Τερρορισμός και επαναστατικός μαρξισμός

Επειδή αυτές τις μέρες πολλά θα ειπωθούν για τρομοκράτες, προβοκάτσιες, στρατηγικές της έντασης και άλλες «εκτροπές από την ομαλότητα», το κείμενο που ακολουθεί, αν και δημοσιεύτηκε το 2001, ίσως βοηθήσει να δουμε τα γεγονότα με μια πιο καθαρή πολιτική ματιά, χωρίς να νοιώθουμε ψεκασμένοι από «σκοτεινές δυνάμεις και άλλους κύκλους της ανωμαλίας».

br
Η κριτική που κάνει ο επαναστατικός μαρξισμός στους θιασώτες της ατομικής τρομοκρατίας δεν έχει καμιά σχέση με το γενικόλογο «ανθρωπισμό» σαν αυτόν που διαλέγουν οι υπηρέτες της αστικής τάξης. Τα υποκριτικά τους δάκρυα για τα θύματα της τρομοκρατίας δεν μας συγκινούν καθόλου. Είναι όλοι αυτοί που δεν έχουν δάκρυα για τα θύματα της δίψας των καπιταλιστών για κέρδος. Την αξία της ανθρώπινης ζωής την ξεχνάνε όταν μας καλούν να τη δώσουμε για την «τιμή της πατρίδας», δηλ. για τα κέρδη τους.
Η τοποθέτησή μας δεν έχει επίσης καμιά σχέση με την τοποθέτηση των ρεφορμιστών, (ακόμα κι όταν αυτοί κρύβονται πίσω από έναν ψεύτικο μαρξισμό). Αντίθετα με αυτούς δεν ξεκινάμε από μια κριτική των μέσων, εάν είναι πολύ ή λίγο βίαια, αλλά με μόνο γνώμονα: τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι τρομοκρατικές ενέργειες στο κίνημα. Εφόδιό μας είναι η ίδια η ιστορική πείρα της ταξικής πάλης.
Οι ρώσοι επαναστάτες καταπιάστηκαν με αυτό το ζήτημα με μεγάλη ενεργητικότητα. Να πως περιγράφει ο Τρότσκι το κλίμα της εποχής: «Το πρόβλημα της τρομοκρατίας ήταν για μας τους Ρώσους επαναστάτες ζήτημα ζωής ή θανάτου, με την πολιτική έννοια, όπως και με την κυριολεκτική και προσωπική έννοια. Ο τρομοκράτης δεν ήταν για μας ήρωας μυθιστορήματος, ήταν άνθρωπος ζωντανός και κοντινός. Στην εξορία περνούσαμε χρόνια μαζί με τους τρομοκράτες της προηγούμενης γενιάς. Στις φυλακές και στα τμήματα μεταγωγών συναντούσαμε τρομοκράτες της ηλικίας μας. Επικοινωνούσαμε στο φρούριο Πέτρου και Παύλου με χτυπήματα στον τοίχο με τους τρομοκράτες που περίμεναν το θάνατο. Πόσες ώρες, πόσες μέρες με φλογερές συζητήσεις, πόσες ρήξεις εξαιτίας αυτού του φλογερού ζητήματος! Τα δημοσιεύματα που διερμηνεύανε και καθρεφτίζανε αυτές τις συζητήσεις, θα μπορούσαν να σχηματίσουν πλούσια βιβλιοθήκη».(Τρότσκι, Tα εγκλήματα του Στάλιν)
Τα συμπεράσματα αυτής της πάλης εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, και θα είναι όσο η ίδια η ύπαρξη του καταπιεστικού συστήματος που οπλίζει ξανά και ξανά την οργή και την εκδίκηση. Το ερώτημα συνεπώς για μας τους επαναστάτες είναι αν τέτοιες ενέργειες βοηθάν στην υπόθεση της απελευθέρωσης των καταπιεσμένων από τα δεσμά τους.

