Σημειώσεις για το σημερινό ιμπεριαλισμό και την Αυτοκρατορία ΙΙ: Γερμανία και Αυτοκρατορία

April 2004 Flags of the 26 member countries of NATO, NATO Headquarters, Brussels, Belgium.

Συνεχίζουμε τη μετάφραση και δημοσίευση αρθρογραφίας του μαρξιστή οικονομολόγου Sam Williams σχετικά με το σημερινό ιμπεριαλισμό. Το συγκεκριμένο άρθρο έχει τίτλο «Γερμανία και Αυτοκρατορία των ΗΠΑ (μέρος 1)» και δημοσιεύτηκε στις 11 Οκτώβρη 2015. Ξεκινάει από το σκάνδαλο της Volkswagen, ένα δυνατό χτύπημα για το γερμανικό καπιταλισμό που ενίσχυσε ταυτόχρονα τούς ανταγωνιστές του, περνάει στις σχέσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών και το πλαίσιο που ορίζει όλα τα παραπάνω, για να καταλήξει στο σημερινό ιμπεριαλισμό. Το άρθρο είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο, συνεπώς θα παρουσιάσουμε μόνο ένα μέρος του. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς απόλυτα με το περιεχόμενο ή όχι, η οπτική του συγγραφέα είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα και αξίζει να διαβαστεί.

[…]

Πώς η Γερμανία εξάγει υφεσιακές συνθήκες στους ανταγωνιστές της

Στις 17 Ιούλη 2015, ο συνάδελφός μας οικονομολόγος – και πρώην πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ – Ben Bernanke διαμαρτυρήθηκε για το ότι η Γερμανία εξάγει επί της ουσίας μαζική ανεργία και ύφεση. Φυσικά, η θέση του προέδρου του διοικητικού αυτού συμβουλίου είναι μία από τις πιο ισχυρές θέσεις στον κόσμο. Κανείς που δεν είναι στενά διασυνδεδεμένος και δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των πιο ισχυρών καπιταλιστών των ΗΠΑ δε λαμβάνεται στα σοβαρά υπόψη για τη δουλειά αυτή. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι οι δημοσιεύσεις στο blog του Bernanke αντανακλούν τις απόψεις ενός σημαντικού τμήματος της αστικής τάξης των ΗΠΑ.

Σε ένα άρθρο με τίτλο «Η Ευρώπη και η Ελλάδα: τηρεί η Ευρώπη το δικό της μέρος της συμφωνίας;», ο Bernanke σημειώνει την «ανισομετρία των οικονομικών αποτελεσμάτων μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης». «Αυτό που είναι το πρόβλημα, όμως», εξηγεί ο Bernanke, δεν είναι απλά η ανισομετρία των οικονομικών αποτελεσμάτων, αλλά ότι «η Γερμανία έχει ουσιαστικά επιλέξει να βασίζεται στην ξένη και όχι στην εγχώρια ζήτηση, ώστε να διασφαλίζει πλήρη απασχόληση στο εσωτερικό της, όπως φαίνεται στο ασυνήθιστα μεγάλο και επίμονο εμπορικό πλεόνασμά της, επί του παρόντος περίπου 7,5% του ΑΕΠ της χώρας».

Μεταφράζοντας από τη γλώσσα του επαγγελματία οικονομολόγου, η Γερμανία βγάζει τον εαυτό της από την ύφεση που την περιβάλλει μέσω των εξαγωγών. Αντί να δημιουργεί εγχώρια ζήτηση, διαμαρτύρεται ο Bernanke, η Γερμανία στερεί αγορές από τους καπιταλιστές των άλλων χωρών. «Μέσα σε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως η νομισματική ζώνη του ευρώ», γράφει ο Bernanke, «τέτοιες επίμονες ανισορροπίες είναι ανθυγιεινές, καθώς μειώνουν τη ζήτηση και την ανάπτυξη των εμπορικών εταίρων και δημιουργούν δυνητικά αποσταθεροποιητικές χρηματοοικονομικές ροές».

Στην πραγματικότητα, αυτό ισχύει και όταν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι σταθερές και όταν είναι κυμαινόμενες, και, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όταν το εμπόριο λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας κοινής νομισματικής ζώνης στην οποία δεν υπάρχουν καθόλου συναλλαγματικές ισοτιμίες. Όπως είδαμε τον περασμένο μήνα, η παγκόσμια ζήτηση είναι σταθερή σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, πράγμα που σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς ενός καπιταλιστικού έθνους, τόσο μικρότερο είναι το μερίδιο των άλλων εθνών. Αυτό δε θα συνέβαινε μόνο στην περίπτωση που η αγορά θα ήταν τόσο ισχυρή, ώστε όλες οι χώρες να μπορούν να πουλούν ολόκληρο το δυνητικό προϊόν τους, τουλάχιστον στην τιμή της παραγωγής. Κάτω από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια και σίγουρα δεν είναι αυτή η κατάσταση σήμερα.

Επιπλέον, για να μην είναι ανταγωνιστικές οι σχέσεις μεταξύ τους, θα έπρεπε να εγγυάται κάποιος στους συμμετέχοντες στην παγκόσμια αγορά ότι θα αναπτύσσονται παράλληλα με τις αυξανόμενες παραγωγικές δυνατότητες των εθνών που ασχολούνται με την καπιταλιστική παραγωγή, ώστε να μπορούν να συνεχίζουν να πουλούν την αυξανόμενη παραγωγή τους στις τιμές παραγωγής. Μολονότι επαγγελματίες οικονομολόγοι που βασίζονται σε τέτοιες θεωρίες όπως το νόμο του Say, την ποσοτική θεωρία του χρήματος και το λεγόμενο νόμο του συγκριτικού πλεονεκτήματος, ισχυρίζονται ότι αυτό είναι αλήθεια, όπως έχω εξηγήσει σε αυτό το blog κάτι τέτοιο δεν ισχύει και δε μπορεί να ισχύσει κάτω από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Σύμφωνα με τον Bernanke, αν εξαιρέσει κανείς τη Γερμανία, το ποσοστό ανεργίας στην Ευρώπη συνολικά υπερβαίνει το 13% (και αυτό με βάση τις συνήθεις μεθόδους μέτρησης των αστικών κυβερνήσεων, που υποτιμούν σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα). Ως εκ τούτου, η Ευρώπη στο σύνολό της, με εξαίρεση τη Γερμανία, παραμένει σε τέλμα με χρόνια ύφεση συνοδευόμενη από μαζική κρίση ανεργίας που δε δείχνει σημάδια τελειωμού.

