Για μια νέα κομμουνιστική ταυτότητα

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συμπύκνωση του κύκλου τεσσάρων συζητήσεων που πραγματοποιήθηκε το Μάρτη, με πρωτοβουλία της Κόκκινης Ορχήστρας στην Αθήνα. Δεν απηχεί κατ’ ανάγκη τις απόψεις όλων των συμμετεχόντων στον κύκλο, αντανακλά ωστόσο τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε.
kyklos neosΣτο τέλος του κύκλου αποφασίστηκε να ανοίξει ένας νέος κύκλος ζύμωσης που να καταλήξει καταρχήν σε μια διακήρυξη κάλεσμα για μια οργάνωση της επαναστατικής μειοψηφίας καθώς και για επιμέρους ζητήματα που αφορούν την τρέχουσα συγκυρία (κρίση, κίνημα στην εποχή του μνημονίου, πολιτική κατάσταση, αριστερά), καθήκοντα-τακτικές (για μια επαναστατική δράση μακριά από την πεπατημένη του οικονομισμού), συγκρότηση σε οργάνωση. Έτσι το κείμενο αυτό είναι ταυτόχρονα και το έναυσμα για αυτό το νέο κύκλο. Όποιος-α επιθυμεί να συμμετάσχει στον νέο αυτό κύκλο θα πρέπει να επικοινωνήσει στην ηλεκτρονική διεύθυνση: avantgarde09ko@gmail.com

Ένας νέος κύκλος ανοίγει
Για μια νέα κομμουνιστική ταυτότητα

Οι αναφορές μας

Η συνειδητή επαναστατική μειοψηφία εμπνέεται από τους μεγάλους επαναστατικούς αγώνες, τη γαλλική επανάσταση, την Κομμούνα του Παρισιού, τον Οκτώβρη του 1917, το Σπάρτακο, την ισπανική επανάσταση, τον κόκκινο Δεκέμβρη της Αθήνας, τις μεταπολεμικές επαναστάσεις και εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές και τους γραφειοκράτες σε ανατολή και δύση, όπως και από κάθε άλλο μικρό αγώνα, κρίκο στην αλυσίδα του αγώνα του παγκόσμιου προλεταριάτου για την κοινωνική απελευθέρωση, την καταστροφή του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος, για την εργατική εξουσία, τον κομμουνισμό και την αταξική κοινωνία.

Οι γιακωβίνοι, οι λέσχες των πρωίμων κομμουνιστών (Μπαμπέφ, Μπλανκί), ο Μαρξ, ο Ένγκελς και οι σύντροφοί τους, οι διεθνιστές επαναστάτες όπως ο Φράνς Μέρινγκ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Κάρλ Λήμπνεχτ, οι μπολσεβίκοι της ρώσικης επανάστασης, η 3η Διεθνής του Λένιν, ο Τρότσκι, ο Πουλιόπουλος, ο Βιτσιώρης και η 4η Διεθνής, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Τσε Γκεβάρα και άλλοι σύγχρονοι αγωνιστές και στοχαστές επαναστάτες, αποτελούν, χωρίς εμμονές και άκριτους μιμητισμούς, σημεία όχι μόνο ιδεολογικής και πολιτικής αναφοράς αλλά και αγωνιστικής αδιαλλαξίας στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και το αστικό κράτος.

Επαναστατικός δρόμος για το σοσιαλισμό

Η συνειδητή επαναστατική μειοψηφία θεωρεί ότι δεν μπορεί να ανοίξει κανένας δρόμος στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της κοινωνίας χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση. Η σοσιαλιστική προοπτική δεν μπορεί να είναι το προϊόν ενός ιστορικού συμβιβασμού του επαναστατικού προλεταριάτου με την αστική τάξη. Ούτε θα προέλθει μετά από μια «αναπόφευκτη» οικειοθελή απόσυρση του γερασμένου και παρακμιακού καπιταλισμού. Η ιστορική εμπειρία δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο να πιστεύουμε ότι μια σειρά μεταρρυθμίσεων θα μας οδηγήσουν βαθμιαία στην άλλη κοινωνία και ότι η αστική αντίδραση θα παραδοθεί χωρίς μια σκληρή και βίαιη αναμέτρηση. Με αυτή την έννοια είμαστε με τον επαναστατικό και όχι με τον κοινοβουλευτικό “δημοκρατικό” δρόμο για το σοσιαλισμό. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, οι δυνάμεις που συνειδητά παλεύουν για την συντριβή της αστικής εξουσίας και την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να οργανωθούν σε δομές που να αντιστοιχούν στο σκοπό αυτό και όχι σε εφήμερα ανεμομαζώματα που δήθεν είναι χρήσιμα στην τρέχουσα συγκυρία και που καταλήγουν πάντοτε στην αποσπασματική διαμαρτυρία στα όρια του συστήματος και στον μερικό αγώνα ενάντια στη μια ή την άλλη μορφή καταπίεσης, αφήνοντας στις καλένδες ένα συνολικό σχέδιο για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και κάθε σκέψη για την επόμενη μέρα. Προφανώς όλα θα λυθούν από το αυθόρμητο των μαζών. Αυτός είναι ο λόγος που η μια ήττα διαδέχεται την άλλη.

Εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις που θα διαμορφώνουν έναν ευνοϊκότερο ταξικό συσχετισμό και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για την εργατική τάξη και κάθε άλλο τμήμα της κοινωνίας που για οποιοδήποτε λόγο εναντιώνεται σε κάθε είδους καταπίεση. Κάθε αυθόρμητος αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, ακόμα και η πιο απλή διαπραγμάτευση της αξίας της εργατικής δύναμης, όπως επίσης και όλοι οι αγώνες ενάντια στην πολλαπλή καταπίεση που υφίστανται ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας (εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, μετανάστες, γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, τοπικά [Κερατέα, Χαλκιδική], καθώς και οι αγώνες της νεολαίας, αξίζουν την ολόπλευρη και χωρίς όρους υποστήριξη της συνειδητής επαναστατικής μειοψηφίας στο βαθμό που αντικειμενικά λειτουργεί ανταγωνιστικά στα συμφέροντα των αφεντικών και των πολιτικών του συλλογικού εκπροσώπου τους του αστικού κράτους και επιπλέον δεν στρέφονται εναντίον άλλων πιο καταπιεσμένων τμημάτων της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επαναστατική μειοψηφία γίνεται φερέφωνο των κάθε είδους συντεχνιακών συμφερόντων, και σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με τα υποκείμενα αυτών των μερικών αγώνων. Οι κομμουνιστές αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή τους στην τρέχουσα ταξική πάλη ως μέρος του συνολικού αγώνα ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα και όχι ως αλληλέγγυα δύναμη στις προσδοκίες των θυμάτων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Επίσης η ενεργητική συμμετοχή σε αυτούς τους αγώνες εκτός των άλλων αποτελεί σχολείο ταξικής και πολιτικής συνειδητοποίησης καθώς και μια ακόμα πρόβα για την αποφασιστική αναμέτρηση. Καμία “μεγάλη νύχτα” και καμία κατάληψη της εξουσίας δεν θα έλθει από ανθρώπους και πολιτικούς σχηματισμούς που ζουν στην πολιτική απομόνωση και στην νοσταλγία του ένδοξου παρελθόντος αδιαφορώντας για τους καθημερινούς αγώνες, από τον πιο θεσμικό που είναι ο κοινοβουλευτικός αγώνας, μια ειρηνική συγκέντρωση, μια οικονομική απεργία, η υπεράσπιση των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων όταν αυτά μπαίνουν στο στόχαστρο του κράτους έκτακτης ανάγκης, μέχρι τον πιο εξωθεσμικό όπως άγριες απεργίες, οδοφράγματα και συγκρούσεις με την αστυνομία και τους φασίστες, καταλήψεις δημοσίων κτιρίων κοκ. Η διαφορά με την καθεστωτική αριστερά που επιμένει δογματικά σε ένα θεσμικό-δημοκρατικό δρόμο, δεν βρίσκεται στην άρνηση συμμετοχής σε αγώνες εντός συστήματος, αλλά στο ότι η νέα κοινωνία δεν προκύπτει μέσα από μια βαθμιαία και μακρόσυρτη διαδικασία μεταρρυθμίσεων, αλλά από μια επαναστατική τομή, δηλαδή από την καταστροφή του βασικού υπερασπιστή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής – του αστικού κράτους.

Η επανάσταση δεν έρχεται από την κλιμάκωση των αυθόρμητων αγώνων

Οι αυθόρμητοι αγώνες δεν παράγουν αυτόματα επαναστατική συνείδηση, ούτε μέσω του «συντονισμού και της κλιμάκωσής» τους συγκροτείται το κοινωνικό εκείνο υποκείμενο που θα πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, ούτε καταλήγουν μέσω της κλιμάκωσής τους σε μια επανάσταση. Η πρόσφατη ελληνική εμπειρία 20και πλέον γενικών απεργιών καθώς και μαζικότατων διαδηλώσεων, πολλές από τις οποίες κατέληγαν σε σφοδρές συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, συνιστούν καταφανή απόδειξη ότι για μια επανάσταση δεν αρκεί να πλημμυρίσουν οι δρόμοι από εκατομμύρια αγανακτισμένους. Δεν υπήρξαν, ούτε θα υπάρξουν επαναστάσεις που γίνονται από σπόντα, ούτε με την άγνοια των υποκειμένων τους. Η επανάσταση προκύπτει μόνο στη βάση ενός συνειδητού σχεδίου που υλοποιείται από δυνάμεις που έχουν πλήρη συνείδηση του σκοπού τους. Όποτε οι δυνάμεις αυτές ήταν αδύναμες, καμία αντίσταση όσο μαζική και «ταξική» κι αν ήταν, δεν κατέληξε σε μια τελική αναμέτρηση με την άρχουσα τάξη και το αστικό κράτος. Το στοιχείο εκείνο που συνδέει τις επαναστάσεις από το 1789 μέχρι σήμερα είναι η ύπαρξη συνειδητών πολιτικών υποκειμένων πρωταγωνιστών της επανάστασης, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη της επόμενης μέρας.