Η ιστορία της τρομοκρατίας και των θεωριών της

Οι τρομοκρατικές ενέργειες γεννιούνται αυθόρμητα και δεν θα σταματήσουν ποτέ να γεννιούνται, όσο η βάρβαρη καταπίεση γεννά την αντίδραση. Οι μεμονωμένες ενέργειες, σχεδόν αυθόρμητες ή ελάχιστα προσχεδιασμένες αποτελούν τον πρωτόγονο, ακατέργαστο τρόπο αντίδρασης.
Το ζήτημα οργάνωσης διαφόρων ανθρώπων με σκοπό να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν ένα τρομοκρατικό χτύπημα είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η ταξική πάλη. Οι πρώτες προσπάθειες να θεωρητικοποιηθεί η ιδέα ότι είναι δυνατόν τέτοιες ομάδες με τη δράση τους να εξαλείψουν την καταπίεση ξεκινούν ήδη από την αυγή του καπιταλισμού. Σε αυτό το στάδιο η τρομοκρατική ενέργεια θεωρείται η ίδια το μέσο για τη διάλυση του συστήματος. Στα χρόνια του πρωτογονισμού του κινήματος δεν φάνταζε τόσο απίθανη η ιδέα ότι είναι δυνατόν να ανατραπεί το αστικό κράτος με τη δράση τέτοιων ομάδων. Άλλωστε ήταν φρέσκια η ιστορική μνήμη των διάφορων «μυστικών εταιριών» των αστών που συνέβαλαν στην ανατροπή της φεουδαρχίας και των απολυταρχιών. Η Γαλλία, η Ιταλία και γενικά η δυτική Ευρώπη θυσίασε μερικούς απ’ τους καλύτερους αγωνιστές της στο βωμό αυτής της μεθόδου στις αρχές και στα μέσα του προηγούμενου αιώνα για να φανεί τελικά το αδιέξοδο αυτών των λογικών.
Όταν έγινε φανερό πως δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί ο αντίπαλος χωρίς τη δράση των μαζών, οι τρομοκρατικές πράξεις καθαγιάστηκαν κάτω από μια άλλη λογική
Σύμφωνα με αυτή τη λογική μια τρομοκρατική ενέργεια στοχεύει πια να διεγείρει τις μάζες. Μια μπόμπα, ή μια δολοφονία ενός μισητού κρατικού λειτουργού, ενός καταπιεστή δεν αποτελεί πλέον μια μεμονωμένη πράξη εκδίκησης, αλλά ένα μέσο διέγερσης. Σκοπός της είναι να προκαλέσει ένα σοκ στη συνείδηση των μαζών, να τις βγάλει από το λήθαργό τους. Μάλιστα αν ο αντίχτυπος αυτής της κίνησης είναι αρκετά δυνατός μπορεί να προκαλέσει ακόμα και την κινητοποίηση των μαζών, σκέφτονταν οι «θεωρητικοί» της ατομικής τρομοκρατίας. Σε αυτή την περίπτωση η ίδια η τρομοκρατική πράξη λειτουργεί σαν παράδειγμα γιατί δείχνει το στόχο (τους κρατικούς λειτουργούς) αλλά και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσουν οι μάζες (τη βία). Αυτές οι λογικές βρήκαν κατά καιρούς πολλούς οπαδούς στη ειδικά στη Ρωσία στην αλλαγή του 19ου αιώνα, αλλά και σε Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία, σαν απόηχος και εκλέπτυνση της προηγούμενης τρομοκρατικής δράσης. Την ίδια περίοδο που το σοσιαλιστικό κίνημα έμπαινε δυναμικά στο προσκήνιο, οι καλύτεροι μαρξιστές καταφέρθηκαν ενάντια σε αυτές τις λογικές με τον πιο διεξοδικό τρόπο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τρότσκι «καταπολεμώντας την τρομοκρατία οι διανοούμενοι υπεράσπιζαν το δικαίωμα ή το καθήκον τους να μην εγκαταλείψουν τις εργατικές συνοικίες για να πάνε να ανοίξουν λαγούμια κάτω από τα παλάτια του τσάρου και των μεγάλων δουκών».
Ωστόσο, ποτέ και πουθενά στον πλανήτη δεν προέκυψε καμιά επανάσταση ή εξέγερση σαν αποτέλεσμα της «διέγερσης» που προκάλεσε μια τρομοκρατική πράξη. Και μάλιστα, για να αποδειχθεί το αδιέξοδό της χρειάστηκε ξανά μια μεγάλη ποσότητα αίματος αγνών και ηρωικών επαναστατών. Η πρώτη ρώσικη επανάσταση το 1905, πολύ περισσότερο η νικηφόρα του 1917, αλλά και το κύμα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στην κεντρική Ευρώπη το 1919-1923 έδειξαν με ποιον τρόπο μπορούν οι καταπιεσμένοι να κινητοποιούνται και μάλιστα να νικούν! Στα πιο σύγχρονα χρόνια κανείς δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά πως με τέτοιες ενέργειες είναι δυνατόν να προκαλέσει την επανάσταση. Η τρομοκρατική πράξη πλέον χρησιμοποιείται για να προκαλέσει την προσοχή στις πολιτικές θέσεις του τρομοκράτη. Χρησιμοποιεί, μια βόμβα για να υπογραμμίσει μια πολιτική προκήρυξη, να στρέψει την προσοχή των μαζών στο περιεχόμενό της, να προκαλέσει συζήτηση. Φυσικά, ο τρόπος δράσης εξακολουθεί και σε αυτή την περίπτωση να θέλει να αποτελέσει παράδειγμα για μίμηση. Έτσι, ολόκληρες οι προηγούμενες αντιλήψεις εξακολουθούν να υπολανθάνουν, προκαλώντας παρόμοιες σκέψεις και συγχύζοντας τους καταπιεσμένους.
Άλλωστε, το θεωρητικό περίβλημα αυτών των ενεργειών είναι πάντα θολό και δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Η πράξη θα αναζητά κάλυψη της θεωρίας αναμασώντας και ξανασερβίροντας τις ίδιες χρεοκοπημένες αντιλήψεις. Την τρομοκρατική πράξη τη γεννάει η ίδια η καταπίεση και αποτελεί την πιο ενστικτώδικη και πρωτόγονη μορφή αντίδρασης σε αυτή. Όσο οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι δεν ανακαλύψουν το δρόμο για να ανατρέψουν το σύστημα που την γεννά, αναγκαστικά η ιστορία θα περνά ξανά και ξανά από τους ίδιους δρόμους πληρώνοντας κάθε φορά τον ίδιο φόρο.

