ΗΠΑ και ΕΕ αίρουν τις οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράν

rtx22n6r-1024x518

O υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, σε συνάντησή του με τον Ιρανό ομόλογό του, Τζαβάντ Ζαρίφ στις 16 Γενάρη 2016 στη Βιέννη. Φωτογραφία του Kevin Lamarque από το Ρόιτερς.

του Keith Jones, από το World Socialist Web Site, 18 Γενάρη 2016

μετάφραση: Κ. Μαραγκός, επιμέλεια: Παν.Παπ. για το Avantgarde

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσαν αργά το βράδυ του Σαββάτου (16/11) την άρση των οικονομικών κυρώσεων που είχαν επιβάλει στο Ιράν από το 2011, αναγκάζοντας ταυτόχρονα και τον υπόλοιπο κόσμο να συμμορφωθεί με την επιβολή των κυρώσεων αυτών.

Η άρση των κυρώσεων ήρθε λίγες ώρες αφότου ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), ανέφερε στους Ρ-6 (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία και Κίνα) ότι το Ιράν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για να αρχίσουν να εφαρμόζουν το Κοινό Συνολικό Σχέδιο Δράσης (JCPA) που συμφώνησαν Τεχεράνη και P-6 τον περασμένο Ιούλιο.

Για να καταστεί λειτουργικό το JCPA, το Ιράν έπρεπε να καταστρέψει το πυρηνικό του πρόγραμμα. Αυτό περιελάμβανε την αραίωση ή την απομάκρυνση από τη χώρα τού 98% τού αποθέματος χαμηλού βαθμού εμπλουτισμένου ουράνιου, την αποσυναρμολόγηση 14,000 συσκευών φυγοκέντρησης (τα δύο τρίτα της συνολικής ικανότητας εμπλουτισμού ουρανίου) και την αποθήκευσή τους υπό τον ΔΟΑΕ, καθώς και τη διάλυση του πυρηνικού αντιδραστήρα βαρέος ύδατος του Αράκ. Αυτή η τελευταία προϋπόθεση ικανοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, όταν Ιρανοί τεχνικοί αφαίρεσαν τον πυρήνα του αντιδραστήρα του Αράκ και τον αντικατέστησαν με τσιμέντο.

Μετά από σχεδόν δύο χρόνια επίσημων διαπραγματεύσεων, το JCPA καθορίζει ένα πλαίσιο ή «οδικό χάρτη» για περισσότερο από μια δεκαετία για την «ομαλοποίηση» του πολιτικού (σ.σ. μη στρατιωτικού) πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Ως υπογράφων της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών, το Ιράν έχει το νομικό δικαίωμα για έναν πλήρη κύκλο μη στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος, αλλά οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στην ΕΕ και τη Μέση Ανατολή επέμειναν ότι το μη στρατιωτικό πρόγραμμα του Ιράν ήταν απλά μια κάλυψη για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων – ένας ισχυρισμός που ποτέ δε στοιχειοθετήθηκε και που η Τεχεράνη πάντα αρνιόταν κατηγορηματικά.

Μιλώντας στη Βιέννη το Σάββατο, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, καυχήθηκε ότι υπό την πίεση της Ουάσινγκτον το Ιράν έχει καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος του πυρηνικού του προγράμματος αποδεχόμενο το πιο παρεμβατικό καθεστώς επιθεωρήσεων του ΔΟΑΕ που επινοήθηκε ποτέ. «Το Ιράν» δήλωσε ο Κέρι, «έχει αναλάβει σημαντικά βήματα που πολλοί – και εννοώ πραγματικά πολλοί – αμφέβαλαν ότι θα μπορούσε ποτέ να κάνει.»

Ο κορυφαίος διπλωμάτης των ΗΠΑ ανέφερε ότι με τα πυρηνικά υλικά πλέον να βρίσκονται υπό τον έλεγχο και την «προστασία» του ΔΟΑΕ, η Τεχεράνη θα χρειαστεί τουλάχιστον ένα χρόνο για να κατασκευάσει μια πυρηνική βόμβα, και ότι αν ποτέ προσπαθήσει να το κάνει «θα το ξέρουμε σχεδόν αμέσως και […] θα έχουμε αρκετό χρόνο για να ανταποκριθούμε αναλόγως».

