Αδιέξοδο: Σχετικά με το πραξικόπημα στην Αίγυπτο

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Wildcat  (εργατίστικο περιοδίκο στο χώρο του ελευθεριακού κομμουνισμού) αναφέρεται στις τελευταίες εξελίξεις στην Αίγυπτο και μεταφράστηκε από την Judith για το Avantgarde.  Εδώ η αρχική δημοσίευση.

Αδιέξοδο: Σχετικά με το πραξικόπημα στην Αίγυπτο (A’ μέρος)

Για δύο χρόνια, η πλατεία Ταχρίρ ήταν το σύμβολο μιας χωρίς επιστροφή ρήξης με μία κοινωνική πραγματικότητα αθηροσκλήρωσης  και κρίσης. Το στρατιωτικό πραξικόπημα το καλοκαίρι του 2013, τέλειωσε αυτήν την φάση. Οι διάφορες αυταπάτες και ελπίδες θάφτηκαν μαζί με τις εκατοντάδες των σκοτωμένων. Βασικά κομμάτια του φιλελεύθερου περιβάλλοντος αποδέχτηκαν σχεδιασμένες και καθοδηγούμενες από το κράτος σφαγές και μαζικές συλλήψεις στο όνομα της «υπεράσπισης της δημοκρατίας».  Η ελπίδα για μια κρατική λύση στην κοινωνική εξαθλίωση επίσης χάθηκε· οι τελευταίοι κληρονόμοι του Νασερισμού και οι φερέλπιδες του συνδικαλιστικού κινήματος, τώρα κάθονται στην στρατιωτική πλευρά του τραπεζιού. Οι αόριστες υποσχέσεις τους για μεταρρύθμιση, καταπνίγηκαν μέσα στις εκκλήσεις τους για ειρήνη, τάξη και όρεξη για δουλειά.

Στην τόσο οξυμένη κοινωνική κατάσταση σήμερα, δεν υπάρχουν περιθώρια για συμμετοχή. Το κίνημα θα πρέπει  να θέσει  νέα ερωτήματα σχετικά με την κοινωνική επανάσταση και την οργάνωση και θα πρέπει επίσης να βρει νέες απαντήσεις. Για το σκοπό αυτό, οι μετανάστες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.

egyptcoup

Η άρχουσα τάξη της Αιγύπτου

Με την πτώση του Προέδρου Μόρσι στις αρχές Ιουλίου 2013, η διαπλοκή των κρατικών και στρατιωτικών οργάνων με την οικονομία και πάλι έγινε ορατή. Αυτή η μορφή ταξικής δύναμης προέκυψε στο τέλος της εποχής Νάσερ. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο στρατός είχε χάσει το ρόλο του ως προστάτες της «αντι-αποικιακής» κρατικής εκβιομηχάνισης και ο υπερμεγέθης στρατιωτικός μηχανισμός αργότερα,  ανακάλυψε νέα πεδία δραστηριότητας στην αστική οικονομία μετά τη συνθήκη ειρήνης του 1978 με το Ισραήλ. Ένα νέο μοντέλο συσσώρευσης αναπτύχθηκε ιδίως κατά τη διάρκεια του δεύτερου, «νεοφιλελεύθερου» μισού της 30ετούς διακυβέρνησης Μουμπάρακ, καθεστώς το οποίο βασιζόταν λιγότερο στην εκβιομηχάνιση, και περισσότερο στις ιδιωτικοποιήσεις, την καταλήστευση του κοινωνικού πλούτου και στις -με κρατική ασφαλιστική δικλείδα- επενδύσεις σε υποδομές (μεταφορές, τουρισμός, τηλεπικοινωνίες).  Αυτό το μοντέλο ενισχύθηκε  από έναν γιγαντιαίο κατασταλτικό μηχανισμό που είχε ξεκοπεί από κάθε «δημοκρατικό έλεγχο».  Ο μηχανισμός αυτός περιελάμβανε έναν άτυπο στρατό από baltagiyyas (κακοποιούς) και τα στρατιωτικά δικαστήρια, που ήταν πλέον κάτι μόνιμο μετά το κράτος έκτακτης ανάγκης του 1981. Η εξέγερση του 2011, φανέρωσε την κρίση αυτού του μοντέλου.

Είναι ακόμη αλήθεια ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις είναι μικρές και μεσαίες, αλλά ελέγχονται από ένα πολύ μικρό κομμάτι της κοινωνίας μέσω ενός παλιού και γνώριμου δικτύου, πράγμα που σημαίνει ότι πολύ απλά, έχουμε να κάνουμε με μονοπώλια. Το 2010, 500 περίπου οικογένειες είχαν στα χέρια τους περιουσιακά στοιχεία άνω των 30 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ 20 οικογένειες (η σκληροπυρηνική ελίτ) είχαν περισσότερα από 100 εκατομμύρια. Η κύρια εστίαση  των ομάδων αυτών είναι οι κατασκευές, οι τηλεπικοινωνίες, ο τουρισμός, τα τρόφιμα, η φαρμακοβιομηχανία και το διεθνές εμπόριο. Στην κορυφή βρίσκεται η οικογένεια Sawiris, στην οποία ανήκει η μεγαλύτερη κατασκευαστική εταιρεία της χώρας και είναι και αυτή που κουμαντάρει την αγορά των τηλεπικοινωνιών και τον τομέα των μέσων ενημέρωσης. Το 2000,  αυτή η νέα οικονομική ελίτ ανέλαβε απροκάλυπτα και  την διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Καταφανέστατα παραδείγματα οι Γκαμάλ Μουμπάρακ και η κυβέρνηση Ναζίφ, που ήρθε στην εξουσία το 2004. Πολιτικά, ήταν ο ανταγωνισμός με τον στρατιωτικό μηχανισμό, που διαχειριζόταν τα εργοστάσια από την εποχή της Νασερικής εκβιομηχάνισης (καταναλωτικά αγαθά και κατασκευή όπλων) και ο οποίος, επιπλέον, άρχισε να συμμετέχει και στον μαζικό τουρισμό από την άνθησή του, την δεκαετία του 1990. Συνολικά, ο στρατός ελέγχει το  5-15 τοις εκατό της εθνικής οικονομίας.

