Ο ταξικός πόλεμος και η κρίση του υπαρκτού συνδικαλισμού

syndikal

Βαγγέλης Κούταλης

Έχει αρκετές φορές, και με διάφορους τρόπους, επισημανθεί ότι αυτό που διαδραματίζεται τα τελευταία 4 χρόνια στην ελληνική κοινωνία δεν είναι τίποτα λιγότερο από έναν πόλεμο. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι εκείνοι που περισσότερο επίμονα τονίζουν πως όντως πρόκειται για κάποιου είδους πόλεμο είναι οι ίδιοι οι αστοί πολιτικοί: κάπως έτσι δεν δικαιολογούνται, στα δελτία των οχτώ, από το 2009 και μετά, οι έκτακτες νομοθεσίες;

Κάτω, όμως, από τις δραματικές εκκλήσεις για συστράτευση, που κατακλύζουν το δημόσιο λόγο, αλλά και κάτω από τις οιμωγές περί των αδιεξόδων της μνημονιακής πολιτικής, που βρίσκει κανείς εν αφθονία στις αριστερές εφημερίδες και ιστοσελίδες, υπάρχει κάτι που μονίμως απωθείται, που μονάχα εμμέσως ή από σπόντα εκδηλώνει την πραγματικότητά του: ο ξεκάθαρα, αμείλικτα, ταξικός χαρακτήρας αυτού του πολέμου. Ξένοι δανειστές και Έλληνες πολίτες, δυνάστες τοκογλύφοι και ανυπότακτος λαός, ανεύθυνοι επιχειρηματίες και ξεζουμισμένοι βιοπαλαιστές, όλες αυτές οι κοινότυπες, σχεδόν γελοιογραφικές αναπαραστάσεις εμφανίζονται καταιγιστικά, και σε χίλιες δυο παραλλαγές, πάνω στην επιφάνεια της αδιάκοπα ανοιχτής οθόνης, συσκοτίζοντας το γεγονός ότι είναι η εγχώρια αστική τάξη που έχει εξαπολύσει μια ανελέητη πολεμική εκστρατεία ενάντια στο προλεταριάτο που ζει στην Ελλάδα. Αυτό είναι και το μόνο μαύρο στην οθόνη με το οποίο θα άξιζε κανείς να ασχοληθεί: η απόκρυψη, τόσο από το in.gr όσο και από το left.gr, του ταξικού πολέμου, με κύριο φορέα και οργανωτή των εχθροπραξιών το ίδιο το κράτος, και με στόχο την επέκταση της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας και την αύξηση της έντασής της.
Και ήδη η έκβαση ορισμένων αποφασιστικής σημασίας μαχών έχει κριθεί. Όπως σε κάθε πόλεμο, έτσι κι εδώ, υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, κατακτήσεις, έπαθλα, απώλειες, συσσωρευμένα ερείπια. Σίγουρα, η αστική τάξη μέχρι τώρα δεν έχει μόνο νίκες να επιδείξει. Διαδοχικά κυβερνητικά σχήματα του πολιτικού προσωπικού της κατέρρευσαν υπό το βάρος των κοινωνικών αντιστάσεων στην πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης». Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, η επικράτηση της αστικής τάξης ήταν ομολογουμένως συντριπτική. Αυτό ισχύει προπάντων για το οργανωμένο εργατικό κίνημα, για τις συνδικαλιστικές κοινωνικές μεσολαβήσεις της εργατικής τάξης: εδώ, απ’ ό,τι φαίνεται, η επίθεση του κεφαλαίου εξελίχθηκε σχεδόν σε περίπατο, ή τουλάχιστον συνάντησε εντυπωσιακά μικρότερη αντίσταση από αυτήν που αρχικά προέβλεπαν τα αστικά επιτελεία.
Σήμερα, τα συνδικάτα, έχοντας μετά την υπογραφή της τελευταία Συλλογικής Σύμβασης αποδεχτεί όλες τις αλλαγές στη νομοθεσία που διέπει τις εργασιακές σχέσεις και όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις υποτίμησης της ζωντανής εργασίας, δεν αναλαμβάνουν πλέον παρά την ευθύνη να υπερασπιστούν την απλή υπόστασή τους ως κοινωνικοί εταίροι, μια ύπαρξη αποψιλωμένη από κάθε πρόσθετο ρόλο εκτός από αυτόν της καθαρής αναπαραγωγής ή της διακοσμητικής παρουσίας. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε «πώς φτάσαμε ως εδώ;» Πώς οι απειλές της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, κάθε φορά που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωνε νέα αντεργατικά μέτρα, αποδείχθηκαν τελικά πυρά νεροπίστολου απέναντι σε ερπυστριοφόρα; Πώς το περίφημο «κατέβασμα του διακόπτη», από την άλλοτε πανίσχυρη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, που τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 τρομοκρατούσε τους αστούς, στις μέρες μας κατέληξε να πτοεί μονάχα τους εστιάτορες και τους περιπτεράδες (θα χαλάσουν ευπαθή προϊόντα στα ψυγεία, από μια κινητοποίηση με μικρό πραγματικό κοινωνικό αντίκτυπο); Πώς εφαρμόστηκαν, τόσο εύκολα, συγκριτικά τουλάχιστον με το παρελθόν, όλες αυτές οι επιστρατεύσεις απεργών; Πώς απομονώθηκαν οι πιο μαχητικές κλαδικές απεργίες (όπως αυτές των εργατών στην τοπική αυτοδιοίκηση και στην εκπαίδευση) και οδηγήθηκαν σε ήττες, με τις ηγεσίες των συνδικαλιστικών ομοσπονδιών να σφυρίζουν αδιάφορα;
Προς το παρόν, επείγει να θέσουμε ένα άλλο ερώτημα: τι σημαίνει το ότι φτάσαμε ως εδώ; Στους κύκλους της νέας σοσιαλδημοκρατίας (κι εννοούμε, ασφαλώς, με αυτόν τον όρο τον ΣΥΡΙΖΑ), αλλά και για ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα συνδέεται με το πρόβλημα της αλλαγής συσχετισμών στο οργανωμένο εργατικό κίνημα, με την «ανακατάληψη των συνδικάτων». Για τη χρεωκοπία του εγχώριου συνδικαλιστικού κινήματος υπόλογη είναι η γραφειοκρατία της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας που κυριαρχούσε, όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, σε αυτό. Άπαξ και η «αριστερά», όπως συνήθως λέγεται, δράσει συντεταγμένα ώστε να διαμορφωθούν νέες πλειοψηφίες, τότε τα συνδικάτα μπορούν να ανακτήσουν την αληθινή ταξική τους λειτουργία, να ξαναγίνουν «σχολεία του κομμουνισμού», σύμφωνα με μια γνωστή διατύπωση του Λένιν, ή τουλάχιστον φορείς μιας πραγματικής προλεταριακής εναντίωσης στο κεφάλαιο. Αν αυτό που κυρίως πρέπει να αλλάξει στα συνδικάτα είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί εντός τους, και πιο συγκεκριμένα ακόμα οι πολιτικές προτιμήσεις των συνδικαλιστικών ηγεσιών, τότε τα καθήκοντα στη συγκυρία είναι κάπως απλά: συντονισμένη πίεση από την «αριστερά» για μαχητικές αποφάσεις των συνδικάτων και συντονισμένη δράση, μέσα από μια κοινή πολιτική καμπάνια της «αριστεράς», για τον πολλαπλασιασμό και την όξυνση των αντιπαραθέσεων που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την παλιά σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία. Εξίσου απλή είναι και η φόρμουλα της προλεταριακής ενότητας: ενότητα της συνδικαλιστικής «αριστεράς» μέσα από κοινές εκλογικές λίστες.
Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι, στο χώρο που πια προσδιορίζεται ως «αριστερά», η μαρξιστική κριτική ενός ολόκληρου αιώνα στο συνδικαλισμό, όχι μόνο στο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, αλλά στο συνδικαλισμό ως πρακτική ταξικής διαπραγμάτευσης για την πώληση με καλύτερους όρους ενός εμπορεύματος, αυτού της δύναμης προς εργασία, έχει μπει στο συρτάρι όπου φυλάσσονται οι λησμονημένες παλιατζούρες, με την ίδια απερισκεψία που η λέξη «λαός» προφέρεται ασταμάτητα, όλον αυτόν τον καιρό, στη θέση της λέξης «προλεταριάτο», με την ίδια βιασύνη με την οποία οι αναλύσεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης εκτοπίστηκαν από εύπεπτα manuals ταχείας εξόδου από την κρίση χρέους μιας εθνικής οικονομίας («υπάρχει τρόπος να γυρίσουμε το ρολόι πριν από τη στιγμή που ο Παπανδρέου στήθηκε μπροστά στις κάμερες στο Καστελόριζο»). Σε όλες αυτές περιπτώσεις το τίμημα της μετάβασης από τον «ξύλινο λόγο» της μεταπολιτευτικής άκρας αριστεράς στη βελούδινη ιδιόλεκτο της «ριζοσπαστικής», αλλά ικανής να κυβερνήσει και να σώσει «τον τόπο», αριστεράς είναι το ίδιο: όχι μονάχα η απώθηση του ασυμφιλίωτου κοινωνικού ανταγωνισμού, ο οποίος λανθάνει στα βάθη της κανονικής κοινωνικής ζωής και σήμερα, που εκδηλώνεται ανοιχτά η κρίση των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων, έρχεται στην επιφάνεια ως πόλεμος επιβίωσης, αλλά και η απώθηση ορισμένων από τους πλέον αποτελεσματικούς μηχανισμούς με τους οποίους διασφαλίζεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.
Ας γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι: πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα ταξικής παράλυσης και συστηματικής συνεργασίας με την εργοδοσία (εν προκειμένω, το κράτος) είναι το σωματείο εργαζομένων στον ΗΣΑΠ, που ελέγχεται, σχεδόν απόλυτα, και για χρόνια, από την «αριστερά», στην ιδεοτυπική μορφή της, δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί το «κόκκινο» συνδικάτο οικοδόμων απέτυχε να ορθώσει έστω και στοιχειώδεις γραμμές άμυνας για τους εργάτες του εν λόγω κλάδου, ο οποίος κυριολεκτικά σαρώθηκε από την καπιταλιστική επίθεση; Γιατί ακόμα και οι μορφές συνδικαλισμού βάσης, όπου δραστηριοποιούνται κυρίως σύντροφοι/ισσες από τον αυτόνομο/αντιεξουσιαστικό χώρο, αντιμετωπίζουν τρομακτικές δυσκολίες να συσπειρώσουν τις κοινωνικές δυνάμεις στις οποίες αναφέρονται και να οργανώσουν άγριες απεργίες; Αναμφίβολα, θα ήταν άδικο να τοποθετήσει κανείς υπό έναν κοινό παρονομαστή τους κυνικούς γραφειοκράτες του ΣΥΡΙΖΑ με τους αγωνιστές αναρχικούς εργάτες του ΣΒΕΟΔ. Ο κόμπος, ωστόσο, παραμένει: η αδυναμία των συνδικάτων να λειτουργήσουν, στις σημερινές συνθήκες και υπό τη σημερινή τους μορφή, ως όργανα άμυνας για την εργατική τάξη.
