Ένας χρόνος μετά

avant

Κ.Μαραγκός για το Avantgarde

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη, ένα χρόνο πριν ήταν μια τομή. Όχι μόνο για τον ΣΥΡΙΖΑ (κυβέρνηση και κόμμα), αλλά και για το κίνημα συνολικότερα. Το δημοψήφισμα αυτό ήταν το κύκνειο άσμα των αυταπατών, ότι μπορεί να υπάρχει μια αναίμακτη λύση εντός πλαισίου, ότι μπορεί να γίνει ένα είδος επαναφοράς συστήματος σε ένα προηγούμενο χρονικό σημείο, χωρίς να χαθούν τα δεδομένα του σκληρού. Ο κόσμος που υποστήριξε το ΟΧΙ ως κοινή συνισταμένη έβαζε εκεί τον πήχη. Ο ενιαίος Συριζα εξέφραζε με συνέπεια αυτή τη συνείδηση, ικανοποιώντας όλες τις προσδοκίες, αφήνοντας δήθεν ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα. Και μέσα στην ΕΕ αλλά και ρήξη με τα μνημόνια, και ευρώ αλλά και μερική διαγραφή του χρέους και το ένα και το άλλο. Όλοι κάτι είχαν να πάρουν στο παζάρι του Συριζα. Ο καθένας ότι του κάνει. Όλα αυτά βεβαίως μέχρι ένα σημείο. Και το σημείο αυτό ήταν η 5η Ιουλίου. Εκεί ο Συριζα μας είπε τι ακριβώς εννοεί με τα διφορούμενα μηνύματα που έστελνε δεξιά και αριστερά. Τίποτα το αξιοπερίεργο μέχρι εδώ. Η φύση της ρεφορμιστικής, στα λόγια αλλά καθεστωτικής στην πράξη, αριστεράς αυτή είναι. Βεβαίως αυτό δεν αρκεί να το αντιλαμβάνεται μια μειοψηφία που ευαγγελίζεται την επανάσταση σε μια γωνιά του πολιτικού σκηνικού, αλλά να γίνει ευρύτερα αντιληπτό από τα στρώματα που χτυπιούνται αλύπητα εδώ και 7 χρόνια.

Και το δημοψήφισμα με τα δεδομένα της στιγμής που έγινε ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ξεκαθαριστεί αυτή η εκκρεμότητα.

Ο Τσίπρας πόνταρε σε μια υπερψήφιση του ΝΑΙ για να μπορεί να δικαιολογήσει την υπογραφή ενός τρίτου μνημονίου. Γι’ αυτό και το βράδυ εκείνο ήταν σαν βρεγμένη γάτα. Ενώ το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη ώρα ο Τσίπρας κατάφερε να ψελλίσει δύο μισόλογα στις 1 μετά τα μεσάνυχτα και με ύφος ηττημένου, κάνοντας επίδειξη της ξεφτίλας του. Την επόμενη κάλεσε τους ηγέτες του ΝΑΙ για να τους δηλώσει την πλήρη υποταγή του στην αστική τάξη και το διευθυντήριο της ΕΕ, υποσχόμενος ότι η Ελλάδα θα μείνει πιστή στις δεσμεύσεις της αποκαθιστώντας παράλληλα την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος που ήδη είχε βάλει λουκέτο στις τράπεζες.

Περιμένοντας με σταυρωμένα τα χέρια

Από κει και πέρα ακολούθησαν οι εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό του κόμματος από τις ενοχλητικές φωνές που όμως δεν απείλησαν σε καμία στιγμή, ούτε και μετά το δημοψήφισμα που ήταν ακόμα νωπή η «λαϊκή εντολή» την κυβερνητική πλειοψηφία. Ήταν χαρακτηριστικό ότι η τάση Λαφαζάνη που αργότερα βρέθηκε εκτός ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε να δίνει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση για τουλάχιστον ενάμιση μήνα, διαφοροποιούμενη μόνο σε ένα τρίο μνημόνιο. Λες και απ’ αυτή την κυβέρνηση θα έχουμε κάτι άλλο να θυμόμαστε εκτός από την υποταγή της στα μνημόνια και την αστική αντεπανάσταση. Η εκκαθάριση του κόμματος από την ξεδοντιασμένη και χωρίς ψυχή αντιπολίτευση που έτρεμε από το βάρος που έπεσε πάνω της ήταν μια εύκολη υπόθεση. Αφού εγκλωβίστηκε μέχρι τον 15αυγουστο εκλιπαρώντας για ένα συνέδριο (αντί να τα κάνει γυαλιά καρφιά) λες και αυτές οι υποθέσεις λύνονται με φιλικές συζητήσεις, βρέθηκε με την προκήρυξη των εκλογών από τον αδιαφιλονίκητο αρχηγό του κόμματος και πρωθυπουργό, σαν το ψάρι έξω από τη γυάλα. Οι κλάψες για εκβιασμούς δεν συγκινούσαν πια κανέναν. Η αριστερή πτέρυγα του κόμματος γδαρμένη έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει παίρνοντας μόνο τη βαλίτσα της, ουρλιάζοντας κάτι για ξαφνική προδοσία, προφανώς για να αποφύγει τις δικές της ευθύνες στην κατάρρευση της εξ αρχής διφορούμενης και αντιφατικής στρατηγικής του Συριζα και εν πολλοίς της νεορεφορμιστικής αριστεράς. Στην πραγματικότητα τα στελέχη αυτά δεν είχαν μια διαφορετική στρατηγική ή τουλάχιστον δεν ήταν τέτοια που να άξιζε -μέχρι τις 15/8/15- ένα ξεκαθάρισμα. Αντιθέτως από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν εκτός Συριζα διεκδικούσαν με μανία την κληρονομιά του, αποδίδοντας τα πάντα σε κάποια προδοσία του Τσίπρα. Όλα καλώς λοιπόν μέχρι τις 5 Ιουλίου. Αυτή η στάση αποδεικνύει αν μη τι άλλο ότι ήταν και προφανώς συνεχίζουν να είναι οργανικό κομμάτι της ίδιας στρατηγικής με τη διαφορά ότι δεν άντεξαν τις συνέπειές της.

Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι άγνωστη. Τα ευρωπαϊκά ΚΚ βρέθηκαν μεταπολεμικά εκτός κυβερνήσεων πλην ελάχιστων περιπτώσεων. Αρκούνταν να είναι η αριστερή πτέρυγα της αστικής δημοκρατίας πιέζοντας κυρίως μέσω των συνδικάτων και μερικών δήμων την αστική εξουσία χωρίς ποτέ να απειλούν την κυριαρχία της. Έτσι χωρίς να εκτίθενται σε κυβερνητικά πόστα μπορούσαν να πουλάνε κομμουνισμό στον μεθεπόμενο αιώνα, και ταυτόχρονα να είναι μέρος της συστημικής ισορροπίας στα πλαίσια του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου με τριτεγγυητή τη Μόσχα. Το ΚΚΕ από το οποίο προέρχονται τα μεγαλοστελέχη της ΛΑΕ είχε εντρυφήσει στον ακίνδυνο αυτό ρόλο που του επέτρεπε φυσικά να υπόσχεται στο ακαθόριστο μέλλον επαναστατικά μεγαλεία αντίστοιχα με αυτά που υπόσχονται οι παπάδες για τον παράδεισο ύστερα από την έλευση της δευτέρας παρουσίας. Η αριστερή πτέρυγα που βρέθηκε εκτός κόμματος μετά τον 15αύγουστο συρόταν από την πρώτη στιγμή έστω και γκρινιάζοντας από την κυρίαρχη τάση του Τσίπρα που είχε πάρει όλο το παιχνίδι πάνω της, συνεχίζοντας αυτό που έκανε και όταν ήταν αντιπολίτευση στο Συριζα τα προηγούμενα χρόνια. Ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα της αλήθειας χωρίς όμως να έχει πραγματικά το σχέδιο και τη θέληση να την αντιμετωπίσει. Όταν έγινε το κακό το μόνο που ψέλλισαν ήταν μερικές γρίνιες ακόμα που δεν τρόμαξαν κανέναν αποκαλύπτοντας πλήρως την αδυναμία τους να επηρεάσουν τα γεγονότα.  Για τους ίδιους η αποχώρηση από την κυβέρνηση και το Συριζα ήταν μια εξιλέωση. Τουλάχιστον δεν έβαλαν την υπογραφή τους στο 3ο μνημόνιο. Κράτησαν καθαρό κούτελο. Αλλά μέχρι εκεί. Αυτό όμως δεν τους απαλλάσσει από τις πολιτικές τους ευθύνες. Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι και δικιά τους ήττα. Σε τελική ανάλυση ήταν η ήττα της αναίμακτης λύσης, είτε στην εκδοχή του Τσίπρα ότι θα πάμε θα επαναδιαπραγματευτούμε και θα τους πείσουμε ότι όλοι θα κερδίσουμε αν τα βρούμε κάπου στη μέση, είτε στην επίσης αναίμακτη εκδοχή μιας βελούδινης ρήξης χωρίς μνημόνια, αλλά με επιδοτήσεις από τα ΕΣΠΑ, με δραχμή «για την ανάκτηση της νομισματικής μας κυριαρχίας» αλλά και μέσα στην ΕΕ για να μην γίνουμε και Συρία. Και ρωσικός αγωγός αλλά και όλα τα οφέλη του ανήκομεν στη δύση. Είναι προφανές ότι όλα αυτά δεν συνιστούσαν μια άλλη στρατηγική στην περίπτωση που αποτύγχανε το στρατήγημα του «αλλάζουμε τον συσχετισμό από τα μέσα».