Τρομοκρατία και κίνημα

Σε περιόδους επαναστατικού αναβρασμού το κίνημα ανεβάζει συλλογικά του επίπεδο της βίας και της αντιπαράθεσής του με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους. Τα περιθώρια δράσης τρομοκρατικών ομάδων σε τέτοιες εποχές είναι ελάχιστα. Μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες εκείνη τη στιγμή δεν απασχολούν κανέναν ιδιαίτερα, ούτε τους καταπιεστές ούτε τους καταπιεσμένους, καθώς και οι δυο έχουν στραμμένη την προσοχή τους στην πραγματική – μαζική αντιπαράθεση. Κάθε ξέχωρο βίαιο χτύπημα μπορεί να ειδοθεί και να λειτουργήσει μόνο αθροιστικά σε σχέση με την κεντρική αντιπαράθεση.
Αυτός είναι και ο λόγος που τρομοκρατικές ενέργειες βρίσκουν έδαφος σε περιόδους κινηματικής υποχώρησης, ήττας, ή κινηματικής άπνοιας. Ειδικά η περίοδος που ακολουθεί τις ήττες του κινήματος και τη σκλήρυνση της καταστολής των καπιταλιστών, παρέχει το καλύτερο πλαίσιο για να βρει διέξοδο στην ατομική δράση, η οργή και η απογοήτευση. Εκτός όμως από τις ίδιες τις τρομοκρατικές πράξεις, τέτοιες εποχές είναι επίσης ευνοϊκές και στις προσπάθειες να θεωρητικοποιηθεί μια τέτοια δράση. Γιατί τέτοιες στιγμές μια τρομοκρατική πράξη βρίσκει το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα στο στρατόπεδο των καταπιεσμένων που θα την νομιμοποιήσει. Είναι η στιγμή που το κίνημα ηττημένο δεν εμπιστεύεται τις δικές του δυνάμεις για να οπλίσουν την οργή του και υποδέχεται ευνοϊκά μια «εκδίκηση που έρχεται απ’ έξω».
Οι τρομοκρατικές ενέργειες αποκτούν έτσι έναν συμβολικά χαρακτήρα, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες του κινήματος και το πραγματικό πεδίο σύγκρουσης. Αυτό όμως τελικά παραπλανά μόνο το ίδιο το κίνημα και καθόλου τον ταξικό αντίπαλο, που δεν εγκαταλείπει ούτε στιγμή το έργο της καταστολής και εξουδετέρωσης του κινήματος. Αντίθετα, συνηθίζει να χρησιμοποιεί και να μεγαλοποιεί αυτές τις ενέργειες ακριβώς για να στρέψει την προσοχή της κοινωνίας μακριά από το κέντρο της αντιπαράθεσης, να αποπροσανατολίσει και να μπερδέψει το κίνημα. Μάλιστα, προσπαθεί πάντα να μεταχειριστεί την τρομοκρατική ενέργεια σαν το άλλοθι για να λάβει ακόμη σκληρότερα κατασταλτικά μέτρα και να τα νομιμοποιήσει σε μια διευρυμένη κοινωνική στήριξη σε μια στιγμή που το κίνημα είναι αδύναμο να αποτρέψει την επιβολή τους.

Αφύπνιση και παθητικότητα των μαζών

Σε ένα τέτοιο κλίμα δεδομένο, μια τρομοκρατική ενέργεια, ακόμα και στο βαθμό που καταφέρει και γίνει αποδεκτό από τους καταπιεσμένους σαν μια «δίκαιη πράξη εκδίκησης», καθόλου δεν συμβάλλει στην κινητοποίησή τους (όπως θεωρούν οι διάφοροι θιασώτες της τρομοκρατίας), αλλά ακριβώς στο αντίθετο, στην αδρανοποίησή τους. Γιατί η συνείδηση των καταπιεσμένων τάξεων δεν καθορίζεται από κάποιες εντυπωσιακές ενέργειες, αλλά από τους ίδιους τους υλικούς όρους ύπαρξής της.
Για να καταφέρει να αφυπνιστεί η υπνωτισμένη από την αστική ιδεολογία συνείδηση των καταπιεσμένων τάξεων απαιτείται μια δουλειά πολύ πιο σύνθετη και κοπιαστική από την έκρηξη μιας βόμβας. Απαιτεί τη συνειδητή παρέμβαση μιας πρωτοπορίας που κωδικοποιεί την ιστορική εμπειρία της ταξικής πάλης και μπορεί να την μπολιάσει στο σήμερα. Οι καπιταλιστές έχουν απείρως περισσότερα μέσα στη διάθεσή τους για να διαμορφώνουν συνειδήσεις. Δεν αρκεί κάποιοι «φωτισμένοι» να ανακοινώσουν την επαναστατική θεωρία για να την «ασπαστούν» οι μάζες. Πρέπει να τη μετατρέψουν σε εμπειρικό βίωμα, σε κατάκτηση, ατομικά και συλλογικά. Και κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουν τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες οι μάζες αποκτούν τις εμπειρίες τους. Πρέπει συνεπώς η πρωτοπορία αυτή να βρίσκεται συνεχώς δίπλα στις καταπιεσμένες τάξεις, στους χώρους που δουλεύουν, ζουν και κυρίως δίπλα τους όταν αυτές αγωνίζονται. Απαιτεί τη στενή παρακολούθηση των διαθέσεων και του επιπέδου ανάπτυξης της συνείδησης των καταπιεσμένων, ώστε παρεμβαίνοντας την κατάλληλη στιγμή, η επέμβασή της αυτή να έχει καταλυτικό χαρακτήρα. Αυτή η τριβή όμως είναι αμφίδρομη. Για την ίδια την επαναστατική οργάνωση η επαφή της με το ζωντανό κίνημα αποτελεί το οξυγόνο της. Χωρίς αυτό δεν είναι δυνατόν να αφουγκραστεί το σφυγμό των μαζών, να ακονίσει η ιδία της απόψεις της, να δοκιμάσει τις ικανότητές της. Μόνο στη βάση αυτής της σχέσης ανάμεσα στους καταπιεσμένους και στο πιο πρωτοπόρο κομμάτι τους χτίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, ο πρώτος και απαράβατος όρος για να αποσπαστούν οι μάζες από την κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτή η εμπιστοσύνη είναι το πρώτο βήμα για να αποκτήσει συνολικά το κίνημα εμπιστοσύνη στις ίδιες τις δυνάμεις του και τις ικανότητές του.
Μια μαχητική τερρορίστική οργάνωση (ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν το θέλει) αναγκάζεται από την ίδια την πίεση για συνομωτικότητα να ζει μακριά από τις καταπιεσμένες τάξεις, τα προβλήματά τους και τις ανησυχίες τους. Η σχέση που περιγράψαμε πιο πάνω γίνεται θρύψαλα. Όχι μόνο δεν μπορεί να συμβάλει στο ελάχιστο στο ανέβασμα της συνείδησης των μαζών, αλλά και χωρίς το οξυγόνο της ζωντανής επαφής με τις μάζες δεν αργεί να εκφυλιστεί και η ίδια.