Ο Κέρι, ο οποίος τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια των πυρηνικών διαπραγματεύσεων των P-6 έχει απειλήσει επανειλημμένα το Ιράν με πόλεμο, παρουσίασε τον JCPA και τις σαρωτικές παραχωρήσεις που απέσπασαν οι ΗΠΑ από το Ιράν (και οι οποίες έχουν πλέον ενεργοποιηθεί από την  «ημέρα εφαρμογής» του JCPA) ως νίκη της ειρήνης. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι.

Η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν είναι μια τακτική στροφή της Ουάσιγκτον, με σκοπό να ενισχύσει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ώστε αυτός να μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα – και στρατιωτικά – αυτούς που θεωρεί ως πιο σημαντικούς αντιπάλους του, την Κίνα και τη Ρωσία.

Οι προσπάθειες αρκετών δεκαετιών του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για αλλαγή καθεστώτος

Για την Ουάσιγκτον, το πυρηνικό ζήτημα ήταν ουσιαστικά πάντα ένα πρόσχημα, ένας μηχανισμός για να εντείνει την εκστρατεία της, που έχει διαρκέσει δεκαετίες, ενάντια στο θρησκευτικό-αστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε από την επανάσταση του 1979 που ανέτρεψε το αιματηρό καθεστώς – εγκατεστημένο από τη CIA – του Σάχη.

Ο Τζορτζ Μπους και ο Ντικ Τσένι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι το Ιράν επιδιώκει να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα αμέσως μετά την παράνομη εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003. Στόχος τους ήταν να τεθούν τα πολιτικά θεμέλια για έναν πόλεμο κατά του Ιράν, όπως ακριβώς είχαν χρησιμοποιήσει ανάλογα ψέματα σχετικά με τα «όπλα μαζικής καταστροφής» ως casus belli για να επιτεθούν στο Ιράκ.

Ο Ομπάμα κλιμάκωσε σημαντικά τις πιέσεις στο Ιράν το 2011, επιβάλλοντας, με την υποστήριξη της ΕΕ, το πιο αυστηρό καθεστώς οικονομικών κυρώσεων που χρησιμοποιήθηκαν ποτέ εν καιρώ ειρήνης. Οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν, η κύρια πηγή χρηματοδότησης για την κυβέρνησή του, κόπηκαν στο μισό. Το Ιράν μπήκε στον πάγο από το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, πράγμα που αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο το εμπόριό του και απέκλεισε την πρόσβαση σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολλάρια εσόδων από τις πωλήσεις πετρελαίου και τα ιρανικά αποθεματικά της κεντρικής τράπεζας που ήταν κατατεθειμένα έξω από τη χώρα.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ συνεργάστηκαν σε μια εκστρατεία «συγκαλυμμένης δράσης» που περιελάμβανε κυβερνοεπιθέσεις και δολοφονίες Ιρανών επιστημόνων.

Ο Ομπάμα, για να αντιμετωπίσει την όποια σημαντική αντιπολίτευση από το πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ και το σύστημα στρατού-μυστικών υπηρεσιών για τη συμφωνία με το Ιράν, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η μόνη εναλλακτική λύση στο JCPA είναι ο πόλεμος με το Ιράν.

Προβάλλοντας αυτό το επιχείρημα, ο Ομπάμα διαλαλούσε το ιστορικό του στην έγκριση πολέμων και δολοφονιών σε όλο τον πλανήτη και επέμενε ότι ο ίδιος και όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ στο μέλλον θα συνεχίσουν να έχουν «όλες τις επιλογές» στη διάθεσή τους σε σχέση με το Ιράν. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος και ο Κέρι έχουν υποστηρίξει ότι στην παρούσα συγκυρία είναι πιο χρήσιμο για τις ΗΠΑ να τυλίξουν το ιρανικό καθεστώς σε ένα διπλωματικό ζουρλομανδύα και να διερευνήσουν τις δυνατότητες μιας περαιτέρω προσέγγισης με την Τεχεράνη με τους όρους των ΗΠΑ, από το να ρισκάρουν ένα μεγάλο πόλεμο με το Ιράν – έναν πόλεμο που, όπως και ο κάθε πόλεμος, θα συνεπάγεται τεράστια κόστη και απρόβλεπτες συνέπειες.