Ο στρατός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την νεοφιλελεύθερη λεηλασία, διότι απλά διατηρεί  το δικαίωμα να κατάσχει γη π.χ. για την κατασκευή έργων υποδομής, τουριστικών πάρκων και νέων βιομηχανικών ζωνών. Αυτό ήταν το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα στο στρατό και την ολιγαρχική ελίτ. Τα ανώτερα στρώματα της Μουσουλμανικής αδελφότητας, η οποία κυρίως ασχολείται με εμπόριο, ήταν μέρος της συμφωνίας αυτής, αν και εκτός από λίγες εξαιρέσεις, βρίσκονταν μάλλον στο δεύτερο ή τρίτο στρώμα. Η στρατιωτική και πολιτική πάνω ελίτ είναι σε κάποιο βαθμό Κόπτες (όπως οι Sawiris) και εν γένει αρκετά κοσμική.

Το δίκτυο πελατειακών σχέσεων που κατευθυνόταν προς τις μάζες, είχε διοργανωθεί με «θρησκευτικούς» όρους. Μετά την ιδιωτικοποίηση της δεκαετίας του 90, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας (ελαφρύνσεις και παροχές για τους φτωχούς,  εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη) μετατράπηκε και κατακερματίστηκε σε έναν εντελώς ανεπαρκή και διεφθαρμένο δημόσιο τομέα, έναν ακριβό ιδιωτικό τομέα και έναν τρίτο τομέα που περιελάμβανε τις διάφορα φιλελεύθερες, ισλαμιστικές και χριστιανικές φιλανθρωπίες. Ο αχανής τομέας των ΜΚΟ βασίζεται στην εθελοντική και άτυπη εργασίας και, εν μέρει, με άμεσο τρόπο διοργανώνει τον ανεπίσημο τομέα της οικονομίας.

Πρώτη φάση της εξέγερσης: Ελπίδα για μια δημοκρατική αφύπνιση

Ένα μεγάλο κύμα εργατικών αγώνων στο παλιό βιομηχανικών τομέα («Mahalla») και τις χαμηλότερες βαθμίδες της δημόσιας διοίκησης (για παράδειγμα οι φοροεισπράκτορες) και στον τομέα των ιδιωτικών μεταφορών (οδηγοί ταξί και μίνι λεωφορείων),  οδήγησε στην πρώτη εξέγερση τον Ιανουάριο του 2011. Μαζί τους, ενώθηκαν άνθρωποι που διαμαρτύρονταν κατά της καθημερινής πλέον κρατικής βίας. Στις πλατείες και στους δρόμους, οι διάφορες κοινωνικές μάχες μετατράπηκαν σε έναν πολιτικό αγώνα. Υπό το σύνθημα «ο λαός θέλει την πτώση του καθεστώτος», διαφορετικά κοινωνικά στρώματα είχαν ενωθεί με οδηγό την αποφασιστικότητά τους να αλλάξουν τα πράγματα. Επικεντρώθηκαν στα σύμβολα και τα πρόσωπα του καθεστώτος Μουμπάρακ («Μουμπάρακ εξαφανίσου!») και απέφυγαν μια εκ βάθρων αμφισβήτηση της εξουσίας. Προσπάθησαν να περιορίσουν την ισχύ των υπαρχόντων θεσμών χωρίς όμως να τους καταργήσουν και να τους αντικαταστήσουν με κάτι νέο.

Η αστυνομία αναγκάστηκε ν’ αφήσει την αστυνόμευση των δρόμων, και οι κυβερνητικές δυνάμεις έγιναν πιο επιφυλακτικές. Αρχικά, το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων έπρεπε να κατηγορήσει επισήμως ορισμένες από τις φιγούρες της ελίτ, και κατά την κορύφωση της αναταραχής στο τέλος του το 2011, τα περιουσιακά στοιχεία 260 ατόμων δεσμεύτηκαν. Μόνο τέσσερις στην πραγματικότητα καταδικάστηκαν – ο στρατός βοήθησε σχεδόν όλα τα μέλη της επιχειρηματικής ελίτ να ξεφύγουν και να μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό.

Ο λαός απαιτούσε την παροχή και «δικαιότερη» κατανομή κατοικιών από το κράτος, καταλαμβάνοντας σπίτια και εισβάλλοντας σε δημαρχεία. Οι εργαζόμενοι απαιτούσαν την αποπομπή της διεφθαρμένης διοίκησης, την ανάκληση των ιδιωτικοποιήσεων, μόνιμες συμβάσεις για τους εργαζομένους, οι οποίοι ήταν επισφαλώς απασχολούμενοι για μεγάλο χρονικό διάστημα και αναπροσαρμογές των μισθών. Στο δημόσιο τομέα, οι αγώνες είχαν ως επίκεντρο το αίτημα για μόνιμες συμβάσεις και την επέκταση της απασχόλησης, δεδομένης της άθλιας κατάστασης του τομέα της εκπαίδευσης και της υγείας. Οι αγώνες στον τομέα των κρατικών βιομηχανιών κλωστοϋφαντουργίας, έστρεψαν πάνω τους τα βλέμματα του κοινού. Ένας  μειούμενος αλλά  σκληρός πυρήνας εργαζομένων,  αμύνθηκαν εαυτών με μεγάλη αποφασιστικότητα, αλλά στο τέλος τα «υπολείμματα» αυτής της παρελθούσας εποχής δεν μπόρεσαν να είναι σε θέση να καταστούν σημεία αναφοράς για μια νέα γενιά εργαζομένων. Οι πολιτικές αναφορές αυτών των «παλιών» εργαζόμενων  ήταν τα αιτήματα για την αναβίωση μιας Νασερικής ή ενός παρόμοιου μοντέλου κρατικής οικονομίας: επανα-μετατροπή των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων σε δημόσια περιουσία και κρατικά σχεδιασμένες  βιομηχανικές πολιτικές συμπεριλαμβανομένης και της γεωργίας, προκειμένου να παρέχοντας οι  πρώτες ύλες στη βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας.