Επανάσταση για τι και από ποιόν

Η αριστερά σχεδόν στο σύνολό της αναπαράγει το μύθο ότι η επανάσταση έχει ως πρωταγωνιστή ένα γνήσιο κοινωνικό υποκείμενο το οποίο κανείς δεν πρέπει να «υποκαταστήσει». Για το σοσιαλισμό το «γνήσιο υποκείμενο» είναι η εργατική τάξη. Για τους ευρύτερους αγώνες για δημοκρατία, πολιτικά δικαιώματα κοκ είναι ο λαός ή μια «λαϊκή συμμαχία». Σήμερα ένα τέτοιο λαϊκό μέτωπο θα μπορούσε να είναι το αντιμνημονιακό και αύριο αν η χρυσή αυγή δυναμώσει εκ νέου, ένα «δημοκρατικό» αντιφασιστικό μέτωπο του «συνταγματικού τόξου». Όλες αυτές οι παραλλαγές και πολλές άλλες που η υπαρκτή αριστερά έχει δοκιμάσει στο παρελθόν βασίζεται στην λαθεμένη ταύτιση των αντικειμενικών ταξικών συμφερόντων με την «τάξη αυτή καθ’ εαυτή» και την ανάδειξή της σε εκ των προτέρων εν δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο, που συνειδητοποιώντας τα ιστορικά του ταξικά συμφέροντα, (προφανώς με την βοήθεια του επαναστατικού κόμματος) θα μεταμορφωθεί σε «τάξη για τον εαυτό της». Αυτό το σχήμα δεν λειτούργησε ποτέ στην πραγματικότητα, καλλιεργώντας ματαίως την αναμονή της επαναστατικής ανάνηψης του κοιμισμένου γίγαντα. Κάτι σαν το μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Η επί δεκαετιών αναπαραγωγή αυτού του μύθου ταύτισε τους κομμουνιστές με τα θύματα της εκμετάλλευσης και τον αγώνα ενάντια στην καταπίεση σε αγώνα για την απελευθέρωση των καταπιεσμένων. Δεν πρόκειται για παιχνίδι των λέξεων. Η απελευθέρωση των καταπιεσμένων προϋποθέτει την καταστροφή του συστήματος που παράγει την καταπίεση. Η ιεράρχηση αυτή δεν αφήνει αμφιβολίες για τις προτεραιότητες ούτε βάζει το κάρο πριν από το άλογο. Αν προηγείται η απελευθέρωση των καταπιεσμένων τότε οι μόνοι αρμόδιοι για να αποφασίσουν είναι οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι. Και ο καθένας θα παριστάνει τον εκπρόσωπό τους, εκφράζοντας δήθεν τις διαθέσεις και τις προσδοκίες τους, αντί να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Πίσω από το δήθεν επίπεδο της συνείδησης ο ρεφορμισμός δικαιολογεί τις συμφιλιωτικές πολιτικές του και την άρνηση να συγκρουστεί με το σύστημα. Για την αριστερά ποτέ δεν είναι η ώρα της αναμέτρησης γιατί δήθεν δεν υπάρχει ο συσχετισμός και δεν έχουν ωριμάσει οι υποκειμενικές συνθήκες. Πρόκειται για ευνουχισμό του κομμουνιστικού κινήματος και αυτοαπαγόρευση σε κάθε επαναστατική δράση. Όλα επαφίονται στο βαθμιαίο (;) ή έστω στο ξαφνικό (;) ξύπνημα του επαναστατικού υποκειμένου από το οποίο εξαρτάται πλέον η τύχη του σοσιαλισμού. Τα καθήκοντα της συνειδητής μειοψηφίας περιορίζονται αυτομάτως σε μια ατελείωτη προπαγάνδα προς το «κοινωνικό υποκείμενο» προκειμένου «να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της». Πουθενά οι κομμουνιστές δεν αναλαμβάνουν δράση, απλώς καλούν το προλεταριάτο να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή. Ο δρών δεν είναι το κομμουνιστικό κίνημα αλλά το κοινωνικό υποκείμενο. Όλα τα άλλα είναι «υποκατάσταση» και μπλανκισμός.

Επιμένουμε στην βασική προτεραιότητα. Πάνω απ’ όλα ο αγώνας για την καταστροφή του συστήματος που παράγει εκμετάλλευση και καταπίεση. Ο αγώνας αυτός δεν έχει ανάγκη από καμία περαιτέρω νομιμοποίηση. Ούτε μπαίνει υπό την έγκριση οποιουδήποτε δημοψηφίσματος. Είναι υπεράνω και από την γνώμη που ενδεχομένως μπορεί να έχει το θύμα της εκμετάλλευσης. Η δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι τέτοια που νομιμοποιούσε στη συνείδηση των καταπιεσμένων την αδικία ως μια περίπου φυσική κατάσταση. Αυτός είναι ο κόσμος, και οι άνθρωποι από τη φύση τους. Αλίμονο κι αν ο αγώνας ενάντια στο σύστημα εκμετάλλευσης προϋπέθετε το ξεπέρασμα της κυρίαρχης ιδεολογίας από την πλειοψηφία. Η κυρίαρχη ιδεολογία θα ξεπεραστεί μόνο να αφαιρεθούν τα μέσα κυριαρχίας από την κυρίαρχη τάξη. Και ποιος δεν θα ήθελε την πλειοψηφία των από κάτω να πάρουν την πρωτοβουλία. Να ξεπεράσουν από μόνοι τους ή έστω και με βοήθεια τα αστικά ιδεολογήματα που δεν αφήνουν το μυαλό τους να αναπνεύσει.

Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνεται το άλλοθι για να αναβάλλεται διαρκώς η μάχη. Κανείς δεν υποκαθιστά κανέναν όταν αναλαμβάνει δράση εναντίον αυτού του συστήματος. Καμία πολιτική δύναμη δεν εκπροσωπεί αποκλειστικά και με οποιονδήποτε τρόπο την εργατική τάξη, ούτε κανένα άλλο «κοινωνικό κίνημα», περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Τα περί υποκατάστασης είναι παραμύθια της χαλιμάς, άξια μόνο για να δικαιολογήσουν την άρνηση για επαναστατική δράση. Αυτό που κρίνεται κάθε φορά δεν είναι η υποκατάσταση από τη μια και η τιμία και αγνή «από τα κάτω» αδιαμεσολάβητη ταξική θέληση από την άλλη, αλλά οι διαφορετικές γραμμές μέσα στο κίνημα. Η εργατική τάξη άλλωστε δεν δρα αδιαμεσολάβητα, ούτε μετατρέπεται σε τάξη για τον εαυτό της παρά μόνο υιοθετώντας ένα ανταγωνιστικό πολιτικό σχέδιο προς το σύνολο της αστικής κοινωνίας. Δεν αρκεί η δυσαρέσκεια από την κλοπή της υπεραξίας, αλλά η ύπαρξη ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου για μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα η εργατική τάξη δεν υιοθετεί ένα, αλλά διαφορετικά πολιτικά σχέδια πολλές φορές ανταγωνιστικά αναμεταξύ τους. Διότι η εκμετάλλευση και η καταπίεση δεν υποδεικνύουν στα θύματά της την εναλλακτική λύση. Αυτή είναι προϊόν πνευματικών διεργασιών και όχι στομαχικών αντανακλάσεων στα εγκεφαλικά κύτταρα. Επομένως που βρίσκεται η υποκατάσταση (;) όταν η εργατική τάξη δεν εκφράζεται με ενιαίο τρόπο; Το ζήτημα είναι να τσακιστεί το σύστημα της εκμετάλλευσης και όχι ο τρόπος που θα γίνει. Πολύ περισσότερο δεν χρειάζεται η άδεια κανενός δήθεν αρμόδιου που έχει αναλάβει το ιστορικό καθήκον (μπα και ποιος κηδεμόνας τον έχρισε αποκλειστικό αντιπρόσωπο της κοινωνικής απελευθέρωσης;). Ο αγώνας για τον κομμουνισμό δεν έχει αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης, ούτε κάποιο copy right. Οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος και έχει το απόλυτο δικαίωμα να πάρει την πρωτοβουλία. Όλα τα άλλα είναι για να απεραντολογούνε οι φιλόσοφοι της απραξίας και του αγνωστικισμού. Αυτό ας το θυμούνται και όλοι οι εκ των υστέρων κριτές της γνησιότητας ή της καπηλείας των επαναστάσεων του 20ου αιώνα αρχής γενομένης της ρώσικης που δήθεν χειραγωγήθηκε από τους μπολσεβίκους, απολοτριώνοντας τους εργάτες από την εξουσία. Ας μάθουν ότι χωρίς τους μπολσεβίκους κανένας Οκτώβρης δεν θα είχε γίνει. Καμιά επανάσταση δεν χειραγωγείται. Οι δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν σε αυτές προφανώς και ήταν οι ισχυρότερες. Μπορεί κανείς να τις κατηγορήσει για την πολιτική τους, αλλά όχι για χειραγώγηση και για καπηλεία. Και ας φροντίσει στις επόμενες επαναστάσεις που θα γίνουν να δοκιμαστούν οι δικές του συνταγές. Αλλά θα είναι οι δικές του και όχι της τάξης. Και εκεί θα πάρει ολόκληρη την ευθύνη, με τον ίδιο τρόπο που την πήραν οι μπολσεβίκοι και όλοι όσοι στη συνέχεια έγιναν πρωταγωνιστές στα ιστορικά γεγονότα που συντάραξαν τον 20ο αιώνα.