Στη Γερμανία, ωστόσο, το επίσημο ποσοστό ανεργίας είναι κάτω από 5%. Αυτό είναι ακόμα χαμηλότερο από ό,τι το «χαμηλό» ποσοστό ανεργίας που αναφέρεται για την οικονομία των ΗΠΑ. Το θέμα δεν είναι ότι υπάρχει πραγματικά «πλήρης απασχόληση» στη Γερμανία, αλλά ότι η ανεργία είναι σημαντικά χαμηλότερη εκεί από ό,τι στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη σημερινή προσφυγική κρίση, που προκαλείται από ένα συνδυασμό πολέμων υποκινούμενων από τις ΗΠΑ και δυσοίωνων οικονομικών συνθηκών σε όλη τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, που πλέον έχουν επιδεινωθεί περαιτέρω με τη χαμηλή τιμή του πετρελαίου.

Οι πρόσφυγες σίγουρα δε θέλουν να εγκατασταθούν στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου ο καπιταλισμός αποκαταστάθηκε πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, ούτε στη βυθισμένη στην ύφεση Ελλάδα. Αντί αυτού, προσπαθούν να εισέλθουν στη Γερμανία, όπου η ανεργία είναι χαμηλή σε σχέση με τα σημερινά πρότυπα του υπόλοιπου καπιταλιστικού κόσμου, και όπου το επίπεδο των παροχών του κράτους πρόνοιας είναι γενναιόδωρο, σε σχέση με τα πρότυπα της μονοπωλιακής καπιταλιστικής κοινωνίας. Πιστεύουν ότι η Γερμανία μπορεί να προσφέρει σε αυτούς και τα παιδιά τους ένα αξιοπρεπές μέλλον.

Συμβουλές του Bernanke για τους Γερμανούς

«Η Γερμανία», γράφει ο Bernanke, «θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ισορροπίας εντός της ζώνης του ευρώ και να ανεβάσει το ρυθμό ανάπτυξης της περιοχής του κοινού νομίσματος αυξάνοντας τις συνολικές δαπάνες στο εσωτερικό της, μέσω μέτρων όπως η αύξηση των επενδύσεων στις υποδομές, οι αυξήσεις στους μισθούς των Γερμανών εργαζομένων (για να τονωθεί η εγχώρια κατανάλωση) και συμμετέχοντας σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ενθαρρύνουν περισσότερο την εγχώρια ζήτηση».

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Bernanke υποστηρίζει την αύξηση των μισθών στη Γερμανία. Να ενδιαφέρεται άραγε για καμιά θέση συνδικαλιστή εκεί; Στην πραγματικότητα, αυτό που πραγματικά εννοεί είναι ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου, ο βαθμός στον οποίο οι Γερμανοί βιομηχανικοί καπιταλιστές μετατρέπουν τα κέρδη τους (την υπεραξία δηλαδή που νέμονται σε χρήμα) σε νέο κεφάλαιο, ιδίως σε νέες επενδύσεις σταθερού κεφαλαίου, προχωρά πολύ «υπερβολικά γρήγορα» στην Γερμανία.

Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι Γερμανοί καπιταλιστές στερούν τα όλο και πιο σπάνια «δολλάρια του καταναλωτή» από τους καπιταλιστές των άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μεταρρύθμιση της γερμανικής οικονομίας την οποία συμβουλεύει ο Bernanke είναι στην πραγματικότητα παρόμοια με τις μεταρρυθμίσεις που τακτικά απαιτούν τα αστικά ΜΜΕ των ΗΠΑ και διάφοροι αστοί οικονομολόγοι από την Κίνα. Παρά τις τεράστιες διαφορές μεταξύ της Γερμανίας και της Κίνας, ο λόγος είναι ο ίδιος. Και οι Γερμανοί και οι Κινέζοι βιομηχανικοί καπιταλιστές στερούν αγορές από τους καπιταλιστές των ΗΠΑ.

Το παράπονο του Bernanke προς τους Γερμανούς βιομηχανικούς καπιταλιστές είναι ένα παράπονο που απευθύνουν στη Γερμανία από παλιά οι ανταγωνιστές της. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, η Γερμανία έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Οι υφέσεις πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν σχετικά σύντομες και ήπιες εκεί, επειδή η Γερμανία ήταν σε θέση να βγαίνει από αυτές μέσω των εξαγωγών της εις βάρος των καπιταλιστών ανταγωνιστών της. Πράγματι, από τη δεκαετία του 1880 μέχρι τον ερχομό του «Μεγάλου Πολέμου» τον Αύγουστο του 1914 η Γερμανία δεν παρουσίασε μεγάλες οικονομικές κρίσεις.

Η ταχεία ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας τροφοδότησε την ανάπτυξη της κλασικής γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και κατέστησε δυνατή τη χρηματοδότηση του πρωτοπόρου «κράτους πρόνοιας» της Γερμανίας. Αυτό έπεισε πολλούς Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες και ηγέτες των συνδικαλιστικών οργανώσεων ότι η ευημερία, τουλάχιστον για τη Γερμανία, θα ήταν διαρκής. Ως εκ τούτου, επιχειρηματολόγησαν, ο γερμανικός καπιταλισμός θα εξελισσόταν σταδιακά και χωρίς σημαντικές ανατροπές (για να μη μιλήσουμε για επαναστάσεις) σε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό που δε σκέφτηκαν ήταν το γεγονός ότι οι ανταγωνιστές της Γερμανίας, που έρχονταν δεύτεροι στον οικονομικό ανταγωνισμό, δεν επρόκειτο να μείνουν άπραγοι και να αφήσουν τους Γερμανούς καπιταλιστές να τους αφαιρούν όλο και περισσότερες από τις αγορές τους.