Προδοσία ή τέλος μιας διαδρομής

Στα αριστερά του Συριζα είναι δημοφιλής η άποψη ότι έγινε ένα είδος προδοσίας. Ότι η κυβέρνηση δεν σεβάστηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και ξεπούλησε τις προσδοκίες του κόσμου που δεν ήθελε άλλα μνημόνια. Κάπως έτσι βλέπει τα πράγματα και η ΛΑΕ. Αυτό είναι ένα πολύ βολικό αλλά στην πραγματικότητα απλοϊκό σχήμα. Δεν εξηγεί όμως που εξαϋλώθηκε η λαϊκή βούληση. Που εξαφανίστηκε το 62% που ψήφισε ΟΧΙ. Γιατί ο ίδιος κόσμος ύστερα από δυόμισι μήνες ψήφισε ξανά το «προδοτικό» ΣΥΡΙΖΑ και σίγουρα δεν επιβράβευσε το συνεπές τμήμα που με πόνο ψυχής παράτησε τα οφίτσια και συνέχισε να υπερασπίζεται το «γνήσιο» ΣΥΡΙΖΑ διεκδικώντας την επανασύνδεση του νήματος με τον αντιμνημονιακό αγώνα (Λαφαζάνης, Κωνσταντοπούλου κλπ). Και πέραν αυτού αν υποθέσουμε ότι κι αυτά τα στελέχη ακόμα και αν διαφώνησαν τους καταλογίστηκε από τον «αλάθητο» λαό ένα μέρος της ευθύνης, γιατί τότε δεν ενισχύθηκε η υπόλοιπη αριστερά (ΚΚΕ, Ανταρσυα κλπ) που εν πάση περιπτώσει δεν έχει να απολογηθεί κάτι για το Σύριζα;

Για να μην μιλήσουμε για το ΚΚΕ που έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε χρόνια κατάθλιψη, η ΛΑΕ και η Ανταρσυα πίστευαν ότι ένα μέρος του 62% αυτού του περήφανου ΟΧΙ θα έκανε στροφή στα αριστερά ύστερα φυσικά από το «ξεπούλημα» του Συριζα. Όμως δεν έγινε τίποτα απ’ όλα αυτά. Ο κόσμος αυτός τους γύρισε επιδεικτικά την πλάτη. Μετρώντας πάντα εκλογικές συμπεριφορές με την ίδια ευκολία που ψήφισε κανείς ΟΧΙ στις προτάσεις Γιούνκερ, ψήφισε και ναι στον Τσίπρα μετά από ένα δίμηνο αφού πρώτα είχε υπογράψει το 3ο μνημόνιο. Ένα μέρος μπορεί και να μην πήγε να ψηφίσει αηδιασμένο ενδεχομένως (ή αδιάφορο πια;) από τις πολιτικές εξελίξεις. Αλλά αυτό δεν λεει κάτι πλέον. Δεν αποτελεί πλέον ένα κρίσιμο μέγεθος στο οποίο μπορεί κανείς να ποντάρει τα δικά του -επαναστατικά- σχέδια. Πρόκειται για ένα παθητικό σώμα που όμως δεν παθητικοποιήθηκε γιατί «προδόθηκε» η ανέξοδη βούλησή του. Αν ένιωθε προδομένο δεν θα έπαιρνε ο Συριζα ξανά 36% και η ΛΑΕ 2,8%. Ας είμαστε λίγο ρεαλιστές και κυνικοί καμιά φορά. Ήταν έτσι κι αλλιώς παθητικό και αυτό είναι το κλειδί για να εξηγήσει κανείς την αλλοπρόσαλλη εκ πρώτης συμπεριφορά του. Ήταν παθητικό σώμα ήδη από τον Φλεβάρη του 2012 που ήταν και το τέλος της κινηματικής διετίας. Όσο δεν βάζουμε σε χρονική τάξη τα γεγονότα δύσκολα θα χωνέψουμε ότι συνέβη πέρσι τέτοια εποχή.

Η κοινωνική αναταραχή στην Ελλάδα έχει ήδη τελειώσει από το 2012 πριν ακόμα από τις εκλογές που ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση εκτινάσσοντας τον από το 5% στο 27%. Ο Συριζα έρχεται όταν ο δρόμος έχει κάψει και τα τελευταία του καύσιμα.  Πολλοί λένε επιδεικνύοντας το κενό μνήμης τους, ότι αν δεν ήταν ο Συριζα στην κυβέρνηση δεν θα περνάγανε με τίποτα τα μέτρα αυτά. Προφανώς ξεχνάνε τη διετία Σαμαρά, Βενιζέλου που πέρναγαν ότι ήθελαν χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις. Και η κυβέρνηση αυτή δεν έπεσε λόγω κάποιας κοινωνικής αναταραχής, ούτε γιατί δεν συμπλήρωνε τους 150, αλλά γιατί δεν έφτανε για να εκλέξει πρόεδρο. Και την κυβέρνηση δεν την έριξε το κίνημα αλλά ο Συριζα.

Μήπως όμως δεν έπρεπε να τη ρίξει; Γιατί άραγε; Για να συνεχίσει η αριστερά της διαμαρτυρίας να μας παραμυθιάζει με «πάλης ξεκίνημα και νέους αγώνες», κλάψες και οδυρμούς; Για να διατηρεί όπως έκανε 40 χρόνια στη μεταπολίτευση ζωντανό το όνειρο της δευτέρας παρουσίας που όμως ποτέ δεν γίνεται πραγματικότητα και ποτέ δεν αποκαλύπτει το πόσο κούφια είναι, αλλά αρκεί για να διατηρεί πάντα ένα 10% στο περίμενε και με τα όπλα παρά πόδα; Εμείς λέμε επιτέλους που τελείωσε πια αυτή η 40ετης αναμονή της αριστεράς στην κυβέρνηση μπας και πάμε παραπέρα. Η αριστερά στην κυβέρνηση κάποτε ήταν το πρώτο στάδιο για το σοσιαλισμό. Μάλιστα τότε επειδή φαινόταν αδύνατο να λάβει 40% θα έπαιρνε τη μορφή τσόντας σε μια ευρύτερη «προοδευτική κυβέρνηση» αρχικά της «πραγματικής αλλαγής», άσχετα αν μετά κατάντησε να είναι της κάθαρσης και στο τέλος να είναι το ξεφτιλίκι του τρίτου μνημονίου «για να ορθοποδήσει η χώρα να βγούμε από το τούνελ να λυθεί η ανθρωπιστική κρίση» και μετά όταν ο καπιταλισμός θα δουλεύει ρολόι και θα αποκατασταθεί η πολιτική του εκπροσώπηση, η αριστερά ξανά στο 10% θα μας λεει τις ίδιες μπούρδες που έλεγε το 1970 για το σοσιαλισμό το 3000. Όχι λοιπόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να κυβερνήσει για να δουν οι πάντες όχι ότι είναι απατεώνες και προδότες όπως μας λεει η Λαε αλλά ότι η ρεφορμιστική στρατηγική είναι μια απόλυτη απάτη και ο ρεφορμισμός ένα απλό συμπλήρωμα στην καπιταλιστική ισορροπία. Και δεν μιλάμε για το ρεφορμισμό του 19ου αιώνα που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο  λάου-λάου, αλλά για ένα γερασμένο ερείπιο που θέλει πια «να ξαναρχίσουν οι επενδύσεις, να βγει η χώρα από την κρίση, να δανείζεται στις αγορές, που αξιοποιεί  το δημόσιο» κοκ. Δεν μιλάνε πια ούτε για έναν ανθρώπινο καπιταλισμό. Διαχειριστές της βαρβαρότητας είναι και αυτή η κατάντια έπρεπε πια να αποκαλυφθεί.

Βεβαίως πολλοί έπαθαν σοκ από την ταχύτητα των γεγονότων. Άλλοι κλάταραν μιας και είχαν πιστέψει ότι μετά το Συριζα δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Άλλοι πάλι έχουν μείνει έκπληκτοι γιατί περίμεναν ότι θα γίνουν οι αποδέκτες της αριστερής δυσαρέσκειας αλλά αυτό δεν συνέβη. Έτσι είναι, μάλλον δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Οι άνθρωποι δοκιμάζουν τις αναίμακτες λύσεις, αυτές που υπόσχονται τα περισσότερα οφέλη με μηδενικό κόστος. Οτιδήποτε άλλο θα έρθει ύστερα από το σοκ και την τεράστια απογοήτευση που προκάλεσε.

 Λέγεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιλογή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου για να κάψει την αριστερά και να περάσουν ευκολότερα τα μέτρα. Αυτό και αν είναι συνομωσιολογία. Έχει κανείς την εντύπωση ότι το email Χαρδούβελη θα είχε να αντιμετωπίσει κάποια λαϊκή εξέγερση και ήρθε ο Συριζα για να κατευνάσει τα λαϊκά πάθη;  Στην πραγματικότητα ο κόσμος είχε ήδη χάσει την εμπιστοσύνη του στο δρόμο. Αυτό ήταν ένα γεγονός που δεν προκάλεσε η έλευση του Συριζα όπως πιστεύουν μερικοί. Οι εκλογικές αυταπάτες ήρθαν ως προϊόν της υποχώρησης, ως η τελευταία ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει.

Αν δεν υπήρχε ο Συριζα, θα συνέχισε απρόσκοπτα ο κόσμος να κατεβαίνει στο δρόμο; Δεν θα είχαμε εκλογικές αυταπάτες; Εμείς λέμε ότι θα είχαμε και μάλιστα προς την άκρα δεξιά. Η ΧΑ δεν θα εισέπραττε 7% αλλά μπορεί ακόμα και 20%. Αυτή η δυναμική υπήρχε έτσι κι αλλιώς αν θυμηθούμε τη συνεχή άνοδο της ΧΑ, τα τάγματα εφόδου και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις μέχρι που φτάσαμε στο φόνο του Φύσσα ένα χρόνο αργότερα. Αυτή η περίοδος ήταν τέλεια, για το κίνημα και τον αντιμνημονιακό αγώνα και την κυβέρνηση Σαμαρά που δεν μπορούσε να περάσει τίποτα περιμένοντας τον Συριζα να σώσει το σύστημα; Αστεία πράγματα, ανάξια και να τα σκέφτεται κανείς.

Ο Συριζα πριν να είναι επιλογή του Γιούνκερ και της Μέρκελ, ήταν ήδη το τελευταίο αποκούμπι ενός κινήματος που είχε ήδη ηττηθεί όταν πάλευε ενεργά να φύγουν με ελικόπτερο μαζί με τα μνημόνια. Όταν βλέπαμε διαδηλώσεις των 100 και 200 χιλιάδων στο κέντρο της Αθήνας κάθε τρεις και λίγο. Όταν όλοι ήξεραν ότι κάθε μνημόνιο και κάθε μεσοπρόθεσμο θα προκαλούσε σίγουρα μια μίνι εξέγερση και ποιος ξέρει τι τροπή θα έπαιρνε. Όλη αυτή η ανησυχία για το καθεστώς τελείωσε όχι με την έλευση του Συριζα αλλά με την έλευση του Σαμαρά. Ο κόσμος που πόνταρε στο Συριζα τις τελευταίες του ελπίδες δεν είχε πια άλλη επιλογή. Το ΚΚΕ και τη Ανταρσύα μαζί και οι υπόλοιπες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής μπορεί να του έλεγε για τα γρανάζια που δεν γυρνούν χωρίς εργάτες και για τις τύχες του λάου που πρέπει να τις πάρει στα χέρια του, και για νέες απεργίες διαρκείας και σήμερα και αύριο και όσο χρειαστεί, αλλά μόνοι τους τα λέγανε μόνοι τους τα ακούγανε. Οι διαδηλώσεις ήταν άμαζες και χωρίς κανείς να περιμένει τίποτα. Μπορεί μια μειοψηφία να μην ήθελε να παραδεχτεί την ήττα και να φαντασιωνόταν με αφορμή την Ερτ ή κάποιες επιμέρους μάχες οπισθοφυλακής (Βιομε, Χαλκιδική, καθηγητές κλπ) ότι ο αγώνας συνεχίζεται ή ακόμα να σχεδίαζε έναν παράλληλο απελευθερωμένο κόσμο στις αυτοδιαχειριζόμενες Ερτ και Βιομε αλλά όλα αυτά ήταν παραμύθια με τον ίδιο τρόπο που η μεταπολιτευτική αριστερά νόμιζε ότι ο αγώνας του πολυτεχνείου συνεχιζόταν για 30 χρόνια και κάποιοι άλλοι ότι οι «φωτιές του Δεκέμβρη του 2008» συνεχίζονται για ακόμα 5 χρόνια. Όπως και να χει οι άμεσα ενδιαφερόμενοι της ΕΡΤ και της κάθε Βιομε δεν ενδιαφέρονταν για σοσιαλιστικούς και καστοριαδικούς πειραματισμούς, ακόμα και αν δέχτηκαν την αλληλεγγύη της προυντονικής αριστεράς που κολλημένη από τα φόρουμ πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία. Ας είναι. Όλοι έχουν ανάγκη από ένα φαντασιακό και καλά κάνουν αν αυτό τους κινητοποιεί. Αλλά όχι ότι πρόκειται και για κάνα σοβαρό σχέδιο για την άλλη κοινωνία. Να ξέρουμε γιατί συζητάμε…