Κατάρα στην «πρωτοπορία» και απόδραση στο αγνό παρελθόν

Το παραμύθι της «υποκατάστασης» έχει τη δική του ιστορία. Αναζητεί σε ένα φαντασιακό παρελθόν τη σωτηρία από τα πολύπλοκα προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Οι δραματικές εμπειρίες από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στην ανατολική Ευρώπη και την Ασία, τον σταλινισμό, τον εκφυλισμό της σοσιαλδημοκρατίας και των ΚΚ, η γραφειοκρατικοποίηση των συνδικάτων, η κατάρρευση της δεκαετίας του 90, έφεραν ένα τεράστιο κύμα απογοήτευσης σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη που πίστεψαν στον «νέο κόσμο». Τα κύματα μεταναστών από αυτές τις χώρες που αναζητούσαν στη δύση το αμερικάνικο όνειρο, αναθεματίζοντας το «παραπέτασμα» ήταν ακόμα μια σφαλιάρα στη συνείδηση όλων όσων πίστεψαν στη δυνατότητα του σοσιαλισμού. Ακόμα και αυτών που ήταν στην αντιπολίτευση της σταλινικής γραφειοκρατίας, που έβλεπαν να τους παίρνει εξίσου η μπάλα της ήττας και της απογοήτευσης. Η αριστερά σε όλο τον κόσμο στράφηκε στη δεκαετία του 90 στην παιδική της ηλικία, στην αγνή ταξική πάλη. Ας ξαναζήσουμε το μύθο από την αρχή, σκέφτηκε, απωθώντας τον εφιάλτη του 20ου αιώνα. Μαζί όμως με τα νερά πέταξε και το μωρό. Μαζί με το 1990 έπνιξε και το 1917 και τις καλύτερες παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Απωθώντας και το 1990 ποτέ δεν σκέφτηκε στα σοβαρά πάνω στις αιτίες της κατάρρευσης.

Πολλοί στοχαστές βρήκαν στην «υποκατάσταση» την αιτία της γραφειοκρατικοποίησης. Στο βαθμό, σκέφτηκαν, που μια επαναστατική μειοψηφία, πάρει την πρωτοβουλία για την ανατροπή της αστική εξουσίας, χωρίς τη συμμετοχή της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και την υποστήριξη ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, τότε από την επόμενη κιόλας μέρα η μειοψηφία αυτή θα αναγκαστεί να διαχειριστεί μόνη της και με αυταρχικό τρόπο τα προβλήματα της οργάνωσης της νέας κοινωνίας. Η αποξένωση από το λαό και η έλλειψη θεσμών εργατικής αυτοκυβέρνησης, εξαιτίας της αδιαφορίας του προλεταριάτου θα οδηγήσει την επαναστατική μειοψηφία σε γραφειοκρατικές μεθόδους διακυβέρνησης, αναπαράγοντας τα μοντέλα διαχείρισης μιας ταξικής εξουσιαστικής κοινωνίας. Το πρόβλημα όμως της γραφειοκρατικοποίησης δεν προήλθε από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης ενάντια στην -αδρανή- εργατική τάξη (που ναι μεν δεν ήταν ώριμη να πάρει την επανάσταση στα χέρια, εμ έπεσε στην συνεχεία και θύμα της). Η γραφειοκρατικοποίηση προήλθε από την ήττα της επαναστατικής πρωτοπορίας στα πεδία των μαχών, και στην υποχώρηση της επαναστατική διάθεσης που ακολούθησε. Η υποχώρηση αυτή έφερε στον αφρό την κοινωνική αδράνεια. Αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι δυνάμεις που καιροφυλακτούσαν εκμεταλλευόμενες την υποχώρηση και να πιέσουν από αυτή την πλευρά την επαναστατική πρωτοπορία. Αυτές οι δυνάμεις ήταν οι φορείς της γραφειοκρατικοποίησης, μια γραφειοκρατικοποίηση που για να νικήσει έπρεπε να τσακίσει με φυσικό τρόπο την επαναστατική μειοψηφία, παλινορθώνοντας στη συνέχεια τις παλιές μεθόδους διακυβέρνησης. Στο τέλος η ανάλυση αυτή καταλήγει στο να μην είχε γίνει καλύτερα τίποτα, γιατί αυτές οι πρωτοβουλίες της επαναστατικής μειοψηφίας, δεν αφήνουν το υποκείμενο να ωριμάσει στην ώρα του. Δεν είναι λοιπόν ο σταλινισμός αλλά ο λενινισμός ο πατήρ του προβλήματος. Ο πραξικοπηματισμός, ο μπλανκισμός της «πρωτοπορίας» που εκβιάζει την κοινωνική εξέλιξη. Εκεί καταλήγουν όλες αυτές οι βαθυστόχαστες σκέψεις. Το φάρμακο σε όλα αυτά ανακαλύφθηκε: επιστροφή στη μήτρα. Στην καθαρόαιμη ταξική πάλη, Μόνο αυτή μπορεί να παράγει τα σωστά προϊόντα.

Έτσι πολιτικοποιήθηκε μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών, στο φετιχισμό του συντεχνιακού αγώνα, της αντίστασης και στην αναζήτηση της καθαρής ταξικής πάλης. Αποφεύγοντας τις κακοτοπιές των στρατηγικών, των πολιτικών σχεδίων, του προτάγματος και των μεγάλων προσδοκιών και όλα όσα διαφθείρουν την αγνότητα και τον αυθορμητισμό του ταξικού υποκειμένου. Η ενασχόληση με το καθημερινό με την αγνή ταξική πάλη θα μας κρατήσει καθαρούς από τις παλιές αμαρτίες. Και πάντα δίπλα στον αγνό λαό, ή καλύτερα πίσω του, γιατί εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αλήθεια. Κάθε σχέδιο αντιμετωπίστηκε όλα αυτά τα χρόνια με καχυποψία και κουτοπονηριά. Αυτό διαπέρασε ολόκληρη την αριστερά ακόμα και την τροτσκιστική σε όλες της τις εκδοχές. Έχοντας χάσει όλες τις σταθερές του παρελθόντος, η αριστερά αυτή ταξίδευε πλέον χωρίς πυξίδα, αφού πρώτα είχε ηττηθεί σε όλα τα μέτωπα που συγκροτούσαν την ιδιαίτερη πολιτική ταυτότητα όλων των ρευμάτων της. Ο οικονομισμός, τα άμεσα ζητηματάκια, η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό, η λατρεία του αυθόρμητου και η επιστροφή στα βασικά, διαμόρφωσαν την αριστερά που έχουμε πλέον σήμερα. Μια αριστερά που διαχωρίζεται στις ιστορικές της αναφορές, αλλά στα τρέχοντα είναι μια σούπα. Ο οικονομισμός είναι το αποκούμπι της. Η ανασύνθεση το φυσικό επακόλουθο. Ο ρεφορμισμός η άλλη όψη του οικονομισμού και της λατρείας του αυθόρμητου. Επιστροφή λοιπόν από κει που αρχίσαμε. Αδύνατον βέβαια στην πραγματικότητα, μόνο στη φαντασία. Το 2013 δεν έχει καμία σχέση με το 1813. Πρόκειται μόνο για μια φάρσα.

«Κεφάλαιο-εργασία». Ταξική πάλη. Ενάντια σε τι γίνεται η επανάσταση;

Πάμε πάλι από την αρχή. Στη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Μάλιστα! Επιστροφή σε μια ταξική πάλη προ δύο αιώνων. Σε μια φαντασίωση μια καθαρής ταξικής πάλης, χωρίς την παρέμβαση εξωταξικών στοιχείων. Είναι η ανάλογη αυταπάτη ενός καθαρού καπιταλισμού χωρίς μεσάζοντες, τράπεζες, μονοπώλια και κράτος. Ένας τέτοιος φανταστικός καπιταλισμός, που ονειρεύεται ο κάθε μικροαστός δεν υπήρξε ούτε στην αυγή του. Όπως και ο καπιταλισμός είναι πλέον κάτι πολύ περισσότερο από τον εμποράκο της Βενετίας που τα βάζει με όλες τις προκαταλήψεις της εποχής του για να πουλήσει χωρίς φόρους, δασμούς και χαράτσια τα εμπορεύματά του, έτσι και η ταξική πάλη είναι κάτι παραπάνω από τον αγώνα της εργατικής τάξης να πουλήσει ακριβότερα την αξία της εργατικής δύναμης. Η κύρια αντίθεση κεφαλαίου εργασίας δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι η ανώτερη μορφή ταξικής πάλης είναι ο ανταγωνισμός για το μισθό, ούτε ότι η εργατική τάξη γίνεται εξαιτίας της θέσης της στην παραγωγή (ως η μόνη που παράγει υπεραξία που νέμεται ο καπιταλιστής), το νόμιμο επαναστατικό υποκείμενο, που παίρνει επ’ ώμου τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο εργάτης και αφεντικό, ούτε η αξία και η υπεραξία. Είναι αυτά μόνο όταν αφαιρέσουμε το κράτος και όλο το πολιτικό εποικοδόμημα που στηρίζει αυτή την «κυρίαρχη σχέση». Επιπλέον -καπιταλισμός- είναι ο ιμπεριαλισμός που αν δεν υπάρχει στην ανάλυση του Μαρξ τουλάχιστον υπάρχει στον Λένιν αλλάζοντας όλες τις προτεραιότητες του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος στον 20ο αιώνα. Η εκμετάλλευση των πιο αδύναμων εθνών από τα κυρίαρχα, οι ενδοιμπεριαλιστικοι ανταγωνισμοί, η ύπαρξη εργατικών κρατών, ή και κρατών που αμφισβητούν την κάθε φορά ιμπεριαλιστική γεωπολιτική κατανομή, δημιουργούν ένα πλαίσιο πολύ πιο σύνθετο από την απλοποίηση της αντίθεση εργάτη αφεντικού.