Η Βρετανία, η οποία είχε υπάρξει η ισχυρότερη βιομηχανική δύναμη από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα, είχε θορυβηθεί ιδιαίτερα από την αυξανόμενη βιομηχανική δύναμη της Γερμανίας. Απάντησε σχηματίζοντας συμμαχίες με τη Γαλλία και την τσαρική Ρωσία, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τη Γερμανία. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μεγάλος Πόλεμος και η φρίκη που προήλθε από αυτόν, η οποία περιελάμβανε τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 και την άνοδο του φασισμού στην εξουσία στη Γερμανία. Τώρα φαίνεται ότι η ιστορία αρχίζει να επαναλαμβάνεται, τουλάχιστον στο πεδίο της οικονομίας.

«Κανείς», γράφει ο Bernanke, «δεν υποστηρίζει ότι η γνωστή αποδοτικότητα και ποιότητα της γερμανικής παραγωγής δεν είναι καλά πράγματα ή ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις δε θα πρέπει να προσπαθούν να ανταγωνιστούν στις εξαγωγικές αγορές». Αλλά μπορείτε εδώ σχεδόν να ακούσετε τον Bernanke να μουρμουρίζει, «μα γιατί πρέπει αυτοί οι Γερμανοί να είναι τόσο καλύτεροι στην παραγωγή αυτών των προϊόντων υψηλής ποιότητας με μικρότερο κόστος από οποιονδήποτε άλλον» – πολύ περισσότερο μάλιστα γιατί να είναι καλύτεροι από αυτόν που κέρδισε τους δύο τελευταίους παγκόσμιους πολέμους.

Το «Ράιχ» του σήμερα

Αναφερόμενος στις όλο και πιο συχνές εκτιμήσεις ότι η εταιρεία Apple Inc. (με έδρα τις ΗΠΑ) – προηγουμένως Apple Computer, Inc. – σχεδιάζει να μπει στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας λανσάροντας ένα ρομποτικό αυτό-οδηγούμενο αυτοκίνητο, ο Dieter Zetsche, διευθύνων σύμβουλος της γιγάντιας γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας Daimler, δήλωσε: «Αυτό που είναι σημαντικό για εμάς είναι ο εγκέφαλος του αυτοκινήτου, το λειτουργικό του σύστημα, να μην είναι iOS, Android ή κάτι άλλο, αλλά να είναι το δικό μας μυαλό». H Volkswagen επέμεινε επίσης ότι και το λογισμικό που ελέγχει τις εκπομπές του κινητήρα πρέπει να είναι «το δικό μας μυαλό».

Δηλαδή, ο Zetsche επιμένει ότι το λογισμικό που ελέγχει τα αυτοκίνητα της Daimler πρέπει να είναι ιδιόκτητο λογισμικό «κλειστού κώδικα», ακριβώς όπως και στην περίπτωση με το λογισμικό της Volkswagen. Και ο Γερμανός καπιταλιστής συνέχισε παρατηρώντας: «Δε σκοπεύουμε να γίνουμε η Foxconn της Apple». Μολονότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με το να δουλεύουν σαν σκλάβοι οι Κινέζοι εργάτες για να παράγουν τεράστια ποσότητα υπεραξίας, η μερίδα του λέοντος της οποίας πηγαίνει στους μετόχους της εταιρείας Apple με έδρα τη Silicon Valley, ο Zetsche θεωρεί μια τέτοια σχέση εντελώς ακατάλληλη για τους Γερμανούς καπιταλιστές και για το ιμπεριαλιστικό γερμανικό έθνος.

Οι παρατηρήσεις του Zetsche μάς λένε πολλά για το συσχετισμό δυνάμεων στον σημερινό, κυριαρχούμενο από τον ιμπεριαλισμό, κόσμο. Πρώτον, δείχνει ότι παρά την τεράστια πρόοδο που έχει σημειώσει η Κίνα από τη νίκη της μεγάλης λαϊκής της επανάστασης το 1949, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα εκμεταλλευόμενο έθνος. Η Foxconn ανήκει σε Κινέζους καπιταλιστές με βάση όχι στην κύρια χώρα που κυβερνάται από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας – αν και πραγματοποιούν την παραγωγή τους εκεί – αλλά στην Ταϊβάν, ένα τμήμα της Κίνας που ουσιαστικά εξακολουθεί να ελέγχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό δείχνει ότι, ακόμα και με την πολιτική έννοια, η απελευθέρωση της Κίνας από τον ιμπεριαλιστικό διαμελισμό είναι ατελής και δε θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι να ενσωματωθούν η Ταϊβάν και το Χονγκ Κονγκ πλήρως στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το ποια θα είναι η φύση των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών θεσμών μιας μελλοντικής πλήρως ενωμένης Κίνας είναι δουλειά του κινεζικού λαού και όχι των ιμπεριαλιστών –όπως δεν είναι  επίσης δουλειά διάφορων καλοπροαίρετων δυτικών αριστερών που πιστεύουν ότι «γνωρίζουν» τι είναι το καλύτερο για τους Κινέζους. Οι παρατηρήσεις του Zetsche θα πρέπει επίσης να βάλουν τέρμα στους ισχυρισμούς ότι η σημερινή Κίνα είναι η νέα ιμπεριαλιστική υπερδύναμη που ετοιμάζεται να επιβάλει την κυριαρχία της στον πλανήτη μας.

Το κύριο θέμα αυτού του blog είναι η θεωρία των κρίσεων, αλλά ένα δευτερεύον θέμα είναι η άνοδος και η ανάπτυξη της παγκόσμιας αμερικανικής αυτοκρατορίας, η σφαίρα – ή «Ράιχ» στα γερμανικά – της οποίας έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Αυτό είναι το πραγματικό Ράιχ που έχουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα και όχι ένα φανταστικό Ράιχ, στο οποίο η Γερμανία κέρδισε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η σημαία με τη σβάστικα κυματίζει πάνω από το Λευκό Οίκο.