Αυτή η αδυναμία είναι ένα από τα συμπτώματα του γεγονότος ότι η κρίση του κεφαλαίου εκδηλώνεται και ως κρίση της εργασίας. Αλλά πριν υπεισέλθει κανείς σε μια τέτοια κουβέντα δε θα ήταν άσκοπο να ανατρέξει (και σε αυτό θα αρκεστούμε εδώ) σε ορισμένες ιδέες που αναπτύχθηκαν, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, από κάποιους, κάθε άλλο παρά περιθωριακούς, πρόμαχους του επαναστατικού μαρξισμού (όπως λ.χ. ο Γκράμσι, τον οποίο σήμερα τόσο βάναυσα κακοποιούν οι θεωρητικοί της νέας σοσιαλδημοκρατίας). Τα συνδικάτα είναι, εξ ορισμού, μορφές προσφυείς στην κοινωνική ειρήνη, όχι στον ταξικό πόλεμο. Διαπραγματεύονται κάτι προς πώληση, και ήδη εκ των προτέρων αναγνωρίζουν αυτό το κάτι, τη δύναμη προς εργασία, ως εμπόρευμα που μπορεί να πωληθεί στην καπιταλιστική αγορά. Υπό κανονικές συνθήκες, όταν επικρατεί ταξική ειρήνη, μπορούν να λειτουργήσουν ως όργανα άμυνας για το προλεταριάτο, αλλά και πάλι εντός πεπερασμένων ορίων, τα οποία συναρτώνται με την ενδημική σε αυτά τάση γραφειοκρατικοποίησης: δεν υπάρχει συνδικαλισμός χωρίς επαγγελματίες συνδικαλιστές, χωρίς εργάτες που αποσπώνται από τους συναδέλφους τους για να γίνουν «εκπρόσωποί» τους στη διαπραγμάτευση με τα αφεντικά, και να αναλώνουν το χρόνο τους, σχεδόν αποκλειστικά, σε μέριμνες οργανωτικές, σε αρχαιρεσίες, σε συναλλαγές με την εργοδοσία, σε συμφωνίες κορυφής κ.ο.κ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα συνδικάτα μπορούν να αποβούν πραγματικά χρήσιμα όργανα ταξικής άμυνας μονάχα στο βαθμό που επικρατούν εντός τους συνθήκες εργατικής δημοκρατίας, όταν οι ίδιοι οι συνδικαλισμένοι εργάτες μπορούν να ελέγχουν τις οργανώσεις τους, αποτρέποντας την εδραίωση της κυριαρχίας της μίας ή της άλλης πολιτικής τάσης του εργατικού κινήματος, καθώς και την αυτονόμηση των επαγγελματικοποιημένων εκπροσώπων τους.
Σε συνθήκες ταξικού πολέμου, είναι κυρίως οι μορφές αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης (συμβούλια, συνελεύσεις γειτονιάς, επιτροπές αυτοάμυνας ή κατάληψης εργασιακών χώρων, κλπ.), οι μορφές στις οποίες η δύναμη προς εργασία δεν αναγνωρίζεται ως εμπόρευμα, αλλά ως δύναμη συντακτική, δημιουργική, ως ικανότητα θέσμισης, συγκρότησης νέων κοινωνικών σχέσεων, που μπορούν να εγγυηθούν την αποτελεσματικότητα της ταξικής άμυνας και την ισχύ της ταξικής επίθεσης. Τα συνδικάτα, υπό τέτοιες συνθήκες, δεν ανακαταλαμβάνονται από τα μαχητικά τμήματα του προλεταριάτου. Ξεπερνιούνται: αυτό συνέβη, άλλωστε, ιστορικά σε όλες τις περιπτώσεις όπου η εργατική τάξη αντιμετώπισε μεγάλης εμβέλειας καπιταλιστικές επιθέσεις. Ακόμα κι αν τα συνδικάτα είναι αυτά που μπορούσαν να κηρύξουν γενικές απεργίες, πάντα ήταν οι μορφές αυτοοργάνωσης εκείνες που διαμόρφωναν το τερέν της σύγκρουσης, που έθεταν την εργατική τάξη ως μια τάξη απέναντι σε μιαν άλλη τάξη.
Σήμερα, όμως, υπάρχει κι ένας πρόσθετος παράγοντας που εξηγεί γιατί τα συνδικάτα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ηττώνται πριν καν μπουν στη μάχη, ή συχνά παίζουν ένα ρόλο παραλυτικό. Για κάμποσες δεκαετίες, στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, εξελισσόταν μια διαδικασία εγγραφής της ζωντανής εργασίας στην υπάρχουσα πολιτική διάταξη. Οι νομοθεσίες για τις εργασιακές σχέσεις και τα εργασιακά δικαιώματα δεν εξασφάλιζαν μονάχα πολιτικό χώρο στην εργατική τάξη. Κατοχύρωναν, επίσης, και τους όρους κοινωνικού ελέγχου της εργασίας από το κράτος, ως εγγυητή των γενικών συνθηκών της καπιταλιστικής παραγωγής. Η μετατροπή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας σε υπαλληλικό προσωπικό του κράτους (όπως π.χ. συνέβαινε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου τα συνδικάτα είχαν άμεση εμπλοκή στη διοίκηση των προγραμμάτων διαχείρισης της ανεργίας) είναι μονάχα η κορυφή σε αυτό το παγόβουνο. Τις συνέπειες αυτής της διαδικασίας πολιτικής εγγραφής μπορούμε να τις διαπιστώσουμε αν αναρωτηθούμε τι σημαίνει λ.χ. για έναν κομμουνιστή εργάτη το γεγονός ότι δρώντας ως συνδικαλιστής σήμερα καλείται να συμμετέχει σε μια σειρά από μικρές και μεγάλες εκλογές, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν να κάνουν με θέσεις διαχείρισης στα όρια ή ακόμα και στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού. Το ότι, ακόμα και μετά την ολοσχερή σχεδόν κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας, στην Ελλάδα οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κράτους εξακολουθούν να δηλώνουν ότι σέβονται και αναγνωρίζουν τα συνδικάτα ως κοινωνικούς εταίρους δεν είναι απλά ευφημισμός: τα συνδικάτα, όσο κι αν δυνητικά μπορούν να γίνουν «σχολείο» του ταξικού αγώνα, είναι αντικειμενικά ένας από τους πιο δραστικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (αν μπορούμε να επικαλεστούμε τη σχετική θεωρία του Γκράμσι έτσι όπως εξελίχθηκε από τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά), ένα από τα πιο δραστικά μέσα διαιώνισης του κράτους και του κεφαλαίου ως αυτονόητα αναγκαίων, φυσικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων.
Καμιά αντικαπιταλιστική πολιτική στρατηγική δε μπορεί να παρακάμψει τα συνδικάτα, γιατί αυτά παραμένουν ο μόνος θεσμός που στα μάτια της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης διαθέτει τη δικαιοδοσία να σταματήσει την καπιταλιστική παραγωγή. Όποια πολιτική στρατηγική, όμως, επικεντρωθεί στα συνδικάτα, στην αλλαγή πολιτικών συσχετισμών εντός των συνδικάτων, δε θα είναι παρά μια στρατηγική προδιαγεγραμμένης ήττας ή ενσωμάτωσης. Για να το πούμε αλλιώς: θα ενισχύει την τάση υποταγής της ζωντανής εργασίας, όχι την τάση της αυτοχειραφέτησής της.
Μπορούμε, σήμερα, να φανταστούμε ένα μαχητικό, ανεξάρτητο από το κράτος, συνδικαλισμό, σε μια εποχή μάλιστα όπου μετά από τρεις δεκαετίες νεοφιλελεύθερων απορρυθμίσεων της αγοράς εργασίας έχει μεταβληθεί αισθητά τόσο η τεχνική όσο και η πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης, με ένα σημαντικό, και ολοένα ογκούμενο, τμήμα της να εργάζεται σε συνθήκες πλήρους ευελιξίας και επισφάλειας, όπου ο παραδοσιακός συνδικαλισμός δεν έχει καν νόημα, αφού δεν υπάρχει καν καθορισμένος εργασιακός χώρος, ούτε και ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στην εμπειρία της εργασίας και σε αυτήν της ανεργίας; Μπορούμε να φανταστούμε μια ριζική ανανέωση των παραδεδομένων μορφών άμυνας της εργατικής τάξης, ή και διαπραγμάτευσης της θέσης της στην κοινωνική παραγωγή, χωρίς να υποπέσουμε στα παλιά ολέθρια σφάλματα του σεκταρισμού και του τυχοδιωκτισμού των διασπαστικών «κόκκινων συνδικάτων» (μια λογική που επί της ουσίας δε διαφέρει από τη λογική της αλλαγής συσχετισμών); Όσο δύσκολο κι αν είναι, προς το παρόν, να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να τα θέσουμε ανοιχτά, ξαναβάζοντας στο τραπέζι αφενός την κριτική στο συνδικαλισμό, απότοκος η ίδια της οδυνηρής εμπειρίας ενός αιώνα γραφειοκρατικοποίησης και ενσωμάτωσης στο καπιταλιστικό κράτος, κι αφετέρου προσπαθώντας να κατασκευάσουμε έννοιες κατάλληλες να αποδώσουν ως πολιτικά σημαντική την εμπειρία της «νέας βάρδιας» του προλεταριάτου, που συναντά στις εξεγέρσεις της την ίδια την υπόσταση του μισθωτού εργάτη ως όριο το οποίο πρέπει να υπερβληθεί, που δε θέτει καν αιτήματα γιατί βιώνει τη σχέση κεφάλαιο ως αυτό που πράγματι είναι, μια σχέση καθολικής εκμετάλλευσης, που δεν υπερασπίζεται πια μισθούς, συντάξεις, νομοθετικές ρυθμίσεις, αλλά την ίδια τη δημιουργικότητα της κοινωνικοποιημένης ζωντανής εργασίας, τη ζωή ως πραγμάτωση δυνατοτήτων.
Ο δρόμος, όντως, ανοίγει προχωρώντας. Αλλά μονάχα τότε δεν οδηγεί σε αδιέξοδα: όταν ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, ακόμα κι όταν οι απαντήσεις επείγουν, εκείνοι/ες που επιχειρούν να τον ανοίξουν βαδίζουν χωρίς να διστάζουν να θέσουν υπό διερώτηση το νόημα των πραγματικών εμπειριών τους.

