Ernest Mandel-Τα μακρά κύματα της καπιταλιστικής εξέλιξης

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Ταξικές μηχανές
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου του Ερνέστ Μαντέλ «Τα Μακρά Κύματα της Καπιταλιστικής εξέλιξης» [Εκδόσεις «Εργατική Πάλη»,σελ. 75-92]. Καθόσον η πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου δημοσιεύτηκε το 1980,και τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια πλην των τελευταίων δύο – που περιέχονται στην 2η έκδοση του 1994 – γράφτηκαν για αυτήν,οι θεωρητικές προβλέψεις και οι αντίστοιχες εκτιμήσεις για τις προοπτικές εξέλιξης της ταξικής πάλης και του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος,στην ιστορική και θεωρητική περιοδολόγηση που υποστηρίζει ο Μαντέλ σε αυτό το κείμενο,πρέπει να εξεταστούν από την άποψη της σύγχρονης φάσης στην εξέλιξη του καπιταλισμού,δηλ. της σύγχρονης ιστορικής περιόδου εξέλιξης του καπιταλισμού,με δεδομένη την επικράτηση της αστικής αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ,την συνεπαγόμενη καπιταλιστικοποίηση – με όρους βαθμιαίας πρωταρχικής συσσώρευσης – χωρών του πρώην σοσιαλιστικού στρατοπέδου,τη δυσμενή για τις δυνάμεις της εργασίας επιθετική μεταστροφή του συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων σε όφελος του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα,με την δυναμική εκτύλιξη της συστημικής κρίσης του καπιταλισμού σε μια μεταβατική ιστορική περίοδο να ενέχει τον προσανατολισμό της στρατηγικής των αστικών τάξεων διεθνώς προς την μεριά της αναδιάρθρωσης του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας,την επίταση των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα που εν μέρει συνεπάγεται και εν μέρει προϋποθέτει την αναδόμηση όλου του πεδίου επενέργειας των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών,και να καθιστά όλο και περισσότερο αναγκαία την εμπεριστατωμένη διερεύνηση των διαστάσεων και των προοπτικών ανάπτυξης του αγώνα της εργατικής τάξης για την επαναστατική διεξόδο από την συστημική κρίση προς όφελος των δυνάμεων του σοσιαλισμού. Για μια όχι αμελητέα προσπάθεια επικαιροποίησης της θεωρίας των μακρών κυμάτων της καπιταλιστικής εξέλιξης μέσω του προσδιορισμού της τωρινής φάσης στην εξέλιξη της μακροχρόνιας ιστορικής περιόδου και εποχής της ύστερης κεφαλαιοκρατίας προτείνεται το ακόλουθο κείμενο: http://hussonet.free.fr/loulou12.pdf

Τα μακρά κύματα ως συγκεκριμένες ιστορικές περίοδοι

    Αφού σκιαγραφήσαμε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της μαρξιστικής θεωρίας των μακρών κυμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, πρέπει να βγάλουμε ένα τελικό συμπέρασμα [σ.σ. αναφέρεται στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, για μια σχετική ανάρτηση συμπληρωματικού κειμένου βλ. εδώ]. Τα μακρά κύματα δεν είναι απλώς εμπειρικά αποδείξιμα. Δεν εκφράζουν απλώς στατιστικούς μέσους όρους για δεδομένα χρονικά διαστήματα. Δεν υπάρχει τίποτα το “τυπικό” ή το “συμβατικό” (δηλαδή,σε τελική ανάλυση,αυθαίρετο) σ’ αυτά,όπως φανερά υπάρχει στις περίφημες μακροχρόνιες τάσεις του Kuznets. Τα μακρά κύματα εκφράζουν ιστορικές πραγματικότητες, τμήματα της συνολικής ιστορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής,που αναμφίβολα έχουνε ευδιάκριτα χαρακτηριστικά. Για τον ίδιο αυτό λόγο έχουν ακανόνιστη διάρκεια [1]. Η μαρξιστική ερμηνεία αυτών των μακρών κυμάτων, συνυφαίνοντας με ιδιαίτερο τρόπο εσωτερικούς οικονομικούς παράγοντες, εξωγενείς “περιβαλλοντικές” αλλαγές και τη διαμεσολάβησή τους μέσα από κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις (δηλαδή,περιοδικές εναλλαγές στο συνολικό συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων και του ενδοκαπιταλιστικού συσχετισμού των δυνάμεων, τα αποτελέσματα μεγάλων και σημαντικών ταξικών αγώνων και πολέμων) δίνει στην ιστορική πραγματικότητα του μακρού κύματος συγκροτημένο και “ολικό” χαρακτήρα [2].

    Μπορούμε να βρούμε μια εξαιρετική επιβεβαίωση αυτής της ιστορικής “ολότητας” των μακρών κυμάτων στη συσχέτιση ανάμεσα σε μια σειρά κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις (κυρίαρχες τουλάχιστον στο πλαίσιο της αστικής ιδεολογίας) και τις γενικές τάσεις της οικονομικής ανάπτυξης,την οποία αντανακλούν μέσα από ένα δεδομένο πρίσμα.
    Δεν είναι αξιοσημείωτο πώς μέσα από ολόκληρη την περίοδο της επιταχυνόμενης οικονομικής ανάπτυξης του 1948-68 το δόγμα της “αναπτυξιακής αισιοδοξίας”,της “εγγυημένης πλήρους απασχόλησης” και του “τεχνολογικού ορθολογισμού” κυριάρχησε τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο των οικονομικών και της κοινωνιολογίας όσο και ανάμεσα στους οικονομικούς συμβούλους και τους διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής; Και όταν περάσαμε από το μακρό κύμα επέκτασης στο μακρό κύμα ύφεσης,δεν είναι εντυπωσιακή σύμπτωση ότι ξαφνικά εμφανίστηκαν τόσοι προφήτες της καταστροφής και της “μηδενικής ανάπτυξης”;
    Eνώ είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε μεγάλη βαρύτητα στις απόψεις των γνωστών συναδέλφων μας που ασχολούνται με το να συμβουλεύουν τις διάφορες κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών χωρών,δεν μπορούμε βέβαια να μεγαλοποιήσουμε τον ρόλο τους στην πρόκληση αποφασιστικών καμπών στην οικονομική ανάπτυξη και στις τάσεις της βιομηχανικής παραγωγής και των παγκόσμιων εξαγωγών. Συμπεραίνουμε, λοιπόν,πως η στροφή από το μακρό κύμα επέκτασης στο μακρό κύμα ύφεσης ήταν εκείνη που καθόρισε, σε τελική ανάλυση,τη στροφή από την κεϊνσιανή προτεραιότητα της πλήρους απασχόλησης στη μονεταριστική προτεραιότητα της καταπολέμησης του πληθωρισμού. Δεν ήταν το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα εκείνο που άλλαξε την οικονομική πραγματικότητα. Ήταν η αλλαγή στην οικονομική πραγματικότητα εκείνη που άλλαξε το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα.
    Όμως και πάλι, για να καταλάβουμε τον ολικά συγκροτημένο χαρακτήρα των μακρών κυμάτων,είναι απαραίτητο να θεωρήσουμε τις επιταγές της ταξικής πάλης ως τους κύριους διαμεσολαβητές ανάμεσα στις βασικές τάσεις της οικονομικής και της κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας.
    Η γενική αποδοχή των ιδεών του κεϊνσιανισμού και του νεοκεϊνσιανισμού στη μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο εξέφρασε τόσο μια ορισμένη εκτίμηση της καπιταλιστικής τάξης σε ό,τι αφορά των κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία,όσο και μια ορισμένη πρόβλεψη εκ μέρους αυτής της τάξης ως προς τις δυνατότητες εξάπλωσης του συστήματος. Στο πλαίσιο της πάνω του μέσου όρου μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης, η πολιτική της πλήρους απασχόλησης,αν και ελαφρώς πληθωριστική, δε θα τους χαλούσε τα σχέδια (δηλαδή, δε θα απειλούσε ουσιαστικά τα κέρδη των καπιταλιστών) [3].
    Η στροφή των ακαδημαϊκών οικονομικών προς την “αντικεϊνσιανή” αντεπανάσταση δεν ήταν τόσο μια αργοπορημένη αναγνώριση των μακροπρόθεσμων απειλών του μόνιμου πληθωρισμού. Αυτές οι απειλές ήταν καλά γνωστές πολύ πριν οι κεϊνσιανισμός χάσει την ηγεμονία του ανάμεσα στους οικονομικούς συμβούλους των αστικών και ρεφορμιστικών κυβερνήσεων. Δεν αποτέλεσε καν ουσιαστικά προϊόν της αναπόφευκτης επιτάχυσνη του πληθωρισμού,παρόλο που,αναμφίβολα, αυτή η επιτάχυνση άρχισε να δημιουργεί πανικό στις αρχές της δεκαετίας του 1970 τόσο ανάμεσα στους θεωρητικούς όσο και στους διευθύνοντες την καπιταλιστική οικονομία. Ήταν ουσιαστικά προϊόν της βασικής μεταστροφής της καπιταλιστικής τάξης ως προς τις προτεραιότητες της ταξικής πάλης.
    Στη διάρκεια ενός μακρού κύματος επέκτασης,κάτω από συνθήκες ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, και με δεδομένη τη βασική επιδείνωση του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος του παγκόσμιου καπιταλισμού,η προτεραιότητα για την αστική τάξη ήταν να εξαγοράσει την εργατική τάξη μέσω μεταρρυθμίσεων,ανάμεσα στις οποίες ρόλο-κλειδί έπαιξαν η πλήρης απασχόλησης και οι πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης. Η ίδια η οικονομική επέκταση δημιούργησε τις υλικές συνθήκες στις οποίες,γενικά,το σύστημα μπορούσε να προσφέρει αυτά τα αγαθά.
    Όταν,όμως,περνάμε από ένα μακρό κύμα επέκτασης σε ένα μακρό κύμα ύφεσης,δεν είναι πια δυνατό να διασφαλίσουμε την πλήρη απασχόληση,να ξεριζώσουμε τη φτώχεια,να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση,να διασφαλίσουμε μια σταθερή (αν και μέτρια) αύξηση στο πραγματικό εισόδημα των μισθοσυντήρητων. Σ’ αυτό το σημείο η μάχη να αποκατασταθεί το ποσοστό κέρδους μέσω της έντονης ανόδου του ποσοστού υπεραξίας (δηλαδή, του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης) γίνεται πρώτη προτεραιότητα.
