Η Πλατφόρμα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης – 1927

Πρόλογος

Το ντοκουμέντο που ακολουθεί συντάχθηκε 10 χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, στο τέλος μια περιόδου ηττών του επαναστατικού κύματος που εγκαινιάστηκε με τη νίκη του Οκτώβρη. Οι ήττες αυτές οδήγησαν στην απομόνωση της ΕΣΣΔ, στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό της και την άνοδο της σταλινικής γραφειοκρατίας. Η Πλατφόρμα είναι το προϊόν της συμμαχίας της Αριστερής Αντιπολίτευσης του Τρότσκι με τους υποστηριχτές των Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ στη μάχη ενάντια στην ανερχόμενη γραφειοκρατία σε μια τελευταία προσπάθεια για να διασωθεί ο επαναστατικός χαρακτήρας του μπολσεβίκικου κόμματος. Η μάχη αυτή χάθηκε κυρίως γιατί σταλινισμός πάτησε πάνω στις ήττες της επανάστασης, την απαισιοδοξία και την ηττοπάθεια που έφεραν στις γραμμές του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αλλά και μέσα στην ΕΣΣΔ.
Με την κυκλοφορία της Πλατφόρμας το φθινόπωρο του 1927, το σταλινικό καθεστώς απάντησε με ένα πογκρόμ διώξεων και συκοφαντιών. Ήταν προφανές ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εσωκομματική συζήτηση ενόψει του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ εξελίχθηκε σε μια παρωδία. Η Γκε Πε Ού ήταν ο βασικός «συνομιλητής» των αντιπολιτευόμενων μέχρι που στις 14/11 διαγράφεται από το κόμμα ο Τρότσκι και ο Ζηνόβιεφ. Μια βδομάδα πριν είχε προηγηθεί μια διαδήλωση μετρικών χιλιάδων οπαδών της Αντιπολίτευσης με αφορμή τα 10 χρόνια από τον Οκτώβρη η οποία και χτυπήθηκε άγρια από την αστυνομία. Ο Τρότσκι μετά το Συνέδριο που επικυρώνει την νίκη του Στάλιν εξορίζεται στην Άλμα Ατα ενώ 4000 οπαδοί του συλλαμβάνονται. Οι Ζηνόβιεφ Κάμενεφ λακίζουν κάτω από την πίεση του καθεστώτος και αφού δήλωσαν την συμμόρφωσή τους καθαρίζουν με μια 6μηνη δοκιμασία.
Στα χρόνια που ακολούθησαν οι προειδοποιήσεις της πλατφόρμας επιβεβαιώθηκαν, και ορισμένα από τα μέτρα που πρότεινε τα υιοθέτησε η γραφειοκρατία, όχι όμως για να σώσει το σοσιαλισμό και την παγκόσμια επανάσταση, αλλά το τομάρι της. Αυτό ακριβώς ήταν και το μοναδικό της μέλημα από τότε και στο εξής. Μέχρι την κατάρρευση του 1990 και την καπιταλιστική παλινόρθωση, διακαή άλλωστε στόχο μιας γραφειοκρατίας που καπηλεύτηκε τον Οκτώβρη, που σαν καρκίνωμα τον έτρωγε μέχρι να τον τελειώσει μερικές δεκαετίας αργότερα.
Η Πλατφόρμα ήταν γνωστή από την πρώτη στιγμή στην ελληνική κομμουνιστική αντιπολίτευση, αλλά σε ολοκληρωμένη μορφή κυκλοφόρησε μόλις το 1985 από τις εκδόσεις Αλλαγή (133 σελίδες) και σε μετάφραση του Θεοδόση Θωμαδάκη (1930 – 2013). Από αυτή την έκδοση το μεταφέρουμε για πρώτη φορά σε ηλεκτρονική μορφή.

Avantgarde

Ο Τρότσκι με στελέχη της Αριστερής Αντιπολίτευσης το 1927

Η Πλατφόρμα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης
1927

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. Εισαγωγή
  2. Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης και τα Συνδικάτα
  3. Το Αγροτικό Ζήτημα και η Σοσιαλιστική Οικοδόμηση
  4. Η Κρατική Βιομηχανία και το Χτίσιμο του Σοσιαλισμού
  5. Τα Σοβιέτ
  6. Το Εθνικό Ζήτημα
  7. Το Κόμμα
  8. Η Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας
  9. Η Διεθνής μας Κατάσταση και ο Κίνδυνος Πολέμου
  10. Ο Κόκκινος Στρατός και το Κόκκινο Ναυτικό
  11. Πραγματικές και Υποτιθέμενες Διαφωνίες
  12. Ενάντια στον Οπορτουνισμό – για την Ενότητα του Κόμματος

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εισαγωγή

Στην ομιλία του στο τελευταίο Συνέδριο του Κόμματος που μπόρεσε να παρακολουθήσει ο Λένιν είπε:

«Έχουμε ζήσει ένα ακόμα χρόνο με το κράτος στα χέρια μας. και κάτω από τη Νέα Οικονομική Πολιτική έχει μήπως αστό ακολουθήσει το δικό μας δρόμο; Όχι. Δε θέλουμε να το αναγνωρίσουμε αυτό, αλλά έτσι είναι. Και ποιο δρόμο έχει ακολουθήσει; Η μηχανή δεν πάει εκεί που την οδηγούμε, αλλά εκεί που την οδηγούν κάποιοι παράνομοι, ή άνομοι, ή κερδοσκόποι που ένας θεός ξέρει από πού ήρθαν, ή ιδιώτες καπιταλίστες επιχειρηματίες, ή όλοι αυτοί μαζί. Μια μηχανή δεν ακολουθεί πάντα με ακρίβεια το δρόμο, και συνήθως ακολουθεί όχι ακριβώς το δρόμο που φαντάζεται ο άνθρωπος που κάθεται στο τιμόνι».
Σ’ αυτά τα λόγια δίνεται το κριτήριο με το οποίο πρέπει να κρίνουμε τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής μας, Προς ποιά κατεύθυνση ταξιδεύει η μηχανή; Το κράτος; Η εξουσία; Ταξιδεύει προς την κατεύθυνση που εμείς, οι κομμουνιστές, που εκφράζουμε τα συμφέροντα και τη θέληση των εργατών και της τεράστιας μάζας των αγροτών, θέλουμε; Ή όχι προς αυτήν την κατεύθυνση; Ή «όχι ακριβώς» προς αυτήν την κατεύθυνση;
Στα χρόνια που κύλησαν από το θάνατο του Λένιν, προσπαθήσαμε πάνω από μια φορά να τραβήξουμε την προσοχή των κεντρικών οργάνων του Κόμματός μας και, στη συνέχεια, του Κόμματος σαν όλο. στο γεγονός ότι, λόγω μιας λαθεμένης ηγεσίας, ο κίνδυνος που επισημάνθηκε από τον Λένιν έχει κατά πολύ αυξηθεί. Η μηχανή δεν πάει προς την κατεύθυνση που απαιτούν τα συμφέροντα των εργατών και των αγροτών. Την παραμονή του νέου Συνεδρίου το θεωρούμε καθήκον μας, γνωρίζοντας όλη την καταδίωξη που υποφέρουμε, να τραβήξουμε την προσοχή του Κόμματος, με διπλάσια δύναμη, σ αυτό το γεγονός Γιατί είμαστε σίγουροι πως αυτή η κατάσταση μπορεί να διορθωθεί, και να διορθωθεί από το ίδιο.
Όταν ο Λένιν έλεγε ότι η μηχανή συχνά πηγαίνει εκεί που την κατευθύνουν εχθρικές προς εμάς δυνάμεις, μας καλούσε να προσέξουμε δύο γεγονότα τεράστιας σπουδαιότητας. Πρώτον, ότι στην κοινωνία μας υπάρχουν οι εχθρικές στην υπόθεσή μας αυτές δυνάμεις -ο κουλάκος. ο Νέπμαν, ο γραφειοκράτης- που επωφελούνται από την καθυστέρησή μας και το πολιτικά μας λάθη, και που στηρίζονται στην υποστήριξη του παγκόσμιου καπιταλισμού. Δεύτερο, το γεγονός ότι αυτές οι δυνάμεις είναι τόσο ισχυρές που μπορούν να σπρώξουν την κυβερνητική και οικονομική μηχανή μας σε λάθος κατεύθυνση και τελικό ακόμα και να δοκιμάσουν -στην αρχή με έναν καλυμμένο τρόπο- να αρπάξουν το τιμόνι της μηχανής.
Τα λόγια του Λένιν μας επιφορτίζουν με τις παρακάτω υποχρεώσεις:
1. Να παρακολουθούμε άγρυπνα την ανάπτυξη των εχθρικών αυτών δυνάμεων -τον κουλάκο. τον Νέπμαν, τον γραφειοκράτη.
2. Να θυμόμαστε ότι, ανάλογα με τη γενική αναγέννηση της χώρας, οι δυνάμεις αυτές θα δοκιμάσουν να ενωθούν, να εισάγουν τις δικές τους «τροποποιήσεις» στα σχέδιά μας, να ασκήσουν μια ολοένα αυξανόμενη πίεση πάνω στην πολιτική μας, και να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους διαμέσου του δικού μας μηχανισμού.
3. Να πάρουμε όλα τα δυνατά μέτρα για να εξασθενήσουμε την ανάπτυξη, την ένωση και την πίεση των εχθρικών αυτών δυνάμεων, εμποδίζοντάς τες από το να δημιουργήσουν αυτό το πραγματικό, αν και αόρατο, σύστημα δυαδικής εξουσίας που επιθυμούν.
4. Να πούμε με ειλικρίνεια όλη την αλήθεια γι αυτά τα προτσές σε όλες τις εργαζόμενες μάζες Το βασικό πρόβλημα είναι ο -θερμιδοριανός- κίνδυνος και η πάλη ενάντιά του.
Από τότε που ο Λένιν έκανε αυτή την προειδοποίηση, πολλά πράγματα έχουν βελτιωθεί στη χώρα μας, αλλά και πολλά έχουν επίσης χειροτερέψει. Η επίδραση του κρατικού μηχανισμού μεγαλώνει και μαζί μ» αυτήν και η γραφειοκρατική παραμόρφωση του εργατικού κράτους. Η απόλυτη και σχετική αύξηση του καπιταλισμού στην επαρχία και η απόλυτη αύξησή του στις πόλεις, έχουν αρχίσει να παράγουν μια πολιτική αυτοσυνείδηση στα αστικά στοιχεία της χώρας μας. Αυτά το στοιχείο προσπαθούν να διαφθείρουν -όχι πάντα χωρίς επιτυχία- αυτό το τμήμα των κομμουνιστών με, τους οποίους έρχονται σε επαφή στη δουλειά, και σε κοινωνική επικοινωνία. Το σύνθημα που έριξε ο Στάλιν στο Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματος, «Φωτιά στα αριστερά» δεν μπορούσε παρά να προωθήσει αυτή την ένωση των δεξιών στοιχείων στο Κόμμα με τα αστικά – ουστριαλοβίστικα στοιχεία στη χώρα.
Το ερώτημα, «Ποιός θα νικήσει ποιόν», θα αποφασιστεί σε μια διαρκή πάλη των τάξεων σ’ όλους τους τομείς των οικονομικών, των πολιτικών και πολιτιστικών μετώπων -μια πάλη για μια σοσιαλιστική ή μια καπιταλιστική πορεία ανάπτυξης, για την κατανομή του εθνικού εισοδήματος, που αντιστοιχεί στη μια ή την άλλη απ’ αυτές τις δυο πορείες, για μια σταθερή πολιτική εξουσία του προλεταριάτου ή ένα μοίρασμα αυτής της εξουσίας με τη νέα μπουρζουαζία. Σε μια χώρα με μια συντριπτική πλειοψηφία από μικρούς και πολύ μικρούς αγρότες, και γενικά μικροϊδιοκτήτες, τα πιο σημαντικά προτσές αυτής της πάλης συνεχίζονται με έναν τμηματικό και υπόγειο τρόπο, μόνο για να σκάσουν μονομιάς «απροσδόκητα» στην επιφάνεια.
Το καπιταλιστικό στοιχείο βρίσκει την πρώτη του έκφραση σε μια ταξική διαφοροποίηση στην ύπαιθρο, και σε έναν πολλαπλασιασμό των ιδιωτών εμπόρων στην πόλη. Τα ανώτερα στρώματα στην ύπαιθρο και τα αστικά στοιχεία στην πόλη συνδέονται όλο και πιο στενά με τους διάφορους κρίκους του κρατικοοικονομικού μηχανισμού μας αυτός ο μηχανισμός όχι σπάνια βοηθάει τη νέα μπουρζουαζία να τυλίξει σε μια στατιστική ομίχλη την επιτυχή προσπάθειά της αυξήσει τη μερίδα της στο εθνικό εισόδημα.
Ο εμπορικός μηχανισμός -του κράτους των συνεταιρισμών και των ιδιωτών- καταβροχθίζει ένα τεράστιο μέρος του εθνικού εισοδήματος, πάνω από το ένα δέκατο της ακαθάριστης παραγωγής Επιπρόσθετα, το ιδιωτικό κεφάλαιο, στην ιδιότητά του σαν εμπορικός μεσάζων, έχει χειριστεί στα τελευταία αυτά χρόνιο πολύ πιο πάνω από το ένα πέμπτο του συνολικού εμπορίου -σε απόλυτα νούμερα πάνω οπό 5 δισεκατομμύρια το χρόνο. Μέχρι τώρα. ο καταναλωτής γενικά έχει πάρει πάνω από το 50% των προϊόντων που χρειάζεται από τα χέρια των ιδιωτών καπιταλιστών. Για τον ιδιώτη καπιταλιστή αυτή είναι η βασική πηγή κέρδους και συσσώρευσης Η διάσταση («ψαλίδα») ανάμεσα στις αγροτικές και βιομηχανικές τιμές, ανάμεσα στις χοντρικές και λιανικές τιμές, το «σπάσιμο» ανάμεσα στις τιμές σε διάφορους κλάδους της γεωργίας, σε διαφορετικούς τομείς και εποχές, και τελικά η διαφορά ανάμεσα στις εσωτερικές και στις παγκόσμιες τιμές (λαθρεμπόριο) όλα αυτά είναι μια μόνιμη πηγή ιδιωτικού κέρδους.
Σαν τοκογλύφος το ιδιωτικό κεφάλαιο συγκεντρώνει τόκους από δάνεια και πλουτίζει από κυβερνητικά ομόλογα.
Ο ρόλος του ιδιώτη καπιταλιστή στη βιομηχανία είναι σημαντικός Αν και έχει μειωθεί σχετικά την τελευταία περίοδο, απόλυτα, όμως, έχει αυξηθεί. Η καταγραμμένη ιδιωτική καπιταλιστική βιομηχανία. παρουσιάζει μια συνολική παραγωγή 400 εκατομμυρίων το χρόνο. Οι μικρές, οικογενειακές και χειροτεχνικές βιομηχανίες παρουσιάζουν μια παραγωγή πάνω από 1.800 εκατομμύρια. Όλη μαζί η παραγωγή των μη κρατικών βιομηχανιών αποτελεί πάνω από το ένα πέμπτο της όλης παραγωγής των αγαθών, και σχεδόν το 40% των εμπορευμάτων σ ολόκληρη την αγορά Ο κύριος όγκος αυτής της βιομηχανίας είναι δεμένος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το ιδιωτικό κεφάλαιο Οι ποικίλες, ανοιχτές ή καλυμμένες, μορφές εκμετάλλευσης των εργαζόμενων στις χειροτεχνίες μαζών, από το εμπορικό και βιοτεχνικό κεφάλαιο, είναι μια εξαιρετικό σημαντική και, επιπλέον, μια αυξανόμενη πηγή συσσώρευσης για τη νέα μπουρζουαζία.
Οι φόροι, οι μισθοί, οι τιμές, η πίστη είναι τα κύρια εργαλεία για την κατανομή του εθνικού εισοδήματος, που ενισχύουν ορισμένες τάξεις και εξασθενούν άλλες.
Ο αγροτικός φόρος στην ύπαιθρο, επιβάλλεται, σαν γενικός κανόνας. με αντίστροφο τρόπο: βαριά πάνω στους φτωχούς, πιο ελαφριά πάνω στους οικονομικά ισχυρούς και στους κουλάκους Σύμφωνα με κατά προσέγγιση υπολογισμούς, το 34% των φτωχών ιδιοκτητών αγροτών της Σοβιετικής Ένωσης (ακόμα κι έξω από τις περιοχές όπου η ταξική διαφοροποίηση είναι ήδη πολύ οξυμένη, όπως στην Ουκρανία, στο Βόρειο Καύκασο, στη Σιβηρία) παίρνουν το 18% του καθαρού εισοδήματος. Ακριβώς το ίδιο συνολικό εισόδημα 16% παίρνει και η πιο υψηλή ομάδα, που αποτελεί μόνο το 7,5% των ιδιοκτητών, Ωστόσο και οι δυο ομάδες πληρώνουν κατά προσέγγιση το ίδιο ποσό, 20% ο καθένας, του συνολικού φόρου Απ αυτό είναι καθαρό ότι στον κάθε μεμονωμένο φτωχό αγρότη ο φόρος είναι πιο βαρύς απ ότι στον κουλάκο. ή στον «εύπορο» ιδιοκτήτη γενικά Αντίθετα από τους φόβους των ηγετών του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου. η πολιτική μας στον τομέα των φόρων είναι μακριά από το να «γδύσει» τον κουλάκο. Δεν τον εμποδίζει καθόλου από το να συγκεντρώνει στα χέρια του μια ολοένα και πιο μεγάλη συσσώρευση σε χρήμα και σε είδος.
Ο ρόλος των έμμεσων φόρων, στον προϋπολογισμό μας. αυξάνει απειλητικά σε βάρος των άμεσων φόρων. Και μόνο απ» αυτό το γεγονός, το βάρος των φόρων μετατοπίζεται αυτόματα από τα ανώτερα στα κατώτερο στρώματα. Η φορολόγηση των εργατών, το 1925-1926. ήταν δυό φορές υψηλότερη απ’ ότι τον προηγούμενο χρόνο, ενώ η φορολόγηση του υπόλοιπου αστικού πληθυσμού είχε ελαττωθεί κατά 6% («Οικονομικός Ταχυδρόμος», 1927. Νο 2. σελ. 52). Ο φόρος στο αλκοόλ είναι ένα βάρος ολοένα και πιο ανυπόφορο, ακριβώς στις βιομηχανικές περιοχές. Η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος το 1926, σε σύγκριση με το 1925 -σύμφωνα με ορισμένους κατά προσέγγιση υπολογισμούς- αποτελούσε, για τους αγρότες 19%. για τους εργάτες 26%, τους έμπορους και τους βιομηχάνους 46%. Αν διαιρέσουμε τους «αγρότες» σε τρεις βασικές ομάδες, θα αποκαλύψουμε μ’ έναν αναμφισβήτητο τρόπο ότι το εισόδημα του κουλάκου αυξήθηκε ασύγκριτο πιο γρήγορα απ’ ότι το εισόδημα του εργάτη. Το εισόδημα των εμπόρων και των βιομηχάνων, υπολογισμένο πάνω στη βάση των φόρων, παρουσιάζεται, χωρίς αμφιβολία, μικρότερο απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Ωστόσο, ακόμα και οι καλλωπισμένοι αυτοί αριθμοί μαρτυρούν καθαρά την ανάπτυξη των ταξικών ανταγωνισμών.
Η «ψαλίδα», που αντιπροσωπεύει τη διάσταση ανάμεσα στις αγροτικές και βιομηχανικές τιμές, έχει ανοίξει ακόμα περισσότερο εδώ και ενάμιση χρόνο. Για τα προϊόντα του, ο αγρότης δεν παίρνει περισσότερο από το 125% της προπολεμικής τιμής, και πληρώνει όχι λιγότερο από το 220% της προπολεμικής τιμής για τα βιομηχανικά προϊόντα. Τα επιπλέον που πληρώνουν οι αγρότες, και πάλι κατεξοχήν το κατώτερο στρώμα των αγροτών, που αποτελεί τον τελευταίο χρόνο ένα ποσό περίπου ενός δισεκατομμυρίου ρουβλιών, όχι μονάχα μεγαλώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στη γεωργία και τη βιομηχανία, αλλά και οξύνει κατά πολύ τη διαφοροποίηση στην ύπαιθρο.
Από τη διάσταση ανάμεσα στις χονδρικές και λιανικές τιμές χάνει η κρατική βιομηχανία, όπως και ο καταναλωτής, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει ένας τρίτος που κερδίζει Κι αυτός που κερδίζει είναι ο ιδιώτης καπιταλιστής, και κατά συνέπεια ο καπιταλισμός
Οι πραγματικοί μισθοί το 1927 βρίσκονται, στην καλύτερη περίπτωση, στο ίδιο επίπεδο που ήταν το φθινόπωρο του 1925. Εκείνο όμως, που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι στη διάρκεια αυτών των δύο χρόνων η χώρα μας έχει πλουτίσει, το συνολικό εθνικό εισόδημα έχει αυξηθεί, το στρώμα των κουλάκων στην ύπαιθρο έχει αυξήσει τα αποθέματά του με μια τεράστια ταχύτητα, και η συσσώρευση του ιδιώτη καπιταλιστή, του εμπόρου, του κερδοσκόπου έχει μεγαλώσει με άλματα και πηδήματα. Είναι καθαρό ότι η μερίδα της εργατικής τάξης στο συνολικό εισόδημα της χώρας έχει πέσει, την ίδια στιγμή που το μερίδιο των άλλων τάξεων έχει μεγαλώσει. Αυτό το γεγονός έχει μια τεράστια σημασία στην συν-ολική εκτίμηση της κατάστασής μας.
Μόνο ένα άτομο που πιστεύει από τα βάθη της καρδιάς του ότι η εργατική μας τάξη και το Κόμμα μας δεν είναι ικανά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες και τους κινδύνους, μπορεί να βεβαιώνει ότι το να δείχνεις με ειλικρίνεια αυτές τις αντιφάσεις στην ανάπτυξή μας και την αύξηση των εχθρικών αυτών δυνάμεων, είναι πανικός ή πεσιμισμός.
Εμείς δε δεχόμαστε αυτή την άποψη Είναι ανάγκη να δούμε τους κίνδυνους. Τους επισημαίνουμε με ακρίβεια, ακριβώς για να τους παλέψουμε πιο αποτελεσματικά και για να τους νικήσουμε
Μια ορισμένη αύξηση των εχθρικών δυνάμεων, του κουλάκου, του Νέπμαν, και του γραφειοκράτη, είναι αναπόφευκτη κάτω από τη Νέα Οικονομική Πολιτική. Δεν μπορείτε να συντρίψετε αυτές τις δυνάμεις με διοικητικά μόνο μέτρα ή με απλή οικονομική πίεση. Εισάγοντας και πραγματοποιώντας την ΝΕΠ, δημιουργήσαμε μόνοι μας μια ορισμένη θέση για καπιταλιστικές σχέσεις στη χώρα μας, και για ένα σημαντικό χρόνο, θα πρέπει να αναγνωρίζουμε την ύπαρξή τους σαν αναπόφευκτη. Ο Λένιν απλά μας υπενθύμιζε μια γυμνή αλήθεια, που πρέπει να γνωρίζουν οι εργάτες, όταν έλεγε: «Όσο θα συνεχίζουμε να είμαστε μια μικρή αγροτική χώρα, θα υπάρχει μια πιο στέρεη βάση για τον καπιταλισμό στη Ρωσία παρά για τον κομμουνισμό. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε… δεν έχουμε ξεριζώσει τον καπιταλισμό και δεν έχουμε υπονομεύσει τα Θεμέλια και τη βάση του εσωτερικού εχθρού». (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμος 17ος, σελ, 428).
Το εξαιρετικά σημαντικό αυτό κοινωνικό γεγονός, που σημειώνεται εδώ από τον Λένιν, δεν μπορεί, όπως είπαμε, απλά να συντριβεί, αλλά μπορούμε να το υπερνικήσουμε διαμέσου μιας σωστής σχεδιασμένης και συστηματικής εργατικής-ταξικής πολιτικής, στηριγμένοι στη φτωχή αγροτιά και σε συμμαχία με το μεσαίο αγρότη. Αυτή η πολιτική συνίσταται βασικά σε μια ολόπλευρη ενίσχυση όλων των κοινωνικών θέσεων του προλεταριάτου, στην όσο το δυνατό πιο γοργή εξύψωση των διοικητικών κέντρων του σοσιαλισμού, στην πιο στενή σχέση με την προετοιμασία και την ανάπτυξη της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.
Μια σωστή λενινιστική πολιτική περιλαμβάνει επίσης τη χρησιμοποίηση των ελιγμών. Στην πάλη ενάντια στις δυνάμεις του καπιταλισμού, ο Λένιν χρησιμοποίησε πολλές φορές μια μέθοδο επιμέρους παραχωρήσεων. με σκοπό να υπερφαλαγγίσει τον εχθρό, προσωρινών υποχωρήσεων, με στόχο να προχωρήσει μετά μπροστά με μεγαλύτερη επιτυχία Οι ελιγμοί είναι επίσης αναγκαίοι τώρα. Αλλά πλαγιοδρομώντας και μανουβράροντας ενάντια σ’ έναν εχθρό που δεν μπορούσε να τον ανατρέψει με μια άμεση επίθεση, ο Λένιν παράμενε αμετάβλητα πάνω στη γραμμή της προλεταριακής επανάστασης, Με ηγέτη τον Λένιν, το Κόμμα ήξερε πάντα τα αίτια του κάθε ελιγμού, τη σημασία του, τους περιορισμούς του, τη γραμμή πέρα από την οποία δεν μπορούσε να προχωρήσει, και τη θέση απ’ όπου θα έπρεπε να ξαναρχίσει η προλεταριακή επίθεση. Εκείνες τις μέρες, με ηγέτη τον Λένιν, η υποχώρηση λεγόταν υποχώρηση -μια παραχώρηση λεγόταν παραχώρηση. Χάρη σ’ αυτό, ο προλεταριακός στρατός διατηρούσε πάντα στους ελιγμούς την ενότητά του, το μαχητικό του πνεύμα, την πλήρη συνείδηση του στόχου.
Στην τελευταία περίοδο, έχει υπάρξει μια αποφασιστική υποχώρηση από μέρους των ηγετών από τις λενινιστικές αυτές μέθοδες. Η ομάδα του Στάλιν οδηγεί το Κόμμα με δεμένα τα μάτια Κρύβοντας τις δυνάμεις του εχθρού, δημιουργώντας οπουδήποτε και σε οτιδήποτε μια επίσημη εμφάνιση επιτυχίας, αυτή η ομάδα δεν δίνει στο προλεταριάτο καμιά προοπτική -ή πράγμα που είναι χειρότερο, του δίνει μια λαθεμένη προοπτική. Προχωρεί με ζιγκ ζαγκ, συμβιβαζόμενη και κερδίζοντας την εύνοια εχθρικών στοιχείων. Αδυνατίζει και συγχύζει τις δυνάμεις του προλεταριακού στρατού. Προωθεί το μεγάλωμα της παθητικότητας, τη δυσπιστία απέναντι στην ηγεσία και την έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της επανάστασης. Με αναφορές στους λενινιστικούς ελιγμούς, καλύπτει ένα χωρίς αρχές πήδημα από τη μια μεριά στην άλλη, πάντα αναπάντεχο και ακατανόητο στο Κόμμα, εξασθενώντας έτσι τη δύναμή του. Το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι ο εχθρός, έχοντας κερδίσει χρόνο, προχωράει μπροστά. Τα -κλασικά- παραδείγματα αυτού του είδους του ελιγμού από μέρους των Στάλιν, Μπουχάριν και Ρίκοφ, είναι η κινέζικη πολιτική τους και η πολιτική τους με την Αγγλορωσική Επιτροπή. στο διεθνή τομέα, και, μέσα στη χώρα, η πολιτική τους απέναντι στους κουλάκους. Πάνω σ’ όλα αυτό τα ζητήματα στο Κόμμα και η εργατική τάξη έμαθαν την αλήθεια, η ένα μέρος της αλήθειας, μόνο όταν οι βαριές συνέπειες μιας λαθεμένης από τη βάση της πολιτικής πέσανε πάνω στα κεφάλια τους
Στο τέλος των δύο αυτών χρόνων, στα οποίο η ομάδα του Στάλιν έχει πραγματικά καθορίσει την πολιτική των κεντρικών οργανισμών του Κόμματός μας. μπορούμε να θεωρήσουμε σαν πλήρως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι αυτή η ομάδα ήταν αδύνατο να προλάβει:
1) Την υπέρμετρη ανάπτυξη των δυνάμεων εκείνων που επιθυμούν να γυρίσουν την ανάπτυξη της χώρας μας σε καπιταλιστικά κανάλια.
2) Το αδυνάτισμα της θέσης της εργατικής τάξης και των πιο φτωχών αγροτών ενάντια στην αυξανόμενη δύναμη του κουλάκου, του Νέπμαν και του γραφειοκράτη.
3) Το αδυνάτισμα της γενικής θέσης του εργατικού κράτους στην πάλη του με τον παγκόσμιο καπιταλισμό, τη χειροτέρευση της διεθνούς θέσης της Σοβιετικής Ένωσης.
Η άμεση ενοχή της ομάδας του Στάλιν είναι στο γεγονός ότι. αντί να πει στο Κόμμα, στην εργατική τάξη και στους αγρότες ολόκληρη την αλήθεια για την κατάσταση, απόκρυψε τα γεγονότα, ελαχιστοποίησε την ανάπτυξη των εχθρικών δυνάμεων, και έκλεισε το στόμα εκείνων που απαιτούσαν και αποκάλυπταν την αλήθεια.
Η συγκέντρωση του στο σύνθημα, φωτιά στα αριστερά, σε μια στιγμή που όλη η κατάσταση δείχνει τον κίνδυνο από τα δεξιά, η ωμή μηχανιστική κατάπνιξη κάθε κριτικής που έκφραζε τις νόμιμες προειδοποιήσεις του προλεταριάτου σ’ ότι αφορά το μέλλον της προλεταριακής επανάστασης, η άμεση συνενοχή σε κάθε δεξιά παρέκκλιση. το αδυνάτισμα της επίδρασης του προλεταριακού και του παλιού μπολσεβίκικου πυρήνα στο Κόμμα -όλα αυτά τα πράγματα έχουν αδυνατίσει και έχουν αφοπλίσει την εργατική τάξη σε μια στιγμή που απαιτεί, πάνω απ’ όλα, την δραστηριότητα του προλεταριάτου, την επαγρύπνηση και την ενότητα του Κόμματος, την πίστη στην πραγματική λενινιστική κληρονομιά του.
Οι ηγέτες του Κόμματος διαστρέφουν τον Λένιν, τον βελτιώνουν, τον εξηγούν, τον συμπληρώνουν, σύμφωνα με τις ανάγκες τους να καλύψουν τα διαδοχικά λάθη που κάνουν. Από τον θάνατο του Λένιν έχει εφευρεθεί μια ολόκληρη σειρά νέων θεωριών που δεν σημαίνουν παρά ένα μονάχα πράγμα: να δώσουν μια θεωρητική δικαιολόγηση στην απομάκρυνση της ομάδας Στάλιν από την πορεία της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Οι μενσεβίκοι, οι σμιεναβιεκόβτς και τελικά ο καπιταλιστικός Τύπος βλέπουν και καλωσορίζουν στην πολιτική και στις νέες θεωρίες των Στάλιν – Μπουχάριν – Μαρτίνοφ μια κίνηση ·πιο μπροστά από τον Λένιν», (Ουστριάλοφ), «τη φρόνηση του ανθρώπου του μηχανισμού», το «ρεαλισμό», την αποκήρυξη της «ουτοπίας» του επαναστατικού μπολσεβικισμού. Στην απομάκρυνση από την ηγεσία του Κόμματος ενός αριθμού μπολσεβίκων -συντρόφων του Λένιν στην πάλη- βλέπουν και φανερά καλωσορίζουν ένα πρακτικό βήμα προς την αλλαγή της θεμελιακής πορείας του Κόμματος
Στο μεταξύ, τα στοιχειώδη προτσές της ΝΕΠ. που δεν περιορίζονται ούτε κατευθύνονται από μια σταθερή ταξική πολιτική, προετοιμάζουν παραπέρα κινδύνους του ίδιου είδους
Είκοσι πέντε εκατομμύρια μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις αποτελούν τη θεμελιακή πηγή των καπιταλιστικών τάσεων στη Ρωσία. Το στρώμα των κουλάκων, που βαθμιαία αναδύεται από αυτή τη μάζα. πραγματοποιεί το προτσές της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. υπονομεύει βαθιά τη σοσιαλιστική θέση. Η κατοπινή μοίρα αυτού του προτσές εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, από τη σχέση ανάπτυξης άμεσα στην κρατική και την ιδιωτική οικονομία. Το ρίξιμο πίσω της βιομηχανίας μας. αυξάνει ραγδαία το ρυθμό της ταξικής διαφοροποίησης ανάμεσα στους αγρότες, και τους πολιτικούς κίνδυνους που απορρέουν απ’ αυτήν.
Ο Λένιν γράφει:
«Στην ιστορία άλλων χωρών, οι κουλάκοι έχουν πάνω από μια φορά επαναφέρει στην εξουσία τους φεουδάρχες, τους τσάρους, τους παπάδες και τους καπιταλιστές. Έτσι έγινε σ’ όλες τις προηγούμενες ευρωπαϊκές επαναστάσεις. όπου, σαν αποτέλεσμα της αδυναμίας των εργατών, οι κουλάκοι έχουν επιτύχει την επαναφορά από τη δημοκρατία στη μοναρχία, από την κυριαρχία των εργαζόμενων μαζών στην παντοδυναμία των εκμεταλλευτών, των πλουσίων, των παρασίτων.. Μπορείτε να συμφιλιώσετε πολύ εύκολα τον κουλάκο με τον φεουδάρχη. με τον τσάρο και τον παπά, ακόμα κι αν είχαν συγκρουστεί προηγούμενα, αλλά με την εργατική τάξη ποτέ». (Ν. Λένιν «Σύντροφοι Εργάτες, ας Ενωθούμε για την Τελική και Αποφασιστική Μάχη», Έκδοση του Ινστιτούτου Λένιν, σελ 1-2).
Όποιος δεν το έχει καταλάβει αυτό, όποιος πιστεύει στην «ενσωμάτωση του κουλάκου στο σοσιαλισμό», είναι καλός για ένα μόνο πράγμα -να ρίξει το καράβι της επανάστασης στην ξέρα
Στη χώρα υπάρχουν δύο αλληλοαποκλειόμενες βασικές θέσεις Η μια είναι η θέση του προλεταριάτου που οικοδομεί το σοσιαλισμό η άλλη είναι η θέση της μπουρζουαζίας που φιλοδοξεί να διοχετεύσει την ανάπτυξή μας στον καπιταλιστικό δρόμο.
Το στρατόπεδο της μπουρζουαζίας και τα μικροαστικά εκείνα στρώματα που ρυμουλκεί πίσω της, έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στο προσωπικό συμφέρον του εμπορευματοπαραγωγού. Αυτό το στρατόπεδο ποντάρει στον «οικονομικά δυνατό» αγρότη, πού σκοπεύει να κάνει τους συνεταιρισμούς τη βιομηχανία και το εξωτερικό εμπόριο να υπηρετούν τα συμφέροντα αυτά των αγροτών. Το στρατόπεδο αυτό πιστεύει ότι η σοσιαλιστική βιομηχανία δεν πρέπει να υπολογίζει στον κρατικό προϋπολογισμό, ότι η ανάπτυξή της δεν πρέπει να είναι αρκετά γρήγορη και σε βάρος των συμφερόντων της συσσώρευσης του καπιταλιστή αγρότη. Η πάλη για μια αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας, σημαίνει για τη μικρομπουρζουαζία, που ενισχύεται καθημερινά, μια πίεση στους μυώνες και τα νεύρα των εργατών. Η πάλη για χαμηλές τιμές σημαίνει, για αυτήν, τη μείωση της συσσώρευσης της σοσιαλιστικής βιομηχανίας προς όφελος του εμπορικού κεφαλαίου. Η πάλη με το γραφειοκρατισμό σημαίνει για τους μικροαστούς τη διασπορά της βιομηχανίας, το αδυνάτισμα των κέντρων σχεδιασμού. Σημαίνει το σπρώξιμο σε δεύτερο πλάνο της βαριάς βιομηχανίας -δηλαδή, ας το ξαναπούμε, μια προσαρμογή προς όφελος των οικονομικά δυνατών αγροτών, με την κοντινή προοπτική της εγκατάλειψης του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου Αυτός είναι ο δρόμος των ουστριαλοβιστών. Το όνομα αυτής της πορείας είναι σχέδιο εγκαθίδρυσης του καπιταλισμού. Είναι μια ισχυρή τάση στη χώρα μας και εξασκεί μια επίδραση πάνω σ’ ορισμένους κύκλους του Κόμματός μας,
Ο δρόμος του προλεταριάτου περιγράφηκε με τα παρακάτω λόγια από τον Λένιν:
«7. Ο σοσιαλισμός δεν θα νικήσει οριστικά τον καπιταλισμό και δεν θα στερεωθεί νια πάντα παρά μόνο όταν η προλεταριακή κυβέρνηση, τσακίζοντας κάθε αντίσταση των εκμεταλλευτών και εξασφαλίζοντας την εξουσία της θα αναδιοργανώσει όλη τη βιομηχανία πάνω σε μια νέα τεχνική βάση (γενική χρησιμοποίηση της ηλεκτρικής δύναμης σε όλους τους κλάδους της γεωργίας και της αγροτικής οικονομίας). Μόνο η αναδιοργάνωση αυτή μπορεί να κάνει ικανές τις πόλεις να δώσουν στα καθυστερημένα χωριά τεχνική και κοινωνική βοήθεια κατάλληλη να προκαλέσει εξαιρετική αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργικής εργασίας και να υποχρεώσει με το παράδειγμα τους μικρούς καλλιεργητές, να δεχτούν για το συμφέρον τους σιγά – σιγά μια κολλεχτιβίστικη μηχανική καλλιέργεια». («Απόφαση του Δευτέρου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς», σελ. 109, Έκδοση «Μαρξιστική Έρευνα»)
Η όλη πολιτική του Κόμματός μας πρέπει να στηρίζεται πάνω σ αυτή την αρχή -ο προϋπολογισμός, οι φόροι, η βιομηχανία, η γεωργία, το εσωτερικό και το εξωτερικό εμπόριο, τα πάντα. Αυτό είναι το κύριο βάθρο της Αντιπολίτευσης. Αυτός είναι ο δρόμος προς το σοσιαλισμό.
Ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις -κάθε μέρα και πιο κοντά στην πρώτη- οι σταλινικοί έχουν χαράξει μια γραμμή που αποτελείται από μικρά ζιγκ-ζαγκ προς τα αριστερά και μεγάλα ζιγκ-ζαγκ προς τα δεξιά. Ο δρόμος του Λένιν είναι η σοσιαλιστική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε μια συνεχή πάλη ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία. Ο δρόμος του Ουστριάλοφ είναι μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων πάνω σε μια καπιταλιστική βάση. διαμέσου μιας βαθμιαίας καταβρόχθισης των κατακτήσεων του Οκτώβρη. Ο δρόμος του Στάλιν, στην πραγματικότητα, οδηγεί στο φρενάρισμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, στη μείωση του ειδικού βάρους των σοσιαλιστικών στοιχείων, κι έτσι στην προετοιμασία της τελικής νίκης του δρόμου του Ουστριάλοφ. Ο δρόμος του Στάλιν είναι ο πιο επικίνδυνος και ο πιο ολέθριος, γιατί καλύπτει την πραγματική παρέκκλιση κάτω από οικείες λέξεις και φράσεις. Το τελείωμα του προτσές της ανασυγκρότησής μας έχει φέρει μπροστά όλο το βασικό ζήτημα της οικονομικής μας ανάπτυξης και. έτσι, έχει υπονομεύσει τη θέση του Στάλιν, που είναι πέρα για πέρα ανεπαρκής για να θέσει μεγάλα προβλήματα -είτε την επανάσταση στην Κίνα είτε την αναπαραγωγή του πάγιου κεφαλαίου στη Σοβιετική Ένωση.
Παρ’ όλη την ένταση της κατάστασης, που υψώθηκε στο έπακρο από τα χοντρά λάθη της τωρινής ηγεσίας, αυτή η κατάσταση πρέπει να διορθωθεί. Αλλά είναι αναγκαίο να αλλάξουμε τη γραμμή της ηγεσίας του Κόμματος, και να την αλλάξουμε ριζικά προς την κατεύθυνση που υπέδειξε ο Λένιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης και τα Συνδικάτα

Η Οκτωβριανή Επανάσταση, για πρώτη φορά στην Ιστορία, μεταμόρφωσε το προλεταριάτο σε κυρίαρχη τάξη ενός τεράστιου κράτους. Η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής ήταν ένα αποφασιστικό βήμα προς τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση όλου εκείνου του κοινωνικού συστήματος που ήταν θεμελιωμένο πάνω στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Η εισαγωγή της οχτάωρης εργάσιμης μέρας ήταν το πρώτο βήμα προς μια πλήρη και ολόπλευρη αλλαγή στους υλικούς και πολιτιστικούς όρους ύπαρξης της εργατικής τάξης. Παρά τη φτώχεια της χώρας, οι εργατικοί μας νόμοι εγκαθίδρυσαν για τους εργάτες -ακόμα και για τους πιο καθυστερημένους, που στο παρελθόν ήταν αποστερημένοι από κάθε ομαδική άμυνα- τέτοιες νομικές εγγυήσεις που ποτέ δεν έχουν δώσει, και ποτέ δε θα δώσουν οι πιο πλούσιες καπιταλιστικές χώρες. Τα συνδικάτα έχουν ανυψωθεί μέχρι το επίπεδο του πιο σημαντικού κοινωνικού όπλου στα χέρια της κυρίαρχης τάξης, τους έχει δοθεί η ευκαιρία, από τη μια, να οργανώσουν μάζες, που σε άλλες περιστάσεις τους ήταν εντελώς απρόσιτες, και, από την άλλη. να επηρεάσουν άμεσα τη συνολική πορεία του εργατικού κράτους.
Το πρόβλημα του Κόμματος είναι να εξασφαλίσει την παραπέρα ανάπτυξη των ανώτατων αυτών ιστορικών κατακτήσεων -δηλαδή να τις γεμίσει με το γνήσιο κοινωνικό τους περιεχόμενο. Η επιτυχία μας σε αυτό το δρόμο θα καθοριστεί από τις αντικειμενικές συνθήκες, εθνικές και διεθνείς και επίσης από την ορθότητα της γραμμής μας και την πρακτική ικανότητα της ηγεσίας μας.
Ο αποφασιστικός παράγοντας στον υπολογισμό της κίνησης της χώρας μας στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, πρέπει να είναι η αύξηση των παραγωγικών μας δυνάμεων και η κυριαρχία των σοσιαλιστικών στοιχείων πάνω στα καπιταλιστικά στοιχεία –μαζί με μια βελτίωση όλων των όρων ζωής της εργατικής τάξης. Αυτή η βελτίωση πρέπει να είναι φανερή στην υλική σφαίρα (ο αριθμός των εργατών που απασχολούνται στη βιομηχανία, το επίπεδο των πραγματικών μισθών, ο χαραχτήρας του εργατικού προϋπολογισμού, οι συνθήκες στέγασης των εργατών, η ιατρική περίθαλψη, κλπ), στην πολιτική σφαίρα (το Κόμμα, τα συνδικάτα, τα Σοβιέτ, οι οργανώσεις της Κομμουνιστικής Νεολαίας), και τέλος στην πολιτιστική σφαίρα (τα σχολεία τα βιβλίο. οι εφημερίδες. τα θέατρα). Η προσπάθεια να σπρωχτούν τα ζωτικά συμφέροντα του εργάτη σε δεύτερο πλάνο και, κάτω από το περιφρονητικό επίθετο «εργοστασιακή στενοκεφαλιά», να αντιπαρατεθούν στα γενικά ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, είναι θεωρητικά λαθεμένη και πολιτικά επικίνδυνη.
Η ιδιοποίηση της υπεραξίας από ένα εργατικό κράτος δεν είναι, βέβαια, εκμετάλλευση. Αλλά πρώτα – πρώτα έχουμε ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις Ο διογκωμένος και προνομιούχος διοικητικός μηχανισμός καταβροχθίζει ένα πολύ σημαντικό μέρος της υπεραξίας μας. Δεύτερο, η αναπτυσσόμενη μπουρζουαζία διαμέσου του εμπορίου και με το παιχνίδι της ανώμαλης διακύμανσης των τιμών, ιδιοποιείται ένα μέρος της υπεραξίας που παράγει, η κρατική βιομηχανία μας.
Γενικά, στην περίοδο της ανασυγκρότησης, ο αριθμός των εργατών και οι συνθήκες ζωής τους έχουν αυξηθεί, όχι μόνο απόλυτα, αλλά και σχετικά -δηλαδή, σε σύγκριση με την αύξηση των άλλων τάξεων Παρόλα αυτά. την τελευταία περίοδο έχει γίνει μια οξεία αλλαγή, Η αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης και η βελτίωση της κατάστασής της έχει σχεδόν σταματήσει, τη στιγμή που η αύξηση των εχθρών της συνεχίζεται, και συνεχίζεται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί, όχι μονάχα σε μια χειροτέρευση της κατάστασης των εργατών στο επίπεδο του εργοστάσιου, αλλά και στην ελάττωση του σχετικού βάρους του προλεταριάτου στη σοβιετική κοινωνία.
Οι μενσεβίκοι, οι πράκτορες αυτοί της μπουρζουαζίας μέσα στους εργάτες, σημειώνουν με μοχθηρία την υλική αθλιότητα των εργατών μας. Προσπαθούν να ξεσηκώσουν το προλεταριάτο ενάντια στο σοβιετικό κράτος, να σπρώξουν τους εργάτες να δεχτούν το αστικό -μενσεβίκικο σύνθημα, «Πίσω στον Καπιταλισμό». Ο ικανοποιημένος με τον εαυτό του κρατικός υπάλληλος, που βλέπει σαν «μενσεβικισμό» την εμμονή της Αντιπολίτευσης στην βελτίωση των υλικών όρων των εργατών, προσφέρει την καλύτερη δυνατή υπηρεσία στον μενσεβικισμό. Σπρώχνει έτσι τους εργάτες κάτω από την κίτρινη σημαία του.
Για να κατανικήσουμε τις δυσκολίες, είναι αναγκαίο να τις γνωρίζουμε Είναι αναγκαίο να διαπιστώσουμε με ακρίβεια και εντιμότητα τις επιτυχίες και τις αποτυχίες μας, εξετάζοντας την πραγματική κατάσταση των εργαζόμενων μαζών.