Όπως έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενες αναρτήσεις, η αμερικανική αυτοκρατορία έχει έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό πυρήνα. Η σφαίρα – ή Ράιχ – του δολλαρίου είναι ο πλανήτης. Καμία χώρα, ούτε καν η Κούβα ή η Βόρεια Κορέα, δε μπορεί να ξεφύγει από το Ράιχ του δολλαρίου. Όταν συνεδριάζει η Επιτροπή Ελεύθερης Αγοράς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, όλες οι χώρες κρατούν την αναπνοή τους. Υπάρχει επίσης η μικρότερη αυτοκρατορία του ΝΑΤΟ και των σύμμαχων θεσμών του, όπως το σύμφωνο ασφαλείας ΗΠΑ-Ιαπωνίας και η «ειδική σχέση» με το Ισραήλ.

Η αυτοκρατορία των ΗΠΑ κινείται όλο και περισσότερο προς τη συγχώνευση των βοηθητικών αυτών συμμαχιών στη δομή του ΝΑΤΟ. Όταν λέω ΝΑΤΟ, εννοώ (εκτός και αν το αναφέρω διαφορετικά) το ΝΑΤΟ συν αυτές τις βοηθητικές συμμαχίες. Όλες οι χώρες του ΝΑΤΟ, όπως ορίζονται εδώ, βρίσκονται κάτω από τον αποτελεσματικό στρατιωτικό έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Μολονότι οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών είναι κάτι περισσότερο από κυβερνήσεις-μαριονέτες, δεν είναι σε θέση να λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την ειρήνη και τον πόλεμο χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να άρει σταδιακά τον οικονομικό αποκλεισμό του Ιράν, παίρνοντας ως αντάλλαγμα από την πλευρά του Ιράν την επαναβεβαίωση της απόφασής του να μην παράγει πυρηνικά όπλα, την αποδοχή περιορισμών στο πολιτικό του πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας και την αποδοχή των επιθεωρήσεων. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Ισραήλ σε αυτή τη συμφωνία και παρά την άμεση έκκληση του Νετανιάχου στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, η συμφωνία προχωρά.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η απόφαση των ΗΠΑ να επιβάλουν κυρώσεις στη Ρωσία για την ουκρανική κρίση. Μολονότι είναι προφανές ότι οι κυβερνήσεις των περισσότερων χωρών της Δυτικής Ευρώπης, και κυρίως η κυβέρνηση της Γερμανίας, δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένες με τις κυρώσεις αυτές (που βλάπτουν τους δικούς τους καπιταλιστές), δε μπορούν να αγνοήσουν την απόφαση της Ουάσινγκτον. Εντός του «Ράιχ του ΝΑΤΟ», οι κατώτερες στην ιεραρχία χώρες έχουν αυτό που ισοδυναμεί σε συμβουλευτική ψήφο, ενώ ο μόνος που έχει αποφασιστική ψήφο είναι η Ουάσιγκτον.

Οι πολιτικές κυβερνήσεις των χωρών του ΝΑΤΟ – και πάλι με την ευρεία έννοια – δεν έχουν τον πλήρη έλεγχο των ενόπλων δυνάμεών τους και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αποπομπής αν αψηφήσουν τη βούληση της αυτοκρατορίας σε οποιοδήποτε θέμα που η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί ζωτικής σημασίας.

Τέτοια είναι από καιρό η κατάσταση σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, ακόμα και πριν από την άνοδο του σύγχρονου ΝΑΤΟ. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν μια μακρά ιστορία στρατιωτικών πραξικοπημάτων, που έχουν εκτοπίσει πολλές κυβερνήσεις που αψήφησαν τη βούληση της Ουάσιγκτον. Στα πιο πρόσφατα χρόνια, η Ουάσιγκτον έχει βρεθεί αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη μαζική αντίσταση απέναντι στην κυριαρχία της και έτσι έχει χρησιμοποιήσει το όπλο του πραξικοπήματος με περισσότερη φειδώ, αλλά πολλές λατινοαμερικάνικες κυβερνήσεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι ένας φιλοαμερικάνικος στρατός έχει το βλέμμα του στραμμένο πάνω τους. Το γεγονός αυτό περιορίζει το βαθμό στον οποίον αυτές οι κυβερνήσεις μπορούν να ακολουθήσουν πολιτικές που η Ουάσιγκτον δεν εγκρίνει.

Η κατάσταση αυτή, που μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, περιλαμβάνει πλέον όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ τόσο στη Δυτική όσο και την Ανατολική Ευρώπη, την Ιαπωνία, ορισμένες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες καθώς και την ίδια τη Γερμανία. Η πρώην Σοβιετική Δημοκρατία της Γεωργίας – πατρίδα του Στάλιν – και τώρα η Ουκρανία είναι εκ των πραγμάτων μέλη του ΝΑΤΟ, αν και όχι επίσημα. Ωστόσο, το ΝΑΤΟ δεν περιλαμβάνει τη Ρωσία, τη μεγαλύτερη από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, και δεν περιλαμβάνει επίσης την κυβέρνηση της πρώην σοβιετικής δημοκρατίας της Λευκορωσίας.

Ένα βρετανικό πραξικόπημα;