Ο μαρξισμός του 19ου αιώνα προσδοκούσε μέσα από την ωρίμανση του καπιταλισμού και της εργατικής τάξης να ωριμάσει ταυτόχρονα και η ιδέα του σοσιαλισμού. Για τους γενάρχες μας τα ανεπτυγμένα έθνη που εξέφραζαν αυτή την ωρίμανση έμπαιναν αντικειμενικά επικεφαλής του αγώνα για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ήρθε ο Λένιν με τη θεωρία του αδύναμου κρίκου και ο Τρότσκι με τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης για να ανατρέψει αυτή την ιεράρχηση. Μια ιεράρχηση που οδήγησε την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία του 19ου αιώνα στην σοσιαλπατριωτική προδοσία το 1914 και στο οριστικό διαζύγιο με την επανάσταση, αφού πρώτα είχε εκκολάψει επί δεκαετίες το αυγό του οικονομισμού και του κοινοβουλευτισμού τους κόρφους της. Έναν οικονομισμό που τον αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο η υπάρχουσα αριστερά 100 χρόνια μετά, με την βαθιά της πίστη ότι εν αρχή είναι η αυθόρμητη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, δηλαδή (;) ο αγώνας για την αξία της εργατική δύναμης (μεροκάματο) και ο κοινοβουλευτισμός ως απόλυτο μέτρο για την πολιτική επιρροή των ιδεών του σοσιαλισμού. Οι προσδοκίες αυτές δεν επαληθεύτηκαν πουθενά στα επόμενα 120 χρόνια και παρόλα αυτά η αριστερά όλων των ειδών συνεχίζει να επενδύει το σύνολο των δυνάμεων της στα αποτυχημένα αυτά μοντέλα.

Αν λοιπόν ο καπιταλισμός είναι ένας ολόκληρος κοινωνικός σχηματισμός που αναπαράγει τον εαυτό του όχι μονάχα αναπαράγοντας την εκμετάλλευση της εργασίας, αλλά ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα, με πολλαπλές ιεραρχήσεις, διαφορετικά μοντέλα διαχείρισης, συγκροτώντας διευρυμένα μπλοκ εξουσίας που να αντιστοιχούν στην φάση που κάθε φορά βρίσκεται, με ένα σύστημα -κυριάρχων- ιδεών και ένα αντίστοιχο πολιτικό εποικοδόμημα, τότε η ταξική πάλη είναι ο συνολικός αγώνας ενάντια στο σύστημα σαν όλο χωρίς να υπάρχουν «κύριες αντιθέσεις» που είναι τάχα πιο σημαντικές από κάποιες άλλες. Χωρίς άλλωστε αυτό το εποικοδόμημα (αστικό κράτος, θεσμοί, κυρίαρχες ιδέες), χωρίς αυτό το κέλυφος προστασίας καμία «κυρίαρχη οικονομική σχέση» δεν θα μπορούσε να αναπαραχθεί. Γι’ αυτό και η σοσιαλιστική επανάσταση δεν θα μπορούσε να αφήσει στην άκρη το άμεσό της ενδιαφέρον της για τους πολιτικούς θεσμούς, όχι φυσικά για να τους αλλάξει «από τα μέσα» αλλά για την καταστροφή τους και την κατάληψη της εξουσίας από το επαναστατικό προλεταριάτο. Έτσι ταξικός αγώνας είναι κάθε αγώνας που στρέφεται εναντίον του συστήματος που υπερασπίζεται και αναπαράγει όχι μόνο την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης αλλά και κάθε άλλη εκμετάλλευση και καταπίεση. Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να ξεχνάνε ότι η συγκεκριμένη μαρξιστική ανάλυση του «κεφαλαίου», η απομυθοποίησή του και η αποκάλυψή του ως ενός ακόμα ταξικού συστήματος κλοπής μέρους της ανθρώπινης εργασίας από τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής μέσα από την κλοπή της υπεραξίας, δεν τους απαλλάσσει από τον ευρύτερο και κυρίαρχο αγώνα ενάντια στην καταπίεση που παράγει μια ταξική κοινωνία άσχετα αν είναι καπιταλιστική ή οτιδήποτε άλλο. Η εμμονή σε κάποια κυρίαρχη αντίθεση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον οικονομισμό και την υποτίμηση ολόκληρου του μηχανισμού ταξικής καταπίεσης που παράγει η καπιταλιστική κοινωνία, ακόμα και αν αυτή η καταπίεση έχει σε τελική ανάλυση ως κίνητρο την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Έτσι ο αγώνας ενάντια στο αστικό κράτος, στις πολιτικές του, όχι μόνο τις οικονομικές, αλλά και όλες εκείνες που αναπαράγουν τον μύθο του έθνους, ή τους «υγιούς» μέλους του έθνους (μιλιταρισμός, εθνικισμός, φασισμός, σεξισμός, πατριαρχία), χτίζοντας πάνω σ’ αυτούς μια διαταξική συμμαχία υπό αστική ηγεμονία, είναι άμεσα ταξικός αγώνας και μάλιστα στην ανώτερη πολιτική μορφή του, πολύ πιο σημαντικός από τον οικονομικό αγώνα για καλύτερους μισθούς ή συντάξεις που ο καπιταλισμός τουλάχιστον στις ιμπεριαλιστικές χώρες μπορεί σε συνθήκες ανάκαμψης να προσφέρει (κράτος πρόνοιας, κοινωνικό συμβόλαιο κοκ). Το καπιταλιστικό σύστημα μάλιστα έχει αποδείξει ότι διαθέτει πολλά μοντέλα διαχείρισης και άλλα τόσα «κοινωνικών συμμαχιών», ανάλογα με την περίπτωση, ενσωματώνοντας ενίοτε στην λειτουργία του τα κατά καιρούς «εκ φύσεως επαναστατικά κοινωνικά υποκείμενα», κι αφήνοντας την αριστερά να αναρωτιέται γιατί δεν ξυπνάνε οι κοιμισμένοι γίγαντες. Και αν μια σοσιαλιστική επανάσταση ξεκινάει από την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και μετά επιχειρεί την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, αυτό αναδεικνύει την κεντρικότητα του πολιτικού αγώνα έναντι του «καθαρού» ταξικού που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον οικονομικό αγώνα, η διεκδίκηση δηλαδή μιας καλύτερης τύχης στα όρια αυτής της κοινωνίας.

Η επανάσταση έχει πολιτικό και όχι κοινωνικό υποκείμενο

Στον πολιτικό αγώνα το υποκείμενο είναι αυτοί που συνειδητά συμμετέχουν σ’ αυτόν. Και αυτός είναι ο πραγματικός ταξικός αγώνας, ανεξάρτητα από την κοινωνική καταγωγή όσων λαμβάνουν ενεργά μέρος. Εξάλλου οι τάξεις δεν συγκρούονται ως τέτοιες, αλλά μέσα από πολλαπλές διαμεσολαβήσεις και σε ένα υψηλότερο επίπεδο από αυτό της πρωτογενούς διαπραγμάτευσης της αξίας της εργατικής δύναμης. Και ο αγώνας για την πολιτική εξουσία είναι η ανώτερη μορφή ταξικής πάλης και αυτή δεν διεξάγεται αυθόρμητα αλλά συνειδητά μέσα από δομές που συγκροτούνται πάνω σ’ αυτό το σκοπό. Με τον ίδιο τρόπο που το αστικό κράτος αντιπροσωπεύει σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, έτσι και οι πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται στην απέναντι πλευρά, αντιπροσωπεύουν σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Σε τελική και όχι άμεσα γιατί η εργατική τάξη αυτή καθεαυτή διασπασμένη σε συντεχνιακά συμφέροντα, και σε έναν ανταγωνισμό ανάμεσα στον κάθε κάτοχο του εμπορεύματος εργατική δύναμη ενάντια τους υπόλοιπους, δεν δημιουργεί αυτόματα κοινότητα συμφερόντων, παρά μόνο υπερβαίνοντας κάθε κάθετο και οριζόντιο διαχωρισμό. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι ένα μεγάλο τμήμα να σπάσει από την κυρίαρχη ιδεολογία και να ταχθεί στον συνολικό πολιτικό αγώνα ενάντια σε ολόκληρο το σύστημα. Οι αυθόρμητοι αγώνες μπορούν να βοηθήσουν στη διαδικασία αυτής της ρήξης, όχι όμως να την υποκαταστήσουν. Η ρήξη που προκαλεί μια κοινωνική αντίθεση είναι μερική και αποσπασματική, ωστόσο βοηθάει σε μια μειοψηφία να γενικεύσει την κριτική στην κυρίαρχη ιδεολογία, όταν έρθει σε επαφή με τις αντίστοιχες ιδέες. Αυτό που μετράει για το στρατόπεδο της επανάστασης είναι η συγκέντρωση συνειδητών δυνάμεων από όπου κι αν προέρχονται. Αν η εργατική τάξη είναι από τη φύση της επαναστατική τότε θα έλκεται από αυτές τις ιδέες ανεξάρτητα αν οι κομμουνιστές λιώνουν τις σόλες τους έξω από τα εργοστάσια και στους χώρους δουλειάς. Αν οι ιδέες αυτές βρίσκουν ανταπόκριση σε άλλα στρώματα εξίσου με τους εργάτες, αυτό αποδεικνύει ότι η επανάσταση δεν είναι άμεσα συνδεδεμένη με μια τάξη, αλλά διασχίζει οριζόντια ολόκληρη την κοινωνία με τον ίδιο τρόπο που τη διασχίζουν και οι κυρίαρχες ιδέες χωρίς να ενδιαφέρονται αν είναι κανείς εργάτης για να καρφωθούν στο μυαλό του. Ο αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, δεν συγκινεί μόνο τα θύματα της εκμετάλλευσης. Ούτε αφαιρεί το δικαίωμα από όσους δεν είναι άμεσα θύματα να αναλάβουν δράση, περισσότερο από τους «άμεσα» ενδιαφερόμενους. Όποιος τάσσεται συνειδητά στο στρατόπεδο της επανάστασης είναι αξιωματικά υποκείμενό της (όχι αλληλέγγυος, όχι ως φέρων απ’ έξω τη συνείδηση στο γνήσιο υποκείμενο που μέχρι τότε αγνοεί την ιστορική του αποστολή), με τον ίδιο τρόπο που ο ένοπλος φύλακας του κράτους, ασχέτως αν κατάγεται από εργατική οικογένεια ανήκει πλέον στο στρατό της αστικής τάξης. Δυστυχώς το «είναι» δεν διαμορφώνει αυτόματα τη συνείδηση. Η επιλογή στρατοπέδου είναι μια υποκειμενική στάση που εξαρτάται όχι τόσο από την καταγωγή, αλλά από τη στάση έναντι του συστήματος εκμετάλλευσης. Το καθοριστικό είναι η ρήξη με την κυρίαρχη ιδεολογία -που είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης-, για να θυμόμαστε ολόκληρο τον Μάρξ και όχι μόνο εκεί που μας βολεύει.

