερμανική κυβέρνηση στο Βερολίνο.

Παρά το συγκεκριμένο πλεονέκτημα και τον συνεπαγόμενο πολυπληθή Τσαρικό στρατό, το πλεονέκτημα της Γερμανίας λόγω του υψηλού βαθμού εκβιομηχάνισης επικράτησε, παρά τις παραλυτικές επιπτώσεις που είχε για την Γερμανική βιομηχανία ο Βρετανικός και Γαλλικός αποκλεισμός. Η Γερμανία επικράτησε στην ουσία σε κάθε σημαντική μάχη που διεξήγαγε εναντίον της Ρωσίας.

[10] Εάν όλα τα πυρηνικά όπλα που υπάρχουν σήμερα πυροδοτούνταν- για να μην αναφερθούμε σε αυτά που θα μπορούσαν να κατασκευαστούν σήμερα, από την σύγχρονη βιομηχανία και τεχνολογία- ο πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε σήμερα θα εξαφανιζόταν. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλοι τύποι απεχθών όπλων. Βιολογικά και ίσως και χημικά όπλα, μπορεί να είναι εξίσου ικανά να εξαφανίσουν τον σύγχρονο πολιτισμό χωρίς καν την χρήση των πυρηνικών όπλων.

Advertisements

2 responses to “ Η αιματηρή άνοδος του συστήματος του δολαρίου

  1. Παράθεμα: Η αιματηρή άνοδος του συστήματος του δολαρίου – Praxis Review·

  2. Παράθεμα: Η αιματηρή άνοδος του συστήματος του δολαρίου… « απέραντο γαλάζιο·

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s