Από την «παρένθεση» της χούντας στη «γέφυρα» της κυβέρνησης Παπαδήμου

Να ξανακάνουμε την εξέγερση πολιτικό σχέδιο ανατροπής!

Κυβέρνηση της Αριστεράς – αγώνας για το σοσιαλισμό!

«Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία»: Να λοιπόν που το σύνθημα γίνεται επίκαιρο, που δεν εκφράζει μια αγωνιστική διάθεση και ένα φόρο τιμής στις μεγάλες κορυφώσεις των αγώνων του παρελθόντος, αλλά μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τα σημερινά καθήκοντα της Αριστεράς και τις σημερινές κορυφώσεις του κινήματος. Να λοιπόν που η εξέγερση δεν είναι απλώς «αγωνιστικό σχήμα λόγου» αλλά ξαναγίνεται το
«μεγάλο ενδεχόμενο» της περιόδου που ζούμε, το σημείο προσανατολισμού για το πολιτικό μας σχέδιο. Κι αν ακόμη δεν είχαμε υποπτευθεί ή δεν είχαμε χωνέψει ότι η Ιστορία «τρελάθηκε» ξανά στους δικούς μας καιρούς, αν ο ενάμισης και πλέον χρόνος μνημονίου δεν ήταν αρκετός για κάποιους να συνειδητοποιηθεί ότι δεν έχουμε απλώς «κλιμάκωση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης» αλλά πέρασμα σε μια νέα ιστορική φάση, ήρθε το κοινοβουλευτικό βοναπαρτιστικό πραξικόπημα της συγκρότησης κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας» υπό τον τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμο για να διαλύσει κάθε αμφιβολία. Πρέπει να πάμε πίσω στα Ιουλιανά ή ακόμη πιο πίσω στο Μεσοπόλεμο και στην κυβέρνηση Τσαλδάρη για να βρούμε τις ιστορικές αναλογίες γι’ αυτή την πολυσήμαντη βοναπαρτιστική «εκτροπή». Για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο βοναπαρτισμός, το κράτος έκτακτης ανάγκης, ο φασισμός, η αντεπανάσταση, αλλά και η εξέγερση και η επανάσταση, αποδύονται ξανά σε έναν ιστορικό αγώνα για την κατάληψη της ιστορικής σκηνής. Να γιατί, πλέον, μπορούμε να φωνάζουμε και να κυριολεκτούμε ότι «η εξέγερση δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις…».

Η «παρένθεση» της χούντας…

Ύστερα από την πτώση της χούντας, ο κυρίαρχος πολιτικός κόσμος, αλλά δυστυχώς και κομμάτια της Αριστεράς, υποστήριξαν ότι η χούντα ήταν μια παρένθεση, μια «εκτροπή από την ομαλότητα», προϊόν άρρωστων εγκεφάλων που τέθηκαν στην υπηρεσία του «ξένου παράγοντα» (των ΗΠΑ συγκεκριμένα). Υποτίθεται ότι το νόημα της Μεταπολίτευσης ήταν «η αποκατάσταση της δημοκρατίας». Ωστόσο, η χούντα δεν ήταν παρά η προσπάθεια να σωθεί το σύστημα που κλυδωνιζόταν από μια ανοιχτή πολιτική κρίση αλλά και από τη διαρκή ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού κινήματος, που τον Ιούλη του ’65 έδινε σχεδόν επί ένα μήνα πραγματικές μάχες στους δρόμους της Αθήνας με τις δυνάμεις καταστολής. Ο Στρατός έπραξε το χρέος του σαν ύστατος φρουρός του συστήματος, όταν απέτυχαν παταγωδώς όλα τα άλλα μέσα (παλατιανά πραξικοπήματα, αποστασίες κ.λπ.) για το ξεπέρασμα της πολιτικής κρίσης και τον έλεγχο του κινήματος. Φυσικά, τις βρόμικες δουλειές, όταν η εξέλιξη των πραγμάτων τις καθιστά αναγκαίες και αναπόφευκτες, τις αναλαμβάνουν οι κατάλληλοι άνθρωποι, στην προκειμένη περίπτωση τα κατακάθια του εμφυλίου, ο Παπαδόπουλος και ΣΙΑ. Αυτά τα κατακάθια του εμφυλίου, ωστόσο, κατέλαβαν την ιστορική σκηνή ακριβώς επειδή η ύστερη μετεμφυλιακή αστική δημοκρατία του παλατιού, της εξαγοράς βουλευτών και της εκλογικής νοθείας απέτυχε οριστικά στο ρόλο της.