Οι επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνίας

Αλλά τελικά, τι σημαίνει «μάζα»; Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική -και πολύ πιο σύνθετη- από το σχήμα που έχει γι αυτήν ο τερρορισμός: (ένα σύστημα, ένα κράτος εκμεταλλευτών και μια «μάζα» καταπιεσμένων). Η μάζα αυτή των καταπιεσμένων δεν είναι ούτε ομοιογενής, ούτε ενιαία. Χωρίζεται σε τμήματα που καθορίζονται από τη διαφορετική ταξική τους θέση, από τα διαφορετικά ταξικά τους συμφέροντα. Είναι οι εργάτες, οι αγρότες, οι μικροαστοί των πόλεων. Ακόμα και το κάθε ένα από αυτά τα κομμάτια δεν είναι καθόλου ομοιογενές στο εσωτερικό του, αλλά τέμνονται σε πολλές διαστρωματώσεις, που -γενικά μιλώντας- καθορίζουν την κοινωνική τους στάση και συμπεριφορά. Ανάμεσα σε αυτές τις τάξεις και τα στρώματα, μόνο η εργατική τάξη μπορεί να αναλάβει συνολικά το έργο της αποτίναξης της καταπίεσης, οδηγώντας συνολικά την ανθρωπότητα στην κομμουνιστική, αταξική κοινωνία. Τα υπόλοιπα στρώματα μπαίνουν ενεργά σε αυτή τη μάχη, μόνο στο βαθμό που κερδίζονται από την υπόθεση του κομμουνισμού -στο βαθμό που υποτάσσουν τα ταξικά τους συμφέροντα στο απελευθερωτικό πρόγραμμα του προλεταριάτου. Η εργατική τάξη όμως σε αυτό το σύστημα κρατιέται αλυσοδεμένη με πλήθος προλήψεων, ψεμάτων και δεισιδαιμονιών που συστηματικά καλλιεργούν τα αφεντικά, ακριβώς για να μην καταφέρει να συνειδητοποιήσει τα ιδιαίτερα ταξικά, ιστορικά της συμφέροντα. Το έργο των επαναστατών είναι ακριβώς αυτό: να βοηθήσουν να δυναμώσει η ταξική συνείδηση, να την εμποδίσουν να διαχυθεί, να γίνει ένα με τη «μάζα» των καταπιεσμένων, τελικά να συμπαρασύρουν και υπόλοιπα στρώματα των καταπιεσμένων σε αυτή την προοπτική.
Αυτή είναι η χειρότερη υπηρεσία που προσφέρει στο κίνημα ο τερρορισμός. Ότι αντί να βοηθήσει την μόνη επαναστατική τάξη να συνειδητοποιήσει τη δική της δύναμη, την ξανασπρώχνει στη «μάζα του μέσου όρου», που προσδοκά τη λύση των προβλημάτων της από τη δράση των «άγνωστων ειδικών της επανάστασης». Ο Τρότσκι θέτει το ζήτημα με τον ακόλουθο τρόπο:
«Η ταραχή που φέρνουν οι τρομοκρατικές επιθέσεις στις μάζες είναι πιο βαθιά. Αν φτάνει κανείς να οπλιστεί με ένα πιστόλι για να φτάσει στο σκοπό, σε τι χρησιμεύουν τάχα οι προσπάθειες της πάλης των τάξεων; Αν φτάνει λίγο μπαρουτόβολο για να τρυπήσει το κεφάλι του εχθρού, σε τι χρησιμεύει η ταξική οργάνωση; …Η ατομική τρομοκρατία είναι ίσα – ίσα απαράδεκτη για μας γιατί ρίχνει στις μάζες την ίδια την εκτίμηση τους, τις συμφιλιώνει με τις αδυναμίες τους και προσανατολίζει τα βλέμματά τους προς τον μεγάλο εκδικητή, τον απελευθερωτή που θα έρθει μια μέρα και θα εκπληρώσει την αποστολή του». (Τρότσκι, Tα εγκλήματα του Στάλιν)
Ενώ λοιπόν οι τρομοκρατικές ενέργειες υποβιβάζουν τις καταπιεσμένες μάζες στην ίδια τους τη συνείδηση, καταφέρνουν να ωραιοποιήσουν την εικόνα που προσπαθούν να φτιάξουν τα αφεντικά για τον εαυτό τους. Η αστική εξουσία μετατρέπεται σε προστάτη και εγγυητή της ασφάλειας «του πολίτη» και κυρίως σε προστάτη του… ανθρωπισμού και της δημοκρατίας. Κρυμμένη πίσω από το θύμα μιας τρομοκρατικής πράξης καταφέρνει στο τέλος να κερδίσει ακόμα και τη συμπάθεια των καταπιεσμένων προς το θύμα, να κρύψει τα δικά της εγκλήματα και τελικά ακόμα και να κερδίσει τα πιο καθυστερημένα κομμάτια στην υπεράσπιση υποτίθεται της ανθρώπινης ζωής. Οι εγκληματίες στο τέλος γίνονται και τιμητές. Αυτοί που υπολογίζουν τόσο ελάχιστα την ανθρώπινη ζωή αν πρόκειται για τα κέρδη τους στα εργοστάσια, στις φτωχογειτονιές ή στα χαρακώματα «για την πατρίδα», αυτοί οι ίδιοι αποκτούν το δικαίωμα για κηρύγματα από τον άμβωνα που τους ανέβασε μια τρομοκρατική ενέργεια.