Η Κατάσταση των Εργατών

Η περίοδος της ανασυγκρότησης μας έδωσε μια ικανοποιητικά γοργή ανάπτυξη των μισθών μέχρι το φθινόπωρο του 1925. Αλλά η σημαντική μείωση των πραγματικών μισθών, που άρχισε το 1926. δεν ξεπεράστηκε πάρα στις αρχές του 1927. Οι μηνιάτικοι μισθοί στα δύο πρώτα τέταρτα του οικονομικού έτους 1926-1927, αντιπροσώπευαν κατά μέσον όρο στη βαριά βιομηχανία, σε ρούβλια της Μόσχας, 30 ρούβλια και 67 κοπέκ και 30 ρούβλια και 33 κοπέκ αντίστοιχα -έναντι 29 ρουβλια και 68 κοπέκ το φθινόπωρο του 1925. Στο τρίτο τέταρτο -σύμφωνα με κατά προσέγγιση υπολογισμούς- οι μισθοί φτάνουν στα 31 ρούβλια και 82 κοπέκ. Έτσι, οι πραγματικοί μισθοί παρουσιάζουν φέτος μια στασιμότητα, βρίσκονται περίπου στο επίπεδο του φθινοπώρου του 1925
Βέβαια, οι μισθοί και το γενικό υλικό επίπεδο ορισμένων κατηγοριών εργατών και ορισμένων περιοχών -πριν απ όλα των περιοχών της Μόσχας και του Λένινγκραντ- είναι αναμφισβήτητα υψηλότεροι από το μέσο αυτό όρο Αλλά. από την άλλη μεριά, το υλικό επίπεδο άλλων, πολύ πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης, είναι σημαντικά πιο κάτω από τον μέσο αυτό όρο
Ωστόσο, όλα τα δεδομένα μαρτυρούν ότι η αύξηση των μισθών δεν ακολουθεί την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας Η εντατικοποίηση της εργασίας αυξάνει -οι κακές συνθήκες εργασίας παραμένουν ίδιες.
Η αύξηση των μισθών καθορίζεται όλο και πιο πολύ από την απαίτηση για μια εντατικοποίηση της εργασίας. Η νέα αυτή τάση που δεν μπορεί να είναι σύμφωνη με τη σοσιαλιστική πορεία ανάπτυξης, ενισχύθηκε από την Κεντρική Επιτροπή στην περιβόητη απόφασή της για την ορθολογικοποίηση. («Πράβδα», 25 του Μάρτη, 1927). Το Τέταρτο Συνέδριο των Σοβιέτ υιοθέτησε την ίδια αυτή απόφαση. Το Τέταρτο Συνέδριο των Σοβιέτ υιοθέτησε την ίδια αυτή απόφαση. Μια τέτοια πολιτική σημαίνει ότι η αύξηση του κοινωνικού πλούτου, που οφείλεται σε μια ανάπτυξη της τεχνικής (αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας), δεν οδηγεί από μόνη της σε μια αύξηση των μισθών.
Η μικρή αριθμητική αύξηση των εργατών σημαίνει μια μείωση του αριθμού των εργαζόμενων μελών σε κάθε οικογένεια. Σε πραγματική ρούβλια, ο προϋπολογισμός εξόδων μιας εργατικής οικογένειας, έχει μειωθεί από το 1924-1925. Η αύξηση της τιμής των ενοικίων υποχρεώνει τον εργάτη να επινοικιάζει ένα μέρος της κατοικίας του. Οι άνεργοι, άμεσα ή έμμεσα, είναι ένα θάρρος για τον προϋπολογισμό του εργάτη, η γοργά αυξανόμενη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών βαραίνει τον προϋπολογισμό του. Συνολικά έχουμε μια ολοφάνερη μείωση του βιοτικού του επίπεδου. Η ορθολογικοποίηση της παραγωγής, που τώρα εισάγεται, αναπόφευκτα θα χειροτερεύσει ακόμα περισσότερο τους όρους ζωής της εργατικής τάξης, εκτός κι αν αυτή συνοδεύεται από μια επέκταση της βιομηχανίας και των μεταφορών, ικανή να απορροφήσει τους απολυμένους εργάτες. Στην πράξη, η «ορθολογικοποίηση» έρχεται συχνά με το «διώξιμο» ορισμένων εργατών και τη χειροτέρευση των υλικών συνθηκών ορισμένων άλλων. Αυτό, αναπόφευκτα, σπέρνει στη μάζα των εργατών μια δυσπιστία για την ίδια την ορθολογικοποίηση.
Όταν οι όροι εργασίας χειροτερεύουν, είναι πάντα οι πιο αδύνατες ομάδες των εργατών που υποφέρουν περισσότερο: οι ανειδίκευτοι εργάτες, οι εποχιακοί εργάτες, οι γυναίκες και οι ανήλικοι.
Το 1926, σ’ όλους σχεδόν τους κλάδους της βιομηχανίας, υπήρξε μια ολοφάνερη μείωση του μισθού της εργάτριας σε σύγκριση με το μισθό του εργάτη. Ανάμεσα στους ανειδίκευτους σε τρεις διαφορετικούς κλάδους της βιομηχανίας, ο μισθός της γυναίκας, το Μάρτη του 1926. Ήταν το 51,8%, το 61,7% και το 83%. Δεν πάρθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την βελτίωση των συνθηκών της εργασίας της γυναίκας σε κλάδους όπως στη βιομηχανία τύρφης, φόρτωσης και εκφόρτωσης, κλπ, Ο μέ-σος όρος του μισθού των ανηλίκων, σε σύγκριση με τους μισθούς όλων των εργατών, μειώνεται συνεχώς. Το 1923 ήταν το 47,1%, το 1924 το 45%, το 1925 το 43,4% το 1926 το 40,5%, το 1927 το 39,5% (Επιθεώρηση της Οικονομικής Κατάστασης της Νεολαίας το 1924-1925 και το 1925- 1926).
Το Μάρτη του 1925, το 49,5% των ανηλίκων πήραν λιγότερα από 20 ρούβλια (Κεντρικό Γραφείο Εργατικών Στατιστικών), Η κατάργηση του κανονισμού που πρόβλεπε την απασχόληση ενός ορισμένου αριθμού ανηλίκων σε κάθε δοσμένο αριθμό εργατών μιας βιομηχανικής εγκατάστασης ήταν ένα βαρύ πλήγμα στην εργαζόμενη νεολαία και στην εργατική οικογένεια. Ο αριθμός των ανέργων ανηλίκων μεγαλώνει ασταμάτητα,

Οι Εργάτες Γης

Από τα τριάμισι εκατομμύρια μισθωτούς εργάτες της υπαίθρου, το ένα εκατομμύριο εξακόσιες χιλιάδες είναι εργάτες γης, άνδρες και
γυναίκες. Μόνο το 20% απ» αυτούς είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα. Η υπογραφή συμβάσεων εργασίας, συχνά τόσο κακές που πρακτικά σημαίνουν δουλεία, μόλις έχουν αρχίσει. Ο μισθός των εργατών γης είναι συνήθως κάτω από το νόμιμο μίνιμουμ -κι αυτό συχνά ακόμα και στις κρατικές φάρμες. Ο μέσος πραγματικός μισθός δεν ξεπερνάει το 63% του προπολεμικού επιπέδου. Η ημέρα εργασίας είναι σπάνια κάτω από 10 ώρες. Στην πραγματικότητα, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι απεριόριστη. Οι μισθοί πληρώνονται ακανόνιστα, και πληρώνονται, ύστερα από ανυπόφορη καθυστέρηση. Η άθλια αυτή κατάσταση του μισθωτού εργάτη δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα των δυσκολιών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια καθυστερημένη, αγροτική χώρα Αναμφίβολα, είναι και το αποτέλεσμα μιας λαθεμένης πορείας που στην πράξη -στην πραγματική ζωή- δίνει κυριαρχικά προσοχή στα ανώτερα και όχι στα κατώτερα στρώματα του χωριού. Πρέπει να έχουμε μια ολόπλευρη και συστηματική υπεράσπιση του μισθωτού εργάτη, όχι μόνο ενάντια στον κουλάκο. αλλά κι ενάντια στο λεγόμενο οικονομικά δυνατό μεσαίο αγρότη.

Το Ζήτημα της Κατοικίας

ο κανονικός κατοικήσιμος χώρος για τον εργάτη είναι, κατά κανόνα, πολύ πιο μικρός από τον μέσο όρο του κατοικήσιμου χώρου του υπόλοιπου πληθυσμού των πόλεων. Οι εργάτες των μεγάλων βιομηχανικών πόλεων είναι απ’ αυτή την άποψη το λιγότερο ευνοημένο τμήμα του πληθυσμού. Η κατανομή του κατοικήσιμου χώρου, σύμφωνα με τις κοινωνικές ομάδες, σε μια σειρά πόλεις όπου έχει γίνει απογραφή, είναι η παρακάτω: Για το βιομηχανικό εργάτη 5,6 τετραγωνικά μέτρα, για τον υπάλληλο 6, 9, για το βιοτέχνη 7,6, για τον επαγγελματία 10,9, και για τα μη εργαζόμενα στοιχεία 7,1. Οι εργάτες κατέχουν την τελευταία θέση. Επιπλέον, οι διαστάσεις του κατοικήσιμου χώρου του εργάτη μικραίνει χρόνο με το χρόνο, ενώ των μη προλεταριακών στοιχείων μεγαλώνει.
Η γενική κατάσταση στο ζήτημα της οικοδόμησης κατοικιών, απειλή την παραπέρα ανάπτυξη της βιομηχανίας. Παρόλα αυτά, το πεντάχρονο πλάνο της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, δίνει μια προοπτική στην οικοδόμηση κατοικιών σύμφωνα με την οποία η κατάσταση στέγασης στο τέλος των πέντε χρόνων θα είναι χειρότερη από ότι είναι τώρα. Κι αυτό, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας της Επιτροπής. Από 11,3 τετραγωνικά αρσίν* στο τέλος του 1926, η μέση νόρμα θα ελαττωθεί μέχρι το τέλος του 1931, σύμφωνα με το πενταετές πλάνο, στα 10,6 τετραγωνικά αρσίν.

(*) Ένα αρσίν είναι γύρω στις 28 ίντσες – Εκδ.

Η Ανεργία

Η αργή ανάπτυξη της εκβιομηχάνισης δεν αποκαλύπτεται πουθενά τόσο νοσηρή όσο στο ζήτημα της ανεργίας, που έχει διαβρώσει τις βασικές γραμμές του βιομηχανικού προλεταριάτου Ο επίσημος αριθμός των ανέργων, σύμφωνα με την απογραφή της 1ης του Απρίλη 1927, είναι 1.478.000, («Τρούντ», 27 Αυγούστου 1927). Στην πραγματικότητα. ο αριθμός των ανέργων είναι περίπου 2 εκατομμύρια. Ο αριθμός των ανέργων μεγαλώνει ασύγκριτα πιο γρήγορα από τον αριθμό των απασχολούμενων εργατών. Ο αριθμός των εργατών της βιομηχανίας μεγαλώνει ασύγκριτα πιο γρήγορα από το συνολικό αριθμό των απασχολούμενων εργατών. Ο αριθμός των άνεργων εργατών της βιομηχανίας αυξάνει με μεγάλη ταχύτητα Σύμφωνα με το πεντάχρονο πλάνο της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, οι βιομηχανίες μας θα απορροφήσουν στη διάρκεια των πέντε αυτών χρόνων λίγο περισσότερους από 400.000 σταθερά απασχολουμένους εργάτες Αυτό σημαίνει, με το συνεχές ρεύμα εργατών από την ύπαιθρο ότι ο αριθμός των ανέργων, στο τέλος του 1931. θα έχει φτάσει, το λιγότερο, στα τρία εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης πραγμάτων θα είναι να αυξηθεί ο αριθμός των άστεγων παιδιών, των ζητιάνων και των πορνών. Το μικρό επίδομα ανεργίας που πληρώνεται σε κείνους που δεν δουλεύουν, στοιχίζει μια δικαιολογημένη δυσαρέσκεια Ο μέσος όρος του επιδόματος είναι 11,9 ρούβλια -δηλαδή γύρω στα 5 προπολεμικά ρούβλια. Ο μέσος όρος που παίρνουν από τα συνδικάτα είναι 6,5 με 7 ρούβλια Και αυτό το επίδομα πληρώνεται, κατά προσέγγιση, μόνο στο 20% των άνεργων μελών των συνδικάτων.
Ο Κώδικας Εργατικού Δικαίου επιδέχεται τόσες πολλές ερμηνείες που, πολλές φορές, ξεπερνούν τον αριθμό των άρθρων του Κώδικα, Και πραγματικά ακυρώνουν πολλές από τις προβλέψεις του. Έτσι, έχουν τσακίσει την νόμιμη άμυνα ιδιαίτερα των προσωρινών και εποχιακών εργατών.
Η τελευταία καμπάνια για τις συλλογικές συμβάσεις χαρακτηριζόταν από μια σχεδόν καθολική χειροτέρευση των νομικών εγγυήσεων, και μια αυξανόμενη πίεση πάνω στα στάνταρς και την κλίμακα των μισθών. Δίνοντας στην οικονομική διαχείριση το δικαίωμα να καταφεύγει στην υποχρεωτική διαιτησία, υποβίβασε στο μηδέν την ίδια τη συλλογική σύμβαση, μετατρέποντάς την από μια συμφωνία δύο πλευρών σε μια διαταγή της διαχείρισης. («Τρουντ», 4 Αυγούστου 1927). Η συνεισφορά της βιομηχανίας στην αποζημίωση του εργάτη είναι ολότελα ανεπαρκής.
Το 1925-1926. σύμφωνα με τα στοιχεία του Επιτροπάτου του Λαού για την Εργασία, στις μεγάλες επιχειρήσεις είχαμε, για κάθε χίλιους εργάτες 97,6 δυστυχήματα που κατάληξαν στην αναπηρία Ένας στους δέκα εργάτες τραυματίζεται κάθε χρόνο.
Τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζονται από μια απότομη αύξηση των εργατικών συγκρούσεων, που τις περισσότερες φορές ρυθμίζονται μάλλον με αναγκαστικά μέτρα παρά με μέτρα συμφιλίωσης
Η κατάσταση στα εργοστάσια έχει χειροτερεύσει Τα διοικητικά όργανα προσπαθούν όλο και περισσότερο να επιβάλουν την απεριόριστη εξουσία τους. Η πρόσληψη και η απόλυση εργατών, είναι στην πραγματικότητα στα χέρια αποκλειστικά της διοίκησης Οι προεπαναστατικές σχέσεις ανάμεσα στους προϊστάμενους και τους εργάτες εγκαθιδρύονται συχνά
Οι συσκέψεις παραγωγής έχουν βαθμιαία υποβιβαστεί στο μηδέν. Η πλειοψηφία των πρακτικών προτάσεων που υιοθετούνται από τους εργάτες δεν γίνονται ποτέ πράξη. Σε πολλούς εργάτες γεννιέται μια απέχθεια προς αυτές τις συσκέψεις παραγωγής, από το γεγονός ότι οι βελτιώσεις που με επιτυχία εισάγουν συχνό έχουν σαν αποτέλεσμα μια μείωση του αριθμού των εργατών Το αποτέλεσμα είναι όχι τις συσκέψεις παραγωγής τις παρακολουθούν ελάχιστοι εργάτες
Στον πολιτιστικό τομέα, είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε το πρόβλημα των σχολείων. Για τους εργάτες γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να προσφέρουν στα παιδιά τους ακόμα και μια στοιχειώδη εκπαίδευση, για να μη μιλήσουμε για επαγγελματική εκπαίδευση. Σ’ όλες σχεδόν τις εργατικές περιφέρειες υπάρχει μια συνεχώς αυξανόμενη έλλειψη σχολείων. Τα χρήματα που ζητούνται από τους γονείς για σχολικές προμήθειες πρακτικά καταργούν την δωρεάν εκπαίδευση Η έλλειψη σχολείων και η ανεπαρκής φροντίδα των νηπιαγωγείων σπρώχνουν ίνα σημαντικό αριθμό από τα παιδιά των εργατών στο δρόμο.

Τα Συνδικάτα και οι Εργάτες

Η «σύγκρουση συμφερόντων πάνω στο ζήτημα των όρων εργασίας, στο εργοστάσιο», που τονίζεται σε μια απόφαση του Ενδέκατου Συνεδρίου του Κόμματος, έχει σημαντικά μεγαλώσει τα τελευταία χρόνιο Ωστόσο, στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, ολόκληρη η πολιτική του Κόμματος σε σχέση με το συνδικαλιστικό κίνημα, και η πρακτική των ηγετών των συνδικάτων, έχει οδηγήσει σ’ ένα τέτοιο αποτέλεσμα στα συνδικάτα, που. όπως ομολόγησε το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματος:
«Τα συνδικάτα συχνά δεν μπόρεσαν να κάνουν τη δουλειά τους. δείχνοντας μια μονομέρεια. βάζοντας σε δεύτερο πλάνο το κύριο και πολύ σημαντικό καθήκον τους -να υπερασπίσουν τα οικονομικά συμφέροντα των οργανωμένων σ’ αυτά μαζών και να εξυψώσουν με κάθε δυνατό τρόπο το υλικό και πνευματικό επίπεδό τους».
Η κατάσταση μετά το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο όχι μόνο δεν καλυτέρευσε, αλλά και χειροτέρευσε. Η γραφειοκρατικοποίηση των συνδικάτων οδήγησε σ’ ένα ακόμα βήμα μπροστά.
Στο επιτελείο των εκλεγμένων εκτελεστικών οργάνων δέκα βιομηχανικών ενώσεων, το ποσοστό των εργατών που δουλεύουν και των εξωκομματικών μαχητών εργατών είναι εξαιρετικά μικρό (12 με 13%). Η τεράστια πλειοψηφία των αντιπροσώπων στα συνδικαλιστικά συνέδρια είναι άνθρωποι εντελώς αποκομμένοι από τη βιομηχανία («Πράβδα», 23 Ιούλη 1927). Ποτέ προηγούμενα τα συνδικάτο καν η μάζα της εργατικής τάξης δεν ήταν τόσο απομακρυσμένα από τη διεύθυνση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, όσο τώρα. Η αυτενέργεια των εργατικών μαζών των οργανωμένων στα συνδικάτα έχει αντικατασταθεί από τη συμφωνία ανάμεσα στο γραμματέα της κομματικής οργάνωσης, το διευθυντή του εργοστασίου και τον πρόεδρο της Επιτροπής του εργοστασίου (το «Τρίγωνο»). Η στάση των εργατών προς το εργοστάσιο και την επιτροπή του εργοστασίου, χαρακτηρίζεται από μια δυσπιστία Η συμμετοχή τους στις γενικές συνελεύσεις είναι μηδαμινή.
Η δυσαρέσκεια του εργάτη, που δεν μπορεί να εκφραστεί στα συνδικάτα, τον υποχρεώνει στη σιωπή. «Δεν πρέπει να είμαστε πάρα πολύ δραστήριοι -αν θες να τρως ψωμί, μίλα όσο το δυνατό λιγότερο». Τέτοιου είδους δηλώσεις είναι πολύ κοινές. (Βλέπε τα ντοκουμέντα Περιφερειακής Επιτροπής Μόσχας. Έκθεση της Γενικής Εργατικής Συνδιάσκεψης, «Πληροφοριακό Δελτίο», σελ. 30, κλπ) Μέσα σ’ τις συνθήκες, οι προσπάθειες από μέρους των εργατών να βελτιώσουν την κατάστασή τους. με δραστηριότητες έξω την οργάνωση των συνδικάτων, αναπόφευκτα. γίνονται πιο συχνές Αυτό και μόνο υπαγορεύει επιτακτικά μια ριζική αλλαγή στο σημερινό καθεστώς των Συνδικάτων.

Οι πιο Σημαντικές Πρακτικές Προτάσεις

Α. Στον Τομέα των Υλικών Συνθηκών
1. Χτύπημα, στη ρίζα της, κάθε τάσης για παράταση της οχτάωρης εργάσιμης μέρας Η υπερωρία να επιτρέπεται μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαία Να απαγορευτεί κάθε κατάχρηση στην προσωρινή απασχόληση εργατών, να μην μεταχειριζόμαστε τους μόνιμους εργάτες σαν «εποχιακούς». Να απαγορευτεί κάθε παράταση της εργάσιμης ημέρας, που έχει εισαχθεί με παραβίαση των νόμων, στα εργοστάσιο που η εργασία είναι ανθυγιεινή.
2. Το πιο άμεσο καθήκον είναι η αύξηση των μισθών για να ανταποκρίνονται, τουλάχιστον, στην αύξηση της παραγωγικότητας που έχει επιτευχθεί. Η μελλοντική πορεία πρέπει να είναι μια συστηματική άνοδος των πραγματικών μισθών για να ανταποκρίνονται σε κάθε αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας. Είναι αναγκαίο να επιτευχθεί μια βαθμιαία εξίσωση στους μισθούς των διαφόρων ομάδων των εργατών διαμέσου μιας συστηματικής αύξησης των χαμηλόμισθων ομάδων -σε καμιά περίπτωση με πτώση του μισθού των καλύτερα πληρωμένων ομάδων.
3. Πρέπει να σταματήσουμε κάθε γραφειοκρατική κατάχρηση των ορθολογιστικών μέτρων. Η ορθολογικοποίηση πρέπει να είναι στενά δεμένη με μια συνεπή ανάπτυξη της βιομηχανίας, με μια σχεδιασμένη κατανομή της εργατικής δύναμης, και με μια πάλη ενάντια στην σπατάλη της παραγωγικής δύναμης της εργατικής τάξης -ιδιαίτερα την παράλυση των στελεχών των ειδικευμένων εργατών.
4. Για μια ανακούφιση από τα φοβερά αποτελέσματα της ανεργίας, α) Το επίδομα ανεργίας πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με το μέσο μισθό σε κάθε δοσμένη περιοχή, β) Μπροστά στη διάρκεια της ανεργίας. η περίοδος της επιδότησης πρέπει να επεκταθεί από τον ένα χρόνο στον ενάμιση χρόνο, γ) Η παραπέρα μείωση της συμβολής της βιομηχανίας στην κοινωνική ασφάλιση δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, και μια πραγματική πάλη πρέπει να διεξαχθεί ενάντια στην πραγματική άρνηση να τα πληρώσουν, δ) Το ξόδεμα των ασφαλιστικών κεφαλαίων για μέτρα γενικής δημόσιας υγείας πρέπει να σταματήσει. ε) Πρέπει ενεργητικά να παλέψουμε τη διάθεση να κάνουμε «οικονομία σε ότι αφορά την ασφάλεια». στ) Πρέπει να καταργήσουμε κάθε κανονισμό, που από διάφορα προσχήματα. στερεί από τον πραγματικά άνεργο εργάτη το δικαίωμά του στο επίδομα και το γράψιμό του στο γραφείο απασχόλησης. ζ) Η πορεία πρέπει να τείνει προς μια αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, αρχίζοντας από τους βιομηχανικούς εργάτες. Πρέπει με ευρύτητα και με επιμέλεια να επεξεργαστούμε σχέδια για μακρόχρονα δημόσια έργα στα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι άνεργοι με τεράστια πλεονεκτήματα για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χωράς.
5. Μια συστηματική βελτίωση των συνθηκών στέγασης για τους εργάτες. Σταθερή εφαρμογή μιας ταξικής πολιτικής σ’ όλα τα ζητήματα της στέγασης. Όχι βελτίωση των όρων στέγασης των μη προλεταριακών στοιχείων σε βάρος των εργατών. Όχι στις εξώσεις των απολυμένων εργατών και των εργατών που έχουν δουλέψει λίγο καιρό.
Πρέπει να παρθούν ενεργητικά μέτρα για την υγιή ανάπτυξη των συνεταιρισμών στέγασης. Πρέπει να γίνουν προσιτοί για τους χαμηλόμισθους εργάτες. Δεν πρέπει να επιτραπεί στα ανώτερα στρώματα των κρατικών υπαλλήλων να αρπάζουν τα διαμερίσματα που προορίζονται για τους βιομηχανικούς εργάτες.
Τα σχέδια στέγασης της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού πρέπει να απορριφθούν σαν κατηγορηματικά αντιτιθέμενα σε μια σοσιαλιστική πολιτική. Πρέπει να υποχρεωθούν οι Εμπορικές επιχειρήσεις να αυξήσουν επαρκώς τις δαπάνες στέγασής τους και τον προϋπολογισμό τους χορηγήσεων και πίστης για αυτό το σκοπό, έτσι που το επόμενο πέντε χρόνια να δούμε μια ορισμένη βελτίωση στα σπίτια των εργατών.
6. Οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να υπογράφονται υστέρα από πραγματικές και όχι πλαστές συζητήσεις στις εργατικές συνελεύσεις. Το επόμενο συνέδριο του Κόμματος θα πρέπει να καταργήσει την απόφαση του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου που δίνει στη διοίκηση του εργοστάσιου το δικαίωμα της αναγκαστικής διαιτησίας. Ο Κώδικας Εργασίας πρέπει να βλέπεται όχι σαν το μάξιμουμ, αλλά σαν το μίνιμουμ που καθορίζει τις συνθήκες εργασίας. Οι συλλογικές συμβάσεις πρέπει να περιέχουν εγγυήσεις ενάντια στις απολύσεις ενός μέρους εργατών και υπαλλήλων για όλη τη διάρκεια της σύμβασης (οι επιτρεπόμενες απολύσεις πρέπει να αναφέρονται χωριστά). Τα στάνταρς παραγωγής πρέπει να υπολογίζονται πάνω στη βάση του μέσου όρου, και όχι στη βάση ενός εξαιρετικού εργάτη, και για όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Όπως και να ‘χει, κάθε αλλαγή στη συλλογική σύμβαση που χειροτερεύει τις συνθήκες των εργατών σε σύγκριση με την προηγούμενη σύμβαση θα πρέπει να χαρακτηριστεί ανεπίτρεπτη
7. Το Γραφείο Μισθών και Στάνταρς πρέπει να τεθεί από τους εργάτες και τα συνδικάτα κάτω από τον πιο αποτελεσματικό έλεγχο, και οι συνεχείς αλλαγές στους μισθούς και στα στάνταρς εργασίας πρέπει να σταματήσουν.
8. Τα χρήματα για μέτρα ασφάλειας και καλυτέρευση των συνθηκών στο εργοστάσιο πρέπει να αυξηθούν. Μεγαλύτερες ποινές πρέπει να επιβάλλονται για την παραβίαση των νόμων που αφορούν την προστασία της εργασίας.
9. Όλες οι ερμηνείες ίου Κώδικα Εργασίας πρέπει να επανεξεταστούν, και κείνες που καταλήγουν σε μια χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας να καταργηθούν.
10. Για τις εργάτριες, «ίση πληρωμή για ίση εργασία». Εξύψωση της ποιότητας της γυναικείας εργασίας.
11. Η απλήρωτη εργασία του μαθητευόμενου πρέπει να απαγορευτεί Το ίδιο και η προσπάθεια για μείωση των μισθών των ανηλίκων. Πρέπει να παρθούν μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους.
12. Η κατάσταση της οικονομίας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να αντιμετωπίζεται σε βάρος του επιπέδου ζωής του εργάτη. Πρέπει να ξαναδώσουμε στον εργάτη τα «μηδαμινά» εκείνα πράγματα που του έχουμε αφαιρέσει (βρεφοκομεία, εισιτήρια του τραμ, πιο μεγάλες διακοπές. κλπ).
13. Τα συνδικάτα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στο προβλήματα των εποχιακών εργατών.
14. Πρέπει να βελτιωθεί η ιατρική περίθαλψη του εργάτη στο εργοστάσιο (φαρμακείο, τμήμα πρώτων βοηθειών Νοσοκομείο, κλπ).
15. Στις εργατικές περιφέρειες πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των σχολείων για τα παιδιά των εργατών
16. Πρέπει να υιοθετηθούν μια σειρά μέτρα από το κράτος για την ενίσχυση των εργατικών συνεταιρισμών

Β. Στα Συνδικάτα

1. Η δουλειά των συνδικάτων θα πρέπει να κρίνεται πρώτα απ’ όλα από το βαθμό με τον οποίο υπερασπίζεται τα οικονομικά και πολιτιστικά συμφέροντα των εργατών μέσα στα υπάρχοντα οικονομικά όρια
2. Οι οργανώσεις του Κόμματος, παίρνοντας μέτρα που αφορούν τα οικονομικά και πολιτιστικά συμφέροντα των εργατών. πρέπει να υπολογίζουν πολύ σοβαρά την ύπαρξη της κομμουνιστικής φράξιας στα συνδικάτα.
3.Πραγματικές εκλογές, δημοσιότητα, εγκυρότητα και υπευθυνότητα των μελών σε κάθε επίπεδο, πρέπει να είναι η βάση της συνδικαλιστικής δουλείας.
4. Όλα τα διοικητικά όργανα στη βιομηχανία θα πρέπει να συγκροτούνται στη βάση μιας πραγματικής, κι όχι πλασματικής, συμφωνίας με τα αντίστοιχα συνδικαλιστικά όργανα
5. Σε κάθε συνδικαλιστικό συνέδριο (και δω περιλαμβάνεται και το Πανσυνδικαλιστικό Συνέδριο) και σε κάθε εκλεγμένο όργανο των συνδικάτων (συμπεριλαμβανόμενου και του Πανρωσικού Συμβουλίου των Συνδικάτων), πρέπει να υπάρχει μια πλειοψηφία εργατών που θα δουλεύουν άμεσα στη βιομηχανία. Το ποσοστό των εξωκομματικών εργατών σ’ αυτά τα όργανα πρέπει να ανέβει τουλάχιστο στο ένα τρίτο.
Σε κανονικά διαστήματα, ένας ορισμένος αριθμός από τους ηγέτες του συνδικαλιστικού μηχανισμού πρέπει να επιστρέφουν στη βιομηχανική εργασία.
Περισσότερη χρησιμοποίηση της εθελοντικής εργασίας στη συνδικαλιστική δραστηριότητα, πλατιά εφαρμογή της αρχής της εθελοντικής εργασίας, περισσότερη ενθάρρυνση των εργατών στα εργοστάσια να καταπιαστούν μ’ αυτήν.
6. Δεν πρέπει να επιτρέπεται η μετακίνηση ενός εκλεγμένου κομμουνιστή μέλους του συνδικαλιστικού σώματος, για εσωκομματικές διαφωνίες
7. Πρέπει να εξασφαλίζεται η απόλυτη ανεξαρτησία των εργοστασιακών επιτροπών και των τοπικών επιτροπών των συνδικάτων από τα όργανα διοίκησης. Η πρόσληψη και η απόλυση εργατών και η μεταφορά εργατών από το ένα είδος εργασίας στο άλλο, για περίοδες που ξεπερνούν τις δύο βδομάδες -όλα αυτά πρέπει να γίνονται αφού θα έχει ενημερωθεί η εργοστασιακή επιτροπή. Η εργοστασιακή επιτροπή, παλεύοντας ενάντια στις καταχρήσεις σ’ αυτό τον τομέα, θα πρέπει να χρησιμοποιεί το δικαίωμά της ενάντια στις αποφάσεις της διοίκησης, προσφεύγοντας στο αντίστοιχο συνδικάτο και στην επιτροπή παραπόνων.
8. Καθορισμένα δικαιώματα πρέπει να έχουν εξασφαλιστεί για τους ανταποκριτές του εργατικού Τύπου, και κείνοι που κυνηγάνε τους ανταποκριτές, γιατί έκαναν αποκαλύψεις, πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά.
Θα πρέπει να μπει ένα άρθρο στον Ποινικό Κώδικα που θα τιμωρεί σαν ένα σοβαρό έγκλημα ενάντια στο κράτος κάθε άμεση ή έμμεση, ανοικτή ή καλυμμένη, καταδίωξη ενός εργάτη γιατί έκανε κριτική, γιατί έκανε ανεξάρτητες προτάσεις, ή γι’ αυτό που ψήφισε.
9. Η λειτουργία των επιτροπών ελέγχου των συμβουλίων παραγωγής πρέπει να επεκταθεί και να περιλάβουν την επίβλεψη της εκτέλεσης των αποφάσεων τους. και να ερευνούν την επιτυχία τους στην προστασία των εργατικών συμφερόντων.
10. Στο ζήτημα των απεργιών στην κρατική βιομηχανία, η απόφαση του Ενδέκατου Συνεδρίου του Κόμματος, που προτάθηκε από τον Λένιν, παραμένει σε ισχύ.
Σ’ ότι αφορά τις απεργίες, οι βιομηχανίες που έχουν εκχωρηθεί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ιδιωτικές βιομηχανίες.
11. Επανεξέταση του όλου συστήματος των εργατικών στατιστικών, που στην τωρινή μορφή τους δίνουν μια πλαστή και έκδηλο καλλωπισμένη εικόνα της οικονομικής και πολιτιστικής κατάστασης της εργατικής τάξης, και έτσι είναι ένα μεγάλο εμπόδιο σε κάθε δουλειά για την υπεράσπιση των οικονομικών και πολιτιστικών της συμφερόντων
Η δύσκολη κατάσταση της εργατικής τάξης στην Δέκατη Επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης μπορεί να εξηγηθεί, βέβαια, σε τελευταία ανάλυση, από τη φτώχεια της χώρας, από τα αποτελέσματα της επέμβασης και του αποκλεισμού, από την αδιάκοπη πάλη του καπιταλιστικού περίγυρου ενάντια στο πρώτο προλεταριακό κράτος Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει μ’ ένα μόνο χτύπημα Αλλά μπορεί και πρέπει να αλλάξει με μια σωστή πολιτική Το καθήκον των Μπολσεβίκων δεν είναι να καυχιούνται και να φτιάχνουν ωραίες εικόνες για τα επιτεύγματά τους -που είναι, βέβαια, πολύ πραγματικά- αλλά να θέτουν σταθερά και καθαρά το ζήτημα εκείνου που μένει να κάνουν, εκείνου που πρέπει να κάνουν, εκείνου που μπορούν να κάνουν με μια σωστή πολιτική.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Το Αγροτικό Ζήτημα και η Σοσιαλιστική Οικοδόμηση

«Ή μικρή παραγωγή γεννάει τον καπιταλισμό και την μπουρζουαζία διαρκώς, κάθε μέρα, κάθε ώρα, στοιχειωδώς και σε πλατιά κλίμακα», (Ν. Λένιν; «Άπαντα», Τομ. 17ος, σελ. 118, 1920).
Ή το προλεταριακό κράτος, βασιζόμενο στην υψηλή ανάπτυξη και τον εξηλεκτρισμό της βιομηχανίας, θα γίνει ικανό να ξεπεράσει την τεχνική καθυστέρηση των εκατομμυρίων μικρών και πολύ μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων, οργανώνοντάς τες πάνω στη βάση πλατιών συλλογικών ενώσεων, ή ο καπιταλισμός, ανασυγκροτώντας τις δυνάμεις του στη χώρα, θα υπονομεύσει τα θεμέλια του σοσιαλισμού στις πόλεις.
Από την άποψη του λενινισμού, η αγροτιά -δηλαδή, η βασική μάζα της αγροτιάς που δεν εκμεταλλεύεται ανθρωπινή εργασία- είναι ο σύμμαχος πάνω σε σωστές σχέσεις από τον οποίο εξαρτάται η ασφάλεια της προλεταριακής δικτατορίας, και, κατά συνέπεια, η τύχη ολόκληρης της σοσιαλιστικής επανάστασης. Για το στάδιο που ζούμε, ο Λένιν διατύπωσε με μεγάλη οξύτητα τα καθήκοντά μας. σ’ ότι αφορά τους αγρότες, με τα παρακάτω λόγια:

«Να πετύχουμε μια συμμαχία με τους μεσαίους αγρότες -χωρίς να εγκαταλείψουμε ούτε για μια στιγμή την πάλη ενάντια στον κουλάκο- και να βασιζόμαστε πάντα σταθερό μόνο στο φτωχό αγρότη». (Ν Λένιν – Άπαντα: Τομ. 15ος, σελ 564),

Η αναθεώρηση του Λένιν ο’ ότι αφορά το αγροτικό ζήτημα, που γίνεται από την ομάδα Στάλιν – Μπουχάριν, μπορεί να συνοψιστεί στα παρακάτω οχτώ βασικά σημεία
1. Εγκατάλειψη της βασικής αρχής του Μαρξισμού, ότι μόνο μια ισχυρή κοινωνικοποιημένη βιομηχανία μπορεί να βοηθήσει τους αγρότες να μεταμορφώσουν τη γεωργία πάνω σε μια συλλογική βάση
2. Υποτίμηση των μισθωτών εργατών και των φτωχών αγροτών σαν την κοινωνική βάση της προλεταριακής δικτατορίας στις αγροτικές περιοχές.
3. Στήριγμα των ελπίδων μας στη γεωργία πάνω στους λεγόμενους «οικονομικά ισχυρούς- αγρότες, στην πραγματικότητα, δηλαδή, πάνω στον κουλάκο.
4. Αγνόηση ή άμεση άρνηση του μικροαστικού χαραχτήρα της αγροτικής ιδιοκτησίας και της αγροτικής οικονομίας – μια απομάκρυνση οπό τη μαρξιστική θέση προς τις θεωρίες των Σοσιαλεπαναστατών.
5. Υποτίμηση των καπιταλιστικών στοιχείων στη σημερινή ανάπτυξη της επαρχίας, και αποσιώπηση της ταξικής διαφοροποίησης που γίνεται μέσα στους αγρότες.
6. Δημιουργία καταπραϋντικών θεωριών για το ότι «οι κουλάκοι και οι κουλάκικες οργανώσεις δε θα έχουν την ευκαιρία άλλου δρόμου, γιατί ο γενικός σκελετός εξέλιξης στη χώρα μας είναι προκαθορισμένος από τη δομή της προλεταριακής δικτατορίας». (Ν Μπουχάριν, Ο Δρόμος προς το Σοσιαλισμό και η Συμμαχία Εργατών και Αγροτών, σελ 49).
7. Πίστη στο «μπόλιασμα του συνεταιριστικού πυρήνα των κουλάκων από το σύστημά μας». (Ν Μπουχάριν ο.π.π., σελ 49) «Το πρόβλημα μπορεί να εκφραστεί έτσι ότι είναι αναγκαίο να απελευθερωθούν οι οικονομικές δυνατότητες των πλούσιων αγροτών, οι οικονομικές δυνατότητες των κουλάκων». («Πράβδα», 24 Απρίλη 1925).
8. Προσπάθεια να αντιπαρατεθεί το -σχέδιο για τους συνεταιρισμούς- του Λένιν στο σχέδιό του για τον εξηλεκτρισμό. Όμως, σύμφωνα με τον ίδιο τον Λένιν, μόνο ο συνδυασμός αυτών των δύο μπορεί να εξασφαλίσει τη μετάβαση στο σοσιαλισμό.
Στηριζόμενοι στις ρεβιζιονιστικές αυτές τάσεις της επίσημης πορείας. οι εκπρόσωποι της νέας μπουρζουαζίας έχουν συνδεθεί με ορισμένους κρίκους του κρατικού μας μηχανισμού, επιθυμούν ανοιχτά νια διοχετεύσουν ολόκληρη την πολιτική μας στην επαρχία στο καπιταλιστικό μονοπάτι. Την ίδια στιγμή, οι κουλάκοι και οι ιδεολογικοί τους υπερασπιστές κρύβουν τις φιλοδοξίες τους κάτω από το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, για την αύξηση του όγκου της παραγωγής εμπορευμάτων «γενικά», κλπ. Στην πραγματικότητα, μια κουλάκικη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μια κουλάκικη αύξηση της παραγωγής εμπορευμάτων, καταπνίγει και φρενάρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όλης της υπόλοιπης μάζας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Παρά το συγκριτικά γοργό προτσές ανοικοδόμησης στη γεωργία, η παραγωγή εμπορευμάτων της αγροτικής οικονομίας είναι πολύ χαμηλή. Το 1925-1926, η συνολική ποσότητα αγαθών που στάλθηκε στην αγορά ήταν μόνο το 64% του προπολεμικού επιπέδου, και η ποσότητα που εξάχθηκε ήταν μόνο το 24% των εξαγωγών του 1913, Η αιτία αυτού του γεγονότος, πέρα από την συνολική αύξηση της κατανάλωσης στο ίδιο το χωριό* (*πράγμα που οφείλεται στην αύξηση του πληθυσμού και στον κατακερματισμό της ιδιοκτησίας. Το 38% των αγροτών στις σιτοπαραγωγικές περιοχές αγοράζουν μια συμπληρωματική ποσότητα σταριού) βρίσκεται στη διάσταση ανάμεσα στις αγροτικές και τις βιομηχανικές τιμές και στη γοργή συσσώρευση τροφίμων από τους κουλάκους. Ακόμα και στις προβλέψεις του πεντάχρονου πλάνου αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι «η έλλειψη βιομηχανικών προϊόντων γενικά βάζει έναν ορισμένο περιορισμό στην ισοδύναμη ανταλλαγή αγαθών ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, μειώνοντας τη δυνατή ποσότητα αγροτικών προϊόντων που πηγαίνει στην αγορά» (σελ. 117). Έτσι, η βραδύτητα στην ανάπτυξη της βιομηχανίας εμποδίζει την ανάπτυξη της γεωργίας και ιδιαίτερα την αύξηση της παραγωγής αγροτικών εμπορευμάτων. Αυτό υπονομεύει τη συμμαχία της πόλης με την ύπαιθρο και οδηγεί σε μια γοργή ταξική διαφοροποίηση ανάμεσα στους αγρότες.
Οι απόψεις της Αντιπολίτευσης πάνω στο αμφισβητούμενα ζητήματα της αγροτικής πολιτικής έχουν επιβεβαιωθεί στο σύνολό τους και απόλυτα Οι επιμέρους διορθώσεις που έχουν εισαχθεί στη γενική μας γραμμή, κάτω από την πίεση της δριμύτατης κριτικής της Αντιπολίτευσης, δεν έχουν αναχαιτίσει τη συνεχή απόκλιση της επίσημης πολιτικής προς τη μεριά των «οικονομικά δυνατών αγροτών-. Για να το αποδείξουμε αυτό είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι στο Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο των Σοβιέτ, στην απόφαση πάνω στο ραπόρτο του Καλίνιν, δεν υπάρχει ούτε μια μόνο λέξη γύρω από την ταξική διαφοροποίηση στην ύπαιθρο ή γύρω από την αύξηση των κουλάκων.
Μια τέτοια πολιτική δεν μπορούσε παρά να έχει ένα αποτέλεσμα: να χάσουμε το φτωχό αγρότη και να μην κερδίσουμε το μεσαίο αγρότη.