Αν όμως η χούντα ήρθε για να σώσει το σύστημα εκεί που απέτυχαν το Παλάτι και η καραμανλική προδικτατορική δημοκρατία, ο Καραμανλής της Μεταπολίτευσης ήρθε για να σώσει το σύστημα εκεί που απέτυχε η χούντα! Η εξέγερση του Πολυτεχνείου και η κατάρρευση της χούντας αλλά και του στρατού ύστερα από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την παταγώδη αποτυχία της γενικής επιστράτευσης στην Ελλάδα, διαμόρφωσαν συνθήκες θανάσιμων κινδύνων για τον ελληνικό καπιταλισμό. Με το «καρότο και μαστίγιο» του Καραμανλή και ύστερα με την «Αλλαγή» του ΠΑΣΟΚ, ο ελληνικός καπιταλισμός έδωσε τη μάχη του για να επικρατήσει η μεταπολιτευτκή «κοινοβουλευτική ομαλότητα» ενάντια στο ενδεχόμενο μιας εργατικής και λαϊκής μεταπολίτευσης που θα αμφισβητούσε την εξουσία της αστικής τάξης. Σ’ αυτή τη μάχη ανάμεσα στους «δύο δρόμους» το εργατικό κίνημα και η Αριστερά ηττήθηκαν (με ευθύνη της Αριστεράς, που δεν πίστεψε στον «άλλο δρόμο» και υποτάχθηκε στην καραμανλική «δημοκρατία» και ύστερα στην ΠΑΣΟΚική «Αλλαγή»), αλλά το τίμημα για την αστική τάξη ήταν σημαντικές κατακτήσεις για το εργατικό κίνημα, για τη νεολαία, για τα δημοκρατικά δικαιώματα.
Όταν από το 1983-84 άρχισε η συστηματική προσπάθεια στροφής στο νεοφιλελευθερισμό, έγινε φανερό ότι για τις δυνάμεις του συστήματος οι μεταπολιτευτικές εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις δεν ήταν παρά μια ενοχλητική «παρένθεση» στην προσπάθεια να σωθεί το σύστημα από τις συνέπειες της κατάρρευσης της χούντας. Το ροκάνισμα αυτών των κατακτήσεων έγινε η «δημοκρατική εργολαβία» όλων των κυβερνήσεων μέχρι και σήμερα. Για να αποδειχθεί ότι το σύστημα ξέρει να σώζει το τομάρι του με όλα τα μέσα, ότι τα «μη δημοκρατικά» μέσα (βοναπαρτισμοί, χούντες κ.λπ.) διαδέχονται τα «δημοκρατικά» μέσα και τούμπαλιν, ότι για το σύστημα «παρένθεση» είναι μόνο οι εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις, ότι για το σύστημα η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ένας άλλος τρόπος για την καπιταλιστική κυριαρχία, που μπορεί κάλλιστα να παραμεριστεί όταν κριθεί ακατάλληλη για να την εξασφαλίσει.