    Η “αντικεϊνσιανή” αντεπανάσταση των μονεταριστών στο βασίλειο των ακαδημαϊκών οικονομικών δεν είναι παρά η ιδεολογική έκφραση αυτής της διαφορετικής προτεραιότητας. Χωρίς τη μακροχρόνια αποκατάσταση της χρόνιας δομικής ανεργίας,χωρίς την αποκατάσταση της “αίσθησης της οικονομικής ευθύνης” (δηλαδή, χωρίς σοβαρές περικοπές στην κοινωνική ασφάλιση και τις κοινωνικές υπηρεσίες), χωρίς πολιτικές γενικευμένες λιτότητας (δηλαδή,στασιμότητα ή πτώση των πραγματικών μισθών) δεν μπορεί να υπάρξει ραγδαία αποκατάσταση του ποσοστού του κέρδους: αυτή είναι η νέα οικονομική σοφία [4]. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερα “επιστημονικό” σ’ αυτήν. Υπάρχουν, όμως, πολλά που αντιστοιχούν στις άμεσες και μακροπρόθεσμες ανάγκες της καπιταλιστικής τάξης, παρόλες τις αναφορές στην αντικειμενική επιστήμη.
    Ο καθηγητής Heilbroner παρατήρησε μια ρυθμική μακροχρόνια εναλλαγή μεταξύ ευφορίας και απελπισίας ανάμεσα στους καπιταλιστές [5]. Από τη δική μας οπτική αυτά αποτελούν προφανώς τις συνέπειες και όχι τις αιτίες της μεταστροφής από ένα μακρό κύμα επέκτασης σ’ ένα μακρό κύμα ύφεσης. Όμως, μπορούμε από τη μια μεριά να παρατηρούμε τις ομοιότητες ανάμεσα στην αλλαγή από το ένα μακρό κύμα στο άλλο, αλλά από την άλλη να διαπιστώνουμε ότι με κανένα τρόπο δεν περιορίζεται στην οικονομία.
    Στην περίοδο του Μεσοπολέμου με το τυπικό κλίμα στασιμότητας και κάτω από το σοκ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Ρώσικης Επανάστασης,υπήρξε μια γενική μεταστροφή προς τον παραλογισμό και το μυστικισμό ανάμεσα στους διανοούμενους πολλών ιμπεριαλιστικών χωρών, ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ευρώπη και την Ιαπωνία (στις αγγλοσαξωνικές χώρες αυτή η τάση υπήρξε λιγότερο έντονη, όμως με κανέναν τρόπο ολωσδιόλου απούσα). Αυτό ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την ατμόσφαιρα της αισιόδοξης πίστης στον ορθολογισμό,τις φυσικές επιστήμες και την ανθρώπινη πρόοδο που κυριαρχούσε την περίοδο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πραγματικότητα,στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και την Ιαπωνία τα φασιστικά και φασιστοειδή δόγματα κατάκτησαν την ηγεμονία στους φοιτητές αλλά ακόμα και τους καθηγητές των πανεπιστημίων πολύ πριν ο φασισμός κατακτήσει την πολιτική εξουσία.
    Την περίοδο 1948-68 υπήρξε ισχυρή αντιστροφή αυτής της τάσης. Παρά τις τρομακτικές καταστροφές που έζησε η ανθρωπότητα τα προηγούμενα χρόνια (Χίτλερ,Άουσβιτς και Χιροσίμα),κυριάρχησε ξανά μια ατμόσφαιρα αισιοδοξίας, πίστης στης φυσικές επιστήμες, πίστης σε μια λιγότερο ή περισσότερο απεριόριστη οικονομική ανάπτυξη,που θα οδηγούσε σε μια, λιγότερο ή περισσότερο,απεριόριστη ανθρώπινη πρόοδο. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, οι δυνάμεις της δεξιάς και της ακροδεξιάς ήταν παντού σε υποχώρηση στο πανεπιστημιακό επίπεδο. Και ένας συνδυασμός ιστορικών παραγόντων έδωσε στη φοιτητική γενιά του τέλους της δεκαετίας του 1960 μια εξαιρετικά μαζική αριστερή και φιλομαρξιστική ορμή,που παρόμοιά της δεν είχε ποτέ ξανασυμβεί στην ιστορία του αστικού πανεπιστημίου.
    Με τη στροφή από το μακρό κύμα επέκτασης στο μακρό κύμα στασιμότητας τα πράγματα άλλαξαν ξανά. Οι “νέοι φιλόσοφοι” στη Γαλλία δεν είναι παρά ένα παράδειγμα της γενικότερης στροφής προς το σκεπτικισμό,τον ανορθολογισμό και το μυστικισμό,που επικράτησαν ξανά σε πολλούς κύκλους διανοουμένων. Αυτό δεν περιορίστηκε καθόλου στους φανατικούς των άκρων. Αντίθετα, έχει ξεκινήσει μια ισχυρή επίθεση για να γίνουν ο κοινωνικός δαρβινισμός, η κοινωνιο-βιολογία και η “επιστημονική” δικαιολόγηση του ρατσισμού και της κοινωνικής ανισότητας και πάλι σεβαστά στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αυτή η επίθεση, ταυτόχρονα, διαπερνά βαθιά το εσωτερικό των κυρίαρχων πολιτικών αστικών κομμάτων, συντηρητικών ή, ακόμα,και “φιλελευθερο-συντηρητικών” [6]. Συνοδεύεται από μια εξίσου ισχυρή άνοδο των παράλογων, μισάνθρωπων και εξευτελιστικών τάσεων στη λαϊκή “υποκουλτούρα”. Η αστρολογία και ο “σατανισμός” δεν είναι παρά δυο χτυπητά παραδείγματα [7] παρόμοια με ό,τι συνέβη στη Γερμανία και σε άλλες χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
    Βέβαια,δεν υπάρχει καμιά μηχανιστική αναλογία ανάμεσα στα σκαμπανεβάσματα του φοιτητικού κινήματος και της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας, από τη μια μεριά,και σ’ αυτές τις σημαντικές μεταβολές στο εσωτερικό της αστικής ιδεολογίας και τις ιδεολογικές τάσεις που κυριαρχούν στα πανεπιστήμια,από την άλλη. Η αντικειμενική βάση της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας και των φοιτητών εξακολουθεί να λειτουργεί σε μακροπρόθεσμη βάση, ακόμα κι αν συγκυριακά εξουδετερώνονται από τη μαζική ανεργία της νεολαίας,την πίεση να προετοιμαστούν για να βρουν δουλειά πάση θυσία,το φόβο ότι δε θα βρουν δουλειά και την απογοήτευση από την καθυστέρηση μιας συνολικής πολιτικής λύσης στην κοινωνική κρίση,στην οποία τόσο βαθιά εμπλέκονται (απογοήτευση για την ιστορική καθυστέρηση της σοσιαλιστικής επανάστασης).
    Επίσης,δεν υπάρχει λόγος να ταυτίσουμε την αυξανόμενη καχυποψία για τους κινδύνους που ενέχει η καπιταλιστική τεχνολογία και η καπιταλιστική χρήση των φυσικών επιστημών από το κεφάλαιο με τη γενική υποχώρηση στον παραλογισμό,το μυστικισμό,την απελπισία και την περιφρόνηση της ανθρώπινης φυλής. Εμείς οι σοσιαλιστές και μαρξιστές δε συμμεριζόμαστε το ανεύθυνο δόγμα της “παραγωγικότητας” των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Πολλές παραπάνω κριτικές αυτού του δόγματος έχουν δικαιωθεί και με το παραπάνω. Δε χρειάζεται απαραίτητα να αποδεχτεί κανείς τις προβλέψεις της αναπόφευκτης απόλυτης έλλειψης ενέργειας και πρώτων υλών του είδους της λέσχης της Ρώμης [8],για να καταλάβει ότι είναι συλλογική ευθύνη της σημερινής ανθρώπινης γενιάς να μεταβιβάσει στις μελλοντικές γενιές ένα περιβάλλον κι’ ένα απόθεμα φυσικού πλούτου,κατάλληλα για να επιβιώσει και να ανθήσει ο ανθρώπινος πολιτισμός. Ούτε χρειάζεται να αποδεχθεί κανείς την ιδεολογικοποίηση της φτώχειας του μόνιμου ασκητισμού και της διαρκούς λιτότητας,που είναι τόσο ξένα προς το βασικό πνεύμα του μαρξισμού, ένα πνεύματα απόλαυσης της ζωής και άπειρου εμπλουτισμού των ανθρώπινων δυνατοτήτων, για να καταλάβει ότι η συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή μιας ατέλειωτης ποικιλίας όλο και περισσότερο άχρηστων προϊόντων,προϊόντων βλαβερών με την απόλυτη έννοια του όρου (και για το περιβάλλον και για την υγιή ανάπτυξη του ατόμου) δεν ανταποκρίνεται στο σοσιαλιστικό ιδεώδες. Μια τέτοια παραγωγή απλώς εκφράζει τις ανάγκες και την απληστία του κεφαλαίου να πραγματοποιήσει όλο και μεγαλύτερη υπεραξία, η οποία πραγματώνεται σε ένα διαρκώς αυξανόμενο πλήθος προϊόντων.
    Ωστόσο,η απόρριψη του καπιταλιστικού καταναλωτικού μοντέλου,σε συνδυασμό με την εξίσου αποφασιστική απόρριψη της καπιταλιστικής τεχνολογίας, θα πρέπει να βασίζεται,από σοσιαλιστική άποψη,σε ένα ρωμαλέο αγώνα για εναλλακτικές τεχνολογίες, που θα επεκτείνουν -δε θα περιορίζουν- τις απελευθερωτικές δυνατότητες των μηχανών (δηλαδή,τη δυνατότητα να απελευθερώσουν όλα τα ανθρώπινα όντα από το βάρος της μηχανικής, ακρωτηριαστικής, μη δημιουργικής εργασίας,τη δυνατότητα να διευκολύνουν την πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας όλων των ατόμων στη βάση της ικανοποίησης των βασικών υλικών αναγκών τους). Είμαστε πεισμένοι ότι αφότου εξασφαλιστεί αυτή η ικανοποίηση σε μια κοινωνία όπου τα κίνητρα για ατομικό πλουτισμό,απληστία και ανταγωνιστική συμπεριφορά θα εξαλείφονται,η παραπέρα “ανάπτυξη” θα επικεντρωθεί σε ανάγκες “μη υλικής” παραγωγής (δηλαδή,την ανάπτυξη πλουσιότερων κοινωνικών σχέσεων). Οι ηθικές και ψυχολογικές ανάγκες θα αντικαταστήσουν την τάση συσσώρευσης και απόκτησης περισσότερων υλικών αγαθών. Όσο “μη δημοφιλείς” κι αν φαίνονται αυτές οι πεποιθήσεις στο φως των σημερινών συνηθειών, εμείς πιστεύουμε στις αυξανόμενες ικανότητες της ανθρώπινης νοημοσύνης, της ανθρώπινης επιστήμης, της ανθρώπινης προόδου,της ανθρώπινης αυτοσυνείδησης (περιλαμβανομένου και του αυτοελέγχου) και της ανθρώπινης ελευθερίας, χωρίς καθόλου να υποτάσσουμε την υπεράσπιση τέτοιων ελευθεριών (πρωτίστως της ελευθερίας θέλησης αλλά και της ελευθερίας σκέψης, δημιουργίας, πολιτικής και κοινωνικής δράσης) σε οποιοδήποτε πατερναλιστικό μοντέλο, που υποτίθεται ότι τις διασφαλίζει στην ανθρωπότητα.
