Στήνοντας τα ταμπού στη γωνία…

br«Καμία χαρά δεν μπορεί να συγκριθεί με τη χαρά που νοιώθεις, όταν πατάς γερά στο έδαφος της αλήθειας».
Ρότζερ Μπέικον
 
Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που είναι πιο απλά, και άλλα που είναι πιο σύνθετα. Σημασία έχει, τελικά, να μη κάνουμε τα πρώτα απλοϊκά, και τα δεύτερα δυσεπίλυτους γρίφους που θα καταντήσουν γόρδιοι δεσμοί. Στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, καλό είναι να είμαστε σε θέση να διερευνούμε με τη δέουσα σοβαρότητα τα διάφορα ζητήματα που άπτονται της λεγόμενης Επαναστατικής καθημερινότητας. Να μπορούμε να τα μελετάμε με την απαραίτητη εμβάθυνση, αφού πρώτα «έχουμε βρέξει το θερμαινόμενο κεφάλι μας με το δροσερό νερό της ευθυκρισίας», και «έχουμε βουτήξει το μυαλό μας στη σκάφη της οξυδέρκειας». Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά όταν έχεις την πρόθεση να το επιδιώξεις έμπρακτα, κάτι θα βγει στο τέλος…
Ζώντας κάποιος ή κάποια για χρόνια μέσα στους ανατρεπτικούς κύκλους, εύκολα μπορεί να διακρίνει τις συνήθειες τους. Ένα από τα μεγαλύτερα «ταμπού», φερειπείν, στους πολύμορφους και πολύπλευρους χώρους του Επαναστατικού Κινήματος (με τις ποικίλες ιδεολογικές εκφάνσεις, αλλά και με το εύρος των επιλεγόμενων τακτικών και στρατηγικών που προτάσσονται) είναι το ζήτημα της Ένοπλης Επαναστατικής Βίας. Η στάση του καθενός απέναντι της είναι στη διακριτική ευχέρεια του. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμφωνήσει, κανείς δεν θα μεμφθεί αυτόν που θα διαφωνήσει. Το ουσιώδες στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πάνω σε ποια βάση λαμβάνει χώρα η συμφωνία ή η διαφωνία…
Στην πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου, το φαινόμενο αυτό (Ένοπλη Επαναστατική Βία) υπάρχει από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια σύντομη αναδίφηση στα παρελθοντικά χρόνια, αλλά δεν είναι ζητούμενο αυτού του σημειώματος κάτι τέτοιο. Αν, και φυσικά, η άντληση χρήσιμων συμπερασμάτων από το (πλουσιότατο σε εμπειρικό υλικό) παρελθόν είναι ένα από τα βασικότερα καθήκοντα κάθε ανθρώπου που δηλώνει ενεργός στον αγώνα για την κατάργηση της εξουσίας του αστικού κράτους και του κεφαλαίου. Γνωρίζοντας το παρελθόν και τις παρακαταθήκες του, μπορείς στο παρόν να καταστρώνεις τα πιο αποδοτικά και επικίνδυνα σχέδια για το μέλλον, όταν η αντιπαράθεση θα λάβει τα πιο κρίσιμα της χαρακτηριστικά. Το σημείο μηδέν της ολικής ρήξης απαιτεί μια λειτουργικότατη προετοιμασία σε προγενέστερο χρόνο. Αυτό διδάσκουν, και η προϊστορία της ταξικής πάλης, και η σύγχρονη εμπειρία.
Προφανώς, ο κάθε άνθρωπος κρίνει αυτές τις οργανώσεις με γνώμονα τη δική του θεώρηση. Αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο. Αυτά που είναι απαράδεκτα (και σηματοδοτούν ξεκάθαρα σημάδια συμπτωματολογίας κρίσης) είναι τα χυδαία υπονοούμενα που ακούμε κατά καιρούς για διάφορους ένοπλους συντρόφους («πρακτοροδουλειές», ψυχοπάθεια, ελιτιστές, «εμμονικοί της βίας», «φετιχιστές», «χρήσιμοι ηλίθιοι», παραστρατημένοι νεαροί που κατέστρεψαν τη ζωή τους και έβλαψαν το κίνημα…, κοκ), η αβασάνιστη και απλοϊκή αντιμετώπιση του φαινομένου με λογικές που προσομοιάζουν στο «διασκεδαστικό» χούι μιας αγωνιώδους αστυνομικής υπόθεσης -μυθιστορηματικής υφής, οι υπερβολικές και υστερικές φωνές που δημιουργούν τη δική τους «αλήθεια», αντί να επιχειρούν να διερευνήσουν τη φαιά ουσία των πραγμάτων. Όταν το 2009, φερειπείν, γνωστή οργάνωση του εγχώριου ένοπλου αντικαθεστωτικού «κινήματος», έδρασε με συγκεκριμένο τρόπο -με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια από δύο ένστολους φρουρούς της τάξης- πολλοί έσπευσαν να την κατηγορήσουν πως λειτούργησε με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί βασική αιτία για την οπισθοχώρηση της εξέγερσης του Δεκέμβρη… Μα, ήταν έτσι; Ήδη είχε αρχίσει να παρατηρείται μια (λογικά ερμηνεύσιμη) κάμψη στην ένταση της συγκρουσιακής πρακτικής και των ευρύτερων κινητοποιήσεων, στην οποία είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς σοβαρός πως έβαλε το χέρι του ο άφαντος μέχρι συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος Επαναστατικός Αγώνας.
 