…και η «γέφυρα» Παπαδήμου

Η καλύτερη επιβεβαίωση αυτού του ιστορικού διδάγματος είναι ο τρόπος συγκρότησης αλλά και αυτή καθαυτή η συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου. Μπροστά στις ανάγκες διαχείρισης της δομικής κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, το φύλλο συκής της μεταπολιτευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το πήρε ο τυφώνας που απειλεί να σαρώσει μεμιάς όλα τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις. Όλοι οι πρωταγωνιστές του «μεγάλου μας τσίρκου» ανέβηκαν στη σκηνή για να παίξουν σε μια απαιτητική παράσταση με τίτλο «Η πανηγυρική εισαγωγή του κοινοβουλευτικού βοναπαρτισμού στο όνομα της σωτηρίας του έθνους». Η «καθαγιασμένη» μορφή του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια ευλόγησε την παράσταση, παραβιάζοντας συνειδητά και κατάφωρα το Σύνταγμα στο οποίο είχε ορκιστεί «πίστη», δίνοντας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε έναν… τραπεζίτη που του… υπέδειξαν οι αρχηγοί των τριών κομμάτων!!! Υπουργοί και υφυπουργοί του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ακροδεξιού και ρατσιστικού ΛΑΟΣ ορκίστηκαν ενώπιόν του, σε κλίμα ιερής συγκίνησης, να σώσουν τον ελληνικό καπιταλισμό με όλα τα μέσα. Σε αυτά τα μέσα, δηλαδή στο μνημόνιο, τις τόσες επικαιροποιήσεις του, το Μεσοπρόθεσμο του Ιουνίου, το νέο μνημόνιο, το νέο – αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο κ.ο.κ., τώρα προστίθεται και η απαλλαγή από τις «αδράνειες» και τη «μιζέρια» της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οι δημοκρατικοί διθύραμβοι έδωσαν τη θέση τους στο «δημοκρατικό σκεπτικισμό». Ανακαλύφθηκε ότι υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις ανάγκες διαχείρισης της κρίσης και στο «Αργοκίνητο καράβι» που λέγεται κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και αποδείχθηκε ότι για να σώσει το τομάρι του, ο ελληνικός καπιταλισμός δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα. Τελικά, η ίδια η κοινουβουλευτική δημοκρατία είναι μια «παρένθεση», χρειάζεται κι αυτή το δικό της «πρόγραμμα προσαρμογής» και το δικό της «μνημόνιο».  Και όπως και με το άλλο μνημόνιο, έτσι και με τούτο δω το «μνημόνιο» δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία θα υποστεί πολλές επικαιροποιήσεις, ότι θα συνοδευτεί από Μεσοπρόθεσμα, «κουρέματα» κ.λπ.  Εξάλλου, ο Παπαδήμος το είπε καθαρά στις προγραμματικές του δηλώσεις: η κυβέρνησή του είναι μια «γέφυρα», δηλαδή το πρώτο βήμα και το πέρασμα ταυτόχρονα σε μια «άλλη κατάσταση». Οι νέες γενιές των αγωνιστών/στριών του κινήματος και της Αριστεράς ίσως δεν γνωρίζουν ότι η προηγούμενη φορά που χρησιμοποιήθηκε, πλήρης πολιτικού και κοινωνικού νοήματος, η έννοια της «γέφυρας» ήταν από τον Ευάγγελο Αβέρωφ μετά την πτώση της χούντας, για να περιγράψει την ανάγκη το πέρασμα από τη χούντα στη Μεταπολίτευση να μη «διασαλεύσει την τάξη» του καθεστώτος. Έτσι και τώρα: η κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου είναι η πολυσήμαντη εισαγωγή στο κεφάλαιο του κοινοβουλευτικού και ευρύτερα πολιτικού και αύριο μεθαύριο και πολιτειακού βοναπαρτισμού. Ξανά: δεν πρόκειται για παρένθεση, αλλά για εισαγωγή σε νέα περίοδο, όπου οι ανάγκες σωτηρίας του συστήματος επιτάσσουν «κυβερνήσεις ειδικής αποστολής», που θα δρουν «με λυμένα χέρια».
Να λοιπόν πού «κολλάνε» όλες αυτές οι κραυγές, όλοι αυτοί οι «προβληματισμοί», όλα αυτά τα αναθέματα για τη Μεταπολίτευση που «πρέπει επιτέλους να τελειώσει». Να γιατί οι ακροδεξιοί ωρύονται ότι η Ελλάδα είναι το τελευταίο «οχυρό του κομμουνισμού» που πρέπει να πέσει στα χέρια των δυνάμεων της μνημονιακής δημοκρατίας που κάνει το άλμα στο βοναπαρτισμό: γιατί όλες οι εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις όχι μόνο της μεταπολίτευσης αλλά και του Μεταπολέμου, ακόμη και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (!) πρέπει να μπουν σε παρένθεση, να «τιτλοποιηθούν» και να ξεπουληθούν στα «χρηματιστήρια» ενός καπιταλισμού που ζει ξανά τη θανάσιμη αγωνία του.
Να, επομένως, γιατί αν θέλουμε να έχουμε ένα μέτρο ιστορικής αναλογίας και παρ’ όλες τις προφανείς μεγάλες ιστορικές διαφορές, η κυβέρνηση Παπαδήμου «θυμίζει» την κυβέρνηση Τσαλδάρη στο Μεσοπόλεμο, όπως και όσα συμβαίνουν εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια «θυμίζουν» τις τεράστιες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες και συγκρούσεις που ξεπήδησαν στο έδαφος της προηγούμενης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, ύστερα από το «κραχ» του 1929.
Για να έχουμε ένα μέτρο σε ποιες ιστορικές συνθήκες φωνάζουμε πλέον το «Εμπρός για τις γενιάς μας τα Πολυτεχνεία» ή το «Η εξέγερση δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις…».

