Σημειώσεις για το σημερινό ιμπεριαλισμό και την Αυτοκρατορία Ι

world_wealth_per_capita

Η εικόνα προέρχεται από την τελευταία έκθεση της Credit Suisse για τον παγκόσμιο πλούτο.

Η ΚΕΔ θα ξεκινήσει σύντομα ένα δημόσιο κύκλο συζητήσεων (το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα ανακοινωθεί εν καιρώ). Ένα από τα θέματα με τα οποία θα καταπιαστούμε είναι ο ιμπεριαλισμός σήμερα – και όχι το 1915. Στα πλαίσια της προετοιμασίας για τη συζήτηση αυτή, μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε ένα ενδιαφέρον σχετικό κομμάτι από την αρθρογραφία του Αμερικανού μαρξιστή οικονομολόγου Sam Williams, γραμμένο το 2012 (μτφρ. ΠΠ). Στο παρελθόν είχαμε μεταφράσει και δημοσιεύσει ένα ακόμα άρθρο του που εξέταζε  το αν η Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική.

Η αιματηρή άνοδος του συστήματος του δολλαρίου

Η άνοδος της αμερικάνικης αυτοκρατορίας

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Βρετανία, η οποία είχε με διαφορά τις πιο ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις στον κόσμο, κυριαρχούσε με φυσικό τρόπο στον κόσμο, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά. Η Βρετανία δε θα ήταν θαλασσοκράτειρα – και δε θα είχε τον πολιτικό έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του κόσμου – αν δεν κυριαρχούσε στις παγκόσμιες αγορές. Ωστόσο, κατά το τελευταίο μέρος του 19ου αιώνα, οι παραγωγικές δυνάμεις ορισμένων άλλων χωρών – κυρίως της Γερμανίας και πάνω από όλα των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά συμμόρφωση με το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης, άρχισαν να αναπτύσσονται σε πολύ ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι οι αντίστοιχες της Μεγάλης Βρετανίας.

Κατά τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, οι υπάρχουσες στρατιωτικές και πολιτικές σχέσεις – η κυριαρχία του κόσμου από τη Βρετανία – δεν αντιστοιχούσαν πλέον στην παγκόσμια κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων. Όπως συμβαίνει κατά κανόνα, η πολιτική και στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων ερχόταν καθυστερημένη πίσω από την οικονομική ισορροπία των δυνάμεων. Χρειάστηκαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι για να αντιστοιχηθεί για μία ακόμα φορά η κατανομή της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας με τις παραγωγικές δυνάμεις.

Ο «Ιμπεριαλισμός» του Λένιν γράφτηκε κατά τη διάρκεια της μετάβασης από τη βρετανική κυριαρχία στον καπιταλιστικό κόσμο στην εποχή της αμερικανικής παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Ο Λένιν εξήγησε ότι ήταν η ανισόμετρη ανάπτυξη των διαφόρων καπιταλιστικών κρατών που καθιστούσε τους πολέμους μεταξύ τους (όπως ο Α’ ΠΠ) αναπόφευκτους. Ακριβώς όπως οι κρίσεις επιλύουν προσωρινά την αντίφαση μεταξύ της τάσης του κεφαλαίου για τη χωρίς όριο ανάπτυξη της παραγωγής και του πολύ βραδύτερου ρυθμού επέκτασης των αγορών, έτσι και οι πόλεμοι επιλύουν προσωρινά τις αντιφάσεις μεταξύ της σχετικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων διαφορετικών εθνών και της υπάρχουσας κατανομής της πολιτικής εξουσίας.

Αλλαγές στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό από την εποχή του Λένιν

Όταν ο Λένιν έγραψε την περίφημη μπροσούρα του «Ιμπεριαλισμός» το 1916, ο κόσμος αποτελούνταν από μια χούφτα ανεξάρτητες ιμπεριαλιστικές χώρες: οι σημαντικότερες αυτών ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία και η προ-επαναστατική Ρωσία. Στην άλλη πλευρά ήταν ένας μεγάλος αριθμός αποικιακών και ημιαποικιακών χωρών, στις οποίες ζούσε η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας.