Όλοι αυτοί οι αγώνες  έλαβαν χώρα παράλληλα ο ένας με τον άλλον, χωρίς να έχουν διαμορφώσει  μια συνεκτική και πρακτική σχέση μεταξύ τους· η διασύνδεση έγινε μόνο όταν έγινε και η συνάντηση στους δρόμους. Οι πολλαπλές απόπειρες που επιχειρήθηκαν για ν’ αντιμετωπιστούν οι υπάρχουσες διασπάσεις στους χώρους εργασίας,  δεν δημιούργησαν κάποιες οργανωτικές μορφές  (π.χ. όπως «συμβούλια» σε προηγούμενο κύκλους), που θα είχαν τη δυνατότητα να συγκρατήσουν τις  αντεπιθέσεις. Για να το πούμε με δυο κουβέντες, αυτό που έλειπε ήταν ένα σημείο εκκίνησης, μια αφετηρία που θα έδειχνε τον δρόμο πέρα από το κράτος ως σημείο αναφοράς.

Εκπρόσωποι της  μεσοαστικής τάξης προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την ικανότητά τους στην κινητοποίηση των «μαζών» στους δρόμους προκειμένου ν’ αναπληρωθεί αυτό το πολιτικό κενό και να γίνουν εκπρόσωποι των εργαζομένων στις επιχειρήσεις. Με αυτό το κίνητρο, μπήκαν σε  διάλογο με την άρχουσα τάξη, θέλοντας  ν’ αποκτήσουν θέση στο τραπέζι της εξουσίας. Όχι μόνο οι φιλελεύθεροι, αλλά και οι εκπρόσωποι της πολιτικής αριστεράς διατηρούσαν μια οργανική σχέση με τους εργατικούς αγώνες: Αποσκοπούσαν στο να τους διαχειριστούν, προκειμένου να νομιμοποιηθούν αργότερα ως  (πολιτικοί) εκπρόσωποί τους. Η λανθασμένη όμως αντίληψη της δικής τους σπουδαιότητας,  απογυμνωνόταν σε οποιοδήποτε από τα κρίσιμα σημεία στα οποία αποτύγχαναν να κινητοποιήσουν τους εργαζόμενους για τους δικούς τους σκοπούς. Η οργάνωση-ομπρέλα  των «ανεξάρτητων εργατικών συνδικάτων», παρέμεινε ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός και  σε μεγάλο βαθμό χωρίς καμία επίδραση στην πορεία των πραγματικών διεκδικήσεων.

Οι εκπρόσωποι του κινήματος αποφάσισαν πολύ γρήγορα να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιρροή εντός των θεσμικών οργάνων με  συμμετοχή στις εκλογές, κάτι που σήμαινε την διαμόρφωση νέων δικτύων βασισμένων σε πολιτικές ή οργανωτικές ταυτότητες. Από την άποψη αυτή, οι «ισλαμιστές» ήταν οι πιο γρήγοροι και οι λιγότερο διφορούμενοι. Τα παλιά ηγετικά στελέχη της Μουσουλμανικής αδελφότητας και των διαφόρων «σαλαφιστικών» (συντηρητικών-σουνιτών και παραδοσιακά απολιτικών) ομάδων,  δεν ήθελαν να κάνουν αυτό το βήμα εντός της «πολιτικής», οι νέοι ακτιβιστές τους ανάγκασαν να το πράξουν. Η νεολαία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κινητοποιήθηκε κυρίως από την ιδέα ότι, όντας η μόνη  εθνική και μαζική οργάνωση, θα κέρδιζε τις εκλογές.1

Τα νέα πολιτικά κόμματα του σαλαφιστικού φάσματος, ήταν σημαντικά μικρότερα και με αρκετά μικρότερη επιρροή από την Αδελφότητα. Δεδομένου όμως, ότι ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που απαιτούσε οι επιδοτήσεις βασικών τροφίμων και ενέργειας να μείνουν ως είχαν, θα μπορούσαν να έχουν απήχηση σε ένα μέρος των αγροτών και των φτωχών των μικρών πόλεων  στον ανεπίσημο τομέα και στον τομέα της γεωργίας.

Οι αριστεροί και οι φιλελεύθεροι αμφότεροι γνώριζαν ότι δεν έχουν καμία κοινωνική βάση μαζικής υποστήριξης και άρα καμία πιθανότητα να καταλάβουν κυβερνητικά αξιώματα. Κατά συνέπεια, μια «γρήγορη δημοκρατία» δεν ήταν στόχος τους – ήθελαν να κερδίσουν χρόνο και εν τω μεταξύ, να γίνουν μέρος της δομή εξουσίας στα στρογγυλά τραπέζια των αποφάσεων του στρατιωτικού συμβουλίου.

Με την αυξανόμενη εστίαση στη «δημοκρατία», οι οργανωτικές προσπάθειες του κινήματος κατέρρευσαν. Οι τοπικές επιτροπές που είχαν συσταθεί στις ημέρες της εξέγερσης  διαλύθηκαν ή ανέλαβαν κρατικά καθήκοντα όπως αυτό της διανομής επιδοτούμενου αερίου προπανίου. Μετά την απελευθέρωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οι μεγάλες εταιρείες ανέλαβαν τον τομέα της μαζικής επικοινωνίας και με αυτόν τον τρόπο, κατάφεραν να προσελκύσουν καλά εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους ανθρώπους από την αντιπολίτευση. Επιπλέον, κόμματα τα οποία εξαρτιόνταν από τις μεγάλες εταιρίες, τώρα παρουσιάζονταν ως μορφές μαζικής οργάνωσης.