Τρομοκρατία και κρατικοί μηχανισμοί

Η απομόνωση στην οποία αναγκάζεται μια τρομοκρατική οργάνωση τελικά της αποστερεί και τη μοναδική ασπίδα ασφαλείας απέναντι στην κρατική καταστολή που δεν είναι άλλη από την επαφή με το ζωντανό κίνημα. Μακριά από αυτή, οι αντιλήψεις των τρομοκρατών για παρανομία γίνονται γελοιότητα. Είναι πολύ εύκολο για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους η παρακολούθηση και η εξάρθρωση τέτοιων καταστάσεων. Στο περιθώριο της παρανομίας που οι ίδιες επέλεξαν να κινηθούν, αργά ή γρήγορα θα πέσουν στο δόκανο της αστικής εξουσίας. Αυτός είναι και ο μόνος λόγος για την εύκολη διάβρωση αυτών των οργανώσεων από τους χαφιέδες και τους πράκτορες του κράτους. Και είναι ακριβώς εξαιτίας αυτής της διάβρωσης που οι οργανωμένες σκευωρίες που στήνει το αστικό κράτος σε τέτοιες οργανώσεις είναι τόσο συχνές. Πολλές φορές για την κρατική καταστολή το να διαλύσει, να συλλάβει ή να οργανώσει μια σκευωρία σε αυτές είναι ζήτημα μόνο χρονικής επιλογής.
Κανένας αγωνιστής που έχει σκοπό να παλέψει ενάντια στην καταπίεση δεν είναι απαλλαγμένος από την πίεση των κατασταλτικών μηχανισμών της αστικής εξουσίας. Αυτός είναι άλλωστε ο σκοπός τους. Η αντίσταση σε αυτό δεν είναι κάποιο μαγικό φυλακτό, αλλά η ίδια η ιστορική εμπειρία του κινήματος. Σε αυτό το σημείο αποτελεί πολύ καλό βοήθημα το βιβλίο του Βίκτωρ Σερζ «Τι πρέπει να γνωρίζει ένας επαναστάτης», που μεταφέρει την πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης πάνω στο ζήτημα. Όταν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία και ανοίχτηκαν τα αρχεία της Οχράνα (της πολιτικής αστυνομίας του τσάρου) είχαν την ευκαιρία να εκπλαγούν με το δίκτυο πρακτόρων και χαφιέδων με το οποίο οι καπιταλιστές παρακολουθούσαν και χτυπούσαν το κίνημα. Από αυτή την πίεση δεν γλίτωσε ούτε το ίδιο το μπολσεβίκικο κόμμα. Αλλά υπάρχει μια διαφορά: Η δράση των τσαρικών πρακτόρων στάθηκε η αιτία να διαλυθούν και να τσακιστούν πολλές μικρές τερρορίστικες ομάδες, αλλά δεν εμπόδισε το κόμμα του Λένιν (παρά τα προβλήματα που συχνά τους δημιούργησε) να διαλύσει το τσαρικό καθεστώς και να οδηγήσει τους ρώσους εργάτες στην εξουσία. Το μυστικό; Επέλεξαν να είναι δίπλα στο ζωντανό κίνημα, μέσα του, στην πρωτοπορία. Έδεσαν την τύχη τους με τις τύχες της ρώσικες εργατικής τάξης και αποφάσισαν να νικήσουν ή να πέσουν μαζί της. Αυτή την πορεία δεν μπορεί να την κόψει κανένας χαφιές.

Η επαναστατική δράση

Η οργανωμένη μαζική δράση είναι η μόνη λύση. Η κοινωνία δεν μπορεί να σωθεί από απομονωμένους ήρωες. Ο ατομικός ηρωισμός έφτασε στα υψηλότερα σημεία σε εποχές επαναστατικής πλημμύρας, όταν το προλεταριάτο είχε διάθεση να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα. Για να ανατραπεί η αστική κοινωνία, για να πληρώσουν οι καπιταλιστές – τρομοκράτες για τα εγκλήματά τους, πρέπει να μπουν σε κίνηση εκατομμύρια εργατών, εκατομμύρια καταπιεσμένων σε όλο τον κόσμο. Απ’ την άλλη πρέπει η κίνηση αυτή να μπολιαστεί με τη δράση της επαναστατικής πρωτοπορίας, οργανωμένης σε ένα κόμμα συγκεντρωτικής δράσης και ταυτόχρονα βαθιά δημοκρατικό. Η επαναστατική ανατροπή απαιτεί τη σύνδεση αυτής της πρωτοπορίας με τον πλούτο της εμπειρίας του μαζικού κινήματος. Μόνο με αυτό το πάντρεμα μπορεί η δικαιολογημένη δίψα για εκδίκηση να βρει την ανώτερή της ικανοποίηση. Σ’ αυτό το δρόμο βαδίζουν οι αγωνιστές της 4ης Διεθνούς.

*     *      *

Οι μαρξιστικές παραδόσεις

Το «σχέδιο απόφασης για την τρομοκρατία» που πρότεινε ο ίδιος ο Λένιν στο 2ο συνέδριο του ΣΔΕΡΚ και υιοθέτησε το συνέδριο, αποτυπώνει μέσα σε λίγες γραμμές όχι μόνο τις απόψεις των επαναστατών για το ζήτημα, αλλά και τις αντιλήψεις τους για την επαναστατική πάλη:
«Το συνέδριο αποκρούει κατηγορηματικά την τρομοκρατία, δηλ. το σύστημα των πολιτικών εκτελέσεων μεμονωμένων προσώπων, σαν μέθοδο πολιτικής πάλης τελείως ακατάλληλης για την παρούσα στιγμή, γιατί αποσπά τις καλύτερες δυνάμεις από την άμεση και επιτακτικά αναγκαία δουλειά οργάνωσης και ζύμωσης, σπάει τη σύνδεση των επαναστατών με τις επαναστατικές τάξεις του πληθυσμού, καλλιεργεί και στους ίδιους τους επαναστάτες και στον πληθυσμό γενικά τις πιο στραβές αντιλήψεις για τα καθήκοντα και τις μεθόδους πάλης ενάντια στην απολυταρχία».