Μεταξύ των ελεγχόμενων από το ΝΑΤΟ χωρών συμπεριλαμβάνεται και η Μεγάλη Βρετανία, η οποία μόλις το 1914 θεωρούνταν η πιο ισχυρή χώρα του κόσμου. Η εκλογή του Jeremy Corbyn (ανθρώπου με μακρά ιστορία αντίθεσης στη παγκόσμια αυτοκρατορία των ΗΠΑ) ως ηγέτη του βρετανικού Εργατικού Κόμματος έχει στείλει κύματα σοκ στη βρετανική και την παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Τι θα συνέβαινε αν ο Corbyn, ή κάποιος σαν αυτόν, εκλεγόταν πρωθυπουργός και επιχειρούσε να βγάλει τη Βρετανία από το ΝΑΤΟ; Η εφημερίδα The Sunday Times επικαλούμενη έναν κορυφαίο εν ενεργεία στρατηγό αναφέρει: «Θα υπήρχαν μαζικές παραιτήσεις σε όλα τα επίπεδα και θα υπήρχε η πολύ πραγματική προοπτική να συμβεί ένα γεγονός που θα αποτελούσε επί της ουσίας μια ανταρσία», είπε ο στρατηγός. «Το αίσθημα παίζει σοβαρό ρόλο στις ένοπλες δυνάμεις. Θα βλέπατε μια μεγάλη ρήξη  με τις συμβατικές διαδικασίες, με ανώτερους στρατηγούς να αμφισβητούν ευθέως και δημοσίως τον Corbyn για ζωτικής σημασίας πολιτικές αποφάσεις, όπως η άσκηση Trident, η έξοδος από το NATO και τυχόν σχέδια αποδυνάμωσης ή συρρίκνωσης του μεγέθους των ενόπλων δυνάμεων. Ο στρατός απλώς δε θα το ανεχόταν. Το Γενικό Επιτελείο δε θα επέτρεπε σε έναν πρωθυπουργό να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας και νομίζω ότι οι άνθρωποι θα χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατό μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, για να το αποτρέψουν αυτό. Δεν μπορείτε να βάλετε έναν αποστάτη επικεφαλής στα θέματα ασφαλείας μιας χώρας.» (Sunday Times, 20 Σεπτέμβρη, η υπογράμμιση δική μου)

Με άλλα λόγια, οι Βρετανοί πολίτες είναι ελεύθεροι να εκλέγουν όποιον θέλουν αυτοί ως πρωθυπουργό, εφ’ όσον το πρόσωπο αυτό έχει εγκριθεί από το ΝΑΤΟ – και από το Πεντάγωνο και από το Λευκό Οίκο, που τελικά έχουν τον έλεγχο του ΝΑΤΟ! Σε αντίθετη περίπτωση, ο βρετανικός λαός θα υποστεί τη «σιδερένια φτέρνα» του νατοϊκού Ράιχ– εκτός και αν καταφέρει να νικήσει το ΝΑΤΟ με επαναστατικά μέσα, για παράδειγμα κερδίζοντας τη βάση των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων και αποτρέποντας την εισβολή των συμμάχων του ΝΑΤΟ στη χώρα.

Αν αυτή είναι η κατάσταση στη Μεγάλη Βρετανία των αιώνων αδιάλειπτης κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης και του «κράτους δικαίου», ποια είναι η κατάσταση σε άλλες χώρες του ΝΑΤΟ, όπως η Γερμανία, που δεν έχουν τέτοιες παραδόσεις;

Στα πλαίσια αυτού του γενικού προτύπου ελέγχου, οι ΗΠΑ έχουν εντείνει τις πιέσεις στις ευρωπαϊκές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας) και την Ιαπωνία να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες τους. Καθώς το διεθνές νομισματικό σύστημα με κέντρο το δολλάριο γίνεται όλο και πιο ασταθές και η οικονομική διαρροή των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών του αυξάνει τις πιέσεις στη φθίνουσα οικονομία των ίδιων των ΗΠΑ, οι ΗΠΑ θέλουν τα άλλα μέλη του νατοϊκού Ράιχ να μοιραστούν την οικονομική επιβάρυνση. Υπάρχει πάντα ο «κίνδυνος» από την αμερικανική άποψη ότι, αν πέσει το ΝΑΤΟ, οι χώρες αυτές (ορισμένες από τις οποίες έχουν πολεμήσει ενάντια στις ΗΠΑ στο παρελθόν, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία) θα μπορούσαν να στρέψουν τα όπλα τους και πάλι εναντίον των ΗΠΑ. Η ιστορία της ανόδου και της πτώσης των αυτοκρατοριών είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.

Προς το παρόν, πάντως, οι ΗΠΑ διατηρούν αυστηρό έλεγχο πάνω στις στρατιωτικές δυνάμεις των άλλων χωρών του ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα της Ιαπωνίας και της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο που οι χώρες που είχαν αποτελέσει τους βασικούς αντιπάλους των ΗΠΑ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι γεμάτες με αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. Επιπλέον, χάρη στη γενναιότητα του Edward Snowden, γνωρίζουμε ότι η Γερμανία βρίσκεται κάτω από την έντονη επιτήρηση της NSA, συμπεριλαμβανομένου του κινητού τηλεφώνου της Γερμανίδας Καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ.

Παρά την υποτιθέμενη «φιλία» και συμμαχία τους, δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη ούτε αληθινή φιλία – και δε μπορεί να υπάρξει ποτέ άλλωστε μεταξύ αντίπαλων ληστρικών ιμπεριαλιστικών κρατών. Ωστόσο, όσο οι στρατιωτικές δαπάνες της Γερμανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως και της Ιαπωνίας, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις αντίστοιχες δαπάνες των ΗΠΑ, οι καπιταλιστές τους θα μπορούν να μετατρέπουν περισσότερα από τα κέρδη τους σε νέο παραγωγικό κεφάλαιο από ό,τι θα μπορούν οι καπιταλιστές των ΗΠΑ. Αυτό θέτει τους βιομηχανικούς καπιταλιστές των ΗΠΑ σε μειονεκτική θέση στον αγώνα για το σπάνιο καταναλωτικό δολλάριο.

Οι ΗΠΑ, ως εκ τούτου, επιθυμούν οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες – κυρίως η Γερμανία και η Ιαπωνία – να μετατρέψουν ένα μέρος των κερδών τους σε μέσα καταστροφής. Στο βαθμό που αυτό συμβαίνει, η καπιταλιστική ανάπτυξη αυτών των επικίνδυνων οικονομικών ανταγωνιστών επιβραδύνεται, επιτρέποντας στις αμερικανικές εταιρείες να μετατρέψουν περισσότερα από τα κέρδη τους σε μέσα παραγωγής, βελτιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ανταγωνιστική θέση τους σε σχέση με τους Γερμανούς και Ιάπωνες, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν το συνολικό έλεγχο των στρατιωτικών δυνάμεων της αυτοκρατορίας. Αυτό έχει και ένα πρόσθετο πλεονέκτημα για την κυβέρνηση των ΗΠΑ: ότι θα αντιμετωπίζει λιγότερη εγχώρια αντιπολίτευση για τους αποικιακούς της πολέμους στο βαθμό που το βάρος του πολέμου σηκώνουν Γερμανοί και Ιάπωνες στρατιώτες.