Ο Συριζα ήταν το τέλος της διαδρομής όχι μόνο του αντιμνημονιακού κινήματος που άφησε την τελευταία του πνοή στην κάλπη της 5ης Ιούλη 2015, αλλά και ολόκληρης της ρεφορμιστικής στρατηγικής με την οποία η καθεστωτική ελληνική αριστερά πολιτεύτηκε επί 40 χρόνια. Προφανώς υπάρχουν και διαφορετικές εκδοχές που όμως το 1989 δεν εμπόδισαν τον Φλωράκη να τα βρει με τον Κύρκο για να στηρίξουν τον Τζαννετάκη και τον Μητσοτάκη στην περιβόητη κάθαρση ούτε τους επιγόνους τους να καταλήξουν στο σημερινό ρεζιλίκι. Η διαδρομή αυτή έφτασε στο τέλος της. Οι άνθρωποι που την πλαισίωσαν, τα παιδιά του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης, πολλοί από αυτούς φυλακισμένοι της χούντας έχουν στο DΝΑ τους αυτή τη στρατηγική και το κυριότερο δεν είναι πια 20ρηδες,αλλά 65αρηδες. Είμαστε εν όψη μιας αλλαγής γενιάς. Ο Τσίπρας και το αρχικό του επιτελείο από νεόκοπους αλλά πρόωρα γερασμένους 30ρηδες παιδιά του φόρουμ και του εναλλακτικού νεοχιπισμού, ήταν μια επικοινωνιακή προσπάθεια να φανεί κάτι άλλο από το γερασμένο δυναμικό της δεκαετίας του 70. Έτσι κι αλλιώς στο σημερινό Συριζα δεν έχει απομείνει τίποτα από τους μεταπτυχιακούς alternative τύπους που ήταν η βιτρίνα του. Τώρα το μόνο που φαίνεται είναι η γενιά του Δραγασάκη και τα παιδιά του Κύρκου και του Κουβέλη. Επιτέλους ο παλιός Ρήγας των 70’s σε ένα ελεεινό reunion δίνει τα τελευταία του ρέστα στη διάσωση του συστήματος με τα παιδιά της ΚΝΕ (και όχι όλα βλ. Δραγασάκης, Κατρούγκαλος, Πολάκης, Κοτζιάς κλπ) να κλαίνε και να οδύρονται (Λαφαζάνης, Βαλαβάνη κλπ). Γιατί άραγε; Για κάποια προδοσία της τελευταίας στιγμής, για την αποτυχία τους να την σταματήσουν, ή για τη συνειδητοποίηση ότι δεν είχαν να προσφέρουν κάτι διαφορετικό σε αυτή την υπόθεση;

Τι απέγινε η ριζοσπαστικοποίηση;

Το τέλος της διαδρομής όμως δεν αφορά μόνο τους πρωταγωνιστές της μεταπολιτευτικής αριστεράς. Αφορά και έναν ολόκληρο κόσμο που είχε επενδύσει σε αυτή τη στρατηγική. Μια στρατηγική όμως που δεν στόχευε σε μια άλλη κοινωνία, πολύ περισσότερο δεν στόχευε σε καμία επαναστατική αλλαγή. Αυτά ήταν μόνο για να πωρώνονται οι εκάστοτε νεολαίες και κατά καιρούς να διασπώνται από τα μητρικά κόμματα χωρίς όμως να ξεκολλάνε από το παρελθόν. Πάντα αναζητούσαν το αγνό ΚΚΕ, και τώρα τον αγνό Συριζα, που κάποτε προφανώς υπήρχαν αλλά κάποιοι «πρόδωσαν» την εσώτερη ουσία τους. Στην πραγματικότητα αυτό που νόμιζαν ότι υπήρχε ήταν μια δική τους φαντασίωση. Ήταν τα παραμυθάκια προς κατανάλωση μιας νεολαίας που είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω ενός ιδιαίτερου συσχετισμού που αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη γενιά τα είχε ανάγκη. Πράγματι αυτή η νεολαία ανδρώθηκε πολιτικά σε μια τρομερά ριζοσπαστική περίοδο. Στο πολυτεχνείο. Οι προσδοκίες από την αναμενόμενη πτώση της χούντας ήταν τεράστιες. Η εποχή επίσης των βιετγκόγκ, του Μάη του 68, της ιταλικής διετίας, των αντάρτικων, του Tσε, των γαρύφαλλων λίγο αργότερα στην Πορτογαλία, της ροκ εναλλακτικής κουλτούρας, έδινε την εντύπωση ότι κάτι πολύ μεγάλο θα συμβεί. Η σταλινογενής αριστερά της εποχής στεκόταν με απίστευτο συντηρητισμό μπροστά σε αυτά τα γεγονότα φοβούμενη ότι θα διαταραχτούν οι ισορροπίες ανατολής δύσης και ο Μπρέζνιεφ δεν θα προλάβει να ολοκληρώσει τον παλλαϊκό σοσιαλισμό. Έπρεπε όμως κάπως να κρατήσει τη νεολαία της και άρα δεν μπορούσε να βάλει ένα Χ στις προκλήσεις της περιόδου, ελπίζοντας ότι κάπως θα κουλάρουν τα πράγματα και ότι απομείνει θα το κεφαλαιοποιήσει η ίδια.

Το Πολυτεχνείο όμως δεν νίκησε και η χούντα έδωσε τη σκυτάλη στον Καραμανλή και οι προσδοκίες της μεγάλης αλλαγής έμειναν να τις διαχειριστεί ο Αντρέας Παπανδρέου με τον ίδιο τρόπο που τις διαχειρίστηκε 35 χρόνια αργότερα ο Τσίπρας, αφού η κοινωνική αναταραχή και τότε (1977) και τώρα (2012) είχε πλέον κοπάσει. Η αριστερά τότε όπως και τώρα δεν έκανε ποτέ έναν απολογισμό για το τι έγινε και την πρωτοβουλία πήρε εκ νέου η αστική τάξη μετά από ένα κενό εξουσίας με όλες τις πιθανότητες ανοιχτές. Η συζήτηση αυτή επ ουδενί δεν έπρεπε να γίνει προφανώς για να μην αποδοθούν οι πολιτικές ευθύνες και κυρίως να μην αμφισβητηθεί η κεκτημένη στρατηγική. Άλλωστε πώς να γίνει συζήτηση αφού «ο αγώνας συνεχίζεται»; Είτε γιατί η κυρίαρχη αριστερά θεωρούσε ότι ο Καραμανλής δηλαδή η αποκατάσταση της δημοκρατίας είναι το πρώτο στάδιο, μετά θα έρθει το στάδιο της πραγματικής αντιμονοπωλιακής αλλαγής, μετά 5-6 στάδια ακόμα και στο τέλος ο σοσιαλισμός. Και για τους κνιτες που βιάζονται θα τους έχουμε σε πρόγραμμα διαρκούς εξαντλητικής επαναστατικής γυμναστικής μέχρι να ηρεμήσουν αφήνοντας και μια μικρή υπόνοια ότι το κόμμα είναι έτοιμο ακόμα και για επανάσταση αν διακοπεί βίαια ένα από τα δεκάδες στάδια προς το σοσιαλισμό. Το εξωκοινοβούλιο της εποχής πεισμένο ότι ο λαός μετά τη χούντα πήγαινε ντουγρού για την επανάσταση μίλαγε μόνο για προδοσίες. Γιατί δεν έγινε η αναμενόμενη επανάσταση; Μα γιατί την πρόδωσαν τα δύο ΚΚΕ. Μάλιστα. Τα ρεφορμιστικά ΚΚΕ, τα ξεπουλημένα έτσι κι αλλιώς. Αυτά που δεν είχαν υποσχεθεί άλλωστε καμιά επανάσταση. Κάτι για Καραμανλής ή τανκς έλεγαν. Τι ακριβώς πρόδωσαν τότε; Τον λαό που ήθελε να κάνει επανάσταση αλλά δεν τον άφησαν οι προδότες ρεφορμιστές γραφειοκράτες. Και ο αγώνας συνεχίζεται. «Και σήμερα και αύριο και όσο χρειαστεί….»