Κατά τη διάρκεια των κοινοβουλευτικών εκλογών, το χειμώνα του 2011-12, το Κόμμα της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης  (FJP) της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κέρδισε τις εκλογές με λιγότερες από 4 εκατομμύρια ψήφους (με 30 εκατομμύρια άτομα να έχουν λάβει μέρος στις εκλογές από ένα σύνολο 80 εκατομμυρίων πολιτών!) και σχημάτισαν πλειοψηφική κυβέρνηση με άλλα ισλαμικά κόμματα. Το καλοκαίρι του 2012, ο υποψήφιός τους, Μόρσι, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές.

Δεύτερη φάση: Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές ταυτότητας

Η επιχειρηματική ελίτ δεν ήταν υπέρ της ανάληψης της πολιτικής εξουσίας από το FJP και την προεδρία του Μόρσι, αλλά αρχικά προσπάθησε να βολευτεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Η προϋπόθεση για αυτόν τον διακανονισμό, ήταν ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα θα ήταν σε θέση να χειραγωγήσει και να ελέγξει το κίνημα της διαμαρτυρίας. Κατά τους πρώτους μήνες της νέας κυβέρνησης, βρέθηκε πράγματι σε θέση να δημιουργήσει μια νέα ελπίδα, λιγότερο μεταξύ εργαζομένων, αλλά μεταξύ ενός σημαντικού τμήματος της «μεσαίας» και «κατώτερης» τάξης, που έτρεφαν μεγάλες προσδοκίες για επενδύσεις των «ισλαμιστικών» οικονομικών δυνάμεων από την Τουρκία και τα κράτη του Κόλπου, αντικαθιστώντας το τόσο μισητό ΔΝΤ. Χιλιάδες προσωρινές θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, μετατράπηκαν σε μόνιμες θέσεις. Αναφερόμενη  στην «λαϊκή βούληση», που εκδηλώθηκε στο εκλογικό αποτέλεσμα, η κυβέρνηση προσπάθησε να εξαλείψει ορισμένους εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος από θεσμικά πόστα και από την άποψη αυτή, να ξεκινήσει μια διαδικασία εκδημοκρατισμού. Αλλά μετά από ένα σύντομο μόλις χρονικό διάστημα, η νέα κυβέρνηση απέτυχε σε δύο καθοριστικά μέτωπα.

Πρώτον, οι διαμαρτυρίες στους δρόμους και στους χώρους εργασίας συνεχίζονταν.  Το ισλαμικό μοντέλο κατέρρευσε, επειδή απλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος να δεχθεί ένα άνευ όρων ξεπούλημα  και κακές συνθήκες εργασίας απλά και μόνο επειδή οι επενδυτές ήταν «ισλαμιστές».  Όλες οι προσπάθειες δια της βίας εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνταν από τους διεθνείς πιστωτές, π.χ. οι μεταρρυθμίσεις των επιδοτήσεων για ενέργεια και βασικά τρόφιμα, αμέσως απαντήθηκαν με οργισμένες διαμαρτυρίες στους δρόμους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κλείνει σιγά-σιγά η στρόφιγγα της πίστωσης, χωρίς την οποία η κυβέρνησή ήταν όλο και λιγότερο σε θέση τα συντηρεί τις εναπομείνασες βιομηχανίες σε λειτουργία και τον πληθωρισμό υπό έλεγχο. Η  πτώχευση φαινόταν επικείμενη αναπόφευκτη.

Δεύτερον, η κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να εδραιώσει και να επιβάλλει τις διεκδικήσεις της κατά των εκπροσώπων του παλαιού καθεστώτος οι οποίοι συνέχισαν ν’ αποτελούν μέρος των υψηλών κλιμακίων της κρατικής εξουσίας. Συχνά πυκνά, η κυβέρνηση εξήγγειλε διώξεις και πόλεμο κατά της διαφθοράς, αλλά πρακτικά έκανε ελάχιστα ή τίποτα. Σχεδόν όλες οι ποινικές υποθέσεις αποσύρθηκαν από τα δικαστήρια. Η κυβέρνηση διατυμπάνιζε την τιμωρία των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τον καταπιεστικό μηχανισμό, αλλά φάνηκε ανήμπορη καθώς μόνο λίγοι χαμηλόβαθμοι αστυνομικοί και αξιωματικοί του στρατού εντέλει καταδικάστηκαν. Όταν το ανώτατο δικαστήριο διέλυσε το κοινοβούλιο, στο «αθόρυβο πραξικόπημα» του καλοκαιριού του 2012, παρέδωσε όλες σχεδόν τις νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες στο στρατιωτικό συμβούλιο  και ο πρόεδρος παρέμεινε χωρίς θεσμική ισχύ.

