Αδιέξοδο: Σχετικά με το πραξικόπημα στην Αίγυπτο (B’ μέρος)

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Wildcat  (εργατίστικο περιοδίκο στο χώρο του ελευθεριακού κομμουνισμού) αναφέρεται στις τελευταίες εξελίξεις στην Αίγυπτο και μεταφράστηκε από την Judith για το Avantgarde.  Εδώ η αρχική δημοσίευση. Επίσης εδώ το πρώτο μέρος:  Σχετικά με το πραξικόπημα στην Αίγυπτο (Α’ μέρος)

Οι μετανάστες

Από τη δεκαετία του 1960 η μετανάστευση για εργασιακούς λόγους, έχει συνδέσει στενά  κοινωνίες στην Αραβική περιοχή και την Μέση Ανατολή με  τις εύπορες πετρελαιοπαραγωγές χώρες (Περσικό Κόλπο και Λιβύη) και με τις εμπορικές μητροπόλεις της ανατολικής Μεσογείου. Κάθε κρίση και κάθε πόλεμος στην περιοχή, προκαλούσε τεράστια κύματα μετανάστευσης. Η εκδίωξη των μεταναστευτικών πληθυσμών,  δεν ήταν κάποιες «παράπλευρες απώλειες»  ξένων και αλλότριων πολιτικών συγκρούσεων, αλλά αποτελούσαν κεντρικό στοιχείο του πολέμου της άρχουσας τάξης (αρχουσών τάξεων) εναντίον του εργατικού δυναμικού των μεταναστών. Η εμμονική διατήρηση αυτής της τάξης,  βασίζεται σε μια προφανή φεουδαλική διαίρεση ανάμεσα σε μια τοπική ανώτερη τάξη και μια ξένη κατώτερη τάξη.

Την άνοιξη του 2012, θέσαμε το ζήτημα του κατά πόσον προκύπτει μια νέα ταξική σύνθεση που αναδύεται μέσα στα νέα κινήματα ( «Αραβικό Άνοιξη» ) και είναι σε θέση να ξεπεράσει αυτές τις διαιρέσεις. Είδαμε σημεία αφετηρίας αυτής της επανα-σύνθεσης σε πολλές απεργίες των μεταναστών εργαζομένων στον τομέα των κατασκευών, στις σποραδικές απεργίες τις νέες βιομηχανικές περιοχές και στις διεκδικήσεις για πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών που ζουν μόνιμα  στα κράτη του περσικού κόλπου. Μέχρι στιγμής, οι  αντεπιθέσεις εναντίον μιας τέτοιας πιθανής  επανασύνθεσης, προέρχονται από το Κατάρ από τη μία πλευρά και τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα από την άλλη.

Το Κατάρ είναι ένα εξαιρετικά πλούσια μικρό κράτος, το οποίο φαίνεται ότι είναι σχετικά ασφαλές σε θέματα εσωτερικών αναταραχών. Το 2011, σε συμμαχία με την Τουρκία, το Κατάρ προώθησε την στρατιωτικοποίηση της εξέγερσης στη Λιβύη, προκειμένου να φέρει μια νέα «εθνική» ελίτ στην εξουσία,  υπό το λάβαρο της «δημοκρατίας» και για να ελαχιστοποιήσει τις δυνατότητες για ευρύτερες κοινωνικές αναταραχές. Μία μετά την άλλη, οι προσπάθειες αυτές για την επιβολή σταθερών κυβερνήσεων, απέτυχαν για διάφορους λόγους σε όλες τις χώρες που επηρεάστηκαν από τις αναταραχές, από τη Λιβύη και την Αίγυπτο ως τη Συρία. Ως συνέπεια, ο εμίρης του Κατάρ αναγκάστηκε να παραιτηθεί τον Ιούνιο 2013· τον Ιούνιο επίσης, η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχασε έδαφος στη Συρία, όταν ο Γκασάν Χίτος αντικαταστάθηκε από τον Σαουδάραβα αντιπρόσωπο, Αχμέντ Ασί Ντσάρμπα, ως ο αρχηγός της προσωρινής κυβέρνησης της Συριακής Εθνικής Συμμαχίας· και τέλος ο Μόρσι  απομακρύνθηκε από τον στρατό, που υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία.