Advertisements

11 responses to “Ο ταξικός πόλεμος και η κρίση του υπαρκτού συνδικαλισμού

  1. Λέει μια Γερμανική Παροιμία: «Μην πετάτε το μωρό μαζί με τα νερά του μπάνιου».
    «Χωρίς εμμονές και άκρτιους μιμητισμούς» λοιπόν, να θυμήσω κι εγώ ορισμένες ιδέες που αναπτύχθηκαν από προμαχους του επαναστατικού μαρξισμού:

    «Οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του χαρακώματος σε κάθε είδους πάλη, ακόμα και όταν πρόκειται για τα πιο μέτρια υλικά συμφέροντα ή δημοκρατικά δικαιώματα της εργατικής τάξης. Παίρνουν δραστήρια μέρος στη ζωή των μαζικών συνδικάτων, προσπαθώντας να τα ενισχύσουν και να αναπτύξουν το μαχητικό τους πνεύμα. Παλεύουν ασυμβίβαστα ενάντια σε κάθε προσπάθεια υποταγής των συνδικάτων στο αστικό κράτος και δεσίματος του προλεταριάτου στις «υποχρεωτικές διαιτησίας» και κάθε άλλη μορφή αστυνομικής κηδεμονίας -όχι μόνο φασιστικής, αλλά και «δημοκρατικής». Μόνο πάνω στη βάση μιας τέτοιας δουλειάς μέσα στα συνδικάτα είναι δυνατό να παλέψουμε με επιτυχία ενάντια στους ρεφορμιστές, κι εδώ περιλαβαίνεται και η σταλινική γραφειοκρατία. Οι σεχταριστικές προσπάθειες για την οικοδόμηση ή τη διατήρηση μικρών «επαναστατικών» συνδικάτων, σαν μια δεύτερη έκδοση του κόμματος σημαίνει, στην πραγματικότητα, άρνηση της πάλης για την ηγεσία της εργατικής τάξης. Είναι αναγκαίο να εγκαθιδρύσουμε τον παρακάτω σταθερό κανόνα: η συνθηκολόγα ποικιλία της αυτοαπομόνωσης από τα μαζικά συνδικάτα, που ισοδυναμεί με την προδοσία της επανάστασης, είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους της Τέταρτης Διεθνούς.
    Ταυτόχρονα, η Τέταρτη Διεθνής απορρίπτει και καταδικάζει ανεπιφύλακτα κάθε συνδικαλιστικό φετιχισμό, που είναι εξίσου χαρακτηριστικό γνώρισμα των τρεϊντγιουνιονιστών και των συνδικαλιστών.
    α) Τα συνδικάτα δεν προσφέρουν, και η γραμμή των καθηκόντων τους, της σύνθεσής τους και του τρόπου που στρατολογούν τα μέλη τους, δεν μπορεί να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο επαναστατικό πρόγραμμα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το Κόμμα. Η οικοδόμηση εθνικών επαναστατικών Κομμάτων, τμημάτων της Τέταρτης Διεθνούς, είναι το κεντρικό καθήκον της μεταβατικής εποχής.
    β) Τα συνδικάτα, ακόμα και τα πιο ισχυρά, δεν αγκαλιάζουν πάνω από το 20 με 25% της εργατικής τάξης, και κύρια τα πιο ειδικευμένα και τα πιο καλοπληρωμένα στρώματά της. Η πιο καταπιεσμένη πλειοψηφία της εργατικής τάξης δεν σέρνεται στην πάλη παρά επεισοδιακά, και σε περίοδες εξαιρετικών ανατάσεων του εργατικού κινήματος. Σε τέτοιες στιγμές, είναι αναγκαία η δημιουργία οργανώσεων ad hoc (κατάλληλες για την περίπτωση), που να αγκαλιάζουν ολόκληρη τη μαχόμενη μάζα: απεργιακές επιτροπές, επιτροπές εργοστασίων και, τέλος, Σοβιέτ.
    γ) Σαν οργανώσεις που εκφράζουν τα ανώτατα στρώματα του προλεταριάτου, τα συνδικάτα, όπως το δείχνει ολόκληρη η ιστορική εμπειρία του παρελθόντος, κι εδώ περιλαβαίνεται και η ολότελα νωπή εμπειρία των αναρχοσυνδικαλιστικών συνδικάτων της Ισπανίας, αναπτύσσουν ισχυρές τάσεις συμβιβασμού με το αστικό δημοκρατικό καθεστώς. Σε περίοδες όξυνσης της ταξικής πάλης, τα ηγετικά σώματα των συνδικάτων προσπαθούν να κυριαρχήσουν πάνω στο μαζικό κίνημα για να το καταστήσουν ακίνδυνο Αυτό γίνεται κιόλας την περίοδο των απλών απεργιών, και ειδικά στην περίπτωση των μαζικών απεργιών που συνδέονται με την κατάληψη των εργοστασίων, που αμφισβητούν τις αρχές της αστικής ιδιοκτησίας. Σε καιρό πολέμου ή επανάστασης, που η μπουρζουαζία βυθίζεται σε εξαιρετικές δυσκολίες, οι ηγέτες των συνδικάτων συνήθως γίνονται αστοί υπουργοί.
    Γι’ αυτό, τα τμήματα της Τέταρτης Διεθνούς θα πρέπει πάντα να παλεύουν όχι μονάχα να ανανεώσουν την ανώτατη ηγεσία των συνδικάτων, προωθώντας με τόλμη και αποφασιστικότητα στις κρίσιμες στιγμές νέους μαχητές ηγέτες στη θέση των ρουτινιάριδων υπαλλήλων και καριεριστών, αλλά και να δημιουργούν, σ’ όλες τις δυνατές περιπτώσεις ανεξάρτητες μαχητικές οργανώσεις που να ανταποκρίνονται καλύτερα στα καθήκοντα της μαζικής πάλης ενάντια στην αστική κοινωνία, και ακόμα να μην δειλιάζουν, αν αυτό είναι αναγκαίο, μπροστά σ’ ένα ανοιχτό σπάσιμο με το συντηρητικό μηχανισμό των συνδικάτων. Αν είναι εγκληματικό το να γυρίζει κανείς την πλάτη στις μαζικές οργανώσεις χάρη στην υποστήριξη σεχταριστικών επινοημάτων, δεν είναι λιγότερο εγκληματικό το να ανέχεται παθητικά την υποταγή του επαναστατικού κινήματος των μαζών στον έλεγχο ανοιχτά αντιδραστικών ή καλυμμένων συντηρητικών (»προοδευτικών») γραφειοκρατικών κλικών. Τα συνδικάτα δεν είναι αυτοσκοπός, δεν είναι παρά ένα μέσο στο δρόμο της προλεταριακής επανάστασης.»