Το γνωστό λιβανιστήρι 40 χρόνια από τους ίδιους σχεδόν ανθρώπους 40 χρόνια μεγαλύτερους. Να έχει συμβεί κάτι άλλο ούτε που τους περνάει από το μυαλό τους. Αφού ο κόσμος ήθελε τόσο την επανάσταση γιατί δεν σκέφτηκε ποτέ να πάει να βρει τους επαναστάτες αλλά πάντα επέστρεφε στους «προδότες»; Αυτό το ερώτημα είχε απαγορευτεί στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Γιατί πολύ απλά βάζει σε δοκιμασία τον κεντρικό πυρήνα της σκέψης της: ότι ο λαός είναι από τη φύση του επαναστατικός και προδίδεται από τους ρεφορμιστές  και τους γραφειοκράτες. Αυτό θα είχε μια βάση αν συνέβαινε μια φορά και όχι κατ’ επανάληψη. Ένας κατά συρροή προδότης δεν είναι πια προδότης. Όποιος συνεχίζει να τον αποκαλεί προδότη είτε είναι ηλίθιος είτε εθελοτυφλεί. Πιστεύει δηλαδή ότι το κάθε ΚΚΕ, ο κάθε Συριζα, η κάθε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ που πολλοί ποντάρουν πάνω τους τα πιο τρελά επαναστατικά όνειρα, κατά βάθος μπορούν να γίνουν τα εργαλεία μιας επαναστατικής αλλαγής. Αν δεν είναι αυτό τότε το μόνο που απομένει είναι ότι τα κόμματα αυτά ή τα συνδικάτα αναλαμβάνουν εξ αντικειμένου το χρέος του σοσιαλισμού ή της επανάστασης γιατί εκπροσωπούν το ορισμένο από την ιστορική αναγκαιότητα επαναστατικό υποκείμενο το οποίο ενίοτε είναι η εργατική τάξη, ο σοφός λαός, οι αγρότες, και μερικά σύμμαχα στρώματα αναλόγως κάθε φορά. Όποιος λοιπόν ασχολείται με τις ιερές αγελάδες που έχουν προγραμματιστεί από την Ιστορία να φέρουν τον σοσιαλισμό, τότε αναλαμβάνει θέλοντας και μη και τα καθήκοντα αυτής της υποθέσεως, αλλιώς πρόκειται περί προδότη που ήρθε να κάνει κουλουβάχατα τις προκαθορισμένες ιστορικές αποστολές. Επομένως είναι πολύ λογικό κανείς τη δεκαετία του 70 να καλεί τον Φλωράκη, τον Κύρκο ή και τον Αντρέα να φέρουν το σοσιαλισμό στην Ελλάδα και το 2015 τον Τσίπρα να εφαρμόσει κάποιο σοσιαλιστικό πρόγραμμα, παίρνοντας τις μετρητοίς κάποια πεθαμενατζίδικα προσυνεδριακά κείμενα επετειακού χαρακτήρα ή μερικές κουβέντες παραπάνω μεταξύ συντρόφων, την ώρα που κατ’ επανάληψη τα κόμματα αυτά συνομιλούν με το ευρύ κοινό ή κατευθείαν με την αστική τάξη και τους εκπροσώπους τους δηλώνοντας πλήρη υποταγή στην αστική νομιμότητα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έχουν αποδείξει με χίλιους τρόπους ότι δεν ενδιαφέρονται για επαναστατικούς πειραματισμούς ούτε στο επίπεδο της οργάνωσης μιας απεργίας. Είναι πραγματικά γελοίο να βλέπει κανείς ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι βουτηγμένοι στο σύστημα, σε σημείο που αποτελούν οργανικό του κομμάτι, και κάποιοι άλλοι που βλέπουν την επανάσταση στη γωνία να τους βάζουν διαρκώς επαναστατικά καθήκοντα, μιας και οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ότι αδυνατούν να εκπληρώσουν το οποιοδήποτε μικροκαθήκον που αφορά μια επαναστατική διαδικασία. Εξάλλου «η επανάσταση απαιτεί μάζες» σύμφωνα με τη γνώμη τους και τη σχέση με τις μάζες συνεχίζουν να την έχουν οι προδότες. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα δηλαδή.

Επομένως η επανάσταση και ο αγώνας έπρεπε να συνεχίζεται έπ’ άπειρον αφού το κοινωνικό υποκείμενο το χει στη φύση του, και οι προδότες απλά δεν το αφήνουν, αφού το υποκείμενο επιμένει παρά την ιστορική του αποστολή να συναγελάζεται με αυτούς που συστηματικά το προδίδουν. Αυτές οι εντελώς ανώμαλες σκέψεις δεν αφήνουν να επικαιροποιηθεί καμία επαναστατική στρατηγική.

Στην πραγματικότητα πριν ψάξει κανείς για προδότες, υποτιμώντας έτσι και την ευφυΐα του επαναστατικού υποκειμένου που καταντάει απλά ηλίθιο μετά από τόσο κεράτωμα, ενώ μέχρι τώρα το εκθείαζε για τη σοφία του και την ιστορική του αποστολή, ας στρέψουμε τη σκέψη μας σε μεγαλύτερο βάθος, βάζοντας και τα θέσφατα στη συζήτηση.

Στην ιστορία φυσικά υπάρχουν απατεώνες. Πολιτικάντηδες που κοροϊδεύουν συστηματικά τον κόσμο. Αλλά αυτό το ξέρουμε. Κάθε κυρίαρχη τάξη έχει τη δυνατότητα να εξαπατά μέσα από τους μηχανισμούς της και τα κόμματά της. Μπορεί επίσης να εξαγοράζει στελέχη ακόμα και κόμματα ολόκληρα, αρκεί βεβαίως να θέλουν και αυτά να εξαγοραστούν. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να βρίσκεται στην εξουσία χωρίς εξαγορές αλλά και κοινωνικές συμμαχίες. Την ίδια στιγμή μπορεί να εξαπατά και το ευρύ κοινό, μια πλειοψηφία που συνήθως δεν ασχολείται ή δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί, ή δεν έχει τα φόντα να ασχοληθεί με τα κοινά, παρόλα αυτά ψηφίζει και εκλέγει κυβερνήσεις. Αυτή είναι συνήθως η συντριπτική πλειοψηφία του λαού που σέρνεται πίσω όχι κυρίως από τις υποσχέσεις αλλά από τη δύναμη της αστικής τάξης και της εξουσίας της φυσικά. Οι αυταπάτες λοιπόν δεν είναι μια εφεύρεση των ρεφορμιστών αλλά της άρχουσας τάξης που έχει και την υλική δυνατότητα να εξαγοράζει και να ενσωματώνει στο σύστημα κυριαρχίας της. Ωστόσο θα ήταν επιπόλαιο να βλέπει κανείς μόνο την εξαπάτηση. Πολλές φορές οι επιλογές των των ανθρώπων να λειτουργούν με βάση το ίδιον και όχι κάποιο ταξικό όφελος είναι προϊόν συνειδητής επιλογής και όχι εξαπάτησης.  Με τον ίδιο τρόπο που κάποιο εργατόπαιδο αποφασίζει να γίνει μπάτσος ή ένας υπάλληλος να τα χει καλά με το αφεντικό του. Για να διευκολύνει κανείς τη ζωή του έχει πολλούς τρόπους πέρα από το να γραφτεί στο συνδικάτο, ειδικά τώρα που το συνδικάτο υποβαθμίζεται θεσμικά ως διαμεσολαβητικό εργαλείο διαπραγμάτευσης με την εργοδοσία (κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, ατομικές συμβάσεις κοκ).

Το να λεει κανείς τον Τσίπρα, τους ρεφορμιστές ή τους γραφειοκράτες προδότες είναι σαν να λεει ότι πρόδωσαν μια κοινή υπόθεση. Όπως και να χει ακόμα και έτσι δεν είναι μια επαρκής εξήγηση για το τι συνέβη. Το ερώτημα για όσους επέμειναν στη ρήξη με το μνημόνιο με κάθε κόστος είναι γιατί δεν μπόρεσαν οι ίδιοι να δώσουν συνέχεια στο κίνημα, να το εκφράσουν αυτοί και όχι οι άλλοι που το «πρόδωσαν». Γιατί ακόμα και μετά την «προδοσία» ο κόσμος συνεχίζει να τους γυρνά την πλάτη ακόμα και όταν απογοητεύεται από τους εκπροσώπους του. Και η απογοήτευση δεν αφορά μόνο τον Τσίπρα που δεν κατάφερε να γυρίσει το ρολόι πίσω (γιατί περί αυτού πρόκειται) αλλά «γιατί δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο». Όταν επικρατεί μια τέτοια ψυχολογία τότε τους παίρνει όλους η μπάλα.

Όσο και αυτή είναι μια δυσάρεστη κατάσταση (άλλοι την λένε καταθλιπτική) οι αγωνιστές που παραμένουν στις θέση τους θα πρέπει να τη θεωρήσουν φυσιολογική. Είναι απολύτως λογικό ο πολύς κόσμος που βρέθηκε στο δρόμο ή που έτρεχε στις κάλπες ψηφίζοντας Συριζα ή ΌΧΙ σήμερα να νοιώθει τη ματαίωση και η αντίδρασή του να είναι ότι «δεν γίνεται τίποτα». Θα μπορούσε αυτή η συμπεριφορά να εξελιχθεί ακόμα χειρότερα. Η υποχώρηση πολλές φορές ιδεολογικοποιείται και ο ηττημένος υιοθετεί τις ύστερες αφηγήσεις του νικητή. Η δεξιά αντίδραση, οι μένουμε Ευρώπη, οι «παραιτηθείτε», το κίνημα της γραβάτας, οι φασίστες, τα ποτάμια, οι λεβέντηδες όλοι κάτι έχουν να προσθέσουν στο «πως φτάσαμε ως εδώ». Για το πελατειακό κράτος, για τις πρόωρες συντάξεις (όχι των ένστολων πάντως), για τους επίορκους και τους τεμπέληδες στο δημόσιο, για τους παχυλούς μισθούς της ΔΕΗ, για τους απολυμένους του ιδιωτικού τομέα, υπονοώντας ότι δεν απολύονται οι δημόσιοι ενώ θα έπρεπε, για τις παχυλές συντάξεις γενικώς και αορίστως. Ότι αν θα παίρναμε τα μισά από αυτά τα μέτρα όπως ήθελε ο γέρος Μητσοτάκης θα είχαμε σωθεί αλλά η αριστερά και το πασοκ που έχει χωθεί τώρα στο Σύριζα ή στη ΛΑΕ τα έκανε τότε γης Μαδιάμ με τους κολάδες και τους σταμούλους και δεν επέτρεψε να εκσυγχρονιστεί η χώρα για να συνεχίζουν να τρώνε οι χαραμοφάηδες. Για το αριστερό παρακράτος στα πανεπιστήμια που τα έκαιγε κάθε τρεις και λίγο ενώ ακόμα και σήμερα το 1/3 των κτιρίων είναι ακόμα κατειλημμένα και κανείς δεν ξέρεις τι συμβαίνει εκεί μέσα. Για τις διαδηλώσεις των λίγων εκατοντάδων που κλείνουν το κέντρο και καίνε τα μαγαζιά και μετά οι βουλευτές της αριστεράς υπεράσπιζαν τους «κουκουλοφόρους» όταν τους συλλαμβάνανε τα καημένα τα ΜΑΤ που δεν μπορούν να κάνουν τη δουλεία τους γιατί φοβούνται το δικηγορικό αριστερό παρακράτος και την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς (τα «πολλά» δημοκρατικά δικαιώματα) κοκ. Να τι μας έφερε μέχρι εδώ. Και τι μας έφερε η αριστερά; Τα κάπιταλ κοντρόλ και την ισοπέδωση της αγοράς με κόστος 80 δις (;;;), εκροή καταθέσεων 50 τρις, ισοπέδωση της αγοράς, κυνήγι της επιχειρηματικότητας, πιστωτική ασφυξία… Ο κουβάς της αστικής προπαγάνδας είναι ατελείωτος και ξέρουν πολύ καλά ότι η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης.