Η Σαουδική Αραβία ως η πιο φτωχή (σε σχέση με τον αριθμό του πληθυσμού) και πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του Περσικού Κόλπου, έπρεπε  να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες πιέσεις από τους μετανάστες εργάτες, αλλά και τις όλο και περισσότερες κινητοποιήσεις του τοπικού εργατικού δυναμικού. Και η Σαουδική Αραβία, είχε παρέμβει πάρα πολύ και μαζικά στις εξεγέρσεις στην περιφέρεια – αποκλειστικά με τα μέσα της καταπίεσης και του πολέμου. Η θρησκευτική έχθρα είναι πρωταρχικό  στοιχείο της κρατικής πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας, τόσο εξωτερικά εναντίον της «σιιτικής ημισελήνου» από το Ιράν στον Λίβανο, όσο και εσωτερικά, εναντίον του «πέμπτου πυλώνα του Ιράν» στην ταραχώδη Σιιτική περιοχή Ας-Σαρκίιγια στα ανατολικά της Σαουδικής Αραβίας. Η Σαουδική Αραβία κατέπνιξε την εξέγερση στο Μπαχρέιν με τα τανκς της και υποστήριζε τις αντιδραστικές παραστρατιωτικές ομάδες από το Ιράκ μέχρι τη Συρία, των οποίων αποκλειστικός σκοπός ήταν  η δημιουργία αγεφύρωτων ομολογιακών χασμάτων και η εμπλοκή  της χώρας σε  μακρούς  εμφυλίους πολέμους. Με τον τρόπο αυτό, η Σαουδική Αραβία έφτιαξε έναν «Κλοιό Ασφυξίας», έναν κλοιό αίματος και φόβου γύρω από τα σύνορά της  και προήγαγε την ασφάλεια μέσω της καταστροφής.6

Αυτό που ακολούθησε ήταν η περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου σε Συρία και Ιράκ και η εντατικοποιημένη εσωτερική καταστολή εναντίον της αντιπολίτευσης και των αγώνων των μεταναστών.

Το γεγονός αυτό είχε άμεση επίπτωση στην κατάσταση των μεταναστών προερχόμενων από την Αίγυπτο. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η Αίγυπτος ήταν μια σημαντική δεξαμενή εργατικού δυναμικού για την περιοχή: Το 2009 περίπου 4,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι από την Αίγυπτο εργάζονταν στο εξωτερικό, από τους οποίους 2 εκατομμύρια ήταν στη Λιβύη και 1,3 εκατομμύρια στην Σαουδική Αραβία και οι υπόλοιποι στο Κουβέιτ και την Ιορδανία. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Λιβύη, περίπου 150.000 μετανάστες από την Αίγυπτο επέστρεψαν στην  χώρα καταγωγής τους. Στη Σαουδική Αραβία, συχνά απειλούνταν με ομαδικές απελάσεις – ιδίως σε περιόδους όταν η εξέγερση «στην πατρίδα» δημιουργούσε ισχυρότερα αισθήματα αυτοπεποίθησης στους μετανάστες, που εκφράζονταν με μια σειρά από απεργίες εντός Σαουδικής Αραβίας. Από τότε που έγινε το πραξικόπημα στην Αίγυπτο, 300.000 Αιγύπτιοι εργαζόμενοι διώχθηκαν από τη χώρα και ακόμα 700.000 υπολογίζεται ότι θ’ ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες. Τα εμβάσματα των μεταναστών έχουν μειωθεί στο ένα έκτο του ποσού απ’ ότι ήταν το 2010. Μετά από τις τροποποιήσεις των κανονισμών για βίζα στην Ιορδανία ( κύρια χώρα προορισμού για ανειδίκευτους εργάτες στον γεωργικό τομέα), οι  Αιγύπτιοι  έχουν βρεθεί σε μια απόλυτα αβέβαιη και περίπλοκη  κατάσταση και επιπλέον, τώρα  έχουν ν’ ανταγωνιστούν στην αγορά εργασίας  και με τις χιλιάδες των Σύριων προσφύγων. Η Αίγυπτος έγινε πια και η ίδια προορισμός «σωτηρίας» ή χώρα διαμετακόμισης για πολλούς πρόσφυγες από Λιβύη, Ιράκ, Σουδάν, Σομαλία,  Ερυθραία, Αιθιοπία κ.λπ. . Μέχρι στιγμής, περίπου 300.000 πρόσφυγες από την Συρία ζουν στην Αίγυπτο. Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση, υποθάλπει και υποδαυλίζει  έντονη εχθρότητα και μίσος προς τους πρόσφυγες,  προσπαθώντας να αποτρέψει την άφιξή τους στην χώρα ή να οδηγήσει στην απέλασή τους.

Αγώνες μεταναστών στην Σαουδική Αραβία

Η πιο πρόσφατη εντατικοποίηση του πολέμου ενάντια στους μετανάστες στη Σαουδική Αραβία, αφήνει προφανώς ελάχιστα περιθώρια για αισιοδοξία: Μπροστά στην κτηνώδη κρατική βία, τα μέσα για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους είναι ελάχιστα. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούμε ότι υπάρχουν κάποιες ορατές τάσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν να ξεπεραστεί το υπάρχον  status quo:

1. Οι εμπειρίες των μεταναστών γίνονται περισσότερο ομοιογενείς: υπάρχουν όλο και λιγότερο «ειδικοί όροι» μεμονωμένων ομάδων εργαζομένων, π. χ. εργατών Αραβικής καταγωγής σε αντίθεση με εργάτες από τη Νότια Ασία. Οι αγώνες συχνά έχουν ως στόχο τις δικές τους κυβερνήσεις, ακόμα και στις χώρες προέλευσης των μεταναστών εργατών.