Όσο περισσότερο η κυβέρνηση απομακρυνόταν από το κίνημα, τόσο εξασθένιζε την θέση της έναντι των εκπροσώπων  του καθεστώτος στο δικαστικό σύστημα και τη διοίκηση. Ευρισκόμενη  μεταξύ σφύρας και άκμονος, η Αδελφότητα προσπάθησε να αποκτήσει κοινωνική υποστήριξη με την προπαγανδιστική υπερτόνιση της  θρησκευτικής ταυτότητας και έτσι ξεκινώντας μια διαδικασία, η οποία επέτρεψε σε τμήματα της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης να συμμαχήσουν με την κοινωνική ελίτ και τον στρατό εναντίον της «εξισλάμισής» τους.  Το προϊόν αυτής της συμμαχίας ήταν το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας (NSF), το οποίο ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 20122.  Στο τέλος Νοεμβρίου 2012,  ξεκίνησε μια αναμέτρηση δυνάμεων με αναφορά το νέο σύνταγμα. Στο προσκήνιο της σύγκρουσης βρέθηκαν διατάξεις (που εντέλει ήταν δευτερεύουσας σημασίας) σχετικά με τον «ισλαμικό» χαρακτήρα του κράτους και την προεδρική εξουσία. Αυτός ο υπερφίαλος αγώνας εξουσίας μεταξύ «συντηρητικών ισλαμιστών» και «πεφωτισμένων φιλελεύθερων» συγκάλυπτε τις πραγματικές κοινωνικές αντιφάσεις και σχέσεις εξουσίας. Το γεγονός ότι το FJP αντικατέστησε  κάποιους από τους ανθρώπους του Μουμπάρακ με δικούς του και το ότι ο Μόρσι προσπάθησε  να περιορίσει τις δυνάμεις του στρατιωτικού συμβουλίου με προεδρικά διατάγματα, ερμηνεύτηκαν ως η αρχή μιας «ισλαμικής δικτατορίας».  Το γεγονός ότι η Αδελφότητα προσπάθησε να παρακάμψει μια απρόθυμη διοίκηση κάνοντας χρήση των δικών της δομών, θεωρήθηκε ως μια νέα μορφή πελατειακών σχέσεων. Και όταν τελικά στο ζήτημα της δημόσιας τάξης, η Αδελφότητα άρχισε να συνάπτει συμμαχίες με παλιές μαχητικές ομάδες όπως η  “Gama al-Islamiyya”, έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου ενάμιση χρόνου μετά την εξέγερση του Ιανουαρίου, όλες οι εξουσίες που ήταν σε αντιδιαστολή με την εξέγερση, ήταν σχεδόν αυτονόητο (και συχνά με απλοϊκό τρόπο) ότι θα θεωρούνταν τσιράκια του συστήματος. Επιθέσεις σε διαδηλώσεις ή δολοφονίες στα γήπεδα, πάντα φαινόταν ξεκάθαρα ότι οι στρατιωτικές αρχές ή οι ολιγάρχες κρύβονταν πίσω τους. Μέχρι τώρα, η ολοένα αυξανόμενη βία και αποκτήνωση της καθημερινής ζωής, θεωρήθηκε είτε ως μέρος  μιας γενικής τάση βαρβαρότητας ή απλά ως πράξεις που διαπράττονταν από πολιτικούς αντιπάλους. Το ερώτημα σε ποιο βαθμό η βία αποτελεί επίσης έκφραση των κοινωνικών αντιφάσεων, δεν έμπαινε πια καν. Από πού προέρχονται οι κακοποιοί που επιτίθενται στις κινητοποιήσεις (κοινωνικά)? Ποιος διοργανώνει τις αυξανόμενες επιθέσεις κατά των γυναικών κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων? Με την εισαγωγή του «τεστ παρθενίας» από το 2011, ο στρατός είχε πλέον ημι-επίσημα χρησιμοποιήσει τις επιθέσεις κατά γυναικών ως μια στρατηγική κατά της εξέγερσης. Μετά τη δημόσια κατακραυγή εναντίον αυτού του μέτρου, οι στρατιωτικοί συνεχίζουν το ίδιο αλλά σε  διαφορετικές μορφές? Οι δράστες είναι «ισλαμιστές» (παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές πηγές που αναφέρουν ότι πολλές γυναίκες με καλυμμένο πρόσωπο έχουν γίνει απροκάλυπτος στόχος  βιασμών)?  Ή μήπως απλά η «κανονική» πατριαρχική βία κλιμακώνεται στην κοινωνία?

Όταν πρόκειται για τον (αυτο-) προσδιορσμό των ανθρώπων που μάχονται, δεν έχει πια να κάνει με τον «αγώνα των αποκάτω εναντίον των αποπάνω», αλλά με την ταυτότητα του καθένα. Οι στασιαστές στο Πορτ Σάιντ στις αρχές το 2013, αποκάλεσαν τους εαυτούς τους ως τους «παραμελημένους του Πορτ Σάιντ», που αντιστέκονται στην περιθωριοποίηση από την «αλαζονική ελίτ του Καϊρου».  Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο κρατικός μηχανισμός καταστολής φέρθηκε αρκετά έξυπνα και απομακρύνθηκε από την γραμμή του πυρός και περιορίστηκε στο να φυλάει κρατικά κτίρια. Τον Δεκέμβριο του 2012, αυτή η επιδεικτική απουσία της αστυνομίας έκανε την πανεθνική καταστροφή των γραφείων του FJP δυνατή και εφικτή, κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης των οποίων πολλά μέλη της Αδελφότητας σκοτώθηκαν.3

Παρά αυτήν την κλιμάκωση στη σφαίρα της πολιτικής, είδαμε μια ενατικοποίηση των κοινωνικών αγώνων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013. Το συνεχώς αυξανόμενο απεργιακό κύμα είχε δύο τάσεις: αφενός, την πάλη για τα «μεμονωμένα συμφέροντα» των διαφόρων τμημάτων των εργαζομένων και αφετέρου, κάποιες «χαλαρές» προσπάθειες για κεντρικό συντονισμό των αγώνων σε διάφορες εταιρείες και κλάδους. Υπήρξε μια πανεθνική απεργία στη (δημόσια) εταιρεία ηλεκτρισμού και ένα κύμα απεργίας στα αεροδρόμια. Οι εργαζόμενοι στο Πορτ Σάιντ υποστήριξαν την απεργία σε ένα εργοστάσιο τσιμέντου στην Αλεξάνδρεια, μετά την επίθεση της αστυνομίας εναντίον των εργαζομένων. Η αστυνομία και ο στρατός, επιτέθηκαν σε αυτούς τους αγώνες λυσσαλέα. Ένας αυξανόμενος αριθμός επιχειρηματιών, απέσυραν τα κεφάλαιά τους και τα έβγαλαν στο εξωτερικό, προσπαθώντας να ξεφύγουν από την γενική κατάσταση αβεβαιότητας και αναταραχής. Τελικά, τμήματα του κρατικού μηχανισμού αντέδρασαν σε αυτήν την κατάσταση, με το να είναι όλο και πιο δυσκίνητα, κάτι το οποίο οδήγησε σε σοβαρή απώλεια στην παροχή ενέργειας και σε εκρηκτική αύξηση των τιμών των τροφίμων.