Η Ταξική Διαφοροποίηση Ανάμεσα στους Αγρότες

Τα τελευταία χρόνια, οι αγροτικές περιοχές έχουν πάει μακριά προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής διαφοροποίησης
Οι ομάδες που καλλιεργούν λίγη ή καθόλου γη έχουν ελαττωθεί στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων 30 με 45% Η ομάδα που καλλιεργεί από 6 μέχρι 10 ντεσιατίνες (17 με 28 στρέμματα) αυξήθηκε τον ίδιο χρόνο 100 με 120%. Η ομάδα που καλλιεργεί πάνω από 10 ντεσιατίνες αυξήθηκε 150 με 350%. Η μείωση του ποσοστού των ομάδων που καλλιεργούν λίγη ή καθόλου γη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην καταστροφή και τη διάλυσή τους. Έτσι, στη Σιβηρία, μέσα σ ένα χρόνο, το 15,8% απ’ αυτούς που καλλιεργούν λίγη ή καθόλου γη, και το 3,8% απ’ αυτούς που καλλιεργούν λιγότερο από δύο ντεσιατίνες, εξαφανίστηκαν. Στο Βόρειο Καύκασο το 14,1% απ’ αυτούς που καλλιεργούν λίγη ή καθόλου γη εξαφανίστηκαν, όπως και το 3,8% απ αυτούς που καλλιεργούν λιγότερο από δύο ντεσιατίνες.
Το προχώρημα των αγροτικών ιδιοκτησιών, που δεν έχουν αλόγα και εργαλεία. στο χαμηλότερο στρώμα της μεσαίας αγροτιάς γίνεται εξαιρετικά αργά Σήμερα, οι χωρίς άλογα και εργαλεία αγροτικές ιδιοκτησίες ο ολόκληρη την Ένωση παραμένουν 30 με 40% και ο κύριος όγκος τους πέφτει στην ομάδα των αγροτών που καλλιεργούν πολύ λίγη γη.
Η κατανομή των κυρίων μέσων παραγωγής στο Βόρειο Καύκασο έχει ως εξής: Στο 50% των πιο αδύνατων ιδιοκτητών, ανήκει το 15% των μέσων παραγωγής στη μεσαία ομάδα, που αποτελείται από το 35% των ιδιοκτητών. ανήκει το 35% των κυρίων μέσων παραγωγής Και στην υψηλότερη ομάδα, που αποτελείται από το 15% των ιδιοκτητών, ανήκει το 50% των μέσων παραγωγής. Η ίδια εικόνα κατανομής των μέσων παραγωγής μπορεί να παρατηρηθεί και στις άλλες περιοχές (Σιβηρία. Ουκρανία, κλπ)
Η καταγραφή αυτή της ανισότητας στην κατανομή της καλλιεργήσιμης γης και των μέσων παραγωγής επιβεβαιώνεται από μια άνιση κατανομή στα αποθέματα σιτηρών ανάμεσα στις διάφορες ομάδες των ιδιοκτητών. Την 1η του Απρίλη 1826, το 50% όλων των πλεονασμάτων σιτηρών στη χώρα βρισκόταν στα χέρια του 6% των ιδιοκτητών γης. («Στατιστική Επιθεώρηση», 1927. Νο 4)
Το νοικίασμα της γης χρόνο το χρόνο αποκτάει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Οι ιδιοκτήτες που νοικιάζουν είναι, στην πλειοψηφία τους, οι αγρότες που καλλιεργούν έναν κλήρο γης και που κατέχουν μέσα παραγωγής. Στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων το γεγονός, ότι νοικιάζεται η γη, αποκρύβεται για να αποφευχθεί η πληρωμή φόρων. Οι αγρότες που καλλιεργούν λίγη γη, και που δεν έχουν εργαλεία και ζώα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, δουλεύουν τη γη με μισθωμένα εργαλεία και ζώα. Οι όροι τόσο της ενοικίασης της γης όσο και της μίσθωσης των εργαλείων και των ζώων είναι όροι σχεδόν δουλείας. Πλάι-πλάι με τον εκβιασμό σε είδος, αναπτύσσεται και η τοκογλυφία.
Ο συνεχής κατακερματισμός της αγροτικής ιδιοκτησίας όχι μόνο δεν εξασθενίζει, αλλά και δυναμώνει το προτσές της ταξικής διαφοροποίησης. Οι μηχανές και οι πιστώσεις, αντί να χρησιμεύουν σαν μοχλοί για την κοινωνικοποίηση της γεωργίας, γενικά πέφτουν στα χέρια των κουλάκων και των πλουσίων, και έτσι. βοηθούν στην εκμετάλλευση των εργατών γης, των φτωχών αγροτών και των ασθενέστερων μεσαίων αγροτών.
Πέρα από τη συγκέντρωση αυτή της γης και των μέσων παραγωγής στα χέρια των υψηλότερων ομάδων, οι τελευταίοι αυτοί απασχολούν μισθωτή εργασία σ’ ένα όλο και μεγαλύτερο βαθμό.
Από την άλλη μεριά, η χαμηλότερη και ως ένα μέρος, η μεσαία ομάδα των ιδιοκτητών γης χάνονται, είτε με την ολοκληρωτική καταστροφή και τη διάλυση, είτε με την εξώθηση των μελών της οικογένειας σ’ ένα διαρκώς μεγαλύτερο αριθμό εργατών γης. Τα πλεονάζοντα αυτά χέρια πέφτουν στη δουλεία, στον κουλάκο η στον «ισχυρό» μεσαίο αγρότη, ή φεύγουν στις πόλεις, όπου, το πιο σημαντικό μέρος τους δεν μπορούν να βρουν μια οποιαδήποτε απασχόληση.
Παρόλα αυτά τα προτσές, που έχουν πάει πολύ μακριά και που οδηγούν σε μια μείωση του σχετικού οικονομικού βάρους του μεσαίου αγρότη, ο μεσαίος αγρότης εξακολουθεί να είναι αριθμητικά η μεγαλύτερη αγροτική ομάδα. Ένα από τα κύρια προβλήματα της προλεταριακής δικτατορίας είναι να φέρει το μεσαίο αυτό αγρότη στο πλευρό μιας σοσιαλιστικής πολιτικής στη γεωργία. Το να βασίζουμε την ελπίδα μας στο λεγόμενο «ισχυρό αγρότη» σημαίνει, στην πραγματικότητα, να την βασίζουμε στην παραπέρα αποσύνθεση του μεσαίου αυτού στρώματος.
Μόνο μια κατάλληλη προσοχή στη μισθωτή εργασία, μόνο μια πορεία βασισμένη στο φτωχό αγρότη και στη συμμαχία του με το μεσαίο αγρότη. μόνο ένας αποφασιστικός αγώνας ενάντια στον κουλάκο, μόνο μια πορεία σε ταξικούς συνεταιρισμούς και ένα ταξικό πιστωτικό σύστημα στη χώρα, θα κάνει δυνατό να τραβηχτεί ο μεσαίος αγρότης στη δουλειά για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της γεωργίας.

Πρακτικές προτάσεις

Στην ταξική πάλη που διεξάγεται τώρα στην ύπαιθρο, το Κόμμα πρέπει να σταθεί, όχι μόνο στα λόγιο αλλά στην πράξη, επικεφαλής των εργατών γης, των φτωχών αγροτών και της βασικής μάζας των μεσαίων αγροτών, και να τους οργανώσει ενάντια στις εκμεταλλευτικές φιλοδοξίες του κουλάκου.
Για να δυναμώσει και να ενισχυθεί η ταξική θέση του αγροτικού προλεταριάτου -που είναι μέρος της εργατικής τάξης- είναι αναγκαία η σειρά των μέτρων που προτείναμε στο κεφάλαιο για την κατάσταση των βιομηχανικών εργατών.
Η γεωργική πίστη πρέπει να πάψει να είναι στο μεγαλύτερο μέρος της ένα προνόμιο των εύπορων κύκλων του χωριού. Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος στην τωρινή κατάσταση, που επιτρέπει οι οικονομίες των φτωχών. ήδη αρκετά ασήμαντες, να ξοδεύονται, όχι για το δικό τους συγκεκριμένο σκοπό, αλλά στην υπηρεσία των ευπόρων και μεσαίων ομάδων.
Η αύξηση του νοικιάσματος της γης πρέπει να αντισταθμιστεί από μια πιο γρήγορη ανάπτυξη της συλλογικής καλλιέργειας της γης. Είναι -αναγκαίο συστηματικά και από χρόνο σε χρόνο να επιχορηγούνται πλατιά οι προσπάθειες των φτωχών αγροτών να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς.
Την ίδια στιγμή, πρέπει να δίνουμε πιο συστηματική βοήθεια στους φτωχούς αγρότες που δεν συμμετέχουν στους συνεταιρισμούς, απαλλάσσοντάς τους εντελώς από τη φορολογία, με μια αντίστοιχη πολιτική για τη γη, με πιστώσεις για γεωργικά εργαλεία, και φέρνοντάς τους στους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Αντί για το σύνθημα. «Δημιουργείστε εξωκομματικά αγροτικά δραστήρια στελέχη αναζωογονώντας τα Σοβιέτ» (Στάλιν – Μολότοφ), ένα σύνθημα στερημένο από κάθε ταξικό περιεχόμενο και που, στην πραγματικότητα, θα δυναμώσει τον κυρίαρχο ρόλο των ανώτερων στρωμάτων στα χωριά, πρέπει να υιοθετήσουμε το εξής σύνθημα: «Δημιουργείστε εξωκομματικά στελέχη από μισθωτούς εργάτες και φτωχούς αγρότες, και μεσαίους αγρότες που θα είναι στο πλευρό τους».
Πρέπει να έχουμε μια πραγματική, σχεδιασμένη, καθολική και στέρεη οργάνωση των φτωχών, συγκεντρωμένη πάνω στα ζωτικά πολιτικά και οικονομικά προβλήματα της ζωής, όπως οι εκλογές, οι φορολογικές καμπάνιες, η επίδραση πάνω στην κατανομή των πιστώσεων, μηχανές, κλπ., διανομή και χρησιμοποίηση της γης, δημιουργία συνεταιρισμών, δημιουργία συνεταιριστικών ταμείων που θα χρηματοδοτούν τα φτωχά χωριά.
Το Κόμμα πρέπει να προωθήσει με όλα τα μέσα την οικονομική ανάπτυξη του μεσαίου αγρότη -με μια σωστή πολιτική τιμών για τα σιτηρά, με την οργάνωση των πιστώσεων, με την οργάνωση συνεταιρισμών που να είναι προσιτοί σ’ αυτόν με τη συστηματική και βαθμιαία εισαγωγή της πιο πολυάριθμης αγροτικής ομάδας με εκτεταμένα πλεονεκτήματα, την μηχανοποιημένη συλλογική γεωργία.
Το καθήκον του κόμματος σε σχέση με το αυξανόμενο κουλάκικο στρώμα πρέπει να συνίσταται στον ολόπλευρο περιορισμό των προσπαθειών του για εκμετάλλευση Δεν πρέπει να επιτρέψουμε καμία απομάκρυνση από το άρθρο του Συντάγματός μας που αφαιρεί από την εκμεταλλεύτρια τάξη το εκλογικά δικαιώματα στα Σοβιέτ Τα παρακάτω μέτρα είναι απαραίτητα: Ένα ριζικά προοδευτικό φορολογικό σύστημα Νομοθετικά μέτρα για την υπεράσπιση της μισθωτής εργασίας και τη ρύθμιση των μισθών των εργατών γης. Μια σωστή ταξική πολιτική σ’ ότι αφορά την κατανομή και τη χρησιμοποίηση της γης Το ίδιο πρέπει να γίνει στο θέμα του εφοδιασμού της υπαίθρου με τρακτέρ και αλλά εργαλεία παραγωγής.
Το αναπτυσσόμενο σύστημα ενοικίασης της γης στην ύπαιθρο, η υπάρχουσα μέθοδος χρησιμοποίησης της γης σύμφωνο με την οποία οι κοινότητες γης -που βρίσκονται έξω από κάθε ηγεσία και έλεγχο των Σοβιέτ και που πέφτουν ολοένα και περισσότερο κάτω από την επιρροή των κουλάκων -διαθέτουν τη γη, η απόφαση που υιοθετήθηκε από το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο των Σοβιέτ γιο αποζημίωση· τον καιρό της αναδιανομής της γης- όλα αυτά υπονομεύουν τα θεμέλια της εθνικοποίησης της γης.
Ένα από τα πιο ουσιώδη μέτρα για να ξαναεπιβληθεί η εθνικοποίηση της γης είναι η καθυπόταξη αυτών των κοινοτήτων γης στα τοπικά όργανα του κράτους και η εγκαθίδρυση σταθερού ελέγχου από τα τοπικά Σοβιέτ, ξεκαθαρισμένα από τα κουλάκικα στοιχεία, πάνω στη ρύθμιση όλων των ζητημάτων της κατανομής και της χρησιμοποίησης της γης. Ο στόχος αυτού του ελέγχου θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεράσπιση των συμφερόντων των φτωχών αδύναμων μικρών αγροτών ενάντια στην κυριαρχία των κουλάκων Είναι αναγκαίο ιδιαίτερα ο κουλάκος. σαν εκμισθωτής της γης, να υποταχθεί ολοκληρωτικά και απόλυτα, όχι μόνο στα λόγια αλλά και πράξη, στην επίβλεψη και τον έλεγχο των οργάνων της Σοβιετικής εξουσίας στην ύπαιθρο.
Το Κόμμα πρέπει να αντιπαρατάξει μια συντριπτική αντίσταση στις τάσεις που κατευθύνονται προς την κατάργηση ή την υπονόμευση της εθνικοποίησης της γης- ενός από τα θεμελιώδη στηρίγματα της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Το σύστημα που υπάρχει του ενός και μόνου γεωργικού φόρου πρέπει να αλλάξει προς την κατεύθυνση της ολοκληρωτικής απαλλαγής, από τη φορολογία του 40% με 50% των φτωχότατων και φτωχότερων αγροτικών οικογενειών, χωρίς αυτό να αντικατασταθεί με έναν οποιοδήποτε πρόσθετο φόρο πάνω στη μάζα των μεσαίων αγροτών Οι ημερομηνίες της συλλογής των φόρων θα πρέπει να προσαρμοστούν στα συμφέροντα των χαμηλότερων ομάδων των φορολογούμε
Ένα πολύ μεγάλο ποσό πρέπει να διατεθεί για να δημιουργηθούν κρατικές και συνεταιριστικές φόρμες. Τα πιο μεγάλα προνομία πρέπει να παραχωρηθούν στις νεο-οργανωμένες αυτές συλλογικές φάρμες και στις άλλες μορφές κολλεκτιβισμού. Δεν πρέπει να επιτρέπεται σε κείνους που τους έχουν αφαιρεθεί τα εκλογικά δικαιώματα να είναι μέλη στις συλλογικές αυτές φάρμες. Ολόκληρη η δουλειά των συνεταιρισμών πρέπει να διαπερνιέται από την αίσθηση του καθήκοντος της μετατροπής μιας μικρής κλίμακας παραγωγής σε μιαν εκτεταμένη συλλογική παραγωγή. Μια σταθερή ταξική πολιτική πρέπει να επιδιωχθεί στον τομέα της παροχής μηχανών και μια ιδιαίτερη πάλη να διεξαχθεί ενάντια στην επινόηση της κοινωνίας των μηχανών.
Η δουλειά της κατανομής της γης πρέπει να γίνει ολοκληρωτικά με έξοδα του κράτους, και το πρώτο πράγμα που πρέπει να φρονήσουμε με την μεγαλύτερη προστασία των συμφερόντων τους, είναι οι συλλογικές φάρμες και οι φάρμες των φτωχών αγροτών.
Οι τιμές των σιτηρών και των άλλων αγροτικών προϊόντων πρέπει να εγγυώνται στην φτωχή αγροτιά και την κυρία μάζα των μεσαίων αγροτών τη δυνατότητα, τουλάχιστον, να διατηρήσουν τη φάρμα τους στο τωρινό επίπεδο και βαθμιαία να την βελτιώσουν να πρέπει να παρθούν μέτρα για την κατάργηση της διάστασης ανάμεσα στις τιμές των σιτηρών του φθινοπώρου και της άνοιξης Γιατί αυτή η διαφορά είναι μεγάλο βάρος για τους φτωχούς αγρότες και δίνει όλα τα πλεονεκτήματα στα ανώτερα στρώματα.
Είναι αναγκαίο όχι μόνο να αυξήσουμε σημαντικά τις πιστώσεις στα ταμεία των φτωχών αγροτών, αλλά και να αλλάξουμε ριζικά την όλη κατεύθυνση της αγροτικής πίστης προς την εξασφάλιση στους φτωχούς αγρότες και τους αδύνατους μεσαίους αγρότες φτηνών και μακροπρόθεσμων πιστώσεων, και προς την κατάργηση του συστήματος Εγγυήσεων και συστάσεων που υπάρχει σήμερα.

Ο Συνεταιρισμός

Το καθήκον της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ύπαιθρο είναι η αγροτική μεταρρύθμιση στη βάση μιας εκτεταμένης, μηχανοποιημένης, συλλογικής γεωργίας. Για τον κύριο όγκο των αγροτών, ο απλούστερος δρόμος προς αυτό το σκοπό είναι ο συνεταιρισμός, όπως τον περιέγραψε ο Λένιν στο έργο του «Για τον Συνεταιρισμό». Αυτό είναι το τεράστιο πλεονέκτημα που η προλεταριακή δικτατορία και το Σοβιετικό σύστημα σαν όλο προσφέρει στον αγρότη. Μόνο ένα προτσές αυξανόμενης εκβιομηχάνισης της γεωργίας μπορεί να δημιουργήσει την πλατιά βάση για το σοσιαλιστικό αυτό συνεταιρισμό (ή κολλεκτιβισμό). Χωρίς μια τεχνική επανάσταση στα κύρια μέσα παραγωγής -που σημαίνει, χωρίς γεωργικά μηχανήματα, χωρίς την εναλλαγή των καλλιεργειών, χωρίς τεχνητά λιπάσματα, κλπ- δεν είναι δυνατή μια επιτυχής και πλατιά δουλειά προς την κατεύθυνση μιας πραγματικής κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας.
Η συνεταιριστική παραγωγή και πούληση θα είναι ένας δρόμος προς το σοσιαλισμό μόνο στην περίπτωση που: 1) αυτό το προτσές πραγματοποιηθεί κάτω από την άμεση οικονομική και πολιτική επίδραση των σοσιαλιστικών στοιχείων, ιδιαίτερα της πλατιάς κλίμακας βιομηχανίας και των συνδικάτων, και 2) αυτό το προτσές, που κάνει τις εμπορικές λειτουργίες της γεωργίας, συνεταιριστικές, οδηγεί βαθμιαία στην κολλεκτιβοποίηση της ίδιας της γεωργίας. Ο ταξικός χαρακτήρας των αγροτικών συνεταιρισμών θα καθοριστεί όχι μόνο από το αριθμητικό βάρος των διάφορων ομάδων της συνεταιρισμένης αγροτιάς, αλλά πιο ιδιαίτερα, από το σχετικό οικονομικό τους βάρος Το καθήκον του Κόμματος είναι να δει ότι ο αγροτικός συνεταιρισμός αποτελεί μια πραγματική ένωση των φτωχών και μεσαίων ομάδων των αγροτών, και είναι ένα όπλο στη μάχη αυτών των στοιχείων ενάντια στην αυξανόμενη οικονομική δύναμη του κουλάκου. Πρέπει συστηματικά και επίμονα να φέρουμε το αγροτικό προλεταριάτο στο καθήκον του χτισίματος των συνεταιρισμών.
Μια επιτυχής συνεταιριστική δομή είναι κατανοητή μόνο με τον όρο της μάξιμουμ δραστηριότητας του συνεταιρισμένου λαού. Μια αληθινή ένωση των συνεταιρισμών με μια μεγάλης κλίμακας Βιομηχανία και το προλεταριακό κράτος υποθέτει ένα φυσιολογικό καθεστώς στις συνεταιριστικές οργανώσεις, αποκλείοντας γραφειοκρατικές μέθοδες ρύθμισης.
Μπροστά στην ολοφάνερη απομάκρυνση της κομματικής ηγεσίας από τη θεμελιώδη Μπολσεβίκικη πορεία στην ύπαιθρο, την τάση τους να στηριχτούν πάνω στους πλούσιους αγρότες και τους κουλάκους μπροστά στην κάλυψη αυτής της πολιτικής με αντιπρολεταριακούς λόγους για -αυταπάτες των φτωχών ανθρώπων», «παρασιτισμό» και «απραξία», και την προβαλλόμενη μικρή αξία του φτωχού αγρότη στην υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης -μπροστά σ’ αυτά τα πράγματα, είναι περισσότερα από ποτέ αναγκαίο να ξαναθυμήσουμε τα λόγια του προγράμματος του Κόμματός μας. Ενώ με σαφήνεια βεβαιώνουμε την αποφασιστική σημασία που έχει για μας η συμμαχία με το μεσαίο αγρότη το πρόγραμμά μας δηλώνει καθαρά και ξάστερα:
Σ’ ολόκληρη τη δουλειά του στην ύπαιθρο, το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα στηρίζεται πρώτα στις προλεταριακές και μισο-προλεταριακές δυνάμεις. Τις οργανώνει πάνω απ’ όλα σε ανεξάρτητες δυνάμεις, δημιουργώντας κομματικά κύτταρα στα χωριά, οργανώσεις των φτωχών, ένα ειδικό τύπο συνδικάτου για τα προλεταριακά και μισο-προλεταριακά αγροτικά στοιχεία, κλπ , συνδέοντάς τα με κάθε δυνατό μέσο με το προλεταριάτο της πόλης, και κόβοντάς τα από την επιρροή της αγροτικής μπουρζουαζίας και τα συμφέροντα των μικροϊδιοκτητών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η Κρατική Βιομηχανία και το Χτίσιμο του Σοσιαλισμού

Ο ΡΥΘΜΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

«Η μόνη υλική βάση για το σοσιαλισμό μπορεί να είναι η σε μεγάλη κλίμακα βιομηχανία μηχανοκατασκευών, σαν η μόνη ικανή να αναδιοργανώσει τη γεωργία». Λένιν: Άπαντα-, Τόμος 18ος, σελ. 316).

Ο βασικός όρος για μια σοσιαλιστική ανάπτυξη στο σημερινό προκαταρκτικό στάδιο και στη δοσμένη ιστορική κατάσταση -καπιταλιστική περικύκλωση και καθυστέρηση στην παγκόσμια επανάσταση- είναι ένας ρυθμός εκβιομηχάνισης αρκετά γρήγορος για να εξασφαλίσει. στο κοντινό μέλλον, μια λύση, τουλάχιστο, των παρακάτω προβλημάτων:
1) Οι υλικές θέσεις του προλεταριάτου μέσα στη χώρα πρέπει να δυναμώσουν και απόλυτα και σχετικά (αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων εργατών, μείωση του αριθμού των ανέργων. Βελτίωση του υλικού επίπεδου της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα, άνοδο του κατά κεφαλήν κατοικίσιμου χώρου που να ανταποκρίνεται στα στάνταρς υγιεινής).
2) Η παραγωγή της βιομηχανίας, των μεταφορών και των σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να αυξηθεί, τουλάχιστον, με ένα ρυθμό ίσο με τις αυξανόμενες απαιτήσεις και τους πόρους της χώρας σαν όλο.
3) Η γεωργία πρέπει να μπορέσει να περάσει, βαθμιαία, σε μια υψηλότερη τεχνική βάση και να εξασφαλίσει στη βιομηχανία μια επεκτεινόμενη προμήθεια πρώτων υλών.
4) Στο ζήτημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, στο ζήτημα της τεχνικής, και στο ζήτημα της βελτίωσης των υλικών συνθηκών της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών, η Σοβιετική Ένωση δεν πρέπει να είναι πια πίσω από τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά στο κοντινό μέλλον πρέπει να τις ξεπεράσει.
5) Η εκβιομηχάνιση πρέπει να είναι ικανή να εξασφαλίσει την άμυνα της χώρας και. ιδιαίτερα, μια ικανοποιητική ανάπτυξη των πολεμικών βιομηχανιών.
6) Τα σοσιαλιστικά κρατικά και συνεταιριστικά στοιχεία πρέπει να αυξάνουν συστηματικά, παραγκωνίζοντας μερικά και υποτάσσοντας και μεταμορφώνοντας άλλα από τα προσοσιαλιστικά οικονομικά στοιχεία καπιταλιστικά και προκαπιταλιστικά).
Παρά τις αξιοσημείωτες επιτυχίες μας στη σφαίρα της βιομηχανίας, του εξηλεκτρισμού και της μεταφοράς, η εκβιομηχάνιση είναι μακριά από το να έχει πετύχει αυτή την ανάπτυξη, που είναι απαραίτητη και εφικτοί. Ο τωρινός ρυθμός της εκβιομηχάνισης και ο ρυθμός που επισημαίνεται για τα ερχόμενα χρόνια είναι φανερά ανεπαρκής.
Δεν υπάρχει, και ούτε φυσικά μπορεί να υπάρξει, μια πολιτική που θα μας επέτρεπε να λύσουμε τις δυσκολίες μας με μιας ή να πηδήξουμε πάνω από μια παρατεταμένη περίοδο συστηματικής προώθησης της οικονομίας και της κουλτούρας μας. Αλλά η ίδια η καθυστέρησή μας στην οικονομία και τα μέσα, απαιτεί μια λογική και έγκαιρη κινητοποίηση όλων μας των αποθεμάτων, μια σωστή χρησιμοποίηση της υπαίθρου. Η χρόνια καθυστέρηση της βιομηχανίας, όπως και των μεταφορών, του εξηλεκτρισμού και των οικοδομών, πίσω από τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πληθωρισμού, της δημόσιας οικονομίας και του κοινωνικού συστήματος σαν όλο, κρατάει σαν σε μέγγενη ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα της χώρας Στενεύει την πραγματοποίηση του εμπορεύσιμου μέρους της αγροτικής παραγωγής και την εξαγωγή του. Περιορίζει τις εισαγωγές μέσα σε πολύ στενά όρια, οδηγεί τις τιμές και το κόστος παραγωγής προς τα πάνω, προξενεί μια αστάθεια του τσερβονέτς και καθυστερεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Καθυστερεί κάθε βελτίωση της υλικής κατάστασης του προλεταριάτου και των αγροτικών μαζών, παράγει μια ανησυχητική αύξηση της ανεργίας και μια χειροτέρευση των συνθηκών στέγασης. Υπονομεύει το δεσμό ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία και εξασθενεί την ικανότητα της χώρας για αυτοάμυνα.
Ο ανεπαρκής ρυθμός της βιομηχανικής ανάπτυξης οδηγεί με τη σειρά του σε μια επιβράδυνση της ανάπτυξης της γεωργίας. Ταυτόχρονα δεν είναι δυνατή καμιά εκβιομηχάνιση χωρίς μια αποφασιστική αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων της γεωργίας και της παραγωγής της για την αγορά.

Τιμές

Η αναγκαία επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης είναι αδύνατη χωρίς μια συστηματική και αποφασιστική ελάττωση του κόστους παραγωγής και των χοντρικών και λιανικών τιμών των βιομηχανικών αγαθών, και την προσέγγιση τους στις παγκόσμιες τιμές. Σ’ αυτό βρίσκεται η αληθινή πρόοδος, και με την έννοια της ανόδου της παραγωγής μας σε μια υψηλότερη τεχνική βάση και με την έννοια της καλύτερης ικανοποίησης των απαιτήσεων των εργαζόμενων μαζών
Είναι καιρός να μπει ένα τέλος στις χωρίς έννοια και ξεδιάντροπες φωνασκίες, ότι η Αντιπολίτευση θέλει να αυξήσει τις τιμές. Το Κόμμα είναι απόλυτα ομόθυμο στην επιθυμία μείωσης των τιμών. Αλλά η επιθυμία από μόνη της δεν είναι αρκετή Η πολιτική πρέπει να κρίνεται όχι από την πρόθεση, αλλά από το αποτέλεσμα. Τα αποτελέσματα της σημερινής πάλης για μείωση των τιμών έχουν πάνω από μια φορά σπρώξει ακόμα και σημαντικά μέλη της ηγεσίας να θέτουν το ερώτημα: «Δεν χάνουμε μ’ αυτή την πολιτική μεγάλα χρηματικά ποσά;». «Πού πήγε το δισεκατομμύριο;», ρωτούσε ο Μπουχάριν τον Γενάρη αυτού του χρόνου. «Τι γίνεται με τη διαφορά ανάμεσα στις χονδρικές και λιανικές τιμές;», ρωτούσε ο Ρουτζουτάκ μιλώντας μετά απ’ αυτόν πάνω στο ίδιο θέμα. (Πρακτικά του Πολιτικού Γραφείου, 3 του Μάρτη 1927, σελ 20-21). Με τη χρόνια έλλειψη αγαθών, η γενική και αδέξια γραφειοκρατική μείωση των χονδρικών τιμών, αφού στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν φτάνει κάτω στον εργάτη και τον αγρότη, συνεπάγεται ένα χάσιμο εκατοντάδων εκατομμυρίων ρουβλίων για την κρατική βιομηχανία Η διάσταση που προκύπτει από τα παραπάνω ανάμεσα στις χονδρικές και λιανικές τιμές, ιδιαίτερα στα χέρια του ιδιώτη έμπορα, είναι τόσο τερατώδης που επιτρέπει εξολοκλήρου -αν ακολουθιόταν μια σωστή πολιτική- την δυνατότητα διατήρησης ενός μέρους του εμπορικού αυτού κέρδους στα χέρια της κρατικής βιομηχανίας. Το αδιάψευστο συμπέρασμα απ’ όλη την οικονομική εμπειρία τελευταίων λίγων χρόνων είναι η ανάγκη για το πιο γοργό ξεπέρασμα των δυσαναλογιών, μια αύξηση της μάζας των βιομηχανικών εμπορευμάτων, μια επιτάχυνση στο ρυθμό ανάπτυξης της βιομηχανίας είναι ο κύριος δρόμος για μια πραγματική μείωση των χονδρικών και λιανικών τιμών και πάνω απ’ όλα για μια μείωση του κόστους παραγωγής, που έχει φανερώσει στον τελευταίο χρόνο μια ανοδική αντί για μια καθοδική τάση.

Το Πεντάχρονο Πλάνο της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού (1926-1927 μέχρι 1930-1931)

Το ζήτημα του πεντάχρονου πλάνου ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας. που υπάρχει στην ημερήσια διάταξη του ερχόμενου Δέκατου Πέμπτου Συνεδρίου του Κόμματος, πρέπει κανονικά να καταλάβει το κέντρο της προσοχής του Κόμματος Το πεντάχρονο πλάνο δεν έχει υιοθετηθεί επίσημα και δύσκολα θα υιοθετηθεί στην τωρινή του μορφή. Παρόλα αυτά, δείχνει τη θεμελιώδη άποψη της τωρινής οικονομικής ηγεσίας στην πιο συστηματοποιημένη και τελειωμένη όψη της.
Οι επενδύσεις κεφαλαίων στη βιομηχανία δεν θα μεγαλώσουν καθόλου από χρόνο σε χρόνο, σύμφωνα με αυτό το πλάνο (1.142 εκατομμύρια του χρόνου. 1.205 εκατομμύρια το 1931). Και σε αναλογία με ολόκληρο το ποσό που επενδύεται στην εθνική οικονομία, θα πέσουν από 36,4% στο 27,8%. Οι καθαρές επενδύσεις στη βιομηχανία από τον κρατικό προϋπολογισμό, σύμφωνα με αυτό το πρόγραμμα, θα πέσουν στη διάρκεια των ίδιων χρόνων κατά προσέγγιση από 300 εκατομμύρια σε 90 εκατομμύρια.
Η ετήσια αύξηση της παραγωγής έχει καθοριστεί από 4% μέχρι 9% κάθε χρόνο πάνω από τον προηγούμενο χρόνο -όσο ο ρυθμός ανάπτυξης στις καπιταλιστικές χώρες στη διάρκεια περιόδων γοργής προόδου. Τα γιγάντια πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η εθνικοποίηση της γης των μέσων παραγωγής και των τραπεζών και η συγκεντροποίηση στη διοίκηση -δηλ το πλεονέκτημα που βγαίνει οπό τη σοσιαλιστική επανάσταση- δε βρίσκουν σχεδόν καμιά έκφραση στο πεντάχρονο πλάνο.
Η ατομική κατανάλωση βιομηχανικών αγαθών, ελεεινή τώρα, θα μεγαλώσει στα 5 χρόνια μόνο 12% όλο κι όλο Η κατανάλωση βαμβακερών υφασμάτων το 1931, που θα είναι 97% της προπολεμικής κατανάλωσης, θα είναι το 1/5 εκείνου που υπήρχε στις ΕΠΑ το 1923 Η κατανάλωση κάρβουνου θα είναι το 1/7 της κατανάλωσης της Γερμανίας το 1926. και το 1/17 της κατανάλωσης των ΕΠΑ το 1923. Η κατανάλωση σιδήρου θα κάτι παραπάνω από το 1 /4 της κατανάλωσης στη Γερμανία, το 1/11 της κατανάλωσης στις ΕΠΑ. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι 1/3 της κατανάλωσης της Γερμανίας, το 1/7 της κατανάλωσης των ΕΠΑ. Η κατανάλωση χαρτιού θα είναι στο τέλος των πέντε χρόνων το 83% του προπολεμικού επιπέδου. Κι όλα αυτά, 15 χρόνια μετά τον Οκτώβρη! Το να προβάλεις στην επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης ένα τέτοιο τσιγγούνικο, τελείως πεσιμιστικό πλάνο, σημαίνει πραγματικά ότι δουλεύεις ενάντια στο σοσιαλισμό.
Η μείωση των λιανικών τιμών κατά 17% όπως έχει σχεδιαστεί από ίο πεντάχρονο πλάνο, ακόμα κι αν πραγματοποιηθεί, δεν θα έχει σχεδόν καμιά επίδραση στη σχέση ανάμεσα στις τιμές μας και στις παγκόσμιας τιμές, που είναι 2,5 με 3 φορές χαμηλότερες από τις δικές μας.
Αλλά ακόμα και μ’ αυτή την ασήμαντη μείωση των τιμών (και αυτό ακόμα δεν είναι παρά ένα σχέδιο), το πεντάχρονο πλάνο προβλέπει μια έλλειψη βιομηχανικών αγαθών, σε σχέση με την πραγματική ζήτηση, της χωράς, στο μέγεθος των 400 εκατομμυρίων ρουβλίων το χρόνο. Αν υποθέσει κανείς ότι οι τωρινές τερατώδεις χονδρικές τιμές θα μειωθούν κατά 22% στην πορεία των πέντε χρόνων -μια μείωση κάτι παραπάνω από μέτρια- αυτό και μόνο θα συντελούσε σε μια έλλειψη αγαθών που θα έφτανε σε ένα ολόκληρο δισεκατομμύριο. Η δυσαναλογία έτσι, διατηρείται άθικτη, μια διαρκής πηγή αύξησης των λιανικών τιμών. Το πεντάχρονο πλάνο υπόσχεται στους αγρότες, μέχρι το 1931, την κατά προσέγγιση προπολεμική ποσότητα βιομηχανικών αγαθών σε τιμές 1,5 φορά μεγαλύτερη. Στον εργάτη της μεγάλης κλίμακας βιομηχανία υπόσχεται μια αύξηση 33% του ονομαστικού μισθού στο τέλος των πέντε χρόνων, παραβλέποντας την αβάσιμη ελπίδα μιας πτώσης στις τιμές Η δυσαναλογία ανάμεσα στην πρόσφορα και τη ζήτηση θα ξεπεραστεί, σύμφωνα με το σχέδιο της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, αυξάνοντας τα νοίκια που πληρώνουν οι εργάτες στο 200% ή στο 250% του τωρινού ποσού, περίπου 400 εκατομμύρια ρούβλια το χρόνο Βλέποντας ότι υπάρχει ένα περίσσευμα αγοραστικής δύναμης στα εύπορα τμήματα του πληθυσμού, οι ιθύνοντες της Επιτροπής Σχεδιασμού θα διορθώσουν την κατάσταση, περικόπτοντας τους πραγμα-τικούς μισθούς των εργατών Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι μια τέτοια μέθοδος αποκατάστασης της ισορροπίας της αγοράς προτείνεται από τα υπεύθυνα όργανα ενός εργατικού κράτους. Όλη αυτή η ψεύτικη προοπτική παρακινεί με τη βία τον καταναλωτή να βρει μια διέξοδο στην καταστροφική πορεία κατάργησης του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου.
Η κατασκευή 6.000 με 7.000 βέρστια (1 βέρστι=1.050 μέτρα περίπου) νέων σιδηροδρομικών γραμμών που προβλέπονται από το πεντάχρονο πλάνο -έναντι 14.000 που κατασκευάστηκαν λόγου χάρη στα χρόνιο από το 1895 μέχρι το 1900-σημαίνει μια επικίνδυνη έλλειψη μόνο οπό τη σκοπιά της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης, αλλά και από τη σκοπιά των πιο στοιχειωδών οικονομικών απαιτήσεων των βασικών περιοχών.
Με διακυμάνσεις από δω ή από κει, αυτή είναι η αληθινή στάση των κρατικών οργάνων που στην πραγματικότητα καθοδηγούν την ανάπτυξη της οικονομίας μας. Αυτή είναι η πραγματική πολιτική γραμμή της τωρινής μας ηγεσίας.

Η Σοβιετική Ένωση και η Παγκόσμια Καπιταλιστική Οικονομία

Στη μακρά πάλη ανάμεσα στα αδιάλλακτα εχθρικό κοινωνικά συστήματα -καπιταλισμός και σοσιαλισμός- η έκβαση θα καθοριστεί, σε τελευταία ανάλυση, από τη σχετική παραγωγικότητα της εργασίας κάτω από το κάθε σύστημα. Και αυτό. κάτω από συνθήκες αγοράς, θα μετρηθεί από τη σχέση ανάμεσα στις εγχώριες τιμές μας και στις παγκόσμιες τιμές. Ήταν αυτό το θεμελιώδες γεγονός που είχε στο νου του ο Λένιν όταν σ ένα από τους τελευταίους του λόγους προειδοποίησε το Κόμμα. για την επερχόμενη «δοκιμασία» «που θα εφαρμοζόταν από τη ρώσικη αγορά και τη διεθνή αγορά στην οποία είμαστε υποταγμένοι, με την οποία είμαστε δεμένη, και από την οποία δεν μπορούμε να αποσπαστούμε». (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμ. 18ος, Μέρος II, σελ. 33) Γι’ αυτό το λόγο η ιδέα του Μπουχάριν ότι μπορούμε να προχωρήσουμε με οποιοδήποτε ρυθμό ακόμα και με «βήματα χελώνας», προς το σοσιαλισμό, είναι απλά μικροαστικές γελοιότητές της.
Δεν μπορούμε να κρυφτούμε από το καπιταλιστικό περιβάλλον κάτω από το κάλυμμα μιας εθνικής αποκλειστικής οικονομίας Και μόνο από την αποκλειστικότητα της. μια τέτοια οικονομία θα ήταν αναγκασμένη να προχωράει μ’ έναν εξαιρετικά αργό ρυθμό, και σαν αποτέλεσμα θα συναντούσε, όχι μια αποδυναμωμένη, μα μια ενισχυμένη πίεση, όχι μόνο από τους καπιταλιστικούς στρατούς και στόλους («επέμβασης»), αλλά πάνω απ όλα από τα φτηνά καπιταλιστικά εμπορεύματα.
Το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου είναι ένα ζωτικά απαραίτητο όπλο για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, όταν οι καπιταλιστικές χώρες διαθέτουν μια υψηλότερη τεχνική. Αλλά η σοσιαλιστική οικονομία που οικοδομούμε τώρα μπορεί να αμυνθεί με αυτό το μονοπώλιο μόνο αν πλησιάζει διαρκώς την παγκόσμια οικονομία, από την άποψη της τεχνικής. του κόστους παραγωγής, της ποιότητας και των τιμών των προϊόντων της. Ο στόχος της οικονομικής ηγεσίας θα έπρεπε να είναι, όχι μια κλεισμένη, αυτάρκης οικονομία, με τίμημα μια αναπόφευκτη μείωση του επιπέδου της και του ρυθμού ανάπτυξης, μα ακριβώς το αντίθετο- μια ολόπλευρη αύξηση του σχετικού μας βάρους στην παγκόσμια οικονομία που θα επιτευχθεί αυξάνοντας το ρυθμό μας στο έπακρο.
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο: 1) Να κατανοήσουμε την γιγαντιαία σημασία του εξαγωγικού μας εμπορίου, που τώρα καθυστερεί τόσο σε σχέση με την ανάπτυξη της οικονομίας μας σαν όλο. (Η συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης στον παγκόσμιο όγκο της εμπορικής κίνησης έχει ελαττωθεί από 4,2 % το 1913 στο 0,97% το 1926). 2) Να αλλάξουμε ιδιαίτερα την πολιτική μας απέναντι στον κουλάκο, που του δίνει τη δυνατότητα να υπονομεύει τις σοσιαλιστικές μας εξαγωγές με την τοκογλυφική αποθησαύριση του προϊόντος 3) Να αναπτύξουμε τους δεσμούς μας με την παγκόσμια οικονομία από τη θέση μιας ολόπλευρης επιτάχυνσης της εκβιομηχάνισης και ενός δυναμώματος του σοσιαλιστικού στοιχείου, σε αντίθεση με το καπιταλιστικό στοιχείο, στην ίδια μας την οικονομία. Να μη σπαταλούμε την περιορισμένη συσσώρεύση μας στο κοντινό μέλλον, αλλά βαθμιαία και με ένα μελετημένο σχέδιο να περάσουμε σε νέες μορφές παραγωγής που θα μας εξασφαλίσουν, από την αρχή, μια μαζική παραγωγή των πιο αναγκαίων ωφέλιμων μηχανών. Επιδέξια και με σύνεση να συμπληρώσουμε και να παροτρύνουμε την ίδια μας τη βιομηχανία να χρησιμοποιήσει συστηματικά τα επιτεύγματα της παγκόσμιας καπιταλιστικής τεχνικής.
Το να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας πάνω σε μια απομονωμένη σοσιαλιστική ανάπτυξη και πάνω σε μια βάση οικονομικής ανάπτυξης ανεξάρτητης από την παγκόσμια οικονομία, σημαίνει ότι διαστρέφουμε την όλη όψη. Αυτό βάζει το σχεδιασμό της ηγεσίας μας έξω από το δρόμο του, και δεν προσφέρει καμιά καθοδηγητική γραμμή για μια σωστή ρύθμιση των σχέσεων μας με την παγκόσμια οικονομία. Δεν έχουμε κανέναν τρόπο να αποφασίσουμε για το τι θα κατασκευάσουμε μόνοι μας και τι θα εισάγουμε από το εξωτερικό. Μια οριστική απάρνηση της θεωρίας μιας απομονωμένης σοσιαλιστικής οικονομίας θα σημαίνει, στην πορεία λίγων χρόνων, μια ασύγκριτα πιο ορθολογική χρήση των πηγών μας. μια ταχύτερη εκβιομηχάνιση, μια πιο σχεδιασμένη και ισχυρή αύξηση στον αριθμό των απασχολουμένων εργατών και μια πραγματική μείωση τιμών -με μια λέξη. ένα γνήσιο δυνάμωμα της Σοβιετικής Ένωσης μέσα στο καπιταλιστικό περιβάλλον.
Η ανάπτυξη των δεσμών μας με τον παγκόσμιο καπιταλισμό δεν θα δημιουργήσει έναν κίνδυνο σε περίπτωση αποκλεισμού ή πολέμου, Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση βγαίνει απ’ όσα έχουν ειπωθεί παραπάνω.
Οι προετοιμασίες για πόλεμο απαιτούν, φυσικά, τη δημιουργία ενός αποθέματος ξένων πρώτων υλών που μας είναι αναγκαίο και μια έγκαιρη εγκαθίδρυση νέων βιομηχανιών που μας είναι ζωτικά αναγκαίες -όπως, για παράδειγμα, η παραγωγή αλουμινίου, κλπ Αλλά το πιο σημαντικό πράγμα σε περίπτωση ενός παρατεταμένου και σοβαρού πολέμου είναι το να έχουμε βιομηχανία ανεπτυγμένη στον υψηλότερο βαθμό και ικανή για μια μαζική παραγωγή, αλλά και για γρήγορη εναλλαγή από το ένα είδος παραγωγής στο άλλο. Το πρόσφατο παρελθόν έχει πώς μια τόσο υψηλή βιομηχανική χώρα. όπως η Γερμανία, δεμένη με χιλιάδες δεσμούς με την παγκόσμια αγορά, μπόρεσε να επιδείξει μια τεράστια ζωτικότητα και δύναμη αντίστασης όταν ο πόλεμος και ο αποκλεισμός την αποκόψανε με ένα χτύπημα από ολόκληρο τον κόσμο.
Αν με τα ασύγκριτα πλεονεκτήματα της κοινωνικής μας δομής μπορέσουμε. στη διάρκεια αυτής της «ειρηνικής- περιόδου, να χρησιμοποιήσουμε την παγκόσμια αγορά για να επιταχύνουμε τη βιομηχανική μας ανάπτυξη θα αντιμετωπίσουμε κάθε αποκλεισμό ή επέμβαση άπειρα καλύτερα προετοιμασμένοι και καλύτερα εξοπλισμένοι.
Καμία εσωτερική πολιτική δεν μπορεί από μόνη της να μας απαλλάξει από τον οικονομικά, πολιτικό και στρατιωτικό κίνδυνο της καπιταλιστικής περικύκλωσης- Το εσωτερικό καθήκον είναι, με το δυνάμωμά μας, με μια κατάλληλη ταξική πολιτική, με τις κατάλληλες σχέσεις της εργατικής τάξης με την αγροτιά να προχωρήσουμε όσο πιο μπροστά γίνεται στο δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι εσωτερικές πηγές της Σοβιετικής Ένωσης είναι τεράστιες και το κάνουν αυτό εντελώς δυνατό. Χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την παγκόσμια καπιταλιστική αγορά για τον ίδιο σκοπό, κάνουμε τους θεμελιώδεις ιστορικούς υπολογισμούς μας στη βάση της παραπέρα ανάπτυξης της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Η νίκη της σ’ ορισμένες ηγετικές χώρες θα σπάσει τον κλοιό της καπιταλιστικής περικύκλωσης και θα μας απαλλάξει από το βαρύ μας στρατιωτικό φορτίο. Θα μας δυναμώσει φοβερά στον τομέα της τεχνικής, θα επιταχύνει όλη μας την ανάπτυξη στην πόλη και στην ύπαιθρο, στο εργοστάσιο και στο σχολείο θα μας δώσει τη δυνατότητα για μια πραγματική οικοδόμηση του σοσιαλισμού -δηλαδή. μια αταξική κοινωνία, βασισμένη στην πιο ανεπτυγμένη τεχνική και πάνω στην πραγματική ισότητα όλων των μελών της στην εργασία και στην απόλαυση των προϊόντων της εργασίας.