Η κυβέρνηση της Ιαπωνίας μόλις συμφώνησε να αναθεωρήσει το επιβεβλημένο από τις ΗΠΑ «ειρηνικό σύνταγμά» της, προκειμένου να μπορέσει όχι να διεξάγει πολέμους προς το συμφέρον της ενάντια στο συμφέρον των ΗΠΑ, αλλά να πολεμάει στο πλευρό των ΗΠΑ, όπως και γερμανικές δυνάμεις είχαν πολεμήσει υπό την αρχηγία του Ράιχ με επικεφαλής τις ΗΠΑ ενάντια στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990, και πιο πρόσφατα στο Αφγανιστάν.

Αυτή είναι μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη, ειδικά υπό το φως των κινήσεων που κάνουν οι ΗΠΑ για να περικυκλώσουν την Κίνα, οι οποίες θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες της Βρετανίας να περικυκλώσει τη Γερμανία πριν από το 1914. Όλοι ξέρουμε πώς εξελίχθηκε αυτό.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αποφασισμένες να φέρουν όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες υπό το στρατιωτικό τους έλεγχο – πρώτα τις ηττημένες δυνάμεις του Άξονα (Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία) και στη συνέχεια όλο και περισσότερο τις «νικήτριες συμμάχους» τους (Βρετανία και Γαλλία), μέσω της συμμαχίας του ΝΑΤΟ.

Το ΝΑΤΟ – όπως είναι λογικό – περιλαμβάνει όλο και περισσότερο όχι μόνο τις ιμπεριαλιστικές χώρες, αλλά και καταπιεσμένες χώρες. Η πρώτη τέτοια χώρα που έγινε επίσημα μέλος ήταν η Τουρκία, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω του ελέγχου της στα Δαρδανέλια, που συνδέουν τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο Θάλασσα. Ο έλεγχος της Αυτοκρατορίας στη Μεσόγειο θα διακυβευόταν σοβαρά αν η Τουρκία ξέφευγε από τα νύχια του ΝΑΤΟ.

Το Ισραήλ, σημερινή «λευκή αποικία» των ΗΠΑ και ανεπίσημο μέλος του ΝΑΤΟ, παίζει επίσης ένα σημαντικό ρόλο στον έλεγχο της Αυτοκρατορίας στη Μεσόγειο.

Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι νεαρές καπιταλιστικές καταπιεσμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εγγράφονταν ως επίσημα μέλη του ΝΑΤΟ, παραβιάζοντας τίς χωρίς νόημα διαβεβαιώσεις που είχε δώσε ο George H.W. Bush στον Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δε θα επεκτεινόταν προς τα ανατολικά. Στην πραγματικότητα, το ΝΑΤΟ επεκτείνεται όλο και πιο βαθιά σε αυτό που κάποτε ήταν η Σοβιετική Ένωση. Η τελευταία προσθήκη του ΝΑΤΟ, αν και μέχρι σήμερα ανεπίσημα, είναι η πλούσια σε σιτάρι και φυσικό αέριο Ουκρανία – εκτός από την Κριμαία και, μέχρι στιγμής, τις Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ, που αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από ρωσόφωνο πληθυσμό. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό, γιατί η Ουάσιγκτον και οι δορυφόροι της στο ΝΑΤΟ δεν είναι υποχρεωμένοι από το Σύμφωνο να υπερασπιστούν αυτόματα τη χούντα του Κιέβου υπό το δόγμα ότι μια επίθεση εναντίον ενός μέλους του ΝΑΤΟ είναι μια επίθεση εναντίον όλων των μελών του ΝΑΤΟ.

Εάν, ωστόσο, η Ουκρανία γίνει επίσημο μέλος του ΝΑΤΟ, τα πράγματα θα αλλάξουν. Ευτυχώς, υπάρχει ακόμα χρόνος για να πολεμηθεί η προσπάθεια της χούντας του Κιέβου να γίνει επίσημο μέλος του ΝΑΤΟ. Αν το Κίεβο πετύχει αυτόν το στόχο, οι πιθανότητες να ξεσπάσει σε κάποιο σημείο ένας πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των δορυφόρων τους στο ΝΑΤΟ (συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας) και της Ρωσίας θα αυξηθεί σημαντικά.

Πώς λειτουργεί το ΝΑΤΟ

Το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε επίσημα το 1949, αλλά οι πραγματικές ρίζες του μπορούν να τοποθετηθούν πίσω στην D-Day (σ.σ. απόβαση της Νορμανδίας), την ημέρα της εισβολής των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας στην υπό ναζιστική κυριαρχία Ευρώπη στις 6 Ιούνη του 1944. Καθώς οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας προέλαυναν προς την ανατολή διασχίζοντας τη Γαλλία και κατευθυνόμενες προς στη Γερμανία, ολόκληρη η Ευρώπη στα δυτικά του προελαύνοντα σοβιετικού στρατού έπεφτε κάτω από την κυριαρχία του πρωτο-ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η επεκτεινόμενη αυτοκρατορία του πρωτο-ΝΑΤΟ σταμάτησε σε μια γραμμή που χάραξε ο σοβιετικός στρατός, ο οποίος προωθούνταν στο Βερολίνο από την ανατολή.