Τρίτη φάση: Το πραξικόπημα και τα επακόλουθα

Η άρχουσα τάξη με τρόπο πανούργο σκιαγραφούσε την ανικανότητα του Μόρσι και της Αδελφότητας ως τη μόνη αιτία για την επιδείνωση των κοινωνικών προβλημάτων. Η εκστρατεία συλλογής υπογραφών για την παραίτηση του Μόρσι, γνωστή ως «Tamarod», που είχε ξεκινήσει τον Μάιο του 2013, συνδύαζε διάχυτες εναντίον του κατηγορίες με μια άκρως επιθετική εθνικιστική ρητορική. Η εκστρατεία αυτή όμως κατάφερε ν’ αναπτύξει σημαντική δύναμη, μόλις εντάχθηκαν σε αυτήν σχεδόν ολόκληρη η πολιτική αριστερά και το φιλελεύθερο στρατόπεδο – οι οποίοι συμμετείχαν στην εκστρατεία παρά τη διαφορετική πολιτική τους ιδεολογία και παρά το γεγονός ότι ήταν κάτι που χρηματοδοτούνταν από την ολιγαρχία και υποστηριζόταν από τα ιδιωτικά και δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι δύο ανεξάρτητες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, προσέφεραν  στην καμπάνια ακόμα και τις οργανωτικές  υποδομές τους.4

Η διαδήλωση της 30ής Ιουνίου στο Κάιρο κατά του Μόρσι, έγινε σημαία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που την χαρακτήρισαν ως την «μεγαλύτερη πολιτική διαδήλωση στην ανθρώπινη ιστορία» με 35 εκατομμύρια ανθρώπους να συμμετέχουν. Αυτά είναι ασφαλώς  στοιχεία που απορρέουν από κάποια καλπάζουσα φαντασία. Πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις, κάνουν λόγο ότι 500.000 περίπου άνθρωποι  διαδήλωσαν εναντίον του Μόρσι στο Κάιρο. Παράλληλα, μεγάλες διαδηλώσεις -σχεδόν ισομεγέθεις- πραγματοποιήθηκαν υπέρ του. Και παρεμπιπτόντως, ο κρατικός μηχανισμός  είχε σχεδόν  ήδη δώσει το πράσινο φως για την καταστροφή των γραφείων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κάτι που κατά την διάρκεια του Ιουλίου, έγινε εντέλει υπό το βλέμμα της αστυνομίας.

Μπροστά σε αυτό το σκηνικό, το στρατιωτικό πραξικόπημα θα μπορούσε να περάσει ως νομιμοποιημένο από «τον λαό», τουλάχιστον για την αποφυγή ενός εμφυλίου πολέμου. Κυρίως, δεν ήταν ένα πραξικόπημα εναντίον των Μουσουλμάνων Αδελφών ή του Ισλάμ, κυρίως ήταν εναντίον των κοινωνικών κινημάτων. Οι μαζικοί και αδιάκριτοι πυροβολισμοί κατά τις διαδηλώσεις στα τέλη Ιουλίου και στις διαμαρτυρίες του Αυγούστου, οι αμέτρητοι ελεύθεροι σκοπευτές με το δάχτυλο στην σκανδάλη εναντίον των διαδηλωτών, οι μαζικές συλλήψεις και οι δολοφονίες αιχμαλώτων, έθεταν μια γενικευμένη απειλή εναντίον οποιουδήποτε «κατέβαινε στον δρόμο».  Εκείνοι οι Φιλελεύθεροι που παρατάσσονταν πίσω από τον στρατό και ζητούσαν την άνευ όρων τάξη στη χώρα, ήταν απροβλημάτιστα ανοιχτοί και δεκτικοί  στο γεγονός ότι η καταστολή ήθελε να ελέγξει πάσης φύσεως αναταραχές. Εν τω μεταξύ, κάποιοι που είχαν λάβει μέρος στην καμπάνια συνειδητοποίησαν ότι αν παίζεις με το διάβολο, στις περισσότερες περιπτώσεις θα χάσεις την ψυχή σου.

Το πλαίσιο έχει αλλάξει από τις πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις που καθοδηγούνταν από την Μουσουλμανική Αδελφότητα και την απαίτηση για την επάνοδο του Μόρσι. Μπροστά στην καταστολή, οι κινητοποιήσεις συρρικνώθηκαν. Στο σύνολό τους, είχαν απαγορευθεί με επιτυχία για κάποιο διάστημα στην πρωτεύουσα αλλά σε εθνική κλίμακα γινόντουσαν σε καθημερινή βάση σε όλη τη χώρα. Τα συνθήματα ήταν ποικίλα. Φαίνεται ότι τα χαρτιά ανακατεύονται και πάλι και στην «ισλαμιστική » πλευρά του πολιτικού φάσματος. Το αίτημα δεν μοιάζει να είναι πια η επάνοδος του Μόρσι  αλλά αντ’ αυτού, οι διαμαρτυρίες τους στοχοποιούν το στρατιωτικό καθεστώς και αναζητούν διαύλους με τους κοινωνικούς αγώνες. Και αυτό ασφαλώς δεν είναι απλώς μια τακτική ελιγμών από την Αδελφότητα· σε γενικές γραμμές, είναι αμφίβολο το κατά πόσο είναι σε θέση να ηγηθεί των διαμαρτυριών μετά την καταστροφή των υποδομών της. Επιπλέον, άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με την Αδελφότητα, αναμειγνύονται όλο και περισσότερο  π.χ. φανατικοί οπαδοί ομάδων.