    Τα παραπάνω τα αναφέρω, επαναλαμβάνω, «χωρίς εμμονές και άκριτους μιμητισμούς» αλλά και προκειμένου να «κρατήσουμε το μωρό».
    Κατά τ’ άλλα η προτροπή του Μαρξ είναι όντως επίκαιρη. Οι επαναστάτες οφείλουν να κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, να διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, να γυρίζουν πάλι σε εκείνο που φαίνεται πως έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, να περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις ασυνέπειες, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες που παρουσιάζουν οι πρώτες δοκιμές τους, να κοντοστέκονται ολοένα μπροστά στην απροσδιόριστη απεραντοσύνη των ίδιων των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργήσουν τους όρους που θα κάνουν αδύνατο κάθε πισωγύρισμα και οι ίδιες οι περιστάσεις θα φωνάζουν: hic Rhodus, hic saltus…

    Μου αρέσει!

  2. Δυνατό το άρθρο του Β.Κ., με πλήθος σωστές επισημάνσεις και με πραγματικά εντυπωσιακό κλείσιμο: «Ο δρόμος, όντως, ανοίγει προχωρώντας. Αλλά μονάχα τότε δεν οδηγεί σε αδιέξοδα: όταν ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, ακόμα κι όταν οι απαντήσεις επείγουν, εκείνοι/ες που επιχειρούν να τον ανοίξουν βαδίζουν χωρίς να διστάζουν να θέσουν υπό διερώτηση το νόημα των πραγματικών εμπειριών τους».

    Παίρνοντας λοιπόν θάρρος από τη ρητή προτροπή του αρθρογράφου να μη διστάζουμε να θέτουμε υπό διερώτηση το νόημα των πραγματικών εμπειριών μας (με άλλα λόγια, να θέτουμε υπό διερώτηση τα κληροδοτημένα ερμηνευτικά σχήματα, υπό το πρίσμα των πραγματικών εμπειριών μας), διερωτώμαι κατά πόσο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η παρούσα επίθεση του της αστικής τάξης έχει πράγματι στόχο «την επέκταση της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας και την αύξηση της έντασής της».
    Ανταποκρίνεται άραγε αυτό το σχήμα στην πραγματική μας εμπειρία; Επεκτείνεται η εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας, ή μήπως συρρικνώνεται; Δε σπρώχνονται άραγε ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της ζωντανής εργασίας στο περιθώριο της παραγωγικής διαδικασίας και, συνεπώς, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης; Η πραγματική μας εμπειρία δε δείχνει ότι ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής δύναμης εμφανίζεται ως «πλεονάζον» από τη σκοπιά του κεφαλαίου;
    Και εγείρεται εδώ το ερώτημα: Αυτή η τάση είναι συγκυριακή, ή μήπως είναι μόνιμη; Γιατί, αν συμβαίνει το δεύτερο (και υποψιάζομαι ότι αυτό συμβαίνει), τα κληροδοτημένα ερμηνευτικά σχήματα δε μπορεί παρά να μας οδηγήσουν σε αδιέξοδα. Και εκεί είναι που γίνεται επιτακτική η επίκληση του Β.Κ. να μη διστάζουμε να θέτουμε υπό διερώτηση το νόημα των πραγματικών εμπειριών μας…

    Ένας παλιός φίλος

    Μου αρέσει!

  3. Χωρίς να διαφωνώ με το αρθρο συμπληρώνω : Αν θελησουμε να μιλησουμε σοβαρά για το συνδικαλισμο δεν θα μας εφταναν χιλιες σελιδες γραφει ο Λενιν σε μία απάντηση του στον Τροτσκι. Ο συνδικαλισμός δεν πεθαινει ποτε. Απροσδοκητα το ξεψυχησμενο συνδικάτο ξαναζωντανεύει. Οι αμαζες συνελευσεις γινονται ξαφνικά μαζικες και η συμμετοχή σε μια απεργια ανεβοκατεβαινει από το (σχεδον) μηδεν στο εκατο για να ξαναπεσει στο μηδεν μετα απο λιγο. Φυσικά η αναποτελεσματικοτητα των συνδικαλιστικων αγωνων ειναι πια κανονας χωρις εξαιρεσεις. Αλλα αυτη η αναποτελεσματικοτητα χαρακτηριζει καθε αγωνα. Και στις Σκουριες και στα κινηματα δεν πληρωνω και στις συνελευσεις γειτονιας και οπουδηποτε, βαδιζουμε απο ηττα σε ηττα. Γιατί στην περιοδο της κρισης δεν υπαρχουν περιθωρια παραχωρησεων εκ μερους του κεφαλαιου. Καθε αγωνας ειναι αναποτελεσματικος. Αν δεν ηταν ετσι τοτε έστω μετά απο αγωνες θα μπορουσαμε εντος του καπιταλιστικου συστηματος να εξασφαλισουμε την επιβιωση του ανθρωπου. Θα μπορουσαμε εστω με δυσκολια, εστω με αδιακοπους αγώνες απεργιες και κινηματικες δρασεις να καλυπτουμε διαρκως τις ανθρωπινες στοιχειωδεις αναγκες και επομενως η ανατροπη του καπιταλισμου δεν θα ηταν επιταχτικο ζητημα επιβιωσης της ανθρωποτητας.

    Μου αρέσει!