Το ανώτατο στάδιο της… δημοκρατίας: οι εκλογές στην… παρανομία

Εννοείται ότι με την εισαγωγή στο βοναπαρτισμό οι εκλογές παύουν πλέον να είναι το «εθιμικό δίκαιο της δημοκρατίας» και αντιμετωπίζονται ξανά με εργαλειακό τρόπο: θα γίνονται μόνο στο βαθμό που «συμφέρουν» και σε στιγμή που «δεν θα απειλούν τα συμφέροντα της χώρας»!  Μέχρι να προκύψει η… ακόμη μεγαλύτερη απειλή του δημοψηφίσματος, οι εκλογές ήταν κάτι σαν τον «μεγάλο σατανά»: συνώνυμες της απόλυτης καταστροφής. Δεν τις… επέτρεπαν οι αγορές, η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, η Λαγκάρντ, ακόμη κι ο γελοίος ο Ρομπάι και οι ανθυπο-υπάλληλοι του ΔΝΤ και της τρόικας. Στέλεχος του ΔΝΤ το είπε καθαρά: σε μια χώρα που «ζει με δανεικά» δεν μπορούν να γίνονται εκλογές χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών! Αλλά και η ελληνική αστική τάξη διακατέχεται από την ίδια αλλεργία προς τις εκλογές: μα να μπλέκεται στα πόδια μας η λαϊκή ψήφος όταν παλεύουμε να σώσουμε το τομάρι μας; Είναι απορίας άξιον που δεν βρέθηκε κάποιος Μανδραβέλης ή Βούλγαρης να πει ότι το γενικό εκλογικό δικαίωμα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως η Ελλάδα αποτελεί το τελευταίο οχυρό του κομμουνισμού και πως στο εξής πρέπει να ψηφίζουν μόνο οι «άριστοι», για να κυβερνούν οι «άριστοι»…
Γιατί τόσος πανικός και τόση αλλεργία με τις εκλογές; Γιατί οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι δεν θα προκύψει όχι απλώς αυτοδύναμη αλλά ούτε καν στοιχειωδώς «ευσταθής» κυβέρνηση! Αν λοιπόν οι εκλογές πρόκειται να μεγαλώσουν τα προβλήματα για το σύστημα, καλύτερα να αναβληθούν για… ευθετότερο χρόνο.
Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτή τη γενικευμένη αλλεργία του συστήματος προς τις εκλογές; Πρώτον: Αφού βρήκε τα πρώτα του πατήματα, το μνημονιακό κράτος έκτακτης ανάγκης μετασχηματίζεται γοργά σε βοναπαρτιστικό κράτος, έχοντας ανοίξει όλη την πιθανή ατζέντα των «εκτροπών» από τη μεταπολιτευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το πολιτικό-πολιτειακό εποικοδόμημα προσαρμόζεται βίαια στις τεράστιες ανατροπές της οικονομικής-κοινωνικής βάσης. Η εποχή των άκρων και οι πολιτικές των άκρων είναι εδώ, και ήρθαν για να μείνουν. Δεύτερον, ότι το «σύστημα διακυβέρνησης» είναι ο πολιτικός «αδύναμος κρίκος» του συστήματος εν γένει. Ο φόβος και ο τρόμος τους είναι μια ανοιχτή κρίση του πολιτικού συστήματος που θα εγκαινιάσει μια περίοδο αστάθειας και ανατροπών. Σ’ αυτόν τον «αδύναμο κρίκο» πρέπει να πέσει όλο το βάρος της πολιτικής πίεσης από τη μεριά του κινήματος και της Αριστεράς.