Ο ηττημένος χωρίς να αναφέρεται πια σε ένα υπαρκτό ταξικό, κοινωνικό ή πολιτικό στρατόπεδο μένει εντελώς εκτεθειμένος στον προπαγανδιστικό αυτό οχετό. «Είδατε, τίποτα δεν πετύχαμε με τις απεργίες», ακούς δεξιά και αριστερά από τον κάθε καραγκιόζη που ενώ δεν απέργησε ποτέ παριστάνει τον μεταμεληθέντα πρώην απεργό και νυν οπαδό της κοινωνικής συμφιλίωσης. Αλλά αυτό το λένε πια και αυτοί που απήργησαν και αυτοί που κατέβηκαν στις διαδηλώσεις ή έστω σε μερικές κυριακάτικες των αγανακτισμένων που ήταν και πιο εύκολο να παριστάνει κανείς τον απολιτικό δυσαρεστημένο που δεν είναι με κανέναν αλλά τους θέλει όλους στο γουδί. Όλος αυτός ο κόσμος που αποτέλεσε και τον μεγάλο όγκο των διαδηλώσεων σήμερα δεν θέλει να ακούσει τίποτα για όλα αυτά. Δεν είναι καν σίγουρο ότι πιστεύει ότι χάσαμε γιατί το «χάσαμε» προϋποθέτει την έστω εν υπνώσει ύπαρξη μια κάποια συλλογικής ταυτότητας. Υπάρχει όμως μια τέτοια ταυτότητα στον βαθμό που δεν υπάρχει ένα κίνημα στους δρόμους ή έστω στατικό σε μια πλατεία να αναβιώνει την εκκλησία του Δήμου; Η απάντηση είναι περιττή.

Ένας οργανωμένος αριστερός που είχε ταυτιστεί με τις εκατοντάδες χιλιάδες «που σηκώθηκαν από τους καναπέδες τους» και κατέβαιναν στο σύνταγμα με τις ελληνικές σημαίες και την σημάδευαν με τα λέιζερ ή στην κάτω πλατεία παρίσταναν χωρίς φυσικά να έχουν τα φόντα τον Εφιάλτη του Σοφωνίδη και και τον Αρχέστρατο και μερικοί νόμιζαν ότι βρίσκονται στην Κομμούνα των Παρισίων, ομολογουμένως θα νιώθει σήμερα μια απίστευτη μοναξιά. Η επιστροφή στην κανονικότητα, μετά το φοιτητικό κίνημα του 2006-7, το Δεκέμβρη του 2008, την αντιμνημονιακή έξαρση 2010-2012 και την εκλογική άνοδο της αριστεράς έστω κι αν ο Συριζα υπέκλεπτε αυτό που δικαιούταν η Ανταρσία ή το ΚΚΕ (λέμε τώρα) και που αύριο αυτή η άνοδος θα βρει τον σωστό αποδέκτη αλλά από ότι φαίνεται αναζητείται στα αζήτητα του Silver Alert, για μια γενιά που πίστεψε ότι όλα μπορούν να συμβούν προκαλεί σίγουρα προκαταθλιψιακά συμπτώματα. Κι όμως μια διαφορετική οπτική στα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας και η συσχέτισή της με το είδος της αριστεράς που έχουμε θα λειτουργούσε λυτρωτικά στις διαθέσεις χιλιάδων αγωνιστών που συνεχίζουν να είναι στρατευμένοι στην υπόθεση μιας άλλης κοινωνίας αλλά οι απαντήσεις που παίρνουν είναι ότι ο αγώνας συνεχίζεται, και οι περήφανοι λαοί ψηφίζουν ΟΧΙ και brexit αλλά κάποιοι τους πουλάνε αλλά εμείς επιμένουμε και τώρα που θα χτυπήσουν όλο το λαό με το νέο ασφαλιστικό θα γίνει ο χαμός, αλλά τελικά τίποτα δεν έγινε για ακόμα μια φορά.

Γιατί άραγε; Θα το πούμε περιληπτικά:

1ον) γιατί ο κόσμος δεν μπορεί να είναι μια ζωή στις επάλξεις μέχρι η κάθε αριστερά να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να κάνει πέρα από το να καλεί τον κόσμο να πάρει την τύχη στα χέρια του, μετά να επιστρέψει στους χώρους δουλειάς και τις συνοικίες και μετά από ένα μήνα να κατέβει στην επόμενη γενική απεργία που θα έχει λιγότερο κόσμο από την προηγούμενη για να κάνει ακριβώς τα ίδια πράγματα και μετά να πάει να ανασυγκροτηθεί ξανά στις συνοικίες και να πείσει κι άλλους να κατέβουν στο δρόμο με τους τηλεβόες όμως έκανε κάποτε η ΕΠΟΝ.

2ον) οι στιγμές κινηματικής έξαρσης μπορεί να κρατήσουν 1-2 χρόνια και οι ευκαιρίες για να ξαπλώσει ο αντίπαλος στο τερέν δεν θα είναι περισσότερες από επίσης 1-2 και αυτό θα μπορεί να γίνει μόνο εντός ενός πολύ περιορισμένου χρονικού διαστήματος από μερικές ώρες μέχρι το πολύ μερικές μέρες. Όταν χαθούν αυτές ευκαιρίες και περάσει ο καιρός με αναβολές της αναμέτρησης προκειμένου να πετύχουμε το καλύτερο συσχετισμό (γιατί θα κάνουμε κάτι άλλο τότε εκτός από Πανεπιστημίου, Πατησίων, Σταδίου, Σύνταγμα και ξανά Πανεπιστημίου και παλιότερα λουλουδάδικα για τη μονόλεπτη;).

3ον) Όταν κατεβαίνει ο «λαός» στο δρόμο δεν σημαίνει ότι έφτασε η ώρα να πάρει κάποια τύχη στα χέρια του. Και να την πάρει δηλαδή τι θα την κάνει εκείνη την ώρα; Απολύτως τίποτα. Όλα αυτά περί τυχών είναι για να μην κάνει τίποτα η οργανωμένη πρωτοπορία, ο κόσμος που υποτίθεται έχει κάτι στο μυαλό του (ή μήπως δεν έχει) αλλά δεν το κάνει γιατί αυτά είναι δουλειές ενός καθ’ ύλην αρμόδιου -του λαού- που πρέπει να πάρει την τύχη στα χέρια του. Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι στο λαό αλλά στον συνειδητό κομμάτι του κινήματος που δεν παίρνει αυτό την τύχη στα χέρια του και την ξεφορτώνεται με διάφορες δικαιολογίες και ιδεολογήματα τα οποία όμως πανδημούν στην αριστερά και πέριξ. Η αριστερά σχεδόν όλων των ειδών αποφάσισε ότι η καλύτερη γραμμή ήταν να χάσκει μπροστά στο ιερό πλήθος (φαντασιονώμενη ότι το κοινωνικό υποκείμενο βρήκε επιτέλους την ιστορική του αποστολή) με αποτέλεσμα στο τέλος αντί να επηρεάζει αυτό το πλήθος να υιοθετεί τις συμπεριφορές του. Η ταύτιση με το πληττόμενο δυσαρεστημένο πλήθος στο απόγειό της.

4) Άπαξ και ηττηθεί το στρατόπεδο που δίνει τη μάχη (όπως τη δίνει) και σπάσει η γραμμή άμυνας τότε η υποχώρηση δεν είναι καθόλου συντεταγμένη. Συντεταγμένα υποχωρούν μόνο τα μπλοκ που αποτελούνται από ανθρώπους που έχουν ισχυρότατους ιδεολογικούς και πολιτικούς δεσμούς και νιώθουν (ακόμα και στο φαντασιακό τους, δεν έχει σημασία) μέρος μιας ενιαίας ταυτότητας που παλεύει για έναν μεγάλο σκοπό. Το αντιμνημονιακό κίνημα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει μια ενιαία ταυτότητα. Ήταν πάντα μια σημαία ευκαιρίας ακόμα και όταν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος ήταν σε μια κοινή σύναξη. Πουθενά δεν υπήρχε μια συναντίληψη για το ποιος ακριβώς είναι ο αντίπαλος, ποιοι είμαστε εμείς και τι λύση θέλουμε. Δεν υπήρχε καν κοινή στάση όταν τα ΜΑΤ αποφάσιζαν να διαλύσουν μια συγκέντρωση ακόμα και όταν ήταν εξόφθαλμο ότι δεν υπήρχε καμία «προβοκάτσια». Ακόμα και τότε αν πέταγες μια πέτρα στα ματ γινόσουν προβοκάτορας, αν έστηνες ένα οδόφραγμα ήσουν ακόμα πιο ύποπτος γιατί φαίνεται ότι είναι εντελώς συνειδητός σε αυτό που κάνεις, άρα κάτι άλλο έχεις στο μυαλό σου κοκ. Το γενικό κλίμα ήταν πάντα αυτό. Η αριστερά υποτάχθηκε σε αυτή τη συμπεριφορά με αποτέλεσμα το κίνημα να δώσει άναρχα τη μάχη και να ηττηθεί.

Από κει και πέρα δεν υπάρχει καμία άμυνα. Αυτός είναι και ο λόγος που κάνεις πλέον δεν πολεμάει για τα επιμέρους. Το ασφαλιστικό πχ χάθηκε ήδη από το καλοκαίρι του 2015 με την υπογραφή του 3ου μνημονίου. Όσοι νόμιζαν ότι θα δοθεί μια μάχη τώρα απογοητεύτηκαν πλήρως αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν κατάλαβαν τι έχει συμβεί. Και συνεχίζουν να λένε κουταμάρες: «Αν δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα πέρναγαν τα μέτρα με τέτοια ευκολία» και αλλά συναφή. Τρίχες όποιος κι αν ήταν καμιά μάχη δεν θα δινόταν με αξιώσεις. Δηλαδή αν στις εκλογές του Σεπτέμβρη κέρδιζε η ΝΔ δεν θα πέρναγε το ασφαλιστικό την άνοιξη; Θα είχαμε καμία γενική εξέγερση; Θα σκάγανε και οι αγανακτισμένοι; Και ο Ζίζεκ; Το πιστεύει κανείς στα σοβαρά αυτό; Οι μόνοι που έδωσαν μια μάχη ήταν οι μικροαστοί δικηγόροι και αγρότες με την πολιτική αβάντα της δεξιάς αντιπολίτευσης όχι για να αρνηθούν το ασφαλιστικό όπως νόμιζαν οι αριστεροί οπαδοί του μετώπου «εργατιάς-μικρομεσαίας αγροτιάς και αυτοαπασχολουμένων», αλλά για την παρτούλα τους για «να μην πληρώνουν αυτοί για τα ρεμάλια του δημοσίου και τους συνταξιούχους».