2. Πολλοί μετανάστες εργάτες δεν είναι πια εύκολο να τρομοκρατηθούν. Αντίθετα, σε πολλούς τομείς, ακόμη και υπό τον βούρδουλα της καταστολής, οι εργαζόμενοι ήταν σε θέση να επιβάλει αυξήσεις μισθών, είτε μέσω συλλογικών απεργιών είτε ατομικά.

3. Οι κυβερνήσεις πλέον αναγκάζονται να πλήξουν και να πειθαρχήσουν κομμάτια και του «δικού τους» πληθυσμού. Μέχρι τώρα, η σαουδαραβική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να κάνει την νεολαία της χώρας να εργάζεται τουλάχιστον σε παρόμοιες συνθήκες με τους μετανάστες εργάτες. Για πρώτη φορά στην ιστορία, το κράτος προσαρμόζεται σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης χωρίς να υπάρχει (εξωτερική) απειλή εμπόλεμης κατάστασης.

Από τον Μάρτιο του 2012, ένα νέο εργατικό δίκαιο τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το οποίο οι Σαουδάραβες πολίτες θα πάρουν θέσεις εργασίας που στο παρελθόν «ανήκαν» σε ξένους εργάτες. Σχεδόν το 90 τοις εκατό των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα είναι μετανάστες, ενώ στο δημόσιο το 90 τοις εκατό είναι ντόπιοι. Το πρόγραμμα υπαγορεύει μια ορισμένη ποσόστωση για την απασχόληση Σαουδαράβων πολιτών από τους εργοδότες. Αν δεν τηρηθεί αυτή ποσόστωση, θα πρέπει να πληρώνονται πρόστιμα. Προκειμένου να επιβληθεί αυτό, η εργατική διοίκηση είχε δώσει στο καθεστώς τον χαρακτήρα μιας οιονεί αστυνομικής αρχής: Την δυνατότητα να στήνουν μπλόκα στους δρόμους και ξεκινούν επιδρομές. Η κυβέρνηση έχει προετοιμάσει το δρόμο για αυτό το νόμο, με την αυξανόμενη καταπίεση εναντίον παράνομων μεταναστών και εν μέρει και εναντίον ανθρώπων που ζουν στην χώρα για χρόνια ή ακόμα έχουν γεννηθεί εκεί. Πολλοί από αυτούς προέρχονται από την Υεμένη ή από την ανατολική Αφρική, και άλλοι έχουν φύγει από τους Σαουδάραβες «εργολήπτες» (νομικοί εγγυητές) και έχουν προσπαθήσει για άλλη απασχόληση στον ανεπίσημο τομέα. Ήδη από το 2012, 800.000 παράνομοι μετανάστες απελάθηκαν επίσημα και περαιτέρω 200.000 περίπου κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών του 2013. Παρά το γεγονός αυτό, ο νόμος  αρχικά απέτυχε λόγω της αντίστασης των μεταναστών και η ισχύς του αναβλήθηκε. Στις 4 Νοεμβρίου 2013, εξέπνευσε η τελευταία προειδοποίηση για τους μετανάστες.

Αντίσταση

Η πλειοψηφία των μεταναστών εξαρτάται από τον λεγόμενο «εγγυητή», ο οποίος τους προσλαμβάνει, φροντίζει για την βίζα τους και συχνά τους κρατάει τα διαβατήρια. Λόγω της ποσόστωσης  και του γεγονότος ότι οι μετανάστες δεν επιτρέπεται να αλλάξουν εργοδότη, ένα μεγάλο μέρος των τακτικών εργαζομένων μεταναστών έχουν βγει ουσιαστικά παράνομοι. Μπορούν να «νομιμοποιήσουν» τους εαυτούς τους μόνο μέσω του εργοδότη τους. Λόγω του κανονισμού της ποσόστωσης, πολλές εταιρείες δεν ήταν σε θέση να πάρουν νέες άδειες εργασίας για τους μετανάστες  εργαζόμενους.  Πολλές άλλες απλά  δεν θέλησαν να τις πάρουν, αλλά ανάγκασαν τους εργαζόμενους να είναι σε μια παράνομη κατάσταση, πράγμα που τους επέτρεπε να μην πληρώνουν μισθούς για μήνες, και να απειλούν με την δαμόκλειο σπάθη της απέλασης.