«Η εξέγερση δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις»…

Το είπαμε σε «ανύποπτο χρόνο», και το επαναλαμβάνουμε τώρα που (πρέπει να) είναι πια κοινός τόπος: η δομική κρίση και η θανάσιμη αγωνία του ελληνικού καπιταλισμού έχουν αλλάξει δραματικά τους όρους της ταξικής πάλης. Το ιστορικό μεταπολεμικό και ακόμη περισσότερο μεταπολιτευτικό πλαίσιο της κοινωνικής διαπραγμάτευσης έχει ανατραπεί ολοσχερώς. Ούτε το αντικείμενο ούτε το πλαίσιο της ταξικής πάλης καθορίζονται πλέον από την κοινωνική διαπραγμάτευση. Το σάρωμα των κατακτήσεων δεν είναι ο στόχος αλλά το μέσον, γιατί η διακύβευση είναι η ίδια η σωτηρία του συστήματος, το ξεπέρασμα της κρίσης του. Είμαστε στην εποχή ενός ιστορικού ξεκαθαρίσματος «ταξικών λογαριασμών» ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, με τη φωτιά και με το σίδερο. Ο «Τιτανικός» του καπιταλισμού έχει συγκρουστεί με το παγόβουνο, το ρήγμα είναι μεγάλο, και ο αγώνας δεν είναι πλέον για τα δικαιώματα ανάμεσα στο κατάστρωμα και την πρώτη θέση, αλλά για το ποιος θα ελέγξει τη γέφυρα του πλοίου, θα αρπάξει το πηδάλιο, θα κλείσει με το δικό του τρόπο το ρήγμα και θα οδηγήσει το πλοίο στη δική του ρότα. Με άλλα λόγια, έχει ανοίξει η αυλαία του αγώνα για την εξουσία. Έτσι μεταφράζεται το «Αυτοί ή εμείς»: ή ο καπιταλισμός θα περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω από τις ιστορικές εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις ψάχνοντας το δρόμο για την έξοδο από την κρίση του ή θα τον ανατρέψουμε. Το «ιστορικό πλάνο», ο στόχος της Αριστεράς σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός – αν όχι τώρα, πότε;;; Για μας, το μέσον για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η σοσιαλιστική επανάσταση – όταν ο καπιταλισμός παίρνει το δρόμο του βοναπαρτισμού, απαιτείται πολλή «αισιοδοξία» αν όχι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι η αστική τάξη θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τα προνόμιά της με τη χρήση από το κίνημα και την Αριστερά αποκλειστικά ή κύρια εκλογικών και κοινοβουλευτικών μέσων.
Αλλά δεν μπορούμε καν να μιλήσουμε για τα μέσα πριν ενοποιηθούμε πάνω στο στόχο. 39 χρόνια πριν, η εξέγερση του Πολυτεχνείου συνέτριψε την απόπειρα της χούντας για «δημοκρατική μετεξέλιξη». Σήμερα, που το σύστημα παίρνει το δρόμο του βοναπαρτισμού και κάποιοι «πρωτοπόροι» μάς καλούν να υποστηρίξουμε ή να ανεχτούμε το βοναπαρτισμό γιατί υπάρχει και ο κίνδυνος του πραξικοπήματος, η εξέγερση είναι ξανά το νικηφόρο πολιτικό μας σχέδιο. Όπως τότε, έτσι και τώρα δεν σημαίνει απλώς την παθητική αναμονή ενός αυθόρμητου ξεσπάσματος: η εξέγερση πρέπει να πάψει να αποτελεί «αγωνιστικό σχήμα λόγου» και να γίνει το συνειδητό πολιτικό σχέδιο της Αριστεράς και της πρωτοπορίας του κινήματος!
Μέχρι σήμερα, με το κίνημα να πηγαίνει σε όλες τις κρίσιμες καμπές ένα βήμα μπροστά από την Αριστερά, έχει ήδη διανυθεί μεγάλο μέρος της διαδρομής από τον οικονομικό στον πολιτικό αγώνα, κι από κει στην εμφάνιση στοιχείων πολιτικής απεργίας και ανάπτυξης από πρωτοπόρα τμήματα των κοινωνικών αντιστάσεων εμβρυϊκών μορφών οργάνωσης σαν εναλλακτικής εξουσίας των «από κάτω». Φτάσαμε στο οριακό σημείο όπου πρέπει να γίνει ένα τολμηρό βήμα προς τα μπρος, σε συνθήκες μετωπικής σύγκρουσης με τον κοινοβουλευτικό βοναπαρτισμό και ενώ ο ελληνικός καπιταλισμός βαδίζει προς την «τελική δοκιμασία» της οικονομικής κατάρρευσης ή και της άτακτης χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ.