    Όμως,με δεδομένα όλα τα προηγούμενα, ο συσχετισμός ανάμεσα στη θεμελιώδη μεταβολή από το μακρό κύμα επέκτασης στο μακρό κύμα ύφεσης και στην εξίσου θεμελιώδη μεταβολή στην κυρίαρχη διάθεση των αστών ιδεολόγων είναι τόσο εντυπωσιακός που δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπτωματικός. Οι αντιανθρωπιστικές,ενάντιες στην ισότητα και την ελευθερία επιπτώσεις αυτής της μεταβολής είναι αρκετά δυσοίωνες. Συνδέονται με εξίσου δυσοίωνες ανάγκες του διεθνούς κεφαλαίου στο πλαίσιο ενός μακρού κύματος ύφεσης.
    Έτσι, μπορούμε να δεχτούμε την ιδέα πως τα μακρά κύματα είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλά ρυθμικά σκαμπανεβάσματα στο ποσοστό ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας. Είναι διακριτές ιστορικές περίοδοι με την πραγματική έννοια του όρου. Η παρακάτω ταξινόμηση το δείχνει καθαρά:
    1. 1789-1848: Περίοδος της βιομηχανικής επανάστασης, των μεγάλων αστικών επαναστάσεων, των ναπολεόντειων πολέμων και της σύστασης της παγκόσμιας αγοράς των βιομηχανικών προϊόντων: “ανοδική” στροφή 1789-1815 (25),”καθοδική” στροφή 1826-48.
    2. 1848-1893: Περίοδος του βιομηχανικού καπιταλισμού του “ελεύθερου ανταγωνισμού”: “ανοδική” στροφή 1848-73, “καθοδική στροφή” 1873-93 (μακρά ύφεση του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού).
    3. 1893-1913: Αποκορύφωμα του κλασικού ιμπεριαλισμού και του χρηματιστικού κεφάλαιο,”ανοδική” στροφή [9].
    4. 1914-1940: Έναρξη της εποχής της παρακμής του καπιταλισμού,της εποχής των ιμπεριαλιστικών πολέμων,των επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων, “καθοδική” στροφή.
    5. 1940 (48)-; ο ύστερος καπιταλισμός γεννιέται απ’ την ιστορική καθυστέρηση της παγκόσμιας επανάστασης και τις μεγάλες ήττες της εργατικής τάξης τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, αλλά συνοδεύεται από παραπέρα φαινόμενα παρακμής και αποσύνθεσης του συστήματος: “ανοδική” στροφή (όμως περιοριζόμενη σε μια σημαντική περιορισμένη γεωγραφική περιοχή) 1940 (48-67),  “καθοδική” στροφή 1968-;
mandel
    Μπορούν να τεθούν οι ακόλουθες ερωτήσεις: Η βίαιη έκρηξη των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μετά από μακρά περίοδο,στη διάρκεια της οποίας αυτές οι αντιθέσεις έχουν καταπιεστεί, συνεπάγεται ότι το νέο μακρό κύμα σχετικής στασιμότητας ή χαμηλής ανάπτυξης ήρθε και θα παραμείνει για μια ακαθόριστη περίοδο και ότι μια νέα καμπή όμοια με εκείνη του 1940 (48) ή του 1893 είναι απίθανο να εμφανιστεί στο προβλεπτό μέλλον,δεδομένου του γενικού ιστορικού πλαισίου παρακμής και αποσύνθεσης του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος; Ή-αντίθετα: παρά την ιστορική του παρακμή, μπορεί ακόμα το καπιταλιστικό σύστημα να επαναλάβει το “θαύμα” του 1940 (48) και,μετά από μια μακρά περίοδο “εκκαθάρισης” στη διάρκεια των δεκαετιών ’70,’80 και ’90 [10],να ανοίξει μια νέα περίοδο επιταχυνόμενης εξάπλωσης συγκρίσιμη με εκείνη του 1893-1913,αν όχι με εκείνη του 1948-68;
    Αυτές οι ερωτήσεις θα πρέπει να απαντηθούν σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Ποιες είναι οι “τεχνικές” απαιτήσεις για ένα νέο μακρό κύμα επέκτασης; Ποιο είναι το κοινωνικό και πολιτικό τίμημα που θα πρέπει να πληρωθεί γι’ αυτό και,γενικότερα, το τίμημα με όρους ανθρώπινης ευημερίας και ανθρώπινου πολιτισμού;
    Από τεχνική άποψη, ένα νέο κύμα επέκτασης,που θα αύξανε σημαντική το ποσοστό της οικονομικής ανάπτυξης πάνω από τα μέσα επίπεδα των δεκαετιών του ’70, του ’80 και του ’90 θα απαιτούσε μια εκρηκτική αύξηση του ποσοστού συσσώρευσης και -άρα- του μέσου ποσοστού του κέρδους και μια εξίσου σημαντική επέκταση της αγοράς καπιταλιστικών προϊόντων με τη γενικότερη έννοια του όρου.
    Η λειτουργία “ορθολογικοποίησης” του μακρού κύματος βραδύτερης ανάπτυξης,που ζούμε από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές της δεκαετίας του ’70, θα έπρεπε να δημιουργήσει τις απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις για μια τέτοια μακροχρόνια απότομη αύξηση του μέσου ποσοστού κέρδους. Ουσιαστικά αυτό θα απαιτούσε τα ακόλουθα:  χρόνια μαζική ανεργία,που θα έτεινε μακροχρόνια να διαβρώσει τους πραγματικούς μισθούς,την αυτοπεποίθηση,τη μαχητικότητα και το επίπεδο οργάνωσης των εργαζόμενων και να αυξήσει σημαντικά την εντατικοποίηση της εργασίας, οδηγώντας σε μια απότομη ανοδική στροφή του ποσοστού υπεραξίας – μαζική απαξίωση του κεφαλαίου μέσω της αυξανόμενης εξάλειψης των μη αποδοτικών επιχειρήσεων, όχι μόνο των μικρών αλλά και των μεγάλων, συμπεριλαμβανομένων πολλών πολυεθνικών (δηλαδή, μέσω ενός νέου άλματος προς τα μπρος όχι μόνο στην εθνική, αλλά, κυρίως,στη διεθνή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου) – νέες ριζικές μειώσεις,τουλάχιστον σχετικά, στο κόστος εξοπλισμού,πρώτων υλών και ενέργειας,μαζική εφαρμογή νέων τεχνολογικών καινοτομιών – μια νέα επαναστατική επιτάχυνση στο ποσοστό περιστροφής του κεφαλαίου.
    Θεωρητικά, τέτοιες ριζικές αλλαγές στη τεχνολογία, την οργάνωση της εργασίας και την τεχνική κυκλοφορίας είναι δυνατές – τα θεμέλιά τους έχουν ήδη μπει απ’ όλες τις πρόσφατες εξελίξεις στους μικροεπεξεργαστές. Αυτό θα μπορούσε να σημάνει ένα νέο ποιοτικό άλμα προς τα μπρος στην αυτοματοποίηση (δηλαδή, μια ριζική μετάβαση από την ημιαυτοματοποίηση στην αυτοματοποίηση). Επίσης, οι τεχνικές της γενετικής μηχανικής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ριζοσπαστικές καινοτομίες στη γεωργία, τη φαρμακευτική,τον επιστημονικό εξοπλισμό και μια εικοσαριά άλλους κλάδους της βιομηχανίας [11].
    Όμως,δύο ερωτήματα ανακύπτουν σε σχέση μ’ αυτό από την άποψη των αξιακών σχέσεων (δηλαδή,από την άποψη των συνολικών νόμων κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της εσωτερικής του λογικής).
    Αρχικά,μια νέα ριζική αντικατάσταση των ανθρώπων από μηχανές (στην πραγματικότητα το νέο κύμα αυτοματοποίησης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “ρομποτοποίηση” [12]) θα σήμανε σχεδόν  αναπόφευκτα μαζική μείωση στην ολική παραγωγική απασχόληση. Οι εκτιμήσεις σ’ αυτό το ζήτημα ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό,όμως η συνολική τάση είναι αναμφισβήτητη. Συνολικές μελέτες των συνεπειών της ρομποτοποίησης στη Δ. Γερμανία αναφέρουν τη μείωση των μισθοσυντήρητων που επιτεύχθηκε με αυτή την τεχνική σε 4,3 εργαζόμενους ανά ρομπότ [13]. Ιαπωνικές μελέτες εκτιμούν ότι η ρομποτοποίηση θα μπορούσε να εξαλείψει το ένα τρίτο των υπαρχόντων σήμερα βιομηχανικών εργατικών θέσεων απασχόλησης μέσα σε δέκα χρόνια και το 90% αυτών των θέσεων μέσα σε είκοσι με τριάντα χρόνια [14].
    Μια τέτοια ριζική μείωση της παραγωγικής εργασίας θα σήμαινε πιθανότατα μια οξεία πτώση στην μάζα της υπεραξίας,ακόμα και αν μια νέα αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και μια τάση στασιμότητας ή ακόμα και πτώσης στους πραγματικούς μισθούς θα αύξανε αποφασιστικά την παραγωγή σχετικής υπεραξίας (το τμήμα της συνολικής εργάσιμης εβδομάδας,στη διάρκεια του οποίου οι εργάτες παράγουν το ισοδύναμο των αγαθών που αγοράζουν με τους μισθούς τους). Κάτω από τέτοιες συνθήκες μια αύξηση του ποσοστού υπεραξίας θα ήταν μόνο περιθωριακή και με κανέναν τρόπο ανάλογη με τις τεράστιες νέες δαπάνες που θα ήταν απαραίτητες για να χρηματοδοτηθεί η ρομποτοποίηση. Το ποσοστό κέρδους δε θα γνώριζε μεγάλη αύξηση.
    Φαίνεται τουλάχιστον μη ρεαλιστική η προοπτική ότι η τεράστια μάζα των εργατών που θα αποβαλόταν από την παραγωγική διαδικασία με τέτοιες επαναστατικές τεχνικές θα μπορούσε να ξανααπορροφηθεί μέσα από μια νέα επέκταση των λεγόμενων υπηρεσιών. Αντίθετα, μια απ’ τις κύριες συνέπειες της γενικευμένης εφαρμογής των μικροεπεξεργαστών θα ήταν η ριζική μείωση των θέσεων εργασίας γραφείου, διοίκησης,τηλεπικοινωνιών, ακόμα και διδασκαλίας. Ειδικοί των δυτικογερμανικών συνδικάτων υπολόγισαν πως το 75% των 2,5 εκατομμυρίων εργαζόμενων που απασχολούνται σήμερα με τη δακτυλογράφηση θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από προγραμματισμένη μηχανική παραγωγή γραμμάτων [15]. Ολόκληροι επαγγελματικοί κλάδοι, όπως αυτοί των λογιστών, των τεχνικών σχεδιαστών και των τραπεζοϋπαλλήλων θα αποδεκατίζονταν ή θα εξαφανίζονταν εντελώς. Καθώς η βιομηχανία εξοπλισμού μικροεπεξεργαστών είναι πιθανό και η ίδια να αναδιαρθρωθεί ριζικά από τη μαζική εισαγωγή της αυτοματοποίησης, δε θα μπορούσε να προμηθεύσει τις πρόσθετες θέσεις εργασίας που είναι απαραίτητες για να απορροφηθούν οι εργάτες και οι εργαζόμενοι που διώχθηκαν από τους άλλους κλάδους.