Το κύμα της σκληρής καταστολής είχε δραματικές οικονομικές συνέπειες: οι επιχειρήσεις έπρεπε να κλείσουν, στο λιμάνι της Τζέντα μόνο 200 από τους συνήθως περίπου 1.000 εργαζόμενους εμφανίστηκαν για δουλειά, τα σχολεία έπρεπε να κλείσουν κ.λπ . Την ίδια στιγμή χιλιάδες μεταναστών εργαζόμενων ταξίδεψαν στην Τζέντα και το Ριάντ, προκειμένου να ζητούν χρήματα και έγγραφα από τις αντίστοιχες πρεσβείες τους για την επιστροφή στην χώρα τους. Χιλιάδες εργαζόμενοι έμειναν κατασκηνώνοντας μπροστά από τις πρεσβείες τους, για παράδειγμα 2.000 περίπου εργαζόμενοι από τις Φιλιππίνες. Οι πρώτες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας άρχισαν να πραγματοποιούνται. Τον Μάριο του 2013, περίπου 2.000 εργαζομένων από την Αίγυπτο όρμησαν στην πρεσβεία τους. Επιπλέον ξέσπασαν και διαμαρτυρίες στις χώρες προέλευσής τους: Στην Υεμένη, η πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας αποτέλεσε στόχο μεγάλων διαμαρτυριών, ενώ παρόμοιες ενέργειες έλαβαν χώρα στις Φιλιππίνες και στην Αίγυπτο.

Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η ισχύς του νόμου αναβλήθηκε μέχρι τον Νοέμβριο. Στο μεταξύ σχεδόν 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι μπόρεσαν να «νομιμοποιηθούν»  στη Σαουδική Αραβία, ενώ περίπου ένα εκατομμύριο εγκατέλειψαν τη χώρα. Μετά την 4η Νοεμβρίου στη Μέκκα μόνο, 20.000 περίπου άτομα συνελήφθησαν. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των ατόμων που έχουν συλληφθεί  σε όλη την χώρα. Οι αρχές έστηναν σημεία ελέγχου στους δρόμους,  εταιρείες δεχόντουσαν εφόδους και ολόκληρα τμήματα της πόλης περικυκλώνονταν από το διοικητικό προσωπικό, κυρίως οι φτωχογειτονιές όπου ζουν πολλοί μετανάστες Αφρικανοί. Τα αποτελέσματα ήταν προβλέψιμα και παρόμοια με αυτά της Άνοιξης: Σχεδόν οι μισές κατασκευαστικές εταιρείες αναγκάστηκαν να σταματήσουν τις εργασίες τους, ο τομέας των μεταφορών κατέρρευσε, σε ορισμένες περιοχές οι προμήθειες τροφίμων ήταν σε άμεσο κίνδυνο και βασικές δημόσιες υπηρεσίες όπως η καθαριότητα και τα σχολεία έγιναν δυσλειτουργικές.

Η αντίσταση των μεταναστών εργαζομένων είχε αποκτήσει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Τον Απρίλιο, ο στόχος ήταν οι πρεσβείες των χωρών προέλευσής τους αλλά μετά τον Νοέμβριο απεργίες διοργανώθηκαν στοχεύοντας αυτήν την φορά Σαουδαραβικές εταιρείες. Στη Μέκκα και στη Τζέντα, χιλιάδες εργαζόμενοι στην καθαριότητα δρόμων και νοσοκομείων, κατέβηκαν σε απεργία για αρκετές μέρες και είχαν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία. Σε ένα εργοτάξιο αερολιμένα, 400 ξένοι τεχνικοί και μηχανικοί κατέβηκαν σε απεργία. Κατά τη διάρκειά της, αυτοκίνητα καταστράφηκαν και γραφεία έγιναν στόχος επιθέσεων.

Ταραχές σημειώθηκαν σε διάφορες πόλεις με περίπου 50 ανθρώπους να σκοτώνονται και εκατοντάδες να συλλαμβάνονται. Στο επίκεντρο ήταν μια γενικευμένη επίθεση σε μετανάστες –και όχι μόνο- από την Αφρική, η οποία εν μέρει ξεκίνησε από την αστυνομία και εν μέρει από κομμάτια της Σαουδαραβικής νεολαίας (αναφέρονται πάντως και Πακιστανοί νέοι που λάμβαναν μέρος), που «στην ψύχρα» κυνηγούσαν ανθρώπους με πιο σκούρο δέρμα, προκειμένου να τους παραδώσουν στην αστυνομία. Αυτό θα μπορούσε να αποκαλύψει ένα από τα βαθύτερα αίτια του κράτους για την επιβολή του νέου νόμου. Το κράτος είχε έτοιμα πογκρόμ  και δημόσια τιμωρία των ξένων «ταραξιών», αναβιώνοντας εκτελέσεις «μαγισσών» και  παίρνοντας παράλογα μέτρα όπως το «τεστ ομοφυλοφιλίας» για τους μετανάστες εργαζόμενους που πρωτοέρχονταν στην χώρα.