Κι όμως αντί η αριστερά να σκεφτεί ότι πρέπει κάτι άλλο να κάνει από το να κυνηγάει «το λαό να πάρει την τύχη στα χέρια» και να προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη ματαίωση στον οργανωμένο και φιλότιμο κόσμο της, συνεχίζει να σπάει τα πόδια του και το χειρότερο να μην κεφαλαιοποιεί κανένα συμπέρασμα.  Για ακόμα μια φορά όλα είναι στον αυτόματο. Από το 1973 μέχρι σήμερα ο αγώνας συνεχίζεται και ο λαός είναι στο πόδι. Αν δεν απαλλαχτούμε από αυτό το μύθο δεν θα κάνουμε τίποτα. Απλά όποιος σκέφτεται λίγο παραπάνω απλά θα εγκαταλείψει μια για πάντα τον αγώνα και την αριστερά που ζει απλά στον κόσμο της… Και σε τι κόσμο. Σε ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια, μόνο και μόνο για να μην κόψει από τις ρουτινιάρικες συνήθειές της. Αλήθεια τώρα χωρίς συλλογικές κλαδικές συμβάσεις (για να έχουμε και μεις ένα ρόλο ως συνδικαλιστές), χωρίς απεργίες έτσι για να γίνονται (αφού αλλάζει το καθεστώς κήρυξής τους από το φθινόπωρο), και χωρίς λαό να τρέχει πίσω από όλα αυτά γιατί πολύ απλά άλλαξε δεν περιλαμβάνονται στο νέο (κανιβαλικό άνευ κοινωνικού συμβολαίου) μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης, με τι θα απασχολείται το συνδικαλιστικοκεντρικό δυναμικό αυτής της αριστεράς; Που θα μας επιδεικνύει τη σχέση της με τον πληττόμενο λαό που για δεκαετίες είχε ταχθεί στην υπηρεσία του; Όσο γρηγορότερα τελειώσει η αριστερά με αυτά τα παραμύθια τόσο το καλύτερο για την ίδια και τον κόσμο της. Δεν ξέρουμε τις θα κάνουν οι οργανωμένες δυνάμεις της, ούτε ξέρουμε αν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς αυτά τα παραμύθια. Όμως ο κόσμος της δεν μπορεί να μένει πια εκτεθειμένος στις ιδεοληψίες μιας προηγούμενης εποχής που μας άφησε κληρονομιά την αριστερά που ξέρουμε (μαζί και την άκρα της) αλλά σήμερα έχει μείνει άνευ αντικειμένου, στρατηγικής, τακτικής αλλά και άνευ μιας ισχυρής ταυτότητας που να την κάνει διακριτή και περήφανη από το κάθε σκορποχώρι που είναι έτοιμο να το βάλει στα πόδια και να διαλαλεί σαν λοβοτομημένο ότι τίποτα δεν γίνεται, τίποτα δεν αλλάζει.

μύθος της λαϊκής πλειοψηφίας

Το πρόβλημα ξεκινάει στο σημείο που παίρνει κανείς περισσότερο σοβαρά από όσο αξίζει τη λεγόμενη λαϊκή βούληση όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και στο παραβάν μιας κάλπης. Και επιπλέον να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα τους. Αλλά λογικό είναι. Αυτά παθαίνουν οι λάτρεις του πολύπαθου και μαρτυρικού λαού που τον έχουν χρίσει ιερά αγελάδα της ιστορικής εξέλιξης. Και το πρόβλημα με τις κάλπες δεν είναι μόνο ένα. Το πρώτο είναι ότι βγάζουν σχεδόν πάντα αυτό που θέλει η άρχουσα τάξη που πάντα βρίσκει τρόπο να καναλιζάρει και να ελέγξει την ψήφο. Δεύτερο ότι ακόμα κι αν βγάλει κάτι διαφορετικό (περσινό δημοψήφισμα) τότε αυτό δεν δεσμεύει την πραγματική εξουσία σε τίποτα. Και σαν να μην τρέχει τίποτα μπορεί να ερμηνεύει τα πάντα κατά το δοκούν. Το ίδιο και όταν βρεθεί στην κυβέρνηση κάτι σαν το Συριζα. Πάλι δεν έχει καμία σημασία γιατί υπάρχει ένα ολόκληρο καθεστώς που δεν κουνιέται από τη θέση του και προστατεύεται από τους νόμους, τη δικαστική εξουσία, το βαθύ κράτος, τις συμμορίες των καπιταλιστών, το διεθνές σύστημα, και τα δικαστήρια και προπαντός από την οικονομική εξουσία που μπορεί να σαμποτάρει οτιδήποτε μπορεί να αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της. Και έτσι να κατανοήσει ο κάθε «αδαής» ψηφοφόρος ότι έκανε μέγιστο λάθος να ρίξει στην κάλπη αυτό που έριξε γιατί έτσι φέρνει το χάος και τον εθνικό διχασμό και καλύτερα να επανορθώσει όσο το δυνατό γρηγορότερα. Μήπως κύριοι της μεταρρυθμίσεως από τας εμπειρίας που έχετε, λέμε κάτι που δεν ισχύει; Έτσι δεν οδύρονται και οι συριζαιοι; Ότι έχουν δεμένα τα χέρια, ότι τους εκβιάζουν, ότι κάνουν πράγματα που δεν θα ήθελαν κοκ. Άρα κύριοι ποιο το νόημα της ύπαρξής σας; Φτάσατε επιτέλους στην πηγή και σας έκλεισαν τη βρύση και εσείς απλά κλαίγεστε. Μηδέν εις το πηλίκο δηλαδή. Και τι μας λεει η ΛΑΕ και η κάθε λαέ. Ότι αυτοί είναι προδότες και όχι ότι εκεί οδηγεί αυτή η στρατηγική. Και επιτέλους πια. Εσείς δεν ήσασταν στην κυβέρνηση; Δεν βλέπατε που πάει το πράγμα; Τι κάνατε για να σταματήσετε τους προδότες; ΤΙΠΟΤΑ. Περιμένατε και σεις ένα θαύμα, και απλώς μέχρι τότε τρώγατε τον χρόνο και πουλάγατε κουτόχορτο. Γι’ αυτό και δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να υποστηριχθεί στα συντρίμμια του Συριζα ένας νέος Συριζα. Δεν χρειαζόμαστε ακόμα μια εμπειρία για να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται. Δεν έχουμε χρόνο για πέταμα. Οι άνθρωποι έχουν πεπερασμένο περιθώριο για να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά. Τουλάχιστον για τα θέματα που τους ενδιαφέρουν. Δεν μιλάμε για το λαό ούτε για τους περαστικούς. Μιλάμε τώρα στους ανθρώπους που καίγεται η ψυχή τους για την επανάσταση και τον κομμουνισμό.

Οι υπόλοιποι απλά δεν μας απασχολούν, και από όσο γνωρίζουμε ούτε και αυτούς τους απασχολεί αυτή η συζήτηση. Την γνώμη τους μπορεί να τη λένε. Να λένε πχ ότι δεν τους απασχολεί ο σοσιαλισμός, ή ότι δεν γίνεται τίποτα. Και οι ίδιοι μπορεί σε ένα δημοψήφισμα να ψηφίσουν ΟΧΙ στις προτάσεις Γιούνκερ όχι στη λιτότητα και τώρα στο Ην. Βασίλειο να φύγουν από την ΕΕ (brexit). Και λοιπόν τι έγινε; Θα παλέψουν να το κάνουν πράξη αυτό; Θα το επιβάλουν; Ή απλά απαντάνε σε ένα ερώτημα και μετά ότι βρέξει ας κατεβάσει. Κι όμως η αριστερά επενδύει σε αυτή την «πλειοψηφία» όλα της τα σχέδια. Τα δίνει όλα για να αλλάξει τα μυαλά του εκλογικού ποιμνίου (εμ δεν υπάρχει και κάπου αλλού αυτή την πλειοψηφία. Μόνο όταν κρύβεται μέσα στο παραβάν για να μην παραβιαστεί η μυστικότητα της ψήφου της) και όταν το καταφέρνει μια φορά κάθε 100 χρόνια διαπιστώνει ότι και πάλι δεν μπορεί να γίνει τίποτα γιατί κάποιες υπέρτερες δυνάμεις, μπορούν και προδίδουν τη βούληση του λαού, ή την γράφουν απλά στα παλιά τους τα παπούτσια, χωρίς κανένα κόστος. Τώρα βρίσκονται σε έκσταση με το βρετανικό δημοψήφισμα. Οι ίδιοι πανηγυρτζήδες που περίμεναν στις εκλογές του Σεπτέμβρη το 62% να τους τιμήσει για τη συνέπειά τους,  σαν να μην κατάλαβαν τίποτα, τώρα περιμένουν το θαύμα από την Αγγλία. Το τι λένε είναι απερίγραπτο για να εκθειάσουν τον «τιμημένο και περήφανο λαό της Μ. Βρετανίας που σήκωσε το ανάστημά του στο διευθυντήριο της Μερκελ». Τι κι αν αυτός ο λαός δεν γουστάρει μετανάστες και ζητάει την επιστροφή στο βρετανικό ιμπέριουμ, τι και αν το συντηρητικό κόμμα θα περάσει στα χέρια του ηγέτη της καμπάνιας του brexit, τι και αν ο επόμενος μεγάλος υποστηριχτής της βρετανικής υπερηφάνειας ήταν ο ακροδεξιός Φάρατζ. Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται. Αλλά σιγά που θα χάσουν την ευκαιρία να μας δείξουν τους «περήφανους λαούς» που επιβεβαιώνουν τα γνωστά θέσφατα. Και τι θα ακολουθήσει όλο αυτό το ντελίριο της βλακείας. Μα φυσικά μια νέα προδοσία. Ο Τζόνσον και ο Φάρατζ αυτή τη φορά θα είναι οι μεγάλοι προδότες. Αλλά και ο Κόρμπιν που ως ηγέτης των Εργατικών «όφειλε από τη φύση του να ηγηθεί της καμπάνιας» του brexit αλλά δεν το έκανε. Όλοι αυτοί μαζί θα προδώσουν για 800η φορά τη λαϊκή θέληση, αλλά δεν θα υπάρχει κανείς πάλι για να αντιδράσει.

Τα ίδια παντελάκη μου τα ίδια παντελή μου. Επιτέλους τέλος με αυτές τις μαλ..κιες και με όσους τις αναπαράγουν. Δεν ξέρουμε τι ρόλο βαράνε, πάντως μυαλό δεν έχουν σίγουρα.