  4. Σε σχέση με το άρθρο σου, πιάνω την ευκαιρία να σχολιάσω κάποια συμπληρωματικά πράγματα που νομίζω ότι πρέπει να καταπιανόμαστε και από κοινωνιολογικής άποψης στο εκάστοτε θέμα που πραγματευόμαστε κάθε φορά, ούτος ώστε να βαίνουμε στην ρίζα του ζητήματος, για να βγάλουμε κάποια άκρη, περά από τα μέχρι τώρα δεδομένα που έχουμε.
    Αν πχ. την σχέση (αλυσίδα), μιας οργανωμένης εργασίας σε μια επιχείρηση ή σε έναν οργανισμό, την διασπάσουμε σε μικρότερα κομμάτια, και αυτά σε ακόμη μικρότερα, και με την σειρά τους σε ακόμη πιο μικρά, στο τέλος θα βρεθούμε με την ολοκληρωτική ατομικοποιημένη εργασία, χωρίς τη παραμικρή συνοχή του ενός άτομου με το άλλο, υπό την εξουσία οργανωμένων καπιταλιστικών δυνάμεων, που είναι το κράτος, και αφού ο καθένας θα είναι ξεχωριστός, και ανταγωνιστικός, θα υπογράφει ατομικά συμβόλαια πώλησης του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη, σε συνθήκες απόλυτης κτηνοσυνης τόσο της δύναμης αυτής, όσο και του παράγοντα (Εγώ), δηλ. της υποκειμενικής υπόστασης στην ζωή και στην αντίληψή του για ζωή, αφού αυτή είναι από την φύση της κοινωνική. Αυτό από μόνο του, τόσο σε συνειδητό επίπεδο από τα πάνω, όσο και σε ασυνείδητο επίπεδο από τα κάτω, διασπά το αντικείμενο της εργασίας του, σε πολλά μέρη χωρίς συνοχή, και χωρίς ατομικό τεχνικό, ορατό αποτέλεσμα. Έτσι μετατρέπεσαι σε συνειδητό ή ασυνείδητο, υπαρκτό αντικείμενο. Εδώ έρχεται κάτι άλλο να προστεθεί στην όλη υπόθεση. Η άρνηση της μετατροπής του, κυρίως μέσα από την φυσική κατάσταση υπόστασης του ανθρώπου, σε συνειδητό αντικείμενο προς κατανάλωση.
    Αυτό φέρνει άλλη διάσταση στο ζήτημα που συζητάμε και θέλει άλλου τύπου διερεύνηση, από την κλασική που έχουμε μέχρι τώρα. Νομίζω ότι μέσω της φιλοσοφίας, οι κλασικοί μας, έχουν κάνει κάποια πρώτα βήματα, όπως και διάφοροι άλλοι μετέπειτα μαρξιστές, άλλων επιστημονικών κλάδων, έχουν πάει πιο μακριά, ή αλλιώς, πιο κοντά στα ερωτήματα που βάζεις προς διερεύνηση.
    Τώρα, άμα το κράτος συρρικνώνεται για χάρη των αναγκών του κάθε καπιταλιστή, τότε συρρικνώνει και τις εκάστοτε τεχνικές υπηρεσίες, (εργασίες τεχνικού και τεχνολογικού τύπου), για να εξασφαλίσει την άμεση, και μόνον αυτή, κερδοφορία του εκάστοτε καπιταλιστή που βρίσκεται στην αιχμή του ανταγωνισμού, με άλλους καπιταλιστές. Ναι, αλλά με αυτόν τον τρόπο συρρικνώνει και τα θεμέλια της παραγμένης εργασίας που στηρίζεται το ίδιο το σύστημα. Στις υποδομές ζωής, της ίδιας της κοινωνίας. Η μετατροπή τους από συλλογικές καπιταλιστικές υποδομές σε ατομικές καταστρέφουν, την ιδία την συνοχή της ζωής της κοινωνίας, που είναι καπιταλιστική μεν, αλλά πάντως παραμένει ως η μονή οργανωμένη κατάσταση της κοινωνίας μέχρι να αντικατασταθεί με διαφορετικού τύπου οργάνωση αυτής. Ο ίδιος ο καπιταλιστής θα φροντίζει για το δικό του κέρδος, αδιαφορώντας για τον συλλογικό καπιταλιστή της υποδομής της ζωής, μετατρέποντας την κοινωνία, σε κατ’εικόνα και ομοίωση του, δηλ. το τομάρι του και μόνο, αθροίζοντας έτσι ατομικές εργασίες, ξεκομμένες από την βάση τους, που είναι η εργασία για την αναπαραγωγή της κοινωνίας ως τέτοιας. Πόσο μάλλον, της ταξικής κοινωνίας, που πρεσβεύουν
    Όλοι έναντι όλων δηλ. χωρίς καμία συνοχή. Αν νομίζει κάνεις, ότι αυτό μπορεί να υπάρξει ποτέ, τότε ζει στην φαντασία του, ή είναι κλεισμένος μέσα στον φοβικό του εαυτό. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και δεν μπορεί να ζήσει έξω από αυτήν. Είναι αναγκασμένος να αλλάξει τις συνθήκες που τον οδηγούν στην καταστροφή της ύπαρξης του, και μάλιστα κοινωνικά, Εφ’όσον είναι κοινωνικό ον. Το επίκτητο κοινωνικό σύστημα της ζωής του, είναι αντικοινωνικό, και ας έχει έλθει κάτω από ιστορική εξέλιξη. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιστρέψει στην περίοδο της γέννησης του, παρά μονό καταστρέφοντας την ιδία την ύπαρξη της ζωής. Την Ζωή της Γης.

    Ιστορία = Το παρελθόν των σημαντικότερων γεγονότων που στιγμάτισαν την εξέλιξη της Ζωής ή της Φύσης, σε σχέση με την μέτρηση του χρόνου που έχει ανάγκη άνθρωπος για την καθημερινή πρακτική του. Κυρίως για τον μέχρι τώρα πολιτισμό του !!!!

    Μου αρέσει!

  5. Αγαπητοί μου σύντροφοι ( σε αντίθεση με τους καιρούς που μας θέλουν ανταγωνιστές και εξυψώνουν τον ατομικισμό) το πρόβλημα του ελληνικού λαού δεν είναι ότι έχει μικρή μνήμη. Το αληθινό πρόβλημα που έχει είναι ότι 1ον δεν έχει παιδεία και ότι 2ον δε γνωρίζει τίποτα για την ιστορία του πολιτικού και οικονομικού συστήματος που έχει επικρατήσει.
    Να μάθει λοιπόν ότι ότι κοινωνικό κράτος είχε το όφειλε στο αίμα που χύθηκε από τα τεράστια εργατικά συνδικάτα της εποχής αλλά κυρίως από τον φόβο της αστικής τάξης ότι θα χάσει τα μέσα παραγωγής όπως έγινε στη Ρωσία με την ενδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων – κομμάτων στην Ευρώπη.
    Επίσης θα πρέπει να ανοίξει τα στραβά του τα ματάκια να διαβάσει και να δει ότι από τον Φιλελευθερισμό με ένα μικρό διάλειμμα τις Σοσιαλοδημοκρατίες ( αλλάζοντας εντελώς την φύση του σοσιαλισμού ) με φόβο πάντα την «κομμουνιστική απείλη» με ναι μεν αλλά δηλαδή να κρατήσούμε το οικονομικό μας σύστημα και κατεστημένο ως έχει αλλά ας τουςδώσουμε και κάτι μωρέ για να μην φωνάζουν να περνάμε στον Νεοφιλελευθερισμό με ότι σημαίνει αυτό για την κοινωνία και την Εργατική Τάξη ( εξύψωση του ατομικισμού, κατάργηση της έννοιας της κοινωνίας αφού κοινωνία είναι η αγορά και καλώς το ξανά το αόρατο χέρι του κυρίου Smith (( τουλάχιστον αυτός μιλούσε και για την παιδεία για μετριασμό των ανθρώπινων παθών ))που θα αυτορυθμίζει και πάλι τις ανισότητες που δημιουργεί ο καπιταλισμός).
    Διότι ένας λαός που δε ξέρει ότι ανήκει στην εργατική τάξη, δε ξέρει δηλαδή τι είναι και από που προέρχεται, δε ξέρει την ιστορία και την εξέλιξη του πολιτικού και οικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο ζει, το μόνο εύκολο από το κατεστημένο και το σύστημα είναι να τον κάνει ότι θέλει. Έιναι εύκολο να τον τρομοκρατεί, είναι εύκολο να τον αποπροσανατολίζει, είναι εύκολο να στρέφει τον έναν εναντίων του άλλου είναι εύκολο να διαιρεί και να βασιλεύει.
    Πόσο σημαντική λοιπόν είναι η παιδεία που πρέπει να αποκτήσει ο λαός; Τεράστια θα πω! Το θέμα όμως είναι άλλο. Θέλει ο ελληνικός λαός να μάθει; Γιατί τόσα χρόνια έιχε τεράστιες και μεγάλες ευκαιρείες να το κάνει αλλά ευχαρίστως κάθεται και τρώει σα καλό πρόβατο που είναι το κουτόχορτο που του σερβίρουν. Ο ίδιος απαξίωσε τον δημόσιο τομέα, ο ίδιος απαξίωσε το κοινωνικό κράτος και ο ίδιος ο ελληνικός λαός επέλεξε να καταντήσει αυτό το έκτρωμα που έχει καταντήσει. Δε τον πίεσε κανείς να παίξει στο χρηματιστήριο, να πάρει καταναλωτικά δάνεια, υπέρογκα στεγαστικά δάνεια και να φορτώσει τις δέκα πιστωτικές κάρτες που του έδωσε απλόχερα το τραπεζικό σύστημα. Ένας λαός που το μόνο που τον νοιάζει είναι το τι αυτοκίνητο έχει, σε ποια πίστα θα ξεσαλώσει το βράδυ, πόσες γκόμενες και γκόμενους έχει πηδήξει, τι θα φορέσει στον κάφε και γιατί γαμώτη μου δε μου κάθεται το μαλλί σήμερα αφού τα ζώδια μου είπαν ότι σήμερα θα σκίζω! Πάτος! Ο απόλυτος πάτος!
    Κατά τη χομπσιανή θεωρία ο αστός ψηφίζει και μετά ξαναγίνεται μπουρζουάς ξαναγυρνάει δηλαδή στη μικρή του ζωούλα κυνηγόντας απερίσπαστος το ατομικό του συμφέρον. Ο λαός που δεν ασχολείται με τα κοινά και δεν είναι ενεργός πολίτης (citoyen κατά τον Ρουσό) τι στο καλό είναι;
    Συνοψίζοντας και ολοκληρώνοντας για να μην κουράζω άλλο ( αν και είναι τόσα που έχουμε να πούμε οι άνθρωποι μεταξύ μας που μια ζωή δε μας φτάνει) θα κλείσω με μια παρομοίωση. Με τον ελληνικό λαό να είναι σαν ένα μωρό παιδί ( με την ακριβή σημασία του μωρού) που μώλις έχει αρχίσει να μπουσουλάει. Φανταστείτε λοιπόν να αφήσουμε μπροστά σε αυτό το μωρό ένα γεμάτο όπλο. Ποιο νομίζεται ότι θα είναι το αποτέλεσμα; Να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, να τινάξει τα μυαλά από το αδερφάκι του που κάθεται αμέριμνο δίπλα του ή κάτι άλλο; Ίσως και τα δύο αλλά το να μην γίνει τίποτα αυτό το αποκλείω. Όμως σα πολλά χρόνια δεν έχει κάτσει σε αυτή την ηλικία της άνιας; Μήπως φταίει κάτι άλλο;
    Συντροφικούς χαιρετισμούς