Η ταξική πάλη είναι πόλεμος και οι πρωταγωνιστές του συμμετέχουν σ’ αυτόν συνειδητά και όχι παρεμπιπτόντως. Γι’ αυτό και οι επαναστάσεις που έχει γνωρίσει η πρόσφατη ιστορία μετά τη γαλλική είναι μόνο σε τελευταία ανάλυση προλεταριακές. Είναι τέτοιες από το πρόγραμμα που ανέλαβαν να υλοποιήσουν οι δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν σε αυτές και όχι εξαιτίας της καθαρής ταξικής καταγωγής τους. Η ρώσικη επανάσταση ήταν η επανάσταση των μπολσεβίκων, η γερμανική δύο χρόνια αργότερα ήταν του Σπάρτακου. Στην Ουγγαρία το ΚΚ του Μπελακούν, στην Ισπανία οι αναρχικοί της CNT-FAI, στην Ελλάδα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στην Γιουγκοσλαβία το αντάρτικο του Τίτο, στην Κίνα το ΚΚ του Μάο, στο Βιετνάμ οι Βιετγκόκ, στην Κορέα και στην ανατολική Ευρώπη το βασικό ρόλο έπαιξε η στρατιωτική υποστήριξη από ένα άλλο εργατικό κράτος. Αίσχος θα φωνάξουν οι πάσης φύσεως οπαδοί της καθαρής ταξικής πάλης. Όλοι όσοι έχουν κολλήσει στην παρισινή κομμούνα και ότι δεν μοιάζει μαζί της δεν είναι επανάσταση, αλλά πραξικόπημα των μπολσεβίκων. Που είναι η κίνηση της τάξης, των μαζών, θα αναρωτηθούν: Αυτό είναι στρατιωτική εισβολή δεν είναι επανάσταση! Αν πρόκειται βέβαια για την Ισπανία μια εξωτερική βοήθεια δεν τους προκαλεί αναγούλα. Φαίνεται μερικές φορές δεν έχουμε πρόβλημα με τους «ρώσους». Για όποιον η ουσία είναι πάνω από τη διαδικασία θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται μια στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα σε ένα κράτος που το προλεταριάτο είναι στην εξουσία με ένα αστικό κράτος, σαν γνήσια ταξική πάλη. Και μάλιστα στην ανώτερη μορφή της. Ένας εργατιστής φυσικά είναι αδύνατο να φτάσει σε τέτοιες σκέψεις. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν και τον εργοδότη του. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Ένας πραγματικός επαναστάτης όμως το 1936 θα παράταγε την ταξική πάλη στο εργοστάσιό που δουλεύει για να καταταχθεί στις πολιτοφυλακές που πολέμησαν στον ισπανικό εμφύλιο, αντιλαμβανόμενος ότι από την έκβαση αυτής της αναμέτρησης εξαρτάται και η αναμέτρηση με το αφεντικό του. Και αν υπήρχε ένα πραγματικό επαναστατικό εργατικό κράτος θα έπρεπε να είχε στείλει στρατιές ολόκληρες στο πλευρό της επανάστασης, όπως έκανε από την άλλη πλευρά ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι βοηθώντας ανοιχτά τον Φράνκο. Αλήθεια ένας πολιτοφύλακας είναι αλληλέγγυος στην επανάσταση ή το ίδιο το υποκείμενό της; Η εξέλιξη της ταξικής πάλης είναι αντίστοιχη με την εξέλιξη στον πόλεμο. Κάποτε ο πόλεμος διεξάγονταν με τις μαγκούρες, τώρα με υπερόπλα και με όλες τις σύγχρονες τεχνικές. Τα πεδία της ταξικής πάλης εξελίσσονται και διευρύνονται. Αλίμονο αν κανείς κρατάει την ταξική πάλη μόνο για τους χώρους δουλειάς και να μην βλέπει ότι η ταξική πάλη είναι παντού και στην ίδια βαρύτητα. Και την ευρύτητα της ταξικής πάλης την επιλέγει το αστικό στρατόπεδο, όταν στέλνει την αστυνομία για να αντιμετωπίσει μια απεργία (σε βοήθεια του αφεντικού) μέχρι το ΝΑΤΟ ενάντια σε μια επανάσταση. Και από τη έκβαση αυτής της μάχης μακριά από τους χώρους δουλειάς εξαρτάται και η συνέχιση της εκμετάλλευσης σε αυτούς τους χώρους.

Ο φετιχισμός της απεργίας το γνήσιο τέκνο του οικονομισμού

Ο οικονομισμός της αριστεράς και ο φετιχισμός ορισμένων μορφών πάλης, όπως αυτή της γενικής απεργίας υποκρύπτει μια βαθύτερη αντίληψη περί επανάστασης. Μιας επανάστασης χωρίς την οργανωμένη εξέγερση. Στο φαντασιακό αυτής της αριστεράς η επανάσταση μοιάζει με ένα ατελείωτο πανηγύρι εκατομμυρίων διαδηλωτών στους δρόμους και τις πλατείες που στην 10η μέρα μιας απεργίας διαρκείας που θα έχουν παραλύσει τα πάντα θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τη χώρα με τα ελικόπτερα. Αυτός ο μύθος ταλαιπωρεί την υπάρχουσα ριζοσπαστική αριστερά από το 1968 μέχρι σήμερα. Είναι η αναπαραγωγή του μοντέλου που άφησε κληρονομιά ο γαλλικός Μάης και που έρχεται γάντι στην υπάρχουσα οικονομίστικη αριστερά με απόλυτο φετίχ την μαζική και από τα κάτω κίνηση των μαζών. Αν το σχήμα αυτό είχε μια κάποια πιθανότητα επιτυχίας το 1968, σήμερα δεν έχει απολύτως καμία.

Το 1968 ζούσαμε σε ένα τελείως διαφορετικό κόσμο. Το 1/3 του πλανήτη δήλωνε σοσιαλιστικό ακόμα κι αν νέμονταν την εξουσία μια δράκα γραφειοκρατών. Εξάλλου μια σειρά αντιγραφειοκρατικά κινήματα στις χώρες αυτές όπως η Άνοιξη της Πράγας ή η αυταπάτη μια «πολιτιστικής επανάστασης» ενάντια στις «κλίκες των παλινορθωτών» εδιναν την αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά. Ο σοσιαλισμός μπορούσε να αποκαταστήσει τη χαμένη του τιμή. Το κίνημα του 68 δημιούργησε τις πιο μεγάλες προσδοκίες για μια σαρωτική επαναστατική αντεπίθεση. Η νεολαία σε όλο τον πλανήτη μίλαγε για τον Τσε και τους Βιετγκόγκ. Για την αριστερά της αριστεράς, εκείνη την εποχή, όλα κρίνονταν από την απελευθέρωση μιας τεράστιας μαζικής δυναμικής από τα κάτω που κατέπνιγε η σταλινική και συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που ήταν επίσης πανίσχυρες όχι μόνο στην ανατολή αλλά και στη δύση. Αυτό ήταν το απόγειο την ανόδου του κινήματος σε όλο τον πλανήτη μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα παρόλο που ζούσε δύο δεκαετίες συνεχούς ανάπτυξης μετά τον πόλεμο, συστηματικά έχανε την επιρροή του σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Η αίσθηση στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν ότι όπου να ναι η γη θα γίνει κόκκινη και «ο τελευταίος καπιταλιστής θα κρεμαστεί από τα έντερα του τελευταίου γραφειοκράτη».

Αντ’ αυτού λίγα χρόνια αργότερα εμφανίστηκε ο Ρέιγκαν, η Θάτσερ, και μετά ήρθε η κατάρρευση της ανατολικής Ευρώπης, η αποκατάσταση της αμερικάνικης ηγεμονίας μετά την ήττα στο Βιετνάμ, και η πλήρης κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού που έβαζε τέλος στο μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο. Η αριστερά του 1968 ηττήθηκε, γιατί έπεσε θύμα της εμμονής της στο αήττητο του αυθόρμητου μαζικού κινήματος που αν απαλλαχθεί από την επιρροή των ρεφορμιστικών γραφειοκρατικών μηχανισμών, θα ξεδιπλώσει την «προορισμένη για δράση φύση του», ανοίγοντας το δρόμο στο βασίλειο της ελευθερίας. Η αριστερά αυτή μπορεί να έκλινε την επανάσταση σε όλες τις κλίσεις, αλλά είχε ξεχάσει ότι μια επανάσταση για να κερδίσει απαιτεί ένα συνειδητό σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας την κατάλληλη στιγμή και όχι απλά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές να συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής. Και το πιο σημαντικό ότι μια επανάσταση χρειάζεται συνειδητές δυνάμεις που να πάρουν την ευθύνη αυτού του σχεδίου, χωρίς να ελπίζουν ούτε σε πιέσεις προς τους ρεφορμιστές, ούτε στον μεσσία λαό να αναλάβει ευθύνες που δεν μπορεί να σηκώσει.

