Οι Τόρηδες σχεδιάζουν «επίθεση 100 ημερών» – η εργατική τάξη πρέπει να προετοιμάσει την άμυνά της

bri-elections

Αναδημοσιεύουμε από την αγγλική οργάνωση Workers Power, μια ανάλυση του Richard Brenner για τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στην Μ.Βρετανία σε μετάφραση του PanPap.

Του Richard Brenner

Η Βρετανία έχει πλέον μια κυβέρνηση αποφασισμένη να επιβάλει άλλο ένα τεράστιο πρόγραμμα περικοπών (£18 δις μόνο από το κράτος πρόνοιας) και να ξεριζώσει τους ακρογωνιαίους λίθους του συστήματος πρόνοιας από το 1945 και μετά: τη δημόσια υγεία, εκπαίδευση και στέγαση.

Οι Τόρηδες (Συντηρητικοί) κατά πάσα πιθανότητα βιάζονται να επωφεληθούν από τις «πρώτες 100 ημέρες» για να επιτεθούν, για τρεις λόγους:

  • Υπολογίζουν ότι η αντιπολίτευση θα είναι αποδιοργανωμένη, καθώς εκατομμύρια κόσμου είναι αποπροσανατολισμένα και απογοητευμένα από το αποτέλεσμα των εκλογών. Μια κυβέρνηση με τους Τόρηδες να αποτελούν την πλειοψηφία δεν ήταν το αποτέλεσμα που περίμεναν, είναι το αντίθετο από τις προσδοκίες τους και από αυτό που έδειχναν οι δημοσκοπήσεις.
  • Η μπλερική δεξιά πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος θα ξεκινήσει μια προσεκτικά προετοιμασμένη εκστρατεία υποστηριζόμενη 100% από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για να «πάρει πίσω» το Εργατικό Κόμμα, ρίχνοντας ακόμα και την εξημερωμένη κεντροαριστερά σε άμυνα και φιμώνοντας ακόμα περισσότερο τη δημόσια αντιπολίτευση στην επίθεση των Τόρηδων.
  • Η νέα κυβέρνηση έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία μόλις 15 εδρών. Αυτή η πλειοψηφία θα διαβρωθεί με την πάροδο του χρόνου μέσα από ειδικές εκλογές και από τη φυσική φθορά καθώς οι «μεταρρυθμίσεις» τους θα αποξενώνουν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Έτσι, δε μπορούν να βασίζονται στο ότι θα κυβερνούν έως το 2020 χωρίς οριακές νίκες, ήττες ή ακόμα και αβέβαιες ή εξασφαλισμένες την τελευταία στιγμή ψήφους εμπιστοσύνης. Με 19 πιθανούς συμμάχους στη Βουλή των Κοινοτήτων, μεταξύ των οποίων 10 Unionists από τη Βόρεια Ιρλανδία, έναν από το UKIP και οκτώ από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες να τους στηρίζουν, οι Τόρηδες ξέρουν ότι πρέπει να προχωρήσουν με τα μέτρα.

Για τους λόγους αυτούς, το εργατικό κίνημα πρέπει να αφομοιώσει γρήγορα τα διδάγματα από την εκλογική πανωλεθρία και να επαναπροσανατολιστεί για να αντισταθεί στην επικείμενη επίθεση των Τόρηδων. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε επιμένοντας ότι οι Τόρηδες είναι κυβέρνηση μειοψηφίας και άρα δεν έχουν εντολή για να εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους (των περικοπών και των ιδιωτικοποιήσεων) και ότι θα πρέπει να συναντήσουν την αντίσταση ενός μαζικού κινήματος και δράσης έξω από το κοινοβούλιο.

Αυτός ο αγώνας θα είναι βιομηχανικός, αγώνας αντίστασης στις περικοπές, τα κλεισίματα, το πάγωμα μισθών και τις ιδιωτικοποιήσεις με μια εκστρατεία για κοινές απεργιακές κινητοποιήσεις που θα υποστηρίζονται από άμεση δράση μέσα από πορείες και καταλήψεις, θα είναι επίσης κοινωνικός και σε επίπεδο κοινότητας.