Η ιστορία της κάλπης έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα μέσα από κει. Η κάλπη είναι μια ανέξοδη γνώμη. Αξίζει όσο ένα γκάλοπ, δηλαδή τίποτα. Ακόμα και όταν δεν βγάλει αυτό που θέλει η δικτατορία της άρχουσας τάξης τότε θα δημιουργήσει μια τέτοια ασφυκτική κατάσταση που θα επιβάλει στο τέλος τη θέλησή της, αποκαθιστώντας στη θέση τους, τους δικούς της έμπιστους εκπροσώπους. Σίγουρα η αστική εξουσία νομιμοποιείται στην κάλπη, αλλά δεν χάνει ποτέ την εξουσία της εκεί. Στο παιχνίδι της νομιμοποίησης έχει μια αξία κανείς να παρεμβαίνει με τον ίδιο τρόπο που έχει αξία κάθε προπαρασκευαστική δουλειά στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Όπως η συνδικαλιστική δουλειά, η προπαγάνδα κοκ. Το σύστημα εντούτοις δεν αλλάζει με την προπαγάνδα, ούτε με τις απεργίες που είναι ανεκτές –όσο θα είναι ακόμα- από το σύστημα, ούτε με τις κάλπες. Αν άλλαζε με όλα αυτά δεν θα χρειαζόταν καμία περιπετειώδης επανάσταση και ο κίνδυνος ενός εμφυλίου πολέμου. Για την αριστερά της «μαζικής απεύθυνσης» η κατάκτηση της πλειοψηφίας είναι αυτοσκοπός. Χωρίς αυτό δεν έχει καμία νομιμότητα να δράσει. Ακόμα κι όταν μιλάει για επανάσταση το κάνει μόνο ως αποκατάσταση της νομιμότητας που δίνει μια κάλπη και που αμφισβητεί η παλιά άρχουσα τάξη. Και αν δεν είναι η κάλπη θα πρέπει να είναι μια τεράστια γενική απεργία, μια αμέτρητη διαδήλωση μερικών εκατομμυρίων οτιδήποτε τέλος πάντων που να αποδεικνύει περίτρανα το πλειοψηφικό του πράγματος. Έτσι αυτή η αριστερά νομίζει ότι θα αποφύγει την εξέγερση μετατρέποντας την επανάσταση σε ένα ατελείωτο πανηγύρι με μυριάδες προσκεκλημένους. Με αυτό το τρικ ο ρεφορμισμός επιστρέφει από την πίσω πόρτα.

Κι όμως η επανάσταση δεν επιβάλλεται μόνο για να τσακιστεί η αστική αντίδραση, αλλά και για να κοπεί η γόρδιος δεσμός της παθητικότητας της πλειοψηφίας που φοβάται να πάει πέρα από τον ίσκιο της. Καμία επαναστατική τομή δεν ψηφίστηκε ούτε πρόκειται να ψηφιστεί σε κάποια κάλπη. Ότι έγινε στην σύγχρονη ιστορία των επαναστάσεων έγινε γιατί υπήρχε μια συνειδητή δύναμη που την επιδίωξε προφανώς πατώντας πάνω στις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα του κυρίαρχου καθεστώτος. Αλλά χωρίς να περιμένει πότε θα μπει και ο τελευταίος στη μάχη, αλλά ξεκινώντας τη μάχη τη στιγμή που ο αντίπαλος βρίσκεται με τα χέρια κολλημένος στον τοίχο. Στη διετία της αναταραχής υπήρχαν ευκαιρίες που το καθεστώς δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Οι διαδηλώσεις ήταν τεράστιες και η αριστερά υποτίθεται έχει στις γραμμές της δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές. Κι όμως κανένα σχέδιο δεν ξετυλίχθηκε εκείνη τη στιγμή. Γιατί πολύ απλά η αριστερά αυτή περιμένει να γίνουν όλα από μόνα τους και πάντα δεν τις φτάνουν οι αριθμοί. Ποτέ δεν της φτάνουν οι δυνάμεις της, ούτε 200 χιλιάδες στο δρόμο, ήθελε ένα εκατομμύριο. Αλλά και να το είχε μετά θα ήθελε δυο, τρία και μετά και τον δεξιό, και τον έναν και τον άλλο και αυτόν που δεν κατέβηκε ποτέ και ούτε θα κατέβει. Πάντα κάτι της λείπει δήθεν για μια καλύτερη στιγμή που όμως ποτέ δεν έρχεται. Από αναβολή σε αναβολή μέχρι ο κόσμος που βρίσκεται στο δρόμο να κουραστεί και να επιστρέψει στα σπίτια του.

Αλλά για αυτά δεν μας λεει τίποτα αυτή η αριστερά, ούτε πρόκειται να μας πει στο μέλλον, γιατί η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο δικό της και το μόνο εμπόδιο είναι κάποιοι προδότες που την μπερδεύουν, την αποπροσανατολίζουν και δεν την αφήνουν να κάνει τη δουλειά. Και απλά επιμένει ξανά και ξανά στα ίδια κόλπα που φέρνουν την απογοήτευση και την αριστερά σε μόνιμη κατάσταση μιζέριας και ήττας.

Τι κάνουμε τώρα

Πρώτα από όλα δεν περιμένουμε να κατέβουν οι μάζες στο προσκήνιο αφού πρώτα συνειδητοποιήσουν ότι περιστοιχίζονται από ένα μάτσο προδότες. Οι μάζες γενικά κατεβαίνουν στο δρόμο όταν αλλάζει ξαφνικά ο τρόπος που ζουν, αλλά αυτό το κατέβασμα δεν διαρκεί πολύ. Αν η απότομη αυτή αντίδραση δεν συνοδευτεί εκείνη την ώρα με μια εναλλακτική λύση θα εκτονωθεί και θα επανέλθει η κανονικότητα ακόμα και αν αυτή είναι η κανονικότητα που ζούμε σήμερα. Στην Αφρική ζουν σε ακόμα χειρότερη κανονικότητα, δείχνοντας ότι στη βαρβαρότητα και τον κανιβαλισμό δεν υπάρχει πάτος.

Η μεγάλη πλειοψηφία που κατέβηκε στο δρόμο τη διετία 2010-2012 και στη συνέχεια στήριξε εκλογικά τον Τσιπρα και το ΟΧΙ έδωσε μια ύστατη μάχη για τη διάσωση του κοινωνικού συμβολαίου αλά ελληνικά. Μια μάχη εν μέσω ενός απίστευτου ιδεολογικού κομφούζιου, στο οποίο η αριστερά όλων των ειδών έγλυφε από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί πολύ απλά υποτιμάει την ιδεολογία, αφού «στο δρόμο αλλάζουν οι συνειδήσεις». Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι ακόμα και αν βρέθηκαν στο δρόμο δεν σταμάτησαν να εξηγούν τα γεγονότα με βάσει τα ιδεολογήματα που είχαν ήδη στο κεφάλι τους. Η ταξική επίθεση εκλήφθηκε και συνεχίζεται ακόμα και τώρα να εκλαμβάνεται ως εθνική τραγωδία. Γι’ αυτό ποτέ δεν έγιναν οι αναγκαίοι ταξικοί διαχωρισμοί γεγονός που επέτρεψε την πάνω πλατεία να συνυπάρχει με την κάτω και αντίστοιχα στο εποικοδόμημα τον Τσιπρα να συνυπάρχει με τον Καμένο, ενώ η ΧΑ να διεκδικεί κι αυτή ένα μέρος της αντιμνημονιακής δυσαρέσκειας και όλα αυτά να γίνονται με ένα πολύ φυσιολογικό και ανεκτό τρόπο. Όποιος έθετε ζητήματα απλά φαινόταν περίεργος, σεχταριστής, ελιτίστας και αλλά που κατά καιρούς ακούγονται για μας. Η γυμνή αλήθεια πάντα πονάει τους ονειροπαρμένους αλλά και τους κολλημένους.

Εμείς υποστηρίξαμε τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2012 και τον Γενάρη του 15 όχι γιατί είχαμε αυταπάτες, αλλά για να γίνει κουλουβάχατα το Μαξίμου, για να εκφραστεί έστω και στις κάλπες ότι δεν είναι πλειοψηφία οι Σαμαροβενιζέλοι αυτοί που είχαν ήδη στην πλάτη τους δυο μνημόνια. Για να μην μας λένε ότι κάνουμε κέφι τα μνημόνια. Αν ο Συριζα ήταν μια εναλλακτική για το σύστημα έπρεπε κι αυτή να καεί ως κυβέρνηση για να πάμε παραπέρα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν. Έτσι δεν λένε και κάποιοι; Ότι ο κόσμος μαθαίνει από την εμπειρία του;  Πως αλλιώς θα αποκαλύπτονταν τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το πρόβλημα είναι ότι μετά τον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρχε κάτι άλλο ή ακόμα χειρότερα ότι εδώ τελείωνε η ριζοσπαστικοποίηση. Ή είχε ήδη τελειώσει εκεί το 2012 μαζί με την ήττα του πεζοδρομίου, αφήνοντας μόνο την προσδοκία της έλευσης του ΣΥΡΙΖΑ. Εμείς και τότε και τώρα λέμε ότι χωρίς επαναστατικές αλλαγές δεν γίνεται τίποτα. Λέγαμε και λέμε ότι η εποχή του κοινωνικού συμβολαίου και της ρυθμισμένης ταξικής πάλης έχει τελειώσει γιατί ο καπιταλισμός της κρίσης δεν μπορεί να αναπαράγεται πλέον με τον τρόπο που το έκανε στις χρυσές δεκαετίες του 50, και του 60. Ούτε καν με τον νεοφιλελευθερισμό που μπορεί να απορύθμιζε το κράτος πρόνοιας και να απελευθέρωνε την αγορά εργασίας αλλά τουλάχιστον είχε να ξεπουλήσει δημόσιο πλούτο, είχε περιθώρια να ξεπατώσει τα δημόσια ταμεία, να δώσει δάνεια με τη σέσουλα και να κάνει ράλι στα χρηματιστήρια. Ακόμα κι αυτή η συνταγή μας τελείωσε. Τώρα πρέπει να καταστραφεί κεφάλαιο, σταθερό και μεταβλητό, πρέπει να κατεδαφιστεί πλήρως το κράτος πρόνοιας αφού κοστίζει τόσο όσο να απειλεί συνολικά την δυνατότητα αναπαραγωγής του συστήματος. Αυτό είναι που αλλάζει πλήρως τους κανόνες του παιχνιδιού και η αριστερά της διαπραγμάτευσης τίθεται εκτός μαζί και τα συνδικάτα της αφού στη νέα ρύθμιση δεν περιλαμβάνεται καμία θέση για αυτά. Η αριστερά όμως δεν μπορεί να δει τον εαυτό της έξω από το κοινωνικό συμβόλαιο, έξω από τον καπιταλισμό του μεταπολέμου και της ισορροπίας της Γιάλτας. Γι’ αυτό και ο Συριζα ήταν μια παραφωνία. Ήρθε απρόσκλητος να παίξει ένα παιχνίδι που δεν παίζεται πια. Νόμιζε ότι με τα κολπάκια της δεκαετίας του 80 θα κάνει ντα τον αντίπαλο και θα υφαρπάξει μια 13η σύνταξη για να μας αποδείξει ότι ο ρεφορμισμός μπορεί να είναι και σήμερα μια χρήσιμη αριστερά, έστω για την εργατιά που έχει ακόμα κάποιες καλούτσικες εργασιακές σχέσεις. Αλλά δεν του έκαναν την χάρη. Τον κοπάνησαν σαν το χταπόδι και τον νίκησαν από το πρώτο λεπτό. Ήδη από τις 20 Φλεβάρη ‘15 αναγνώρισε όλες τις προηγούμενες δεσμεύσεις άσχετα αν μας πούλαγε τρελίτσα ότι διαπραγματεύεται, αφού πρώτα έβγαλε τον Πάκι πρόεδρο της δημοκρατίας, προφανώς για να κατευνάσει την οργή της αστικής τάξης.  Κι όμως η αριστερή του πτέρυγα που ξαφνικά μας έλεγε για προδότες μέχρι τότε έβγαζε το σκασμό. Μήπως γιατί δεν είχε κανένα άλλο σχέδιο, ή και γιατί κι αυτή νόμιζε ότι με τις κουτοπονηριές θα επιβιώσει σε ένα παιχνίδι που όλα επιτρέπονται;