    Μου αρέσει!

  6. Ο «λαός» πάντα έτσι ήταν, είναι και θα είναι. Δυστυχώς η αριστερά όλων των ειδών έφτιαξε έναν μύθο για τον λαό και εγκλωβίστηκε μεσα σ’ αυτόν το μύθο: «Και συ λαε βασανισμένε»… «εμπρός λαέ μην σκύβεις το κεφάλι»… «πάρε την υπόθεση στα χέρια σου λαε»… και άλλες θαυματουργές ιδιότητες για ένα «υποκείμενο» που δεν αντιλαμβάνεται το ίδιο τίποτα από όλα αυτά, και που διαρκώς ασχολείται με όσα περιγράφεις ή για να το πούμε πιο απλά με την ατομική του επιβίωση.
    Τις επαναστασεις δεν τις κάνει ο λαός γενικά ούτε οι κοιμισμένοι που δήθεν θα ξυπνήσουν όταν τους καλέσει η ιστορική νομοτέλεια. Επίσης δεν τις κάνει και κάποια ορισμένη από την ιστορία κοινωνική τάξη που δήθεν ήρθε η ώρα της. Η εργατική τάξη υπάρχει μόνο σαν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Υποκείμενο κοινωνικής απελευθέρωσης γίνεται μόνο όποιος συνειδητά παλεύει για τη καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος. Φυσικά μια επανάσταση για να έχει ελπίδα να επικρατησει απαιτουνται και οι κατάλληλες συνθήκες. όμως ΧΩΡΊΣ ΜΙΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΈΝΗ ΣΥΝΕΙΔΗΤΉ ΠΡΩΤΟΠΟΡΊΑ δεν θα γίνει ποτέ καμία επανάσταση, εκτός από τυφλές εξεγέρσεις.
    Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η έλλειψη παιδείας σε αυτούς που κοιμούνται όρθιοι είτε από επιλογή τους είτε γιατί δεν έχουν δυνατότητες να σκεφτούν, αλλά τι γίνεται με όσους είχαν την ευκαιρία να αποκτησουν μια ορισμένη συνείδηση (ταξική, κομμουνιστική κοκ). Αν αυτοί περιμένουν ποτε θα πάρουν χαμπάρι οι ακροατές της Μενεγάκη και της Μελέτη, και οσοι ξημεροβραδιάζονται στα προπατζίδικα παίζοντας στοίχημα και συζητώντας για τις τελευταίες μεταγραφες του ολυμπιακού, ειναι λογικό να μην γίνεται τίποτα.
    Ο καπιταλισμός τρόμαξε μόνο όταν η πρωτοπορία προχώρησε χωρίς να περιμένει πότε θα έλθουν τα εκατομύρια των ηλίθιων. Αυτό εγινε το 1917, όταν οι μπολσεβίκοι ξέφυγαν από το μύθο της λαικής πλειοψηφίας. Μπορεί η άρχουσα τάξη της εποχής εκέινης να τους κατηγόρησε για πραξικόπημα και μαζί τους οι πασης φύσεως φίλοι του λαού και της κοιμισμένης εργατιάς, αλλά αυτό ποσώς απασχόλησε αυτού; που ανοίγουν δρόμο στην ιστορία αντι να καθονται να κλάιγονται που ο κάθε μαλάκας δεν βάζει μυαλό. όπως κλαιγόντουσαν οι αγανακτισμένοι που δεν μαζέυτηκαν ακόμα 2-3 εκατομύρια στο Σύνταγμα για να ρίχνουν λεηζερ στη βουλή.
    Η ιστορία πορχωράει με τους αποφασισμένους. Ας ασχοληθούμε με όσους έχουν κατι καταλάβει. εκεί είναι το κλειδί και ας αφήσουμε τα παραμύθια για τους ενεργούς πολίτες για όσους αρέσκονται να χάνουν το χρονο τους με δάυτα.

    Μου αρέσει!

  7. Κάπως αλλιώς τη θυμάμαι την Οκτωβριανή Επανάσταση απ’ ό,τι την παρουσιάζει ο kseeath. Γιατί καλή και άγια και απαραίτητη η πρωτοπορία, επανάσταση όμως δε γίνεται άμα δεν κινητοποιηθούν «τα εκατομμύρια των ηλιθίων». Κι έχω την εντύπωση ότι ακριβώς μια τέτοια μαζική κινητοποίηση των «ηλιθίων» διηγείται ο Τζων Ρηντ ότι έλαβε χώρα το 1917 στο Πέτρογκραντ. Μήπως να ξαναδιαβάζαμε λιγάκι τα κιτάπια μας, προτού αρχίσουμε εμείς οι «έξυπνοι», οι «φωτισμένοι» και οι «πρωτοπόροι» να φαντασιωνόμαστε ότι θα κάνουμε τάχατες επανάσταση, χωρίς μαζική κινητοποίηση των «ηλιθίων», για να διαπιστώσουμε για πολλοστή φορά ότι είμαστε στρατηγοί χωρίς στρατό;

    Μου αρέσει!