Να οργανώσουμε την κινηματική βία

Όταν η αστική τάξη μιλάει για τρομοκρατία εννοεί κάθε ενέργεια που στρέφεται ενάντια στη δική της νομιμότητα. Οι απεργίες, οι καταλήψεις, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, οι εξεγέρσεις, το ίδιο όπως και οι πράξεις ατομικής τρομοκρατίας είναι για τους καπιταλιστές το ίδιο τρομοκρατικά. Ο νόμος με τον οποίο η κυβέρνηση της Αγγλίας έβγαλε στην παρανομία 51 οργανώσεις που χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές», είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το τι εννοούν οι καπιταλιστές: «Τρομοκρατική δράση θεωρείται η δράση ή απειλή χρήσης βίας για τον επηρεασμό κυβερνητικών αποφάσεων, ή τον εκφοβισμό των πολιτών, με σκοπό την προώθηση πολιτικών, θρησκευτικών ή ιδεολογικών απόψεων». Δηλαδή, μόνο οι αστικές κυβερνήσεις μπορούν να «προωθούν τις πολιτικές τους απόψεις» με βία και κανείς άλλος.
Οι αστικές τάξεις σε όλο τον πλανήτη δεν θα μπορούσαν να σταθούν ούτε μια βδομάδα στην εξουσία χωρίς τη χρήση ωμής τρομοκρατίας απέναντι στις μάζες. Αν η ψευτιά, η λάσπη, και η εξαγορά είναι το ένα πόδι που στηρίζουν τη σάπια κοινωνία τους, η βία είναι το άλλο. Ένα «ειρηνικό κράτος» που οι διαφορές λύνονται «πολιτισμένα» υπάρχει μόνο στα σχολικά βιβλία, αλλά πουθενά στην πραγματικότητα.

Η απάτη της αστικής νομιμότητας

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι καπιταλιστές νομιμοποιούν τη δική τους τρομοκρατία και βγάζουν στην παρανομία τη βία των καταπιεσμένων. Μπορούν να λένε ψέματα, να κλέβουν, να χτυπάνε, να συλλαμβάνουν και να καταδικάζουν με ψευτοκατηγοριτήρια, να φυλακίζουν να βασανίζουν να σκοτώνουν. Πάντα στην υπεράσπιση της «ασφάλειας». Τα δέκα τελευταία χρόνια [υπενθυμίζουμε ότι το άρθρο γράφτηκε το 2001] στην Ελλάδα πόσοι και πόσοι μπάτσοι δεν έχουν σκοτώσει «εν ώρα υπηρεσίας» συνανθρώπους μας, επειδή «ήταν σε άμυνα», «εκπυρσοκρώτησε το όπλο» και «εξοστρακίστηκε η σφαίρα»; Πάντα, κυκλοφορούν και οπλοφορούν ατιμώρητοι ανάμεσά μας.
Αντίθετα, η βία των από κάτω είναι πάντα παράνομη και τιμωρείται παραδειγματικά. Όταν κάποιοι εργαζόμενοι που προσπαθούν να ζήσουν μια ζωή με ψίχουλα πεταχτούν στο δρόμο μπορεί να κάνουν απεργία. Τότε τα δικαστήρια θα την βαφτίσουν «παράνομη και καταχρηστική», οι μπάτσοι θα επιτεθούν, θα χτυπήσουν, θα συλλάβουν, θα καταδικάσουν.
Το απλούστατο αυτό σχήμα οι καπιταλιστές προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από μια σειρά ηθικών υποχρεώσεων που πρέπει να σέβονται οι καταπιεσμένοι. Ολόκληρη η προπαγάνδα για τον «ειρηνικό» και «πολιτισμένο» τρόπο που θα πρέπει να λύνονται οι διαφορές, στοχεύει απλά να τους αποκοιμίσει. Οι ηθικοί περιορισμοί για εγκράτεια, υπομονή και ανθρωπισμό που μας καλούν να εφαρμόσουμε αφορούν μόνο εμάς. Οι ίδιοι που απαιτούν από τους αγώνες μας να είναι «πολιτισμένοι» και «εντός ορίων» δεν διστάζουν να επιτεθούν με χημικά και γκλοπ στους συνταξιούχους, στους μαθητές, στους εργάτες. Αυτό που προσπαθούν να εμποδίσουν με τέτοια κόλπα είναι αυτό που τρέμουν: να οργανώσει το κίνημα τη δική του βία και να την αντιτάξει στη δική τους (καλοργανωμένη και επαγγελματική) τρομοκρατία.