Ανεξάρτητα αν συμφωνεί κάποιος ή κάποια με τον πολιτικό λόγο που εκφέρουν οι διάφορες οργανώσεις ένοπλης βίας, ή ακόμα και με τη χρησιμότητα αυτής της πρακτικής εν τέλει σε συνθήκες Δημοκρατίας, δεν πρέπει να αγνοούμε πως πρόκειται.(ξεκάθαρα και πρωτίστως) για πολιτικές οργανώσεις. Με συγκεκριμένο λόγο, στόχευση, συμπεράσματα, προτάσεις, επιχειρήματα, θεώρηση, εκτιμήσεις. Θα ήταν προτιμότερο να γίνεται η κριτική επί τη βάση αυτών των υπαρκτών δεδομένων, για τα οποία άλλωστε γράφονται και οι προκηρύξεις τους. Δεν γράφουν, ούτε γιατί συμμετέχουν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ούτε για να κάνουν επίδειξη γνώσεων και πνεύματος. Προφανώς, δεν ρισκάρει κανείς τη ζωή και την ελευθερία του για να κάνει πρόζα… Είναι πολύ σημαντικό, εξάλλου, να ερμηνεύουμε κάποιον για αυτό που λέει πως είναι και όχι να του προσάπτουμε δικούς μας χαρακτηρισμούς και προσδιορισμούς (που βολεύουν την όψιμη πολεμική που ετοιμάζουμε να εξαπολύσουμε), χωρίς να τον έχουμε ακούσει.
 