Κεντρική στους υπολογισμούς της κυβέρνησης Ομπάμα είναι η αναγνώριση ότι η αστική εθνικιστική κυβέρνηση του Ιράν είναι πρόθυμη να κάνει μπίζνες με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Ο σημερινός πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ρουχανί, προέρχεται από μια μερίδα της άρχουσας ελίτ της Ισλαμικής Δημοκρατίας που, με την ευλογία του πνευματικού ηγέτη Αγιατολλάχ Χαμενεΐ, έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να χτίσει μια επαναπροσέγγιση με την Ουάσινγκτον το τελευταίο τέταρτο του αιώνα.

Η κίνηση των ΗΠΑ να υποτάξουν το Ιράν μέσω οικονομικών κυρώσεων και στρατιωτικής πίεσης ενέτεινε τις ήδη εκρηκτικές ταξικές εντάσεις στο εσωτερικό του Ιράν. Φοβούμενοι ότι η μαζική ανεργία και ο πληθωρισμός θα προκαλέσουν μια αντίδραση από τα κάτω, οι ηγέτες της Ισλαμικής Δημοκρατίας βιάζονταν να έρθουν σε μια συμφωνία με την Ουάσινγκτον, με αντάλλαγμα την παραίτηση της τελευταίας από την προσπάθειά της για «αλλαγή καθεστώτος» και την αποδοχή της Τεχεράνης ως νόμιμο παίκτη σε περιφερειακό επίπεδο.

Οι Αμερικάνοι αξιωματούχοι προφανώς εξεπλάγησαν από την ταχύτητα με την οποία το ιρανικό καθεστώς εφαρμόζει τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στο JCPA, αναφέρει η εφημερίδα New York Times, οι εκτιμήσεις της CIA και το Υπουργείο Ενέργειας.

Το ότι όλες οι αντιμαχόμενες παρατάξεις του ιρανικού καθεστώτος αποδέχθηκαν την πυρηνική συμφωνία και μια νέα σχέση με την Ουάσιγκτον υπογραμμίστηκε την περασμένη εβδομάδα από την τάχιστη απελευθέρωση από την ιρανική Επαναστατική Φρουρά δέκα πεζοναυτών του αμερικάνικου πολεμικού ναυτικού, οι οποίοι είχαν συλληφθεί στα ταχύπλοά τους μέσα σε ιρανικά χωρικά ύδατα κοντά στην εξαιρετικά ευαίσθητη ναυτική βάση του Ιράν στο νησί Φαρσί στον Περσικό Κόλπο.

Στην πορεία προς την ανακοίνωση του Σαββάτου για την άρση των κυρώσεων των ΗΠΑ-ΕΕ, υπήρξε μια έντονη διπλωματική δραστηριότητα, καθώς η Τεχεράνη και η Ουάσινγκτον επιδίωκαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από εκκρεμότητες.

Τελικά, το Ιράν «αντάλλαξε» τέσσερις πολίτες με διπλή, ιρανοαμερικανική, υπηκοότητα, συμπεριλαμβανομένου του δημοσιογράφου της Washington Post, Jason Rezaian, και επέτρεψε σε έναν πέμπτο Αμερικάνο να φύγει από τη χώρα με αντάλλαγμα την απελευθέρωση από τις ΗΠΑ επτά Ιρανών που είχαν φυλακιστεί για τη φερόμενη εμπλοκή τους σε παραβίαση όρων των κυρώσεων.

Σαν ένα σημάδι των συνεχιζόμενων εντάσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, η κυβέρνηση Ομπάμα περίμενε έως ότου το αεροσκάφος που μετέφερε τον Rezaian και τους τρεις άλλους εγκαταλείψει τον εναέριο χώρο του Ιράν, και επέβαλε εκ νέου κυρώσεις σε 11 φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις του Ιράν για τη φερόμενη ιρανική παραβίαση του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που απαγόρευε τη δοκιμή βαλλιστικών πυραύλων. Αυτό ήταν κάτι σαν φύλλο συκής για να κατευνάσει τους εκ δεξιών αντιπάλους του Ομπάμα στις ΗΠΑ, δεδομένου ότι τα 11 φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις ωχριούν σε σύγκριση με τα 550 φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που απεγκλωβίστηκαν από τις κυρώσεις με την πυρηνική συμφωνία.