Ποια  η θέση του «εργατικού κινήματος» μέσα σε αυτό το φάσμα?  Ένα μέρος των συνδικαλιστών της «αριστεράς» έχουν, στο πρόσωπο του νέου υπουργού εργασίας,  Αμπού Εϊτά, σφραγίσει το «γάμο» με το στρατιωτικό πλέγμα5. Αυτή η συμμαχία βασίζεται στην καθόλου ρεαλιστική υπόσχεση για «εκσυγχρονισμό» και  «βιομηχανοποίηση». Είναι σαφές ότι κανένας βιομηχανικός τομέας δεν είναι σε θέση να ενσωματώσει  εργαζόμενους σε μαζική κλίμακα. Σε αντίθεση με άλλες χώρες όπως το Βιετνάμ, η εργατική τάξη στην Αίγυπτο σε μεγάλο βαθμό προέρχεται από κατοίκους μικρών πόλεων και εκείνοι που ζουν σε αγροτικές περιοχές δεν διαθέτουν κανένα μέσο επιβίωσης για να αντισταθμίσουν τις πολύ χαμηλές αμοιβές τους. Ο εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας -που σε κάθε περίπτωση είναι σε ελεύθερη πτώση και παρακμή-,  θα έκανε αρκετές χιλιάδες περισσότερους άνθρωποι να «περισσεύουν». Συνεπώς, οι συνδικαλιστές θα πρέπει πρώτα να διαχειριστούν το κλείσιμο των υπόλοιπων δημόσιων υπηρεσιών και να φροντίσουν γι’ αυτούς τους ανθρώπους που έχουν απολυθεί και πετάχτηκαν στον δρόμο. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μαζικές απολύσεις, τις οποίες σκοπεύει να διαχειριστεί με κοινωνικά «υπεύθυνο» τρόπο (αποζημιώσεις απόλυσης, κάποια επιδόματα κ.λπ.), που θα χρηματοδοτηθούν  από κρατικά κεφάλαια. Στο μέλλον αν επιτραπούν (ειρηνικές) απεργίες, που υποτίθεται θα επιτραπούν,  θα γίνονται μόνο εφόσον δεν βλάπτεται η οικονομία. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση στηρίζεται σε λαϊκίστικες παραχωρήσεις προς τον δημόσιο τομέα για τον οποίο έχει εξαγγείλει έναν κατώτατο μισθό. Εδώ βλέπουμε τον αντιφατικό χαρακτήρα του κατώτατου μισθού τον οποίον η αριστερά έχει  κάνει σημαία εδώ και τόσα χρόνια. Ο κατώτατος μισθός όμως προβλέπεται μόνο για κρατικούς υπαλλήλους, όχι για τους ανθρώπους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Το ποσό του μισθού βασίζεται πλέον σε μια παλιά, σχεδόν συμβολική, εικόνα και είναι υπερβολικά χαμηλός, ιδιαίτερα για τις πολυάριθμους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης. Ο κατώτατος μισθός υπολογίζεται με βάση το σύνολο του «εισοδήματος» αντί του βασικού μισθού, που σημαίνει ότι θα περιλαμβάνει όλους τους τύπους των μπόνους και κοινωνικών παροχών, τα οποία μέχρι τώρα αποτελούν το 70 έως 80% του συνολικού εισοδήματος. Έτσι, για πολλούς, η καθιέρωση του κατώτατου μισθού θα οδηγήσει στην πραγματικότητα σε μείωση του εισοδήματος.

Όλες οι κυβερνήσεις από το 2011 έχουν στοχεύσει στην γενικευμένη ελπίδα του πληθυσμού, ότι το κράτος θα μετριάσει το πρόβλημα της ανεργίας και θα παρέχει την βασική πρόνοια. Οι μισθοί στο δημόσιο τομέα έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια και ο αριθμός των εργαζομένων ξεκάθαρα αυξήθηκε (έστω και αν σε πολλές περιπτώσεις προσωρινά και με ταχύτητα μικρότερη από την αύξηση του πληθυσμού).  Μια περαιτέρω εξάπλωση μιας τόσο αναποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, θα έφερνε την οικονομία στα όριά της.

Θα χρειαστεί χρόνος ώστε όλα τα τμήματα του πληθυσμού να συνειδητοποιήσουν από τι αποτελείται το κυβερνητικό πρόγραμμα στην πραγματικότητα και πόσο μικρά περιθώρια ελιγμών έχει.