Πού θα Βρούμε τα Μέσα

Στην ερώτηση πού θα βρούμε τα μέσα για μια τολμηρότερη και πιο επαναστατική λύση του προβλήματος μιας πραγματικής εκβιομηχάνισης και μιας ταχύτερης ανόδου του πολιτιστικού επιπέδου των μαζών -τα δυο προβλήματα που από τη λύση τους εξαρτάται η τύχη της σοσιαλιστικής δικτατορίας- η Αντιπολίτευση απαντά ως εξής:
Η βασική πηγή είναι η ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος διαμέσου μιας σωστής χρήσης του προϋπολογισμού, των πιστώσεων και των τιμών. Μια συμπληρωματική πηγή είναι η σωστή χρησιμοποίηση των σχέσεών μας με την παγκόσμια οικονομία.
1. Σύμφωνα με το πεντάχρονο πλάνο, ο προϋπολογισμός, τόσο ο κρατικός όσο και ο τοπικός, θα αυξηθεί σε πέντε χρόνια από 6 σε 8,9 δισεκατομμύρια ρούβλια, και θα αποτελεί το 1931 το 16% του εθνικού εισοδήματος. Αυτό θα είναι ένα ποσοστό του εθνικού εισοδήματος μικρότερο απ’ ότι στον προπολεμικό τσαρικό προϋπολογισμό, που ήταν 18%. Ο προϋπολογισμός ενός εργατικού κράτους όχι μόνο μπορεί, αλλά και θα πρέπει να καταλαμβάνει μια πιο πλατιά θέση στο εθνικό εισόδημα απ’ ότι ένας αστικός προϋπολογισμός. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ότι θα είναι πράγματι σοσιαλιστικός, και μαζί με τις αυξανόμενες δαπάνες για λαϊκή εκπαίδευση, θα παρέχει ασύγκριτα πιο πλατιά ποσά στην εκβιομηχάνιση της χώρας. Η καθαρή επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό για τις ανάγκες της εκβιομηχάνισης απορεί και θα πρέπει να φτάσει στα 500 με 1.000 εκατομμύρια το χρόνο στην πορεία των επόμενων πέντε χρόνων.
2. Το φορολογικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στην αύξηση της συσσώρευσης ανάμεσα στα υψηλότερα στρώματα των αγροτών και γενικά της νέας μπουρζουαζίας. Είναι αναγκαίο: α) να φορολογήσουμε όλα τα είδη υπερβολικών κερδών από ιδιωτικές επιχειρήσεις σε έκταση όχι μικρότερη από 150 ως 200 εκατομμύρια ρούβλια, αντί για 5 εκατομμύρια, όπως τώρα. β) για να ενισχύσουμε τις εξαγωγές μας. να εξασφαλίσουμε μια είσπραξη από τα πλούσιο κουλάκικα στρώματα, κι όχι λιγότερα από 150 εκατομμύρια πουντς σιτηρά (1 πουντς = 36 λίμπρες) Αυτή θα πρέπει να μαζευτεί με τη μορφή ενός δανείου από αυτά τα αποθέματα σιτηρών που το 1926-27 έφθασαν το ποσό των 800-900 εκατομμυρίων πούντς, κι ήταν συγκεντρωμένα κυρίως στα χέρια των υψηλότερων αυτών στρωμάτων της αγροτιάς.
3. Είναι αναγκαίο να εφαρμόσουμε μια συγκεκριμένη πολιτική μιας συστηματικής κι αποφασιστικής μείωσης των τιμών χονδρικής και λιανικής πούλησης και στενέματος της διάστασης ανάμεσά τους. Κι αυτό πρέπει να γίνει μ’ έναν τέτοιο τρόπο, ώστε η μείωση των τιμών να επηρεάσει πάνω απ’ όλα τα αντικείμενα μαζικής κατανάλωσης ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες (Αυτό πρέπει να γίνει χωρίς τη νόθευση της ποιότητας, ήδη αρκετά χαμηλής, πράγμα που γίνεται τώρα). Αυτή η μείωση των τιμών δεν θα έπρεπε να στερήσει την κρατική βιομηχανία από την αναγκαία της συσσώρευση και θα έπρεπε να διεξαχθεί κυρίως με μια αύξηση της μάζας των αγαθών, με μια μείωση του κόστους παραγωγής, με μια μείωση των επιπλέον εξόδων κι ένα κόψιμο του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Μια περισσότερο ελαστική πολιτική μείωσης τιμών, περισσότερο προσαρμοσμένη στις συνθήκες της αγοράς, και περισσότερο εξατομικευμένη -δηλαδή, παίρνοντας σοβαρά υπόψη «την κατάσταση της αγοράς για κάθε είδος αγαθού- αυτό θα άφηνε στα χέρια της κρατικής βιομηχανίας τεράστια ποσά, που τώρα τρέφουν το ιδιωτικό κεφάλαιο και τον εμπορικό παρασιτισμό γενικά.
4. Το οικονομικό καθεστώς, που υποτίθεται, σύμφωνα με το περυσινό μανιφέστο των Στάλιν και Ρίκοφ, θα απόφερε 300 με 400 εκατομμύρια ρούβλια το χρόνο, έχει δώσει στην πραγματικότητα εντελώς ασήμαντα αποτελέσματα. Ένα οικονομικό καθεστώς είναι ένα ζήτημα ταξικής πολιτικής και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κάτω από άμεση πίεση από τις μάζες. Οι εργάτες πρέπει να τολμήσουν να ασκήσουν αυτή την πίεση. Είναι εντελώς δυνατό να μειώσουμε τις μη – παραγωγικές δαπάνες κατά 400 εκατομμύρια ρούβλια το χρόνο.
5. Μια επιδέξια χρησιμοποίηση τέτοιων όπλων όπως το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, των εξωτερικών πιστώσεων, των παραχωρήσεων, των συμβολαίων για τεχνική βοήθεια, κλπ., μπορούν να αποφέρουν επιπρόσθετα εισοδήματα. Αυτό θα αυξήσει πρώτα απ’ όλα σημαντικά την ωφελιμότητα της ίδιας μας της δαπάνης, γονιμοποιώντας την με τη σύγχρονη τεχνική και επιταχύνοντας την όλη πορεία της ανάπτυξής μας, κι έτσι θα ενισχύσει την πραγματική μας σοσιαλιστική ανεξαρτησία από το καπιταλιστικό περιβάλλον.
6. Το ζήτημα της επιλογής προσωπικού -από την κορυφή ως τη βάση- και των κατάλληλων σχέσεων ανάμεσά τους. είναι, ως ένα σημείο, ένα οικονομικό ζήτημα. Όσο χειρότερο είναι το προσωπικό, τόσο περισσότερα λεφτά χρειάζονται. Το γραφειοκρατικό καθεστώς δρα αντίθετα στη σωστή επιλογή προσωπικού και των σωστών σχέσεων.
7) Η «σοφία έρχεται μετά τα γεγονότα» της τωρινής μας οικονομικής ηγεσίας, που σημαίνει πραχτικά την απώλεια πολλών δεκάδων εκατομμυρίων, Αυτή είναι η τιμή που πληρώνουμε για την έλλειψη διορατικότητας, για την δυσαρμονία, την τσιγκουνιά και το χάσιμο χρόνου.
8. Οι απολαβές από τους φόρους από μόνες τους δεν μπορούν να καλύψουν τις αυξανόμενες απαιτήσεις της εθνικής μας οικονομίας. Η πίστωση πρέπει να γίνει ένας όλο και πιο σημαντικός μοχλός στη διανομή του εθνικού εισοδήματος, σύμφωνα με τις γραμμές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που προϋποθέτει, πάνω απ’ όλα. μια σταθερή οικονομία και μία υγιή κυκλοφορία του νομίσματος.
9. Μια σταθερότερη ταξική πολιτική στην οικονομία μας, στενεύοντας τα όρια της κερδοσκοπίας και της τοκογλυφίας, θα διευκόλυνε τα κυβερνητικά και πιστωτικά ιδρύματα να κινητοποιήσουν τις ιδιωτικές καταθέσεις. Θα έκανε δυνατή μια ασύγκριτα πλατύτερη χρηματοδότηση της βιομηχανίας διαμέσου μακροπρόθεσμων πιστώσεων.
10. Η κρατική πώληση βότκας εισήχθηκε αρχικά σαν ένα πείραμα και με την ιδέα ότι ο όγκος των εσόδων από αυτήν θα πήγαινε προς την εκβιομηχάνιση, και πρώτα-πρώτα για την ανασυγκρότηση της βιομηχανίας μετάλλου. Στην πραγματικότητα, η εκβιομηχάνιση μόνο που έχασε από την κρατική πώληση της βότκας. Είναι αναγκαίο να ομολογήσουμε ότι το πείραμα αποδείχτηκε εντελώς ανεπιτυχές. Κάτω από το Σοβιετικό καθεστώς, η κρατική πούληση της βότκας ήταν ένα μειονέκτήμα, όχι μόνο από την άποψη της ιδιωτικής οικονομίας -όπως στον Τσαρισμό- αλλά επίσης και κυρίως από την άποψη της κρατικής οικονομίας. Η αύξηση των απουσιών, το αφρόντιστο εργατικό δυναμικό, η σπατάλη. τα ατυχήματα, οι φωτιές, η πάλη, οι βλάβες, κλπ. -όλα αυτά τα πράγματα δώσανε ζημιές εκατοντάδων εκατομμυρίων ρουβλιών το χρόνο. Η κρατική βιομηχανία χάνει από την βότκα περισσότερα απ’ ότι ο προϋπολογισμός παίρνει από τη βότκα, και πολλές φορές περισσότερα απ’ ότι η ίδια η βιομηχανία παίρνει από τον προϋπολογισμό. Η κατάργηση της κρατικής πούλησης της βότκας στο κοντινότερο δυνατό μέλλον (2 ή 3 χρόνια) θα αυξήσει αυτόματα τους υλικούς και πνευματικούς πόρους της εκβιομηχάνισης.
Αυτή είναι η απάντηση στην ερώτηση που θα βρούμε τα μέσα. Δεν είναι αλήθεια ότι ο χαμηλός ρυθμός εκβιομηχάνισης οφείλεται άμεσα στην έλλειψη πόρων. Τα μέσα είναι ανεπαρκή, αλλά υπάρχουν. Αυτό που χρειάζεται είναι η σωστή πολιτική.
Το πεντάχρονο πλάνο της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά και να καταδικαστεί σαν βασικά ασυμβίβαστο καθήκον της «μετατροπής της Ρωσίας της Νέας Οικονομικής Πολιτικής σε σοσιαλιστική Ρωσία». Πρέπει να φέρουμε σε πέρας στην πράξη μια ανακατανομή των φορολογικών βαρών ανάμεσα στις τάξεις -φορτώνοντας περισσότερο στον κουλάκο και τον Νέπμαν, ανακουφίζοντας τους εργάτες και τους φτωχούς.
Πρέπει να ελαττώσουμε τη σχετική σημασία των έμμεσων φόρων Πρέπει στο κοντινό μέλλον να καταργήσουμε την κρατική πούληση της βότκας.
Πρέπει να βάλουμε τάξη στα οικονομικά της υπηρεσίας σιδηροδρομικών μεταφορών.
Πρέπει να βάλουμε τάξη στα οικονομικά της βιομηχανίας.
Πρέπει να εξυγιάνουμε την παραμελημένη δασοκομία, που μπορεί και πρέπει να γίνει η πηγή ενός τεράστιου εισοδήματος.
Πρέπει να εγγυηθούμε την χωρίς όρους σταθερότητα του χαρτονομίσματος Η σταθεροποίηση του Τσέρβονετς απαιτεί μια μείωση των τιμών από τη μια και ένα ισοζυγισμένο προϋπολογισμό από την άλλη. Η έκδοση χαρτονομίσματος για την κάλυψη του ελλείμματος του προϋπολογισμού δεν πρέπει να επιτρέπεται.
Πρέπει να έχουμε ένα αυστηρά ορθολογισμένο προϋπολογισμό, χωρίς ελλείμματα, τραχύ, που δεν ανέχεται τίποτα το περιττό ή το τυχαίο.
Στον προϋπολογισμό του 1927-28 πρέπει να συζήσουμε την επιχορήγηση σημαντικά για την άμυνα (πρωταρχικά για τις πολεμικές βιομηχανίες). για την βιομηχανία, γενικά, για τον εξηλεκτρισμό, τις μεταφορές, για την οικοδόμηση κατοικιών, για μέτρα που θα οδηγούν στην κολεκτιβοποίηση της γεωργίας.
Πρέπει να αντισταθούμε με αποφασιστικότητα σε όλες τις προσπάθειες αδέξιων χειρισμών στο μονοπώλιο εξωτερικού εμπορίου.
Πρέπει να κατευθύνουμε μια σταθερή πορεία προς την εκβιομηχάνιση, τον εξηλεκτρισμό, και την ορθολογικοποίηση, βασισμένα πάνω στην ανάπτυξη της τεχνικής δύναμης της οικονομίας και στη βελτίωση των υλικών συνθηκών των μαζών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Τα Σοβιέτ

O γραφειοκρατικός μηχανισμός κάθε αστικού κράτους, ανεξάρτητα από τη μορφή του, υψώνεται πάνω από τον πληθυσμό, παγιώνοντας την κυριαρχία του με την καλλιέργεια μιας αμοιβαίας αφοσίωσης με την κυρίαρχη τάξη και προπαγανδίζοντας συστηματικά ανάμεσα στις μάζες το φόβο και την υποταγή στους κυρίαρχους. Η Επανάσταση του Οκτώβρη, αντικαθιστώντας τον παλιό κρατικό μηχανισμό με τα Σοβιέτ των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών, κατάφερε το πιο φοβερό πλήγμα στην Ιστορία στο παλιό είδωλο του γραφειοκρατικού κράτους.
Το πρόγραμμα του Κόμματός μας γράφει πάνω σ’ αυτό το ζήτημα: «Διεξάγοντας την πιο σκληρή πάλη ενάντια στο γραφειοκρατισμό, το Κομμουνιστικά Κόμμα Ρωσίας, για να νικήσει πλήρως αυτή τη μάστιγα, παίρνει τα παρακάτω μέτρα: 1) Υποχρεωτικό τράβηγμα κάθε μέλους του Σοβιέτ σε κάποια καθορισμένη δουλειά στη διοίκηση του κράτους. 2) Μια συνεχή εναλλαγή σ’ αυτά τα καθήκοντα, έτσι που κάθε μέλος, βαθμιαία να εξοικειώνεται μ’ όλους τους τομείς της διοίκησης. 3) Βαθμιαία προσέλκυση του συνόλου του εργαζόμενου πληθυσμού, μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο, στη δουλειά της διοίκησης του κράτους. Μια πλήρης μι ολόπλευρη εφαρμογή αυτών των μέτρων -που είναι ένα ακόμα βήμα στο δρόμο της Κομμούνας του Παρισιού- σημαίνει μια απλούστευση των λειτουργιών της διοίκησης, που μαζί με μια άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου των εργατών, θα οδηγήσει στην κατάργηση της κρατικής εξουσίας».
Το ζήτημα του σοβιετικού γραφειοκρατισμού δεν είναι απλά ζήτημα μιας καθημερινής ρουτίνας και ενός εξογκωμένου επιτελείου. Στο βάρος είναι το ζήτημα του ταξικού ρόλου που παίζει η γραφειοκρατία, των κοινωνικών της δεσμών και συμπαθειών, της εξουσίας και της προνομιούχας θέσης της, των σχέσεών της με τον Νέπμαν και τον ανειδίκευτο εργάτη, με τον διανοούμενο και τον αγράμματο, με τη γυναίκα ενός μεγιστάνα των Σοβιέτ και τη γυναίκα του πιο αμαθή αγρότη, κλπ., κλπ. Ποιανού το χέρι σφίγγουν οι κρατικοί υπάλληλοι; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που καθημερινά τίθεται στη ζωντανή εμπειρία των εκατομμυρίων του εργαζόμενου λαού.
Την παραμονή της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Λένιν, αναφερόμενος στην ανάλυση του Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού, τόνισε με ιδιαίτερη έμφαση την ιδέα ότι:
«Στο σοσιαλισμό ο υπάλληλος θα πάψει να είναι γραφειοκράτης, να είναι «τσινοβνίκς»* (*Γραφειοκράτης, ανώτερος υπάλληλος μιας κρατικής υπηρεσίας – Εκδ.) θα πάψει στο βαθμό που εμείς Θα εισάγουμε όχι μόνο την αρχή της εκλογής, αλλά και την αρχή της ανάκλησης, την αρχή της πληρωμής στη βάση του μέσου όρου του μισθού του εργάτη και επίσης την αντικατάσταση των κοινοβουλευτικών θεσμών με τους εργατικούς Θεσμούς -δηλαδή με τους Θεσμούς που εκείνοι που ψηφίζουν τους νόμους τους εφαρμόζουν κιόλας».
Προς ποια κατεύθυνση έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια ο σοβιετικός κρατικός μηχανισμός; Προς την κατεύθυνση της απλοποίησης και του χαμηλού κόστους; Της προλεταριοποίησης; Πλησιάζει προς τον εργάτη της πόλης και του χωριού; Μικραίνει το χάσμα ανάμεσα στον κυρίαρχο και τον κυριαρχούμενο; Πώς έχουν τα πράγματα σε ό,τι αφορά την εισαγωγή μιας μεγαλύτερης ισότητας στις συνθήκες ζωής, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις; Έχουμε κάνει πρόοδο σ’ αυτό τον τομέα; Είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορεί κανείς να δώσει μια καταφατική απάντηση έστω και σε μια μόνο απ’ αυτές τις ερωτήσεις.
Δε χρειάζεται, βέβαια, να πούμε ότι η πραγματική και πλήρη ισότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εξαφάνιση των τάξεων. Στην εποχή της ΝΕΠ, το καθήκον της εξίσωσης εμποδίστηκε και αναβλήθηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Για μας η ΝΕΠ δεν είναι ένας δρόμος προς τον καπιταλισμό, αλλά ένας δρόμος προς το σοσιαλισμό. Επομένως, η βαθμιαία προσέλκυση του συνόλου του εργαζόμενου πληθυσμού, μέχρι και τον τελευταίο άνθρωπο, στη δουλειά της διοίκησης του κράτους, η συστηματική πάλη για μεγαλύτερη ισότητα, παραμένει κάτω από την ΝΕΠ ένα από τα πιό σημαντικά καθήκοντα του Κόμματος. Αυτή η πάλη μπορεί να διεξαχθεί με επιτυχία μόνο πάνω στη βάση μιας αυξανόμενης εκβιομηχάνισης της χώρας και μιας εξύψωσης του ηγετικού ρόλου του προλεταριάτου σ’ όλους τους τομείς του υλικού και πολιτιστικού οικοδομήματος. Η πάλη αυτή για μεγαλύτερη ισότητα δεν αποκλείει, στη μεταβατική περίοδο, μια υψηλότερη πληρωμή στους ειδικευμένους εργάτες, μια αυξημένη πληρωμή για τους ειδικούς, μια καλύτερη πληρωμή των δασκάλων απ’ ότι στις καπιταλιστικές χώρες, κλπ.
Είναι αναγκαίο να έχουμε καθαρό στο νου μας ότι οι στρατιές των κρατικών υπαλλήλων έχουν μεγαλώσει σε αριθμό τα τελευταία αυτά χρόνια. Σταθεροποιούνται, ανυψώνονται γενικά πάνω από τον πληθυσμό, και δένονται με τα πλούσια στοιχεία της πόλης και του χωριού. Οι «οδηγίες» του 1925, που έδιναν εκλογικά δικαιώματα σε πολυάριθμα εκμεταλλευτικά στοιχεία, δεν ήταν παρά μια πολύ καθαρή έκφραση του γεγονότος ότι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός, διαμέσου των υψηλά ισταμένων του, είχε γίνει ευαίσθητος στην φορτικότητα των πλουσίων, των στοιχείων της κοινότητας που συσσώρευαν. Η ακύρωση αυτών των οδηγιών -που, στην πραγματικότητα, παραβίαζαν το σοβιετικό Σύνταγμα- ήταν ένα αποτέλεσμα της κριτικής της Αντιπολίτευσης. Αλλά οι πρώτες εκλογές κάτω από τις νέες οδηγίες είχαν ήδη αποκαλύψει, σ’ έναν αριθμό περιφερειών, την προσπάθεια, που ενθαρρυνόταν από τα πάνω, να περιοριστεί όσο το δυνατό περισσότερο ο κύκλος εκείνος των πλούσιων ομάδων που είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα. Το κέντρο του ζητήματος δεν ήταν, ωστόσο, αυτό. Με τη συνεχή σχετική αύξηση της νέας μπουρζουαζίας και των κουλάκων και το δέσιμό τους με τη γραφειοκρατία, με τη λαθεμένη πολιτική της ηγεσίας μας γενικά, οι κουλάκοι και σι Νέπμαν, ακόμα κι όταν τους έχουν αφαιρεθεί τα εκλογικά τους δικαιώματα, είναι ικανοί να επιδρούν στη σύνθεση και την πολιτική, τουλάχιστον, των κατώτερων οργάνων των Σοβιέτ, αν και παραμένουν στα παρασκήνια.
Η διάβρωση των Σοβιέτ από τα κατώτερα κουλάκικα και «μισοκουλάκικα» στοιχεία και την μπουρζουαζία των πόλεων, που άρχισε το 1925 και που, ως ένα βαθμό, σταμάτησε από την επίθεση της Αντιπολίτευσης, είναι ένα πολύ βαθύ πολιτικό προτσές, που η αγνόηση ή η απόκρυψή του θα απειλούσε την προλεταριακή δικτατορία με πολύ φοβερές συνέπειες.
Τα Σοβιέτ των πόλεων, τα κύρια όργανα για την εισαγωγή των εργατών και γενικά του εργαζόμενου λαού, μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο, στο καθήκον της διοίκησης του κράτους, έχουν χάσει τα τελευταία αυτά χρόνια την πραγματική σημασία τους. Αυτή είναι η έκφραση μίας αναμφίβολης αλλαγής στη σχέση των ταξικών δυνάμεων σε βάρος του προλεταριάτου. Το να αντισταθούμε σ’ αυτό το φαινόμενο διάμεσου μιας απλής «αναζωογόνησης» των Σοβιέτ. είναι παράλογο. Μπορούμε να αντισταθούμε μόνο με μια σταθερή ταξική πολιτική, με μια αποφασιστική αντεπίθεση στους νέους εκμεταλλευτές, με μια αναπτυσσόμενη δραστηριότητα και βαρύτητα του προλεταριάτου σ» όλους τους θεσμούς και τα όργανα του σοβιετικού κράτους χωρίς εξαίρεση.
Η «θεωρία» του Μόλοτοφ που λεει ότι δεν μπορούμε να ζητάμε μια στενή σχέση των εργατών με το κράτος και του κράτους με τους εργάτες, γιατί το κράτος μας είναι από τώρα, αυτό καθεαυτό, ένα εργατικό κράτος. («Πράβδα», 13 του Δεκέμβρη 1925), είναι η πιο κακοήθης φανταστική φόρμουλα του γραφειοκρατισμού και επικυρώνει από τα πριν κάθε γραφειοκρατική διαστροφή που μπορεί να συλλάβει κανείς. Η κριτική της αντιλενινιστικής «θεωρίας» του Μόλοτοφ -μια «θεωρία» που δέχεται την ανοιχτή ή σιωπηλή συμπάθεια πλατιών κύκλων της σοβιετικής γραφειοκρατίας- χαρακτηρίζεται, κάτω από τη σημερινή ηγεσία, σαν σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση. Αλλά μια βίαιη καταδίκη αυτής της «θεωρίας», όπως και κάθε άλλης παρόμοιας «θεωρίας», είναι ο απαραίτητος όρος για μια πραγματική πάλη ενάντια στις γραφειοκρατικές διαστροφές. Μια τέτοια πάλη δε σημαίνει απλά να μεταμορφώσεις έναν ορισμένο αριθμό εργατών σε κρατικούς υπαλλήλους. Σημαίνει να σύρεις τους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες κοντά σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό σ’ όλες τις καθημερινές δουλειές του.
Η σημερινή επίσημη πάλη ενάντια στο γραφειοκρατισμό, δε βασίζεται στην ταξική δραστηριότητα των εργατών, αλλά επιχειρεί να την αντικαταστήσει με τις προσπάθειες του ίδιου του μηχανισμού, και έχει δώσει και μπορεί να δώσει όχι ουσιαστικά αποτελέσματα. Σε πολλές περιπτώσεις ακόμα προωθεί και δυναμώνει το γραφειοκρατισμό που υπάρχει.
Στην εσωτερική ζωή των Σοβιέτ υπάρχει επίσης, και μπορεί να το παρατηρήσει κανείς τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από εντελώς αντιδραστικά προτσές. Τα Σοβιέτ ασχολούνται ολοένα και λιγότερο με το να θέτουν τα βασικά πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά ζητήματα. Έχουν γίνει απλά παραρτήματα των Εκτελεστικών Επιτροπών και των Προεδρείων. Η δουλειά της διοίκησης έχει εξολοκλήρου συγκεντρωθεί στα χέρια των τελευταίων. Η συζήτηση των προβλημάτων στις Ολομέλειες των Σοβιέτ είναι απλά μια συζήτηση – υποκρισία. Την ίδια στιγμή, η περίοδος για την επανεκλογή των σοβιετικών οργάνων προεκτείνεται και αυξάνει η ανεξαρτησία των τελευταίων από τον έλεγχο των εργατιών μαζών. Όλα αυτά ενισχύουν φοβερά το βάρος των κρατικών υπαλλήλων στη λύση όλων των ζητημάτων.
Η διοίκηση σημαντικών τομέων κοινοτικών υποθέσεων αφήνεται συχνά στα χέρια ενός ή δύο κομμουνιστών, που επιλέγουν τους ειδικούς και το επιτελείο τους, και συχνά εξαρτούνται ολοκληρωτικά απ’ αυτούς. Δεν υπάρχει η κατάλληλη εκπαίδευση των μελών του Σοβιέτ. Δεν σέρνονται στη δουλειά από τα κάτω προς τα πάνω. Έτσι έχουμε συνέχεια, παράπονα γύρω από την έλλειψη ειδικευμένων εργατών στο σοβιετικό μηχανισμό. Έτσι έχουμε μια παραπέρα εδραίωση της εξουσίας της γραφειοκρατίας.
Οι εκλεγμένοι ηγέτες σε σημαντικούς τομείς της σοβιετικής διοίκησης, στην πρώτη σύγκρουση με τον πρόεδρο του Σοβιέτ, παραμερίζονται. Σε περίπτωση σύγκρουσης με το γραμματέα της Περιφερειακής επιτροπής του Κόμματος απομακρύνονται ακόμα πιο γρήγορα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αρχή της εκλογής έχει υποβιβαστεί στο μηδέν, και η υπευθυνότητα απέναντι στους εκλογείς έχει χάσει κάθε νόημα.
Είναι αναγκαίο:
1. Να υιοθετήσουμε μια σταθερή πολιτική πάλης ενάντια στο γραφειοκρατισμό -να διεξάγουμε αυτή την πάλη όπως ο Λένιν ήθελε, πάνω στη βάση μιας πραγματικής πάλης να αναχαιτίσουμε τις εκμεταλλευτικές τάσεις της νέας μπουρζουαζίας και των κουλάκων, διαμέσου μιας συνεπούς ανάπτυξης της εργατικής δημοκρατίας στο Κόμμα, στα συνδικάτα και στα Σοβιέτ.
2. Να εφαρμόσουμε το σύνθημα να φέρουμε τον εργάτη, τον εργάτη γης, το φτωχό αγρότη και το μεσαίο αγρότη -ενάντια στον κουλάκο- σε άμεση επαφή με το κράτος, και να υποτάξουμε χωρίς όρους τον κρατικό μηχανισμό στα βασικά συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών.
3. Σαν βάση για την αναγέννηση των Σοβιέτ, να εξυψώσουμε την ταξική δραστηριότητα των εργατών, των εργατών γης, και των φτωχών και μεσαίων αγροτών.
4. Να μετατρέψουμε τα Σοβιέτ των πόλεων σε πραγματικά όργανα της προλεταριακής εξουσίας και εργαλεία για το τράβηγμα των πλατιών μαζών του εργαζόμενου λαού στο καθήκον της διοίκησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης -να εγκαθιδρύσουμε, όχι στα λόγια αλλά στην πράξη, τον έλεγχο των Σοβιέτ των πόλεων πάνω στη δουλειά των περιφερειακών εκτελεστικών επιτροπών και τα όργανα που βρίσκονται κάτω απ’ αυτές τις επιτροπές.
5. Να θέσουμε αμέσως ένα τέλος στην αντικατάσταση των εκλεγμένων από τα Σοβιέτ κρατικών υπαλλήλων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις μιας πραγματικής και απόλυτης αναγκαιότητας, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα αίτια θα πρέπει να γίνονται καθαρά στους εκλογείς
6. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο που ο πιο καθυστερημένος ανειδίκευτος εργάτης και η πιο αμαθής αγρότισσα να πεισθούν από την πείρα ότι σε κάθε κρατικό θεσμό θα βρίσκουν την προσοχή, τη συμβουλή και κάθε δυνατή βοήθεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Το Εθνικό Ζήτημα

Η γενική επιβράδυνση του ρυθμού της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, η αύξηση της νέας μπουρζουαζίας στην πόλη και την ύπαιθρο, το δυνάμωμα της αστικής διανόησης, η αύξηση του γραφειοκρατισμού στα όργανα του κράτους, το κακό εσωτερικό καθεστώς στο Κόμμα, και μαζί μ’ όλα αυτά η ανάπτυξη του μεγαλοϊδεάτικου σωβινισμού και το πνεύμα του εθνικισμού γενικά -όλα αυτά βρίσκουν την πιο αρρωστημένη τους έκφραση στις εθνικές Δημοκρατίες και Περιοχές (Εθνότητες). Οι δυσκολίες διπλασιάζονται από την ύπαρξη σ’ ορισμένες Δημοκρατίες προκαπιταλιστικών πολιτιστικών κατάλοιπων.
Με τη Νέα Οικονομική Πολιτική, ο ρόλος του ιδιωτικού κεφαλαίου μεγάλωσε με ιδιαίτερη ταχύτητα στις βιομηχανικά καθυστερημένες περιοχές, τις απομακρυσμένες από το κέντρο. Εκεί τα οικονομικά όργανα συχνά βασίζονται πάνω στους ιδιώτες καπιταλιστές. Αυτοί καθορίζουν τις τιμές χωρίς να υπολογίζουν την πραγματική κατάσταση των φτωχών και μεσαίων αγροτικών μαζών. Αυτοί ρίχνουν τεχνητά τους μισθούς των εργατών γης. Αυτοί επεκτείνουν υπέρμετρα το σύστημα των ιδιωτών και γραφειοκρατών μεσαζόντων ανάμεσα στη βιομηχανία και τους αγρότες που προσφέρουν τις πρώτες ύλες. Αυτοί οδηγούν τους συνεταιρισμούς προς την κατεύθυνση των πλούσιων στοιχείων στο χωριό. Αυτοί παραμελούν τα συμφέροντα των ιδιαίτερα καθυστερημένων ομάδων, των κτηνοτρόφων και κείνων που ως ένα μέρος ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Το ζωτικό καθήκον της πραγματοποίησης ενός πλάνου βιομηχανικής ανάπτυξης στις εθνικές Περιοχές, ιδιαίτερα ένα πλάνο εκβιομηχάνισης στην επεξεργασία των αγροτικών πρώτων υλών -έχει μείνει εντελώς στην άκρη.
Ο γραφειοκρατισμός, υποστηριζόμενος από το πνεύμα του μεγαλοϊδεάτικου σωβινισμού, έχει κατορθώσει να μεταμορφώσει τη σοβιετική συγκεντροποίηση σε μια πηγή σύγκρουσης, όπως η κατανομή των επίσημων θέσεων ανάμεσα στις εθνότητες (η Υπερκαυκάσια Ομοσπονδία). Έχει φθείρει τις σχέσεις ανάμεσα στο κέντρο και τις απομακρυσμένες περιοχές. Έχει υποβιβάσει, πραγματικά, στο μηδέν τη σημασία της Κοινωνίας των Εθνοτήτων. Έχει γίνει ο γραφειοκρατικός φρουρός στις αυτόνομες Δημοκρατίες σε σημείο να αποστερεί τις τελευταίες από το δικαίωμα να ταχτοποιούν τις διενέξεις που αφορούν τη γη ανάμεσα στον τοπικό και το ρώσικο πληθυσμό. Ακόμα και σήμερα, ο μεγαλοϊδεάτικος αυτός σωβινισμός, ιδιαίτερα όπως εκδηλώνεται δια-μέσου του κρατικού μηχανισμού, παραμένει ο κύριος εχθρός στο πλησίασμα και στην ενοποίηση των εργατών των διαφόρων εθνοτήτων.
Το πραγματικό στήριγμα της φτωχής αγροτιάς, το πλησίασμα της κύριας μάζας των μεσαίων αγροτών με τους φτωχούς αγρότες και τους εργάτες γης, και η οργάνωση αυτών των τελευταίων σε ανεξάρτητη ταξική δύναμη, αποκτάει μια ιδιαίτερη σημασία στις εθνικές Δημοκρατίες και Περιοχές. Χωρίς μια πραγματική οργάνωση των εργατών γης, χωρίς τη δημιουργία συνεταιρισμών και οργανώσεων των φτωχών, διατρέχουμε τον κίνδυνο να αφήσουμε την καθυστερημένη ανατολική ύπαιθρο στις παραδοσιακές συνθήκες της σκλαβιάς της, και τις ομάδες του Κόμματος σ’ αυτές τις περιοχές αποκομμένες εντελώς από τους εργαζόμενους.
Το καθήκον των κομμουνιστών στις πολύ καθυστερημένες ή τις μόλις αφυπνιζόμενες εθνότητες θα πρέπει να είναι να κατευθύνουν το προτσές της εθνικής αφύπνισης στο σοβιετικό σοσιαλιστικό κανάλι. Θέλουμε να σύρουμε τις εργαζόμενες μάζες στην οικονομική και πολιτιστική δουλειά της οικοδόμησης, ιδιαίτερα με την προώθηση της ανάπτυξης της τοπικής γλώσσας και των σχολείων και την «εθνικοποίηση» του σοβιετικού μηχανισμού.
Στις περιοχές όπου υπάρχουν προστριβές με άλλες εθνότητες ή εθνικές μειονότητες, ο εθνικισμός, συνοδεύοντας την αύξηση των αστικών στοιχείων, γίνεται συχνά φοβερά επιθετικός. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η «εθνικοποίηση» του τοπικού μηχανισμού γίνεται σε βάρος των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα των συνόρων γίνεται μια πηγή εθνικού πάθους. Η ατμόσφαιρα εργασίας στο Κόμμα, τα Σοβιέτ και τα συνδικάτα δηλητηριάζεται από τον εθνικισμό.
Η «Ουκρανοποίηση» και η «Τουρκμενοποίηση». κλπ., δεν μπορεί να γίνει παρά με το ξεπέρασμα των γραφειοκρατικών συνηθειών, με το ξεπέρασμα των μεγαλοϊδεάτικων συνηθειών στους θεσμούς και τα όργανα της Ένωσης. Δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο αν διατηρηθεί ο ηγετικός ρόλος του προλεταριάτου στις εθνικές Δημοκρατίες, μόνο αν στηριχτούμε στα κατώτερα στρώματα της υπαίθρου και διεξάγουμε έναν συνεχή και ασυμφιλίωτο αγώνα με τα κουλάκικα και σωβινιστικά στοιχεία.
Τα ζητήματα αυτά έχουν μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα στα βιομηχανικά κέντρα, όπως το Ντόμπας και το Μπακού, που ο προλεταριακός πληθυσμός τους είναι κυρίως από διαφορετική εθνότητα από κείνη της υπαίθρου που τα περιβάλλει. Σ’ αυτές τις συνθήκες μια σωστή πολιτική και πολιτιστική σχέση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο απαιτεί:
1. Μια ιδιαίτερα προσεχτική και γνήσια αδερφική στάση από μέρους της πόλης προς τις υλικές και πνευματικές απαιτήσεις της υπαίθρου που η εθνότητα του πληθυσμού της είναι διαφορετική.
2. Μια αποφασιστική αντίσταση σε κάθε αστική προσπάθεια να μπήξει μια σφήνα ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο -είτε με την καλλιέργεια μιας γραφειοκρατικής αλαζονείας προς τις αγροτικές περιοχές είτε με την καλλιέργεια ενός αντιδραστικού κουλάκικου φθόνου προς την πόλη.
Το γραφειοκρατικό μας καθεστώς αφήνει να παίξουν τους πραγματικούς ρόλους στην επιφανειακή του παράσταση της «εθνικοποίησης» οι κρατικοί υπάλληλοι, οι ειδικοί, οι μικροαστοί δάσκαλοι, που είναι συν-δεμένοι με αναρίθμητους κοινωνικούς δεσμούς με τα ανώτερα στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Αυτοί υποτάσσουν την πολιτική τους στα συμφέροντα των ανώτερων αυτών στρωμάτων. Αυτό απωθεί τους ντόπιους φτωχούς από το Κόμμα και τη σοβιετική εξουσία και τους ρίχνει στα χέρια των αστών εμπόρων, των τοκογλύφων, των αντιδραστικών παπάδων και των φεουδοπατριαρχικών στοιχείων. Την ίδια στιγμή, το γραφειοκρατικό μας καθεστώς απωθεί στο βάθος τα γνήσια κομμουνιστικά στοιχεία της εθνότητας, καταγγέλλοντάς τα συχνά για «παρέκκλιση», καταδιώκοντάς τα με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτό συνέβηκε, για παράδειγμα, με μια σπουδαία ομάδα γεωργιανών παλιών μπολσεβίκων που ρίχτηκαν σε δυσμένεια από την ομάδα του Στάλιν και που με θέρμη τα υπερασπίστηκε ο Λένιν στην τελευταία περίοδο της ζωής του.
Η ανύψωση των εργαζόμενων μαζών των εθνικών Δημοκρατιών και Περιοχών, που έγινε δυνατή με την Επανάσταση του Οκτώβρη, είναι ο λόγος που αυτές οι μάζες φιλοδοξούν να συμμετάσχουν άμεσα και ανεξάρτητα στην πρακτική οικοδόμηση. Το γραφειοκρατικό μας καθεστώς προσπαθεί να παραλύσει αυτή τη φιλοδοξία τρομάζοντας τις μάζες με την κραυγή του τοπικού εθνικισμού.