 Όπως, βέβαια, χρήσιμη είναι και η αυτοκριτική από την πλευρά αυτών των πολιτικών υποκειμένων, που επέλεξαν να ασκήσουν Ένοπλη Βία. Σε διαλεκτική μορφή με τους αληλλέγγυους, το κίνημα, το χώρο, την κοινωνία, ακόμα και με τους εαυτούς τους. Όπως έκαναν στο παρελθόν, άλλωστε, αρκετές οργανώσεις στο εξωτερικό (πχ, Ερυθρές Ταξιαρχίες, RAF, κοκ). Ποια (θεωρούν πως είναι) τα λάθη τους, που αποδίδουν τις όποιες στρατιωτικού περιεχομένου αποτυχίες τους (πχ, συλλήψεις), ποια η συμβολή τους στο ευρύτερο Επαναστατικό Μέτωπο της χώρας τους και όχι μόνο, πόσο πέτυχαν στην προώθηση της πολιτικής πλατφόρμας που κατέθεσαν σε παρελθόντα χρόνο, τι (εκτιμούν πως) μέλλει γενέσθαι, ποια η αλληλεπίδραση τους με τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται, κλπ.
Αυτές οι οργανώσεις -δεν πρέπει να το παραγνωρίζουμε αυτό- μας βοηθούν πολλές φορές να εξάγουμε συμπεράσματα για το είδος του επιπέδου της αντιπαράθεσης που διεξάγεται ανάμεσα στις δυνάμεις της αστικής εξουσίας και τους συνειδητοποιημένους αντιπάλους της (είτε είναι «κόκκινης» απόχρωσης, είτε «μαύρης», είτε πρόκειται για ανένταχτους αγωνιστές). Πχ, ένοπλες οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που αναπτύσσουν τη λογική της κοινωνικής απεύθυνσης, μας θυμίζουν με τον πιο άμεσο τρόπο πως δεν μπορεί να γίνει καμία Επανάσταση χωρίς κοινωνική συμμετοχή σε βίαιες ανατρεπτικές διεργασίες. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια μέσα από τον αναρχικό χώρο έχουν ξεπηδήσει αντικοινωνιστικές/ μηδενιστικές αντιλήψεις. Πολλοί έχουν σταθεί επικριτικά απέναντι σε αυτή την τάση, εστιάζοντας σε αρκετά σημεία. Το θέμα είναι να μπορούμε να κατανοήσουμε -αρχικά- πως δεν ευθύνεται, για παράδειγμα, η Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς για το γεγονός πως σε καιρούς κρίσης δεν έλαβε χώρα η Επανάσταση. Ίσως, μας δίνεται μια καλή δυνατότητα να διερευνήσουμε το βαθμό αποδοχής από την κοινωνία διάφορων κυριαρχικών παγίδων, όταν διαβάζουμε τα κείμενα της συγκεκριμένης αντίληψης -με ενδιαφέρον να δούμε τι θέλουν να πουν, ώστε να ακονίσουμε τη σκέψη μας. Ίσως, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πως χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα για την έφοδο στον Ουρανό, καθώς η ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα κάποιες ιστορικές περιόδους είναι πιο δύσκολη από τη μενταλιτέ των ίδιων των αντικειμενικών συνθηκών -που επικρατούν σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.
Η αλληλεγγύη απέναντι σε κάθε άνθρωπο που βρίσκεται στα κρατικά κελιά όμηρος για την επαναστατική του δράση είναι μια συνθήκη που μας κάνει δυνατότερους. Πόσες φορές έχουμε δει το σύνθημα πως «όποιος ξεχάσει τους αιχμαλώτους του κοινωνικού πολέμου, θα ξεχάσει και τον ίδιο τον πόλεμο»…. Ο καθένας και η καθεμία οφείλουμε να συνυπολογίζουμε τις διαφωνίες, τις αιτιάσεις, το οτιδήποτε μπορεί να μας κάνει να μένουμε σε ιδεολογική και συναισθηματική απόσταση από κάποια οργάνωση. Αυτό είναι κάτι που κινείται στη σφαίρα του φυσιολογικού. Και του ευκταίου, θα μπορούσε να προσθέσει ο άρχοντας του κυνισμού. Όμως, κάθε άνθρωπος που συντάσσεται στον πολύμορφο αγώνα ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα και πληρώνει το τίμημα των επιλογών του να δράσει παράνομα με πολύχρονες καταδίκες (ή ακόμα και με θάνατο ή ακρωτηριασμό, βλ. περιπτώσεις Λάμπρου Φούντα και Σ. Σεϊσίδη), αξίζει μιας πιο ουσιαστικής διερεύνησης ως προς το φαινότυπο της δραστηριοποίησης του. Φυσικά, όχι με τους όρους και τα επιτηδευμένα τεχνάσματα της αστικής κοινωνιολογίας ή της αντίστοιχης εγκληματολογικής επιστημολογικής προσέγγισης. Για αυτά, υπάρχουν στη διάθεση του κράτους αρκετοί πρόθυμοι, και πληρώνονται πολύ καλά για τις υπηρεσίες τους.
Το παρόν κείμενο δεν θέλει πλαγίως να προτρέψει κανέναν σε τίποτα, ούτε να ηρωοποιήσει τους ένοπλους αγωνιστές. Σε τέτοια σύνθετα ζητήματα δεν χωράει ούτε η υποτίμηση, ούτε η υπερτίμηση. Πόσο μάλλον, ο όψιμος οπαδισμός ενός τυφλού και κοντοπόδαρου κοπαδιού που βυθίζεται στο συνειδησιακό τέλμα και απαρτίζεται από χειροκροτητές ανίκανους να σταθούν ώριμα απέναντι στο φαινόμενο, στις υποχρεώσεις που γεννάει και στους συμβολισμούς που -εκ των πραγμάτων- διαθέτει ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Στόχος αυτών των λέξεων είναι να καταθέσουν ερωτήματα, που θα λειτουργήσουν ως αφορμές για σκέψη. Τελικά, πολλές φορές αρκεί να θέτεις τα κατάλληλα ερωτήματα, παρά να βιάζεσαι να κραυγάσεις τις ετοιματζήδικες απαντήσεις σου… Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, πως το αστικό κράτος πασχίζει να αποκόψει τους αντάρτες από τους φυσικούς τους χώρους, να τους απομονώσει, να τους διαβάλλει, γιατί γνωρίζει τα οφέλη που θα αποκομίσει αν πραγματώνεται με επιτυχημένο τρόπο μια παρόμοια τακτική. Ας αναλογιστούμε το επικοινωνιακό μπαράζ που υιοθέτησε, πχ, το βρετανικό κράτος για την καταστολή του IRA, ας ανατρέξουμε στις ανάλογες επιδιώξεις των εγχώριων κατασταλτικών επιχειρήσεων στην υπόθεση της 17Ν, ας φέρουμε στο νου μας πως αντιμετωπίζονται ανά τον κόσμο από τα ιερατεία της κυριαρχικής προπαγάνδας διάφορα ένοπλα απελευθερωτικά εγχειρήματα (διαφόρων ιδεολογικών αποχρώσεων) και θα καταλάβουμε πολύ εύκολα πως αν δεν στεκόμαστε εμείς ως αλληλέγγυοι στο ύψος των περιστάσεων, απλά διευκολύνουμε το αστικό κράτος στο έργο του. Ας μην τους βάζουμε βούτυρο στο ψωμί τους τόσο εύκολα…
Για να πετάξουν κάποτε τα πουλιά της Επανάστασης προς τους Ουρανούς της Οριστικής Εγκαθίδρυσης θα πρέπει να μην κλωτσάμε αυτά που δεν μας αρέσει το χρώμα τους, πλησιάζοντας και ταΐζοντας μόνο εκείνα που μας αρέσουν. Ο αγώνας δεν είναι ζήτημα προτιμήσεων, αλλά οξύνοιας και εύστοχων κινητικοτήτων… Η αλληλεγγύη σε κάθε αγωνιστή (ανεξάρτητα από τη φιλοσοφική και πολιτική οπτική που αναπτύσσει με το λόγο του και τη δράση του) είναι ένα ζητούμενο, που παλαντζάρει ανάμεσα στην ωριμότητα και στα τρωτά του στρατοπέδου μας, έστω και αν ο καμβάς των δεδομένων διαφορών δεν λειτουργεί πάντα ως επίφαση…
Της Οφηλίας Ρεντ
Advertisements