    Αυτό ισχύει και με το παραπάνω καθώς ένας από τους λόγους επιβράδυνσης της “μέσης κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας” (μια διατύπωση χωρίς ιδιαίτερη σημασία από μαρξιστική άποψη) σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία,η Σουηδία κ.λπ. (δηλαδή στις περισσότερο βιομηχανοποιημένες χώρες) ήταν η μεγάλη αύξηση της απασχόλησης στις λεγόμενες βιομηχανίες υπηρεσιών (ιδιαίτερα στις κυβερνητικές υπηρεσίες,τις υπηρεσίες υγείας και την εκπαίδευση). Απ’ όπου και η έντονη πίεση να “ορθολογικοποιηθούν” αυτές οι υπηρεσίες και να γίνουν “επικερδείς” (ο γαλλικός όρος “κερδοφόρος” που χρησιμοποιείται είναι ιδιαίτερα εύγλωττος ως προς την έμφυτη αντιανθρώπινη φύση του καπιταλισμού: κάντε τις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης “επικερδείς” και πάλι) με βάρβαρες περικοπές στην απασχόληση [16].
    Έτσι,ο συνολικός ισολογισμός για ένα ποιοτικό άλμα προς τα μπρος στην αυτοματοποίηση (στην πραγματικότητα η μετάβαση από την ημιαυτοματοποίηση στην αυτοματοποίηση) μέσω της μαζικής εφαρμογής των μικροεπεξεργαστών θα προκαλούσε ριζική αύξηση της μόνιμης ανεργίας. Ακόμα και στην περίπτωση που θα υπήρχε ένα ποσοστό μέσης ετήσιας ανάπτυξης 3% για τα επόμενα δέκα χρόνια (πράγμα που φαίνεται να αποκλείει νέες υφέσεις και είναι υπερβολικά αισιόδοξο),το συντηρητικό γερμανικό ίδρυμα IFO,που ασχολείται με μελέτες της συγκυρίας,έχει προβλέψει 3,8 εκατομμύρια ανέργους στη Δ. Γερμανία αν εξακολουθήσουν να επεκτείνονται οι τάσεις που σκιαγραφήσαμε προηγούμενα. O Sir Charles Carter, αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου του Λάνγκαστερ και πρόεδρος της Επιτροπής Έρευνας και Διαχείρισης του Ιδρύματος Πολιτικών Μελετών του Λονδίνου, είναι εξίσου απαισιόδοξος: “Πιστεύω πως η ανεργία θ’ αυξηθεί ή θα παραμείνει υψηλή… Η νέα τεχνολογία που εισήχθη στις μέρες μας ήταν αυθεντικά διαφορετική ως προς την επίδρασή της συγκρινόμενη με όλες τις προηγούμενες τεχνολογικές αλλαγές. Ο τομέας των υπηρεσιών δε θα απορροφήσει τους εργαζόμενους στη βιομηχανία” [17].
    Οι Αμερικανοί διευθυντές εξέφρασαν παρόμοιες απόψεις. Οι βρετανοί συνδικαλιστές μιλάνε ακόμα και για πέντε εκατομμύρια ανέργους στη χώρα μέχρι το τέλος του αιώνα, ένα νούμερο που το περιοδικό “The Economist” βρίσκει ιδιαίτερα υπερβολικό,χωρίς ως να αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα και ότι “κάτι θα πρέπει να γίνει” [18].
    Έτσι, χωρίς καν να λάβουμε υπόψη μας τις εκρηκτικές πολιτικές και τις κοινωνικές συνέπειες μιας τέτοιας μόνιμης ανεργίας, είναι φανερό ότι θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην πραγματοποίηση της υπεραξίας. Η νέα τεχνολογία θα σήμαινε ένα νέο ποιοτικό άλμα προς τα μπρος της μάζας των παραγόμενων αξιών χρήσης (τόσο των παλιών όσο και των νέων). Ποιος όμως πρόκειται να αγοράσει αυτό το τεράστιο πλήθος αγαθών κάτω από συνθήκες μαζικής ανεργίας μέσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες; Δυστυχώς για τους καπιταλιστές τα ρομπότ δεν αγοράζουν προϊόντα. Και αν μάλιστα αυτό το τεράστιο πλήθος περιλαμβάνει μια ποιοτικά ανώτερη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών -αγαθών που αγοράζονται με την υπεραξία- μια τέτοια ριζική αντιστροφή της διανομής του εθνικού εισοδήματος δε θα συνεπαγόταν και πάλι ιδιαίτερα βίαιους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες; Δε θα οδηγούσε, σε κάθε περίπτωση, αναπόφευκτα σε αύξηση της μάζας των καταναλωτικών αγαθών που παράγονται μετά από ένα χρονικό διάστημα; Η αναμενόμενη μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας δε θα μπορούσε παρά να εκφραστεί με αντίστοιχη αύξηση των προϊόντων που παράγονται και στον τομέα των καταναλωτικών αγαθών.
    Από την άλλη πλευρά,μια νέα ισχυρή επέκταση της αγοράς των προϊόντων που παράγουν οι ιμπεριαλιστικές χώρες θα απαιτούσε είτε ένα άλμα προς τα μπρος στην εκβιομηχάνιση (και την ευημερία!) σε μερικές από τις μισοαποικιακές χώρες και περιοχές-κλειδιά στον κόσμο (τις πιο πολυπληθείς χώρες της Λατινικής Αμερικής,της Ασίας, και της Αφρικής) είτε μια ποιοτική άνοδο του βαθμού ενσωμάτωσης της ΕΣΣΔ και της Κίνας στη διεθνή καπιταλιστική αγορά ή ένα συνδυασμό και των δύο.
    Είναι αρκετό να απαριθμήσουμε αυτές τις τεχνικές συνθήκες για να καταλάβουμε ότι δεν μπορούνε να εκπληρωθούν με τεχνικά και μόνο μέσα. Δε θα προκύψουν αυτομάτως ως προϊόντα συγκεκριμένων οικονομικών αλλαγών και σύγχρονων οικονομικών εξελίξεων. Η πραγματοποίησή τους,τουλάχιστον σε τέτοια κλίμακα ικανή να απελευθερώσει μια νέα διαδικασία μακροχρόνιας επιταχυνόμενης ανάπτυξης στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, θα απαιτούσε βαρυσήμαντες αλλαγές στους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς των ταξικών δυνάμεων τόσο στο εσωτερικό μιας ολόκληρης σειράς από καπιταλιστικές χώρες-κλειδιά όσο και σε διεθνή κλίμακα. Με άλλα λόγια, το αν θα πραγματοποιηθούν ή όχι θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, που θα σημαδέψουν τα επόμενα χρόνια με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι τουλάχιστον απ’ αυτούς τους αγώνες έχουν ήδη σημαδέψει τα τελευταία χρόνια.
    Η παγκόσμια επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία,που άρχισε με τις λεγόμενες πολιτικές λιτότητας και η επιστροφή στη χρόνια ανεργία,έχει αναμφίβολα την αντικειμενική λειτουργία να πετύχει έντονες και μακροπρόθεσμες αυξήσεις του ποσοστού υπεραξίας και του ποσοστού κέρδους [19]. Αυτή η επίθεση είχε κάποια επιτυχία. Για αρκετά χρόνια οι πραγματικοί μισθοί όντως μειώθηκαν σε μια σειρά σημαντικές βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές χώρες,όπως οι ΗΠΑ, η Δ. Γερμανία,η Βρετανία και σε ένα βαθμό η Γαλλία και η Ιταλία. Η εντατικοποίηση της εργασίας έχει παντού αυξηθεί έντονα και μαζί με αυτήν το ποσοστό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης,ακόμα και εκεί που οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούν να αυξάνονται, βέβαια σε πολύ μικρότερο ποσοστό από πριν.
   Ωστόσο,ο συνολικός απολογισμός αυτής της καπιταλιστικής επιτυχίας είναι το πολύ μέτριος. Στη Γαλλία και την Ιταλία η επίμονη αντίσταση των συνδικάτων και των νευραλγικών τομέων της εργατικής τάξης είχε αποτέλεσμα μόνο τα αδύνατα και κακά οργανωμένα τμήματα των μισθοσυντήρητων να νιώσουν την ορμή της επίθεσης των εργοδοτών, ενώ τα πιο δυνατά τμήματα ουσιαστικά κράτησαν τα κεκτημένα τους. Το ίδιο είναι πιθανό και για τη Β. Αμερική, τη Γερμανία και την Ιαπωνία.
    Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι για να ανεβάσουν το ποσοστό κέρδους, στο βαθμό που είναι απαραίτητο για να αλλάξει όλο το οικονομικό κλίμα κάτω από καπιταλιστικές συνθήκες, πρέπει οι καπιταλιστές καταρχήν να σπάσουν αποφασιστικά την οργανωτική δύναμη και τη μαχητικότητα της εργατικής τάξης στις βιομηχανοποιημένες χώρες-κλειδιά. Αυτό θα απαιτούσε μια μακρά περίοδο, όπως έγινε στις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Θα απαιτούσε να τσακίσουν στις ΗΠΑ τα τεράστια και ισχυρά σωματεία, που δεν υπήρχαν καν στην αρχή της κρίσης του 1929. Αυτό,αναπόφευκτα,θα σήμαινε κοινωνικές και πολιτικές δοκιμασίες δυνάμεων,στις οποίες θα εμπλέκονταν τεράστιες ταξικές δυνάμεις,εκατομμύρια αν όχι δεκάδες εκατομμύρια,τουλάχιστον,από την πλευρά των μισθοσυντήρητων [20].
    Το σημείο, που έχει σημασία να τονίσουμε είναι ότι μια τέτοια άνοδος θα σήμαινε ριζικές περικοπές των δημοκρατικών ελευθεριών, που προς το παρόν απολαμβάνουν οι πολίτες στις περισσότερες ιμπεριαλιστικές χώρες. Ο αριθμός των τυπικών εκπροσώπων της καπιταλιστικής τάξης που το επιβεβαιώνουν έχει γίνει εντυπωσιακός. Ο λόγος του Sir Charles Carter, που παραθέσαμε πριν, δήλωνε κατηγορηματικά πως η ανεργία που προκαλείται από τη νέα τεχνολογία,σε συνδυασμό με τη συντριβή του νόμου και της τάξης και την κατάρρευση του ισχύοντος πολιτικού συστήματος. Ο W.W. Rostow ισχυρίστηκε εξίσου κατηγορηματικά ότι η λύση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην οικονομία της ευημερίας και την οικονομία του πολέμου [21]. Και πιο δυσοίωνες απ’ όλες είναι οι τάσεις που διατυπώνονται στην αναφορά της Τριμερούς Επιτροπής, Η κρίση της δημοκρατίας,η οποία αντανακλά τις πεποιθήσεις ενός σημαντικού τομέα των κορυφαίων ηγετών του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. Υπονοούν μια άμεση επίθεση στην “υπερβολική δημοκρατία” και εκφράζουν την πεποίθηση ότι το είδος των αποφάσεων που θα πρέπει να παρθούν τα επόμενα χρόνια (για το συμφέρον, βέβαια του καπιταλιστικού συστήματος) και η ίδια η “ικανότητα για διακυβέρνηση” των ιμπεριαλιστικών χωρών θα εξαρτηθεί από τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών [22].