Οι επαναστατικές αλλαγές όμως δεν είναι μια υπόθεση ούτε των ρεφορμιστών και της αριστεράς της αστικής δημοκρατίας, ούτε γενικά του λαού. Είναι μια υπόθεση της επαναστατικής μειοψηφίας. Ξέρουμε ότι σε αυτές τις γραμμές θα πέσει σπέκουλα. Εξηγούμαστε λοιπόν προς πάσα κατεύθυνση. Η επαναστατική μειοψηφία δεν αφορά μερικές δεκάδες απομονωμένους που με ένα πραξικόπημα θα αρπάξουν την εξουσία. Κάτι τέτοιο θα καταλήξει μάλλον στην κρεμάλα αν δεν πνιγεί από τα γέλια και τις ντομάτες. Η επαναστατική μειοψηφία περιλαμβάνει μερικές χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες συνειδητούς κομμουνιστές που είναι στρατευμένοι στον αγώνα για την επανάσταση, την κατάληψη της εξουσίας, την καταστροφή του αστικού κράτους, την εγκαθίδρυση μιας κόκκινης επαναστατικής εξουσίας που θα εξαφανίσει κάθε τι που θα θυμίζει το προηγούμενο καθεστώς ανοίγοντας έτσι το δρόμο στον κομμουνισμό και την αταξική κοινωνία. Η στρατευμένη αυτή πρωτοπορία δεν περιμένει από τον κάθε άσχετο να πραγματοποιήσει το δικό της σχέδιο ακόμα και αν προϋπόθεση για την εξέγερση στην οποία δεν υπάρχει άλλος πρωταγωνιστής πέρα από τους επαναστάτες είναι απαραίτητη η ύπαρξη μια επαναστατικής κατάστασης στην οποία η άρχουσα τάξη δεν θα μπορεί να κυβερνήσει όπως πριν και οι από κάτω αμφισβητούν έμπρακτα την αστική εξουσία. Ας μην ανησυχούν λοιπόν ορισμένοι. Η επανάσταση θα έχει αρκετές χιλιάδες στο σκηνικό τους. Κανείς δεν θα αισθάνεται μοναξιά, απ’ αυτή που σίγουρα αισθάνονται κατά κόρον οι γειωμένοι αριστεροί στον μαζικό αχταρμά. Πολύ περισσότερο η επανάσταση δεν αποτελεί καθήκον πολιτικών δυνάμεων που επί δεκαετίες αποτελούν το αριστερό άλλοθι της αστικής δημοκρατίας, ούτε φυσικά επαγγελματικών συνδικαλιστών που ηγούνται συνδικάτων που δεν μαζεύουν πλέον ούτε τα μέλη των ΔΣ τους. Εξάλλου τι δουλειά έχουν τύποι σαν τον Παναγόπουλο και τους όποιους διαπραγματευτές της αξίας της εργατικής δύναμης στην αγορά εργασίας με οτιδήποτε άλλο πέρα απ’ αυτό;

Ο κομμουνισμός δεν διαπραγματεύεται τους όρους εκμετάλλευσης ούτε ένα καλύτερο εργατικό δίκαιο, αλλά την κατάργηση της μισθωτής εργασίας. Και προφανώς αυτό δεν θα είναι προϊόν μιας διαπραγμάτευσης στα κυριλέ γραφεία της ΓΣΕΕ και του ΣΕΒ με χυμούς, κουλουράκια και χαιρετούρες. Και για να τελειώνουμε, καμία επανάσταση δεν θα νικήσει χωρίς την εξέγερση και την επιβολή κατάστασης εκτάκτου ανάγκης συντρίβοντας κάθε αντίδραση της αντεπανάστασης. Όποιος νομίζει ότι όλα αυτά αποτελούν ένα πανηγύρι, προφανώς είναι και ο ίδιος πανηγυρτζής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έχουμε πήξει σε αυτό το είδος επαναστατών, που μοιράζουν τα καθήκοντα της επαναστατικής πρωτοπορίας στον κάθε περαστικό την ώρα που ποτέ δεν έχει δηλώσει ότι ενδιαφέρεται για ένα τέτοιο γεγονός. Και όλα αυτά στο όνομα κάποια μαζικής πολιτικής απεύθυνσης και ενός κάρου δήθεν τακτικών προσέγγισης των μαζών. Δεν πρόκειται για καμία τακτική. Όταν κάποτε δοκιμάστηκαν τέτοιες τακτικές έγιναν με αλλά μεγέθη, με οργανώσεις που είχαν πίσω τους πανίσχυρες πολιτοφυλακές και δεν περίμεναν τον άγιο Παϊσιο να τους σώσει από τις υποχρεώσεις τους. Με χιλιάδες μαχητές έτοιμους να πεθάνουν για την επανάσταση και πάνω απ’ όλα με μια τεράστια δύναμη που λέγονταν ΕΣΣΔ στην οποία λίγα χρόνια πριν είχε καταληφθεί η εξουσία από το μπολσεβίκικο κόμμα και την κόκκινη φρουρά της Πετρούπολης αλλάζοντας το ρου της παγκόσμιας ιστορίας και που χωρίς αυτό το κολοσσιαίο γεγονός κανένα κράτος πρόνοιας δεν θα υπήρχε για να παίζουν οι τρεϊντγιουνίστες της κακιάς ώρας το παιχνιδάκι της διαπραγμάτευσης. Σήμερα μιλάμε για καρικατούρες που παίρνουν ότι να ναι από προηγούμενες δεκαετίες και φτιάχνουν ένα φανταστικό κόσμο για να παριστάνουν εκεί την επαναστατική του αριστερά. Κυριολεκτικά μιλάμε για second life σε μια εικονική πραγματικότητα.

Η επαναστατική αριστερά χρειάζεται όντως μια επανεκκίνηση, αλλά δεν θα γίνει τίποτα σοβαρό αν δεν δει την πραγματικότητα κατάμουτρα, όπως είναι. Πολύ περισσότερο να σταματήσει να επιδίδεται σε λόμπινγκ προσπαθώντας να πείσει για τα δικά της σχέδια τον κάθε τελειωμένο ρεφορμιστή και γραφειοκράτη. Και πάνω απ’ όλα να σχεδιάσει εκ νέου την επαναστατική στρατηγική απαντώντας στο υπαρξιακό ερώτημα μιας τέτοιας αριστεράς: Ποιος είναι ο ρόλος της στην επανάσταση, τι απέγιναν τα κοινωνικά υποκείμενα, ποιος είναι τελικά ο χαρακτήρας μιας επανάστασης, τι ρόλο παίζει η οργανωμένη εξέγερση και αν υπάρχει τελικά, τι κόμμα χρειαζόμαστε γι’ αυτή τη δουλειά και τι ακριβώς κάνει ένα τέτοιο κόμμα πέρα από το να εξαντλεί το 99% των δυνάμεών του στο συνδικαλισμό και τον κοινοβουλευτισμό δηλαδή σε ότι του επιτρέπει ένα αστικό σύνταγμα.

Και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα συμβούν αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι η εποχή του κοινωνικού συμβολαίου έχει τελειώσει άρα μαζί του και το έδαφος πάνω στο οποίο υπήρχαμε και ως τούτου είναι μια ευκαιρία αντί να χάνουμε το χρόνο μας σε μάχες οπισθοφυλακής και σε συνδικάτα χωρίς ενεργά μέλη να δούμε την ταξική πάλη στο συνολικό της εύρος και όχι εκεί που μέχρι τώρα βόλευε να την αναγνωρίζει ο ρεφορμισμός, στον αγώνα για την τιμή του μεροκάματου. Όσο πιο γρήγορα σπάσουμε από τον τρειντγιουνισμό, όσο πιο γρήγορα αντιληφθούμε την καθολικότητα της ταξικής πάλης μέσα από τον πολιτικό αγώνα για τον κομμουνισμό τόσο πιο γρήγορα η πρωτοπορία θα αναδιοργανώσει τις δυνάμεις της.

Ζούμε μια περίοδο ήττας. Ας το πάρουμε απόφαση ότι αυτό είναι. Το παραμύθιασμα αντί να βοηθήσει θα διώξει ακόμα περισσότερες δυνάμεις που απαιτούν σοβαρές απαντήσεις και όχι άλλη κινησιοθεραπεία. Μόνο έτσι θα επιστρέψουμε στην αρένα, σοβαροί, μυαλωμένοι, οργανωμένοι και αποφασισμένοι, ξέροντας τι πρέπει να κάνουμε την επόμενη φορά.

2 responses to “Ένας χρόνος μετά

  1. Μπράβο για το κείμενό σου Κ. Μαραγκέ, καθώς και για το ότι δεν μασάς τα λόγια σου. Παρακολουθώ το blog χρόνια, αλλά και τα κείμενά σου από την εποχή του κ.σ. Εργ.Εξ.

    Να ξέρεις ότι τα κείμενα αυτά εκτός των άλλων βοηθούν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων και ανθρώπους που δεν έχουν ιδιαίτερη ιδεολογική/θεωρητική κατάρτιση, ανθρώπους που λένε «μα καλά πως φτάσαμε εδώ…σε αυτά τα χάλια»

    Καλή συνέχεια, καλή δύναμη, καλούς αγώνες!

    Μου αρέσει!

  2. Παράθεμα: ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ | Ώρα Κοινής Ανησυχίας·

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s