Καθώς το ΝΑΤΟ επισημοποιήθηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα μέλη του απέκτησαν λόγο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά ήταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ που εν τέλει αποφάσιζε. Ένα τέτοιο παράδειγμα είχαμε το 1990, όταν το κύμα των αντεπαναστάσεων σάρωσε την Ανατολική Ευρώπη και την περιοχή που σύντομα θα γινόταν η πρώην Σοβιετική Ένωση. Η κυβέρνηση του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος (SED) που κυβερνούσε μέχρι τότε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (την Ανατολική Γερμανία) ανατράπηκε με την άμεση συνδρομή του καθεστώτος Γκορμπατσόφ. Κανένας ρεαλιστής παρατηρητής δεν είχε εκείνη τη στιγμή αμφιβολία ότι η ανατροπή του SED θα σήμαινε την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη ΛΔΓ. Αλλά το ερώτημα παρέμενε, θα μπορούσε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας να συνεχίσει να υπάρχει ως τρίτο γερμανικό κράτος, παράλληλα με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (τη Δυτική Γερμανία) και την Αυστρία, ή θα συγχωνευόταν με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε μια ενωμένη Γερμανία, με εξαίρεση την Αυστρία;

Η Γαλλία ήταν αντίθετη με τη συγχώνευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ήθελε να κρατήσει τη Γερμανία κατά το δυνατόν αδύναμη, τόσο ως οικονομικό ανταγωνιστή όσο και ως πιθανό στρατιωτικό εχθρό. Αλλά η τελική απόφαση ανήκε στην Ουάσιγκτον. Και η Ουάσινγκτον αποφάσισε να δώσει το πράσινο φως για τη συγχώνευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Αλλά οι ΗΠΑ επέμειναν ότι η νέα ενωμένη Γερμανία θα πρέπει να είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, η απάντηση των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών στο ΝΑΤΟ, ήταν να διαλυθεί καθώς επεκτεινόταν το ΝΑΤΟ. Η Γαλλία δεν είχε άλλη επιλογή παρά να συμφωνήσει – εκτός και αν ήθελε να πάει σε πόλεμο με τη Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες χώρες του ΝΑΤΟ. Και δεν υπήρχε καμιά περίπτωση για κάτι τέτοιο, φυσικά.

Όταν η Ουάσιγκτον συμφώνησε να καταπιεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, επέμεινε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία θα έπρεπε σε αντάλλαγμα να αποσύρει τις απαιτήσεις της για την επιστροφή των χαμένων εδαφών της στα ανατολικά, κυρίως στην Πολωνία, που είχαν αποτελέσει τμήμα της Γερμανίας πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πράγματι, αν κοιτάξει κανείς το χάρτη της σημερινής Γερμανίας, θα διαπιστώσει ότι η πρωτεύουσά της, το Βερολίνο, δεν είναι πάνω-κάτω στο κέντρο της χώρας, όπως ήταν πριν από το 1914, αλλά στα ανατολικά της Γερμανίας, μπαίνει σχεδόν μέσα στα πολωνικά σύνορα. Αλλά η Πολωνία, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αποτελεί πλέον μέρος του ΝΑΤΟ. Όσο υπάρχει το ΝΑΤΟ, αυτό σημαίνει ότι αν η Γερμανία θέλει να πάρει πίσω τα εδάφη που έχασε από την Πολωνία θα πρέπει είτε να πάρει την άδεια της Ουάσιγκτον, είτε να πάει στον πόλεμο όχι μόνο με την Πολωνία, αλλά με το ΝΑΤΟ ως σύνολο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, τουλάχιστον με δεδομένη τη σημερινή ισορροπία δυνάμεων. Οι ΗΠΑ λοιπόν, ο αφέντης του ΝΑΤΟ, έρχεται ως προστάτης της Πολωνίας από μια οικονομικά αναδυόμενη, αλλά περιορισμένη από το ΝΑΤΟ Γερμανία.

Πιο πέρα ανατολικά αναδύεται μια παρόμοια κατάσταση. Το 1939, ως μέρος του βραχύβιου συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, τα μη πολωνικά εδάφη που είχε πάρει η Πολωνία από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία σαν αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών και του σοβιετικού-πολωνικού πόλεμο του 1920 ήταν να ενταχθούν στις δημοκρατίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, που τότε αποτελούσαν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα η Βαρσοβία κοιτάζει προς τα ανατολικά, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάποιοι στην Πολωνία θα ήθελαν να πάρουν πίσω τα χαμένα εδάφη της Πολωνίας στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία. Καθώς όμως η Ουκρανία έχει πλέον ενσωματωθεί στο ΝΑΤΟ, η Πολωνία δε θα μπορέσει να πάρει αυτά τα εδάφη εκτός και αν συμφωνήσει η Ουάσιγκτον – ή εκτός και αν η Πολωνία είναι έτοιμη να προχωρήσει σε πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Ακριβώς όπως και η Πολωνία απολαμβάνει την προστασία της Ουάσινγκτον από την (επίσης χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ) Γερμανία, έτσι και η Ουκρανία ως de facto μέλος του ΝΑΤΟ «απολαμβάνει» με τη σειρά της την προστασία της Ουάσιγκτον από την Πολωνία.

Μια δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση επικρατεί στις βαλτικές χώρες Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία. Οι χώρες αυτές ήταν μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης. Δεν εντάχθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, αλλά λειτούργησαν ως ανεξάρτητες καπιταλιστικές χώρες στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων. Φοβούμενη δικαιολογημένα ότι, ως καπιταλιστικά κράτη που είναι, θα συμμαχήσουν με τη ναζιστική Γερμανία (όπως έκανε και η δημοκρατική-καπιταλιστική Φινλανδία), η σοβιετική κυβέρνηση τις κατέλαβε το 1940 και ανέβασε τα τοπικά Κομμουνιστικά Κόμματα στην εξουσία. Οι νέες κομμουνιστικές κυβερνήσεις εντάχθηκαν γρήγορα στη Σοβιετική Ένωση.

Ως εκ τούτου, οι τοπικές αστικές τάξεις απαλλοτριώθηκαν και οι λαοί των χωρών της Βαλτικής απόλαυσαν τα δικαιώματα που αντιστοιχούσαν στα μέλη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας υπό κατασκευή, όπως εγγυημένη εργασία, υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση, αλλά υπέστησαν και τις θυσίες που απαιτούσε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα κόσμο υπό καπιταλιστική κυριαρχία και με έναν ακόμα παγκόσμιο πόλεμο να πλησιάζει. Και με αυτά τα κοινωνικά δικαιώματα ήρθε η πλήρης πολιτική αυστηρότητα της σοβιετικής δικτατορίας όπως ασκήθηκε από την ηγεσία του Στάλιν.