Επανάσταση χωρίς οργανωμένη εξέγερση;

Αυτό που ξεχάσανε ήταν όλο το καταστάλαγμα από τις μέχρι τότε επαναστάσεις. Ότι η επανάσταση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την εξέγερση για την ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος και την κατάληψη της εξουσίας από το επαναστατικό προλεταριάτο. Ξεχάσανε ότι η εξέγερση είναι μια τέχνη, ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σχέδιο, που να περιλαμβάνει την κατάληψη των νευραλγικών κέντρων του κρατικού μηχανισμού, τον έλεγχο των πόλεων, των τηλεπικοινωνιών, των δρόμων, των αεροδρομίων, των λιμανιών και φυσικά όλων των κυβερνητικών κτιρίων. Και καμία εξέγερση δεν μπορεί να φτάσει στην κατάληψη της εξουσίας χωρίς να βρίσκεται στην πρωτοπορία της ένα αποφασισμένο πολιτικό επιτελείο που έχει συνείδηση του σκοπού του, δηλαδή με τι θα αντικαταστήσει το καταλυμένο αστικό κράτος και ποια θα είναι τα άμεσα μέτρα που θα πάρει εκπροσωπώντας πλέον την σοσιαλιστική τάξη. Στη θέση της εξέγερσης, που απαιτεί άλλου είδους σχεδιασμούς και ευθύνες, αυτή η αριστερά έβαλε τη γενική απεργία. Ότι πρέπει για να αποποιηθεί τον αποφασιστικό ρόλο του πολιτικού υποκειμένου. Ότι αξίζει σε μια αριστερά περιορισμένης ευθύνης.

Παγκόσμια επανάσταση και ασυνέχεια -κρίση- του πολιτικού υποκειμένου

Καμία σοσιαλιστική ανοικοδόμηση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την επέκταση της επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα, μακριά και πέρα από κάθε είδους αυταπάτη περί εθνικής ανάπτυξης και σοσιαλισμού σε μια χώρα. Επομένως το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια χώρα δεν μπορεί παρά να είναι συνδεδεμένο με το πρόγραμμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θέτει την αναγκαιότητα της οργάνωσης σε διεθνή κλίμακα.

Η 4η Διεθνής ήταν η τελευταία προσπάθεια μετά τον εκφυλισμό της 3ης να οργανωθούν οι επαναστάτες σε διεθνή κλίμακα. Σήμερα 75 χρόνια από την ίδρυσή της, η 4η Διεθνής βρίσκεται πολυδιασπασμένη, σε μια σειρά διεθνή κέντρα με εντελώς διαφορετικούς προσανατολισμούς και πολιτικά σχέδια. Οργανώσεις της προσκολλήσεως στο ρεφορμισμό, είτε για να λιώσουν στον εισοδισμό, είτε για να ζήσουν μαζί του τη μεγάλη ανασύνθεση. Ο τροτσκισμός πλέον είναι μέρος της κρίσης ολόκληρης της αριστεράς. Η αιτία της κρίσης δεν βρίσκεται στις διαφορετικές τακτικές των κατά καιρούς φραξιών του, αλλά στην αδυναμία του να πρωταγωνιστήσει σε μεγάλα επαναστατικά γεγονότα. 75 χρόνια μετά την ίδρυση της 4ης Δ, σε μια περίοδο που ζήσαμε επαναστάσεις (Γιουγκοσλαβία, Κίνα, Κούβα κλπ) ο τροτσκισμός τις παρακολούθησε από απόσταση ασφαλείας. Ελάχιστες φορές βρέθηκε στο κέντρο των εξελίξεων χωρίς όμως να καθορίσει κάπου το αποτέλεσμα. Δεν έχουν τώρα σημασία οι αιτίες, αλλά το αποτέλεσμα. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της ήταν το τελικό χτύπημα. Η πολιτική επανάσταση ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία και στους επιγόνους της ήταν ένα από τα συστατικά στοιχεία της τροτσκιστικής ταυτότητας. Τόσο που όταν ξέσπασαν τα γεγονότα στα τέλη του 80, ο τροτσκισμός βιάστηκε σχεδόν στο σύνολό του να τα χαρακτηρίσει πολιτική επανάσταση. Όχι μόνο γιατί έτσι εξέφραζε μια ύστατη προσδοκία, αλλά γιατί και η 4η Διεθνής σε όλες της τις εκφράσεις είχε υιοθετήσει το μοντέλο επανάστασης της νέας αριστεράς του 1968: Μάζες στο δρόμο και από τα κάτω. Η συνταγή της επιτυχίας. Οι μάζες έχουν το αλάθητο. Το είδαμε εκ του αποτελέσματος.

Η κατάρρευση του υπαρκτού έφερε μια υπαρξιακή κρίση στην τροτσκιστική ταυτότητα. Και τώρα τι απομένει; Ο τροτσκισμός ήταν το έτερο αντίθετο του σταλινισμού. Η φωνή που καλούσε στην αποκατάσταση του Οκτώβρη. Ο Οκτώβρης όμως έπεσε από την άλλη πλευρά. Τώρα ο αναστοχασμός έπρεπε να γίνει σε ένα μεγαλύτερο εύρος ζητημάτων: Γιατί η εργατική τάξη δεν υπερασπίστηκε το εργατικό κράτος; Γιατί αδιαφόρησε για την ύπαρξή μας; Γιατί δεν στράφηκε στην 4η Διεθνή σαν την μόνη συνεπή κομμουνιστική δύναμη, την ώρα που τα ΚΚ κατέρρεαν μαζί με την υποστολή της κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο; Γιατί τώρα που ο σταλινισμός φεύγει από την μέση, οι τροτσκιστές δεν καλύπτουν το κενό; Διότι πολύ απλά είναι μέρος της ήττας ολόκληρης της αριστεράς. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια ο τροτσκισμός δεν μπόρεσε να δώσει απαντήσεις που να τον επικαιροποιούν, εξασφαλίζοντας έτσι όχι μόνο την ενιαία του παρουσία, αλλά και την δυνατότητά του να υπάρχει, όχι μόνο ως ιστορικό, αλλά και ως πολιτικό ρεύμα. Στην τρέχουσα παρουσία του δεν κινήθηκε παρά στα γνωστά κατατόπια του εργατισμού και αν όχι εκεί, στην αναζήτηση νέων κοινωνικών υποκειμένων, όπως άλλωστε και η υπόλοιπη αριστερά. Αν δεν είναι η εργατική τάξη, τότε θα είναι τα καταπιεσμένα έθνη των αποικιών, και μετά από τα ειδύλλια με τον Τίτο, τον Κάστρο, τον Μπεμπελά, τον Αραφάτ, τον Σαντάμ, και τον Χομεινί και λίγο με τον Γκορμπαρσώφ, επιστροφή ξανά στην εργατική τάξη. Ο τροτσκισμός βρέθηκε κολλημένος στο ρώσικο μοντέλο και από κει προσπαθούσε να διαβάσει τις επαναστάσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά τον Τρότσκι. Αν δεν έμοιαζαν με τη ρώσικη δεν θα ήταν επαναστάσεις ή θα τις κάνουμε να μοιάζουν για να πάρουμε και μεις κάτι από την αίγλη τους. Και θα προσκολληθούμε στους πρωταγωνιστές τους, διότι ως επαναστάτες που είναι (αφού ηγήθηκαν της επανάστασης) δεν μπορεί κάποια σχέση θα έχουν και με μας. Αντί να εμπλουτίσουν από αυτά τα γεγονότα την επαναστατική θεωρία, προσπαθούσαν να μείνουν πιστοί στα προπολεμικά συμπεράσματα και στις βασικές διδαχές. Ενώ ο κόσμος άλλαζε, ο τροτσκισμός συμπεριφερόταν σαν την εκκλησία που τρομάζει μην τυχόν και βρεθεί χωρίς ρόλο στην νέα κατάσταση. Το κενό που άφηνε ο τροτσκισμός το κάλυψαν νέα ρεύματα, που εμφανίστηκαν ανάμεσα σε αυτόν και τον σταλινισμό. Η επανάσταση δεν χτύπαγε εκεί που την περίμεναν οι τροτσκιστές, αλλά εμφανιζόταν αναπάντεχα κάπου άλλου με άλλους πρωταγωνιστές. Μια οικονομίστικη αντίληψη περί ταξικής πάλης δεν επέτρεψε στον τροτσκισμό να προβλέψει και να πρωταγωνιστήσει στα σημεία που χτύπαγε η παγκόσμια ταξική πάλη. Η αποκατάσταση της εργατικής δημοκρατίας στα εργατικά κράτη οδήγησε το τροτσκιστικό κίνημα σε έναν εκ νέου φετιχισμό της εργατικής τάξης και των κρυφών της αρετών. Τις εκ φύσεως που θα έλεγε ο Ενγκελς. Αναγνώριζε τα επαναστατικά γεγονότα, αλλά μόνο ως εξαίρεση στον κανόνα. Αυτό που έχει σημασία είναι η κίνηση της εργατικής τάξης. Σιγά που θα ασχοληθούμε με τα δευτερεύοντα. Στο γαλλικό Μάη δύο πανίσχυρες τροτσκιστικές οργανώσεις οι λαμπερτικοί και η Lutte Ouvrière δεν πήραν καν χαμπάρι. Ευτυχώς που μια χιλιάδα νεολαίοι της ΚΝ έσπασαν από το ΚΚ και ενώθηκαν με την πιο μικρή από τις 3 οργανώσεις αυτή του Πιερ Φρανκ και οι τροτσκιστές βρέθηκαν από τύχη στο κέντρο των γεγονότων. Σιγά που θα έπαιρναν μέρος στις «μικροαστικές φοιτητικές εξεγέρσεις». Μόνο όταν αναγκάστηκε το ΚΚ να συρθεί στα γεγονότα με την έναρξη μιας 10ημερης γενικής απεργίας κι οι υπόλοιποι τροτσκιστές αντελήφθησαν ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Και τότε όμως δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν από το να βάζουν επαναστατικά καθήκοντα στο ΚΚ και την CGT. Άλλωστε αυτοί εκπροσωπούν το γνήσιο επαναστατικό υποκείμενο. Η επανάσταση δεν μπορεί παρά να περάσει από κει. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Ο φορμαλισμός δεν άφηνε να ξεδιπλωθεί κανένα διαφορετικό επαναστατικό σχέδιο.