Το Δωδέκατο Συνέδριο του Κόμματός μας αναγνώρισε την αναγκαιότητα μιας πάλης «ενάντια στα λείψανα του μεγαλοϊδεάτικου σωβινισμού», «ενάντια στην οικονομική και πολιτιστική ανισότητα των εθνοτήτων μέσο στη Σοβιετική Ένωση», «ενάντια στα λείψανα του εθνικισμού σε μια ολόκληρη σειρά λαούς που έχουν υποφέρει το βαρύ φορτίο της εθνικής καταπίεσης». Η Τέταρτη Συνδιάσκεψη (1923) με τους υπεύθυνους ηγέτες των εθνικών Δημοκρατιών και Περιοχών δήλωσε ότι «ένα από το βασικά καθήκοντα του Κόμματος είναι η φροντίδα και η ανάπτυξη των κομμουνιστικών οργανώσεων ανάμεσα στα προλεταριακά και μισοπρολεταριακά στοιχεία των τοπικών πληθυσμών στις εθνικές Δημοκρατίες και Περιοχές». Η Συνδιάσκεψη δήλωσε ομόφωνα ότι οι κομμουνιστές που πηγαίνουν από το κέντρο στις καθυστερημένες Δημοκρατίες και Περιοχές πρέπει να παίζουν το ρόλο «όχι του παιδαγωγού και της νταντάς, αλλά του βοηθού, (Λένιν). Στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων όλη η δουλειά αναπτύχθηκε προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση. Οι επικεφαλής των εθνικών κομματικών μηχανισμών, που καθορίστηκαν από τη Γραμματεία της Κεντρικής Επιτροπής, παίρνουν τις πραγματικές αποφάσεις για όλα τα κομματικά και σοβιετικά ζητήματα. Έχουν παραμερίσει τους δραστήριους εργάτες των εθνοτήτων σαν ένα είδος δεύτερης σειράς κομμουνιστές που τους τραβάμε στη δουλειά μόνο για να εκπληρώσουν μια τυπική «λειτουργία αντιπροσώπου» (Κριμαία, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν, Ταταρία, ορεινή περιοχή του Βόρειου Καυκάσου, κλπ.). Η τεχνητή διαίρεση των τοπικών αγωνιστών σε «δεξιούς» και «αριστερούς» είναι ένα σύστημα που επιτρέπει στους διορισμένους από το κέντρο γραμματείς να κατευθύνουν, χωρίς κανένα έλεγχο, και τις δύο ομάδες.
Στον τομέα της εθνικής πολιτικής μας, όπως ακριβώς και σ’ άλλους τομείς, είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στη λενινιστική θέση:
1. Να κάνουμε μια ασύγκριτα πιο συστηματική, πιο συνεπή, πιο δυνατή προσπάθεια να ξεπεράσουμε τις εθνικές διαιρέσεις ανάμεσα στους εργάτες των διαφόρων εθνοτήτων -ιδιαίτερα με μια συμπεριφορά υπολογισμού των νεοφερμένων «εθνικών» εργατών, αναπτύσσοντας την ειδίκευσή τους και βελτιώνοντας τις συνθήκες ζωής και πολιτισμού τους. Να θυμόμαστε σταθερά ότι ο πραγματικός μοχλός για να φέρουμε την καθυστερημένη εθνική ύπαιθρο στην σοβιετική οικοδόμηση είναι να δημιουργήσουμε και να αναπτύξουμε προλεταριακά στελέχη στον τοπικό πληθυσμό.
2. Να αναθεωρήσουμε το πεντάχρονο οικονομικό πλάνο, με στόχο να επιταχύνουμε το ρυθμό εκβιομηχάνισης στην καθυστερημένη περιφέρεια, και να επεξεργαστούμε ένα δεκαπεντάχρονο πλάνο που θα λαβαίνει υπόψη του τα συμφέροντα των εθνικών Δημοκρατιών και Περιοχών. Να προσαρμόσουμε την πολιτική της κρατικής αγοράς μας στην ανάπτυξη μιας ειδικής καλλιέργειας ανάμεσα στους φτωχούς και μεσαίους αγρότες (μπαμπάκι στην Κεντρική Ασία, καπνό στην Κριμαία στην Αμπχαζία. κλπ.)- Η συνεταιριστική πιστωτική πολιτική, όπως και η εγγειοβελτιωτική πολιτική (στην Κεντρική Ασία, στην Υπερκαυκασία, κλπ.) πρέπει να στηρίζονται πάνω σε μια αυστηρή ταξική γραμμή σε αρμονία με το κύριο καθήκον της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Να δώσουμε μεγάλη προσοχή στην ανάπτυξη των συνεταιρισμών των κτηνοτρόφων, να εκπληρώσουμε την εκβιομηχάνιση κατεργασίας των αγροτικών πρώτων υλών με τρόπο προσαρμοσμένο στις τοπικές συνθήκες. Να αναθεωρήσουμε τη μεταναστευτική μας πολιτική σε πλήρη συμφωνία με μια σωστή πολιτική στο εθνικό ζήτημα.
3. Να φέρουμε σε πέρας συνειδητά την πολιτική της εθνικοποίησης των Σοβιέτ, όπως και του Κόμματος, των συνδικάτων και των μηχανισμών των συνεταιρισμών με πλήρη υπολογισμό των ταξικών σχέσεων και των σχέσεων ανάμεσα στις εθνότητες. Να διεξάγουμε μια πραγματική πάλη ενάντια στις «αποικιοκρατικές» παρεκκλίσεις στις δραστηριότητες του κράτους, των συνεταιρισμών και των άλλων οργάνων. Να περιορίσουμε τη γραφειοκρατική μεσολάβηση ανάμεσα στο κέντρο και τις περιφέρειες. Να μελετήσουμε την εμπειρία της Ομοσπονδίας της Υπερκαυκασίας από την άποψη αν προήγαγε ή απέτυχε να προάγει τη βιομηχανική και πολιτιστική ανάπτυξη των ενδιαφερομένων εθνοτήτων.
4. Να παραμερίσουμε συστηματικά κάθε εμπόδιο για να κάνουμε δυνατή την ένωση και τη συνεργασία των εργαζόμενων των διαφόρων εθνοτήτων στη Σοβιετική Ένωση, πάνω στη βάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της παγκόσμιας επανάστασης. Να διεξάγουμε έναν αποφασιστικό αγώνα ενάντια στη μηχανική επιβολή, πάνω στους εργάτες και τους αγρότες των άλλων εθνοτήτων, της εθνικής γλώσσας που κυριαρχεί. Μ’ αυτήν την έννοια οι εργαζόμενες μάζες θα πρέπει να έχουν την πλήρη ελευθερία να εκλέξουν. Τα πραγματικά δικαιώματα κάθε εθνικής μειονότητας μέσα στα σύνορα κάθε εθνικής Δημοκρατίας και Περιοχής πρέπει να είναι εξασφαλισμένα. Σ’ όλη αυτή τη δουλειά, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις ιδιαίτερες συνθήκες που υπάρχουν ανάμεσα στις πρώην καταπιεζόμενες εθνότητες και τις εθνότητες που ήταν προηγούμενα οι καταπιεστές τους.
5. Μια συνεπής εσωκομματική δημοκρατία πρέπει να εγκαθιδρύσει σε κάθε κανονική Δημοκρατία και Περιοχή. Μια απόλυτη αποκήρυξα της διοικητικής στάσης απέναντι στους μη Ρώσους, του διορισμού και της μεταφοράς από τα πάνω. Μια αποκήρυξη της πολιτικής της αυθαίρετης διαίρεσης των μη Ρώσων κομμουνιστών σε «δεξιούς» και «αριστερούς». Μια πιο προσεχτική προαγωγή και εκπαίδευση του τοπικού προλεταριάτου, μισοπρολεταριάτου, αγροτικού προλεταριάτου και δραστήριου (εναντίον των κουλάκων) εργαζόμενου αγρότη.
6. Αποκήρυξη της τάσης Ουστριάλοφ και κάθε άλλου είδους τάση μεγαλοϊδεατισμού – ιδιαίτερα στο κεντρικό Επιτροπάτο και γενικά στον κρατικό μηχανισμό. Μια εκπαιδευτική πάλη ενάντια στον τοπικό εθνικισμό πάνω στη βάση μιας καθαρής και συνεπούς ταξικής πολιτικής σε ότι αφορά το εθνικό ζήτημα.
7. Μεταμόρφωση του Σοβιέτ των Εθνοτήτων σ’ ένα πραγματικό όργανο που λειτουργεί δεμένο με τη ζωή των εθνικών Δημοκρατιών και Περιοχών, και πραγματικά ικανό να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους.
8. Μεγάλη προσοχή στη δουλειά των συνδικάτων στις εθνικές Δημοκρατίες και Περιοχές, και στο καθήκον εκπαίδευσης εθνικών προλεταριακών στελεχών. Η όλη δουλειά στα συνδικάτα πρέπει να διεξάγεται στην τοπική γλώσσα, και τα συμφέροντα κάθε εθνότητας και εθνικής μειοψηφίας να προστατεύονται.
9. Σε καμιά περίπτωση οι εκμεταλλευτές δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου.
10. Πρέπει να συγκληθεί η Πέμπτη Συνδιάσκεψη στο ζήτημα των εθνοτήτων πάνω στη βάση μιας πραγματικής αντιπροσώπευσης της βάσης.
11. Να δημοσιευτεί στον Τύπο το γράμμα του Λένιν για το εθνικό ζήτημα, που περιέχει μια κριτική της σταλινικής γραμμής πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Το Κόμμα

Κανένα κόμμα, στην παγκόσμια Ιστορία, δεν κέρδισε ποτέ τόσο γιγάντια νίκη όπως το Κόμμα μας, που για δέκα χρόνια τώρα, βρίσκεται επικεφαλής ενός προλεταριάτου και πραγματοποιεί τη δικτατορία του. Το Ρώσικο Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το βασικό εργαλείο της προλεταριακής επανάστασης. Το Ρώσικο Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το ηγετικό Κόμμα στην Κομμουνιστική Διεθνή. Ποτέ άλλο κόμμα δεν ανέλαβε παρόμοια διεθνή ιστορική ευθύνη όπως το δικό μας Κόμμα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, και επειδή κατέχει τέτοια δύναμη και εξουσία, το Κόμμα μας πρέπει άφοβα να κριτικάρει τα ίδια του τα λάθη. Πρέπει να ξεσκεπάζει τις ίδιες του τις σκοτεινές πλευρές και καθαρά να επισημαίνει τον κίνδυνο ενός πραγματικού εκφυλισμού, για να μπορεί να πάρει έγκαιρα μέτρα και να τον εμποδίσει. Έτσι γινόταν πάντα τον καιρό του Λένιν, που συνεχώς μας προειδοποιούσε ενάντια στον κίνδυνο να εκφυλιστούμε σε ένα «κόμμα χοντροκέφαλων», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 17, σελ. 112, αγγλική έκδοση). Δίνοντας πάρα κάτω την εικόνα της σημερινής κατάστασης στο Κόμμα μας, με όλες τις σκοτεινές του πλευρές, εμείς, η Αντιπολίτευση, εκφράζουμε καθαρά την πεποίθηση ότι με μια πραγματική Λενινιστική πολιτική, το Κόμμα θα κατανικήσει τις αδυναμίες του και θα υψωθεί στο επίπεδο των ιστορικών του καθηκόντων.
Η κοινωνική σύνθεση του Κόμματός μας διαρκώς χειροτερεύει τα τελευταία χρόνια. Την 1η του Γενάρη 1927, είχαμε στο Κόμμα την εξής σύνθεση (σε στρογγυλούς αριθμούς):
Εργάτες πραγματικά απασχολούμενους στη βιομηχανία και τις συγκοινωνίες: 430.000
Εργάτες γης: 15700
Αγρότες (απ’ αυτούς, περισσότεροι από τους μισούς, είναι τώρα κρατικοί υπάλληλοι): 303.000
Κρατικοί υπάλληλοι (απ’ αυτούς, περισσότεροι από τους μισούς ήταν προηγούμενα εργάτες): 462.000
Έτσι, την 1η Γενάρη, το Κόμμα μας αποτελούνταν στο 1/3 του από εργάτες εργοστασίων (στην πραγματικότητα, μόνο το 31 %) και στα 2/3 του από αγρότες, κρατικούς υπάλληλους, πρώην εργάτες, και «διάφορους».
Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο το Κόμμα μας έχασε περίπου 100.000 εργάτες. Οι «απώλειες τριβής» από το Κόμμα για το 1926 ανέρχονται σε 25.000 κομμουνιστές της βάσης από τους οποίους το 76,5% εργοστασιακοί εργάτες, («Ισβέστια» της Κ.Ε., Νο 24 και 25). Η τελευταία απογραφή των κομματικών μελών που συνοδεύτηκε από την λεγόμενη διαδικασία «ψιλοκοσκινίσματος», κατάληξε σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (που οπωσδήποτε ελαχιστοποιούν τα γεγονότα) στο διώξιμο 80.000 μελών από το Κόμμα, που στην τεράστια πλειοψηφία τους είναι βιομηχανικοί εργάτες. «Σε σχετικούς αριθμούς, η απογραφή, στην αρχή αυτού του χρόνου, αγκάλιασε τα 93,5% των μελών του Κόμματος». Έτσι, μόνο στη διαδικασία της επανεγγραφής με το «ψιλοκοσκίνισμα» διώχτηκε το 6,5% των μελών του Κόμματος (περίπου 80.000 μέλη). Ανάμεσα σ’ αυτούς τους «ψιλοδιωγμένους», γύρω στα 50% ήταν ειδικευμένοι και περισσότερο από το 1/3 μισοειδικευμένοι εργάτες. Η προσπάθεια του μηχανισμού της Κεντρικής Επιτροπής να ελαχιστοποιήσει τα ήδη ελαχιστοποιημένα αυτά στοιχεία έχει φανερά αποτύχει.
Αντί για τη «στρατολογία Λένιν», έχουμε ένα σταλινικό «ψιλοκοσκίνισμα».
Από την άλλη μεριά, 100.000 αγρότες έχουν γίνει μέλη στο Κόμμα μετά το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο, στην πλειοψηφία τους μεσαίοι χωρικοί. Το ποσοστό των εργατών γης είναι τελείως ασήμαντο.
2. Η κοινωνική σύνθεση των διοικητικών οργάνων του Κόμματος έχει ακόμα περισσότερο χειροτερέψει. Στις Επαρχιακές Επιτροπές το 29,5% είναι χωρικοί (στην προέλευση), το 24,4% είναι υπάλληλοι, κλπ. Το 81,6% των μελών αυτών των επιτροπών είναι κρατικοί υπάλληλοι. Ο αριθμός των εργοστασιακών εργατών στα ηγετικά σώματα του Κόμματος πλησιάζει στο μηδέν. Στις Περιφερειακές Επιτροπές, είναι το 13,2%, στις Επαρχιακές Επιτροπές κυμαίνεται από 9,8% μέχρι 16,1%. (βλέπε «Επιθεώρηση του Τμήματος Στατιστικής της ΚΕ» 10 Ιούνη 1927).
Στο ίδιο το Κόμμα, το 1/3 περίπου των μελών είναι βιομηχανικοί εργάτες, αλλά στα όργανα εκείνα του Κόμματος όπου παίρνονται οι αποφάσεις, οι βιομηχανικοί εργάτες δεν είναι παρά το 1/10. Αυτό αποτελεί έναν σοβαρό κίνδυνο για το Κόμμα. Τα συνδικάτα προχωρούν στον ίδιο δρόμο (δες το κεφάλαιο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης και τα συνδικάτα»). Αυτό δείχνει ότι ένα τεράστιο κομμάτι εξουσίας μας έχουν αποσπάσει οι «διοικητικοί» που προέρχονται από τους μικροαστικούς κύκλους, καθώς και οι «εργατικοί γραφειοκράτες». Αυτός είναι ο σίγουρος δρόμος της «αποπρολεταριοποίησης» του Κόμματος.
3. Ο ρόλος των «ex-ers» (Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκοι) στον κομματικό μηχανισμό, και, γενικά, στα ηγετικά πόστα έχει αυξηθεί. Την εποχή του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου, το 38% απ’ αυτούς που κατείχαν υπεύθυνες και διευθυντικές θέσεις στον Τύπο μας ήταν άτομα που είχαν έρθει σε μας από άλλα κόμματα (Ραπόρτο από το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο, σελ. 83). Σήμερα η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Η σημερινή διεύθυνση του μπολσεβίκικου Τύπου του Κόμματος βρίσκεται είτε στα χέρια της ρεβιζιονιστικής σχολής των «νέων» (Σλέπκοφ, Στέτσκι, Μαρέτσκι και άλλων), είτε στα χέρια πρώην Σοσιαλεπαναστατών και Μενσεβίκων. Το 1/4 περίπου των ανώτερων στελεχών των δραστήριων στοιχείων στο Κόμμα αποτελείται από πρώην Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκους.
4. Ο γραφειοκρατισμός αναπτύσσεται σ’ όλους τους τομείς, αλλά η ανάπτυξή του είναι ιδιαίτερα καταστροφική στο Κόμμα. Ο σημερινός «ηγετικός» κομματικός γραφειοκράτης αντιλαμβάνεται τα πράγματα με τον ακόλουθο τρόπο: «Έχουμε μέλη του Κόμματος που δεν καταλαβαίνουν ακόμα καλά το ίδιο το κόμμα -τι ακριβώς είναι αυτό. Σκέπτονται ότι το Κόμμα αρχίζει από τον πυρήνα -ο πυρήνας είναι το πρώτο λιθάρι, έπειτα έρχεται η τοπική επιτροπή, και λοιπά, και έτσι ολοένα προς τα πάνω, μέχρι που φτάνουμε στην Κεντρική Επιτροπή. Αυτό δεν είναι σωστό (!!!). Το Κόμμα μας πρέπει να το βλέπουμε από τα πάνω προς τα κάτω. Και αυτή η αντίληψη πρέπει να διαπερνά όλες τις πρακτικές σχέσεις και ολόκληρη τη δουλειά του Κόμματος», (Λόγος που εκφωνήθηκε από τον Δεύτερο Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του Βόρειου Καυκάσου, στο Μολότ, 27 του Μάη 1927).
Οι ορισμοί της εσωκομματικής δημοκρατίας που μας δίνουν πιο υπεύθυνοι σύντροφοι, όπως οι Ουλγκάνοφ, Μολότοφ, Γκαγκάνοβιτζ κλπ, καταλήγουν ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα («Πράβδα» 4 του Ιούνη 1926).
Η «νέα» αυτή αντίληψη είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Αν πράγματι αποδεχόμασταν ότι το Κόμμα μας «πρέπει να το βλέπουμε από τα πάνω προς τα κάτω», αυτό θα σήμαινε ότι το Λενινιστικό Κόμμα, το Κόμμα της μάζας των εργατών, δεν υπάρχει πια.
5. Τα τελευταία λίγα χρόνια έχουμε δει μια συστηματική κατάργηση της εσωκομματικής δημοκρατίας -στην παραβίαση ολόκληρης της παράδοσης του Μπολσεβίκικου Κόμματος, στην παραβίαση των άμεσων αποφάσεων μιας σειράς κομματικών Συνεδρίων. Η πραγματική εκλογή των ηγετικών στελεχών στην τωρινή πρακτική, ξεψυχάει. Οι οργανωτικές αρχές του Μπολσεβικισμού διαστρεβλώνονται σε κάθε βήμα. Το καταστατικό του Κόμματος αλλάζει συστηματικά για να αυξήσει τον όγκο των δικαιωμάτων στην κορυφή και να περιορίσει τα δικαιώματα των πυρήνων στη βάση. Η θητεία των Επαρχιακών, Τοπικών και Περιφερειακών Επιτροπών παρατείνεται από την Κεντρική Επιτροπή σε ένα, δύο ή και περισσότερα χρόνια.
Η ηγεσία των Περιφερειακών Επιτροπών, των Περιφερειακών Εκτελεστικών Επιτροπών, των Περιφερειακών Συμβουλίων των συνδικάτων, κλπ., είναι στην πραγματικότητα, αμετακίνητη (για περίοδες από τρία μέχρι πέντε ή και περισσότερα χρόνια). Το δικαίωμα κάθε μέλους του Κόμματος, κάθε ομάδας μελών του Κόμματος, να «βάζουν τις βασικές διαφορές τους στην κρίση ολόκληρου του Κόμματος» (Λένιν) έχει. στην πραγματικότητα, καταργηθεί. Τα Συνέδρια και οι Συνδιασκέψεις καλούνται χωρίς προηγούμενη ελεύθερη συζήτηση (όπως γινόταν πάντα στην εποχή του Λένιν) για όλα τα ζητήματα, απ’ ολόκληρο το Κόμμα. Η απαίτηση για μια τέτοια συζήτηση θεωρείται σαν παραβίαση της κομματικής πειθαρχίας. Τα λόγια του Λένιν, ότι «το Μπολσεβίκικο «επιτελείο» πρέπει στην πράξη να στηρίζεται στην τίμια και συνειδητή θέληση του στρατού, που ακολουθεί το επιτελείο του, αλλά ταυτόχρονο κατευθύνει το επιτελείο του», έχουν εντελώς ξεχαστεί, (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τομ. 4ος, σελ. 318).
Τώρα μέσα στο Κόμμα -σαν φυσικό επακόλουθο της γενικής πορείας-  λαβαίνει χώρα ένα εξαιρετικά ενδεικτικό προτσές παραγκωνισμού των παλιών κομματικών μελών, που έζησαν ολόκληρη την περίοδο της παρανομίας, ή τουλάχιστον τον εμφύλιο πόλεμο, και είναι ανεξάρτητα και ικανά να υπερασπίζονται τις απόψεις τους. Αυτά αντικαθιστούνται από καινούργια στοιχεία, που διακρίνονται κυρίως για την αναμφισβήτητη υπακοή τους. Λυτή η υπακοή, καλλιεργημένη από τα πάνω στο όνομα της επαναστατικής πειθαρχίας, δεν έχει στην πραγματικότητα «Τίποτα το κοινό με την επαναστατική πειθαρχία. Όχι σπάνια, νέοι κομμουνιστές, που διαλέγονται από κείνους τους εργάτες που πάντα διακρίνονταν για την υποταγή τους στις παλιές προεπαναστατικές αρχές, προωθούνται τώρα σε θέσεις – κλειδιά στους εργατικούς πυρήνες και
στη διοίκηση. Αυτοί κερδίζουν την εύνοια δείχνοντας την οξεία εχθρότητα στους παλιούς εργάτες – μέλη. στους ηγέτες της εργατικής τάξης στις πιο σκληρές στιγμές της επανάστασής της.
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται με πιο αποκρουστική μορφή στον κρατικό μηχανισμό, όταν έρχεται κανείς σε επαφή με το τέλειο πρόσωπο του «κομματικού» υπεύθυνου στα Σοβιέτ. Στις επίσημες εκδηλώσεις ορκίζεται στον Οκτώβρη. Διακρίνεται από μια πλήρη αδιαφορία προς τα καθήκοντά του. Ζει με όλες τις ρίζες του βυθισμένες σ’ ένα αστικό περιβάλλον. Στην ιδιωτική του ζωή εκμεταλλεύεται την ηγετική του θέση και στις κομματικές συγκεντρώσεις «ρίχνεται» στην Αντιπολίτευση. Τα πραγματικά δικαιώματα ενός κομματικού μέλους στην κορυφή (πάνω απ’ όλα, του Γραμματέα) είναι πολλές φορές περισσότερα απ’ ό,τι τα πραγματικά δικαιώματα 100 μελών της βάσης. Η αυξανόμενη αυτή αντικατάσταση του κόμματος από τον ίδιο του το μηχανισμό, προωθείται από τη «θεωρία» του Στάλιν, που αρνείται την απαραβίαστη για κάθε μπολσεβίκο λενινιστική αρχή, ότι η δικτατορία του προλεταριάτου πραγματοποιείται και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο διαμέσου της δικτατορίας του Κόμματος.
Το ξεψύχισμα της εσωκομματικής δημοκρατίας οδηγεί στο ξεψύχισμα της εργατικής δημοκρατίας γενικά -στα συνδικάτα και σ’ όλες τις άλλες μη κομματικές μαζικές οργανώσεις.
Οι εσωκομματικές διαφορές διαστρεβλώνονται. Για ένα και μόνο ζήτημα μπορεί να γίνεται βίαιη πολεμική για μήνες και χρόνια, ενάντια στις απόψεις των μπολσεβίκων, που αποκηρύσσονται σαν «η Αντιπολίτευση», ενώ σ’ αυτούς τους μπολσεβίκους δεν επιτρέπεται να εκθέσουν τις πραγματικές απόψεις τους στις σελίδες του κομματικού Τύπου. Χτεσινοί μενσεβίκοι, σοσιαλεπαναστάτες, καντέτοι, μπουντιστές, σιωνιστές, επιτίθενται και αποκηρύσσουν μέσα από τις σελίδες της «Πράβδα», ντοκουμέντα που έχουν υποβληθεί στην Κεντρική Επιτροπή, από μέλη της. Αποκόβουν και διαστρεβλώνουν ξεκομμένες φράσεις από αυτά τα ντοκουμέντα. Αλλά τα ίδια τα ντοκουμέντα ποτέ δε δημοσιεύονται. Οι κομματικές ομάδες υποχρεώνονται να ψηφίσουν «αποκηρύξεις» ντοκουμέντων που είναι εντελώς άγνωστα σ’ αυτές
Το Κόμμα υποχρεώνεται να κρίνει τις διαφωνίες μας στη βάση των επίσημων «ερμηνειών» και πλαισίων, συχνά ανόητων και διαστρεβλωμένων που προκαλούν αηδία στον καθένα. Τα λόγια του Λένιν,« Όποιος πιστεύει στα λόγια, είναι ένας αθεράπευτα ηλίθιος», έχουν αντικατασταθεί από μια νέα φόρμουλα: «Όποιος δεν πιστεύει στις επίσημες διαβεβαιώσεις είναι ένας Αντιπολιτευόμενος». Οι εργοστασιακοί εργάτες που συμπαθούν την Αντιπολίτευση, υποχρεώνονται να πληρώσουν τις απόψεις τους με ανεργία. Το μέλος της βάσης του Κόμματος μπορεί να πει ανοιχτά τη γνώμη του. Οι παλιοί εργάτες του Κόμματος έχουν αποστερηθεί από το δικαίωμα να εκφραστούν, είτε διαμέσου του Τύπου είτε μέσα από τις συγκεντρώσεις.
Οι μπολσεβίκοι που υπερασπίζονται τις ιδέες του Λένιν, κατηγορούνται με δολιότητα ότι θέλουν να δημιουργήσουν «δύο κόμματα». Αυτή η κατηγορία εφευρέθηκε σκόπιμα για να στρέψουν ενάντια στην Αντιπολίτευση τους εργάτες, που φυσικά υπερασπίζονται με πάθος την ενότητα του Κόμματός τους. Κάθε λέξη κριτικής ενάντια στα χοντροκομμένα μενσεβίκικα λάθη του Στάλιν (πάνω στα προβλήματα της Κινέζικης Επανάστασης, της Αγγλορωσικής Επιτροπής, κλπ.) καταγράφεται σαν μια «πάλη ενάντια στο Κόμμα». Κι αυτό, όταν ο Στάλιν δε ρώτησε ποτέ το Κόμμα είτε για την πολιτική του στην Κίνα, είτε για οποιοδήποτε άλλο σημαντικό ζήτημα. Η κατηγορία ότι η Αντιπολίτευση θέλει να δημιουργήσει «δύο κόμματα», επαναλαμβάνεται καθημερινά από εκείνους που δεν έχουν άλλο σκοπό από το να αποψιλώσουν το Κόμμα από τα Μπολσεβίκικα – Λενινιστικά μέλη του, κι έτσι να μπορούν ελεύθερα να ακολουθούν την οπορτουνιστική πολιτική τους.
6. Ολόκληρη η εκπαιδευτική δουλειά του Κόμματος, όλη η βασική πολιτική εκπαίδευση, έχει τώρα υποβιβαστεί σε μια πορεία δελεασμού της Αντιπολίτευσης. Η μέθοδος της πειθούς δεν έχει μόνο σχεδόν ολοκληρωτικά αντικατασταθεί από τη μέθοδο του εξαναγκασμού, αλλά και συμπληρώνεται από τη μέθοδο της εξαπάτησης του Κόμματος. Την κομματική εκπαίδευση, που έχει αναχθεί σε απλή επίσημη προπαγάνδα, γενικά τείνουν να την αποφύγουν. Η συμμετοχή στις συγκεντρώσεις, στα κομματικά σχολεία και στις ομάδες μελέτης έχει μειωθεί υπερβολικά, αφού το μόνο σκοπό που έχουν είναι να δελεάσουν την Αντιπολίτευση. Το Κόμμα χρησιμοποιεί μια παθητική αντίσταση ενάντια στη σημερινή λαθεμένη πορεία του μηχανισμού.
7. Δεν είναι μόνο ο καριερισμός, ο γραφειοκρατισμός και η ανισότητα που έχουν αναπτυχθεί μέσα στο Κόμμα τα τελευταία χρόνια, αλλά και τα βρώμικα ρεύματα από ξένες και ταξικά εχθρικές πηγές που εισρέουν μέσα σ’ αυτό -για παράδειγμα ο αντισημιτισμός. Και μόνο για την αυτοσυντήρηση του Κόμματος είναι αναγκαία μια διαρκής πάλη ενάντια σε αυτή τη μόλυνση.
8. Παρόλα αυτά τα γεγονότα, τα πυρά της καταπίεσης κατευθύνονται αποκλειστικά προς τα αριστερά. Έχει πια γίνει πολύ συνηθισμένο να διαγράφονται Αντιπολιτευόμενοι γιατί μίλησαν σε συγκέντρωση των Πυρήνων τους, γιατί μιλούν με οξύτητα, γιατί αποπειρώνται να διαβάσουν τη Διαθήκη του Λένιν. Ανάλογα με το επίπεδο της πολιτικής κατανόησης, και, το πιο σπουδαίο, λόγω της αφοσίωσής τους στους σκοπούς του Κόμματος, οι διαγραμμένοι στέκονται συχνά υψηλότερα
από κείνους που τους διέγραψαν. Βρίσκονται έξω από το Κόμμα, γιατί έκαναν το έγκλημα να μην «εμπιστεύονται» τον Τσαγκ Και Σεκ, τον Πόρσελ, να είναι «απαισιόδοξοι» προς αυτούς ή προς τους δικούς τους γραφειοκράτες -μα ωστόσο αυτοί οι σύντροφοι συνεχίζουν να ζουν τη ζωή του Κόμματός μας. Το υπηρετούν πολύ πιο ειλικρινά απ’ ό,τι ο περισσότεροι από τους καριερίστες και φιλισταίους που εξακολουθούν να είναι μέλη.
9. Το κλίμα καταδιώξεων και απειλών που κυριαρχεί σήμερα και που φανερά αυξάνει καθώς πλησιάζει το Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο, αποσκοπεί στην ακόμα μεγαλύτερη τρομοκράτηση του Κόμματος. Είναι η απόδειξη ότι η ενωμένη φράξια του Στάλιν και του Ρίκοφ, για να σκεπάσει τα πολιτικά της λάθη, αναγκάζεται να καταφύγει σε πιο ακραία ακόμα μέτρα. Σε κάθε συνέδριο και συνδιάσκεψη βάζει το Κόμμα μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα.
10. Η πολιτική γραμμή της Κεντρικής Επιτροπής (που χαράχτηκε στο Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο πάνω στη βάση της αλληλεγγύης με τον Στάλιν) είναι λαθεμένη. Παρά τις ταλαντεύσεις του, ο σημερινός πυρήνας της Κεντρικής Επιτροπής κινείται διαρκώς προς τα δεξιά. Η κατάργηση της εσωκομματικής δημοκρατίας είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ριζικά λαθεμένης πολιτικής γραμμής. Στο βαθμό που αντανακλά την πίεση των μικροαστικών στοιχείων, η επιρροή των μη προλεταριακών στρωμάτων που περισφίγγουν το Κόμμα μας, πρέπει αναπόφευκτα να προωθείται δια της βίας από τα πάνω.
Στη θεωρητική σφαίρα, η ονομαζόμενη «νεότερη σχολή» έχει το μονοπώλιο. Είναι μια σχολή ρεβιζιονιστών, που είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή να φέρουν σε πέρας κατά γράμμα τις οδηγίες του μηχανισμού. Τα καλύτερα στοιχεία της μπολσεβίκικης νεολαίας, εμποτισμένα από τις πραγματικές παραδόσεις του Μπολσεβίκικου Κόμματος, όχι μόνο διαγράφονται μαζικά, μα και καταδιώκονται.
Στην οργανωτική σφαίρα, η υποταγή του Πολιτικού Γραφείου στη Γραμματεία και της Γραμματείας στο Γενικό Γραμματέα, έχει προ πολλού γίνει ένα τετελεσμένο γεγονός. Ο χειρότερος φόβος που εκφράστηκε από τον Λένιν στη Διαθήκη του -ο φόβος ότι ο Στάλιν δε θα ήταν αρκετά αφοσιωμένος, δεν θα χρησιμοποιούσε μ’ ένα κομματικό τρόπο την «απεριόριστη εξουσία» που είχε «συγκεντρωμένη στα χέρια του» -επαληθεύτηκε (Γράμματα του Λένιν, 22 Δεκέμβρη 1922 και 4 Γενάρη 1923).
Σήμερα, υπάρχουν τρεις βασικές τάσεις στην Κεντρική Επιτροπή όργανα του Κόμματος και του κράτους γενικά.
Η πρώτη τάση αντιπροσωπεύει μια ειλικρινή και ανοιχτή πορεία προς τα δεξιά. Αυτή η τάση, με τη σειρά της. αποτελείται από δυο ομάδες. Η μία απ’ αυτές, με τον οπορτουνισμό και την ευκαμψία της, εκφράζει σε ένα σημαντικό βαθμό τον «οικονομικά παντοδύναμο» μεσαίο χωρικό. Η πορεία της καθοδηγείται από αυτόν και εμψυχώνεται από τα ιδανικά του. Αυτή είναι η ομάδα των συντρόφων Ρίκοφ, Α.Π. Σμιρνόφ, Καλίνιν, Τζ. Πετρόφσκι, Τσιουμπάρ, Καμίνσκι και άλλων. Γύρω από αυτούς και στο άμεσο περιβάλλον τους δουλεύουν οι «εξωκομματικοί» -Κοντράτιεφ, Σαντίρινς, Τσαγιάνοφ και άλλοι πολιτικά «επιχειρησιακοί πράκτορες» των πλούσιων αγροτών, που κηρύσσουν λίγο-πολύ ανοιχτά τα δόγματα του Ουστριάλοφ. Σε κάθε Περιφέρεια και συχνά σε κάθε Περιοχή μπορεί κανείς να συναντήσει τους-μικρούς Κοντράτιεφ και Σαντίρινς, που απολαμβάνουν το κομμάτι της πραγματικής εξουσίας και της επιρροής τους. Η άλλη ομάδα της πρώτης αυτής γενικής τάσης απαρτίζεται από συνδικαλιστές ηγέτες που αντιπροσωπεύουν τα πιο καλοπληρωμένα στρώματα των εργατών και των υπαλλήλων. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας είναι η επιθυμία της για στενότερες σχέσεις με τη Διεθνή του Άμστερνταμ. Ηγέτες της είναι οι σύντροφοι Τόμσκι, Μελνισάνσκι, Ντογκάντοφ και άλλοι. Ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες υπάρχει μια κάποια τριβή, αλλά είναι ενωμένοι στην επιθυμία τους να εκτρέψουν την πορεία του Κόμματος και του Σοβιετικού κράτους προς τα δεξιά, τόσο στη διεθνή όσο και στην εσωτερική πολιτική. Και οι δυο ομάδες διακρίνονται από την περιφρόνησή τους προς τις θεωρίες του Λένιν και από την τάση τους να αρνηθούν την ταχτική της παγκόσμιας επανάστασης.
Η δεύτερη τάση είναι ο «κεντρισμός» του επίσημου μηχανισμού. Οι ηγέτες αυτής της τάσης είναι οι σύντροφοι Στάλιν, Μόλοτοφ, Ουγκλάνοφ, Γκαγκάνοβιτς. Μικογιάν, Κίροφ. Είναι, ντε φάκτο, το σημερινό Πολιτικό Γραφείο. Ο Μπουχάριν, που ταλαντεύεται ανάμεσα στη μια πλευρά και στην άλλη, «γενικεύει» την πολιτική αυτής της ομάδας. Από μόνη της, η επίσημη κεντριστική αυτή ομάδα δεν εκφράζει καθόλου τη στάση μιας πλατιάς μάζας, αλλά προσπαθεί -όχι χωρίς επιτυχία- να τοποθετήσει τον εαυτό της μέσα στο χώρο του Κόμματος. Η κάστα των «διοικητών» -στο Κόμμα, στα συνδικάτα, στα βιομηχανικά όργανα, στους συνεταιρισμούς, στον κρατικό μηχανισμό- αριθμεί τώρα δεκάδες χιλιάδες μέλη. Ανάμεσα σ’ αυτούς δεν είναι λίγοι οι «εργάτες» γραφειοκράτες -πρώην εργάτες, δηλαδή, που έχουν χάσει κάθε επαφή με τις εργαζόμενες μάζες.
Είναι περιττό να προσθέσουμε ότι στα όργανα της διοίκησης και της ηγεσίας, που είναι τρομερά σπουδαία για την τύχη της επανάστασης, μπορεί να βρει κανείς χιλιάδες στωικούς επαναστάτες, εργάτες που δεν έχουν σπάσει τους δεσμούς τους με τις μάζες, αλλά δίνουν τον εαυτό τους, την ψυχή και σώμα τους για την εργατική υπόθεση. Αυτοί είναι που κάνουν την πραγματική δουλειά του κομμουνισμού, σ’ αυτά τα ιδρύματα.
Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο εκφυλισμός της πολιτικής μας πορείας και του κομματικού μας καθεστώτος γεννά μια τεράστια κάστα γνήσιων γραφειοκρατών.
Η πραγματική δύναμη αυτής της κάστας είναι τεράστια. Είναι ακριβώς αυτή η ομάδα των «διοικητών» που επιμένουν στην «ηρεμία», στην «αφοσίωση στη δουλειά» -και πάνω απ’ όλα στην εντολή «όχι συζήτηση» Είναι αυτή ακριβώς η ομάδα, που με ικανοποίηση ανακοινώνει (και μερικές φορές το πιστεύει πραγματικά) ότι έχουμε ήδη «σχεδόν φτάσει στο σοσιαλισμό», ότι «τα 9/10 του προγράμματος» της σοσιαλιστικής επανάστασης έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Είναι αυτή η ομάδα που «βλέπει από τα πάνω προς τα κάτω» όλο το Κόμμα, και ακόμα περισσότερο από πάνω προς τα κάτω τους ανειδίκευτους εργάτες, τους άνεργους, τους μισθωτούς εργάτες γης. Αυτή η ομάδα βλέπει σαν κύριο εχθρό της την αριστερά- δηλαδή τους επαναστάτες λενινιστές. Αυτή η ομάδα ρίχνει το σύνθημα «Φωτιά στα αριστερά».
Για την ώρα οι δύο αυτές τάσεις, η δεξιά και το κέντρο, ενώνονται στο κοινό τους μίσος προς την Αντιπολίτευση. Η αποκοπή της Αντιπολίτευσης θα επιτάχυνε αναπόφευκτα τη σύγκρουση ανάμεσά τους.
Η τρίτη τάση είναι η λεγόμενη Αντιπολίτευση. Είναι η λενινιστική πτέρυγα του Κόμματος. Η αξιοθρήνητη απόπειρα να την παρουσιάσουν σαν μια αντιπολίτευση από τα δεξιά, (μια «Σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση», κλπ.), αντανακλά την ανάγκη της κυρίαρχης ομάδας να καλύψει τον οπορτουνισμό της. Η Αντιπολίτευση υπερασπίζεται την ενότητα του Κόμματος. Ο Στάλιν προπαγανδίζει το δικό του πρόγραμμα-για να αντιμετωπίσει την Αντιπολίτευση- κάτω από την ψεύτικη σημαία και το πρόσχημα ότι η Αντιπολίτευση θέλει να δημιουργήσει ένα «δεύτερο» κόμμα. Η Αντιπολίτευση απαντάει με το σύνθημά της: «Ενότητα του Λενινιστικού Ρώσικου Κομμουνιστικού Κόμματος, με κάθε θυσία». Η Πλατφόρμα της Αντιπολίτευσης είναι αυτό το ντοκουμέντο. Τα εργατικά τμήματα του Κόμματος και όλοι οι γνήσιοι Μπολσεβίκοι – Λενινιστές θα την υποστηρίξουν.
Οι προσωπικές λιποταξίες από την Αντιπολίτευση είναι αναπόφευκτες μέσα στις δύσκολες συνθήκες που είναι υποχρεωμένη να παλεύει για την υπόθεση του Λένιν. Ανατοποθετήσεις ξεχωριστών προσώπων ανάμεσα στις ηγεσίες των τριών τάσεων θα υπάρξουν. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τα ουσιαστικά στοιχεία της υπόθεσης.
11. Όλα τα παραπάνω γεγονότα, παρμένα μαζί, συνιστούν μια κομματική κρίση. Οι εσωκομματικές διαφωνίες βαθαίνουν συνεχώς μετά το θάνατο του Λένιν, και περιλαβαίνουν ένα αυξανόμενο αριθμό θεμελιακών προβλημάτων.
Η θεμελιακή διάθεση της κομματικής μάζας είναι η θέληση για ενότητα. Το σημερινό καθεστώς εμποδίζει το Κόμμα να κατανοήσει την κατεύθυνση από την οποία προέρχεται ο κίνδυνος για την ενότητα. Οι (συνωμοσίες του Στάλιν αποσκοπούν στο να βάζουν τα κομματικά μέλη, σε κάθε οξύ ή σπουδαίο ζήτημα, μπροστά στο δίλημμα: Ή θα αποκηρύξεις τη γνώμη σου ή θα κατηγορηθείς ότι θέλεις ένα σχίσμα.
Το καθήκον μας είναι να διατηρήσουμε την ενότητα του Κόμματος με κάθε θυσία, να αντισταθούμε αποφασιστικά στην πολιτική των σχισμάτων, του ακρωτηριασμού, των διαγραφών, κλπ. -αλλά ταυτόχρονα να εγγυηθούμε στο Κόμμα το δικαίωμά του για ελεύθερη συζήτηση και αποφάσεις πάνω σ’ όλες τις διαφωνίες μέσα στα πλαίσια αυτής της ενότητας.
Ξεσκεπάζοντας τα λάθη και τις ανωμαλίες της σημερινής κατάστασης στο Κόμμα, η Αντιπολίτευση είναι βαθιά πεπεισμένη ότι η κύρια μάζα του εργατικού τμήματος του Κόμματος, θα αποδειχτεί ικανή, ενάντια σ’ όλα τα εμπόδια, να επαναφέρει το Κόμμα στο δρόμο του Λενινισμού. Το κύριο καθήκον της Αντιπολίτευσης είναι να βοηθήσει σ’ αυτή την πορεία.