Βίαιες και «ειρηνικές» εποχές

Δεν υπάρχει στιγμή στην ανθρώπινη κοινωνία χωρίς τη βίαιη αντιπαράθεση των από πάνω με τους από κάτω. Αυτό που διαφέρει κάθε φορά είναι το επίπεδο της βίας. Υπάρχουν εποχές που η πάλη ανάμεσα στις τάξεις έχει έναν σχεδόν «ειρηνικό» χαρακτήρα. Αυτό συμβαίνει σε συνθήκες οικονομικής ευημερίας, όπου η κυρίαρχη τάξη έχει περιθώρια για μικροπαραχωρήσεις. Οι διεκδικήσεις έχουν έναν επιφανειακά «ειρηνικό» χαρακτήρα. Επιφανειακά, γιατί ακόμα και τότε δεν λείπει το στοιχείο της βίαιης αντιπαράθεσης, απλά το επίπεδό της είναι χαμηλότερο. Μια ομαλή αστική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε τέτοιες συνθήκες, και με την προϋπόθεση πάντα ότι την ίδια στιγμή θα λειτουργούν σε δυο άλλες χώρες του πλανήτη οι πιο βάρβαρες δικτατορίες. Μόνο με στυγνή δικτατορία στις χώρες του Τρίτου Κόσμου μπορούν οι μητροπόλεις του καπιταλισμού να εξαγοράζουν μια πιο «ειρηνική» ταξική πάλη στο εσωτερικό τους.
Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει και αυτό γίνεται φανερό ακόμη και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Η αστική τάξη δεν συζητάει τίποτα και προσπαθεί να πάρει πίσω τις κατακτήσεις ενός αιώνα. Η όξυνση της ταξική πάλης ανεβάζει το επίπεδο της βίας. Δεν υπάρχει ένα «γενικά αποδεκτό όριο» στο ανέβασμα της βίας έξω από τους συσχετισμούς της ίδιας της ταξικής αντιπαράθεσης. Πριν λίγα χρόνια ο Μητσοτάκης ήθελε να αναγκάσει τις πορείες να πηγαίνουν από το πεζοδρόμιο και να απαγορεύσει τις αφισοκολήσεις στο όνομα πάντα της εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας. Οι καπιταλιστές το γνωρίζουν πολύ καλά και γι αυτό ενόψει ταξικών συγκρούσεων ετοιμάζουν το στρατό τους, τον εξοπλίζουν σαν αστακό, φτιάχνουν νέους σκληρούς νόμους, ροκανίζουν την αστική δημοκρατία. Το κίνημα όμως;

Ο ρεφορμισμός στην υπηρεσία των αφεντικών

Το κίνημα πρέπει να είναι αλυσοδεμένο να περιορίζεται μόνο σε ειρηνικά πλαίσια. Και ο φορέας αυτής της απαίτησης των αφεντικών στο στρατόπεδό μας είναι η ίδια η ηγεσία του οργανωμένου κομματιού της τάξης μας, οι ρεφορμιστές γραφειοκράτες.
Ακριβώς για αυτό το λόγο είναι οι πρώτοι που τρέχουν να ενώσουν τις φωνές τους με τους καπιταλιστές στην καταδίκη της «τρομοκρατίας». Οι γραφειοκράτες και οι ρεφορμιστές αξιοποιούν τις τρομοκρατικές ενέργειες για να καναλιζάρουν τους ταξικούς αγώνες στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Χρησιμοποιούν το αδιέξοδο της ατομικής βίας, για να πείσουν τους εργάτες που τους εμπιστεύονται πως η βία γενικά είναι αδιέξοδη. Η βία, λένε, μόνο προβλήματα προκαλεί και δεν είναι αυτός ο κατάλληλος τρόπος να διεκδικούμε τα αιτήματά μας. Όποιος προτρέπει σε αυτή είναι προβοκάτορας και κάθε βίαιη αντιπαράθεση είναι προβοκάτσια. Ή, όπως χαρακτηριστικά έχει αποτυπωθεί σε ένα εξαιρετικά ηλίθιο ρεφορμιστικό σύνθημα που χρησιμοποιούν οι ρεφορμιστές κάθε φορά που θέλουν να φρενάρουν το κίνημα, «είμαστε εργάτες και όχι τρομοκράτες».

Οργάνωση και κλιμάκωση της κινηματικής βίας

Για μας τους επαναστάτες η μαζική, οργανωμένη βία είναι ο μόνος δρόμος για να διεκδικήσουν και να πάρουν οι καταπιεσμένοι όσα με βία τους αποσπάνε καθημερινά. Όλα τα άλλα είναι στην καλύτερη περίπτωση αμπελοφιλοσοφίες των βουδιστών και των οπαδών του Γκάντι και στη χειρότερη ψέματα των υπηρετών των καπιταλιστών. Σε καμία περίπτωση όμως όσων έχουν αποφασίσει να σταματήσουν την ανθρώπινη καταπίεση. Το καθήκον των επαναστατών σε τέτοιες εποχές είναι να βοηθήσουν το κίνημα να οργανώσει και να κλιμακώσει τη βία του.
Οργάνωση της βίας θα πει ότι για να αποκρουστεί η τρομοκρατία των κατασταλτικών μηχανισμών (που είναι επαγγελματικά εκπαιδευμένοι και οργανωμένοι γι αυτό το σκοπό) δεν αρκεί μόνο η αυθόρμητη οργή. Κλιμάκωση της βίας θα πει πως όταν ο αντίπαλος ανεβάζει το επίπεδο της βίας το κίνημα ή θα απαντήσει στα ίσα ή θα χάσει. Οι ρεφορμιστές χρησιμοποιούν σχεδόν πάντα το επιχείρημα πως δεν πρέπει να είμαστε «προκλητικοί», δεν πρέπει «να προκαλούμε τα ΜΑΤ», πως αν εμείς γενικά δεν απαντήσουμε βίαια, τότε και αυτοί θα φιλοτιμηθούν να κάτσουν να το συζητήσουμε πολιτισμένα. Αλλά τα ΜΑΤ που στάλθηκαν σε μια πορεία, δεν πήγαν για βόλτα, πάνε για να τρομοκρατήσουν και να επιτεθούν στους αγωνιστές. Τι ακριβώς θα κάνουν δεν εξαρτάται από τις προκλήσεις που θα δεχτούν (δεν είναι κανένα μπουλούκι) αλλά από τις διαταγές που θα πάρουν από τον ασύρματο. Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν πως το κίνημα δεν θα «προκαλέσει» αλλά αν είναι προετοιμασμένο να αποκρούσει την τρομοκρατική επίθεση, είτε είναι γκλοπ, είτε χημικά, είτε οχήματα, είτε οτιδήποτε άλλο. Η λογική συνέχεια είναι πως το ίδιο το κίνημα από στόχος της αντίπαλης βίας θα θέσει το ίδιο τους στόχους του.
Το ζήτημα δεν είναι πρώτιστα τεχνικό, αλλά πολιτικό. Είναι οι πολιτικές αλυσίδες που η αστική ιδεολογία και ο ρεφορμισμός χρησιμοποιούν για να αποκοιμίσουν τους από κάτω. Στην Ευρώπη του 30 η βία της ταξικής πάλης είχε φτάσει στο επίπεδο οι ναζιστές με την κάλυψη των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους να πυροβολούν και να σκοτώνουν τους πιο πρωτοπόρους εργάτες. Ο Τρότσκι έβαζε επιτακτικά το ζήτημα του εξοπλισμού του προλεταριάτου. Στην ερώτηση πως μπορεί να γίνει αυτό απαντούσε: «Το προλεταριάτο παράγει τα όπλα, αυτό τα μεταφέρει, αυτό χτίζει τις αποθήκες που φυλάγονται, αυτό υπερασπίζει τα οπλοστάσια απέναντι στον εαυτό του, αυτό υπηρετεί στο στρατό και δημιουργεί όλο τον εφοδιασμό και τον εξοπλισμό του στρατού. Εκείνο που χωρίζει τα όπλα από το προλεταριάτο δεν είναι ούτε οι κλειδαριές, ούτε οι τοίχοι, αλλά η συνήθεια της υποταγής, ο υπνωτισμός από την ταξική κυριαρχία, το εθνικιστικό δηλητήριο. Φτάνει να γκρεμίσουμε τους ψυχολογικούς αυτούς τοίχους και τότε κανένας πέτρινος τοίχος δεν θα αντισταθεί. Φτάνει να θελήσει τα όπλα το προλεταριάτο και θα τα βρει. Καθήκον του επαναστατικού κόμματος είναι να ξυπνήσει μέσα του αυτή τη θέληση και να διευκολύνει την πραγματοποίησή της». (Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία, 1934).