    Βέβαια,δεν μπορεί κανείς εκ των προτέρων να αποκλείσει την πιθανότητα οι αποφασιστικές αναμετρήσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία να τελειώσουν για άλλη μια φορά με συντριπτικές ήττες της εργατικής τάξης, όπως έγινε στις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Ούτε μπορεί να αποκλείσει κανείς την πιθανότητα ότι νέες τρομακτικές δικτατορίες,όχι απαραίτητα πανομοιότυπες μ’ εκείνες του Μουσολίνι,του Χίτλερ,του Φράνκο και της ιαπωνικής στρατιωτικής κάστας της δεκαετίας του ’30 και των αρχών της δεκαετίας του ’40, αλλά με παρόμοιες επιπτώσεις στην καταστροφή της οργάνωσης της εργατικής τάξης και των δημοκρατικών ελευθεριών, μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την άρχουσα τάξη, για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα του να μειώσει πολύ το σχετικό βάρος των μισθών στο εθνικό εισόδημα. Θα πρέπει, όμως, να τονίσουμε ότι ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία είναι σήμερα πολύ πιο ευνοϊκός για την εργασία απ’ ό,τι ήταν την περίοδο 1923-40,τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο,αν λάβει κανείς υπόψη του μόνο τα αντικειμενικά κριτήρια αλλά στις περισσότερες χώρες (με πιθανή εξαίρεση τη Δ. Γερμανία και τις ΗΠΑ) και τον υποκειμενικό παράγοντα.
    Όπως κι να έχει, η επιβολή μιας τέτοιας συντριπτικής ήττας στην εργατική τάξη είναι αδύνατη βραχυπρόθεσμα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μονάχα ως τελικό αποτέλεσμα μιας περιόδου αψιμαχιών και προκαταρκτικών αγώνων μέσα από τους οποίους η δύναμη των εργαζόμενων θα συρρικνωνόταν, ενώ ταυτόχρονα δε θα πραγματοποιόταν καμία σημαντική πρόοδος στον τομέα της ανόδου του μέσου επιπέδου ταξικής συνείδησης και στην ικανότητα της εργατικής τάξης να παράγει μια όλο και μεγαλύτερη πρωτοπορία ριζοσπαστικοποιημένων εργατών, που θα συνεισέφεραν αποφασιστικά στην εμφάνιση μιας νέας ηγεσίας και νέων επαναστατικών κομμάτων, ικανών να φτάσουν στο επίπεδο ευθύνης που απαιτείται από την ίδια τη φύση των αναμετρήσεων που πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Προσωπικά,πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει το παραμικρό έδαφος για απαισιόδοξα συμπεράσματα τέτοιου είδους στη βάση του τι έχει συμβεί στις περισσότερες ιμπεριαλιστικές χώρες-κλειδιά τα τελευταία δέκα χρόνια,συμπεριλαμβανομένων και της Δ. Γερμανίας και των ΗΠΑ (όπου η εμφάνιση αυτού του στρώματος υπήρξε βραδύτερη απ’ ό,τι σε άλλες χώρες, όχι όμως ανύπαρκτη).
    Αντίστοιχες παρατηρήσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να εξετάσουμε το ζήτημα της γεωγραφικής επέκτασης των αγορών. Ριζικές και όχι περιθωριακές αλλαγές στη μετατροπή μερικών κομβικών περιοχών του λεγόμενου τρίτου κόσμου σε μεγάλες αγορές για τα καπιταλιστικά προϊόντα θα απαιτούσαν ριζικές αλλαγές στις εσωτερικές κοινωνικές δομές αυτών των χωρών [23], εξουθενωτικές ήττες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και τεράστιες επιτυχίες σε μια πρώτη φάση εκβιομηχάνισης,τέτοιας έκτασης που η αλλαγή από μια καταπιεστική σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική (από μια πτώση σε μια άνοδο του βιοτικού επιπέδου του 75% του πληθυσμού) θα γινόταν υλικά δυνατή για την άρχουσα τάξη. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι πως υπάρχουν πολύ λίγες ενδείξεις ότι τέτοιες βαρυσήμαντες αλλαγές είναι έτοιμες να συμβούν ακόμα και σε χώρες σαν τη Βραζιλία ή το Μεξικό, για να μην αναφέρουμε την Ινδία, το Πακιστάν, την Ινδονησία,τη Νιγηρία και την Αίγυπτο. Σε μικρότερες χώρες όπως τη Βενεζουέλα,το Κουβέιτ, το Χονγκ Κονγκ, τη Σιγκαπούρη και την Ταϊβάν αυτό είναι βέβαια δυνατό και συμβαίνει ήδη. Τα συνολικά αποτελέσματά του, όμως, στην παγκόσμια αγορά σαν σύνολο παραμένουν εντελώς περιθωριακά [24].
    Δε θα πρέπει να συγχέουμε μια γρήγορη συνολική επέκταση της παγκόσμιας αγοράς με τη συνολική αναδιάρθρωση του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας. Αν συμβεί μια μεγάλη μετατόπιση της υφαντουργίας,της βιομηχανίας πετροχημικών ή της βιομηχανίας συναρμολόγησης συμπληρωματικού ηλεκτρονικού εξοπλισμού από τις ιμπεριαλιστικές προς τις μισοβιομηχανοποιημένες χώρες,αυτό δε συνεπάγεται καθόλου μια αυτόματη επέκταση της παγκόσμιας αγοράς. Η απασχόληση με χαμηλότερους μισθούς σε ορισμένες χώρες υποκαθιστά την απασχόληση με ψηλότερους μισθούς σε άλλες χώρες. Ο εξοπλισμός μετατοπίζεται από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο. Το συνολικό αποτέλεσμα, όμως, στη συνολική ζήτηση παραμένει αμετάβλητο. Στην καλύτερη περίπτωση θα υπάρξει μια περιθωριακή αύξηση της συνολικής ζήτησης ως αποτέλεσμα ενός μεγαλύτερου πολλαπλασιαστή, που ισχύει στις μισοβιομηχανοποιημένες χώρες σε σχέση με τις μητροπόλεις, ξεκινώντας από μια πανομοιότυπη αρχική επένδυση. Όλο αυτό,όμως,είναι εντελώς ανίκανο να απελευθερώσει από μόνο του ένα νέο μακροχρόνιο κύμα επιταχυνόμενης ανάπτυξης, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι οι περισσότεροι κλάδοι της βιομηχανίας που μετατοπίζεται προς τις μισοβιομηχανοποιημένες χώρες αντιμετωπίζουν, ήδη, σχεδόν τον κορεσμό της παγκόσμιας ζήτησης [25].
    Είναι,ακόμη πιθανό μια τέτοια αναδιάρθρωση του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας να έχει συνολικά θετικό αποτέλεσμα στην απασχόληση στις ιμπεριαλιστικές χώρες και η αύξηση των θέσεων εργασίας στις βιομηχανίες εξαγωγής εξοπλισμού να είναι μεγαλύτερη από την απώλεια θέσεων στις βιομηχανίες που μετατοπίζονται στις χώρες του τρίτου κόσμου, όπως ισχυρίζεται μια πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ [26]. Όμως,αυτή η συνέπεια είναι τόσο μικρή και τόσο δυσανάλογη με το μέγεθος του συνολικού επιπέδου της σημερινής ανεργίας (για να μην αναφερθούμε στην ανεργία που προβλέπεται αν η εφαρμογή των μικροεπεξεργαστών γενικευτεί) που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να προμηθεύσει τη βάση για μια ταχεία ή μεσοπρόθεσμη υπέρβαση του μακρού κύματος ύφεσης.
    Αν κανείς εξετάσει τη δυνατότητα τεράστιων επεκτάσεων των αγορών στις μετακαπιταλιστικές χώρες, πρέπει να λάβει υπόψη του ότι,παρά την τεράστια επιτυχία του Γερμανικού Ostgeschaeft (στο οποίο μπορεί τώρα κανείς να προσθέσει,με την απαραίτητη προσοχή, την παρόμοια επιτυχία της Ιαπωνίας στην Κίνα), το συνολικό μερίδιο των “σοσιαλιστικών χωρών” στις εξαγωγές των ιμπεριαλιστικών χωρών ήταν λιγότερο από 5% το 1977 [27]. Αυτό για να επεκταθεί σε 10% με 12% περίπου και να αυξήσει σημαντικά το ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης της καπιταλιστικής παγκόσμιας αγοράς, θα έπρεπε να συμβεί μια τεράστια πιστωτική έκρηξη, ύψους αρκετών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολάρια,περισσότερων και από την πιστωτική έκρηξη της Δύσης στις λεγόμενες τριτοκοσμικές χώρες το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70. Χωρίς καν να εξετάσουμε τις συνέπειες μιας τέτοιας πιστωτικής έκρηξης στο μέσο διεθνή ποσοστό πληθωρισμού και στη μόνιμη κρίση στα νομισματικά αποθέματα, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι μια τέτοια τεράστια δομική αλλαγή στις σχέσεις αυτών των χωρών με τη διεθνή καπιταλιστική οικονομία θα σήμαινε επίσης τη ριζική αποδυνάμωση της ικανότητάς τους για μακροχρόνιο οικονομικό σχεδιασμό ανεξάρτητο από τις διακυμάνσεις της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας και την αντίστοιχη αλλαγή στην εσωτερική δομή της εξουσίας,που κατά πάσα πιθανότητα θα απαιτούσε σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις,αν όχι ανοικτούς πολέμους από τον ιμπεριαλισμό (όχι απαραίτητα πυρηνικούς).
    Εδώ να τονίσουμε ότι δε θέλουμε να μειώσουμε τη σημασία των αλλαγών που έχουν ήδη γίνει, τη σημαντική αύξηση στο εμπόριο Ανατολής-Δύσης και στα επενδυτικά σχέδια καπιταλιστικής συνεργασίας στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες,στα οποία η αυξανόμενη εμπλοκή του καθεστώτος Τενγκ στην Κίνα με την καπιταλιστική Δύση (και κυρίως την Ιαπωνία) πρόκειται να δώσει μια νέα σημαντική ώθηση. Όμως, αυτό που ισχυριζόμαστε είναι ότι χωρίς ριζικές ανακατατάξεις του είδους που μόλις επισημάνθηκαν, οι συνολικές συνέπειες τους στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία θα παραμείνουν περιορισμένες, χωρίς την αναγκαία ευρύτητα για να απελευθερώσουν τη δυναμική ενός μακρού κύματος επιταχυνόμενης ανάπτυξης σ’ αυτή την οικονομία.