Οι New York Times αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ ενδεχομένως να απέσπασαν περαιτέρω παραχωρήσεις από την Τεχεράνη ως προϋπόθεση για ένα γρήγορο προχώρημα της «ημέρας εφαρμογής της JCPA». Σύμφωνα με τους Times, «οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν πάλευαν μέχρι αργά το Σάββατο για να καθορίσουν τις λεπτομέρειες που αφορούν το είδος των «προηγμένων συσκευών φυγοκέντρησης» που θα μπορεί να αναπτύξει το Ιράν σχεδόν σε μια δεκαετία από τώρα – το είδος του ορισμού, στον οποίο μια διαφορά μπορεί να υπονομεύσει μια συμφωνία».

Οι αμερικανο-ιρανικές σχέσεις παραμένουν τεταμένες

Όπως έχουν τα πράγματα, η JCPA έχει σχεδιαστεί από τις ΗΠΑ με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνεχής επιτήρηση και η περιοδική επανεξέταση της συμμόρφωσης του Ιράν, ώστε να καταστεί δυνατό η Ουάσιγκτον να πιέσει την Τεχεράνη για νέες παραχωρήσεις, είτε απειλώντας να «επαναφέρει» τις οικονομικές κυρώσεις, είτε επικαλούμενη την περαιτέρω εφαρμογή της πυρηνικής συμφωνίας.

Γενικότερα, μέσω της ανάπτυξης της διπλωματικής συνεργασίας με την Τεχεράνη και την αναθέρμανση των οικονομικών σχέσεων του Ιράν με τη Δύση, η Ουάσινγκτον σκοπεύει να διερευνήσει και να αξιοποιήσει τις βαθιές ρωγμές στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος σχετικά με το κατά πόσο θα πρέπει να προσδεθεί με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ο Ρουχανί και ο υπουργός Εξωτερικών, Τζαβάντ Ζαρίφ, έχουν οι ίδιοι κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι το Ιράν μπορεί να λειτουργήσει ως «δύναμη σταθεροποίησης» στη Μέση Ανατολή, από το Αφγανιστάν μέχρι τη Συρία.

Από το καλοκαίρι του 2014, έχει υπάρξει κάποια σιωπηρή συνεργασία μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ στην εναντίωση απέναντι στο Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στο Ιράκ. Ωστόσο, όπως έχει παρατηρήσει ο ιρανικός τύπος και σε ορισμένες περιπτώσεις και το Υπουργείο Εξωτερικών, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στον Κόλπο έχουν μια μακρά ιστορία αξιοποίησης των σουνιτικών ισλαμιστικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενώθηκαν για να σχηματίσουν το ISIS, ως εργαλείο πολέμου για την «αλλαγή καθεστώτων».

Επιπλέον, ο κύριος στόχος του σημερινού πολέμου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή δεν είναι η ήττα του ISIS, αλλά η αντικατάσταση του μπααθικού καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσσαντ στη Συρία, στενού συμμάχου της Μόσχας και της Τεχεράνης, και η επιβολή ενός καθεστώτος-μαριονέτας των ΗΠΑ στη Δαμασκό.

Η εφαρμογή της JCPA δεν αντιπροσωπεύει μια σημαντική αλλαγή στην γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής. Οι αμερικανο-ιρανικές σχέσεις παραμένουν ωστόσο τεταμένες. Σε συνθήκες που η Μέση Ανατολή ουσιαστικά φλέγεται, ως αποτέλεσμα των πολέμων που διεξάγονται ή ενθαρρύνονται από τις ΗΠΑ και τους ευρωπαϊκούς και περιφερειακούς τους συμμάχων, θα μπορούσε εύκολα να διαμορφωθεί μια κατάσταση αντιπαράθεσης των ΗΠΑ με την Τεχεράνη σε πλήρη κλίμακα.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει δείξει ξανά και ξανά ότι αν αλλάξουν οι συνθήκες και εμφανιστεί η ευκαιρία που περιμένει, καμιά συμφωνία δεν αξίζει ούτε το χαρτί στο οποίο είναι γραμμένη.