Πρακτικές Προτάσεις

Είναι αναγκαίο;
1. Να προετοιμάσουμε το Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο πάνω στη βάση μιας εσωκομματικής Δημοκρατίας, όπως το κάναμε στην εποχή του Λένιν. «Κάθε μέλος του Κόμματος -έγραφε ο Λένιν- θα πρέπει να αρχίσει να μελετάει αμερόληπτα και με τη μεγαλύτερη εντιμότητα: πρώτον, την ουσία των διαφωνιών και, δεύτερο την πορεία ανάπτυξης της σύγκρουσης στο Κόμμα… Είναι αναγκαίο να μελετήσουμε και το ένα πράγμα και το άλλο, απαιτώντας χωρίς όρους τα απολύτως ακριβή αυτά ντοκουμέντα που θα πρέπει να εκδοθούν και θα πρέπει να είναι διαθέσιμα να ελεγχθούν από κάθε άποψη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμος 18ος, σελ. 29). Η Κεντρική Επιτροπή θα πρέπει να κάνει καθετί δυνατό ώστε το κάθε μέλος του Κόμματος να μελετήσει την ουσία των τωρινών εσωκομματικών διαφορών και την πορεία ανάπτυξης της τωρινής πάλης. Θα πρέπει να το κάνει αυτό δημοσιεύοντας, στον Τύπο και σε ειδικές συλλογές και σε μπροσούρες, όλα τα ντοκουμέντα που μέχρι τώρα είχαν αποκρυφτεί από το Κόμμα.
Κάθε σύντροφος και κάθε ομάδα συντρόφων πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν την άποψή τους μπροστά στο Κόμμα, στον τύπο, στις συγκεντρώσεις, κλπ. Τα Σχέδια Θέσεων (οι Πλατφόρμες) της Κεντρικής Επιτροπής, των τοπικών οργανώσεων, των μελών, ατομικά ή των ομάδων μελών του Κόμματος, πρέπει να δημοσιευτούν στην «Πράβδα»· (ή σε παραρτήματα της «Πράβδα»). όπως και στον τοπικό Τύπο του Κόμματος, το λιγότερο δύο μήνες πριν από το Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο.
Η συζήτηση πρέπει να διεξαχθεί με έναν μεθοδικό και αυστηρά συν-τροφικό τρόπο, χωρίς προσωπικά και υπερβολές. Το κύριο σύνθημα όλης της προετοιμασίας του Δέκατου Συνεδρίου πρέπει να είναι η ενότητα -μια ενότητα όχι στα λόγια, αλλά η γνήσια Λενινιστική ενότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας και ολόκληρης της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
2. Είναι αναγκαίο να υιοθετήσουμε άμεσα μια σειρά μέτρα για να βελτιώσουμε την κοινωνική σύνθεση του Κόμματος και των ηγετικών του οργάνων. Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να επαναβεβαιώσουμε την απόφαση του Δέκατου Τρίτου Συνεδρίου ότι, «η πλατιά πλειοψηφία των μελών του Κόμματος πρέπει στο άμεσο μέλλον να αποτελείται από εργάτες που απασχολούνται στη βιομηχανία». Για τα δύο ή τρία χρόνια που θα ακολουθήσουν πρέπει να έχουμε σαν γενικό κανόνα να δεχόμαστε στο Κόμμα αποκλειστικά και μόνο εργάτες και εργάτριες που δουλεύουν στα εργοστάσια, και μισθωτούς άνδρες και γυναίκες που δουλεύουν στις φόρμες. Από τις άλλες κοινωνικές ομάδες θα πρέπει να δεχόμαστε μέλη μόνο πάνω στη βάση μιας αυστηρής προσωπικής επιλογής: κόκκινους στρατιώτες και ναύτες μόνο αν η προ- έλευσή τους είναι από την εργατική τάξη, το αγροτικό προλεταριάτο ή τη φτωχή αγροτιά. Από τους φτωχούς και οικονομικά αδύνατους αγρότες, μόνο αφού τους δοκιμάσουμε σε μια κοινωνικοπολιτική δουλειά για ένα μίνιμουμ δύο χρόνων. Η αποδοχή μελών που έρχονται σε μας από άλλα κόμματα πρέπει να σταματήσει.
Πρέπει να εκτελέσουμε την απόφαση του Δέκατου Τρίτου Συνεδρίου που, πραγματικά, ακυρώθηκε από το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο (εναντία στη θέληση της Αντιπολίτευσης) -που είχε στόχο στις Τοπικές Επιτροπές, στις Περιφερειακές Επιτροπές, κλπ., οι εργάτες που δουλεύουν στα εργοστάσια να μην είναι λιγότεροι από το 50% των μελών τους. Στα βιομηχανικά κέντρα πρέπει να έχουμε μια σταθερή πλειοψηφία εργατών από τα εργοστάσια (όχι λιγότερους από τα 3/4 του συνόλου). Στις Επαρχιακές Επιτροπές πρέπει να έχουμε μια παρόμοια πλειοψηφία από εργάτες, εργάτες γης και φτωχούς χωρικούς.
3. Να επιβεβαιώσουμε και να εκτελέσουμε στην πραγματική ζωή την απόφαση πάνω στην εσωκομματική δημοκρατία που υιοθετήθηκε.
το Δέκατο Συνέδριο του Κόμματος, και επαναβεβαιώθηκε από την Κεντρική Επιτροπή και την Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή στις 5 του Δεκέμβρη 1923 και από το Δωδέκατο και Δέκατο Τρίτο Συνέδριο του Κόμματος.
Πρέπει να επιβεβαιώσουμε στο όνομα ολόκληρου του Κόμματος ότι -ενάντια στους νέους αντιλενινιστικούς ορισμούς της εσωκομματικής δημοκρατίας που επινοήθηκαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία από τους Ουκλάνοφ, Μόλοτοφ, Καγκάνοβιτς, Τζίβοφ και άλλους:
«Εργατική Δημοκρατία σημαίνει ελεύθερη και ανοιχτή συζήτηση από όλα τα μέλη του Κόμματος των σημαντικών ζητημάτων της ζωής του Κόμματος, ελεύθερη συζήτηση πάνω σ’ αυτά, και επίσης εκλογή των υπεύθυνων ηγετικών προσώπων και των συλλογικών οργάνων από κάτω μέχρι πάνω». (Δέκατο Τρίτο Συνέδριο).
Πρέπει να πάρουμε πειθαρχικά μέτρα ενάντια στον καθένα που παραβιάζει στην πράξη τα ουσιώδη αυτά δικαιώματα κάθε μέλους του Κόμματος.
Σαν κανόνας, η άποψη της μειοψηφίας του Κόμματος πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα αρχής πρέπει να ανακοινώνεται σ’ όλα τα μέλη του Κόμματος διαμέσου του κομματικού Τύπου, κλπ. Εξαιρέσεις θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο όταν τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι απόρρητα. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι μετά την υιοθέτηση της απόφασης, αυτή εκτελείται με μπολσεβίκικη σιδερένια πειθαρχία. Το δίκτυο των συζητητικών λεσχών του Κόμματος θα πρέπει να διευρυνθεί και μια πραγματική κριτική των λαθών της ηγεσίας του Κόμματος να γίνει δυνατή στα κομματικά όργανα (με συζητητικά φυλλάδια, οργανωμένες συζητήσεις με έντυπο υλικό, κλπ.). Όλες οι αλλαγές προς το χειρότερο που έχουν εισαχθεί στο καταστατικό του Κόμματος από το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο (παράγραφοι 25, 33, 37, 42, 60, κλπ.) πρέπει να καταργηθούν.
4. Πρέπει να υιοθετήσουμε μια σταθερή πορεία προς την προλεταριοποίηση του κομματικού μηχανισμού στο σύνολό του. Οι εργάτες από τα εργοστάσια, οι προχωρημένοι κομμουνιστές εργάτες που είναι δημοφιλείς ανάμεσα στις μάζες του Κόμματος και γενικότερα στις μάζες, θα πρέπει να αποτελέσουν την αποφασιστική πλειοψηφία ολόκληρου του κομματικού μηχανισμού. Ο μηχανισμός, με κανέναν τρόπο, δε θα δρέπει να αποτελείται μόνο από έμμισθο προσωπικό, και θα πρέπει να ανανεώνεται κανονικά από εργάτες. Ο προϋπολογισμός των τοπικών οργανώσεων (και δω αναφέρονται και οι Περιφερειακές Επιτροπές) θα πρέπει να αποτελείται κυρίως από τις συνδρομές των μελών. Οι τοπικές οργανώσεις θα πρέπει να δίνουν έναν απολογισμό των εσόδων και των εξόδων τους, κανονικά, και με πραγματικούς αριθμούς, στη μάζα των κομματικών μελών. Ο σημερινός ογκώδης προϋπολογισμός του Κόμματος πρέπει να περικοπεί θαρραλέα, όπως και το μέγεθος του έμμισθου προσωπικού. Ένα σημαντικό μέρος της κομματικής δουλειάς θα πρέπει να γίνεται δωρεάν από τα μέλη του Κόμματος, βρίσκοντας χρόνο έξω από τη βιομηχανική ή άλλη δουλειά τους. Ένα μέτρο που θα τονώσει τον κομματικό μηχανισμό θα πρέπει να είναι το συστηματικό κατέβασμα ενός μέρους των συντρόφων από το μηχανισμό στη βιομηχανία και σε άλλες δουλειές της βάσης. Πρέπει να παλέψουμε ενάντια στην τάση οι γραμματείς να μένουν αμετακίνητοι. Πρέπει να εγκαθιδρύσουμε ορισμένους όρους για την κατάληψη της γραμματείας και των άλλων υπεύθυνων θέσεων. Πρέπει να παλέψουμε ανελέητα ενάντια στην τωρινή διαφθορά και την παρακμή των ανώτατων ομάδων, ενάντια στο πατρονάρισμα, τις «ομάδες αλληλεγγύης», κλπ. (Παραδείγματα: Σισράν, Κερσόν, Ιρκούτσκ, Τσίτα, κλπ.).
5. Από το Δέκατο Συνέδριο του Κόμματος, κάτω από την ηγεσία του Λένιν, είχαν υιοθετηθεί μια σειρά αποφάσεις, τονίζοντας την αναγκαιότητα μιας μεγαλύτερης ισότητας μέσα στο Κόμμα, όπως και μέσα στις εργαζόμενες μάζες. Από το Δωδέκατο Συνέδριο του Κόμματος έχει ήδη υπογραμμιστεί ο κίνδυνος, κάτω από την ΝΕΠ, ενός εκφυλισμού εκείνου του τμήματος των εργατών του Κόμματος που οι δραστηριότητές τους, τους έφερναν σε επαφή με την μπουρζουαζία. Είναι αναγκαίο:
«Να επεξεργαστούμε αποτελεσματικά πρακτικά μέτρα επαρκή για να εξαλείψουν την ανισότητα (στους όρους ζωής, στους μισθούς, κλπ.) ανάμεσα στους ειδικούς και στους υπεύθυνους εργάτες, από τη μια, και τις εργαζόμενες μάζες, από την άλλη, στο μέτρο που αυτή η ανισότητα καταστρέφει τη δημοκρατία και είναι η πηγή διαφθοράς του Κόμματος και υποβιβασμού του κύρους των κομμουνιστών», (Από την απόφαση του Δέκατου Συνεδρίου του Κόμματος, παράγραφος 18). Μπροστά στο γεγονός ότι η ανισότητα έχει μεγαλώσει με γρήγορα βήματα στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, πρέπει να θέσουμε εκ νέου αυτό το ζήτημα και να το λύσουμε μ’ έναν επαναστατικό τρόπο.
6. Είναι ανάγκη να αναδιοργανώσουμε την εκπαίδευση του Κόμματος στη βάση της μελέτης των έργων του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, πετώντας από την κυκλοφορία τις λαθεμένες ερμηνείες του Μαρξισμού και του Λενινισμού, που παράγονται τώρα σε μια πλατιά κλίμακα.
7. Είναι ανάγκη να αποκαταστήσουμε άμεσα τα μέλη του Κόμματος που διαγράφτηκαν σαν Αντιπολιτευόμενοι.
8. Είναι ανάγκη να αναδιοργανώσουμε την Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή στο πραγματικό πνεύμα των συμβουλών του Λένιν. Τα μέλη της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής πρέπει να είναι:
α) Στενά δεμένα με τις μάζες,
β) Ανεξάρτητα από το μηχανισμό,
γ) Να διαθέτουν κύρος μέσα στο Κόμμα.
Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή και το κύρος της να ανέβει στο αναγκαίο ύψος.
9. Εκλέγοντας τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής και τα όργανά τους, πρέπει να καθοδηγούμαστε από τη συμβουλή του Λένιν, όπως μας την έδωσε στα γράμματά του της 25 και 26 του Δεκέμβρη 1922 και της 4 Γενάρη 1923 (Η Διαθήκη). Αυτά τα γράμματα πρέπει να δημοσιευτούν για να τα πληροφορηθούν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής.
«Το μεγαλύτερο μέρος από τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής θα πρέπει να είναι εργάτες που θα βρίσκονται χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα από τα στρώματα που έχουν προωθηθεί στη διάρκεια των τελευταίων πέντε χρόνων στις θέσεις των επίσημων Σοβιέτ», γράφει ο Λένιν στο γράμμα του της 26 του Δεκέμβρη 1922.
«Κι αυτοί θα πρέπει να είναι ενωμένοι πολύ στενά με τους εργάτες και αγρότες της βάσης, και, οπωσδήποτε, δε θα ανήκουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στην τάξη των εκμεταλλευτών… Οι εργάτες που θα γίνουν μέλη της Κεντρικής Επιτροπής δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι κύρια εκείνοι που έχουν ήδη κάνει μια μεγάλη περίοδο υπάλληλοι στα επίσημα Σοβιέτ… γιατί αυτοί οι εργάτες έχουν ήδη αποχτήσει ορισμένες παραδόσεις και ορισμένες προκαταλήψεις ενάντια στα οποία θα ήταν καλό να παλέψουμε».
Αυτά τα γράμματα του Λένιν έχουν γραφτεί την ίδια περίοδο που έδινε τις τελευταίες και περισσότερο ζυγισμένες συμβουλές του στο Κόμμα πάνω στα ουσιώδη ζητήματα της Επανάστασης («Καλύτερα Λιγότερα και Καλύτερα», «Πώς να Αναδιοργανώσουμε την Εργατική και Αγροτική Εποπτεία», «Για το Συνεταιρισμό»).
Το Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο του Κόμματός μας πρέπει να εκλέξει την Κεντρική Επιτροπή του ακριβώς από την άποψη της παραπάνω συμβουλής του Λένιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Η Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας

Η λαθεμένη πολιτική γραμμή και η οργανωτική καταπίεση έχουν μεταφερθεί μ’ όλη τους τη δύναμη και πολλές φορές μάλιστα επαυξημένες στην Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας. Η διεθνιστική εκπαίδευση των νέων εργατών σπρώχνεται ολοένα και περισσότερο σε δεύτερο πλάνο. Κάθε κριτική σκέψη πνίγεται και καταδιώκεται. Για μια Θέση ηγεσίας στην οργάνωση Κομμουνιστικής Νεολαίας, ο μηχανισμός του Κόμματος απαιτεί πρώτα απ’ όλα «υπακοή», και προθυμία για επίθεση στην Αντιπολίτευση. Το προλεταριακό τμήμα των οργανώσεων της βάσης, βασικά το πιο υγιές κομμάτι, είναι αποστερημένο από κάθε ζωή απ’ αυτό το καθεστώς. Εδώ, πολύ περισσότερο απ’ ότι στο Κόμμα η λαθεμένη πολιτική, που ακολουθείται από τα πάνω, ανοίγει το δρόμο στις μικροαστικές επιδράσεις.
Τα τελευταία χρόνια, η Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας έχει αυξήσει σημαντικά τα μέλη της, αλλά με τίμημα μια χειροτέρευση της κοινωνικής της σύνθεσης. Από το Δέκατο Τρίτο Συνέδριο του Κόμματος, ο προλεταριακός πυρήνας μέσα σ’ αυτή την οργάνωση έπεσε από το 40,1% στο 34,4%, και η οργάνωση των νέων εργατών που δουλεύουν στη βιομηχανία, από το 49,8% στο 47%. Η πολιτική δραστηριότητα των νέων εργατών έχει επίσης ελαττωθεί.
Μέσα ο’ αυτές τις συνθήκες, ένα υπερβολικά χοντροκομμένο λάθος, ικανό μόνο να μεγαλώσει το χάσμα ανάμεσα στην Ένωση και τη μάζα» της εργατικής νεολαίας, ήταν η υιοθέτηση μιας σειράς αποφάσεων που χειροτέρευαν ακόμα παραπέρα, παραβιάζοντας τις αποφάσεις του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου του Κόμματος, την κατάσταση στην εργατική νεολαία (κατάργηση των κανονισμών που προστάτευαν τους μαθητευόμενους, της ειδικής κλίμακας μισθών για τους μαθητευόμενους, περιορισμός του αριθμού των μαθητευόμενων στα βιομηχανικά σχολεία -εδώ επίσης ανήκει και η προσπάθεια να εισαχθεί η χωρίς πληρωμή μαθητεία).
Η Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας στην επαρχία χάνει ολοένα και πιο πολύ την υποστήριξή της μέσα στους εργάτες γης και τους φτωχούς χωρικούς. Η πολιτιστική και οικονομική δουλειά της στην επαρχία έχει σαν κύριο αντικείμενο της την ανάπτυξη των ατομικών εκμεταλλεύσεων στη γη. Το σχετικό βάρος των φτωχών χάνεται συστηματικά παντού -στη γενική σύνθεση των αγροτικών πυρήνων, στα δραστήρια μέλη, στον πυρήνα που αποτελείται από κομματικά μέλη. Μαζί με τη συνεχή μείωση της εισροής νέων εργατών στις πόλεις, η Ένωση γεμίζει στην ύπαιθρο με μεσαία και πλούσια αγροτική νεολαία.
Όπως στην πόλη, το ίδιο και στην επαρχία, η τάση των μικροαστικών στοιχείων να αρπάξουν την ηγεσία της Νεολαίας μεγαλώνει. Ο πιο σημαντικός ρόλος στη Νεολαία, προπαντός στην επαρχία, παίζεται από ομάδες που αποτελούνται από υπαλλήλους και άλλα μη προλεταριακά στοιχεία.
Το 36% όλων των νέων μελών του Κόμματος έρχονται από τις γραμμές της Ένωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας («Πράβδα», 14 Ιούλη 1927). Οπωσδήποτε, ο κομματικός πυρήνας της Ένωσης αποτελείται από το 1/4 μέχρι το 1/3 του από μη προλεταριακά στοιχεία. Στον κομματικό πυρήνα των οργανώσεων της νεολαίας στην ύπαιθρο, οι μεσαίοι αγρό-τες κερδίζουν με ταχύτατους ρυθμούς σε βάρος των εργατών γης και των φτωχών χωρικών (το 20% ήταν μεσαίοι χωρικοί το 1925, 32,5% είναι το 1927). Έτσι, η Ένωση Νέων Κομμουνιστών μεταμορφώνεται σε Μία από τις πηγές για τη διάλυση του Κόμματος μέσα στα μικροαστικά Μοιχεία. Για να εμποδιστεί το παραπέρα αδυνάτισμα του κυρίαρχου ρόλου του προλεταριακού πυρήνα και το παραμέρισμά του από τα νεοφερμένα στοιχεία της διανόησης, των υπαλλήλων, των πλούσιων αγροτικών στρωμάτων, πράγμα που αναπόφευκτα φέρνει έναν μικρο-αστικό εκφυλισμό της Νεολαίας, είναι αναγκαίο:
1. Να σταματήσουμε άμεσα τη βαθμιαία κατάργηση των επαναστατικών κατακτήσεων στον τομέα της εργασίας και της εκπαίδευσης της προλεταριακής νεολαίας -να ακυρώσουμε όλα εκείνα τα τελευταία μέτρα που επιδεινώνουν τις συνθήκες της εργασίας της. Αυτό είναι μια από τις βασικές προϋποθέσεις στην πάλη ενάντια στις νοσηρέ»: στην Ένωση της Κομμουνιστικής Νεολαίας (μέθη, αλητεία, κλπ)
2. Σε αναλογία με την αύξηση της γενικής ευημερίας της εργατικής τάξης, να ανεβάσουμε, συστηματικά και με αποφασιστικότητα, το υλικό και πολιτιστικό επίπεδο των νέων εργατών διαμέσου της ύψωσης των μισθών, της διεύρυνσης του δικτύου των βιομηχανικών σχολείων, των επαγγελματικών μαθημάτων, κλπ.
3. Να θέσουμε σε εφαρμογή τις αποφάσεις προηγούμενων Συνεδρίων του Κόμματος και της Κομμουνιστικής Νεολαίας, όπως το να γράψουμε στην Ένωση το 100% των νέων εργατών της πόλης και του προλεταριάτου της υπαίθρου στην πορεία των επόμενων λίγων χρόνων.
4. Να εντατικοποιήσουμε τη δουλειά για να τραβήξουμε στην Ένωση τους νέους φτωχούς αγρότες.
5. Να τραβήξουμε στην Κομμουνιστική Νεολαία τους οικονομικά αδύνατους μεσαίους χωρικούς, και από τους υπόλοιπους μεσαίους χωρικούς μόνο εκείνους που έχουν δοκιμαστεί στην κοινωνική εργασία και ιδιαίτερα στην πάλη ενάντια στους κουλάκους.
6. Να αυξήσει η Ένωση την πάλη της για την υπεράσπιση των συμφερόντων των φτωχών, κατευθύνοντας τη δουλειά προς τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας στην ύπαιθρο, όχι διαμέσου του δρόμου του ατομικού πλουτισμού, αλλά διαμέσου του δρόμου του συνεταιρισμού και της κολεκτιβοποίησης της γεωργίας.
7. Να βελτιώσουμε την κοινωνική σύνθεση του κομματικού πυρήνα επιτρέποντας στη διάρκεια των δύο επόμενων χρόνων τη στρατολόγηση μόνο εργατών, εργατών γης και φτωχών χωρικών.
8. Να προλεταροποιήσουμε την ηγεσία των οργάνων της Κομμουνιστικής Νεολαίας, προωθώντας συστηματικά και αποφασιστικά εργάτες γης και φτωχούς στις θέσεις της ηγεσίας. Να δώσουμε εντολή ότι στα μεγάλα προλεταριακά κέντρα, οι Τοπικές Επιτροπές και οι Περιφερειακές Επιτροπές της Ένωσης και τα γραφεία αυτών των επιτροπών θα πρέπει να αποτελούνται στην συντριπτική τους πλειοψηφία από εργάτες που δουλεύουν στα εργοστάσια, και ότι οι τελευταίοι θα πρέπει πραγματικά να σπρωχτούν στα καθήκοντα της ηγεσίας.
9. Να αναλάβουμε μια σοβαρή πάλη ενάντια στο γραφειοκρατισμό στην Ένωση. Να περικόψουμε αποφασιστικά την έμμισθη υπαλληλία, περιορίζοντάς την στο απόλυτα αναγκαίο μίνιμουμ. Να εκπληρώνουμε τουλάχιστο τη μισή, και στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα τα 3/4 της.
δουλειάς της Ένωσης με απλήρωτες προσπάθειες των μελών της και να τραβήξουμε ολοένα και περισσότερα μέλη από τη βάση της Ένωσης σε αυτή τη δουλειά.
10. Η πολιτιστική και η εκπαιδευτική δουλειά της Ένωσης θα πρέπει να είναι στενά δεμένη με μια δραστήρια καθημερινή συμμετοχή στη γενική πολιτική ζωή του Κόμματος, των Σοβιέτ, των συνδικάτων και των συνεταιρισμών.
11. Να βάλουμε ένα τέλος στο καθεστώς των σφραγίδων, στο θανατηφόρο καθεστώς των διαταγών από τα πάνω, το ψευδολόγο και αμαθές καθεστώς των λογοκλόπων και των «ιδρυμάτων» δελεασμού της Αντιπολίτευσης. Στη θέση τους πρέπει να εισάγουμε μια σοβαρή μελέτη του Μαρξισμού και του Λενινισμού, πάνω στη βάση μιας ελεύθερης συζήτησης, συντροφικής ανταλλαγής απόψεων και μια πραγματική, κι όχι μια ψεύτικη απόχτηση γνώσης.
12. Να εγκαθιδρύσουμε, στην πραγματικότητα και όχι στα λόγια, ένα δημοκρατικό καθεστώς. Να βάλουμε τέλος στην αυθαιρεσία και τις διαγραφές εκείνων που έχουν ανεξάρτητη γνώμη γύρω από τα ζητήματα του Κόμματος και τα ζητήματα της Ένωσης. Να επιμείνουμε αυστηρά στις περίοδες που προβλέπονται από το καταστατικό για την σύγκλιση των Επαρχιακών, Περιφερειακών, Τοπικών, κλπ., Συνδιασκέψεων και Συνεδρίων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Η Διεθνής μας Κατάσταση και ο Κίνδυνος Πολέμου

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΡΕΝΑ

Ένας πόλεμος των ιμπεριαλιστών ενάντια στη Σοβιετική Ένωση δεν είναι μόνο πιθανός, αλλά και αναπόφευκτος.
Το να αναβάλουμε αυτόν τον κίνδυνο, το να κερδίσουμε όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο για να δυναμώσουμε τη Σοβιετική Ένωση και να σταθεροποιήσουμε το διεθνές επαναστατικό προλεταριάτο, πρέπει να είναι ένα από τα κύρια πρακτικά ενδιαφέροντά μας. Μόνο μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση στις κυρίαρχες χώρες μπορεί τελικά να απομακρύνει αυτόν τον κίνδυνο.
Ο κίνδυνος ενός παγκοσμίου πολέμου αυξάνει για τους παρακάτω λόγους:
1. Σ’ αυτά τα χρόνια πάλης από μέρους του καπιταλισμού για να δυναμώσει τον εαυτό του, και οι επιμέρους επιτυχίες που κατόρθωσε σε αυτή την πάλη, έχουν κάνει το ζήτημα των αγορών ένα καυτό ζήτημα για όλες τις ηγετικές χώρες.
2. Η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία, πεισμένη για την αναμφισβήτητη αύξηση της οικονομικής δύναμης της Σοβιετικής Ένωσης, βλέπει επίσης ότι η προλεταριακή δικτατορία, προστατευόμενη από το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, δε θα δώσει ποτέ στους καπιταλιστές μια «ελεύθερη» αγορά στη Ρωσία.
3. Η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία σπεκουλάρει πάνω στις εσωτερικές δυσκολίες της Σοβιετικής Ένωσης.
4. Η ήττα της επανάστασης στην Κίνα, ακολουθώντας την ήττα της αγγλικής Γενικής Απεργίας, γέμισε τους ιμπεριαλιστές με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να πετύχουν τη συντριβή της Σοβιετικής Ένωσης.
Το σπάσιμο των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση, είχε προετοιμαστεί πολύ καιρό πριν, αλλά η ήττα της Κινέζικης Επανάστασης το επέσπευσε. Μ’ αυτήν την έννοια ήταν μια αμοιβή για την άρνηση της Κεντρικής Επιτροπής να υιοθετήσει μια πραγματική μπολσεβίκικη πολιτική στην Κίνα. Θα ήταν μεγάλο λάθος να φανταστεί κανείς ότι αυτό το σπάσιμο περιορίζεται στην αλλαγή μορφής του εμπορίου ανάμεσα στην Βρετανία και σε μας. συναλλαγές μας θα είναι όμοιες με τις συναλλαγές μας με την Αμερική»). Είναι ολότελα καθαρό τώρα ότι η βρετανική αυτοκρατορία έχει ένα ευρύτερο σχέδιο δράσης. Προετοιμάζει έναν πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, έχοντας μια «ηθική εντολή» από την μπουρζουαζία μερικών άλλων χωρών, και σκοπεύει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να σύρει στον πόλεμο ενάντιά μας την Πολωνία, τη Ρουμανία και τις Βαλτικές Χώρες, και ίσως και την Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία και την Ουγγαρία.
Η Πολωνία, φαίνεται, θα προτιμούσε να έχει μια μακριά περίοδο προετοιμασίας για τον πόλεμο ενάντιά μας. Αλλά είναι πιθανό η Βρετανία να την υποχρεώσει να κάνει τον πόλεμο πριν εκείνη τον θελήσει.
Στη Γαλλία, η βρετανική πίεση για ένα ενωμένο μέτωπο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση βρίσκει υποστήριξη από ένα ισχυρό τμήμα της μπουρζουαζίας, που γίνεται ολοένα και πιο ασυμβίβαστο στις απαιτήσεις του, και, βέβαια, σε μια ευνοϊκή στιγμή δε θα διστάσει να προχωρήσει σ’ ένα σπάσιμο των διπλωματικών σχέσεων.
Οι συχνοί διπλωματικοί ελιγμοί της Γερμανίας, τον τελευταίο καιρό, κάνουν καθαρό το γεγονός ότι ο γενικός της «προσανατολισμός» είναι προς τη Δύση. Η γερμανική μπουρζουαζία έχει ήδη πει καθαρά ότι, σε έναν πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, η Γερμανία θα μείνει ίσως στην αρχή «ουδέτερη» (με τον τρόπο που έμεινε η Αμερική το 1914). Κι αυτό, με σκοπό να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερα από τον πόλεμο, και μεταπολεμικά να πουλήσει ανοιχτά την ουδετερότητά της σε μια καλή τιμή στους ιμπεριαλιστές της Δύσης. Τίποτε δεν μπορεί να είναι χειρότερο για τα θεμελιώδη συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης από την απόκρυψη της στροφής αυτής της γερμανικής μπουρζουαζίας προς σ’ έναν Δυτικό «προσανατολισμό».
Ένα αναπάντεχο χτύπημα από τη γερμανική μπουρζουαζία θα μπορούσε να έχει μια αποφασιστική σημασία για μας. Μόνο μια ανοιχτή «έκθεση των πραγμάτων όπως έχουν», μόνο μια ένταση της επαγρύπνησης των εργατών της Σοβιετικής Ένωσης και των εργατών της Γερμανίας μπορούν να μας εξασφαλίσουν ενάντια σ’ αυτό το χτύπημα, ή τουλάχιστον να δυσκολέψουν τη γερμανική μπουρζουαζία να το πραγματοποιήσει.
Η γιαπωνέζικη μπουρζουαζία μανουβράρει, όχι λιγότερο επιδέξια από ότι η Γερμανία, σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση. Είναι πολύ επιδέξια στο να καλύπτει τα ίχνη της, και να προσποιείται ότι είναι «φίλη χώρα». Έχει ακόμα, για έναν ορισμένο διάστημα, εμποδίσει την κατάληψη του σιδηρόδρομου της Κινέζικης Ανατολής από τον Τσιαγκ Τσο Λιν. Αλλά, μυστικά, κρατάει τα ηνία στην Κίνα και ίσως σύντομα θα πετάξει τη μάσκα στις σχέσεις της απέναντι μας.
Στην Εγγύς Ανατολή (Τουρκία και Περσία), δεν έχουμε πετύχει, ούτε στο ελάχιστο, μια κατάσταση που θα μπορούσε να εγγυηθεί μια σταθερή ουδετερότητα στην περίπτωση μιας ιμπεριαλιστικής επίθεσης ενάντιά μας. Πρέπει περισσότερο να περιμένουμε ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι κυβερνήσεις αυτών των κρατών, κάτω από την πίεση των ιμπεριαλιστών, θα είναι έτοιμες να προσφέρουν τη βοήθεια τους ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.
Στην περίπτωση μιας επίθεσης ενάντιά μας, η Αμερική, που διατηρεί όλη την ασυμφιλίωτη στάση της απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, θα παίξει το ρόλο του ιμπεριαλιστή που βρίσκεται από «πίσω». Η σημασία αυτού του ρόλου θα είναι μεγάλη γιατί αυτή θα είναι η μόνη που θα εγγυηθεί τη χρηματοδότηση ενός πολέμου ενάντια στην Σοβιετική Ένωση.
Συνοψίζουμε: Ενώ τα χρόνια 1923-1925 ήταν τα χρόνια της αναγνώρισης της Σοβιετικής Ένωσης από μια σειρά αστικά κράτη, η περίοδος που αρχίζει τώρα θα είναι η περίοδος της διακοπής των σχέσεων. Η αναγνώριση της προηγούμενης περιόδου δε σήμαινε αναγκαστικά ότι ήταν εξασφαλισμένη η ειρήνη, ότι η επιβίωση θα συνεχιζόταν. Το σπάσιμο της τωρινής περιόδου δε σημαίνει αναγκαστικά ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος στο κοντινό μέλλον. Αλλά ότι έχουμε μπει σε μια νέα εποχή ακραίας έντασης στη διεθνή κατάσταση που περιέχει τη δυνατότητα επιθέσεων ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Αυτό είναι αναμφίβολο.
Οι αντιφάσεις μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο είναι πολύ μεγάλες. Η πραγματοποίηση ενός ενωμένου μετώπου, για μια μεγάλη περίοδο ενάντιά μας θα είναι εξαιρετικά δύσκολη για την παγκόσμια μπουρζουαζία. Αλλά μια μερική ένωση διάφορων αστικών κρατών, για μια ορισμένη περίοδο, ενάντιά μας. αυτό είναι πέρα για πέρα δυνατό.
Όλα αυτά παρμένα μαζί πρέπει να σπρώξουν το Κόμμα μας: 1) Να αναγνωρίσει ότι η διεθνής κατάσταση είναι επικίνδυνη. 2) Να θέσει ξανά σε πρώτο πλάνο, μπροστά στις λαϊκές μάζες, τα προβλήματα της διεθνούς πολιτικής. 3) Να προετοιμάσει εντατικά και ολόπλευρα τη Σοβιετική Ένωση για την άμυνά της σε περίπτωση πολέμου.
Τα αστικά κόμματα, και δω περιλαμβάνεται και η επίσημη σοσιαλδημοκρατία θα επιχειρήσουν με κάθε τρόπο να εξαπατήσουν τους λαούς τους για τον πραγματικό χαραχτήρα του πολέμου που ο ιμπεριαλισμός προετοιμάζει ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Το καθήκον μας είναι να εξηγήσουμε στις πλατιές μάζες του λαού ολόκληρου του κόσμου ότι αυτός ο πόλεμος θα είναι ένας πόλεμος των ιμπεριαλιστών και των δουλοκτητών ενάντια στο πρώτο προλεταριακό κράτος, στην πρώτη προλεταριακή δικτατορία -ένας πόλεμος του καπιταλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό. Σ’ αυτόν τον πόλεμο η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία θα παλέψει ουσιαστικά να διαφυλάξει ολόκληρο το σύστημα της καπιταλιστικής μισθοδουλείας. Η Σοβιετική Ένωση θα παλέψει για τα συμφέροντα του διεθνούς προλεταριάτου, των αποικιακών, μισοαποικιακών και σκλαβωμένων χωρών, για την διεθνή επανάσταση και το σοσιαλισμό.
Ολόκληρη η δουλειά μας πρέπει από τώρα να διεξάγεται πάνω στα παρακάτω συνθήματα:
1. Κάτω ο πόλεμος των ιμπεριαλιστών ενάντια στο κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου.
2. Μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πόλεμου σε εμφύλιο πόλεμο σε όλα τα κράτη που επιτίθενται ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.
3. Ήττα για όλα τα αστικά κράτη που διεξάγουν τον πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Κάθε τίμιος προλετάριος των καπιταλιστικών χωρών πρέπει να δουλεύει δραστήρια για την ήττα της κυβέρνησής «του».
4. Πέρασμα στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού κάθε ξένου στρατιώτη που δε θέλει να βοηθήσει τους δουλοκτήτες της χώρας «του». Η Σοβιετική Ένωση είναι η πατρίδα όλων των εργατών.
5. Το σύνθημα: «Υπεράσπιση της Πατρίδας» θα είναι μια ψεύτικη πρόσοψη των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού σε κάθε αστική χώρα, πέρα από τις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες που διεξάγουν έναν εθνικό επαναστατικό πόλεμο ενάντια στους ιμπεριαλιστές. Στη Σοβιετική Ένωση το σύνθημα: «Υπεράσπιση της Πατρίδας», θα είναι ένα αληθινό σύνθημα, γιατί έχουμε να υπερασπίσουμε τη σοσιαλιστική πατρίδα και τη βάση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.
6. Είμαστε «Υπερασπιστές της Πατρίδας» από τις 25 Οκτώβρη 1917. Ο πατριωτικός μας πόλεμος θα είναι ένας πόλεμος «για τη Σοβιετική δημοκρατία, σαν ένα από τα προχωρημένα αποσπάσματα του διεθνούς σοσιαλιστικού στρατού». «Ο «πατριωτικός» μας πόλεμος είναι ένα βήμα προς ένα αστικό κράτος, αλλά ένα βήμα προς τη διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση», (Λένιν). Η δική μας υπεράσπιση της πατρίδας είναι η υπεράσπιση της προλεταριακής δικτατορίας. Ο πόλεμος μας θα διεξαχθεί από τους εργάτες και τους εργάτες γης, με την υποστήριξη των φτωχών χωρικών και με τη συμμαχία των μεσαίων χωρικών, ενάντια στους «δικούς τους» κουλάκους, τη νέα μπουρζουαζία, τους γραφειοκράτες, τους ειδικούς της σχολής Ουστριάλοφ, και τους λευκούς εμιγκρέδες. Ο πόλεμος μας θα είναι ένας πραγματικά δίκαιος πόλεμος. Όποιος δεν είναι υπερασπιστής της Σοβιετικής Ένωσης είναι αναμφίβολα ένας προδότης του διεθνούς προλεταριάτου.

Η Ήττα της Κινέζικης Επανάστασης και τα Αίτιά της

Η ήττα της Κινέζικης Επανάστασης έχει αλλάξει τις πραγματικές σχέσεις δυνάμεων προς όφελος του ιμπεριαλισμού. Βέβαια, μόνο προσωρινά. Νέες επαναστατικές συγκρούσεις, μια νέα επανάσταση στην Κίνα, είναι αναπόφευκτα. Αυτό το εγγυάται το σύνολο της κατάστασης.
Οι οπορτουνιστές ηγέτες δοκιμάζουν, μετά τα γεγονότα, να εξηγήσουν τη δική τους αποτυχία με τις λεγόμενες «αντικειμενικές σχέσεις δυνάμεων». Ξεχνούν ότι χτες ακόμα προφήτευαν ότι σύντομα θα έχουμε μια σοσιαλιστική επανάσταση στην Κίνα, πάνω στη βάση της ίδιας αυτής σχέσης δυνάμεων.
Το αποφασιστικό αίτιο της οδυνηρής έκβασης της Κινέζικης Επανάστασης στο τωρινό στάδιο ήταν η θεμελιακά λαθεμένη πολιτική της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας και ολόκληρης της Διεθνούς, το άμεσο αποτέλεσμα ήταν ότι την αποφασιστική περίοδο, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε στην Κίνα ένα αληθινό μπολσεβίκικο κόμμα, το να ρίξεις τα λάθη μονάχα στην πλάτη των κινέζων κομμουνιστών είναι κάτι το επιπόλαιο και το αξιοκαταφρόνητο.
Στην Κίνα είχαμε ένα κλασικό πείραμα εφαρμογής της μενσεβίκικης ταχτικής σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος που το κινέζικο προλεταριάτο όχι μόνο δεν πέτυχε το νικηφόρο «1905″ του (Λένιν), αλλά και έπαιξε ουσιαστικά τον ίδιο ρόλο που έπαιξε το ευρωπαϊκό προλεταριάτο στις επαναστάσεις του 1848. Η ιδιομορφία της Κινέζικης Επανάστασης στην τωρινή διεθνή κατάσταση δεν ήταν η ύπαρξη στην Κίνα μιας λεγόμενης «επαναστατικής» φιλελεύθερης μπουρζουαζίας -πάνω στην οποία οι Στάλιν – Μαρτίνοφ – Μπουχάριν στήριξαν την ελπίδα ολόκληρης της πολιτικής τους. Οι ιδιομορφίες της Κίνας είναι οι παρακάτω:
1. Η κινέζικη αγροτιά, πολύ πιο καταπιεσμένη από τη ρώσικη κάτω από τον Τσαρισμό, που στενάζει κάτω από το ζυγό όχι μόνο του δικού της, αλλά και του ξένου καταπιεστή, μπορούσε να εξεγερθεί, και εξεγέρθηκε, πιο δυναμικά απ’ ότι η ρώσικη αγροτιά στην επανάσταση του 1905.
2. Το σύνθημα των «Σοβιέτ» που προτάθηκε από τον Λένιν για την Κίνα στις αρχές του 1920 είχε χωρίς αμφιβολία την αξία του στις συνθήκες που υπήρχαν το 1926-1927. Τα Σοβιέτ στην Κίνα, μπορούσαν να γίνουν το μέσο για την οργάνωση, κάτω από την ηγεσία του προλεταριάτου, των δυνάμεων της αγροτιάς, να γίνουν τα αληθινά όργανα της επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, και τα όργανα της πραγματικής αντίστασης στο αστικό Κουόμινταγκ και τον κινέζο Κάβενιακ που βγήκε από τις γραμμές του.
Η διδασκαλία του Λένιν, ότι μια αστική – δημοκρατική επανάσταση μπορεί να οδηγηθεί μπροστά μόνο διαμέσου της ένωσης της εργατικής τάξης και της αγροτιάς (κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης) ενάντια στην μπουρζουαζία, δεν είναι μόνο εφαρμόσιμη στην Κίνα και στις άλλες αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες, αλλά και δείχνει, στην πραγματικότητα, το μόνο δρόμο προς τη νίκη σ’ αυτές τις χώρες.
3. Απ’ όλα αυτά βγαίνει ότι η επαναστατική – δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, αν είχε αποκρυσταλλωθεί με τη μορφή των Σοβιέτ στην Κίνα, στη σημερινή περίοδο των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των προλεταριακών επαναστάσεων, τροποποιούμενη από την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης, θα είχε κάθε δυνατότητα να μεταμορφωθεί, με συγκριτικά γοργούς ρυθμούς, σε σοσιαλιστική επανάσταση.
Έξω απ’ αυτόν το δρόμο, δεν μένει παρά ο μενσεβίκικος δρόμος της συμμαχίας με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, που, αναπόφευκτα, οδηγεί στην ήττα της εργατικής τάξης. Αυτό ακριβώς έγινε στην Κίνα το 1927.
Όλες οι αποφάσεις που πάρθηκαν όταν ζούσε ακόμα ο Λένιν από το Δεύτερο και Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς -η απόφαση για τα Σοβιέτ στην Ανατολή, για την πλήρη ανεξαρτησία των εργατικών Κομμουνιστικών Κομμάτων στις χώρες που έχουν ένα εθνικό επαναστατικό κίνημα, και για την ένωση της εργατικής τάξης με τους αγρότες ενάντια στην μπουρζουαζία «τους» και τον ξένο ιμπεριαλισμό- όλες αυτές οι αποφάσεις έχουν ολότελα ξεχαστεί.
Η απόφαση της Έβδομης Διευρυμένης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Νοέμβρης 1926) όχι μόνο δεν έκανε μια αληθινά λενινιστική εκτίμηση της ήδη δυναμικής ανάπτυξης των γεγονότων στην Κίνα, αλλά και γλίστρησε συνολικά και απόλυτα στη μενσεβίκικη πορεία που υποστήριζε ο Μαρτίνοφ. Στην απόφαση, όσο απίστευτο κι αν μπορεί να φαίνεται, δεν υπήρχε ούτε μια λέξη γύρω από το πρώτο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του Τσιαγκ Καϊ Σεκ, το Μάρτη του 1926. Ούτε μια λέξη γύρω από τις δολοφονίες των εργατών και των χωρικών και τα άλλα καταπιεστικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση της Καντόνας σε μια ολόκληρη σειρά περιφερειών το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1926. Ούτε μια λέξη γύρω από τα αυθαίρετα καταναγκαστικά μέτρα που κατευθύνονταν ενάντια στην εργατική τάξη. Ούτε μια λέξη γύρω από την συντριβή των απεργιών της εργατικής τάξης από την κυβέρνηση της Καντόνας, γύρω από την προστασία που έδωσε η κυβέρνηση της Καντόνας στην κίτρινη «ενωμένη εταιρία» των εργοδοτών. Ούτε μια λέξη γύρω από τις προσπάθειες που έγιναν από την κυβέρνηση της Κάτωνας να στραγγαλίσει το κίνημα των χωρικών, να το περιορίσει, να μην το αφήσει να αναπτυχθεί και να απλωθεί. Στην απόφαση της Έβδομης Ολομέλειας, δεν υπήρχε το αίτημα του εξοπλισμού των εργατών, δεν υπήρχε έκκληση στην πάλη ενάντια στο αντεπαναστατικό Γενικό Επιτελείο. Τα στρατεύματα του Τσιάγκ Κάϊ Σεκ περιγράφονται σ’ αυτήν την απόφαση σαν επαναστατικός στρατός. Δεν καλεί για τη δημιουργία ενός ημερήσιου κομμουνιστικού Τύπου και δεν δηλώνεται καθαρά και αποφασιστικά ότι πρέπει να υπάρχει ένα ανεξάρτητο γνήσιο Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτό που τα συμπληρώνει είναι ότι η Έβδομη Ολομέλεια σπρώχνει τους κομμουνιστές να μπουν στην εθνική κυβέρνηση, πράγμα που κάτω από τις σημερινές συνθήκες, δεν μπορεί παρά να φέρει τη μεγαλύτερη καταστροφή.
Η απόφαση της Διεθνούς γράφει: «Ο μηχανισμός της εθνικής επαναστατικής κυβέρνησης (δηλαδή της κυβέρνησης του Τσιάγκ Κάι Σεκ) προσφέρει έναν πολύ πραγματικό δρόμο για αλληλεγγύη με την αγροτιά». Στο ίδιο σημείο γράφει (κι αυτό το Νοέμβρη του 1926) ότι «ακόμα και ορισμένα στρώματα της μεγάλης μπουρζουαζίας (!) μπορούν, γιο ένα ορισμένο διάστημα, να προχωρήσουν χέρι-χέρι με την επανάσταση».
Η απόφαση της Έβδομης Ολομέλειας περνάει στα μουγκά το γεγονός ότι η Κεντρική Επιτροπή του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος- μετά το Μάρτη του 1926, ανάλαβε την υποχρέωση να μην κριτικάρει τον Σουνγιατσενισμό, αρνούμενη τα στοιχειώδη δικαιώματά του σαν ανεξάρτητο εργατικό κόμμα, υιοθέτησε ένα τύπου Καντέ αγροτικό πρόγραμμα και τέλος, επέτρεψε στο γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του. σύντροφο Τσεν Ντου Σιου να αναγνωρίσει, σε ένα ανοιχτό γράμμα του, με ημερομηνία 4 του Ιούλη 1926, τον Σουνγιατσενισμό σαν την «κοινή πίστη» των εργατών και της μπουρζουαζίας στο εθνικό κίνημα.
Τον ίδιο καιρό περίπου, οι πιο υπεύθυνοι ρώσοι σύντροφοι τους συμβούλεψαν, στο ίδιο πνεύμα, ότι η ανάπτυξη του εμφυλίου πολέμου στην ύπαιθρο αδυνατίζει τη μαχητική ικανότητα του Κουόμινταγκ. Με άλλα λόγια, επίσημα, απαγόρεψαν την ανάπτυξη μιας αγροτικής επανάστασης.
Στις 5 του Απρίλη 1927, όταν η κατάσταση .φαινόταν ότι ήταν ήδη αρκετά καθαρή, ο σύντροφος Στάλιν, σε μια συγκέντρωση της κομματικής οργάνωσης της Μόσχας στην Αίθουσα των Κιόνων, δήλωσε ότι ο Τσιάγκ ΚάιΣεκ ήταν ένας πολεμιστής ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ότι ο Τσιάγκ Κάι Σεκ υποτασσόταν στην πειθαρχία του Κουόμινταγκ κι ότι, έτσι, ήταν ο πιο σίγουρος σύμμαχος μας. Στα μέσα του Μάη του 1927 όταν η κατάσταση είχε γίνει ακόμα πιο καθαρή, ο σύντροφος Στάλιν δήλωσε ότι το Κουόμινταγκ στο Γιουχάν ήταν ένα «επαναστατικό Κουόμινταγκ», ένα «επαναστατικό κέντρο καθαρισμένο από τα δεξιά στοιχεία».
Η Όγδοη Διευρυμένη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Μάης του 1927) δε βρήκε τις αναγκαίες δυνάμεις για να διορθώσει όλα αυτά τα μενσεβίκικα λάθη.
Η Αντιπολίτευση υπόβαλε στην Όγδοη αυτή Ολομέλεια την παρακάτω δήλωση:
«Η Ολομέλεια θα ενεργούσε σωστά αν πετούσε στην άκρη ολόκληρη την απόφαση του Μπουχάριν, και την αντικαθιστούσε με μια απόφαση πς παρακάτω λίγες γραμμές: οι αγρότες και οι εργάτες δεν πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη στους ηγέτες του αριστερού Κουόμινταγκ, αλλά να δημιουργήσουν τα δικά τους Σοβιέτ σε ενότητα με τους στρατιώτες. Το Σοβιέτ πρέπει να εξοπλίσουν τους εργάτες και τους πρωτοπόρους αγρότες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να διατηρήσει πλήρη ανεξαρτησία, πρέπει να εγκαθιδρύσει μια ημερήσια εφημερίδα, πρέπει άμεσα να φτιάξει Σοβιέτ. Η γη πρέπει άμεσα να παρθεί οπό τους γαιοκτήμονες. Η αντιδραστική γραφειοκρατία πρέπει να ανατραπεί αμέσως. Οι προδότες στρατηγοί, και γενικά οι αντεπαναστάτες, πρέπει να τιμωρηθούν αμέσως. Η γενική πορεία πρέπει να προχωρήσει στην εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικής δικτατορίας διαμέσου των Σοβιέτ των εργατών και των αγροτικών αντιπροσώπων».
Οι προσπάθειες της Αντιπολίτευσης να προειδοποιήσει το Κόμμα ότι το Κουόμινταγκ στο Γιουχάν δεν ήταν με κανέναν τρόπο ένα επαναστατικό Κουόμινταγκ, καταγγέλθηκε από τον Στάλιν και τον Μπουχάριν σαν «μια πάλη ενάντια στο Κόμμα», μια «επίθεση στην Κινέζικη Επανάσταση», κλπ.
Πληροφορίες, βασισμένες στα γεγονότα, που αφορούν την πραγματική πορεία της επανάστασης και της αντεπανάστασης στην Κίνα, κρύβονται ή παραμορφώνονται. Τα πράγματα έχουν πάει τόσο μακριά που το κεντρικό όργανο του Κόμματος μας («Πράβδα», 3 του Ιούλη 1927) ανακοίνωσε τον αφοπλισμό των εργατών από τους κινέζους στρατηγούς κάτω από τον τίτλο «Συναδέλφωση των Στρατιωτών με τους Εργάτες». Χλευάζοντας τη διδασκαλία του Λένιν, ο Στάλιν ισχυρίστηκε ότι το σύνθημα των «Σοβιέτ» στην Κίνα θα σήμαινε την απαίτηση για άμεσο σχηματισμό της προλεταριακής δικτατορίας. Στην πραγματικότητα, στην επανάσταση του 1905, ο Λένιν προώθησε το σύνθημα των Σοβιέτ σαν όργανο της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Το σύνθημα των Σοβιέτ για την Κίνα, προτεινόμενο την κατάλληλη στιγμή από την Αντιπολίτευση αντιμετωπίστηκε από τον Στάλιν και τον Μπουχάριν με την κατηγορία «της βοηθείας και της υποκίνησης της αντεπανάστασης», κλπ. Όταν τα κέντρα της εξέγερσης των εργατών και των αγροτών συντρίφτηκαν από τους στρατηγούς «μας», τους «επαναστάτες» στρατηγούς, ο Στάλιν και ο Μπουχάριν, για να καλύψουν την ίδια τους τη χρεοκοπία, προώθησαν ξαφνικά το σύνθημα των «Σοβιέτ» για την Κίνα -για να το ξεχάσουν ξανά την επόμενη μέρα.
Στην αρχή το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας χαρακτηριζόταν σαν «ένα τμήμα – μοντέλο της Διεθνούς», και η πιο ασήμαντη κριτική από την Αντιπολίτευση -τη στιγμή που τα λάθη του μπορούσε ακόμα να διορθωθούν-χτυπούνταν και καταγγέλλονταν σαν μια «κακεντρεχής επίθεση» ενάντια στο Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα. Στη συνέχεια, όταν η χρεοκοπία των Μαρτίνοφ – Στάλιν – Μπουχάριν έγινε πέρα για πέρα καθαρή, προσπάθησαν να φορτώσουν όλα τα λάθη που έγιναν στην πλάτη του νεαρού Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος.
Στην αρχή πόνταραν τα πάντα στον Τσιάγκ Κάι Σεκ, μετά στον Ταγκ Τσεγκ Τσι, μετά στον Φεγκ Γιού Χσιάγκ, μετά στον δοκιμασμένο και αληθινό» Βαν Τσιγκ Βέι. Όλοι αυτοί οι δήμιοι των εργατών και των αγροτών είχαν ανακηρυχτεί, ο ένας μετά τον άλλον, σαν «μαχητές ενάντια στον ιμπεριαλισμό» και σύμμαχοι « μας».
Η μενσεβίκικη αυτή πολιτική στεφανώνεται τώρα με τον ανοιχτό και ειλικρινή ευνουχισμό της επαναστατικής διδασκαλίας του Λένιν. Οι Στάλιν – Μπουχάριν και η «σχολή των νέων», είναι απασχολημένοι να «αποδείξουν» ότι η διδασκαλία του Λένιν πάνω στα εθνικά επαναστατικά κινήματα συνοψίζεται, στην πραγματικότητα, σε ένα ευαγγέλιο «ενότητας με την μπουρζουαζία».
Το 1920, στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Λένιν είπε:
«Έχει γίνει ένα ορισμένα συμπλησίασμα ανάμεσα στις αστικές τάξεις του ιμπεριαλισμού και των αποικιακών χωρών, τέτοιο που πολύ συχνά, και στην πραγματικότητα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η μπουρζουαζία των καταπιεσμένων χωρών, ενώ υποστηρίζει το εθνικό κίνημα, την ίδια στιγμή παλεύει σε ενότητα με την ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία ενάντια σε κάθε επαναστατικό κίνημα και επαναστατική τάξη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμος 17ος, σελ. 275).
Πώς ο Λένιν θα κατάγγελνε τους ανθρώπους εκείνους που τολμούν σήμερα να αναφέρονται σ’ αυτόν για να δικαιολογήσουν την μενσεβίκικη πολιτική τους της ένωσης με τον Τσιάγκ Κάι Σεκ και τον Βάγκ Τσίγκ Βέι; Ο ίδιος ο Λένιν μίλησε γι’ αυτό πολύ καθαρά το Μάρτη του 1917: «Η επανάστασή μας είναι αστική και γι’ αυτό οι εργάτες πρέπει να υποστηρίζουν την μπουρζουαζία», λένε οι ανάξιοι πολιτικοί από το στρατόπεδο των λικβινταριστών. «Η επανάστασή μας είναι αστική», λέμε κι εμείς οι μαρξιστές, «γι’ αυτό οι εργάτες πρέπει να ανοίξουν τα μάτια όλου του λαού στην απάτη των αστών πολιτικών και να διδάξουν το λαό να μην πιστεύει στα λόγια αυτών των πολιτικών, αλλά να βασίζονται στη δική τους δύναμη, στη δική τους οργάνωση, στη δική τους ενότητα, στα δικά τους όπλα και πολεμοφόδια», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμος 14ος, μέρος 1,σελ. 11).
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα ενάντια στο διεθνές προλεταριάτο από την προσπάθεια αυτή να παρουσιαστεί ο Λένιν σαν απόστολος της «συμμαχίας με την μπουρζουαζία». Σπάνια θα βρείτε στην ιστορία της επαναστατικής πάλης μια περίπτωση όπου οι μαρξιστικές προβλέψεις να έχουν επιβεβαιωθεί τόσο γρήγορα και με τόση ακρίβεια, όπως έγινε με τις απόψεις της Αντιπολίτευσης πάνω στα προβλήματα της Κινέζικης Επανάστασης το 1926-1927.
Μια μελέτη των γεγονότων της Κινέζικης Επανάστασης και των αιτίων της ήττας της, είναι επείγον και άμεσο καθήκον των κομμουνιστών ολόκληρου του κόσμου.
Αυτά τα ζητήματα θα γίνουν αύριο ζητήματα ζωής και θανάτου για το κίνημα της εργατικής τάξης, όχι μόνο στην Κίνα. αλλά στην Ινδία και στις άλλες χώρες της Ανατολής -και έτσι, για ολόκληρο το διεθνές προλεταριάτο. Στις συζητήσεις αυτών των ζητημάτων που θίγουν τα ίδια τα θεμέλια του Μαρξισμού θα σχηματιστούν τα γνήσια μαρξιστικά στελέχη της επερχόμενης επανάστασης.