  8. Mιας και αναφέρεσαι σε πηγές (Τζον Ρηντ) για στειλε μας και το συγκεκριμένο απόσπασμα για τη συμμετοχή των εκατομμυρίων ηλίθιων στην επανάσταση του Οκτώβρη.
    Βεβαίως κάθε επανάσταση για να φτάσει μέχρι το τέλος δηλαδή την κατάληψη της εξουσίας από το επαναστατικό προλεταριάτο, απαιτεί την κινητοποίηση ευρύτερων τμημάτων της μαχόμενης εργατικής τάξης και άλλων τμημάτων της κοινωνίας που αντιλαμβάνονται ότι μέσω αυτής της διαδικασίας θα βελτιωθεί η κατάστασή τους. Όλα αυτά συμβαίνουν σε συνθήκες όπως τις είχε περιγράψει ο Λένιν όπου η αστική τάξη δεν μπορεί να κυβερνήσει όπως πριν και οι από κάτω αμβισβητούν έμπρακτα την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να κρατήσει για ένα περιορισμένο διάστημα μεχρι την επικράτηση ή της επανάστασης ή της αντεπανάστασης. Ακόμα Όμως και τότε ο κόσμος που συμμετέχει συνεχίζει να αποτελεί μια μειοψηφία του πληθυσμού. Αλήθεια πόσος κόσμος συμμετείχε ενεργά στην οκτωβριανή επανάσταση, αλλά και σε κάθε άλλη επανάσταση; Και πολύ περισσότερο πόσοι κινήθηκαν τις ώρες της τελικής εξέγερσης ας πούμε στην Πετρούπολη, προκειμένου να καταλάβουν τα νευραλγικά σημεία της πόλης καθώς και τα κρατικά και κυβερνητικά κτήρια;
    Στην αριστερά βεβαίως αρέσουν τα παραμυθάκια των εκατομμυρίων. Πως αλλιως αλλωστε θα δικαιολογήσει τον κρετίνικο κοινοβουλευτισμός της; Πώς αλλιώς θα διαλύσει τους πιο πρωτοπόρους αγωνιστές, στο χυλό των εκατομμυριών ηλίθιων (ναι, ναι ΗΛΙΘΙΩΝ, έτσι ακριβώς για να συνενοούμαστε), πώς αλλιώς θα υποτιμήσει την επαναστατική συνείδηση, βάζοντας τους πιο αποφασισμένους να τρέχουν πίσω από τον κάθε καραγκιόζη για να του πάρει την ψήφο του για την παραταξούλα του, ή για το κόμμα του;
    Λοιπόν δεν υπάρχει ούτε μια επανάσταση που να έφτασε στην νίκη χωρίς την ύπαρξη ενός κόμματος αποφασισμένων επαναστατών. Αλλά ούτε και μια επανάσταση που να ηττήθηκε και να την θυμόμαστε χωρίς τις ίδιες προϋποθέσεις.
    Τα περι στρατηγών χωρίς στρατό, αφορούν όλους αυτούς τους καραγκιόζηδες συνδικαλιστές της κακομοιριάς που νομίζουν ότι επειδή έχουν εκλεγεί στο ΔΣ ενός συλλόγου δασκάλων, μιας ΕΛΜΕ, ή ενός σωματεία μισθωτών τεχνικών, μπορούν να κινήσουν τον κόσμο αυτών των σωματείων, ή ότι η επιρροή τους σημαίνει και κάτι για την υπόθεση της επανάστασης. Αυτοί οι γελοίοι για να μην λέμε και ονόματα, περιφέρονται με ύφος στρατηγού στις προσυγκεντρώσεις επιθεωρώντας τα μαζικότατα μπλοκ των σωματείων τους κατά τις 12μ στο μουσείο και μόλις πέσουν τα πρωτα δακρυγόνα τρέχουν μαζί με το χυλό που εκπροσωπούν σαν τους λαγούς φωνάζοντας προβοκάτορες και πράκτορες. Ηγέτες της πλάκας με ψυχολογία ανάλογη των βουλευτών του σύριζα, έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια μόλις μυρίσει μπαρούτι και η ατμόσφαιρα θυμίσει λωρίδα της γάζας.
    Εμείς δεν ειμαστε ούτε θέλουμε να γίνουμε στρατηγοί. Το κόμμα της επανάστασης δεν καθοδηγεί αφ’ υψηλού τα πλήθη, ούτε τους δίνει εκ του ασφαλούς την επαναστατική συνείδηση για να τους πει στη συνέχεια να πάρουν την υπόθεση απάνω τους. Η επαναστατική πρωτοπορία είναι μπροστά, δεν είναι μόνο η συνείδηση αλλά και η πράξη της επανάστασης. Χωρίς αυτήν ούτε έγινε ούτε ποτέ θα γίνει καμία επανάσταση. Τουλάχιστον αυτό της βάζει συγκεκριμένα καθήκοντα, την ώρα που όλοι οι «ορθόδοξοι» μαρξιστές κηρύσσουν την επανάσταση για να την κάνουν κάποιοι άλλοι, και ως εκ τούτου δεν αναλαμβάνουν και καμία ευθύνη για το αποτέλεσμα της αναμέτρησης.

    Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης: Κεφ.ΧΧ: Η τέχνη της εξεγερσης, 1930]

    Μου αρέσει!

  9. Nα παραθέσω ΤΟ συγκεκριμένο απόσπασμα; Είμαστε καθόλου σοβαροί; Ανοίγεις στην τύχη όποια σελίδα θέλεις και θα τα βρεις μόνος σου ΤΑ αποσπάσματα. Εκατοντάδες από δαύτα. Από την αρχή μέχρι το τέλος, οι «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» μιλάει για μια πελώρια κίνηση μαζών. Δε νοείται άνθρωπος που να ‘χει διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο και να μην το ‘χει πάρει μυρωδιά. (Είναι σα να σου λέει κάποιος ότι στην Ιλιάδα τα όπλα των πολεμιστών είναι χάλκινα, κι εσύ να του ζητάς να παραθέσει ΤΟ συγκεκριμένο απόσπασμα.)
    Πάρε λοιπόν και διάβασέ το το βιβλίο του Ρηντ. Και δε χρειάζεται να το ανοίξεις στην τύχη. Ξεκίνα το από την αρχή της κυρίως αφήγησης. Να, έτσι ξεκινάει:

    Ten Days That Shook The World
    Chapter I
    Background
    TOWARD the end of September, 1917, an alien Professor of Sociology visiting Russia came to see me in Petrograd. He had been informed by business men and intellectuals that the Revolution was slowing down. The Professor wrote an article about it, and then travelled around the country, visiting factory towns and peasant communities−where, to his stonishment, the Revolution seemed to be speeding up. Among the wage−earners and the land−working people it was common to hear talk of «all land to the peasants, all factories to the workers.» If the Professor had
    visited the front, he would have heard the whole Army talking Peace….
    The Professor was puzzled, but he need not have been; both observations were correct. The property−owning classes were becoming more conservative, the masses of the people more radical. There was a feeling among business men and the
    intelligentzia generally that the Revolution had gone quite far enough, and lasted too long; that things should settle down. This sentiment was shared by the dominant «moderate» Socialist groups, the oborontsi (See App. I, Sect. 1) Mensheviki and Socialist Revolutionaries, who supported the Provisional Government
    of Kerensky.
    On October 14th the official organ of the «moderate» Socialists said:
    The drama of Revolution has two acts; the destruction of the old régime and the creation of the new one. The first act has lasted long enough. Now it is time to go on to the second, and to play it as rapidly as possible. As a great revolutionist put it, «Let us hasten, friends, to terminate the Revolution. He who makes it last too long will not gather the fruits….»
    Among the worker, soldier and peasant masses, however, there was a stubborn feeling that the «first act» was not yet played out. On the front the Army Committees were always running foul of officers who could not get used to treating their men like human beings; in the rear the Land Committees elected by the peasants were being jailed for trying to carry out Government regulations concerning the land; and the workmen (See App. I, Sect. 2) in the factories were fighting black−lists and lockouts. Nay, furthermore, returning political exiles were being excluded from the country as «undesirable» citizens; and in some cases, men who returned from abroad to their villages were prosecuted and imprisoned for revolutionary acts committed in 1905.
    To the multiform discontent of the people the «moderate» Socialists had one answer: Wait for the Constituent Assembly, which is to meet in December. But the masses were not satisfied with that. The Constituent Assembly was all well and good; but there were certain definite things for which the Russian Revolution had been made, and for which the revolutionary martyrs rotted in their stark Brotherhood Grave on Mars Field, that must be achieved Constituent Assembly or no Constituent Assembly: Peace, Land, and Workers’ Control of Industry. The Constituent Assembly had been postponed and postponed−would probably be postponed again, until the people were calm enough−perhaps to modify
    their demands! At any rate, here were eight months of the Revolution gone, and little enough to show for it..
    Meanwhile the soldiers began to solve the peace question by simply
    deserting, the peasants burned manor−houses and took over the great estates, the workers sabotaged and struck…. Of course, as was natural, the manufacturers, land−owners and army officers exerted all their influence against any democratic compromise…

    Κάτσε μέτρα πόσες φορές αναφέρεται η λέξη masses. Κάτσε μέτρα πόσες φορές αναφέρονται οι της γης οι κολασμένοι ως δρώντες παράγοντες (και όχι ως παθητικά απλώς θύματα της εκμετάλλευσης) και βγάλε τα συμπεράσματά σου. Αν σε αφήνει ο μπλανκισμός σου να βγάλεις συμπεράσματα…

    Μου αρέσει!