Οι Ρεπουμπλικάνοι, μια μειοψηφία του Δημοκρατικού Κόμματος και σημαντικά τμήματα του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών επιμένουν στην προσπάθεια να ανατρέψουν την πυρηνική συμφωνία, κρίνοντας απαράδεκτο οτιδήποτε δεν περιλαμβάνει την άμεση και πλήρη παράδοση του Ιράν στα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.

Το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, τα κύρια καθεστώτα-δορυφόροι των ΗΠΑ στην περιοχή, έχουν προσπαθήσει να αποτρέψουν μια προσέγγιση ΗΠΑ και Ιράν, γιατί φοβούνται ότι θα αποβεί εις βάρος τους. Νωρίτερα αυτό το μήνα, η Σαουδική Αραβία εκτέλεσε προκλητικά τον αντιφρονούντα σιίτη κληρικό Νιμρ αλ-Νιμρ, διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν και ανάγκασε τις άλλες χώρες του Κόλπου να κάνουν το ίδιο.

Από την πλευρά τους, ο Ομπάμα, ο Κέρι και το Πεντάγωνο έχουν ορκιστεί ξανά και ξανά ότι θα αντιμετωπίσουν με επιθετικό τρόπο το Ιράν, όποτε και όπου θεωρούν ότι στέκεται εμπόδιο στα «εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ».

Ο Κέρι, σε δήλωση του το βράδυ του Σαββάτου, δήλωσε ότι η εφαρμογή της JCPA «δεν ικανοποιεί όλες τις ανησυχίες που η διεθνής κοινότητα (δηλαδή οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους) έχει δικαίως εκφράσει σχετικά με τις πολιτικές, τις ενέργειες και τις επιλογές του Ιράν στην περιοχή».

Η άρση των οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν θα εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι διατηρούσαν σημαντικές οικονομικές σχέσεις με το Ιράν μέχρι το 2011, ανυπομονούν να συνεχίσουν τις εξαγωγές και τις επενδύσεις στην ιρανική εγχώρια παραγωγή αυτοκινήτων, ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και άλλων αγαθών, και, το πιο σημαντικό από όλα, να εκμεταλλευτούν τις προσφορές της Τεχεράνης για μεγάλες παραχωρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου με συμφέροντες όρους.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός εποφθαλμιά επίσης τους πόρους και το δυναμικό του Ιράν ως αγοράς και προμηθευτή φθηνού εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, έκοψε τους περισσότερους οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν πριν από δεκαετίες και προς το παρόν είναι αποφασισμένος να διατηρήσει σε ισχύ τις κυρώσεις που, στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του σταματήματος της «κρατικά χορηγούμενης τρομοκρατίας», απαγορεύουν το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου με το Ιράν. Εκφράζοντας τις εντεινόμενες ανησυχίες επιχειρηματικών κύκλων των ΗΠΑ, το CNN έχει δημοσιεύσει τις τελευταίες ημέρες άρθρα με τίτλους «Το Ιράν χωρίς κυρώσεις: οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έτοιμες να εφορμήσουν» και «Γιατί οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ θα μπορούσαν να υποστούν μεγάλες ζημιές στο Ιράν».

Η Ρωσία και η Κίνα είναι επίσης πρόθυμες να εκμεταλλευτούν τις νέες ευκαιρίες στο Ιράν, μεταξύ άλλων και για πωλήσεις όπλων. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι ετοιμάζεται να επισκεφθεί το Ιράν αυτή την εβδομάδα, καθώς και τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο.

Δυτικοί αναλυτές βλέπουν εδώ και καιρό το «άνοιγμα» του Ιράν – ή αυτού που ονομάζουν «η τελευταία μεγάλη κλειστή αγορά του κόσμου» – σαν μια αναγκαία τονωτική ένεση για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ωστόσο, η άμεση επίπτωση της άρσης των κυρώσεων κατά του Ιράν θα είναι κατά πάσα πιθανότητα εξαιρετικά αποσταθεροποιητική, καθώς το ιρανικό καθεστώς καίγεται να κερδίσει δολλάρια ρίχνοντας μεγάλες ποσότητες πετρελαίου στην αγορά, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση των τιμών του πετρελαίου, οι οποίες είναι ήδη σε επίπεδα σχεδόν αρνητικού ρεκόρ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s