Η Μερική Σταθεροποίηση του Καπιταλισμού και η Ταχτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Μια από τις βασικές θέσεις του Μπολσεβικισμού είναι ότι η εποχή που άρχισε με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και με την επανάστασή μας είναι η εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η Κομμουνιστική Διεθνής ιδρύθηκε σαν το «Κόμμα της Παγκόσμιας Επανάστασης». Μια αναγνώριση αυτού του γεγονότος υπάρχει στους «εικοσιένα όρους». Και ήταν αρχικά σύμφωνα μ’ αυτή τη γραμμή που οι Κομμουνιστές σπάνε με τους σοσιαλδημοκράτες, τους «ανεξάρτητους» και τους μενσεβίκους κάθε είδους και κάθε γένους.
Μια αναγνώριση του γεγονότος ότι ο πόλεμος και ο Οκτώβρης άνοιξαν την εποχή της παγκόσμιας επανάστασης δεν σήμαινε, βέβαια, ότι σε κάθε δοσμένη στιγμή θα έχουμε στο χέρι μια άμεση επαναστατική κατάσταση. Σ’ ορισμένες περίοδες, μεμονωμένες χώρες και μεμονωμένοι κλάδοι παραγωγής, «καπιταλισμοί που πεθαίνουν» (Λένιν), είναι ικανοί για μια μερική αποκατάσταση της οικονομίας τους και ακόμα μια ανάπτυξη των παραγωγικών τους δυνάμεων. Η εποχή της παγκόσμιας επανάστασης έχει τις περίοδες ανόδου και καθόδου της. Εξαρτάται από το πόσο μεγάλη θα είναι η σπουδαιότητα της προετοιμασίας της εργατικής τάξης και του Κόμματος της, ο βαθμός επίδρασης που ασκεί η αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία, η σωστή ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αλλά η αμπώτιδα και η πλημμυρίδα της επανάστασης δεν θα αλλάξουν τη βασική θεμελιακή εκτίμηση της σημερινής ιστορικής εποχής παρμένη σαν όλο. Μόνο αυτή η εκτίμηση μπορεί να σχηματίσει τη βάση της επαναστατικής στρατηγικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Ωστόσο, σαν αποτέλεσμα μιας σειράς ηττών του διεθνούς επαναστατικού κινήματος και των πεσιμιστικών τάσεων που αυτές γέννησαν, η ομάδα του Στάλιν, χωρίς η ίδια να το καταλάβει, έφτασε σε μια εντελώς «νέα» και ουσιαστικά σοσιαλδημοκρατική εκτίμηση της τωρινής εποχής. Ολόκληρη η «θεωρία» του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα απορρέει βασικά από την εκτίμηση ότι η «σταθεροποίηση» του καπιταλισμού θα διαρκέσει για δεκαετίες. Ολόκληρη η «θεωρία» είναι ουσιαστικά ένα προϊόν της εκφυλιστικής τάσης της πίστης στη «σταθεροποίηση». Δεν είναι τυχαίο που η «θεωρία» του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα έχει γίνει αποδεχτή από τους Σοσιαλεπαναστάτες και της δεξιάς και της αριστεράς. Ο Τσερνόφ ο ίδιος έχει γράψει πάνω σ’ αυτό το θέμα γύρω από τον «Κομμουνιστικό Λαϊκισμό» του Στάλιν και του Μπουχάριν. Το όργανο των αριστερών Σοσιαλεπαναστατών γράφει: «Ο Στάλιν και ο Μπουχάριν βεβαιώνουν, όπως ακριβώς οι Ναρόντνικοι, ο σοσιαλισμός μπορεί να νικήσει σε μια μόνη χώρα», («Η Σημαία της Πάλης», Νο 17 και 18, 1926). Οι Σοσιαλεπαναστάτες υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία γιατί βλέπουν σ’ αυτήν μια αποκήρυξη της ταχτικής της παγκόσμιας επανάστασης.
Στην απόφαση του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου του Κόμματος, υιοθετήθηκε στο ραπόρτο του Στάλιν, η παρακάτω ολοφάνερα λαθεμένη δήλωση: «Στη σφαίρα των διεθνών σχέσεων έχουμε μια ενίσχυση και επέκταση της «μικρής ανάσας», που μεταμορφώθηκε σε μία ολόκληρη περίοδο», (Πρακτικά του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου, σελ. 957). Στην Έβδομη Διευρυμένη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (7 του Δεκέμβρη 1926), ο Στάλιν στο ραπόρτο του βάσισε ολόκληρη την πολιτική της Διεθνούς πάνω στην ίδια ριζικά λαθεμένη εκτίμηση της παγκόσμιας κατάστασης (στενογραφημένα πρακτικά, σελ. 12). Αυτή η εκτίμηση έχει ήδη αποδειχτεί ολοκληρωτικά λαθεμένη.
Η απόφαση της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής (Ιούλης – Αύγουστος του 1927) μιλάει χωρίς τον παραμικρό ποιοτικό χαρακτηρισμό της τεχνικής, οικονομικής και πολιτικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Αυτή φέρνει τη σταλινική εκτίμηση της παγκόσμιας κατάστασης πολύ πιο κοντά σε αυτήν των ηγετών της Δεύτερης Διεθνούς (Ότο Μπάουερ, Χίλφερντιγκ, Κάουτσκι και άλλους).
Έχει περάσει ενάμιση χρόνος από το Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο. Στη διάρκεια αυτού του χρόνου, έχουν γίνει η γενική απεργία στην Αγγλία, τα γιγάντια γεγονότα της Κινέζικης Επανάστασης, η εργατική εξέγερση στη Βιέννη, για να μην παραθέσουμε παρά τα πιο σημαντικά γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα, που πηγάζουν ακάθεκτα από τις πραγματικές συνθήκες της σημερινής «σταθεροποίησης», μας δείχνουν πόση εκρηκτική ύλη έχει συσσωρεύσει ο καπιταλισμός, πόσο ασταθής είναι η «σταθεροποίησή» του. Αυτά τα γεγονότα βρίσκονται σε πλήρη σύγκρουση με τη «θεωρία» του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα.
Η άλλη πλευρά της «σταθεροποίησης» του καπιταλισμού είναι τα 20 εκατομμύρια άνεργοι, ο τεράστιος παραγωγικός μηχανισμός που αργεί, η παράφρονη διόγκωση των στρατιωτικών δαπανών, η εξαιρετική αστάθεια των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Τίποτε δεν καταστρέφει καλύτερα τις αυταπάτες για μια μακριά περίοδο γαλήνης, όσο ο νέος κίνδυνος του πολέμου που πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Είναι οι μικροαστοί που ονειρεύονται μια σταθεροποίηση για «δεκαετίες», όπως είναι τυφλωμένοι από τη νίκη του καπιταλισμού πάνω στους εργάτες, τυφλωμένοι από τις τεχνικές, οικονομικές και πολιτικές επιτυχίες του καπιταλισμού. Αλλά τα πραγματικά γεγονότα αναπτύσσονται προς την κατεύθυνση ενός πολέμου που θα τινάξει στον αέρα κάθε «σταθεροποίηση». Και από πάνω η εργατική τάξη και ο καταπιεσμένες αποικιακές μάζες της Ανατολής δοκιμάζουν ξανά και ξανά να ανατρέψουν βίαια αυτή τη «σταθεροποίηση». Τώρα στη Βρετανία, τώρα στην Κίνα, τώρα στη Βιέννη. Μια Γενική Απεργία στη Βρετανία -και μονάχα 5.000 μέλη στο Κομμουνιστικό Κόμμα Βρετανίας! Μια Εργατική ανταρσία στη Βιέννη, με θύματα που αρκούσαν για μια ολόκληρη επανάσταση -και μονάχα 6.000 μέλη στο Κομμουνιστικό Κόμμα Αυστρίας! Ένα στρατιωτικό ξεσήκωμα των εργατικών και αγροτικών μαζών στην Κίνα -και η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας τρέχει να γίνει ένα απλό παράρτημα της αστικής ηγεσίας του Κουόμινταγκ! Αυτές είναι οι κραυγαλέες αντιφάσεις της σημερινής παγκόσμιας κατάστασης. Αυτά είναι τα γεγονότα που στηρίζουν και παρατείνουν τη «σταθεροποίηση» του καπιταλισμού. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι να βοηθήσουμε τα Κομμουνιστικά Κόμματα να ανεβάσουν τον εαυτό τους στο ύψος των γιγαντιαίων απαιτήσεων που η σημερινή εποχή θέτει μπροστά τους. Αλλά αυτό υποθέτει, πρώτα απ’ όλα, μια σωστή κατανόηση του χαραχτήρα της παγκόσμιας κατάστασης από μέρους της ίδιας της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Το Παγκόσμιο Κομμουνιστικό Κόμμα μας (η Κομμουνιστική Διεθνής) πρέπει να αναλάβει το καθήκον να ενοποιήσει ολόκληρη τη διεθνή εργατική τάξη στην πάλη να εμποδίσει τον πόλεμο , να υπερασπίσει τη Σοβιετική Ένωση, να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σ’ έναν πόλεμο για το σοσιαλισμό. Σ’ αυτό το σκοπό, ο κομμουνιστής εργάτης πρέπει, πριν απ’ όλα, να κερδίσει τον επαναστατικά σκεφτόμενο εργάτη, τον μη κομμουνιστή, τον ακομμάτιστο, το σοσιαλδημοκράτη, το συνδικαλιστή, τον αναρχικό, τον τρεϊντγιουνιονιστή, και επίσης τον τίμιο αυτό εργάτη που είναι ακόμα μέλος μιας καθαρά αστικής οργάνωσης. «Με το ενιαίο εργατικό μέτωπο πρέπει να κατανοούμε την ενότητα όλων των εργατών που επιθυμούν να παλέψουν ενάντια στον καπιταλισμό, κι αυτό περιλαμβάνει τους εργάτες που ακολουθούν ακόμα τους αναρχοσυνδικαλιστές, κλπ. Στις Λατινικές χώρες, ο αριθμός αυτών των εργατών είναι ακόμα σημαντικός». Αυτή ήταν η απόφαση του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την εποχή του Λένιν. Και διατηρεί ακόμα και σήμερα όλη της τη δύναμη και τη δυνατότητα εφαρμογής της. Οι τωρινές δραστηριότητες των ηγετών της Δεύτερης Διεθνούς και της Συνδικαλιστικής Διεθνούς του Άμστερνταμ, κάνουν εντελώς καθαρό ότι η στάση τους σ έναν μελλοντικό πόλεμο θα ξεπερνάει, σε παλιανθρωπιά και προδοτική ασυνειδησία, το ρόλο που έπαιξαν το 1914-18. Ο Πόλ-Μπονκούρ (Γαλλία) έχει εισάγει ένα νόμο που παραδίδει από τα πριν τους εργάτες στα χέρια ενός αστού δικτάτορα στον καιρό του πολέμου. Το Γενικό Συμβούλιο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (Βρετανία) υπερασπίζει τους δολοφόνους του Βόϊκοφ και δίνει την ευλογία του στην αποστολή στρατευμάτων στην Κίνα. Ο Κάουτσκι (Γερμανία) είναι συνήγοροι ένοπλης εξέγερσης ενάντια στη Σοβιετική εξουσία στη Ρωσία, και η Κεντρική Επιτροπή της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας οργανώνει την «καμπάνια χειροβομβίδα». Οι Σοσιαλδημοκράτες υπουργοί της Φιλανδίας και της Λετονίας, και οι ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος Πολωνίας είναι διαρκώς έτοιμοι να υποστηρίξουν έναν πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Οι ηγέτες των επίσημων αμερικάνικων συνδικαλιστικών οργανώσεων, μιλούν τη γλώσσα την πιο δηλητηριώδη των αντιδραστικών, και παλεύουν ανοιχτά ενάντια στην αναγνώριση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι «σοσιαλιστές» των Βαλκανίων υποστηρίζουν τους δήμιους των εργατών «τους» και είναι πάντα έτοιμοι να υποστηρίξουν κάθε καμπάνια ενάντια στην «ξένη» Σοβιετική Ένωση. Οι αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες είναι «υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης» στα λόγια, αλλά οι άνθρωποι που έχουν βοηθήσει τους δικούς τους φασίστες να πνίξουν στο αίμα την εξέγερση των εργατών στη Βιέννη, είναι ολοφάνερο ότι, στην αποφασιστική στιγμή, θα είναι στο πλευρό των καπιταλιστών. Οι ρώσοι Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες δεν είναι υπέρ μιας επέμβασης ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, μόνο και μόνο γιατί δεν υπάρχει μια ισχυρή δύναμη έτοιμη να επέμβει. Οι ηγέτες οι αυτοαποκαλούμενοι «Αριστεροί Σοσιαλδημοκράτες» που κρατούν κρυμμένη την αντεπαναστατική ουσία των απόψεών τους, είναι ο κύριος κίνδυνος, γιατί αυτοί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εμποδίζουν τους εργάτες που ακολουθούν τη σοσιαλδημοκρατική σημαία από το να σπάσουν αποφασιστικά από τους πράκτορες αυτούς της μπουρζουαζίας μέσα στο εργατικό κίνημα. Τα παλιά μέλη της Κομμουνιστικής Διεθνούς (όπως ο Κάτς, σ Σβαρτς, ο Κορς, ο Ρόζενμπεργκ) παίζουν τον ίδιο προδοτικό ρόλο, έχοντας σπάσει με τον Κομμουνισμό από το δρόμο του υπεραριστερισμού.
Ερωτοτροπώντας με τους σοσιαλδημοκράτες αυτούς ηγέτες (απόλυτα αντεπαναστάτες σε όλες τους τις αποχρώσεις, από τους ανοιχτά δεξιούς μέχρι εκείνους που ισχυρίζονται ότι είναι «αριστεροί») θα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνοι όσο ο πόλεμος πλησιάζει πιο κοντά. Η ταχτική του ενιαίου μετώπου δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να διερμηνευτεί σαν ένα μπλοκ με τους προδότες του Γενικού Συμβουλίου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών ή σαν ένα πλησίασμα με το Άμστερνταμ. Μια τέτοια πολιτική αδυνατίζει και συγχύζει την εργατική τάξη, αυξάνει το κύρος των αναμφισβήτητων προδοτών, και εμποδίζει την μάξιμουμ συνένωση των δικών μας δυνάμεων. Η λαθεμένη πορεία, που συνοψίζεται στη φράση του Στάλιν «Φωτιά στα αριστερά», έχει κατορθώσει τα ένα – δύο τελευταία χρόνια, ο κυρίαρχος ρόλος της ηγεσίας στα πιο σημαντικά τμήματα της Διεθνούς να έχει περάσει, ενάντια στη θέληση των κομμουνιστών εργατών, στα χέρια της δεξιάς ας. (Αυτό έχει συμβεί στη Γερμανία, στην Πολωνία, στην Τσεχοσλοβακία. στη Γαλλία, στην Ιταλία και στη Βρετανία)
Η πολιτική των κυρίαρχων αυτών δεξιών ομάδων, που κατευθύνετε προς τη διαγραφή ολόκληρης της αριστερής πτέρυγας της κομμουνιστικής Διεθνούς, έχει εξασθενίσει τη δύναμη της Διεθνούς και προ-ετοιμάζει άμεσους κινδύνους.
Ιδιαίτερα η διαγραφή της ομάδας Ούρμπανς στη Γερμανία έχει υπαγορευτεί από αυτή την πολιτική της διαγραφής ολόκληρης της αριστερής πτέρυγας της Διεθνούς. Τονίζοντας αβάσιμα μερικές οξείες φράσεις πολεμικής που χρησιμοποιούνται από τους αριστερούς οπαδούς των Ούρμπανς – Μάσλοφ, στην απάντηση τους σ’ αυτούς που τους συκοφαντούν και τους κατηγορούν με κακοπιστία σαν «αποστάτες», «αντεπαναστάτες», «πράκτορες του Τσάμπερλεν», κλπ., η ομάδα του Στάλιν σπρώχνει σκόπιμα τη γερμανική Αριστερά στο δρόμο ενός δεύτερου κόμματος. Η ομάδα του Στάλιν κάνει ότι μπορεί για να προκαλέσει μια διάσπαση στις γραμμές των γερμανών κομμουνιστών.
Στην πραγματικότητα, πάνω σ’ όλα τα βασικά ζητήματα του διεθνούς κινήματος της εργατικής τάξης, η ομάδα Ούρμπανς υπερασπίζει, και στην κάθε αποφασιστική στιγμή θα συνεχίσει αναμφισβήτητα να υπερασπίζει, μέχρι το τελευταίο της χαράκωμα, τη Σοβιετική Ένωση. Αγκαλιάζει εκατοντάδες χιλιάδες παλιούς μπολσεβίκους εργάτες της βάσης, είναι δεμένη με τις πλατιές μάζες του προλεταριάτου. Έχει τη συμπάθεια χιλιάδων εργατών κομμουνιστών που έχουν παραμείνει στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.
Η επιστροφή στους κόλπους της Διεθνούς όλων αυτών των διαγραμμένων συντρόφων που αποδέχονται το κύρος των Συνεδρίων της Διεθνούς -κι ανάμεσα σ’ αυτούς πρώτα-πρώτα η ομάδα Ούρμπανς- είναι το πρώτο βήμα προς τη διόρθωση των κινήσεων που έγιναν από τον Στάλιν προς ένα σχίσμα στη Διεθνή. Στον «Αριστερισμό – Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού», ο Λένιν, εκθέτοντας τα λάθη των πραγματικών «υπεραριστερών», γράφει ότι ο κύριος εχθρός του Μπολσεβικισμού μέσα στο εργατικό κίνημα είναι και παραμένει ο οπορτουνισμός. «Αυτός ο εχθρός παραμένει επίσης ο κύριος εχθρός και σε διεθνή κλίμακα», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμος 17ος, σελ. 124). Στο Δεύτερο Συνέδριο της Διεθνούς, ο Λένιν πρόσθεσε σ’ αυτό τη δήλωση ότι «σε σύγκριση μ’ αυτό το καθήκον, θα είναι ένα εύκολο καθήκον να διορθώσουμε τα «λάθη» της αριστερής τάσης των κομμουνιστών», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», Τόμος 17ος, σελ. 267). Όταν μιλούσε για τους «αριστερούς», ο Λένιν είχε στο μυαλό του τους υπεραριστερούς, ενώ ο Στάλιν, όταν μιλάει για πάλη ενάντια στον υπεραριστερισμό, έχει υπόψη του τους επαναστάτες λενινιστές.
Μια αποφασιστική πάλη ενάντια στο δεξιό οπορτουνιστικό κίνημα σαν τον κύριο εχθρό, και μια διόρθωση των λαθών της «αριστερής» τάσης- αυτό ήταν το σύνθημα του Λένιν. Εμείς, οι Αντιπολιτευόμενοι προτείνουμε το ίδιο σύνθημα.
Η δύναμη των οπορτουνιστών «σοσιαλιστών» είναι σε τελευταία ανάλυση η δύναμη του καπιταλισμού. Στη διάρκεια της κρίσης των πρώτων χρόνων μετά τον πόλεμο (1918-1921) όταν ο καπιταλισμός γλιστρούσε γοργά προς την άβυσσο, η επίσημη σοσιαλδημοκρατία είχε αδυνατίσει και κατάρρεε μαζί του. Τα χρόνια της μερικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού έφεραν μαζί τους μια προσωρινή ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας. Η ήττα των ιταλών εργατών το 1920- 1921, του γερμανικού προλεταριάτου το 1921-1923, η ήττα της μεγάλης απεργίας στη Βρετανία το 1926, και η ήττα του κινέζικου προλεταριάτου το 1927, οποιαδήποτε κι αν ήταν τα αίτιά τους, έγιναν οι ίδιες η αιτία για μια προσωρινή πτώση του επαναστατικού κύματος στα ανώτερα στρώματα του προλεταριάτου. Αυτά έχουν για μια ορισμένη περίοδο ενισχύσει τη σοσιαλδημοκρατία σε βάρος των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Και μέσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα έχουν φέρει μια προσωρινή επικράτηση της δεξιάς πτέρυγας σε βάρος της αριστερής πτέρυγας. Ο ρόλος της εργατικής αριστοκρατίας, της εργατικής γραφειοκρατίας και των μικροαστών συνεταίρων της, έγινε αυτή την περίοδο ιδιαίτερα μεγάλος και ιδιαίτερα αντιδραστικός.
Σε ένα ορισμένο βαθμό, αυτό το προτσές πρέπει αναπόφευκτα να επηρεάσει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Το διοικητικό «κέντρο» έχει στρέψει τα «πυρά» του αποκλειστικά στα αριστερά και με μια καθαρά μηχανιστική μέθοδο έχει δημιουργήσει μια νέα σχέση δυνάμεων, ακόμα πιο μειονεκτική για την αριστερή, τη λενινιστική πτέρυγα. Έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση στην οποία, πραγματικά, το Κόμμα δεν ψηφίζει ποτέ, ψηφίζει μόνο ο μηχανισμός.
Αυτά είναι τα γενικά αίτια της εξασθένισης της επιρροής της λενινιστικής πτέρυγας στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας και του Σοβιετικού κράτους. Και σαν αποτέλεσμα, τα δεξιά μισοσοσιαλδημοκρατικά στοιχεία, που για καιρό μετά τον Οκτώβρη ήταν στις γραμμές του εχθρού και τελικά έγιναν δεχτοί στην Κομμουνιστικοί Διεθνή, αν και κάπως δοκιμαστικά, (Μαρτίνοφ, Σμέραλ, Ραφές, Ντ. Πετρόφσκι, Πέπερ, και άλλοι), μιλούν όλο και πιο συχνά, όλο και πιο επιδεικτικά στο όνομα της Διεθνούς. Και σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τα ονόματα των φανερών τυχοδιωκτών τύπου Χανς Νιούμαν και άλλων του ίδιου είδους. Μέσα στις μάζες, ωστόσο, τα στοιχεία μιας νέας κίνησης προς τα αριστερά, μιας νέας επαναστατικής αναγέννησης συγκεντρώνονται ήδη. Η Αντιπολίτευση έχει αρχίσει να προετοιμάζεται, θεωρητικά και πολιτικά, γι’ αυτές τις μέρες.

Τα Κυρία Συμπεράσματα

Στους κυρίαρχους κύκλους της πλειοψηφίας, κάτω από την επίδραση της διακοπής των σχέσεων με τη Βρετανία και τις άλλες δυσκολίες, εθνικές και διεθνείς, έχει αρχίσει η προετοιμασία «σχεδίων» όπως τα παρακάτω:
α) Να αναγνωρίσουν τα χρέη.
6) Να σπάσουν λίγο ή πολύ το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου.
γ) Να αποσυρθούν από την Κίνα -δηλαδή να αποσύρουν «για ένα χρονικό διάστημα» την υποστήριξή τους στην Κινέζικη Επανάσταση και γενικά στο εθνικό – επαναστατικό κίνημα.
δ) Να κάνουν μέσα στη χώρα μια δεξιά «μανούβρα» -δηλαδή να επεκτείνουν για λίγο τη ΝΕΠ. Μ’ αυτή την τιμή, ελπίζουν να αποκρούσουν τον κίνδυνο του πολέμου, να καλυτερεύσουν τη διεθνή κατάσταση της Σοβιετικής Ένωσης και να απαλλαγούν από τις διεθνείς δυσκολίες (ή τουλάχιστον να τις περιορίσουν). Το όλο «σχέδιο» βασίζεται πάνω στην υπόθεση ότι ο καπιταλισμός είναι εξασφαλισμένος για δεκαετίες.
Στην πραγματικότητα, αυτό δεν θα ήταν μια «μανούβρα», αλλά, στη σημερινή κατάσταση, μια πλήρης συνθηκολόγηση από μέρους της Σοβιετικής εξουσίας: μέσα από την «πολιτική ΝΕΠ», την «νεο-ΝΕΠ», πίσω στον καπιταλισμό. Οι ιμπεριαλιστές θα δέχονταν όλες μας τις παραχωρήσεις και προετοιμάζουν όσο μπορούν πιο γοργά μια νέα επίθεση ή ακόμα κι έναν πόλεμο. Οι κουλάκοι, οι Νέπμαν, και οι γραφειοκράτες θα αναγνωρίσουν τις παραχωρήσεις μας και με επιμονή θα οργανώσουν όλες τις αντισοβιετικές δυνάμεις ενάντια στο Κόμμα μας. Μια τέτοια «ταχτική» από μέρους μας δε θα μπορούσε παρά να πραγματώσει την πιο στενή ένωση ανάμεσα στη νέα μπουρζουαζία μας με την ξένη μπουρζουαζία. Η οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης θα έπεφτε κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του διεθνούς κεφαλαίου -μια δανεισμένη πένα για ένα ρούβλι σκλαβιάς. Και η εργατική τάξη και η κύρια μάζα της αγροτιάς θα έχαναν την πίστη τους στη δύναμη της σοβιετικής εξουσίας και θα διερωτόνταν αν η σοβιετική εξουσία γνώριζε που θέλει να οδηγήσει το λαό.
Πρέπει να επιχειρήσουμε, αν είναι δυνατόν, «να πληρώσουμε λύτρα» για να αποφύγουμε τον πόλεμο. Αλλά για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να είμαστε δυνατοί, ενωμένοι, και να υπερασπίσουμε χωρίς αναβολή την ταχτική της παγκόσμιας επανάστασης, και να ενισχύσουμε τη Διεθνή. Μονάχα μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες θα είχαμε σοβαρές δυνατότητες να καθυστερήσουμε τον πόλεμο, χωρίς να αδυνατίσουμε, με οποιονδήποτε τρόπο, τα θεμέλια της σοβιετικής εξουσίας και, στην περίπτωση όπου ο πόλεμος θα είναι αναπόφευκτος, να βρούμε την υποστήριξη του παγκόσμιου προλεταριάτου και να νικήσουμε.
Ο Λένιν έκανε ορισμένες οικονομικές παραχωρήσεις στους ιμπεριαλιστές για να αποφύγουμε τον πόλεμο ή να τραβήξουμε κάτω από αποδεχτούς όρους το διεθνές κεφάλαιο. Αλλά κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ή σε δύσκολες στιγμές της επανάστασης, ποτέ ο Λένιν δε θα δεχόταν την ιδέα να καταστρέψει το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, να προσφέρει πολιτικά δικαιώματα στους κουλάκους, να αδυνατίσει την υποστήριξή μας γενικά στην παγκόσμια επανάσταση.
Πρέπει, πριν απ’ όλα, να βεβαιώσουμε και να ενισχύσουμε πέρα για πέρα και χωρίς επιφύλαξη την υποστήριξή μας στη διεθνή επανάσταση. Πρέπει να προσφέρουμε μια σταθερή αντίσταση σε κάθε τάση «σταθεροποίησης», σε κάθε ψευτοπολιτική που εκφράζεται στην παρατήρηση ότι δεν έχουμε δουλειά «να επεμβαίνουμε στην Κίνα», ότι πρέπει «να φύγουμε από την Κίνα όσο πιο γρήγορα μπορούμε», ότι αν η συμπεριφορά μας είναι «λογική» θα μας αφήσουν ήσυχους, κλπ. Η «θεωρία» του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα παίζει τώρα ένα ρόλο άμεσα ολέθριο, εμποδίζοντας την ανασύνταξη των διεθνών δυνάμεων του προλεταριάτου γύρω από τη Σοβιετική Ένωση. Αποκοιμίζει τους εργάτες των άλλων χωρών, αμβλύνοντας τις αισθήσεις τους στο να δουν τους πραγματικούς κινδύνους.
2. Ένα άλλο καθήκον της ίδιας σπουδαιότητας είναι να σταθεροποιήσουμε τις γραμμές του Κόμματος μας, να θέσουμε ένα τέλος στην ανοιχτή σπεκουλάτσια της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας και των ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας για ένα σχίσμα, ή την αποκοπή ή τη «διαγραφή» της Αντιπολίτευσης, κλπ. Όλα αυτά έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα του πολέμου, αφού, για την ώρα, οι «δοκιμές» των ιμπεριαλιστών γίνονται κυρίως πάνω στην ηθικοπολιτική αυτή γραμμή. Όλα τα όργανα της διεθνούς μπουρζουαζίας και της σοσιαλδημοκρατίας δείχνουν τώρα ένα ασυνήθιστο ενδιαφέρον για τις εσωκομματικές μας διαφορές. Ενθαρρύνουν ανοιχτά και σπρώχνουν την σημερινή πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής να διαγράψει την Αντιπολίτευση από τα ηγετικά όργανα του Κόμματος, και, αν είναι δυνατό, από το ίδιο το Κόμμα και, αν είναι δυνατό, πραγματικά, να τους βγάλει από τη μέση. Ξεκινώντας από την πιο πλούσια εφημερίδα της μπουρζουαζίας, το «Νιου ΓιορκΤάιμς» και τελειώνοντας με την πιο έμπειρη εφημερίδα της Δεύτερης Διεθνούς, το «Αρμπάιτερ Τσάιτουγκ» της Βιένης (Ότο Μπάουερ), όλα τα όργανα της μπουρζουαζίας και της σοσιαλδημοκρατίας χαιρετίζουν «την κυβέρνηση του Στάλιν» για την πάλη της ενάντια στην Αντιπολίτευση. Καλούν αυτή την κυβέρνηση να αποδείξει, γι’ άλλη μια φορά το «συνετό πνεύμα» της, σπάζοντας αποφασιστικά με τους Αντιπολιτευόμενους «προπαγανδιστές της παγκόσμιας επανάστασης». Αν όλοι οι όροι παραμείνουν ίδιοι, ο πόλεμος θα έρθει πολύ αργά και οι ελπίδες του εχθρού για μια «διαγραφή» της Αντιπολίτευσης δεν θα πραγματοποιηθούν. Δε θα μπορέσουμε να προφυλαχθούμε από τον πόλεμο με χρήματα, αν αυτό είναι δυνατό -και να νικήσουμε στον πόλεμο αν είμαστε υποχρεωμένοι να τον κάνουμε- παρά στο μέτρο που θα διατηρήσουμε την απόλυτη ενότητα του Κόμματος μας, αν, πριν απ’ όλα, διαψεύσουμε τις ελπίδες των ιμπεριαλιστών για ένα σχίσμα ή μια αποκοπή. Τα τελευταία αυτά μέτρα δεν είναι χρήσιμα παρά μόνο στους καπιταλιστές.
3. Είναι αναγκαίο να επανέρθουμε στην ταξική γραμμή μας στο διεθνές εργατικό κίνημα, να σταματήσουμε την πάλη ενάντια στην αριστερή πτέρυγα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, να αποκαταστήσουμε στη Διεθνή τα διαγραμμένα εκείνα μέλη που δέχονται τις αποφάσεις των Συνεδρίων, και να θέσουμε τέλος, μια για πάντα, στην πολιτική των «εγκάρδιων σχέσεων» με τους προδότες ηγέτες του βρετανικού Γενικού Συμβουλίου. Ένα σπάσιμο με το Γενικό Συμβούλιο θα έχει την ίδια σημασία, στις τωρινές συνθήκες, με το σπάσιμο το 1914 με το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο της Δεύτερης Διεθνούς. Ο Λένιν απαιτούσε με ένα τελεσίγραφο του από κάθε επαναστάτη αυτό το σπάσιμο. Το να μείνεις στο μπλοκ με το Κεντρικό Συμβούλιο σημαίνει, ακόμα και τώρα, ότι βοηθάς τους αντεπαναστάτες ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς.
4. Πρέπει με αποφασιστικότητα να διορθώσουμε τη γραμμή μας στο εθνικό – επαναστατικό κίνημα -πρώτα απ’ όλα στην Κίνα, αλλά και σε μια σειρά άλλες χώρες. Πρέπει να συντρίψουμε την πολιτική των Μαρτίνοφ Στάλιν – Μπουχάριν και να γυρίσουμε στη γραμμή που χάραξε ο Λένιν στις αποφάσεις του Δεύτερου και Τέταρτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αλλιώτικα, αντί να είμαστε οι εμψυχωτές των εθνικό – επαναστατικών κινημάτων, θα γίνουμε ένα φρένο γι’ αυτά και θα χάσουμε, αναπόφευκτα, την συμπάθεια των εργατών και των χωρικών της Ανατολής. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας πρέπει να απελευθερωθεί από κάθε εξάρτηση, πολιτική ή οργανωτική, από το Κουόνιντάγκ. Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να κυνηγήσει από τις γραμμές της το Κουόμιντάγκ.
5. Πρέπει επίμονα, συστηματικά και με πείσμα να διεξάγουμε την πάλη για την ειρήνη. Πρέπει να αναβάλουμε την πόλεμο, «να πληρώσουμε λύτρα για να αποφύγουμε την απειλή του πολέμου». Καθετί δυνατό και επιτρεπτό πρέπει να γίνει σ’ αυτόν τον τομέα (δες το σημεία 1). Ταυτόχρονα, από τώρα πρέπει να προετοιμαστούμε άμεσα για πόλεμο χωρίς να αφήνουμε ούτε για μια στιγμή τα όπλα. Και το πρώτο μας καθήκον είναι να βάλουμε τέλος στις φλυαρίες και να πούμε αν οι κίνδυνοι ενός προσεχούς πολέμου είναι πραγματικοί.
6. Να επαναφέρουμε με σταθερό χέρι την ταξική γραμμή στην εσωτερική πολιτική μας. Αν ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος, μόνο μια αυστηρή μπολσεβίκικη πολιτική μπορεί να νικήσει: ο εργάτης κι ο εργάτης γης, στηριγμένοι στους φτωχούς αγρότες, σε συμμαχία με το μεσαίο χωρικό, ενάντια στον κουλάκο, τον νέπμαν, τον γραφειοκράτη.
7. Μια ολόπλευρη προετοιμασία του συνόλου της οικονομίας, του προϋπολογισμού, κλπ., για το ενδεχόμενο του πολέμου.
Ο καπιταλισμός έχει μπει σε μια νέα περίοδο ταραχών. Ένας πόλεμος με τη Σοβιετική Ένωση, όπως ένας πόλεμος με την Κίνα, θα σημαίνει μια σειρά καταστροφών για τον διεθνή καπιταλισμό. Ο πόλεμος του 1914-1918 ήταν ένας γιγάντιος «επιταχυντής» (Λένιν) της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι νέοι πόλεμοι, και ειδικά ένας πόλεμος ενάντια στην Σοβιετική Ένωση, στον οποίο με μια σωστή πολιτική από την πλευρά μας θα κερδίσουμε τη συμπάθεια των εργαζόμενων μαζών ολόκληρου του κόσμου, μπορεί να γίνει ένας ακόμα τεράστιος «επιταχυντής» για το θάνατο του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις θα αναπτυχθούν χωρίς νέους πολέμους. Αλλά οι νέοι πόλεμοι θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Ο Κόκκινος Στρατός και το Κόκκινο Ναυτικό

Η διεθνής κατάσταση φέρνει όλο και περισσότερο σε πρώτο πλάνο το ζήτημα της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης. Το Κόμμα, η εργατική τάξη και η αγροτιά οφείλουν να δώσουν ανανεωμένη και μεγαλύτερη προσοχή στον Κόκκινο Στρατό και το Κόκκινο Ναυτικό.
Όλα τα γεγονότα στην οικονομία, στην πολιτική και στον πολιτισμό μας συνδέονται με το πρόβλημα της άμυνας. Ο στρατός αποτελεί ένα πρότυπο όλου του κοινωνικού συστήματος. Αντανακλά, με τον πιο οξύ δυνατό τρόπο, όχι μόνο τις ισχυρές, αλλά και τις αδύνατες πλευρές του υπάρχοντος καθεστώτος. Η πείρα διδάσκει ότι σ’ αυτόν τον τομέα, λιγότερο απ’ όλους τους άλλους τομείς, μπορεί κανείς να στηρίζεται στα φαινόμενα. Εδώ ιδιαίτερα είναι προτιμότερο να κάνει κανείς λάθη όσον αφορά τους ελέγχους του και την αυτοκριτική του, παρά να κάνει λάθη από ευκολοπιστία και εμπιστοσύνη.
Το ζήτημα της αμοιβαίας σχέσης των τάξεων στη χώρα, και η σωστή πολιτική του Κόμματος σ’ αυτόν τον τομέα, έχει μια αποφασιστική σημασία για την εσωτερική αλληλεγγύη του στρατού και για τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στο Γενικό Επιτελείο και το σώμα των στρατιωτών. Το ζήτημα της εκβιομηχάνισης έχει αποφασιστική σημασία για τα τεχνικά μέσα της άμυνάς μας. Όλα τα μέτρα που υποστηρίζουμε σε αυτή την πλατφόρμα -και που αναφέρονται στη διεθνή πολιτική και το διεθνές εργατικό κίνημα, στη βιομηχανία, στη γεωργία, στο σοβιετικό σύστημα, στο εθνικό ζήτημα, στο Κόμμα και στην Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας- όλα αυτά τα ζητήματα είναι πρωταρχικής σπουδαιότητας για το δυνάμωμα του Κόκκινου Στρατού και του Κόκκινου Ναυτικού.
Οι πρακτικές μας προτάσεις σ’ αυτό τον τομέα έχουν παρουσιαστεί στο Πολιτικό Γραφείο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Πραγματικές και Υποτιθέμενες Διαφωνίες