Και εκεί που οι τροτσκιστές δεν έπαιρναν την πρωτοβουλία, ήρθε η Ιταλία για να δοκιμαστούν όλα τα απίθανα σχέδια οδηγώντας το κίνημα στην ήττα, εκτός φυσικά των τροτσκιστών. Και η ανάλυση η γνωστή. Ο αριστερισμός της Lota Continua, της Αυτονομίας και των Tαξιαρχιών έφερε την ήττα. Ίσως, αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι χωρίς αυτούς η δεκαετία του 70 θα είχε περάσει χωρίς αυτές τις περιπέτειες. Ε και; Μήπως διεκόπη απότομα κάποια μακρόσυρτη διαδικασία ταξικής ωρίμανσης (πού στο κόμμα του Μπερλίγκουερ;) από τους αριστερισμούς του 70; Μήπως αν δεν υπήρχαν οι Αυτόνομοι θα κάλυπταν το κενό οι δικοί μας σύντροφοι; Ας πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την ιστορία επιλεκτικά. Πράγματι στην Ιταλία και σε όλη την Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο το 68 ήταν μια καμπή. Έφερε τεράστιες προσδοκίες. Η επανάσταση ήρθε στην επικαιρότητα. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλετο στους Βιετγκογκ, στις αντιαποικιακές επαναστάσεις, ακόμα και στις εντυπώσεις που άφηνε η πολιτιστική στην Κίνα. Λέμε εντυπώσεις γιατί στην πραγματικότητα ήταν μια παρωδία επανάστασης. Η Γαλλία η μητέρα των επαναστάσεων δεν μπορούσε παρά να πάρει τη σκυτάλη και να την φέρει στην Ευρώπη. Η γενιά του 68 προσπάθησε τα επόμενα χρόνια να παίξει το στοίχημά της. Όσο πίστευε ότι η διαδικασία είναι ακόμα ανοιχτή. Και το έκανε. Ήταν τέτοιο το κύμα της ριζοσπαστικοποίησης που όφειλε να το κάνει. Και ηττήθηκε. Η αδυναμία του τροτσκισμού να πρωταγωνιστήσει, δεν τον άφησε αλώβητο από την ήττα και την απογοήτευση που ακολούθησε. Αντί όμως να βγουν τα συμπεράσματα, ξανά επιστροφή στο μόνιμο καταφύγιο: Η εργατική τάξη δεν μπήκε ακόμα στα γεγονότα. Βρίσκεται ακόμα εγκλωβισμένη στη σοσιαλδημοκρατία και τα ΚΚ. Μάλλον ας προσκολληθούμε και εμείς εκεί και να περιμένουμε. Ας λιώσουμε στον εισοδισμό, στην ανασύνθεση και την προσκόλληση για ακόμα 50 χρόνια. Μέχρι που ήρθε ο ιστορικός συμβιβασμός, η αλλαγή, το βρώμικο 89, η πτώση του 90 και όλη αυτή η γενιά πήγε περιμένοντας σπίτι της.

Τα γεγονότα αυτά αντί να δυναμώνουν τον τροτσκισμό και να σφυρηλατούν την ενότητά του, κατέληξαν σε νέες απογοητεύσεις και νέες διασπάσεις. Πλέον είναι αδύνατον να μιλάμε για τροτσκιστικό κίνημα, πάρα μόνο για ιστορική αναφορά σε ένα ρεύμα που πλέον δεν υφίσταται. Ο σημερινός τροτσκισμός είναι η σκιά του εαυτού του. Οι τροτσκιστές σήμερα βρίσκονται προσκολλημένοι σε όλη την κλίμακα της αριστεράς, για να μην πούμε του πολιτικού χάρτη γενικά. Μια ταυτότητα πλήρους σύγχυσης που δεν αναπληρώνεται με την αναφορά στο Μεταβατικό του 1938.

Το καθήκον σήμερα δεν είναι η υπεράσπιση της τροτσκιστικής ταυτότητας, μιας ταυτότητας που στο όνομά της δικαιολογούνται όλων των ειδών οι τακτικές και οι επιλογές. Ας αναλάβει επιτέλους ο καθένας τις ευθύνες για τις επιλογές του. Δεν υπάρχει λόγος να διασύρεται άλλο η ιστορία ενός ρεύματος που έδωσε τίμια και περήφανα την μάχη και ηττήθηκε. Ας κρατήσουμε από αυτό το ρεύμα το επαναστατικό πνεύμα, την μεθοδολογία του μεταβατικού προγράμματος, την υπεράσπιση του μπολσεβικισμού, τη διαρκή επανάσταση και πάνω απ’ όλα τον Τρότσκι που τολμά να τα βάλει με την μαρξιστική ορθοδοξία της εποχής του, που τολμά να αλλάξει τις προτεραιότητες, να ρισκάρει παραβιάζοντας τα προκαθορισμένα και αναπόφευκτα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης έτσι όπως τα φαντάζονται τα ιερά τέρατα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Που στις πιο μαύρες εποχές του σταλινικού θερμιδώρ ρισκάρει, μέχρι που τελικά την χάνει, τη ζωή του, για να περισώσει ότι προλαβαίνει από την επαναστατική κληρονομιά του Οκτώβρη. Αυτό χρειαζόμαστε σήμερα για να ξαναστήσουμε τον κομμουνισμό στα πόδια του. Για να τον φέρουμε ξανά στο κέντρο των γεγονότων, πρωταγωνιστή και οργανωτή της επανάστασης, βάζοντας τέρμα στον άχαρο ρόλο του κουβαλητή της συνείδησης που πρέπει να την μεταλαμπαδεύσει στον δήθεν αρμόδιο για την κοσμοαπελευθέρωση που έχουν ορίσει οι «αδυσώπητοι νόμοι» της ιστορικής εξέλιξης. Όταν ο κομμουνισμός γίνει κίνημα από σκέτη συνείδηση τότε θα αρχίσει μια νέα εποχή επαναστάσεων που θα πρωταγωνιστεί ο ίδιος και όχι αυτοί που καλύπτουν το κενό που αφήνει αναμένοντας το προορισμένο από την ιστορία κοινωνικό υποκείμενο να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.

Για την οργάνωση της επαναστατικής μειοψηφίας σήμερα. Για μια νέα κομμουνιστική ταυτότητα

Η επαναστατική μειοψηφία δεν διεκδικεί το αλάθητο του πάπα, ούτε θεωρεί τον εαυτό της μοναδικό κληρονόμο της μαρξιστικής παράδοσης. Και δεν θα μπορούσε γιατί θεωρεί ότι ο κομουνισμός είναι μια ανοιχτή επαναστατική θεωρία και όχι ένα κλειστό σύστημα σκέψης που ορίστηκε από κάποιους κλασσικούς. Ο Μαρξ, ο Ενγκελς, ο Λένιν και ο Τρότσκι έχουν συνεισφέρει τα μέγιστα, όμως η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος ούτε άρχισε από αυτούς ούτε τελειώνει σε αυτούς. Μια επαναστατική θεωρία δεν έχει θέσφατα. Όλα κρίνονται από το τι προωθεί τον ταξικό ανταγωνισμό και την επανάσταση σήμερα. Αλίμονο αν οι ζωντανοί δεν αναλάβουν τις θεωρητικές και πρακτικές ευθύνες που τους αναλογούν. Αλίμονο αν ο Τρότσκι πίστευε ότι η θεωρία τελείωσε με τη διαθήκη του Λένιν και ο Λένιν με τον πρόλογο του Ενγκελς στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία. Όποιος τα πιστεύει αυτά ας κάνει καλύτερα ευχέλαια παρά να ασχολείται με την επανάσταση. Όποιος θέλει να τιμήσει τους κλασσικούς δεν έχει παρά να συνεχίσει το έργο τους και μέσα στα καθήκοντα του είναι να τους υπερβεί προκειμένου να παραμένει χρήσιμος στον αγώνα για τη σοσιαλιστική επανάσταση την εργατική εξουσία και τον κομμουνισμό. Ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του και ας πάψει να κρύβεται πίσω από τα εικονίσματα. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Βεβαίως κανείς μπορεί να λεει ότι είναι η συνέχεια της 4ης και ο μοναδικός κληρονόμος του Λένιν και του Τρότσκι και να ανεμίζει και τα σχετικά σύμβολα, απαιτώντας και τον ανάλογο σεβασμό. Για μας δεν είναι παρά οι άνθρωποι που έχουμε μπροστά μας δεν παν να φορτώνουν στον εαυτό τους ένα κάρο ιστορικές ή ταξικές ιδιότητες. Έχουν δικαίωμα να γεμίσουν το πέτο τους με ότι παράσημο κάνουν κέφι. Γι’ αυτό δεν θα έχουν κανένα επιπλέον σεβασμό. Το ίδιο ισχύει και για μας. Ας κριθούμε για τις απόψεις και τις πράξεις μας και για τίποτα παραπάνω.