Πηγή: Από το αρχείο της Εργατικής Εξουσίας, Νο 44

Advertisements

2 responses to “Τερρορισμός και επαναστατικός μαρξισμός

  1. H τρομοκρατία που ασκούσε η ΟΠΛΑ την περίοδο της γερμανικής κατοχής ταιριαζει νομιζω περισσοτερο στην περιπτωση της σημερινης εκτελεσης των χρυσαυγιτών. Περισσοτερο την περιοδο της γερμανικής κατοχης ( οπου γινοταν τρομοκρατική εκτελεση δοσυλογων και συνεργατών των ες-ες) θυμιζει η εκτελεση των χρυσαυγιτών παρα την περιοδο των ναροντικων και των ρωσων μηδενιστων (Γη και ελευθερια ) του δεκατου ενατου αιωνα. Και νομιζω οτι η ενοπλη τρομοκρατια την περιοδο της γερμανικης κατοχης δεν απομονωθηκε απο τις λεγομενες «μαζες», αλλά αντιθετα ειχε θετική επίδραση στην ανάπτυξη της αντιστασης…

    Μου αρέσει!

  2. Μετά την επίθεση στο νέο Ηράκλειο ξανά η ίδια συζήτηση. Όλοι οι δεινοί συνωμοσιολόγοι τύπου Ν. Μπογιόπουλου και Κανέλλη.

    Ρωτάνε πονηρά και με υπονοούμενα «Ποιος ωφελείται;». Να απαντήσω οτι ο Τρότσκι έλεγε οτι πάντως δεν ωφελείται ούτε ο τρομοκράτης ούτε η εργατική τάξη. Να ρωτήσω όμως το ΚΚΕ με τη σειρά μου, πόσο ωφελούν την εργατική τάξη οι ατέλειωτοι περίπατοι και τα ζικ-ζακ με σκοπό να μην συναντηθούν με τα πανώ των «ρεβιζιονιστών» και των «αντικειμενικά προβοκατόρων». Ή πόσο ωφέλησε η πώληση του 902TV που τώρα προβάλλει ναζιστές σε εκπομπή του Τράγκα. Να μας πουν και οι του ΣΥΡΙΖΑ πόσο ωφέλησε το οτι ψηφίσαν μεν για την μη χρηματοδότηση της ΧΑ, αλλά το κάναν με κωλοτούμπα, αποδεχόμενοι τον εκτρωματικό Τρομονόμο (τουλάχιστο το ΚΚΕ είπε μόνο «ΠΑΡΩΝ»), με κίνδυνο το τετελεσμένο αυτής της διατύπωσης να στραφεί ακόμα και εναντίον τους στο μέλλον!

    Είναι, μας λένε «Χρήσιμοι ηλίθιοι», υπονοούμενα για την ΕΥΠ, «αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα», «γιατί τώρα;», ο Άλντο Μόρο, η ακροδεξιά βία … Τα ίδια και τα ίδια.

    Υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να είναι σκοτεινό στήσιμο από σκοτεινές δυνάμεις, δεν μπορούμε να ξέρουμε, όλα παίζονται εφόσον δεν υπάρχει ακόμη ούτε καν ανάληψη ευθύνης. Απ’ την άλλη βέβαια, όχι επειδή δεν είναι ερασιτέχνες δε μπορεί να είναι ούτε αριστεροί τερρορίστες!

    Πρέπει να αντιμετωπίζονται πολιτικά τέτοιες ενέργειες. Έτσι αντιμετώπιζαν τον απόηχο των Ναρόντνικων αρχικά, τους σοσιαλεπαναστάτες μετέπειτα ο Λένιν κι ο Τρότσκι . Τους διαβάζεις που και που να λένε για κάποιον προβοκάτορα που παρείσφρησε, αλλά γενικά αναγνωρίζουν οτι κάποιοι από τους διανοούμενος πάνε τη δράση τους στην κόψη του ξυραφιού. Έτσι, πέφτουν κι οι δύο με τα μούτρα στην πολιτική κριτική, όχι στα υπονούμενα.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s