3 responses to “Στήνοντας τα ταμπού στη γωνία…

  1. Στις 3.30 τα ξημερώματα της Δευτέρας Ομάδα τεσσάρων ατόμων άνοιξε πυρ με καλάσνικοφ μπροστά από το σπίτι του γερμανού πρέσβη, Βόλφγκανγκ Ντολτ, στην περιοχή του Χαλανδρίου. left.gr
    Προφανώς οι δράστες της επίθεσης θεωρούν ότι τα δεινά του μνημονίου, εντάσσονται σε ένα γερμανικής έμπνευσης σχέδιο υποδούλωσης της χώρας, γεγονός που πρέπει να αντιμετωπιστεί με ένα είδος εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
    Στην πραγματικότητα τα τελευταία 4 χρόνια αυτό που ζούμε είναι ένας εμφύλιος ταξικός πόλεμος εναντίον της εργατικής τάξης και των απόκληρων που ζούν σ’ αυτή τη χώρα. ¨Ενας πόλεμος με πρωταγωνιστή και εκτελεστή το ελληνικό κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκπροσώπους. Αυτοί ψηφίζουν τα μέτρα, αυτοί, απολύουν τον κόσμο, αυτοί δεν πληρώνουν τα μεροκάματα, αυτοί επιβάλλουν φόρους ακόμα και για να αναπνέουμε. Αυτοί διαλύουν το σύστημα υγείας, αυτοί κλέινουν σχολέια καιο νοσοκομεία, αυτοί ρίχνουν χημικά και σπάνε κεφάλια στις διαδηλώσεις. αυτοί τρομοκρατούν όσους απεργουν, αυτοί είναι που μας λένε ότι αυτά τα μέτρα έπρεπε να τα είχαμε πάρει και μόνοι «μας».
    Όσοι συνεχίζουν να δείχνουν γερμανους, αμερικάνους, μασωνους και εβραίους, συσκοτίζουν το μετωπο και βγάζουν λάδι αυτούς που σε τελευταία ανάλυση μπορεί το κίνημα να ανατρέψει με τους αγώνες του. Με τη Μέρκελ ασχολείται ο Τράγκας και η ίδια η κυβέρνηση που παριστάνει τον αιχμάλωτό της. Σε όσους αρέσει το κουτόχορτο μπορούν να κάνουν το ίδιο, είναι εντελως ανεξοδο.
    Ο ΕΧΡΘΡΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗ ΧΩΡΑ «ΜΑΣ»

    Μου αρέσει!