Θα είναι πολιτικός, θα αντιστέκεται στην άνοδο της δεξιάς στο Εργατικό Κόμμα και τα συνδικάτα, ανανεώνοντας τις προσπάθειες να αναγκάσει τα συνδικάτα και την Αριστερά στη δημιουργία ενός νέου μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης.

Θα είναι θεωρητικός, γιατί θα πρέπει να κατανικήσουμε τις «νέες αναλύσεις» που θα απηχούν τη μπλερική επίθεση και θα ρίχνουν την ευθύνη για την ήττα πίσω στην ίδια την εργατική τάξη, αναβιώνοντας ευρωκομμουνιστικές αφηγήσεις για την εργατική τάξη που είναι εγγενώς ανίκανη να χτυπήσει τα βρετανικά αφεντικά και το κόμμα τους χωρίς στρατηγική συμμαχία με το φιλελευθερισμό (σε αυτή την περίπτωση μάλλον θα επιλέξουν τους αριστερούς φιλελεύθερους Πράσινους).

Η ξεκάθαρη νίκη των Τόρηδων δεν προκλήθηκε κατά κύριο λόγο από το αντιδημοκρατικό εκλογικό σύστημα της Βρετανίας (αν και μόλις το 36,9% των ψήφων τούς έδωσε την πλειοψηφία), ούτε κατά κύριο λόγο από τη στήριξη που τους παρείχαν τα μέσα ενημέρωσης (αν και μόνο μια-δυό μεγάλες εφημερίδες υποστήριξαν τους Εργατικούς, ενώ αρκετές διεξήγαγαν επιθετικές καμπάνιες υπέρ των Τόρηδων), αλλά από τις αντιφάσεις που βασάνιζαν τους αντιπάλους των Τόρηδων.

Στη Σκωτία, το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία οδήγησε τη μαζική αντίθεση στη λιτότητα σε μια εθνικιστική έξαρση που μετέτρεψε το σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα των Εργατικών στη Σκωτία σε αυτή την άνευ προηγουμένου νίκη του SNP (Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα). Η ιστορική ήττα του Εργατικού Κόμματος ήταν δικό του έργο και προκλήθηκε από την αποτυχία του να αντιταχθεί στη λιτότητα, την επιλογή του μισητού αρχιμπλερικού Τζιμ Μέρφι ως ηγέτη και – πάνω από όλα – από το γεγονός ότι αγωνίστηκε το Σεπτέμβρη του 2014 όχι για την ενότητα της εργατικής τάξης στη Βρετανία, όχι για την επέκταση των επιτευγμάτων του ενωμένου βρετανικού εργατικού κινήματος (όπως έγινε με το Εθνικό Σύστημα Υγείας), αλλά στο πλευρό των Τόρηδων και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών για τη διατήρηση του βρετανικού κατεστημένου. Παρά το ιστορικό δημοσιονομικού συντηρητισμού που έχει επιδείξει το αστικό SNP ως κυβέρνηση (σ.σ. Σκωτίας), η ρητορική αντιλιτότητας του Sturgeon ήρθε σε αντίθεση με την αφήγηση του Εργατικού Κόμματος περί «πιο στοργικών περικοπών» και «ισοσκελισμού του προϋπολογισμού με δικαιότερο τρόπο». Ωστόσο, ακόμη και η σχεδόν καθαρή «σκούπα» του SNP δε θα αρκούσε από μόνη της για να δώσει στον Cameron την απόλυτη πλειοψηφία αν δεν είχε συνδυαστεί με την αποτυχία των Εργατικών να επωφεληθούν από το αίσθημα εναντίωσης στη λιτότητα της Αγγλίας.

Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες σχεδόν εκμηδενίστηκαν – και δικαίως. Η εργατική τάξη και τα χαμηλότερα στρώματα της μεσαίας τάξης, μη μπορώντας να στείλουν τα παιδιά τους στην εκπαίδευση χωρίς να επιβαρυνθούν με βαρύ χρέος, δεν θα ξεχάσουν εύκολα πώς ο Clegg εγκατέλειψε τις υποσχέσεις του, ούτε πόσο φθηνά πούλησε τις αρχές του το κόμμα αυτό για μια ευκαιρία να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Πολλές από τις ψήφους των Φιλελεύθερων Δημοκρατικών πήγαν στους Τόρηδες. Κάποιες άλλες ψήφοι, ειδικά από τους φοιτητές και τις χίπστερ μεσαίες τάξεις, πήγαν στους Πράσινους. Ένα σημαντικό μέρος των ψήφων πήγε στους Εργατικούς, αλλά όχι αρκετές για να κερδίσουν τις εκλογές. Ο απλός λόγος ήταν ότι οι Εργατικοί δεν πρόσφεραν κάποια σοβαρή εναλλακτική λύση στη λιτότητα που θα μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει τη μεσαία τάξη και να την τραβήξει προς τα αριστερά, όπως συνέβη στη Σκωτία.

Οι 3,900,000 ψήφοι του UKIP μπορεί να του έδωσαν μόνο μία έδρα, αλλά αντιπροσωπεύουν μια σημαντική αύξηση στις ακροδεξιές ιδέες. Το UKIP σημείωσε άνοδο κυρίως μεταξύ των συντηρητικών ψηφοφόρων στην ανατολική ακτή, αλλά και μεταξύ των λιγότερο ταξικά συνειδητοποιημένων τμημάτων των ανοργάνωτων και απελπισμένων εργατών στις χτυπημένες από την κρίση βόρειες πόλεις, στη νότια Αγγλία, ακόμη και στην Ουαλία. Και πάλι, οι εργαζόμενοι που πέφτουν θύματα της αντιμεταναστευτικής δημαγωγίας μπορούν να αποσπασθούν, να ουδετεροποιηθούν ή να κερδηθούν μόνο από ένα ισχυρότερο μήνυμα ενάντια στο κατεστημένο από αυτό του UKIP, από μια συνεπέστερη αντιπολίτευση στη λιτότητα και όχι από λάιτ λιτότητα και πιο μαλακά αντιμεταναστευτικά επιχειρήματα, σαν κι αυτά που χρησιμοποίησαν οι Εργατικοί.

Στην Αγγλία και την Ουαλία ο Miliband είχε προσπαθήσει να επανασυνδεθεί με την παραδοσιακή εκλογική βάση του Εργατικού Κόμματος, αλλά δεν τόλμησε να έρθει σε συνεπή και σαφή ρήξη με τον μπλερισμό λέγοντας ότι για τις περικοπές και τη λιτότητα φταίνε οι τραπεζίτες, το σχέδιο διάσωσης των τραπεζών και η επακόλουθη απότομη αύξηση του εθνικού χρέους. Γιατί; Επειδή αυτό θα σήμαινε μια πραγματική και σοβαρή αυτοκριτική για τη διάσωση των τραπεζών που έγινε υπό τον Brown. Αντί αυτού, ο Ed Balls ζήτησε συγγνώμη για τις υπερβολικές δαπάνες στο δημόσιο τομέα και το κράτος πρόνοιας, ενισχύοντας το μεγάλο ψέμα των Τόρηδων ότι η κρίση προκλήθηκε από τις επενδύσεις των Εργατικών στον τομέα της υγείας, τα σχολεία και τις υπηρεσίες.