Αντίθετα, από το 1945 και μετά, ο παγκόσμιος καπιταλισμός κυριαρχείται πολιτικά και στρατιωτικά από την παγκόσμια αυτοκρατορία με κέντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει ένας αριθμός ιμπεριαλιστικών χωρών-δορυφόρων, για παράδειγμα, η Μεγάλη Βρετανία (πρώην ηγέτιδα δύναμη), η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία και ούτω καθεξής. Όπως και την εποχή του Λένιν, οι (πλέον σε ρόλο δορυφόρου) ιμπεριαλιστικές χώρες εξακολουθούν να αποσπούν υπερκέρδη από τις καταπιεσμένες χώρες – αν και το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων δεν είναι πλέον επίσημα αποικίες.

Όπως συνέβαινε και τον καιρό του Λένιν, όταν οι ιμπεριαλιστικές χώρες που πλέον κατέχουν ρόλο δορυφόρου απολάμβαναν πολύ περισσότερη πολιτική και στρατιωτική ανεξαρτησία, οι καπιταλιστές των ιμπεριαλιστικών αυτών χωρών χρησιμοποιούσαν τα υπερκέρδη για να στηρίξουν την ύπαρξη μιας μεγάλης «μεσαίας τάξης», συμπεριλαμβανομένης της εργατικής αριστοκρατίας. Αυτά τα μεσοαστικά στρώματα αποτελούνται όλο και λιγότερο από μικρούς επιχειρηματίες και μικρούς αγρότες – που αποτελούσαν παραδοσιακά τη μικροαστική τάξη – και περισσότερο από μισθωτούς εργαζόμενους «λευκού κολλάρου», που μερικές φορές αποκαλούνται η «νέα μεσαία τάξη».

Τα μέλη της νέας μεσαίας τάξης εξαρτώνται εν μέρει από την πώληση της εργατικής τους δύναμης, συνήθως για μισθό. Ωστόσο, σε αντίθεση με το κανονικό προλεταριάτο έχουν συσσωρεύσει σημαντικές οικονομίες σε μετοχές και ομόλογα καθώς και σημαντικές αξίες σε ακίνητα – αν και ένα μεγάλο μέρος των αξιών αυτών στις ιμπεριαλιστικές χώρες έχει χαθεί από την κρίση του 2007-09.

Δεν είναι μόνο οι εργαζόμενοι «λευκού κολλάρου» που έχουν εν μέρει «απο-προλεταριοποιηθεί» εξαιτίας της μικρής ιδιοκτησίας γης (της γης κάτω από τα σπίτια τους) και των σημαντικών οικονομιών που έχουν συσσωρεύσει με τη μορφή τραπεζικών λογαριασμών που τους αποδίδουν τόκο, μετοχών, ομολόγων και ούτω καθεξής, αλλά και οι καλύτερα αμειβόμενοι εργάτες εργοστασίου. Ωστόσο, η σταδιακή μετατόπιση της βιομηχανικής παραγωγής από τις ιμπεριαλιστικές χώρες σε χώρες με χαμηλούς μισθούς σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε εργοστάσια που υφίστανται εκμετάλλευση από το κεφάλαιο σε παγκόσμια κλίμακα παραμένει προλεταριακή με την πλήρη έννοια του όρου – δηλαδή ως άνθρωποι που δεν έχουν καμιά πηγή εισοδήματος πέρα από ό,τι λαμβάνουν από την πώληση της εργατικής τους δύναμης.

Από την άλλη πλευρά, οι μερικώς απο-προλεταριοποιημένοι εργαζόμενοι στα εργοστάσια των ιμπεριαλιστικών χωρών, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποβάλλονται όλο και περισσότερο από τη σφαίρα της παραγωγής ή αναγκάζονται να αποδέχονται ριζικά χαμηλότερους μισθούς, καταπίπτοντας για άλλη μια φορά σε ένα καθαρά προλεταριακό καθεστώς. Οι τάσεις αυτές έχουν επιταχυνθεί σε μεγάλο βαθμό από την κρίση του 2007-09 και τα επακόλουθά της.