Ο επίσημος στόχος είναι η πλήρης «Σαουδοποίηση» της αγοράς εργασίας, κάτι που φυσικά δεν είναι ρεαλιστικό. Υπάρχει έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, και έτσι  ένα μεγάλο μέρος των θέσεων εργασίας δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί με ντόπιους εργαζόμενους. Και το σημαντικότερο, το κράτος θα πρέπει να καταστρέψει τις προσδοκίες μια ολόκληρης γενιάς που δεν θα πρέπει να κάνει χειρωνακτικές εργασίες  και να αποκτήσει πλήρη κοινωνική ασφάλιση, εγγυημένη από το κράτος. Ως εκ τούτου, το σαουδαραβικό κράτος κατευθύνει την αυξανόμενη δυσαρέσκεια  του  τοπικού πληθυσμού εναντίον των «ξένων», ποινικοποιώντας και στιγματίζοντάς τους και κάνοντάς τους έρμαια των εργοδοτικών αυθαιρεσιών  και της βίας ενός καθοδηγούμενου όχλου.

Αλλά μόνο η προλεταριοποίηση του Σαουδαραβικού πληθυσμού  θα επιλύσει το πρόβλημα του κράτους μακροπρόθεσμα. Κάτι που είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς να προκληθεί  μια θεμελιώδης κρατική κρίση και να χαθεί εντελώς η νομιμότητα της βασιλικής οικογένειας. Μόλις η Σαουδική Αραβία  αποτύχει να επιλύσει  το πρόβλημα των μεταναστών εργαζόμενων, τα θεμέλια  ενός πύργου από τραπουλόχαρτα μπορεί να καταρρεύσουν και να ανοίξει τελικά μια νέα προοπτική για τα κινήματα σε όλη τη Μέση Ανατολή.

Μετά τον Φεβρουάριο του 2014

Από τις αρχές του Δεκεμβρίου, οι εξελίξεις των θεμάτων που αφορούν στο άρθρο έχουν εντατικοποιηθεί και επιταχυνθεί: το καθεστώς έχει πια φτάσει σ’ ένα «σημείο χωρίς επιστροφή» -κυρίως με τη σφαγή στην πλατεία Rabia al-Adawiyya – και η κρατική καταστολή, σφίγγει τον κλοιό της γύρω από ολόκληρη την πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση, αποσκοπώντας  στην πλήρη αποκατάσταση του αστυνομικού κράτους. Προς έκπληξη όμως, η κρατική καταστολή δεν έχει μέχρι τώρα πετύχει τον στόχο της: Ούτε έχει επικρατήσει κάποια νεκρική σιγή στην Αίγυπτο, ούτε η χώρα (παρά κάποιες επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων ασφαλείας) έχει βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο.

Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, πάνω από 2.600 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σύμφωνα με το Thawra-Wiki, ένα είδος «παρατηρητηρίου», που δημιουργήθηκε διδικτυακά από διάφορες ομάδες ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δικηγόροι που έχουν στενές σχέσεις με την Μουσουλμανική Αδελφότητα, αναφέρουν ότι οι νεκροί είναι πάνω από 7000. Περισσότεροι από 21.000 άνθρωποι βρέθηκαν κρατούμενοι (αυτά είναι στοιχεία καταγεγραμμένα από δικηγόρους ή ΜΚΟ), μεταξύ των οποίων οι 3.000  είναι μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η συντριπτική πλειονότητα (πάνω από 16.000 ), συνελήφθησαν στην διάρκεια κινητοποιήσεων και συγκρούσεων.

Η  μαζική και λυσσαλέα επίθεση κατά των κοινωνικών υποδομών της εξέγερσης και η προσπάθεια είτε να τεθούν υπό έλεγχο είτε να καταστραφούν, υποτιμήθηκε ή δεν αξιολογήθηκε όπως έπρεπε. Πέρα από πολιτικές και θρησκευτικές κατευθύνσεις υπήρξε μεγάλη υποστήριξη προς τις κινητοποιήσεις από τους οργανωμένους κοινωνικούς τομείς  διαφόρων θρησκευτικών και κοσμικών ιδρυμάτων και ΜΚΟ. Συμβολικά παραδείγματα αυτού, ήταν π. χ.  νοσοκομεία που είχαν στηθεί κυριολεκτικά στους δρόμους σε κάθε διαδήλωση. Επίσης σε άλλες περιπτώσεις, οι ΜΚΟ  παρείχαν νομική στήριξη, δημοσιότητα, πληροφόρηση κ.λπ. Η συμφωνία μεταξύ κράτους και μη κυβερνητικών οργανώσεων, που είχε διατηρηθεί από τα μέσα του 1970, ν’ αφήσουν το «κράτος πρόνοιας για τους φτωχούς»  κυρίως σε θρησκευτική φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία, σε αντάλλαγμα θα ήταν υπεύθυνα για διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, άρχισε να διαβρώνεται και να γνωρίζει ρήγματα.