Βραχυπρόθεσμα, κάποια εκατομμύρια δολάρια από τα κράτη του Περσικού Κόλπου θα βοηθήσουν το κράτος να κερδίσει χρόνο. Αυτό απλώς θα θάψει κάτω από το χαλί το πρόβλημα και τελικά θα το επιδεινώσει, δεδομένου  ότι αυτά τα εκατομμύρια δεν είναι χαρισμένα αλλά δανεικά και οι όροι των δανείων δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Το καθεστώς προετοιμάζεται για περαιτέρω αναταραχές. Όλα τα όργανα του αστυνομικού κράτους του Μουμπάρακ, μπήκαν και πάλι στη θέση τους. Μετά την άρση του κράτους έκτακτης ανάγκης, οι μελλοντικές κυβερνήσεις δεν θα έχουν σχεδόν καμία επιρροή. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι το κίνημα ενάντια στο πραξικόπημα (σε αντίθεση με την επίσημη προπαγάνδα) έχει καταφέρει, παρά την καταπίεση, να διαλύσει την αμφίβολη νομιμότητα της στρατιωτικής εξουσίας μέσα από τις συνεχείς καθημερινές του κινητοποιήσεις που διήρκεσαν τους τελευταίους μήνες. Ενώ το καλοκαίρι η αριστερά προβληματιζόταν πολύ  σχετικά με γλωσσικά ευφυολογήματα,  σήμερα είναι πασιφανές ότι η ενότητα της «λαϊκής θέλησης» και της στρατιωτικής εξουσίας είναι φανταστική και δεν υπάρχει. Ούτε η υποτιθέμενη υποταγή του στρατού  «στον λαό» – μια ψευδαίσθηση που είναι το προϊόν μιας θανατηφόρας υπερεκτίμησης της εξουσίας που μπορεί να έχει κάποιος. Και δεν υπάρχουν περιθώρια για ρεφορμισμούς. Όλες οι προηγούμενες στρατηγικές και τακτικές έχουν εξαντληθεί. Η Αίγυπτος με τα πάνω από 80 εκατομμύρια κάτοικους της, είναι πολύ μεγάλη για να  «συντηρηθεί» από το παγκόσμιο κεφάλαιο για πολιτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, η χώρα είναι πολύ σημαντική για να καταρρεύσει. Αυτή η διεθνής στήριξη σημαίνει ότι ο εντεινόμενα λυσσαλέος  νεοφιλελεύθερος αυταρχισμός, δεν πρόκειται να διαλυθεί με διαδηλώσεις και μόνο. Το δίλημμα αυτό αποκαλύπτει με τον ίδιο τρόπο όπως και  στις αποτυχίες του «μετριοπαθούς ισλάμ» όπως και στην ηθική χρεοκοπία του παραδοσιακού («αριστερού» ή σοσιαλδημοκρατικού) Νασερισμού, που όπως είναι τα πράγματα, είναι κομμάτι της σημερινής στρατιωτικής δικτατορίας

Σε αυτήν την δραματική περίοδο της κρίσης, η εργατική τάξη αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις. Τι θα διαμορφώσει τελικά τους μελλοντικούς εργατικούς  αγώνες; Η Μαχάλα και άλλα  πρώην προπύργια σίγουρα δεν θα είναι στο επίκεντρό τους πια, έστω κι αν και σε άλλες δημόσιες βιομηχανικές επιχειρήσεις θα δοθούν μάχες. Τέλος, θα μπορέσουν τα κινήματα στην περιοχή ν’  αναπτύξουν συνειδητούς και έμπρακτους δεσμούς το ένα με το άλλο; Από αυτή την άποψη, οι μετανάστες θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Η μαζική μετανάστευση, η οποία είναι κάτι το νέο στην πρόσφατη ιστορία της Αιγύπτου, μπορεί να δώσει νέα ώθηση στο κίνημα της αντίστασης.

Σημειώσεις

[1] Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτό που ονομάζουμε «αριστερή πτέρυγα», αποσχίστηκε νωρίς από την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αυτό συνέβη όταν ο πιο σημαντικός της εκπρόσωπος, ο Αμπούλ Φοτούχ, διώχθηκε από την Αδελφότητα στα μέσα Ιουνίου του 2011, επειδή ήθελε να είναι υποψήφιος για τις προεδρικές εκλογές. Έφτιαξε το κόμμα «Δυνατή Αίγυπτος».

[2] Το NSF, είχε ως επικεφαλής τους σοσιαλδημοκράτες Νασεριστές, Σαμπάχι, και τον πρώην υπουργό εξωτερικών του Μουμπάρακ, Αμρ Μούσα. Επίσης είχε συμπεριλάβει και την Νεολαία της 6ης Απριλίου και τους Σοσιαλιστές Επαναστάτες. Κυρίαρχη φιγούρα ήταν ο Αλ Μπαραντί, κορυφαίος διπλωμάτης επί Νάσερ και Σαντάτ και κατόπιν γενικός διευθυντής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.

[3] Στις 24 Ιανουαρίου, το «Μπλακ Μπλοκ» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά δημόσια, σαν ο στρατιωτικός βραχίονας του κινήματος εναντίον του κινδύνου μιας «ισλαμικής δικτατορίας». Κάποιοι από τους συλληφθέντες του, ανήκαν στον χώρο των οπαδών διαφόρων ομάδων. Είναι δύσκολο όμως να ειπωθεί ή και να κατανοηθεί του πόσο στα σοβαρά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την δική τους συμμετοχή, δεδομένης της απουσίας μιας ενός «προοδευτικού μέσου χώρου». Με την πτώση του Μόρσι, το «μπλακ μπλοκ» διαλύθηκε.

[4] Ο εκπρόσωπος της καμπάνιας Tamarod, ήταν ο σχετικά άγνωστος νέος δημοσιογράφος, Μαχμούντ Μπαντρ, ένας από τους συντονιστές και οργανωτές της συμμαχίας Κεφάγια, για τις εκλογές του 2006. Ήταν επίσης κοντά στον Αλ Μπαραντάι. Σε θεσμικό επίπεδο, η Tamarod υποστηριζόταν από οργανώσεις όπως το Εθνικό Μέτωπο Σωτηρίας και κύριος χρηματοδότης της ήταν ο ολιγάρχης, Ναγκίμπ Σαουίρις.

[5] Ο Αμπού Εϊτά, είναι από τους εξέχοντες συνιδρυτές του συνδικάτου κατώτερων διοικητικών υπαλλήλων, που ξεπήδησε μέσα από ταραγμένες απεργίες. Είναι από τις συμβολικές μορφές του κινήματος για ανεξάρτητα συνδικάτα. Είναι μέλος του νασερικού κόμματος, Καράμα. Αποτελεί ειρωνεία ότι κέρδισε την βουλευτική του έδρα το 2011-12, μέσα από την λίστα υποψηφίων του FJP.

πηγή: http://www.wildcat-www.de/en/eindex.htm

via: communisation

Μετάφραση Judith. Σύντομα ακολουθεί το δεύτερο μέρος της εξαιρετικής αυτής ανάλυσης για την Αίγυπτο.

Advertisements

One response to “Αδιέξοδο: Σχετικά με το πραξικόπημα στην Αίγυπτο

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.