Μολονότι οι κυκλικές υφέσεις, όπως η κρίση του 2007-09, επιταχύνουν τις τάσεις αυτές, η ίδια η τάση αντανακλά τη σταδιακή μετατόπιση της υλικής παραγωγής από τις ιμπεριαλιστικές χώρες προς τις ιστορικά καταπιεσμένες χώρες, όπου η αξία της εργατικής δύναμης είναι χαμηλότερη και, κατά συνέπεια, το ποσοστό της υπεραξίας πολύ υψηλότερο. Εκτός από την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, η μετατόπιση της παραγωγής από χώρες με υψηλούς μισθούς σε χώρες με χαμηλούς καθιστά οικονομικότερη για το κεφάλαιο τη χρήση περισσότερου μεταβλητού και λιγότερου σταθερού κεφαλαίου, αναβάλλοντας ή μετριάζοντας με τον τρόπο αυτόν τη μακροπρόθεσμη τάση (που ανακάλυψε ο Μαρξ) της μείωσης του ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

Όπως συνέβη και με την «παλιά» μεσαία τάξη των ιδιοκτητών μικρών επιχειρήσεων και των αγροτών, η νέα μεσαία τάξη έχει διαφορετικά επίπεδα. Στο υψηλότερό της επίπεδο, έχει μικρούς καπιταλιστές του χρήματος – ανθρώπους δηλαδή οι οποίοι μπορούν αν θέλουν να ζήσουν σε «μεσοαστικά» στάνταρ μόνο από τα μερίσματα και τους τόκους που εισπράττουν. Στο χαμηλότερό της επίπεδο έχει το προλεταριάτο, που εξαρτάται αποκλειστικά από το μισθό.

Όπως και την εποχή του Λένιν, οι διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες εξακολουθούν να ανταγωνίζονται η μία την άλλη σε οικονομικό επίπεδο· σε πολιτικό και στρατιωτικό όμως επίπεδο είναι απόλυτα εξαρτημένες από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υποταγή αυτή ενισχύεται μέσα από μια σειρά θεσμών όπως το ΝΑΤΟ, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Επιβάλλεται επίσης μέσω της παγκόσμιας κυριαρχίας του δολλαρίου ως το κύριο μέσο πληρωμής στην παγκόσμια αγορά.

Η θεωρία του Κάουτσκι περί «υπεριμπεριαλισμού»

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Καρλ Κάουτσκι, ο επιφανέστερος ειδικός στο μαρξισμό στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Ένγκελς το 1895, έκανε εκτιμήσεις για την άνοδο ενός «υπεριμπεριαλισμού», στον οποίο οι διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες θα έρχονταν σε μια ειρηνική συμφωνία για την εκμετάλλευση του κόσμου από κοινού. Ο Λένιν κατήγγειλε έντονα τη θεωρία αυτή του Κάουτσκι. Κατ’ αρχήν, γιατί ήταν πραγματικά εγκληματικό το να προβαίνει κανείς σε εικασίες σχετικά με μια πιθανή μελλοντική «ειρηνική» φάση του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού όταν η δουλειά του παγκόσμιου εργατικού κινήματος ήταν να μετατρέψει τον παγκόσμιο πόλεμο σε παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση.

Αλλά τι συμβαίνει με την αμερικανική αυτοκρατορία που προέκυψε μετά το 1945; Δεν αντιπροσωπεύει η αμερικανική αυτοκρατορία ακριβώς το είδος εκείνο της ειρηνικής συμφωνίας μεταξύ των καπιταλιστών των ιμπεριαλιστικών χωρών που προέβλεπε ο Κάουτσκι; Η πραγματικότητα είναι πως δεν το αντιπροσωπεύει.

Κατ’ αρχάς, ο Κάουτσκι προσέβλεπε σε μια «ειρηνική» συμφωνία μεταξύ των καπιταλιστών να εκμεταλλεύονται τον κόσμο από κοινού. Αλλά η αμερικανική αυτοκρατορία δεν προέκυψε καθόλου από μια ειρηνική συμφωνία μεταξύ των καπιταλιστών. Προέκυψε από δύο παγκόσμιους πολέμους που κόστισαν τις ζωές δεκάδων εκατομμυρίων εργατών και άλλων εργαζομένων. Και από το 1945, η απειλή της βίας εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο να παραμένει ενωμένη η αμερικανική παγκόσμια αυτοκρατορία.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ ισούνται με τις στρατιωτικές δαπάνες όλων των υπόλοιπων χωρών μαζί. Ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κατέχουν τη Γερμανία και την Ιαπωνία, 65 και παραπάνω χρόνια μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πραγματικότητα, αυτό οφείλεται ακριβώς στο ότι η τάση για πόλεμο ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, που ο ιμπεριαλισμός έχει την αντικειμενική ανάγκη ενός ισχυρού «παγκόσμιου χωροφύλακα» – ενός παγκόσμιου δικτάτορα – για να κρατάει αυτή την τάση υπό έλεγχο.