Οι κοσμικές ΜΚΟ δέχθηκαν επίθεση από το κράτος, όπως π. χ. η επιδρομή στο Αιγυπτιακό  Κέντρο για τα Οικονομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα (ECESR) στις 19 Δεκεμβρίου 2013, που ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για το εργατικό κίνημα. Άνθρωποι συνελήφθησαν και προκλήθηκαν μεγάλες υλικές ζημιές. Στις 23 Δεκεμβρίου, οι τραπεζικοί λογαριασμοί  πάνω από 1.000 ΜΚΟ  πάγωσαν με κρατικό διάταγμα. Αυτό επηρέασε κυρίως τις ΜΚΟ που ήταν προσκείμενες στην Αδελφότητα, αλλά επίσης και εκείνες που είχαν Σαλαφιστικό φιλανθρωπικό χαρακτήρα, όπως τις  Gamiyya Shariyya και Αnsar Al-Sunna Al-Muhammadiyya· οι τρεις τους μαζί αποτελούν την ραχοκοκαλιά  της ισλαμικής κοινωνικής πρόνοιας. Στόχος δεν ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή αυτών των οργανώσεων, δεδομένου ότι το κράτος δεν θα είναι σε θέση (οικονομικά ή οργανωτικά) να τις αντικαταστήσει. Αλλά οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί, και όσοι εξαρτώνται από αυτές, θα πρέπει πια να υπόκεινται στον έλεγχο του κράτους. Η ισλαμική ηγεσία προτίθεται να έρθει σε συμφωνία με την στρατιωτική κυβέρνηση και να θέσει εαυτόν υπό την εξουσία της.

Εκτός από την καταπίεση και την καταστολή ενάντια σε οποιαδήποτε μορφή  αντιπολίτευσης, ήταν αυτή η επίθεση του κράτους εναντίον αυτών των οργανώσεων πρόνοιας που κινητοποίησε πολλούς ανθρώπους να βγουν στους δρόμους,  ανθρώπους που δεν είχαν σχέσεις με την Αδελφότητα ή που ήταν ακόμη και εναντίον της. Από τον Σεπτέμβριο του 2013 και μετά, άρχισαν οι πρώτες διαδηλώσεις σε πανεπιστήμια όπου κυριαρχούσαν συνδικάτα φοιτητών υπό τον έλεγχο της Αδελφότητας (κυρίως στο πανεπιστήμιο Azhar του Καΐρου, το πιο γνωστό για σπουδές ισλαμικής  θεολογίας και ισλαμικού νόμου).  Η σκληρή αντίδραση του κράτους, το μόνο που πέτυχε ήταν να οδηγήσει στην εξάπλωση των διαμαρτυριών. Το Νοέμβριο, δώδεκα φοιτητές καταδικάστηκαν με διαδικασίες εξπρές σε ποινή φυλάκισης 17 ετών, κατηγορούμενοι για συμμετοχή στην κατάληψη του κτιρίου διοίκησης του Azhar.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η αστυνομία επέστρεψε στα πανεπιστήμια από όπου είχε φύγει ύστερα από κυβερνητικό διάταγμα το 2011. Όταν ο πρώτος φοιτητής έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών στα πανεπιστήμια η κατάσταση κλιμακώθηκε περαιτέρω. Οι φοιτητές δεν τρομοκρατήθηκαν. Αντίθετα, διαμαρτυρίες ξεκίνησαν και στα επαρχιακά πανεπιστήμια. Ολόκληρο το τμήμα μηχανολόγων του πανεπιστημίου στο Zagazig, κατέβηκε σε απεργία για μια εβδομάδα απαιτώντας την απελευθέρωση των συλληφθέντων φοιτητών διαφόρων πολιτικών οργανώσεων και διαδηλώνοντας ενάντια στους διάφορους κρατικοδίαιτους τραμπούκους στις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με τον Δείκτη Δημοκρατίας (μια τοπική ΜΚΟ, η οποία δημοσιεύει στατιστικές σχετικά με διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις), το ένα τέταρτο από τις  611 (!) διαδηλώσεις φοιτητών μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2013, αφορούσαν εσωτερικά  πανεπιστημιακά ζητήματα, όπως τα τρόφιμα του κυλικείου και τους κοιτώνες, που σήμαινε ότι το κοινωνικά αιτήματα δεν είχαν εξαφανιστεί εντελώς κάτω από την μπότα  της καταστολής.