Η μόνη εναλλακτική λύση των Εργατικών θα ήταν να έρθουν σε ρητή ρήξη με τις περικοπές και την ατζέντα λιτότητας και να υποστηρίξουν ότι «πρέπει να πληρώσουν οι πλούσιοι». Όλες οι μαλακές αριστερές πολιτικές του Miliband – όπως ο φόρος στη μεγάλη ακίνητη περιουσία (mansion tax), το πάγωμα των λογαριασμών της ενέργειας, η πάταξη των φορολογικών ελαφρύνσεων των non-dom (σ.σ. για περισσότερες πληροφορίες βλ. εδώ), ο περιορισμός των συμβάσεων μηδενικών ωρών – ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς. Αλλά τέθηκαν σε ένα μπερδεμένο και ασυνάρτητο πλαίσιο περικοπών των επιδομάτων για τα παιδιά, δεσμεύσεων για δημοσιονομικό έλεγχο, αυστηρών περιορισμών στις δημόσιες δαπάνες. Έτσι διπρόσωποι, οι Εργατικοί δεν κατάφεραν να κεφαλαιοποιήσουν την αντίθεση στη λιτότητα, δεν κατάφεραν να πείσουν ότι αποτελέσουν μια εναλλακτική λύση από τους Τόρηδες.

Αυτό σήμαινε ότι όταν οι Τόρηδες και ο τύπος τους προσπάθησαν να τρομάξουν τη μεσαία τάξη της Αγγλίας με την «απειλή» μιας κυβέρνησης Εργατικών-SNP που θα εφάρμοζε ένα πρόγραμμα αντιλιτότητας, οι ίδιοι Άγγλοι ψηφοφόροι το έχαψαν, επειδή με δεδομένη την πολιτική των Εργατικών μόλις που άκουσαν τα περί λιτότητας.

Τώρα, και ενώ μόλις και μετά βίας μπορούν να κρύψουν τη χαρά τους για την ήττα των Εργατικών, οι μπλερικοί αλωνίζουν κατηγορώντας τον ηττημένο Miliband ότι αποξένωσε τη μεσαία τάξη της Αγγλίας με τους φόρους μεγάλης ακίνητης περιουσίας και τους ελέγχους ενοικίου. Στην πραγματικότητα, ο Miliband και οι υποστηρικτές του στα συνδικάτα θα έπρεπε να κινηθούν πολύ πιο αριστερά για να κρατήσουν τη Σκωτία και να ανατρέψουν τους Τόρηδες στην Αγγλία. Το επιχείρημα των μπλερικών ότι ένα αριστερό Εργατικό Κόμμα δε θα μπορέσει ποτέ να κερδίσει τις εκλογές και = άρα το κόμμα πρέπει να κινηθεί πίσω στο κέντρο, να έρθει σε ρήξη με τα συνδικάτα και να προσεγγίσει τις φιλόδοξες, μοντέρνες μεσαίες τάξεις και τους εργαζομένους στη νέα οικονομία.

Η απάντηση σε αυτά τα ψευτοεπιχειρήματα – που στην ουσία υποστηρίζουν κρυφά τους Τόρηδες – είναι απλή, αλλά δε θα την ακούσουμε από την τηλεόραση και από το Εργατικό Κόμμα κατά τη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων και μηνών. Είναι η παρακάτω:

  • Αν οι αριστερές πολιτικές ενάντια στα μέτρα λιτότητας αποξενώνουν τους ψηφοφόρους, πώς έγινε και κέρδισαν με συντριπτική πλειοψηφία στη Σκωτία;
  • Αν η μαλακή κεντροαριστερά του Μίλιμπαντ δεν ήταν αρκετά δεξιά ή φιλοεπιχειρηματική ώστε να κερδίσει στα κέντρα της «φιλόδοξης, σύγχρονης, νέας οικονομίας», τότε πώς οι Εργατικοί είχαν σοβαρή εκλογική άνοδο στο Λονδίνο;
  • Αν για κάποιο λόγο είναι άδικο τα συνδικάτα να επηρεάζουν τους Εργατικούς, γιατί δεν είναι άδικο να επηρεάζουν οι μεγάλες επιχειρήσεις τους Τόρηδες; Γιατί άραγε δε θα πρέπει η τάξη μας έχει ένα δικό της όργανο, ακριβώς όπως έχουν και τα αφεντικά;
  • Ποιο είναι ο λόγος να κερδίζουν οι Εργατικοί τις εκλογές αν αυτό οδηγεί ούτως ή άλλως σε περισσότερη νεοφιλελεύθερη λιτότητα; Στο τέλος της ημέρας, οι εκλογές εκφράζουν το συσχετισμό των δυνάμεων στην ταξική πάλη, το επίπεδο της πολιτικής συνείδησης, την εμπιστοσύνη, την οργάνωση και την κατεύθυνση των αντίστοιχων κοινωνικών τάξεων. Η γυμνή αλήθεια είναι ότι οι εκλογές του 2015 αντανακλούν ένα εργατικό κίνημα που είχε ήδη υποστεί μια πολύ σημαντική ήττα από την οποία δεν έχει αρχίσει να ανακάμπτει.