Τίποτα δε μαρτυράει τόσο βέβαια τη λαθεμένη πολιτική πορεία της ομάδας του Στάλιν, όσο η αδιάκοπη απόφασή τους να συγκρούονται όχι με τις πραγματικές μας απόψεις, αλλά με τις φανταστικές απόψεις που ποτέ δεν είχαμε και που ποτέ δε θα έχουμε.
Όταν οι Μπολσεβίκοι συζητούσαν με τους Μενσεβίκους, τους Σοσιαλεπαναστάτες και τις άλλες μικροαστικές τάσεις, οι Μπολσεβίκοι εκθέτανε μπροστά στους εργάτες το πραγματικό σύστημα απόψεων που ανάπτυσσαν οι αντίπαλοι τους. Αλλά όταν οι Μενσεβίκοι ή οι Σοσιαλεπαναστάτες συζητούσαν με τους Μπολσεβίκους, αντί να ανασκευάζουν τις πραγματικές τους απόψεις θέλανε να αποδώσουν στους Μπολσεβίκους πράγματα που ποτέ δεν είχαν πει. Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες δε θα μπορούσαν να εκθέσουνε τις απόψεις των Μπολσεβίκων μπροστά στους εργάτες με κάποια δίκαιη προσέγγιση, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση οι εργάτες θα υποστηρίζανε τους Μπολσεβίκους. Ο όλος μηχανισμός της ταξικής πάλης οδηγούσε τις μικροαστικές αυτές ομάδες στην αναγκαιότητα να αντισταθούν στους Μπολσεβίκυς με το να τους αποκαλούν «συνωμότες», «σύμμαχους της αντεπανάστασης», και αργότερα «πράκτορες του Γουλιέλμου», κλπ. Το ίδιο και τώρα, η μικροαστική παρέκκλιση μέσα στο ίδιο μας το Κόμμα δεν μπορεί να παλέψει τις λενινιστικές απόψεις μας παρά αποδίδοντάς μας πράγματα που ποτέ δε σκεφτήκαμε ή δεν είπαμε. Η ομάδα του Στάλιν γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι αν θα υπερασπίσουμε τις αληθινές απόψεις μας με κάποια ελευθερία, μια τεράστια πλειοψηφία των μελών του Κόμματος μας θα μας υποστηρίξει.
Οι πιο στοιχειώδεις όροι για μια έντιμη εσωκομματική συζήτηση δεν τηρούνται. Στο ζήτημα της Κινέζικης Επανάστασης, ένα ζήτημα παγκόσμιας σημασίας, η Κεντρική Επιτροπή δεν έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα ούτε μια λέξη απ’ αυτά που λεει η Αντιπολίτευση. Αφού έκλεισε σε στεγανά το Κόμμα και απόκλεισε την Αντιπολίτευση από τον κομματικό Τύπο, η ομάδα του Στάλιν σήκωσε ενάντιά μας ένα μόνιμο επιχείρημα, αποδίδοντάς μας, μέρα με τη μέρα, μια συνεχώς αυξανόμενη σειρά από ηλιθιότητες και εγκλήματα. Αλλά κάθε μέρα που περνάει τα μέλη του Κόμματος πιστεύουν όλο και λιγότερο αυτές τις κατηγορίες.
1. Όταν λέμε ότι η τωρινή σταθεροποίηση του καπιταλισμού δεν είναι μια σταθεροποίηση δεκαετιών, και ότι η εποχή μας παραμένει μια εποχή ιμπεριαλιστικών πολέμων και κοινωνικών επαναστάσεων (Λένιν), η ομάδα του Στάλιν μας αποδίδει μια άρνηση κάθε στοιχείου σταθεροποίησης στον καπιταλισμό.
2. Όταν λέμε, με τα λόγια του Λένιν, ότι για την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας στη χώρα μας, είναι αναγκαία η νίκη της προλεταριακής επανάστασης σε μια ή περισσότερες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ότι η τελική νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα, και πάνω απ’ όλα σε μια καθυστερημένη χώρα, είναι αδύνατη, όπως το έχουν αποδείξει ο Μαρξ, ο Ένγκελς, και ο Λένιν, η ομάδα του Στάλιν κατασκευάζει τον ολότελα ψεύτικο ισχυρισμό ότι «δεν πιστεύουμε» στο σοσιαλισμό και στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στη Σοβιετική Ένωση.
3. Όταν, ακολουθώντας τον Λένιν, σημειώνουμε την αύξηση των γραφειοκρατικών παραμορφώσεων στο εργατικό μας κράτος, η ομάδα του Στάλιν μας αποδίδει την άποψη ότι το σοβιετικό μας κράτος δεν είναι καθόλου ένα προλεταριακό κράτος. Όταν ανακοινώνουμε μπροστά σ’ ολόκληρη την Κομμουνιστική Διεθνή ότι «ο καθένας που, θα δοκίμαζε, είτε άμεσα είτε έμμεσα, να μας υποστηρίξει, και ταυτόχρονα θα αρνιόταν τον προλεταριακό χαραχτήρα του Κόμματός μας και του κράτους μας και το σοσιαλιστικό χαραχτήρα της οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση, θα συναντούσε την ανελέητη αντίθεση κι απόρριψή μας», (Δες τη δήλωση των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκι της 15 του Δεκέμβρη 1926 στην Έβδομη Διευρυμένη Ολομέλεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, παράγραφος 1) -η ομάδα του Στάλιν κρύβει την ανακοίνωσή μας και συνεχίζει τις συκοφαντίες της ενάντιά μας.
4. Όταν δείχνουμε ότι τα θερμιδοριανά στοιχεία, με μια αρκετά σοβαρή κοινωνική βάση, αυξάνουν στη χώρα, όταν απαιτούμε η ηγεσία του Κόμματος να αντιτάξει μια πιο συστηματική, πιο σταθερή και μια πλέρια σχεδιασμένη αντίσταση σ’ αυτά τα φαινόμενα και την επίδρασή τους σ’ ορισμένους κρίκους στο Κόμμα μας -η ομάδα του Στάλιν μας κατηγορεί ότι ανακοινώνουμε ότι το Κόμμα είναι θερμιδοριανά, και ότι η προλεταριακή επανάσταση έχει εκφυλιστεί. Όταν ανακοινώνουμε μπροστά σ’ ολόκληρη τη Διεθνή: «Δεν είναι αλήθεια ότι κατηγορούμε την πλειοψηφία του Κόμματός μας για δεξιά παρέκκλιση. Σκεπτόμαστε μονάχα ότι υπάρχουν δεξιές τάσεις και δεξιές ομάδες στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας που τώρα έχουν μια δυσανάλογη επίδραση, αλλά που το Κόμμα θα υπερνικήσει», (Δες τη δήλωση των Ζηνόβιεφ. Κάμενεφ. Τρότσκι, ο.π.π., παράγραφος 14) -η ομάδα του Στάλιν κρύβει την ανακοίνωσή μας και συνεχίζει να μας συκοφαντεί.
5. Όταν δείχνουμε την τεράστια αύξηση των κουλάκων. όταν ακολουθώντας τον Λένιν, συνεχίζουμε να βεβαιώνουμε ότι «ο κουλάκος δεν μπορεί να αναπτυχθεί ειρηνικά μέσα στο σοσιαλισμό» ότι είναι ο πιο επικίνδυνος εχθρός της προλεταριακής επανάστασης -η ομάδα του Στάλιν μας κατηγορεί ότι θέλουμε «να ληστέψουμε τον αγρότη».
6. Όταν τραβάμε την προσοχή του Κόμματός μας στο γεγονός της ισχυρής θέσης του ιδιωτικού κεφαλαίου, της υπέρμετρης αύξησης της συσσώρευσης του και της επίδρασής του στη χώρα -η ομάδα του Στάλιν μας κατηγορεί για επίθεση στη Ν.Ε.Π. και ότι απαιτούμε την επαναφορά του Πολεμικού Κομμουνισμού.
7. Όταν δείχνουμε τα λάθη της πολιτικής του Κόμματος, όπως στις υλικές συνθήκες των εργατών, στην ανεπάρκεια των μέτρων ενάντια στην ανεργία και την έλλειψη στέγης, και ιδιαίτερα όταν δείχνουμε ότι η μερίδα των μη προλεταριακών στοιχείων στο εθνικό εισόδημα έχει αυξηθεί υπέρμετρα -λένε ότι είμαστε ένοχοι για μια παρέκκλιση «σοσιαλιστικής γκίλντας» και για «δημαγωγία».
8. Όταν δείχνουμε τη συστηματική βραδύτητα της βιομηχανίας μπροστά στις απαιτήσεις της εθνικής οικονομίας, με όλες τις αναπόφευκτες συνέπειές της -δυσαναλογία, έλλειψη αγαθών, σπάσιμο του δεσμού ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο- μας αποκαλούν «υπερεκβιομηχανιστές».
9. Όταν δείχνουμε το λάθος στην πολιτική των τιμών, που δεν μειώνει το υψηλό κόστος ζωής, αλλά κάνει δυνατή την αχαλίνωτη ανάπτυξη των κερδών των ιδιωτών καπιταλιστών -η ομάδα του Στάλιν μας κατηγορεί ότι είμαστε συνήγοροι μιας πολιτικής ύψωσης των τιμών. Όταν πριν ένα χρόνο ανακοινώσαμε σ’ ολόκληρη τη Διεθνή: «Η Αντιπολίτευση, ποτέ, σε καμιά επέμβασή της. δεν απαίτησε ή δεν πρότεινε την ύψωση των τιμών, αλλά έβλεπε το κύριο λάθος της οικονομικής πολιτικής μας ακριβώς στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με επαρκή ενεργητικότητα σε μια μείωση της έλλειψης αγαθών με την οποία είναι αναπόφευκτα δεμένες οι υψηλές λιανικές τιμές». (Δες τη δήλωση των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκι, ο.π.π., παράγραφος 5) -η ανακοίνωσή μας αυτή αποκρυβόταν και οι συκοφαντίες συνεχίζονταν.
10. Όταν μιλούσαμε ενάντια στην «εγκάρδια συμφωνία» με τους προδότες της Γενικής Απεργίας, τους αντεπαναστάτες του βρετανικού Γενικού Συμβουλίου, που έπαιζαν ανοιχτά το ρόλο των πρακτόρων του Τοάμπερλεν -μας κατηγορούσαν ότι είμαστε αντίθετοι στο να δουλεύουν οι κομμουνιστές μέσα στα συνδικάτα και ενάντια στην τακτική του ενιαίου μετώπου.
11. Όταν ήμασταν αντίθετοι στην είσοδο των συνδικάτων της Σοβιετικής Ένωσης στη Συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ, ή ενάντια σε κάθε είδους ερωτοτροπία με τους ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς -μας κατηγορούσαν για «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση».
12.Όταν ήμασταν αντίθετοι στην πολιτική που βασιζόταν στους κινέζους στρατηγούς, όταν ήμασταν αντίθετοι στην υποταγή της κινέζικης εργατικής τάξης στο αστικό Κουόμινταγκ, όταν ήμασταν αντίθετοι στην μενσεβίκικη ταχτική του Μαρτίνοφ -μας κατηγορούσαν ότι είμαστε ενάντια «στην αγροτική επανάσταση στην Κίνα», ότι είμαστε «συνεταίροι με τον Τσιαγκ Κόι Σεκ».
13. Όταν, πάνω στη βάση της εκτίμησής μας για τη διεθνή κατάσταση, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος πλησιάζει και προειδοποιούμε γι’ αυτό έγκαιρα το Κόμμα -οι σταλινικοί στρέφουν ενάντιά μας την ανέντιμη κατηγορία ότι «θέλουμε τον πόλεμο».
14. Όταν, πιστοί στη διδασκαλία του Λένιν, δείχνουμε ότι το πλησίασμα του πολέμου απαιτεί με τον πιο επίμονο τρόπο μια σταθερή, καθορισμένη και σαφή ταξική πολιτική -οι σταλινικοί ξεδιάντροπα ισχυρίζονται ότι δε θέλουμε να υπερασπίσουμε τη Σοβιετική Ένωση, ότι είμαστε «υπερασπιστές με όρους», μισοντεφετιστές, κλπ.
15. Όταν δείχνουμε το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ολόκληρος ο παγκόσμιος Τύπος των καπιταλιστών και των σοσιαλδημοκρατών υποστηρίζει την πάλη των σταλινικών ενάντια στην Αντιπολίτευση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας, εγκωμιάζοντας τον Στάλιν για την καταπίεσή του στην αριστερή πτέρυγα και καλώντας τον να κόψει με την Αντιπολίτευση και να την διαγράψει από την Κεντρική Επιτροπή και από το Κόμμα -η «Πράβδα» και ολόκληρος ο Τύπος του Κόμματος και των Σοβιέτ μέρα με τη μέρα ισχυρίζονται ψεύτικα ότι η μπουρζουαζία και η σοσιαλδημοκρατία είναι «υπέρ της Αντιπολίτευσης».
16. Όταν είμαστε αντίθετοι στο πέρασμα της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα χέρια της δεξιάς πτέρυγας, και στη διαγραφή εκατοντάδων και χιλιάδων εργατών μπολσεβίκων -η ομάδα του Στάλιν μας κατηγορεί ότι προσπαθούμε να διασπάσουμε την Κομμουνιστική Διεθνή.
17. Όταν, κάτω από το σημερινό διεφθαρμένο κομματικό καθεστώς, οι Αντιπολιτευόμενοι, που είναι αφοσιωμένα μέλη του Κόμματος, επιχειρούν να πληροφορήσουν τα μέλη για τις πραγματικές τους θέσεις, τους πετούν έξω από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας. Τους κατηγορούν νια «φραξιονισμό». Ξεκινούν διαδικασίες με τον ισχυρισμό ότι οι Αντιπολιτευόμενοι προσπαθούν να διασπάσουν το Κόμμα. Τα πιο σημαντικά ζητήματα του Κόμματος, αντί να συζητηθούν, καλύπτονται με σκουπίδια·
18. Αλλά η πιο αγαπητή κατηγορία των τελευταίων χρόνων είναι η κατηγορίες ότι πιστεύουμε στον «τροτσκισμό». Ανακοινώσαμε σ’ ολόκληρη την Κομμουνιστική Διεθνή (Δες την δήλωση που παραθέσαμε πιο πάνω των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκι, της 15 του Δεκέμβρη 1926): «Δεν είναι αλήθεια ότι υπερασπιζόμαστε τον τροτσκισμό. Ο Τρότσκι έχει δηλώσει στη Διεθνή ότι σ’ όλα εκείνα τα ζητήματα αρχών πάνω στα οποία συγκρούστηκε με τον Λένιν, ο Λένιν είχε δίκιο -και ιδιαίτερα πάνω στο ζήτημα της διαρκούς επανάστασης και της αγροτιάς». Αυτή την ανακοίνωση, που έγινε μπροστά σ’ ολόκληρη την Κομμουνιστική Διεθνή, η ομάδα του Στάλιν αρνείται να τη δημοσιεύσει. Συνεχίζει να μας κατηγορεί για «Τροτσκισμό». Η πιο πάνω ανακοίνωση σχετίζεται, βέβαια. μόνο με κείνες τις διαφωνίες που υπήρχαν στην πραγματικότητα με τον Λένιν και όχι με κείνες τις διαφορές που με ασυνειδησία εφευρέθηκαν από τον Στάλιν και τον Μπουχάριν. Οι σχέσεις που ισχυρίζονται ότι ανακάλυψαν ανάμεσα στις διαφορές μας στο μακρινό παρελθόν και στις πρακτικές διαφωνίες που εμφανίστηκαν στην πορεία της Οχτωβριανής Επανάστασης είναι φανταστικές.
Σημειώνουμε σαν ανέντιμη πάλη την προσπάθεια της ομάδας του Στάλιν να αποστρέψει την προσοχή από τις απόψεις της Αντιπολίτευσης, όπως εκφράζονται σ’ αυτή εδώ την πλατφόρμα, με αναφορές στις παλιές διαφωνίες ανάμεσα στις ομάδες που υπήρχαν το 1923 και το 1925. Αυτές οι διαφωνίες έχουν τώρα λυθεί πάνω στη βάση του λενινισμού. Τα λάθη και οι υπερβολές που έγιναν και από τις δύο ομάδες των Μπολσεβίκων στη διαμάχη του 1923-1924, σαν αποτέλεσμα μιας σειράς ασαφειών στην κατάσταση των υποθέσεων του Κόμματος και της χώρας έχουν τώρα διορθωθεί, και δεν αποτελούν εμπόδιο για μια εγκάρδια συνεργασία στην πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό και για τον λενινισμό.
Με την παράθεση τσιτάτων αποσπασμένων από τα συμφραζόμενά τους, με τη χοντροκομμένη και δόλια μεταχείριση μεροληπτικά επιλεγμένων παλιών δηλώσεων πολεμικής του Λένιν, και με το κρύψιμο από το Κόμμα άλλων πολύ πιο πρόσφατων δηλώσεων, με μια άμεση παραποίηση της ιστορίας του Κόμματος και των γεγονότων του χτες, κι αυτό που είναι ακόμη πιο σημαντικό, με τη διαστροφή και την άμεση αλλοίωση όλων των ζητημάτων που είναι τώρα σε συζήτηση, η ομάδα του Στάλιν και του Μπουχάριν απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τις αρχές του Λένιν, προσπαθώντας να εξαπατήσουν το Κόμμα και να το κάνουν να πιστέψει ότι αυτό είναι μια πάλη ανάμεσα στον Λενινισμό και τον Τροτσκισμό. Η πάλη είναι στην πραγματικότητα ανάμεσα στον Λενινισμό και τον οπορτουνισμό του Στάλιν. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο οι ρεβιζιονιστές, κάτω από το πρόσχημα της πάλης ενάντια στον «Μπλανκισμό», διεξάγανε την πάλη τους ενάντια στον Μαρξισμό. Η ολόψυχα ενωμένη πάλη μας ενάντια στην σταλινική πορεία έχει γίνει δυνατή μόνο γιατί έχουμε όλοι απόλυτα ενωθεί στην επιθυμία και στην απόφαση να υπερασπίσουμε την πραγματική λενινιστική προλεταριακή πορεία.
Αυτή εδώ η πλατφόρμα είναι η καλύτερη απάντηση στις κατηγορίες για «Τροτσκισμό». Καθένας που θα τη διαβάσει θα ξέρει ότι βασίζεται από την πρώτη μέχρι την τελευταία γραμμή στη διδασκαλία του Λένιν. Είναι διαποτισμένη από το γνήσιο πνεύμα του Μπολσεβικισμού.
Ας διαβάσει το Κόμμα την πραγματική μας άποψη. Ας μπορέσει το Κόμμα να γνωρίσει από τα γνήσια ντοκουμέντα τις διαφωνίες μας -και ειδικά τη διαφωνία μας πάνω σ’ ένα ζήτημα διεθνούς ιστορικής σημασίας, της Κινέζικης Επανάστασης. Ο Λένιν μας δίδαξε, στην περίπτωση μιας διαφωνίας, να μην πιστεύουμε σ’ οποιαδήποτε λόγια, αλλά να απαιτούμε ντοκουμέντα, να ακούμε και τις δύο αγωνιζόμενες πλευρές, να απορρίπτουμε τους ισχυρισμούς, και να βρίσκουμε συνειδητά το αντικείμενο της διαμάχης. Εμείς, η Αντιπολίτευση, επαναλαμβάνουμε τη συμβουλή αυτή του Λένιν.
Πρέπει, μια για πάντα, να βάλουμε τέλος σε κάθε δυνατότητα να ξανασυμβεί αυτό που έγινε στο Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο, όπου οι διαφωνίες ρίχτηκαν ξαφνικά στα πόδια του Κόμματος δυό ή τρεις μέρες πριν το Συνέδριο. Πρέπει να δημιουργήσουμε τους όρους για μια έντιμη συζήτηση και μια έντιμη απόφαση πάνω στο πραγματικό αντικείμενο των διαφωνιών, όπως αυτό γινόταν πάντα τον καιρό του Λένιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ενάντια στον Οπορτουνισμό – για την Ενότητα του Κόμματος

Έχουμε εκθέσει ανοιχτά την άποψή μας σ’ ότι αφορά τα βαριά λάθη που έκανε η Κεντρική Επιτροπή σ’ όλους τους βασικούς τομείς της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Έχουμε δείξει το πόσο αυτά τα λάθη της Κεντρικής Επιτροπής έχουν αδυνατίσει το Κόμμα μας, που είναι ο βασικός μοχλός της Επανάστασης. Ταυτόχρονα, έχουμε προσδιορίσει ότι, παρόλα αυτά, το Κόμμα μας μπορεί να διορθώσει την πολιτική του από τα μέσα. Αλλά για να διορθωθεί η πολιτική του. είναι αναγκαίο να καθοριστεί καθαρά και ειλικρινά ο χαραχτήρας των λαθών που έγιναν από την ηγεσία του Κόμματος.
Τα λάθη είναι λάθη οπορτουνιστικά. Ο οπορτουνισμός στην αναπτυγμένη του μορφή -σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Λένιν- είναι ένα μπλοκ που σχηματίζεται από τα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης με την μπουρζουαζία και κατευθύνεται ενάντια στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Στις συνθήκες που υπάρχουν σήμερα στη Σοβιετική Ένωση, ο οπορτουνισμός στην ολοκληρωμένη του μορφή είναι η επιθυμία των ανώτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης προς ένα συμβιβασμό με την αναπτυσσόμενη νέα μπουρζουαζία (κουλάκοι και Νέπμαν) και με τον παγκόσμιο καπιταλισμό, σε βάρος των συμφερόντων της πλατιάς μάζας των εργατών και των φτωχών χωρικών.
Όταν σημειώνουμε την παρουσία τέτοιων τάσεων σε ορισμένους κύκλους του Κόμματός μας -σε μερικούς τομείς μόλις εμφανίζονται και σε άλλους βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη- είναι παράλογο να μας κατηγορούν, πάνω σ’ αυτή τη βάση, ότι συκοφαντούμε το Κόμμα κάνουμε έκκληση στο Κόμμα ακριβώς ενάντια σ’ αυτές τις τάσεις που το απειλούν. Είναι το ίδιο παράλογο το να ισχυρίζεται κανείς ότι κατηγορούμε αυτό ή το άλλο τμήμα του Κόμματος ή την Κεντρική Επιτροπή για απιστία στην επανάσταση, για προδοσία των συμφερόντων του προλεταριάτου. Μια λαθεμένη πολιτική γραμμή μπορεί να έχει υπαγορευτεί από το πιο ειλικρινές ενδιαφέρον για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ακόμα και οι πιο ακραίοι εκπρόσωποι της δεξιάς πτέρυγας είναι πεισμένοι ότι ο συμβιβασμός στον οποίο είναι έτοιμοι να έρθουν με τα αστικά στοιχεία είναι αναγκαίος για τα συμφέροντα των εργατών και των αγροτών, ότι δεν είναι παρά μια από εκείνες τις μανούβρες που ο Λένιν θεωρούσε πέρα για πέρα επιτρεπτές. Ακόμα και η δεξιά ομάδα, που αντιπροσωπεύει μια ανοιχτή τάση για εγκατάλειψη της προλεταριακής επανάστασης, δεν επιθυμεί συνειδητά ένα Θερμιδόρ. Κι αυτό είναι ακόμα πιο αληθινό για το «κέντρο», που προωθεί μια τυπική πολιτική αυταπατών, αυτοπαρηγοριάς, αυτοξεγελάσματος.
Ο Στάλιν και οι στενοί οπαδοί του είναι πεισμένοι ότι, με τον πανίσχυρο μηχανισμό τους, μπορούν να ξεγελάσουν, αντί να νικήσουν στην πάλη, όλες τις δυνάμεις της μπουρζουαζίας. Ο Στάλιν και οι σταλινικοί πιστεύουν ακράδαντα και με κάθε ειλικρίνεια ότι «παίζουν» για μια μικρή περίοδο με τους κινέζους στρατηγούς, και ότι θα τους πετάξουν στη συνέχεια σαν στυμμένο λεμόνι αφού θα τους έχουν χρησιμοποιήσει για τα συμφέροντα της επανάστασης. Ο Στάλιν και οι σταλινικοί πιστεύουν ακράδαντα και με κάθε ειλικρίνεια ότι «παίζουν» με τον Πόρσελ και όχι αντίστροφα. Ο Στάλιν και οι σταλινικοί πιστεύουν με κάθε ειλικρίνεια ότι μπορούν «ελεύθερα» να κάνουν παραχωρήσεις στη «δική τους» μπουρζουαζία, και, κατόπιν, με την ίδια ελευθερία, να πάρουν πίσω αυτές τις παραχωρήσεις.
Στη γραφειοκρατική αυτοέπαρσή τους, οι σταλινικοί «διευκολύνουν» τις μανούβρες τους, εμποδίζοντας στην ουσία το Κόμμα από κάθε συμμετοχή στις πολιτικές αποφάσεις και αποφεύγοντας έτσι την αντίστασή του. Οι υπάλληλοι του Στάλιν αποφασίζουν και ενεργούν και μετά αφήνουν το Κόμμα να «χωνέψει» τις αποφάσεις τους. Αλλά αυτό το προτσές αδυνατίζει, αν δεν παραλύει, τις πραγματικές εκείνες δυνάμεις που μπορούν να παραταχθούν σε μια σωστή πολιτική μανούβρα, αναγκαία και επίκαιρη -ή που μπορεί να αδυνατίσει και να απομακρύνει τις κακές συνέπειες μιας μανούβρας της ηγεσίας που είτα ν έκδηλα λαθεμένη. Έτσι, υπάρχει ένα συσσωρευμένο αποτέλεσμα της οπορτουνιστικής τάσης της δεξιάς πτέρυγας της Κεντρικής Επιτροπής και ελιγμοί της κεντριστικής ομάδας της -ένα αποτέλεσμα που στο συνολικό του άθροισμα σημαίνει: αποδυνάμωμα της διεθνούς θέσης της ΕΣΣΔ, αποδυνάμωμα της θέσης του προλεταριάτου στις σχέσεις του με τις άλλες τάξεις μέσα στην Ένωση, σχετική χειροτέρευση των υλικών συνθηκών ζωής του, αποδυνάμωμα των δεσμών του με τους φτωχούς χωρικούς, απειλή της συμμαχίας του με τους μεσαίους χωρικούς, αποδυνάμωμα του ρόλου του στον κρατικό μηχανισμό, επιβράδυνση του ρυθμού εκβιομηχάνισης. Αυτές είναι οι συνέπειες της πολιτικής της πλειοψηφίας, της πλειοψηφίας της Κεντρικής Επιτροπής -και όχι οι προθέσεις της- που έχει η Αντιπολίτευση στο νου της όταν θέτει το ζήτημα του κινδύνου ενός Θερμιδόρ- δηλαδή μια απομάκρυνση από την γραμμή της προλεταριακής επανάστασης σε μια μικροαστική κατεύθυνση. Η τεράστια διαφορά σ’ ότι αφορά την ιστορία και το χαρακτήρα του Κόμματος μας σε σύγκριση με τα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς είναι καθαρή για τον καθένα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας βάφτηκε στη φωτιά τριών επαναστάσεων. Κατάχτησε και κράτησε την εξουσία ενάντια σ’ έναν εχθρικό κόσμο. Οργάνωσε την Τρίτη Διεθνή. Το μέλλον του είναι το μέλλον της πρώτης νικηφόρας προλεταριακής επανάστασης. Η επανάσταση καθόρισε το ρυθμό της εσωτερικής ζωής του. Κάθε ιδεολογικό προτσές μέσα στο Κόμμα, που λαβαίνει χώρα κάτω από υψηλή ταξική πίεση, έχει την τάση να ωριμάζει και να αναπτύσσεται ταχύτατα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι αναγκαίο για μας να έχουμε στο Κόμμα μας έναν επίκαιρο και αποφασιστικό αγώνα ενάντια σε κάθε τάση να ξεφύγουμε από τη Λενινιστική γραμμή.
Οι οπορτουνιστικές τάσεις στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας έχουν, στις τωρινές συνθήκες, βαθιές αντικειμενικές ρίζες:
1) Η διεθνής αστική περικύκλωση και η προσωρινή μερική σταθεροποίηση του καπιταλισμού δημιουργούν ένα αίσθημα «σταθεροποίησης». 2) Η Νέα Οικονομική Πολιτική, αναμφίβολα, αναγκαία σαν ένας δρόμος προς το σοσιαλισμό, έχοντας αναστήσει μερικά τον καπιταλισμό, αναζωογονεί επίσης τις εχθρικές στο σοσιαλισμό δυνάμεις. 3) Η μικροαστική παλίρροια σε μια χώρα με μια τεράστια πλειοψηφία αγροτών δεν μπορεί να μην πλημμυρίσει όχι μόνο τα Σοβιέτ, αλλά και το ίδιο το Κόμμα. 4) Το γεγονός ότι το Κόμμα έχει το μονοπώλιο στο πολιτικό πεδίο, πράγμα απόλυτα αναγκαίο στην Επανάσταση, δημιουργεί μια ακόμα σειρά ιδιαίτερων κινδύνων. Το Ενδέκατο Συνέδριο του Κόμματος, την εποχή του Λένιν, σημείωνε άμεσα και ειλικρινά ότι υπήρχαν ήδη μέσα στο Κόμμα μας ολόκληρες ομάδες ανθρώπων (από τους πλούσιους χωρικούς, τα ανώτερα στρώματα των κρατικών υπαλλήλων και τους διανοούμενους) που θα ανήκαν στα κόμματα των Σοσιαλεπαναστατών και των Μενσεβίκων, αν αυτά τα Κόμματα δεν ήταν παράνομα. 5) 0 κρατικός μηχανισμός που διευθύνεται από το Κόμμα μας, χύνει με τη σειρά του μέσα στο Κόμμα πολλά αστικά και μικροαστικά στοιχεία, που το μολύνουν με οπορτουνισμό. 6) Μέσα από τους ειδικούς και τις ανώτερες κατηγορίες των κρατικών υπαλλήλων και των διανοούμενων, που είναι αναγκαίοι για την οικοδόμησή μας, διεισδύει στους μηχανισμούς μας -κρατικό, οικονομικό και κομματικό- ένα διαρκές ρεύμα αντιπρολεταριακών επιδράσεων.
Είναι αυτό που η λενινιστική αντιπολιτευτική πτέρυγα του Κόμματος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου με τόση επιμονή, λόγω των ολοφάνερων και καθημερινό αυξανομένων απειλητικών παρεκκλίσεων της σταλινικής ομάδας. Είναι εγκληματική επιπολαιότητα να βεβαιώνουμε ότι το ηρωικό παρελθόν του Κόμματός μας και τα παλιά μπολσεβίκικα στελέχη του, αποτελούν μια εγγύηση σε όλες τις συνθήκες και για πάντα ενάντια στον κίνδυνο του οπορτουνιστικού εκφυλισμού. Μια τέτοια ιδέα δεν έχει τίποτε το κοινό με το Μαρξισμό.
Δεν είναι αυτές οι ιδέες που μας δίδαξε ο Λένιν. Στο Ενδέκατο Συνέδριο του Κόμματος μας. ο Λένιν έλεγε: «Η ιστορία γνώρισε εκφυλισμούς όλων των ειδών. Το να βασιζόμαστε στις πεποιθήσεις, στην πίστη και σε άλλες εξαιρετικές πνευματικές ατομικές ιδιότητες -αυτό δεν είναι σοβαρό στην πολιτική», (Ν. Λένιν: «Άπαντα·. Τόμος 18ος, Δεύτερο μέρος, σελ. 42).
Οι εργάτες που αποτελούσαν την τεράστια πλειοψηφία των Σοσιαλιστικών Κομμάτων στη Δύση πριν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ήταν αναμφίβολα αντίθετοι στις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις. Αλλά δεν μπορούσαν να υπερνικήσουν τα οπορτουνιστικά λάθη των ηγετών τους. που αρχικά δεν ήταν τόσο μεγάλα. Υποτιμούσαν τη σημασία αυτών των λαθών. Δεν καταλάβαιναν ότι η πρώτη σοβαρή ιστορική αναταραχή, ύστερα από μια μακριά περίοδο ειρηνικής ανάπτυξης, που είχε δημιουργήσει μια ισχυρή εργατική γραφειοκρατία και αριστοκρατία. θα υποχρέωνε όχι μόνο τους οπορτουνιστές. αλλά και τους κεντριστές ακόμα να συνθηκολογήσουν με την μπουρζουαζία, αφήνοντας τις μάζες, την κρίσιμη αυτή στιγμή, άοπλες. Αν μπορεί κανείς να προσάψει κάτι στους επαναστάτες μαρξιστές, που αποτελούσαν την αριστερή πτέρυγα στη Δεύτερη Διεθνή πριν από τον πόλεμο, δεν είναι ότι υπερβάλανε σ’ ότι αφορά τον οπορτουνιστικά κίνδυνο όταν τον χαρακτήριζαν εθνικοφιλελεύθερη εργατική πολιτική, αλλά γιατί ποντάρανε παραπάνω απ’ ότι έπρεπε στην ταξική εργατική σύνθεση των Σοσιαλιστικών Κομμάτων εκείνης της εποχής. Ποντάρανε πάνω στο επαναστατικό ένστικτο του προλεταριάτου και πάνω στην οξύτητα των ταξικών αντιφάσεων. Υποτιμούσαν τον πραγματικό κίνδυνο και κινητοποιούσαν την επαναστατική βάση ενάντια του με ανεπαρκή ενεργητικότητα. Εμείς δεν θα επαναλάβουμε αυτό το λάθος, θα διορθώσουμε έγκαιρο την πορεία της ηγεσίας του Κόμματος. Μ’ αυτό το πραγματικό γεγονός απαντάμε στην κατηγορία ότι επιθυμούμε ένα σχίσμα στο Κόμμα μας και τη δημιουργία ενός άλλου Κόμματος. Η δικτατορία του προλεταριάτου απαιτεί επιτακτικά να υπάρχει ένα και μόνο ενωμένο προλεταριακό κόμμα, σαν ηγεσία των εργατικών μαζών και των φτωχών χωρικών. Μια τέτοια ενότητα, που δεν αδυνατίζει από την πάλη των τάσεων, είναι απόλυτα αναγκαία στο προλεταριάτο για να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή. Αυτή μπορεί να πραγματωθεί μόνο πάνω στη βάση των μαθημάτων του Μαρξ και του Λένιν, που δεν μπορούν να διαλυθούν στις προσωπικές ερμηνείες και να διαστρεβλωθούν από τον ρεβιζιονισμό.
Στην προσπάθεια για έναν συγκεκριμένο ρυθμό εκβιομηχάνισης σαν την προϋπόθεση της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης, στην πάλη ενάντια στην ανάπτυξη του κουλάκου και τις βλέψεις του για υπεροχή στην ύπαιθρο, στην πάλη για άμεση βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργατών, για δημοκρατία μέσα στο Κόμμα, τα συνδικάτα, και τα Σοβιέτ -η Αντιπολίτευση παλεύει όχι για ιδέες που μπορούν να επιφέρουν το χωρισμό της εργατικής τάξης από το Κόμμα της, αλλά αντίθετα για να ενισχύσει τα θεμέλια μιας πραγματικής ενότητας στο Παν-Ενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα. Χωρίς την διόρθωση των οπορτουνιστικών σφαλμάτων, δεν μπορεί να έχεις παρά μια επίφαση ενότητας, που θα εξασθενίζει το Κόμμα μπροστά στην επίθεση της αναπτυσσόμενης μπουρζουαζίας, και, στην περίπτωση του πολέμου, να το υποχρεώσει να αναμορφώσει τις γραμμές του στην μάχη και κάτω από τα πυρά του εχθρού. Όταν ο προλεταριακός πυρήνας του Κόμματος ανακαλύψει τις πραγματικές μας απόψεις και προτάσεις -και είμαστε γι’ αυτό σίγουροι- θα τις αποδεχθεί και θα παλέψει γι’ αυτές, όχι σαν «φραξιονιστικά» συνθήματα, αλλά σαν το μοναδικό λάβαρο της κομματικής ενότητας.
Το Κόμμα μας δεν έχει ακόμα καθαρά αναγνωρίσει, και γι’ αυτό το λόγο δεν έχει διορθώσει, τα λάθη της ηγεσίας του. Η εξαιρετικά γρήγορη ανάπτυξη της βιομηχανίας μας στη διάρκεια της περιόδου της ανασυγκρότησης αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες αυτής της οπορτουνιστικής αυταπάτης, που η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής συστηματικά υποστήριζε στο Κόμμα και στην εργατική τάξη. Η πρώτη γρήγορη βελτίωση των όρων ζωής των εργατών σε σύγκριση με τους αντίστοιχους όρους στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, δίνουν την ευκαιρία σε στενούς κύκλους εργατών να ελπίζουν σ’ ένα γρήγορο και ανώδυνο ξεπέρασμα των αντιφάσεων της ΝΕΠ. Αυτό εμπόδισε το Κόμμα από το να δει την κατάλληλη στιγμή τον κίνδυνο μιας οπορτουνιστικής παρέκκλισης.
Η ανάπτυξη της Λενινιστικής Αντιπολίτευσης στο Κόμμα ανάγκασε τα χειρότερα στοιχεία της γραφειοκρατίας να καταφύγουν σε ανήκουστες μέχρι τώρα μέθοδες για την πρακτική του Μπολσεβικισμού. Ένα μέρος της γραφειοκρατίας, που ήταν ανίκανο να εμποδίσει με διατάγματα τη συζήτηση για τα πολιτικά ζητήματα στις οργανώσεις του Κόμματος, καταφεύγει τώρα -λίγο πριν από το Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο- στην δημιουργία συμμοριών που η δουλεία τους είναι να διαλύουν όλες τις συζητήσεις για τα κομματικά προβλήματα, με φωνές, σφυρίγματα, σβησίματα των φώτων, κλπ.
Η προσπάθεια αυτή να εισάγουν στο Κόμμα μας την άμεση φυσική βία θα προκαλέσει την αγανάχτηση όλων των τίμιων προλεταριακών στοιχείων και αναπόφευκτα θα τα στρέψει ενάντια στους οργανωτές τους. Καμιά μηχανορραφία του χειρότερου τμήματος της κομματικής μηχανής, δε θα κατορθώσει να αποκόψει τη μάζα του Κόμματος από την Αντιπολίτευση. Πίσω από την Αντιπολίτευση βρίσκονται οι λενινιστικές παραδόσεις του Κόμματός μας, η εμπειρία ολόκληρου του διεθνούς εργατικού κινήματος, η σύγχρονη κατάσταση της διεθνούς πολιτικής και του οικονομικού μας έργου στην οικοδόμηση, όπως το βλέπει το διεθνές προλεταριάτο. Οι ταξικές αντιθέσεις που αναπόφευκτα οξύνθηκαν μετά την περίοδο της ανασυγκρότησης, θα εδραιώνουν όλο και περισσότερο τις απόψεις μας για τη διέξοδο από τη σημερινή κρίση. Όλο και περισσότερο θα συνενώνουν την προλεταριακή πρωτοπορία στην πάλη για τον Λενινισμό.
Ο αναπτυσσόμενος κίνδυνος του πολέμου ήδη σπρώχνει τον εργάτη- μέλος να σκεφθεί περισσότερο βαθιά τα θεμελιώδη προβλήματα της επανάστασης. Οι σκέψεις του αναπόφευκτα θα τον αναγκάσουν να αναλάβει δραστήρια το έργο της διόρθωσης των οπορτουνιστικών λαθών.
Το εργατικό τμήμα του Κόμματός μας έχει βασικά πεταχτεί από τα ηγετικά πόστα του Κόμματος τα τελευταία χρόνια. Έχει υποβληθεί στην καταστρεπτική επιρροή μιας μεγάλης συκοφαντικής εκστρατείας, που ο στόχος της είναι να αποδείξει ότι ο αριστερός είναι δεξιός και ο δεξιός αριστερός. Όμως, το εργατικό τμήμα του Κόμματος θα συνέλθει. θα ανακαλύψει τι πραγματικά συμβαίνει. Θα πάρει την τύχη του Κόμματος στα χέρια του. Το καθήκον της Αντιπολίτευσης είναι να βοηθήσει την πρωτοπορία των εργατών προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό είναι το καθήκον αυτής της Πλατφόρμας.
Το πιο σημαντικό, το πιο πραγματικό ζήτημα που αναστατώνει όλα τα μέλη του Κόμματός μας. είναι το ζήτημα της ενότητας του Κόμματος. Και πραγματικά, από αυτό το ζήτημα εξαρτάται η παραπέρα τύχη της προλεταριακής επανάστασης. Αμέτρητοι ταξικοί εχθροί του προλεταριάτου παρακολουθούν προσεχτικά τις εσωκομματικές διενέξεις και με απροκάλυπτη ευχαρίστηση και ανυπομονησία παρακολουθούν ένα σχίσμα στις γραμμές μας. Ένα σχίσμα στο Κόμμα μας, η δημιουργία δύο κομμάτων, θα ήταν ένας τεράστιος κίνδυνος για την επανάσταση.
Εμείς, η Αντιπολίτευση, ανεπιφύλαχτα καταδικάζουμε κάθε προσπάθεια γiα την δημιουργία δεύτερου κόμματος. Το σύνθημα για δύο κόμματα είναι το σύνθημα της ομάδας του Στάλιν στην προσπάθειά της να πετάξει τη Λενινιστική Αντιπολίτευση έξω από το Παν-Ενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα. Το δικό μας καθήκον δεν είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο κόμμα, αλλά να διορθώσουμε την πορεία του Παν-Ενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος. Η προλεταριακή επανάσταση στην Σοβιετική Ένωση μπορεί να νικήσει μέχρι το τέλος μόνο με ένα ενιαίο Μπολσεβίκικο Κόμμα. Παλεύουμε μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα για τις απόψεις μας, και αποφασιστικά καταδικάζουμε το σύνθημα, «Δύο κόμματα», σαν ένα σύνθημα τυχοδιωκτών. Το σύνθημα «Δύο κόμματα», εκφράζει, από την μια μεριά, την επιθυμία ορισμένων στοιχείων μέσα στον κομματικό μηχανισμό για ένα σχίσμα, και, από την άλλη, ένα αίσθημα απελπισίας και αποτυχίας να κατανοηθεί ότι το καθήκον των Λενινιστών είναι να πετύχουν τη νίκη των ιδεών του Λένιν μέσα στο Κόμμα, παρ’ όλες τις δυσκολίες. Κανείς απ’ αυτούς που ειλικρινά υπερασπίζουν τη γραμμή του Λένιν δεν μπορεί να δεχτεί την ιδέα των «δύο κομμάτων» ή να παίξει με την ιδέα ενός σχίσματος. Μόνο εκείνοι που επιθυμούν να αντικαταστήσουν την γραμμή του Λένιν με κάποια άλλη γραμμή μπορούν να συνηγορούν για ένα σχίσμα ή ένα κίνημα προς την κατεύθυνση των δύο κομμάτων.
Θα παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις ενάντια στη δημιουργία δύο κομμάτων, γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου απαιτεί σαν πυρήνα της ένα και μοναδικό προλεταριακό κόμμα. Απαιτεί ένα μόνο κόμμα. Απαιτεί ένα προλεταριακό κόμμα -δηλαδή, ένα κόμμα που η πολιτική του καθορίζεται από τα συμφέροντα του προλεταριάτου και εκπληρώνεται από τον προλεταριακό πυρήνα. Η διόρθωση της γραμμής του Κόμματός μας, η βελτίωση της κοινωνικής του σύνθεσης -αυτά δεν είναι ο δρόμος των δύο κομμάτων, αλλά το δυνάμωμα και η εξασφάλιση της ενότητάς του σαν ένα επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου.
Στη δέκατη επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης, εκφράζουμε την βαθιά μας πεποίθηση ότι η εργατική τάξη δεν έκανε αμέτρητες θυσίες και δεν ανέτρεψε τον καπιταλισμό για να δείξει τώρα ότι δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος του καθήκοντος της διόρθωσης των λαθών της ηγεσίας της, του προχωρήματος της προλεταριακής επανάστασης μπροστά με σταθερό χέρι, και της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης, που αποτελεί το κέντρο της παγκόσμιας επανάστασης.
Ενάντια στον οπορτουνισμό! Ενάντια στο σχίσμα! Για την ενότητα του Λενινιστικού Κόμματος!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s