  10. Καταρχην δεν χρειάζονται επιδείξεις γνώσης ξένων γλωσσών. Ο Ρηντ υπάρχει μεταφρασμένος και στα ελληνικά.
    Δέυτερον, γιατί επειμένεις ξανά και ξανά να ταυτίζεις τις μάζες με τους ηλίθιους. Εμείς δεν συμμεριζόμαστε αυτή την εξίσωση. Ωστόσο η έννοια της «μάζας» ακόμα και όπως την αφηγήται ο Τζον Ρηντ σηκώνει πολύ συζήτηση για το πόσο δόκιμη είναι.
    Τρίτον, ακόμα και αν οι ηλίθιοι είναι ένα τμήμα της μάζας, αυτό δεν σημαίνει ότι το υπόλοιπο μετατρέπεται σε επαναστατικό υποκείμενο. Στο κομάτι που παρέθεσες από την αρχή των «10 ημερών», που όπως αντιλαμβάνεσαι το κατέχω τουλάχιστον όσο εσύ, οι μάζες παρουσιάζονται από τον Ρηντ, ως δυσαρεστημένες, οργισμένες, αμφισβητουν τις προθέσεις της προσωρινής κυβέρνησης, έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν τους μπολσεβίκους, αλλά πουθενά δεν παρουσιάζονται ως αυτό που η δική σου αριστερά πλασάρει ως μύθο: ότι την επανάσταση την κάνουν οι μάζες (των ηλιθίων;). Ας μην μιλήσουμε περαιτέρω για το ερώτημα της παρένθεσης γιατί θα ρίξουμε εντελώς το επίπεδο στο δάπεδο. Καταλαβαίνεις αγαπητέ μου ότι οι ηλίθιοι όχι μόνο δεν προκειται να επαναστατήσουν ποτέ, αλλά το πιθανότερο θα κινητοποιηθούν για να σπάσουν τα κεφάλια των επαναστατών.
    Τέλος μιας και επιμένεις στον Ρηντ, μαλλον θα αντελίφθηκες ότι στις 6 Νοεμβρίου (ή 25 οκτωβρίου με το παλίο) έγινε η ένοπλη εξέγερση η οποία οργανώθηκε από την Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπη. Θα διαπίστωσες επίσης ότι το Πανρώσικο Συνέδριο των Σοβιέτ το οποίο ξεκίναγε εκείνη τη μέρα δεν είχε πάρει καμια απόφαση επ’ αυτού. Επίσης διαβάζοντας τις 10 μέρες θα διαπίστωσες ότι αυτές ακριβως τις μέρες δεν έγινε καμία απεργία, ούτε καν μαζική διαδήλωση. Πολύ περισσότερο το πλήθος το οποίο θεωρείς κάτι σαν την ιερα αγελάδα (φυσικό όταν ψάχνει για ψήφους) δεν συμμετείχε πουθενα παρά μόνο προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει όταν έβλεπε τις ομάδες των κοκκινοφουρών να επιτάσουν ιδιωτικά αυτοκίνητα στις λεωφόρους και να καταλαμβάνουν σωρηδόν τα κρατικά κτίρια. Θα ξέρεις επίσης ότι στο εσωτερικό των μπολεβίωκν υπήρχαν ηγετικά τους στελέχη όμως ο Κάμενεφ και ο Ζηνόβιεφ που διαφωνούσαν με το σ΄χεδιο της ενοπλης εξέγερσης θεωρώντας το πραξικοπηματικό και προωρο που θα οδηγούσε στον αφανισμό της πρωτοπορίας. Είναι σίογυρο ότι και εσύ αν δεν ήσουν με τους μενσεβίκους θα υποστήριζες αυτήν την άποψη. Οι 10 μέρες είναι ένας ύμνος στους μπολσεβίκους, στον Λενιν και τον Τρότσκυ. Εσύ μιλάς για τη ρώσικη επανάσταση και δεν αναφέρεις πουθενά τους μπολσεβίκους, αλλά πλέκεις το εγκώμιο των μαζών. Όπως θα το έπλεκες στις πλατείες των αγανακτισμένων. Το θέμα όμως για τους επαναστάτες δεν είναι να πλέκουν το εγκώμιο κανενός αλλά να οδηγήσουν την επανάσταση στη νίκη. Και δεν υπάρχει κανενας άλλος δρόμος πέρα από την εξέγερση. Εσύ μας λές για τις μάζες,ακόμα και για τις ηλθιες μαζες, αλλά πουθενά δεν μας λές για την επανάσταση, την εξέγερση, την κατάλήψη της εξουσίας (από το επαναστατικό προλεταριάτο έλεγε ο Λένιν και ο Μπλανκί για να βάζουμε τα πραγματα στη θέση τους). Μάζες είδαμε πολλές φορές στο προσκήνιο, χωρίς όμως να βλέπουμε μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση.
    Και επειδή οι λάτρεις των μαζών νομίζουν ότι έχουν και κάποιο λόγο παραπάνω να τις εκπροσωπούν (αυτές το ξέρουν;) εμείς δεν ισχυριζόμαστε ότι για να γίνει μια επανάσταση αρκούν μερικές δεκάδες απομωνομένων «μπλανκιστών». (Ο Μπλανκί πάντως είχε τη μαζικότερη οργάνωση στην Κομμούνα το 1871) Η επανάσταση θέλει κόσμο. Σίγουρα μερικές χιλιάδες συνειδητών επαναστατών. Γύρω απ’ αυτούς θα κινηθούν ευρήτερα τμήματα των καταπιεσμένων. Αλλά χωρίς το σκληρό πυρήνα της επαναστατικής μειοψηφίας καμία μαζική κινητοποίηση δεν θα έχει καποια τύχη. Εκτός κι αν οι κινητοποιήσεις εχουν σκοπό να πιέσουν την εξουσία και όχι να την ανατρέψουν. Η ανατροπή θέλει συγκεκριμένη οργάνωση και συνείδηση. Αλλά γι’ αυτά αποφεύγεις να πάρεις οποιαδήποτε θέση. Προφανώς δεν σε απασχολούν. Πιστεύεις ότι οι μάζες θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Ότι πιστεύει η κυρίαρχη αριστερά εντός και εκτος κοινοβουλίου.

    Μου αρέσει!

  11. Nα πως εβλεπε ο Ριντ το ρόλο των μπολσεβίκων τον Οκτώβρη. Ας σημειωσει ο καθενας ποσες φορές μιλάει για τις «μαζες» και πόσες για την «μπολσεβικικη εξέγερση». Ειναι επίσης ξεκάθαρο ότι για την εξέγερση αυτή αποφάσισαν οι αντιπρόσωποι του συνεδρίου των Σοβιέτ. Μήπως κανένας λάτρης των μαζών γνωρίζει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που πήρε αυτη την απόφαση; Μάλιστα πολλοι από τους συνέδρους μαθαίνοντας ότι οι μπολσεβίκοι έχουν πάρει τις αποφάσεις τους αποφάσισαν να εγκαταλέιψουν με ελαφριά πηδηματάκια το συνέδριο. Ο οργανωτής της εξέγερσης του απάντησε καταλλήλως. Αλήθεια ποια ειναι η γνώμη των οπαδών του «πάρε την υπόθεση στα έρια σου λαέ» για όλα αυτά τα αντιδημοκρατικά «μπλανκιστικά» έκτροπα των μπολσεβίκων; Σας σηκώθηκε η τρίχα;
    Τζον Ριντ – Η αλήθεια για τη Ρωσική Επανάσταση

    …Εδώ θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σε μια δήλωση του Νικολάι Λένιν, την οποία έκανε στο τρίτο συνέδριο των Σοβιέτ, μετά την διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης, όταν τα υπόλοιπα μέλη κατηγορούσαν τους Μπολσεβίκους ότι χρησιμοποιούν βία. Ο Λένιν στάθηκε στην εξέδρα και είπε: «Μας κατηγορούν ότι χρησιμοποιούμε δύναμη. Το παραδεχόμαστε. Όλες οι κυβερνήσεις είναι απλώς οργανωμένη δύναμη στα χέρια μιας τάξης εναντίον μιας άλλης· αλλά τώρα, για πρώτη φορά στην ιστορία, αυτή η οργανωμένη δύναμη χρησιμοποιείται από την εργατική τάξη ενάντια στην καπιταλιστική τάξη».
    Τη νύχτα του δεύτερου Συνεδρίου των Σοβιέτ στην Πετρούπολη, όταν ξέσπασε η μπολσεβίκικη εξέγερση και έπεσε η Προσωρινή Κυβέρνηση, οι Μπολσεβίκοι ήταν σε συνεδρίαση σε μια μεγάλη αίθουσα σαν αυτήν, στο Ινστιτούτο Σμόλνι. Από τα παράθυρα ερχόταν ο ήχος των κανονιών και όσο προχωρούσε το βράδυ και η επιτυχία της μπολσεβίκικης εξέγερσης γινόταν σαφής, όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα του συνεδρίου άρχισαν να το εγκαταλείπουν. Ο ένας μετά τον άλλον, οι ηγέτες τους έφευγαν και οι αντιπρόσωποί τους ακολούθησαν τους ηγέτες. Και ο Τρότσκι που πρόσεξε ότι μεταξύ των αντιπροσώπων των Μπολσεβίκων που αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία, υπήρχε ένας αριθμός που φαίνονταν αμήχανοι και αβέβαιοι βλέποντας όλα τα άλλα κόμματα να φεύγουν, πήγε στην μπροστινή εξέδρα και είπε: «Αφήστε τους συμβιβαστές να φύγουν· είναι απλά σκουπίδια που θα πεταχτούν μέσα στο σωρό σκουπιδιών της ιστορίας».

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s