Πρόκειται για μια αποτυχία της εργασίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των φοιτητικών και των σοσιαλιστικών οργανώσεων να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν ένα κίνημα αντίστασης που θα είχε την κλίμακα, τη διάρκεια, την τακτική και την ηγεσία για να αποκρούσει την επίθεση της συμμαχίας Τόρηδων-Φιλελεύθερων Δημοκρατών την περίοδο 2010-11. Το αποκορύφωμα του αγώνα, αφού οι μαθητές είχαν αφεθεί να πολεμήσουν ενεργά αλλά απομονωμένοι, ήταν μερικές μονοήμερες «συντονισμένες απεργίες», στις οποίες τα μέλη των συνδικάτων ανταποκρίνονταν με ενθουσιασμό, αλλά στη συνέχεια οι ηγεσίες των συνδικάτων αποσυντόνιζαν. Ένας από τους μεγαλύτερους ενόχους για την αποτυχία αυτή είναι ο Len McCluskey, εθνικής κλίμακας φυσιογνωμία της Αριστεράς και αρχηγός του Unite, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Βρετανίας, και μεγαλύτερος ταμίας των Εργατικών.

Τι πρέπει λοιπόν να κάνει η Αριστερά σε αυτή τη νέα δύσκολη κατάσταση;

Στον οικονομικό ή βιομηχανικό αγώνα πρέπει να προωθήσουμε καμπάνιες για απεργιακές κινητοποιήσεις που θα υποστηρίζονται από πορείες και καταλήψεις ενάντια στις περικοπές των Τόρηδων, ενάντια στα κλεισίματα, τα ξεπουλήματα και το πάγωμα των μισθών. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν εργαστούμε από τώρα για τη δημιουργία ενός κινήματος που θα περιλαμβάνει τη βάση των διάφορων συνδικάτων. Το κίνημα αυτό θα ασκεί πίεση στους ηγέτες των συνδικάτων για να δράσουν και θα προετοιμάζεται για να αναλάβει δράση όταν αυτό θα είναι απαραίτητο. Οι τοπικές και περιφερειακές λαϊκές συνελεύσεις μπορούν να αποτελέσουν σημεία συσπείρωσης για το κίνημα αυτό αν καταφέρουν να μετατραπούν σε κάτι παραπάνω από πάνελ ομιλητών – αν γίνουν δημοκρατικές οργανώσεις βασισμένες σε αντιπροσώπους, τοπικά συντονιστικά του αγώνα που μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις και να δρομολογούν δράσεις, αμφισβητώντας όταν χρειάζεται την επίσημη ηγεσία και αποσπώντας της τον έλεγχο των απεργιών και των δράσεων όταν αυτό είναι εφικτό. Αυτός ο συντονισμός θα περιλαμβάνει κόσμο από όλα τα συνδικάτα, τις τοπικές καμπάνιες, τις σοσιαλιστικές και αντιρατσιστικές ομάδες και, ναι, το Εργατικό Κόμμα. Με εννιά εκατομμύρια ψηφοφόρους, με την υπαγωγή σε αυτό πολλών μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων που περιλαμβάνουν εκατομμύρια μέλη, με έντονη αύξηση της υποστήριξής του στο Λονδίνο και όντας η αξιωματική αντιπολίτευση, η ιδέα ότι το Εργατικό Κόμμα είναι έτοιμο να εξαφανιστεί (που ήδη ακούγεται από μερικούς επιφανειακούς σχολιαστές στην Αριστερά) είναι απλώς παράλογη.