  2. Παράθεμα: Στην ίδια “μας” τη χώρα είναι ο εχθρός | Κομμουνιστική Επαναστατική Δράση ★·

  3. Από τη μια γράφεις ότι “ο κάθε άνθρωπος κρίνει αυτές τις οργανώσεις με γνώμονα τη δική του θεώρηση, αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο”. Και δηλώνεις ότι “το παρόν κείμενο δεν θέλει πλαγίως να προτρέψει κανέναν σε τίποτα” αλλά απλά να θέσει ερωτήματα ως τροφή για σκέψη.
    Από την άλλη βγάζεις το φετφά για το ποιες θεωρήσεις είναι “απαράδεκτες”. Το οποίο σημαίνει ότι σίγουρα τουλάχιστον θες να “αποτρέψεις κάποιον από κάτι”, και ταυτόχρονα έχεις να προσφέρεις και απαντήσεις εκτός από ερωτήματα … Τίποτα από τα δύο δεν είναι κατακριτέο κατ’ εμέ, το αντίθετο μάλιστα.
    Το λέω απλά επειδή παρακάτω σπεύδεις να ψέξεις όσους “βιάζονται να κραυγάσουν τις ετοιματζίδικες απαντήσεις τους” . Είναι κουραστικό και ανούσιο αυτό το τετριμμένο “επιχείρημα” των “ετοιματζίδικων” απαντήσεων. Μείνε στην ουσία των απαντήσεων που δεν σ’ αρέσουν. Το αν αυτοί που τις εκφέρουν “βιάζονται”, “κραυγάζουν” ή “τις βρήκαν έτοιμες”, λίγη σημασία έχει.
    Πόσο μάλλον που την ίδια στιγμή, κι εσύ βιάζεσαι να βγάλεις το φετφά για το τι είναι απαράδεκτο ή από την άλλη να κραυγάσεις εναντίον ενός ασαφέστατα προσδιορισμένου “κοπαδιού” το οποίο είναι “τυφλό”, “κοντοπόδαρο”, διακρίνεται από “όψιμο οπαδισμό”, “βυθίζεται στο συνειδησιακό τέλμα και απαρτίζεται από χειροκροτητές ανίκανους να σταθούν ώριμα απέναντι στο φαινόμενο”.
    Τώρα γιατί είναι “απαράδεκτο” να μιλήσει κανείς για “παραστρατημένους νεαρούς που κατέστρεψαν τη ζωή τους και έβλαψαν το κίνημα” αλλά εσύ που ορίζεις το παραπάνω ως “χυδαίο”, επιτίθεσαι σε κάποιο “κοπάδι οπαδών” τους, με όχι λιγότερο χυδαίους όρους, αυτό είναι απορίας άξιο…
    Δεν είμαι καθόλου οπαδός των θεωρήσεων που συνήθως -για οικονομία χρόνου- ονομάζουμε συνομωσιολογικές. Ωστόσο δεν είναι καθόλου απαράδεκτο και χυδαίο να υποστηρίξει κανείς ότι μια συγκεκριμένη ενέργεια ή οργάνωση είναι “δουλεία μυστικών υπηρεσιών”. Μπορεί να είναι “ετοιματζίδικο”, μπορεί να είναι η εύκολη απάντηση για να μην λερώσουμε τα χέρια μας ή κουράσουμε το μυαλό μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι απαράδεκτο ή ότι είναι πάντα μια απλοϊκή αντιμετώπιση τύπου αστυνομικού μυθιστορήματος. Γιατί όποιος αποκλείει a priori την περίπτωση “δουλείας μυστικών υπηρεσιών” είναι μάλλον λάτρης του αφελούς ρομαντικού μυθιστορήματος, που δεν άκουσε ποτέ πχ (ή δεν θέλει ν’ ακούσει γιατί του χαλάει το αγνό, ρομαντικό, επαναστατικό συννεφάκι του) για τα ιταλικά “χρόνια του μολυβιού” και την επιχείρηση Gladio.
    Επίσης δεν θεωρώ καθόλου απαράδεκτο, ούτε χυδαίο, το να χαρακτηρίσει κανείς πχ ελιτιστές ή φετιχιστές της βίας, κάποιες συγκεκριμένες ομάδες “ατομικής τρομοκρατίας”. Αυτό είναι πολιτικός χαρακτηρισμός με βάση τις απόψεις που διατυπώνουν στις προκηρύξεις τους. Από πότε είναι απαράδεκτο και χυδαίο να πούμε ότι ο “επαναστατικός μηδενισμός” πχ, είναι ελιτίστικος και φετιχοποιεί τη βία;;;
    Να τα στήσουμε λοιπόν τα κυρίαρχα ταμπού στην γωνία… Προσοχή μόνο μην τα αντικαταστήσουμε με τα “εναλλακτικά” ταμπού που μέχρι τώρα ήταν στη γωνία…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s