Όταν η ναζιστική Γερμανία κατέλαβε αυτές τις χώρες μετά την εισβολή της στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνη του 1941, τα τμήματα του πληθυσμού που είχαν ηττηθεί – οι καπιταλιστές και οι υποστηρικτές τους από τη μεσαία τάξη, που είχαν συνηθίσει σε ένα πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από αυτό που ήταν δυνατόν στο πλαίσιο της σοβιετικής εξουσίας εκείνα τα χρόνια – έγιναν ενθουσιώδεις υποστηρικτές των ναζί κατακτητών. Συμμετείχαν πρόθυμα στο κυνήγι και τη δολοφονία των κομμουνιστών, καθώς και των Εβραίων.

Όταν οι ναζί εκδιώχθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποκαταστάθηκε η σοβιετική κυριαρχία στις δημοκρατίες της Βαλτικής, η αστική εθνικιστική αντίσταση εξακολούθησε να υπάρχει. Αυτή η αντίσταση, που κατά μικρά διαστήματα πήρε και τη μορφή της ένοπλης πάλης σε ορισμένες περιοχές, ποτέ δεν εξαφανίστηκε εντελώς. Ωστόσο, στις δεκαετίες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι περιοχές αυτές ενσωματώνονταν όλο και περισσότερο στην υπόλοιπη Σοβιετική Ένωση και ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ρωσικής ιθαγένειας μετέφερε την κατοικία του σε αυτές.

Στη συνέχεια ήρθε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και η αστική αντεπανάσταση που αποκατέστησε τον καπιταλισμό σε όλη την περιοχή της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης. Επανεμφανίστηκαν δεξιά εθνικιστικά κινήματα στα κράτη της Βαλτικής και σύντομα πήραν την εξουσία. Αυτές οι ακροδεξιές κυβερνήσεις διακήρυτταν την «ανεξαρτησία» τους και έγιναν δεκτές ως επίσημα και πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η παλινόρθωση του καπιταλισμού έχει φέρει μόνο δυστυχία και μαζική ανεργία στις εργατικές τάξεις των «απελευθερωμένων» κρατών της Βαλτικής. Οι κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ έχουν απαντήσει με διώξεις των Ρώσων υπηκόων που διαμένουν στις χώρες αυτές. Οι δεξιές κυβερνήσεις επιμένουν ότι όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λαοί των χωρών της Βαλτικής δεν οφείλονται στον παλινορθωμένο καπιταλισμό, αλλά στον «κομμουνισμό» και «τους Ρώσους». Όσο χειροτερεύουν τα πράγματα, τόσο περισσότερο μετατρέπεται ο ρωσικός πληθυσμός σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Ως εκ τούτου, η ρωσική κυβέρνηση υφίσταται εγχώριες πιέσεις να υπερασπιστεί τους Ρώσους από τους εθνικιστές των χωρών της Βαλτικής  – με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που υφίσταται πιέσεις για να υπερασπιστεί τους Ρώσους που ζουν στην Ουκρανία. Σε αντίθεση όμως με την Ουκρανία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τα κράτη της Βαλτικής είναι επίσημα μέλη του ΝΑΤΟ. Αν μια αύξηση των διώξεων ενάντια στο ρωσικό πληθυσμό των κρατών της Βαλτικής (ίσως ως αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερα κακής ύφεσης) υποχρέωνε τη Μόσχα να παρέμβει, οι χώρες της Βαλτικής, ισχυριζόμενες ότι δέχονται επίθεση από τη Ρωσία, θα απηύθυναν έκκληση προς το ΝΑΤΟ στη βάση του δόγματος ότι επίθεση σε μια χώρα του ΝΑΤΟ είναι επίθεση εναντίον όλων των χωρών του ΝΑΤΟ. Τότε το ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, θα βρισκόταν σε πόλεμο με τη Ρωσία. Αυτός είναι ένας μόνο από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η συμμαχία του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να προκαλέσει τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το «Ράιχ» του συστήματος του δολλαρίου

Οι χώρες που παραμένουν εκτός ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, αναγκάζονται να συμμετέχουν σε οργανισμούς που ελέγχονται από την Ουάσιγκτον, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πρόσφατα, τα μη μέλη του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) δημιούργησαν οργανισμούς παράλληλους στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχουν κάνει κάποια κίνηση για τη δημιουργία κάποιου νομίσματος παράλληλου με το δολλάριο των ΗΠΑ και, πάνω από όλα, δεν έχουν καμία κίνηση για να δημιουργήσουν μια παράλληλη στρατιωτική συμμαχία που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στο ΝΑΤΟ. Ως αποτέλεσμα, οι χώρες των BRICS είναι υποχρεωμένες να παραμένουν μέλη του ΠΟΕ.

Όλα τα μέλη του ΠΟΕ πρέπει να εγκαταλείψουν βασικά στοιχεία της εθνικής κυριαρχίας τους, όπως τη δασμολογική πολιτική που μπορούν να ακολουθήσουν και, πολύ σημαντικότερο, τον έλεγχό τους σε πατέντες και πνευματική ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένων των πνευματικών δικαιωμάτων για το λογισμικό. Αυτό επιτρέπει στις αμερικανικές εταιρείες να μηνύουν εταιρείες σε άλλες χώρες με την αιτιολογία ότι παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, η Apple μήνυσε πρόσφατα τη (βασισμένη στη Νότια Κορέα) Samsung, υποστηρίζοντας ότι τα smart-phones της Samsung παραβίασαν πατέντες της Apple. Δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη το ότι το ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε υπέρ των αξιώσεων της Apple.

Όταν γίνονται τέτοιες αγωγές, ένα αμερικανικό δικαστήριο – όργανο του κράτους – αποφασίζει το αν μια ξένη εταιρεία μπορεί να παράξει ή όχι ένα συγκεκριμένο προϊόν, καθώς επίσης και το πόσα χρήματα είναι υποχρεωμένη η ξένη αυτή εταιρεία να καταβάλει στην αμερικάνικη εταιρεία εφόσον διαπιστωθεί ότι παραβίασε την «πνευματική ιδιοκτησία» της αμερικανικής εταιρείας.

[συνέχεια στα αγγλικά εδώ]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s