Στην πολιτική πάλη, πρέπει να ενθαρρύνουμε και να υποστηρίξουμε τους αριστερούς που απέμειναν στο Εργατικό Κόμμα να αντιπαλέψουν σταθερά την μπλερική πρόκληση, είτε αυτή προέρχεται από τον υποψήφιο που προτιμά ο Blair, Chuka Umunna, είτε από αλλού, και να υιοθετήσουν ένα σαφές πρόγραμμα αντίστασης στη λιτότητα, σε όλες τις περικοπές, στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο. Δε μπορούμε όμως να ελπίζουμε ότι αυτή η προσπάθεια θα στεφθεί με επιτυχία, ούτε ότι η μαλακή αριστερά θα καταφέρει κάτι διαφορετικό από το να τσακιστεί από την Μπλερική Παλινόρθωση. Ως εκ τούτου, πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες προς την κατεύθυνση του σχηματισμού ενός νέου μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης.

Ο McCluskey παίζει επανειλημμένα με αυτήν την ιδέα χωρίς να έχει την παραμικρή πρόθεση να κάνει κάτι για να την υλοποιήσει. Και σε αυτό το ζήτημα – όπως ακριβώς παίζει και με την ιδέα της γενικής απεργίας – αναγνωρίζει τις στρατηγικές ανάγκες της αντίστασης αλλά ταυτόχρονα εμποδίζει τις προσπάθειες για την υλοποίησή της. Συνεπώς, οι συνδικαλιστές πρέπει να πιέσουν να κατευθυνθούν τα χρήματά τους προς μια εθνική διάσκεψη για την εκπροσώπηση της εργατικής τάξης. Τα υπάρχοντα κόμματα και πρωτοβουλίες της αριστεράς – TUSC, Left Unity και οι ομαδοποιήσεις τους – πρέπει επίσης να πιέσουν για αυτό, με τον απλό στόχο της ίδρυσης ενός νέου κόμματος, ενός κόμματος με σαφές όνομα και αναγνωρίσιμη σημαία κάτω από την οποία οι εργάτες θα μπορούσαν πραγματικά να συσπειρωθούν. Και αυτό πρέπει να βασιστεί αποφασιστικά όχι σε προεκλογικές καμπάνιες κάθε λίγα χρόνια, αλλά στην υποστήριξη, προώθηση και διεύρυνση κοινωνικών και τοπικών αγώνων, όπως η αντίσταση στον «εξευγενισμό» (gentrification) και τη στεγαστική κρίση που εξαπλώνεται σε όλο το ανατολικό και νότιο Λονδίνο, όπως και την εντοπισμένη αντίσταση στο Bedroom Tax (σ.σ. βλ. εδώ για περισσότερες πληροφορίες) και τις εξώσεις, η οποία πρέπει σίγουρα να πάρει τώρα οργανωμένη μορφή σε εθνική κλίμακα.

Καθώς οι Τόρηδες θα δουλεύουν σκληρά για να περάσουν τις αντιμεταρρυθμίσεις τους, θα πρέπει να προσπαθήσουμε όσο μπορούμε να κινητοποιήσουμε τον κόσμο και να οργανώσουμε μαζικές διαδηλώσεις έξω από το κοινοβούλιο και σε όλη τη χώρα, όπως έκαναν οι φοιτητές για τα δίδακτρα και το EMA (σ.σ. Education Maintenance Allowance, επίδομα που διδόταν σε κάποιος μαθητές και φοιτητές) το Νοέμβρη του 2010 και όπως θα έπρεπε να είχαν κάνει οι συνδικαλιστές ηγέτες όταν συζητούνταν οι «μεταρρυθμίσεις» του Lansley στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Ο στόχος πρέπει να είναι να σταματήσουμε την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων αυτών και να τις καταστήσουμε ανεφάρμοστες.

Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε ένα νέο κόμμα του οποίου η νούμερο ένα προτεραιότητα θα είναι ο ταξικός αγώνας, η πάλη ενάντια την επίθεση των τόρηδων μέσα από δράση – πριν από τις επόμενες εκλογές. Αυτό σημαίνει ότι το κόμμα θα πρέπει να συζητήσει και να υιοθετήσει ένα πρόγραμμα δράσης που θα οδηγεί στην ήττα των Τόρηδων και θα συνδέει την ήττα αυτή με τον αγώνα για μια αντικαπιταλιστική εργατική κυβέρνηση και για την κοινωνική επανάσταση.

Στη θεωρητική πάλη, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε την αναπόφευκτη ιδεολογική συνέπεια της ήττας: ένα κύμα αναθεωρητισμού από την αριστερή διανόηση, που σε κάθε εμπόδιο σπεύδει να προωθήσει τη στρατηγική ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στη μεσαία τάξη και το φιλελευθερισμό. Το 2015 θα υποστηρίξουν ότι η εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα δε μπορεί να νικήσει τους Τόρηδες, ότι οι δομικές αλλαγές στο βρετανικό καπιταλισμό όπως η μείωση της παραγωγής σημαίνει ότι η εργατική τάξη δε μπορεί να κερδίσει, ότι ενώ η εργατική τάξη μπορεί να εξακολουθεί να είναι θεμελιωδώς επαναστατική τάξη κάπου αλλού η δική μας δεν είναι, και ότι ένας αταξικός λαϊκισμός αρκεί για να εξασφαλίσει την πλειοψηφία του λαού, συνεπώς η Αριστερά πρέπει να ενταχθεί στους Πράσινους και / ή στο SNP ή στο Plaid Cymru (σ.σ. ουαλικό κόμμα που επιδιώκει την ανεξαρτησία της Ουαλίας) ή τουλάχιστον να φτάσει σε μια στρατηγική συνεργασία με αυτά τα κόμματα. Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι ριζοσπαστικές πολιτικές των μεσοαστών Πρασίνων και των αστών εθνικιστών αποτελούν σημάδι ότι οι ηγέτες τους αναγνωρίζουν τα ταξικά συμφέροντα του πυρήνα της εργατικής βάσης των Εργατικών και προσπαθούν να αποσπάσουν τη βάση αυτή μέσα από αριστερές ρητορείες, όπως έχουν κάνει οι λαϊκιστές σε όλη την σύγχρονη ιστορία.

Το να επηρεάζεται από αυτό το λαϊκισμό η εργατική τάξη κάτω από τα χτυπήματα της κρίσης και των χλιαρών πολιτικών των Εργατικών είναι ένα πράγμα. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό το να αφήνεται η αυτοπροσδιοριζόμενη ως μαρξιστική αριστερά να παρασυρθεί από το λαϊκισμό αυτόν, λες και τα λόγια των πολιτικών ηγετών έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις ταξικές δυνάμεις που εκπροσωπούν και τις κοινωνικές ρίζες των πολιτικών τους μηχανισμών. Ως εκ τούτου, ενώ πάντα θα καλούμε τους εργάτες που υποστηρίζουν τους εθνικιστές και τους Πράσινους να ενωθούν μαζί μας στους δρόμους και στους αγώνες ενάντια στη λιτότητα, το ρατσισμό και τον πόλεμο, πρέπει οπωσδήποτε να απορρίψουμε οποιαδήποτε έκκληση για πολιτική στήριξη στους λαϊκιστές και να μείνουμε σταθεροί στην αρχή της ανεξαρτησίας της εργατικής τάξης. Η επιτυχία του αγώνα ενάντια στην αναπόφευκτη αύξηση του αναθεωρητισμού στα χρόνια που έρχονται εξαρτάται από την ανάδυση μιας ισχυρής επαναστατικής μαρξιστικής οργάνωσης.