    Έτσι,το γενικό μας συμπέρασμα είναι ότι η “τεχνική” δυνατότητα μιας νέας δυναμικής ανόδου στο μακροπρόθεσμο ποσοστό της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από την έκβαση που θα έχουν κρίσιμες μάχες ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στη Δύση, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία σε μερικές από τις μισοβιομηχανοποιημένες χώρες-κλειδιά του λεγόμενου τρίτου κόσμου,ανάμεσα στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και τον ιμπεριαλισμό και ανάμεσα στις μη καπιταλιστικές χώρες και τον ιμπεριαλισμό (στο οποίο θα έχουν επίσης συνέπειες και οι εσωτερικές αγώνες ανάμεσα στις μάζες και τους γραφειοκράτες κυβερνήτες αυτών των ωρών), αν όχι μια σειρά από διεθνείς και εμφύλιους πολέμους. Και πάλι η ομοιότητα με την περίπτωση της δεκαετίας του ’30 είναι εντυπωσιακή. Και πάλι, ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι λαοί του κόσμου μπαίνουν σ’ αυτή την περίοδο βίαιων ανακατατάξεων κάτω από πολύ ευνοϊκότερες συνθήκες απ’ ό,τι στα τέλη των δεκαετιών του ’20 και του ’30, χωρίς, βέβαια, κάθε άλλο, να είναι ιδανικές.
  Λέγεται συχνά ότι οι μαρξιστές, ιδιαίτερα οι επαναστάτες μαρξιστές,έχουν υποτιμήσει την ικανότητα του καπιταλισμού να προσαρμόζεται ευέλικτα σε νέες και ριζικές προκλήσεις,όπως τροποποιούμενα κοινωνικά και διεθνή περιβάλλοντα. Χωρίς να θέλουμε να αρνηθούμε ότι υπάρχουν στοιχεία αλήθειας σ’ αυτή την κριτική,τουλάχιστον όταν κατευθύνεται ενάντια σε συγκεκριμένες δογματικές σχολές σκέψης που αναφέρονται στο μαρξισμό,πιστεύουμε ότι η μαρξιστική θεωρία των μακρών κυμάτων της καπιταλιστικής εξέλιξης ενσωματώνει αυτήν ακριβώς την ικανότητα στην κατανόηση της συνολικής ιστορίας του συστήματος. Κάνει, όμως, και κάτι περισσότερο: Δείχνει το κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος αυτής της προσαρμογής, έναν παράγοντα που οι απολογητές του συστήματος καλύπτουν με διακριτική σιωπή.
    Έχει προκληθεί μεγάλη κατακραυγή για το ανθρώπινο και κοινωνικό κόστος των πρώτων “σοσιαλιστικών” πειραμάτων με προεξάρχον εκείνο της Σοβιετικής Ένωσης,ανεξάρτητα από το αν κανείς δέχεται ή όχι τον απολογισμό της ιστορικής προόδου στην οποία οδήγησαν αυτά τα πειράματα. Δεν μπορούμε στο πλαίσιο αυτού του κειμένου να υποβάλουμε αυτήν τη μέθοδο ιστορικής λογιστικής στην εξονυχιστική κριτική που σίγουρα της αξίζει. Ούτε έχουμε εδώ το χώρο να αποδείξουμε πως ο Στάλιν δεν ήταν αναγκαίο προϊόν της Οκτωβριανής Επανάστασης και ότι αν οι τεράστιες σφαγές και σπατάλες που προκάλεσε ο Στάλιν δεν ήταν απαραίτητες για να εκβιομηχανιστεί και να εκσυγχρονιστεί ολοκληρωτικά η Ρωσία, η Οκτωβριανή Επανάσταση σίγουρα ήταν. Ας μη ξεχνάει,όμως,κανείς ότι οι “προσαρμογές” τις οποίες πραγματοποίησε ο παγκόσμιος καπιταλισμός για να ξεπεράσει την κρίση στασιμότητας των δεκαετιών του ’20 και του ’30 περιλάμβαναν το φασισμό, το Άουσβιτς και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την τεράστια καταστροφή του, όπως υπογραμμίζεται από τη Χιροσίμα (δηλαδή,τουλάχιστον 60 εκατομμύρια νεκρούς, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τους αποικιακούς πολέμους που ακολούθησαν και τα εκατομμύρια νεκρούς που προκάλεσαν,καθώς και την επίμονη δυστυχία και πείνα στον “τρίτο κόσμο”) [28]. Αυτό είναι το κοινωνικό και ανθρώπινο τίμημα που πλήρωσε η ανθρωπότητα για τη μέθοδο με την οποία ο καπιταλισμός ξεπέρασε τη μεγάλη ύφεση και μπήκε σε μια νέα φάση μακροχρόνιας επέκτασης. Πραγματικά,η διατύπωση “καταστροφική προσαρμογή απαραίτητη για μια δημιουργική καταστροφή” ισχύει σ’ αυτό το πλαίσιο! [29].
    Όταν λέμε ότι δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει τη θεωρητική δυνατότητα μιας νέας φάσης επέκτασης αρχίζοντας από τη δεκαετία του ’90,παρόλο που σε μας φαίνεται μάλλον απίθανο,πρέπει αμέσως να προσθέσει ότι το κοινωνικό και ανθρώπινο τίμημα αυτής της “προσαρμογής” θα ήταν,αυτήν τη φορά, ασύγκριτα ακριβότερο απ’ ό,τι ήταν στη δεκαετία του ’30 και στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Αυτό ισχύει όχι μόνο γιατί οι εχθροί του καπιταλισμού έχουν γίνει πολύ πιο ισχυροί,εθνικά και διεθνώς απ’ ό,τι ήταν παλιά (και απαιτείται έτσι πολύ περισσότερη βία και καταστροφή για να σπάσει η αντίστασή τους), αλλά και γιατί η ίδια η φύση του τεχνολογικού περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων και των πυρηνικών όπλων,αλλά με κανέναν τρόπο μόνο των πυρηνικών ή μόνο των όπλων,καθώς και οι τρομακτικές δυναμικές της δυστυχίας, της πείνας και των επιδημιών έχουν γίνει πολύ πιο καταστροφικές απ’ ότι ήταν σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν.
    Δε χρειάζεται παρά να συγκρίνει κανείς τη δικτατορία του Πινοσέτ μ’ εκείνη του Αλεσσάντρι στη Χιλή. Δε χρειάζεται παρά να φανταστεί κανείς τι θα σήμαινε να έχουμε ένα νέο Χίτλερ ικανό να παρατάξει πυρηνικά όπλα ή να σκεφτούμε την πιθανότητα ολοκληρωτικών καθεστώτων που θα χρησιμοποιούν σε ευρεία κλίμακα τη λοβοτομή και άλλες σύγχρονες νευροχειρουργικές μεθόδους για να νικήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Δε χρειάζεται παρά να εξετάσουμε τις πιθανότητες χρήσης διεθνών αποθεμάτων τροφίμων,όχι μόνο με σκοπό τον εκβιασμό των τριτοκοσμικών χωρών,αλλά με στόχο τον περιορισμό του ποσοστού αύξησης του πληθυσμού στον “τρίτο κόσμο” για να πάρουμε μια ιδέα των δυνατοτήτων βαρβαρότητας που υπάρχουν σ’ ένα επόμενο στάδιο καταστροφικής “προσαρμογής” του καπιταλισμού στη δομική του κρίση ως προϋπόθεσης για μια νέα επέκταση.
  Και η αντικειμενική λειτουργία της παρούσας αναγέννησης ανορθολογικών και αντιανθρώπινων “αξιών” στην αστική κουλτούρα και υποκουλτούρα είναι ακριβώς η προετοιμασία του μυαλού των ανθρώπων να δεχτεί ή, τουλάχιστον, να “ανεχτεί” παθητικά ένα πιθανό επόμενο κύμα βαρβαρότητας. Από τη μια το προετοιμάζει ιδεολογικά και από την άλλη το προεξοφλεί με “ιδεώδη” τρόπο [30].
    Αφήνουμε στην άκρη το ζήτημα εάν το περιβάλλον της ανθρωπότητας μπορεί ή δεν μπορεί να σηκώσει άλλα 100,για να μην πούμε 50 χρόνια οικονομικής ανάπτυξης του είδους που γνωρίσαμε την περίοδο 1940 (48)-68, με την τεράστια σπατάλη φυσικών πηγών και την αυξανόμενη απειλή για την οικολογική ισορροπία που συνεπάγεται. Δεν ανήκουμε στη σχολή των προφητών της καταστροφής. Πιστεύουμε ότι η επιστήμη και η συνειδητή ανθρώπινη προσπάθεια μπορούν να λύσουν κάθε πρόβλημα που η επιστήμη υποταγμένη στο κίνητρο του ατομικού κέρδους έχει δημιουργήσει. Είναι,όμως,ξεκάθαρο ότι στην καπιταλιστική οικονομία δε θα εφαρμοστούν λύσεις, τουλάχιστον όχι σε επαρκή κλίμακα,ικανές να παρεμποδίσουν μια νέα φάση επιταχυνόμενης άναρχης οικονομικής ανάπτυξης,που θα αύξανε τις πολλές απειλές για το κοινό μας μέλλον.
    Αν κανείς συνυπολογίσει όλες αυτές τις απειλές και το  κόστος της “καταστροφικής προσαρμογής” (της μοναδικής που θα μπορούσε να πετύχει ο καπιταλισμός κάτω από ορισμένες πολύ αμφίβολες συνθήκες και με δεδομένο ένα ευνοϊκό αποτέλεσμα για την αστική τάξη σε όλους τους κρίσιμους αγώνες που,ήδη,σημαδεύουν και όλο και περισσότερο θα σημαδεύουν το μακρύ κύμα με τάση στασιμότητας), θα πρέπει να συμπεράνει ότι αντί να κάνουμε υποθέσεις για την πιθανότητα μιας τέτοιας “προσαρμογής”, θα ήταν σοφότερο να εξετάσουμε τους τρόπους και τα μέσα για να την αποφύγουμε. Ένα νέο “κύμα οικονομικής ανάπτυξης” που συνεπάγεται μερικές  εκατοντάδες εκατομμύρια νεκρούς,δεν είναι ακριβώς ένα ιδεώδες μέλλον για να το προσμένουμε.