Με τη θέσπιση ενός εξαιρετικά αυστηρού νόμου περί διαμαρτυριών στο τέλος του Νοεμβρίου, το στρατιωτικό καθεστώς περιόρισε κι άλλες (φιλελεύθερος) ομάδες της αντιπολίτευσης. Τώρα είχε συλλάβει επίσης και πρόσωπα-σύμβολα της εξέγερσης, όπως ο Αχμέντ Μαχέρ, ο εκπρόσωπος της Νεολαίας της 6ης Απρίλη και τους έριξε στη φυλακή. Πολύ αργά πια, αλλά πλέον και πολύ ξεκάθαρα, η Νεολαία της 6ης Απρίλη αποδέχεται το λάθος της συμμετοχής της στην πόλωση  και παίρνει τώρα θέση ενάντια στο πραξικόπημα. Για πρώτη φορά, κάλεσε σε διαμαρτυρία ενάντια στον στρατό, παράλληλα με την διαμαρτυρία ομάδων προσκείμενων στην Αδελφότητα, την 25η Ιανουαρίου 2014.

Η διάρρηξη της πολιτικής πόλωσης, η οποία βασίζεται σε θρησκευτικό έδαφος, είναι δυνατή και εφικτή μόνο μέσα από συλλογική πάλη και είναι ένα σημαντικό και ελπιδοφόρο σημάδι ότι κάτι τέτοιο φαίνεται ξανά στον ορίζοντα. Ίσως πολύ πιο βαρύνουσας σημασίας από τους λίγους πια φιλελεύθερους ή και μετριοπαθείς φιλελεύθερους (τώρα λιγότερο από εκατό άτομα εμφανίζονται στις συγκεντρώσεις τους), είναι ο μεγάλος αριθμός των φανατικών οπαδών. Ήταν αρχικά βαθιά διχασμένοι σχετικά με το θέμα του πραξικοπήματος και πολλοί είχαν αρχικά υποστηρίξει κρατικές ενέργειες εναντίον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου όμως, όλο και περισσότεροι έπαιρναν μέρος στις διαδηλώσεις στους δρόμους εναντίον της χούντας ή πραγματοποιούσαν τις δικές τους, με τα ποδοσφαιρικά γήπεδα να γίνονται ξανά χώροι  συγκρούσεων με την αστυνομία.

Από την πλευρά όσων αντιτίθενται και αντιστέκονται στην κρατική βία στο όνομα της αδελφότητας, υπάρχουν, σύμφωνα με μερικούς παρατηρητές, πολλοί που δεν ταυτίζονται με την συντηρητική ιδεολογία της Αδελφότητας. Στο προσκήνιο ήταν το γεγονός ότι προσέφεραν κοινωνική βοήθεια, ιδίως για τις γυναίκες. Αντικαθιστούσαν κομμάτια της απασχόλησης και της ασφάλειας που το κράτος δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να προσφέρει.

Το κίνημα αυτήν την στιγμή, στηριζόμενο όλο και λιγότερο σε χαρισματικές μορφές ή  εκπρόσωποι των ΜΜΕ απ’ ό,τι τις προηγούμενες φορές, κινητοποιείται μέσα από «μάρτυρες.» Αρχικά το λογότυπο των τεσσάρων δακτύλων χρησιμοποιήθηκε από την Μουσουλμανική Αδελφότητα στην σχεδόν επαγγελματικά οργανωμένη εκστρατεία της, για να ενισχύσει την μαχητικότητα των μελών της κατά τη διάρκεια των μαζικών τους  διαδηλώσεων. Μετά τη σφαγή, το λογότυπο άλλαξε και έγινε ένα σύμβολο των εκατοντάδων που έχασαν τη ζωή τους στην πλατεία Rabi’a al-Adawiyya (που πήρε το όνομά της από τον Σούφι λόγιο Rabi’a, τον Τέταρτο).  Το μαρτυρολόγιο περιλαμβάνει: Τον Μοχάμεντ Ρέντα, που ήταν ο πρώτος που έχασαν τη ζωή τους στις φοιτητικές διαμαρτυρίες, μια 21χρονη νεαρή γυναίκα από την Αλεξάνδρεια που καταδικάστηκε σε πολύχρονη φυλάκιση επειδή έλαβε  μέρος σε οδικό μπλόκο. Τον Μπασέμ Μοχσέν,  νεαρό εργαζόμενο σε εργοστάσιο από το Σουέζ  που πυροβολήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου και πολλούς άλλους.7

Το κίνημα δεν έχει σχεδόν κανένα άλλον στόχο εκτός του αγώνα εναντίον του κρατικού μηχανισμού. Εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο, έχει επίσης λίγες ευκαιρίες για  ανάπτυξη κάποιας οικονομικής εξουσίας της εργατικής τάξης.  Ο αριθμός των απεργιών έχει μειωθεί δραστικά και από οικονομικής άποψης,  η χώρα συνεχίζει να καταρρέει. Αλλά φαίνεται να έχει μάθει πολλά από άλλα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα (π. χ. Λατινική Αμερική και σίγουρα Συρία) και αποφεύγει πολλές παγίδες. Ίσως το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής επίτευγμά του, είναι το γεγονός ότι έχει υπονομεύσει τις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να πυροδοτήσει  εμφύλιο πόλεμο. Το ότι το κίνημα έχει  καταφέρει ν’ αποφύγει μεγαλύτερες εσώτερες συγκρούσεις είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο είναι σε θέση να διατηρεί τέτοιες αντοχές και πείσμα,  παρά τα πλήγματα και την δυσανάλογα μεγάλη  ισχύ του εχθρού.