Στην Ευρώπη, οι Τόρηδες εμφανίζονται αποφασισμένοι να κινηθούν γρήγορα προς το αναγγελθέν «μέσα ή έξω από την ΕΕ» δημοψήφισμά τους. Θα ήταν καταστροφικό για την Αριστερά να υποστηρίξει τις αντιδραστικές δυνάμεις που μάχονται για τη βρετανική έξοδο. Χωρίς να δίνει την παραμικρή υποστήριξη στα μη δημοκρατικά θεσμικά όργανα της ΕΕ, πόσο μάλλον στις κινήσεις προς την κατεύθυνση της εδραίωσης μιας ευρωπαϊκής αυτοκρατορικής δύναμης, μια μικρή Αγγλία εκτός ΕΕ θα ήταν ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω για την εργατική τάξη τόσο στο οικονομικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο του διεθνισμού και της αλληλεγγύης.

Ούτε πρέπει να υποστηρίξουμε την αποχώρηση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το SNP σάρωσε εκλογικά στη Σκωτία, το κόμμα έχει τονίσει επανειλημμένα ότι οι εκλογές δεν αποτελούσαν δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία και δε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκφράζει ένα πλειοψηφικό αίτημα για απόσχιση. Εκτός και αν το θελήσει ο σκωτσέζικος λαός στο σύνολό του, οι σοσιαλιστές δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τη δημιουργία μιας μικρής ξεχωριστής ιμπεριαλιστικής Σκωτίας δίπλα σε μια ιμπεριαλιστική Αγγλία και Ουαλία. Ναι, αν η Σκωτία φύγει από την Αγγλία, η εργατική τάξη της Αγγλίας και Ουαλίας θα βρεθεί σε χειρότερη θέση. Αλλά το ίδιο θα ισχύσει και για τη σκωτσέζικη εργατική τάξη, που θα στερηθεί ακόμα και την πιο εξασθενημένη πολιτική εκπροσώπηση και θα βρεθεί συνδεδεμένη ιδεολογικά με τα αφεντικά της μέσω ενός κοινού κόμματος και μιας κοινής αυταπάτης, ανέτοιμη να αντισταθεί στην επίθεση που θα οργανώσει μια δημοσιονομικά συνετή, έμπειρη και ρεαλιστική αστική κυβέρνηση στο Εδιμβούργο.

Είναι αξιοσημείωτη η σχεδόν πλήρης έλλειψη οποιασδήποτε σοβαρής συζήτησης των μεγάλων γεωπολιτικών και οικονομικών αλλαγών που διαμορφώνουν την εποχή μας σε αυτές τις εκλογές. Τα κόμματα αντιπαρατέθηκαν για τη συνεισφορά (ή όχι) των μεταναστών στις βρετανικές επιχειρήσεις χωρίς να αναφέρουν τις καραβιές προσφύγων που πνίγονται στη Μεσόγειο. Κανένα κόμμα δεν πρόσφερε άσυλο ούτε σε έναν πρόσφυγα. Έκαναν κοινές δεσμεύσεις για τις αμυντικές δαπάνες, ενώ οι Τόρηδες και οι στρατηγοί εξέδιδαν πολεμοχαρείς απειλές προς τη Ρωσία και έστελναν στρατεύματα στην Ουκρανία. Όταν ο Μίλιμπαντ πήγε να πει μια κουβέντα για την ευθύνη της Βρετανίας στην αποσταθεροποίηση της Λιβύης, συνάντησε μια τέτοια χορωδία αστικής προπαγάνδας που δεν τόλμησε να αναφερθεί ξανά στην εξωτερική πολιτική.

Η αναγέννηση της Αριστεράς σε αυτή τη νέα κατάσταση πρέπει να ξεκινήσει από το αντίθετο σημείο εκκίνησης – ότι η επίθεση των αφεντικών είναι διεθνής, ότι επηρεάζει τους εργαζόμενους παντού, ότι η αλληλεγγύη με την αντίσταση στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ουκρανία μάς δυναμώνει, ότι οι εργαζόμενοι όλων των χωρών είναι ισχυρότεροι ενωμένοι, και ότι η αντίσταση στη λιτότητα των Τόρηδων είναι μέρος ενός ευρύτερου αγώνα για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης. Αυτή είναι η μόνη στρατηγική εναλλακτική λύση απέναντι στο κύμα εθνικισμού και τοπικισμού που μας χτύπησε στις 7 Μάη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s