Αντιλαμβανόμαστε ότι η αντιπαράθεση με το αστικό κράτος και τους μηχανισμούς του, απαιτούν σοβαρές και αναγνωρίσιμες δυνάμεις, τέτοιες που να μπορούν να αντεπεξέλθουν στο πραγματικό μέγεθος της αντιπαράθεσης. Η αντίληψη άλλωστε που έχουμε για την επανάσταση δεν αφήνει καμία πιθανότητα να πραγματοποιηθεί χωρίς την ύπαρξη δυνάμεων με ισχυρή πολιτική παρουσία και οργάνωση έχοντας πλήρη επίγνωση των στόχων της. Η αντίληψη ότι μπορούν να συμβούν επαναστατικά γεγονότα χρησιμοποιώντας σχήματα ταγμένα σε άλλους σκοπούς δείχνει όλο το μέγεθος του οπορτουνισμού αυτών που σήμερα παπαγαλίζουν την επανάσταση αλλά για να την κάνουν όλοι οι άλλοι εκτός απ’ αυτούς. Δεν είναι άλλωστε τυχαία αυτή η συμπεριφορά. Είναι απόρροια των θεσφάτων. Κάπου δεν έχουμε διαβάσει ότι «καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικης πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της»; Δηλαδή οι επαναστάτες δεν κάνουν την επανάσταση, η «προορισμένη» τάξη την κάνει. Αυτοί απλώς εξερευνούν τους ιστορικούς όρους και τη φύση της πράξης. Κάτι τέτοια τσιτάτα άφησαν χωρίς αντικείμενο το κομμουνιστικό κίνημα.

Η καπιταλιστική κρίση η μεγαλύτερη μετά το 1929 έχει χτυπήσει στο κέντρο του μητροπολιτικού καπιταλισμού, βάζοντας οριστικό τέλος σε όλες τις μεταπολεμικές ισορροπίες και τα υπολείμματα του κοινωνικού συμβολαίου. Η είσοδος του παγκόσμιου καπιταλισμού σε ένα μακρύ κύμα ύφεσης, φέρνει μαζί της το τέλος του πολιτικού συστήματος αλλά και της αριστεράς όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα. Το κράτος έκτακτης ανάγκης και η παρουσία των φασιστών στο κεντρικό σκηνικό έρχεται να καλύψει το κενό που αφήνουν τα κόμματα που μέχρι τώρα διαχειρίζονταν τις τύχες του καπιταλισμού.

Τα τελευταία 3 χρόνια στην Ελλάδα δόθηκαν οι περισσότερες μάχες από οποιαδήποτε άλλη περίοδο τουλάχιστον τα τελευταία 40 χρόνια, ίσως ακόμα και μετά τον πόλεμο. 20 και πλέον γενικές απεργίες και εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους. Κι όμως το κίνημα αυτό ηττήθηκε. Ηττήθηκε ακόμα κι αν η υπάρχουσα αριστερά παραμυθιάζει τον κόσμο ότι ο αγώνας συνεχίζεται. Γιατί αν παραδεχτεί κανείς την ήττα, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του. Να κάνει τον απολογισμό. Να αλλάξει ρότα. Θα άνοιγε μια συζήτηση για το τι δεν κάναμε όταν ο κόσμος ήταν στο δρόμο. Όχι, για την αριστερά μας αυτή η συζήτηση δεν πρέπει να γίνει. Κι αυτό είναι τελείως εγκληματικό. Γιατί έτσι θα επαναληφθούν τα ίδια λάθη για να οδηγηθούμε σε νέες ήττες. Και ο λόγος που δεν γίνεται μια τέτοια συζήτηση είναι ότι δήθεν ο αγώνας συνεχίζεται. Που συνεχίζεται; Στα «όχι του κυπριακού λαού». Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Τα καλέσματα για μια επανάληψη της «εποποιίας» των αγανακτισμένων καταλήγουν πλέον σε φιάσκο. Κανένα συμπέρασμα. Αυτή η αριστερά είναι σίγουρο ότι θα κλωτσήσει με τον τρόπο που πολιτεύεται τα υψηλά δημοσκοπικά ποσοστά που ακόμα απολαμβάνει

Για όσους συνειδητοποιούν τη σοβαρότητα όχι μόνο της τρέχουσας συγκυρίας, αλλά μιας ευρύτερης ιστορικής περιόδου και κυρίως αυτά που έρχονται πρέπει εδώ και τώρα να οργανώσουν τις δυνάμεις τους.

Χρειαζόμαστε μια αριστερά, αντίστοιχη στην εποχή που ζούμε. Που να φτιάχνει επαναστατικά γεγονότα και όχι μόνο να εμπνέεται από αυτά της προηγούμενης εποχής. Μια αριστερά που δεν θα κλοτσήσει το παρελθόν, αλλά θα το αποτιμήσει και κυρίως την εμπειρία του ρεύματος εκείνου που έμεινε πιστό στο πνεύμα του Οκτώβρη του Λένιν και του Τρότσκι, χωρίς καμία διάθεση προσκόλλησης στο παρελθόν. Μια αριστερά που δεν θα κρύβεται πίσω από την ιστορία αλλά θα πάρει το ρίσκο να ανοίξει νέους δρόμους, σε ρήξη με τη ρουτινιάρικη και χωρίς πίστη στο εαυτό της υπαρκτή αριστερά. Μια αριστερά που θα βλέπει τον εαυτό της σαν κίνημα και όχι συμβουλάτορα του κάθε άσχετου με τους στόχους της. Μια τέτοια αριστερά δεν μπορεί να χτιστεί στην ίδια πολυκατοικία με αυτούς που καίγονται για τη βιωσιμότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, για την εγγύηση των καταθέσεων, για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ούτε με τους πανηγυρτζήδες των πατριωτικών «όχι» της κυπριακής αστικής τάξης που δεν εμπεριέχουν ίχνος αντιιμπεριαλισμού παρά μόνο την προσδοκία να υπερασπιστούν το καπιταλιστικό μοντέλο που τόσα χρόνια τους άφηνε δισεκατομμύρια κέρδη. Και πάνω απ’ όλα μακριά από την αριστερά που «καλεί το λαό να πάρει τις τύχες στα χέρια του» και χάσκει μπροστά στους αγανακτισμένους πατριώτες που κλαίγονται και ζητάνε πίσω τη χαμένη Μπελ επόκ του μιλένιουμ του χρηματιστηρίου, των στεγαστικών και των χωρίς όριο πιστωτικών καρτών.

Ξέρουμε ότι μια τέτοια αριστερά θα χτιστεί κόντρα στο ρεύμα, επενδύοντας πρώρα απ’ όλα στο χτίσιμο μια νέας επαναστατικής κομμουνιστικής ταυτότητας. Αυτό δεν σημαίνει αποχή από τα καυτά σημεία της ταξικής πάλης. Το αντίθετο, εκεί ακριβώς θα σφυρηλατείται αυτή η αριστερά, δίνοντας τη μάχη στο δρόμο και όπου αλλού χρειάζεται, χτυπώντας μαζί αλλά βαδίζοντας χώρια, με τις δικές της σημαίες και το δικό της πρόγραμμα. Δεν πρόκειται για μια ακόμα οργάνωση, που θα αντιγράφει την πεπατημένη. Πρόκειται για μια τελείως διαφορετική αντίληψη, και ένα μεγάλο κενό που πρέπει να καλύψουμε.

Κ. Μαραγκός

Advertisements

2 responses to “Για μια νέα κομμουνιστική ταυτότητα

  1. «Καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικης πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της». To απόσπασμα αυτο νομιζω οτι μπορει να διαβασθει και ως εξής: Ο επιστημονικος σοσιαλισμος ειναι το εργαλειο μεσω του οποιου μπορει να μεταβληθει η συνειδηση των προλεταριων και καποιοι απο αυτους να γινουν επαναστατες. Η δραση ενος προλεταριου ειναι ορος αναγκαιος για να γινει επαναστατης αλλά οχι ικανος. Ενας προλεταριος που συμμετεχει σε δυναμικες διαδηλωσεις και απεργιακες επιτροπες και δεν δισταζει να χρησιμοποιησει βια για να εμποδισει απεργοσπαστες να σπασουν μια απεργια , μπαινει σε πορεια ριζοσπαστικοποιησης η οποια μπορει να τον οδηγησει στην συνειδητη στρατευση στην υποθεση της προλεταριακής επαναστασης. Ομως αυτο θα γινει μονο αν μαζι με τη δραση αρχισει να μελεταει και να αφομοιωνει τις βασικες αρχες του επιστημονικου σοσιαλισμου….. Το αποσπασμα νομιζω οτι αφορά την πορεια μεταβολης της συνειδησης που ειναι το επιμαχο ζητημα της περιοδου.

    Μου αρέσει!

  2. «Οι αυθόρμητοι αγώνες δεν παράγουν αυτόματα επαναστατική συνείδηση, ούτε μέσω του “συντονισμού και της κλιμάκωσής” τους συγκροτείται το κοινωνικό εκείνο υποκείμενο που θα πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, ούτε καταλήγουν μέσω της κλιμάκωσής τους σε μια επανάσταση. » και πιο κατω » Η επανάσταση προκύπτει μόνο στη βάση ενός συνειδητού σχεδίου που υλοποιείται από δυνάμεις που έχουν πλήρη συνείδηση του σκοπου τους» …. Χωρις να διαφωνω με τα δυο αυτα αποσπασματα φοβαμαι οτι ξεχναμε το ζητουμενο. Δηλαδή ποια ειναι σημερα η πορεια ριζοσπαστικοποιησης ενος προλεταριου. Πως ενας προλεταριος γινεται επαναστατης. Μεσα απο ποιες διαδικασιες; Συμμετεχει σε ανοιχτες συνελευσεις γειτονιας και απο κει περναει σε δρασεις και μελετη των επαναστατικων αποψεων; Ενεργοποιειται σε εναλλακτικα δικτυα αλληλεγγυης και μεσα απο κει μαθαινει για την επανασταση; Στρατευεται στο ΚΚΕ και λογω των ζυμωσεων στο εσωτερικο του ΚΚΕ προβληματιζεται και αρχιζει να ψαχνει τις επαναστατικες ιδεες; Ενεργοποιειται σε τοπικες επιτροπες του ΣΥΡΙΖΑ και εκει βλεπει ζυμωσεις που τον οδηγουν σε προσεγγιση επναστατικων ιδεων; Αυτο νομιζω οτι ειναι το ζητουμενο αλλά νομιζω οτι αυτο δεν θιγεται στο κειμενο….

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s