Ο μόνος λόγος πίσω από το δημοψήφισμα για το νέο σύνταγμα στα μέσα Ιανουαρίου, ήταν να νομιμοποιηθεί η στρατιωτική κυβέρνηση, και επομένως η εκλογική συμμετοχή ήταν ο μόνος σημαντικός δείκτης. Επίσημες στατιστικές τοποθετούν το ποσοστό  συμμετοχής ελαφρώς  κάτω από 40 τοις εκατό. Αυτό είναι μια σαφής ένδειξη. Το καθεστώς αναγκάζεται να ομολογήσω ότι μόνο το 40 τοις εκατό όλων των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων και μόνο το 16 τοις εκατό των ηλικιών 20 – 30, έλαβαν μέρος σε αυτή την «ιστορική» ψηφοφορία και παρά το γεγονός ότι δέκα χιλιάδες στρατιώτες βρίσκονταν μπροστά από τα εκλογικά κέντρα. Και παρά το γεγονός ότι όλοι όσοι κάλεσαν σε μποϋκοτάζ των εκλογών ή αποχή, συνελήφθησαν. Έστω και αν δεν υπήρχε «ανεξάρτητη» καταγραφή των εκλογών και η καταμέτρηση έγινε στους στρατώνες. Εσωτερικά, η νομιμότητα της κυβέρνησης έχει καταρρακωθεί.  Τώρα, κυρίως η εξωτερική νομιμοποίηση είναι ζωτικής σημασίας για το στρατιωτικό καθεστώς, από διεθνείς χορηγούς και προμηθευτές όπλων: Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια θ’ αρχίσει τον Ιανουάριο, το ΔΝΤ είναι ικανοποιημένο και η ΕΕ θα χορηγήσει ξανά άδεια για την εξαγωγή  αστυνομικού εξοπλισμού …

Οι κραυγές και οι διακηρύξεις του Στρατιωτικού Συμβουλίου, πως όλοι όσοι βγαίνουν στους δρόμους είναι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», είναι λάθος. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ΜΜΕ απλά το αναμασά, είναι αξιολύπητο. Ίσως αυτό που θα έπρεπε να γίνει, θα ήταν να ερωτηθούν αυτοί οι άνθρωποι που πραγματικά βγαίνουν στους δρόμους στο όνομα της Αδελφότητας ποια είναι τα κίνητρά τους και οι επιδιώξεις τους, από το  απλώς να φωνάζει κανείς ότι το φάντασμα του «Ισλαμισμού» είναι ζωντανό.

Σημειώσεις

[6] Αρχικά ο Κλοιός Υγείας, ήταν ορισμός για το υγειονομικό: σήμαινε την δημιουργία ενός κλοιού απομόνωσης γύρω από περιοχές που είχαν πληγεί από κάποια επιδημία. Αργότερα, ο όρος πολιτικοποιήθηκε και αναφέρεται στην δημιουργία πάσης μορφής πολιτικών αναχωμάτων (μαξιλαράκια ασφαλείας), μεταξύ κέντρων διαφορετικών δυνάμεων. Η λέξη «δυσφορία» (Malaise), δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην παντελώς καταστροφική πολιτική του σαουδαραβικού κράτους.

[7] Ο Μπασέμ Μοχσέν, ήταν μέλος μιας από τις πρώτες ακτιβιστικές ομάδες στο Σουέζ, που μετά πήγαν στην πλατεία Ταχρίρ. Το φθινόπωρο, τον πυροβόλησαν στο μάτι. Μετά φυλακίστηκε, πήρε χάρη από τον Μόρσι και στα τέλη του 2012, συγκρούστηκε με τους Μουσουλμάνους Αδελφούς και ξυλοκοπήθηκε. Πήρε μέρος στην καμπάνιαTamarod, διαδήλωσε με τους Μουσουλμάνους Αδελφούς εναντίον του στρατού μετά τις σφαγές του Δεκεμβρίου και στις 20 Δεκεμβρίου, έπεσε νεκρός από σφαίρα.

Advertisements

One response to “Αδιέξοδο: Σχετικά με το πραξικόπημα στην Αίγυπτο (B’ μέρος)

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.