    Είμαστε βαθιά πεισμένοι ότι υπάρχει και άλλος τρόπος εξόδου απ’ αυτή την περίοδο οικονομικής ύφεσης,ένας τρόπος που θα μείωνε το κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος σ’ ένα ελάχιστο κλάσμα της “καταστροφικής προσαρμογής” του καπιταλισμού. Είναι ο σοσιαλιστικός δρόμος: η οικειοποίηση από τους παραγωγούς των μέσων παραγωγής,η σχεδιασμένη χρήση τους με σκοπό την άμεση ικανοποίηση των αναγκών και όχι την απόκτηση κέρδους,ο καθορισμός των προτεραιοτήτων του σχεδίου με εξουσία της πλειοψηφίας και δημοκρατικές διαδικασίες,που περιλαμβάνουν όλες τις δημοκρατικές ελευθερίες της πληροφόρησης,της επιλογής, της δημόσιας συζήτησης,της αμφισβήτησης και του πολιτικού πλουραλισμού,η διαχείριση της οικονομίας από τους ίδιους του συνεταιρισμένους παραγωγούς και της κοινωνίας από τους πολίτες της οργανωμένους σε δημοκρατικά σώματα αυτοδιοίκησης, η επιταχυνόμενη απομάκρυνση του διογκωμένου και δαπανηρού γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού,η ταχεία μείωση των ανισοτήτων του εισοδήματος,του χρήματος και της οικονομίας της αγοράς, η ριζική μείωση της εργάσιμης ημέρας, χωρίς την οποία η αυτοδιαχείριση και η αυτοδιοίκηση είναι ουτοπικά ή μηδαμινά. Αυτό είναι σοσιαλισμός όπως τον συνέλαβε ο Μαρξ (ένα καθεστώς συνεταιρισμένων παραγωγών). Μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα σε ευρεία διεθνή κλίμακα. Είναι η δημιουργική προσαρμογή της ανθρωπότητας στις ανάγκες και τις δυνατότητες της σύγχρονης εποχής, βασισμένη στη συνειδητή επιλογή αποφυγής του κόστους της αυτόματης “καταστροφικής προσαρμογής” του καπιταλισμού. Δεν ξέρουμε αν θα πραγματοποιηθεί έγκαιρα ώστε να αποφύγουμε τις καταστροφές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στις επόμενες δεκαετίες,αλλά είναι σε κάθε περίπτωση ο μόνος δρόμος,που δίνει τη δυνατότητα να αποφύγουμε αυτές τις καταστροφές. Ή, αλλιώς,,γιαυτό είναι ο μόνος λογικός, έντιμος,γενναιόδωρος δρόμος, ανοιχτός σε όποιον δεν έχει χάσει την πίστη του στο μέλλον της ανθρωπότητας και επιθυμεί να εγγυηθεί αυτό το μέλλον.

Σημειώσεις

1. “Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουμε αναπτύξει έναν τομέα που ονομάζεται δυναμική συστημάτων χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικούς υπολογιστές για να ερευνήσουμε τη συμπεριφορά πολύπλοκων συστημάτων. Βρήκαμε ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τομέων κατανάλωσης και τομέων κεφαλαιουχικών αγαθών μπορούν να δημιουργήσουν μια μακρά διακύμανση της οικονομικής δραστηριότητας εκτεινόμενης από 45 έως 60 χρόνια.”, Jay Forrester, σε συνέντευξη του περιοδικού Fortune στις 16 Ιανουαρίου 1978.

2. Erik Olin Wright (ό.π. στο κεφ.1,σημ. 9) ,σελ. 163-4.
3. Είναι φυσικά αναμφισβήτητος ο ρόλος-κλειδί τον οποίο τα πλεονάζοντα κέρδη του μονοπωλίου,τα οποία εμφανίστηκαν από τη δυνατότητα των μονοπωλίων να επιβάλλουν “καθορισμένες” τιμές στους τομείς που κυριαρχούν,έχουν παίξει στο “διαρκή πληθωρισμό” από το 1940. Αλλά είναι η συμβίωση αυτών των μονοπωλίων με το χρηματιστικό κεφάλαιο (δηλαδή, μια ορισμένη πιστωτική πολιτική του τραπεζικού συστήματος) και η δουλική υποστήριξη που δίνουν το κράτος και οι κεντρικές τράπεζες σ’ αυτήν την υποστήριξη που δίνουν το κράτος και οι κεντρικές τράπεζες σ’ αυτήν την πολιτική,η οποία καθιστά την μακροπρόθεσμη εφαρμογή αυτών των “καθορισμένων” τιμών και του διαρκούς πληθωρισμού τεχνικά δυνατή.
4. Επαναλαμβάνουμε ένα απόσπασμα του καθηγητή Harry Johnson, που χρησιμοποιήσαμε προηγουμένως στο Η τελευταία οικονομική κρίση : “Η απάντηση (στον πληθωρισμό) εξαρτάται … μακροπρόθεσμα … από τη θέληση της κοινωνίας να αποστραφεί από το κράτος πρόνοιας”,The Banker, Αύγουστς 1975. Ο καθηγητής Jacques Chevallier υποστήριξε (Projet,Μάρτιος 1980) σ’ ένα άρθρο με τίτλο “Το τέλος του Κράτους Πρόνοιας”, ότι “στον κοινωνικό τομέα … η προσπάθεια συμπαράστασης υπέρ των φτωχώτερων στρωμάτων πρέπει να περιοριστεί”.
5. Robert L. Heilbroner, Beyond Boom and Crash (Ν. Υόρκη,1978). Αυτή η ψυχολογική εξήγηση των μακρών κυμάτων είναι ανάλογη μ’ αυτήν που δόθηκε από το βέλγο καθηγητή Dupriez και με την εξήγηση της “γενιάς”, που δόθηκε από τον Gerhard Mensch (ό.π. στο κεφ.2, σημ.8), σελ. 74: Τα εγγόνια συμπεριφέρονται σαν τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους,όχι όμως σαν τους γονείς τους. Αυτό,συμπτωματικά,προσπαθεί να εξηγήσει το “διάστημα πενήντα χρόνων” δύο διαδοχικών μακρών κυμάτων μέσω της ηλικίας δύο διαδοχικών γενεών.
6. Η γαλλική καθημερινή εφημερίδα Le Monde, παρά την ημιεπίσημη θέση της,έχει φοβηθεί από τη διείσδυση σ’ επίσημους κύκλους του ζισκαρντεστενιστικού κυβερνητικού κόμματος ιδεολόγων της ομάδας GRECE (Groupement de Recherches et d’ Etudes pour la CIvilisation europeenne),που υπερασπίζονται ανοιχτά μια σειρά από κλασικές θέσεις της φασιστικής (ή νεοφασιστικής) άκρας δεξιάς: αντίθεση στην ισότητα,επιθετικότητα προς το “φιλελεύθερο” κράτος, απόρριψη όχι μόνο του μαρξισμού,αλλά και της “ανατολικής ιουδαϊκής-χριστιανικής παράδοσης” κ.λπ. Για μια καλή μελέτη του GRECE και όλων των συνεπειών του,δες The New York Review of Books,24 Ιανουαρίου 1980,Thomas Sheehans, Paris: Moses and Polytheism, σελ. 13 κι εξής
7. Μια αρκετά τρομακτική εκδήλωση της ανάπτυξης αυτής της απάνθρωπης και περιφρονητικής για τη ζωή μόδας στη λαϊκή “υποκουλτούρα” ήταν η τρομερή επιτυχία (εκατομμύρια αναγνώστες και εκατομμύρια θεατές σ’ όλον τον καπιταλιστικό κόσμο) του βιβλίου και του φιλμ Damien,το κεντρικό θέμα του οποίου -και βασικό του μήνυμα- είναι μια προτροπή για τη θανάτωση ενός μικρού παιδιού επειδή αποτελεί “μετεμψύχωση του Σατανά”,το οποίο,αν μείνει ζωντανό,θα φέρει μιζέρια και θάνατο σε πολλούς ανθρώπους. Ο Carl Sagan στο βιβλίο του “The Paradoxers”,Brocca’s Brain, (Ν. Υόρκη 1978),έχει με παρόμοιο τρόπο σωστά καταγγείλει το κύμα της ψευτοεπιστήμης και αντεπιστήμης,που τώρα κατακλύζει την Αμερική,κάτω από τη σκεπή της φονταμενταλιστικής προτεσταντικής αφύπνισης,ό πως το βιβλίο The Late Great Planet Earth (Ν. Υόρκη, 1975) (πουλήθηκαν 10 εκατομ. αντίτυπα) και άλλα βιβλία που γελοιοποιούν την εξέλιξη.
8. Όπως παραδέχτηκε μια πρόσφατη μελέτη του Κλαμπ της Ρώμης (Club of Rome),μόλις κάποιος δεχτεί την υπόθεση ότι δεν υπάρχουν όρια στην πρόοδο της ανθρώπινης επιστήμης,εφευρετική πρωτοτυπία,και δυνατότητα να προσαρμοστούν οι κοινωνικού θεσμοί στις ανάγκες επιβίωσης του γένους,τα συμπεράσματα των “Ορίων της Ανάπτυξης” πέφτουν.
9. Επίτηδες έχουμε διαιρέσει το  χρονικό διάστημα 1893-1940 σε δυο ξεχωριστές περιόδους,για να τονίσουμε την ιστορική σημασία της διαχωριστικής γραμμής των γεγονότων μεταξύ 1914-18 (δηλαδή,την αρχή της παρακμής του καπιταλισμού και της αποσύνθεσης του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος). Το βιβλίο του Hans Rosenberg για τη “μακρά ύφεση του 1872-1893” είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα πραγμάτευσης ενός μακρού κύματος ως οριοθετημένης ιστορικής περιόδου (ό.π. στο κεφ. 1,σημ.2).
10. Χρησιμοποιούμε αυτό τον όρο σε αναλογία με τη λειτουργία που ο Μαρξ απέδωσε σε κρίσεις υπερπαραγωγής κατά τη διάρκεια του κανονικού επιχειρησιακού κύκλου.
11. Μια λεπτομερής περιγραφή πολλών νέων τεχνικών που έγιναν δυνατές με τη χρησιμοποίηση μικροεπεξεργαστών σχεδόν σ’ όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής,από την παραγωγή ως το τραπεζικό σύστημα, τη διδασκαλία και τη διοίκηση, παρέχεται στο βιβλίο του Dieter Balkhausen,Η τρίτη βιομηχανική επανάσταση (Die dritte industrielle Revolution,Dosseldorf 1978).
12. Στο ίδιο,σελ. 100 κι εξής,Bartelheimer και Wolf (ό.π στο κεφ.3,σημ. 28),σελ. 47-8.
13. Ventil (1979): 11.
14. Deutsche Zeitung/Christ und Welt, 8 Σεμπτεμβρίου 1978.
15. Bartelheimer και Wolf (όπ. στο κεφ. 3,σημ. 28), σελ. 49
16. Ο κύριος  Jean Voge (Le Monde, 24 Φεβρουαρίου 1980,σελ. ΧΙΙΙ) σχετίζει αυτό το πρόβλημα με έναν υποθετικό “καλπάζοντα πληθωρισμό δαπάνης πληροφοριών,αναγκαίο για την οργάνωση του κοινωνικού οικονομικού συστήματος.”. Πιο πρακτικά, θα παρατηρούσαμε ότι πρόκειται για μια χρονική καθυστέρηση μεταξύ της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών σε μαζική κλίμακα γενικά και παραγωγής σε μαζική κλίμακα εκείνου του τύπο “νέων” καταναλωτικών αγαθών, που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν υπηρεσίες,που βασίζονται πάνω σε εξατομικευμένη ανθρώπινη εργασία.