Αντικειμενικά, ο καπιταλιστικός κόσμος δε θα μπορούσε να συνεχίσει να έχει έναν παγκόσμιο πόλεμο κάθε 20 χρόνια περίπου, ακόμα και αν η στρατιωτική τεχνολογία παρέμενε παγωμένη στα επίπεδα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Φυσικά, η στρατιωτική τεχνολογία δεν έχει παραμείνει στα επίπεδα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως ακριβώς και η βιομηχανική τεχνολογία. Στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, τα μέσα καταστροφής είχαν ήδη γίνει τόσο ισχυρά που, αν είχαν χρησιμοποιηθεί πλήρως σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο, ο πολιτισμός δε θα ήταν σε θέση να επιβιώσει.

Ακριβώς όπως ο οικονομικός ανταγωνισμός οδηγεί στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και το οικονομικό μονοπώλιο, έτσι και ο πολιτικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός οδηγεί σε πολιτικό και στρατιωτικό συγκεντρωτισμό – πολιτικό μονοπώλιο υποστηριζόμενο από στρατιωτικό μονοπώλιο. Ήταν ακριβώς αυτός ο στρατιωτικός ανταγωνισμός, που προέκυψε από τον πολιτικό ανταγωνισμό που έχει τις ρίζες του στον οικονομικό ανταγωνισμό, που οδήγησε στη συγκέντρωση της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας στα χέρια της χώρας με τις πιο ισχυρά αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό είναι αυτό που αποκαλούμε «αμερικανική αυτοκρατορία», ή απλώς «αυτοκρατορία», όπως κάνουν οι Κουβανοί για συντομία.

Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης υπονομεύει την αμερικανική αυτοκρατορία

Από τα μέσα του 20ου αιώνα, ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης, που στο παρελθόν λειτουργούσε υπέρ της Αμερικής, εργάζεται εναντίον της. Στη σφαίρα της υλικής παραγωγής – η οποία, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ είναι τελικά η καθοριστική – οι ΗΠΑ χάνουν σταθερά έδαφος από τους καπιταλιστές αντιπάλους τους.

Ολοένα και περισσότερο, τα παγκόσμια μέσα παραγωγής βρίσκονται εκτός των συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών, μολονότι η πολιτική και στρατιωτική εξουσία εξακολουθεί να είναι σε συντριπτικό βαθμό συγκεντρωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μακροπρόθεσμα, αυτή η κατάσταση δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί. Η σχετική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ αντικατοπτρίζεται σήμερα στο πεδίο των διεθνών χρηματαγορών, ειδικά στον ολοένα και αυξανόμενο παραλογισμό του διεθνούς νομισματικού συστήματος με βάση το δολλάριο.

Η συνέχιση της χρησιμοποίησης του εθνικού νομίσματος ενός οικονομικά παρακμάζοντος έθνους ως παγκόσμιο νόμισμα γίνεται ολοένα και πιο παράλογη. Ωστόσο, το τέλος του συστήματος του δολλαρίου σημαίνει το τέλος της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Και το τέλος της αμερικανικής αυτοκρατορίας – το τέλος του ρόλου των ΗΠΑ ως παγκόσμιου δικτάτορα – συνεπάγεται μια νέα εποχή ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων, από τους οποίους ο πολιτισμός μπορεί να μην καταφέρει να επιβιώσει. Εκτός και αν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αντικατασταθεί από ένα παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα το οποίο θα βάλει τέλος στην εκμετάλλευση της μιας τάξης από την άλλη στο εσωτερικό των επιμέρους χωρών, καθώς και στην εκμετάλλευση της μιας χώρας από την άλλη στο παγκόσμιο επίπεδο.

 [συνέχεια εδώ]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s