17. The Times, 23 Νοεμβρίου 1978
18. Δες τις δηλώσεις που έκαναν αντιπρόσωποι της ΙΤΤ σε μια διάσκεψη στη Γενεύη στις 9-10 Νοεμβρίου 1978,που οργανώθηκε,μεταξύ άλλων οργανισμών κι από το International Chamber of Commerce (Le Monde,12-13 Νοεμβρίου 1978). Σχετικά με τη διαμάχη για την ανεργία στη Βρετανία,δες το βιβλίο των Clive Jenkins και Barrie Sherman,The Collapse of Work, (Λονδίνο 1979) και The Economist, 9 Ιουνίου 1979.
19. Δες την ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση μεταξύ του ηγέτη των γερμανικών εργατικών συνδικάτων,Vetter,και του Mr Schleyer,προέδρου της Δυτικογερμανικής Ομοσπονδίας Εργοδοτών,στην οποία ο πρώτος επέμενε στο “δικαίωμα για δουλειά” (δηλαδή,πλήρη απασχόληση),ενώ ο δεύτερος στο “καθήκον για δουλειά” (δηλαδή,την ανάγκη να δουλέψουν πιο σκληρά οι εργάτες και να περιμένουν λιγότερο από την κοινωνική ασφάλιση υπό συνθήκες μαζικής ανεργίας) (Neue Zorcher Zeitung,25 Μαϊου 1977). Δε χρειάζεται κανείς κάποια “συνομωτική θεωρία”,για να καταλάβει ότι κάτω από τον ύστερο καπιταλισμό (παρ’ όλες τις ανοησίες για τη “μεικτή οικονομία” και το “κράτος πρόνοιας”) η αντικειμενική λειτουργία της μαζικής ανεργίας,που παραβλέπεται απ’ όλες τις δυτικές κυβερνήσεις,έγκειται ακριβώς στο να επιβάλει στους εργάτες αυτήν την “πιο υπεύθυνη” στάση )δηλαδή,να τους “πειθαρχήσει” σε μια αύξηση της παραγωγής απόλυτης υπεραξίας,όπως θα έλεγαν οι μαρξιστές).
20. Μια φαινομενικά πιο αρεστή παραλλαγή της προσπάθειας να πλησιαστεί το ποσοστό κέρδους χωρίς να φτάσει κανείς στο άκρο να καταστρέψει τελείως όλες τις δημοκρατικές ελευθερίες,θα ήταν μια μορφή νομοθετημένης εισοδηματικής πολιτικής,για την οποία οι αριστεροί κεϊνσιανοί,σαν τον καθηγητή Galbraith,αγωνίζονται όλο και πιο πολύ. Οι αυξημένες φωνές υπέρ ενός πιο επιτακτικού προγραμματισμού (κάτι που ενώνει στις ΗΠΑ τόσο διαφορετικές μορφές όπως το φιλελεύθερο καθηγητή Heilbroner και τον τραπεζικό επενδυτή της Νέας Υόρκης Felix Rohatyn) στοχεύουν,καθώς φαίνεται,στην ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο,ενός λεπτού σκέψη θα δείξει,ότι μια τέτοια ενδιάμεση λύση ανάγκης θα ανέβαλλε μόνο τη στιγμή του ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών (όπως έγινε με τα “χρυσά χρόνια» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στα 1920),χωρίς πάντως να την απέφευγε. Mια μαχητική,καλά οργανωμένη και ταυτόχρονα πολιορκημένη εργατική τάξη δε θα δεχτεί εθελοντικά ένα μακροπρόθεσμο ουσιαστικό πάγωμα ή,ακόμα χειρότερα,μείωση των πραγματικών μισθών,ακόμη και κάτω από “φιλοαριστερές” κυβερνήσεις. Αυτό ανακάλυψαν με ανησυχία οι βρετανοί και δυτικογερμανοί εργοδότες κατά τη διάρκεια του 1978,καθώς και οι ρεφορμιστές ηγέτες αυτών των χωρών. Έτσι,η ερώτηση παραμένει: Πώς μπορούν αυτή η μαχητικότητα και η αντίσταση των εργατών να σπάσουν αποφασιστικά,χωρίς βίαιη περικοπή του δικαιώματος της απεργίας,που συνεπάγεται μια όχι λιγότερο βαριά καταπάτηση της ελευθερίας του τύπου,του δικαιώματος οργάνωσης και διαδηλώσεων κ.λπ. ;
21. W. W. Rostow (ό.π. στο κεφ. 1,σημ. 3),σελ. 630
22. Δες ένα θαυμάσιο σχόλιο γι’ αυτήν την έκθεση από τον Samuel Bowles,”The Trilateral Commision: Have Capitalism and Democracy Come to a Parting of Ways?”, U.S. Capitalism in Crisis (ό.π. στο κεφ. 2,σημ.20),σελ. 261 κι εξής.
23. Μερικές από τις πραγματικά τρομακτικές πλευρές της μιζέριας του νότιου ημισφαιρίου,παρά (ή θα έπρεπε κάποιος να πει,συχνά σε λειτουργία με) την “αναπτυξιακή πρόοδο”,αποκαλύπτονται σε υγειονομικές μελέτες του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας,που παρουσιάστηκε σε διάσκεψη στο Λονδίνο στις 5-6 Ιουνίου 1978,τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας (3.2 δις. άνθρωποι από 4 δισ. κατοίκους του πλανήτη μας) δεν έχουν καμία απολύτως πρόσβαση σε ιατρική βοήθεια. Από τα 80 εκατομμύρια παιδιά,που γεννιούνται κάθε χρόνο στις καλούμενες τριτοκοσμικές χώρες,5 εκατομμύρια πεθαίνουν και 10 εκατομμύρια παραμένουν σοβαρά ανάπηρα λόγω ασθενειών,που δε θεραπεύτηκαν κατά την πρώτη περίοδο της ζωής (Le Monde, 5 Ιουνίου 1978). Το 55% των κατοίκων αυτών των χωρών (δηλαδή,πάνω από 1 δισ. άνθρωποι) υποφέρουν από υποσιτισμό,αλλά αυτό ανέρχεται στο 62,8% στην περίπτωση των παιδιών και αδυνατίζει σοβαρά την ανάπτυξη των διανοητικών τους ικανοτήτων. S. Reutlinger και M. Selowsky, Malnutrition and Povert, ευκαιριακή έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, v. 23, 1976. J. Cravieto και E. de Licardie, The Effect of Malnutrition on the Individual, A. Berg et al.,eds., Nutrition,National Development and Planning (Cambridge, Mass. 1973).
24. Στην πραγματικότητα οι μεγάλες “επιτυχείς ιστορίες” για τη βιομηχανοποίηση τριτοκοσμικών χωρών στη διάρκεια του 1960 και του 1970,όπως οι ιστορίες της Βραζιλίας και της Νότιας Κορέας,κατέστησαν δυνατή τη ριζική μείωση,και όχι την αύξηση,των πραγματικών μισθών,υποδηλώνοντας ως εκ τούτου ότι η “εσωτερική αγορά” δεν πήγε πέρα από τις μεσαίες τάξεις. Η εφημερίδα The New York Times (28 Ιουλιου 1979) δημοσίευσε ένα νηφάλιο υπολογισμό από τη Sylvia Ann Hewlett για το “κόστος ανάπτυξης” στις ημιαποικιακές χώρες: “Καπιταλιστικές στρατηγικές,για παράδειγμα στη Νιγηρία,στις Φιλιππίνες και στη Βραζιλία,έχουν επιτύχει γοργούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης,αλλά ένας τέτοιος οικονομικός δυναμισμός στηρίχτηκε πάνω στη μαζική μιζέρια. Σ’ αυτές τις χώρες τουλάχιστον το μισό των πολιτών έχει αποκλειστεί από τη διαδικασία εκσυγχρονισμού και παραμένει σ’ έσχατη φτώχεια”. Η ενδεικτική αναλογία είναι κατά τη γνώμη μας πολύ πιο κάτω από την πραγματικότητα.
25. Το πιο χτυπητό παράδειγμα μας παρέχει η βιομηχανία ενδυμάτων,για την οποία ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της συνολικής ζήτησης (είτε υπηρετούμενος από εγχώρια εμπορεύματα,είτε από εισαγόμενα) έχει πέσει στο 2% στις χώρες του ΟΟΣΑ (OECD).
26. OCDE: L’ incidence des nouveaux pays industriels sur la production et les echanges des produits manifacturs,Παρίσι,Ιούνιος 1979.
27. Το 1976 οι λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες αγόρασαν 2,5% των αμερικανικών εξαγωγών,5,5% των εξαγωγών της ΕΟΚ και 6% των ιαπωνικών εξαγωγών,και πέτυχαν αυτό το μέτριο αποτέλεσμα μόνο σωρεύοντας μεγάλα χρέη.
28. Σύμφωνα με την εφημερίδα Financial Times της 6ης Ιουλίου 1979,”ο Τρίτος Κόσμος ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος αυτάρκης σε θρεπτικά δημητριακά μέχρι το 1950,αλλά οι καθαρές εισαγωγές δημητριακών έφτασαν τα 50 εκατομμύρια τόνους το 1975 κι αναμένεται να φτάσουν τα 100 εκατομμύρια τόνους στη διάρκεια του 1980”. Ο Robin Sokal υπολογίζει τα ελλείματα του Τρίτου Κόσμου σε δημητριακά σε 85 εκατομμύρια τόνους το 1979 και 145 τόνους το 1980 (La Stampa,25 Ιουνίου 1980).
29. Ο Schumpeter χρησιμοποίησε τον όρο “δημιουργική καταστροφή” για να περιγράψει τη διαδικασία με την οποία στον καπιταλισμό τεχνολογικά καθυστερημένες επιχειρήσεις εξαλείφονται αδίστακτα από “εκσυγχρονισμένες” εταιρίες. Είναι ο τίτλος του κεφαλαίου 7 του “Capitalism,Socialism and Democracy”, 3η έκδοση (Ν. Υόρκη,1962).
30. Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας ιδεολογικής προετοιμασίας και “ιδανικής” προεξόφλησης παρέχει το βιβλίο “επιστημονικής φαντασίας”,The Third World War: August 1985,γραμμένο όχι από έναν επαγγελματία μυθιστοριογράφο αλλά από το στρατηγό Sir John Hacket και άλλους υψηλόβαθμους στρατηγούς και συμβούλους του ΝΑΤΟ. Η λειτουργία του βιβλίου είναι φανερά να προετοιμάσει το κλίμα όχι μόνο για ένα νέο κύμα εξοπλιστικών δαπανών αλλά και για μια πιθανή προληπτική στρατιωτική κίνηση από τον ιμπεριαλισμό ενάντια στην “απειλητική σοβιετική επιθετικότητα”. Τι αξία έχει απομείνει σε τέτοιους ιδεολογικούς ισχυρισμούς στα 1990;
Σχετικά: Τα κύματα KONDRATIEV

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s