Σε αυτές τις συνθήκες, το πολιτικό σχέδιο της Αριστεράς πρέπει να ξετυλιχτεί σε τρία επίπεδα:
Οργάνωση των κοινωνικών αντιστάσεων σαν εν δυνάμει εναλλακτικής εξουσίας των «από κάτω»:
Πρώτο: Τα Πρωτοβάθμια Σωματεία, τα ριζοσπαστικά συνδικάτα, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις μέσα στα γραφειοκρατικά συνδικάτα πρέπει να συγκροτήσουν την εργατική πρωτοπορία στον «αγώνα για την εξουσία» στους εργατικούς χώρους, να την πολιτικοποιήσουν, να βάλουν το θέμα της πολιτικής απεργίας και του συντονισμού (κλαδικού, περιφερειακού κ.λπ.). Πρέπει να παλέψουμε για να εξαπλωθεί ένα κίνημα για τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο: Ποιος αποφασίζει; οι εργαζόμενοι και η κοινωνία ή οι εργοδότες και οι μέτοχοι;
Δεύτερο: Οι λαϊκές συνελεύσεις πρέπει να οικοδομηθούν σαν τοπική λαϊκή εξουσία στις γειτονιές. Που υπερασπίζεται τους φτωχούς και τους ανέργους, τις δομές του κοινωνικού κράτους που καταρρέουν, το κατειλημμένο σχολείο, τους κατειλημμένους χώρους έκφρασης του κινήματος, τον κόσμο από το κόψιμο του ρεύματος (περιφρουρώντας τον από τα συνεργεία που θα έρθουν να το κόψουν ή επανασυνδέοντάς το), τους μετανάστες και τα γραφεία των αριστερών οργανώσεων από τις επιθέσεις των φασιστών.
Τρίτο, οι μορφές εργατικής και κοινωνικής αλληλεγγύης πρέπει να πολλαπλασιαστούν και να διαχυθούν, σαν μορφές υπεράσπισης των λαϊκών στρωμάτων από την εξαθλίωση. Δεν μιλάμε για υποκατάσταση της Εκκλησίας ή της κρατικής φιλανθρωπίας σε ρόλο «φιλόπτωχου ταμείου» και συμπληρωματικών δράσεων στη «φιλανθρωπία» του συστήματος, ούτε για την υποκατάσταση «με έξοδα του κινήματος» των δομών του κοινωνικού κράτους που καταρρέουν, αλλά για στήριξη των «δικών μας ανθρώπων» που αποσκοπεί στη συγκρότησή τους σαν μαχόμενης δύναμης της αντίστασης στο σύστημα. Η αλληλεγγύη για την Αριστερά πρέπει να είναι εργαλείο συγκρότησης κινήματος και να εντάσσει τους εξαθλιωμένους στον αγώνα για την εξουσία!
Τέταρτο, πρέπει να υπάρξει παναριστερός συντονισμός για τοπικό, περιφερειακό και ει δυνατόν πανεθνικό, γεωγραφικό και κλαδικό συντονισμό, μέσα από συντονιστικά όργανα αιρετών και ανακλητών εκπροσώπων, ώστε όλα τα ρυάκια του κινήματος να συγκλίνουν σε ένα ενιαίο ρεύμα και προοπτικά να σχηματίσουν μια «ενιαία αρχή» του κινήματος που να προβάλει σαν εν δυνάμει εναλλακτικός κοινωνικός πόλος εξουσίας.
Πέμπτο, οργάνωση σε μαζική κλίμακα της εργατικής και κοινωνικής αυτοάμυνας, στους εργασιακούς και κοινωνικούς χώρους, στις πορείες, στις πλατείες, στις δράσεις του κινήματος και της Αριστεράς, απέναντι στην καταστολή που κλιμακώνεται, απέναντι στα αναμενόμενα ανελεύθερα ή κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης του κοινοβουλευτικού βοναπαρτισμού ή τη δράση του «βαθέος κράτους».
Η συγκρότηση του κινήματος αντίστασης με αυτό τον τρόπο και σε αυτή την κατεύθυνση είναι ο θεμελιώδης πυλώνας ενός πολιτικού σχεδίου μάχης για την εξουσία από την πλευρά της Αριστεράς.
Διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος πάλης που να συγκροτεί τις πρωτοπορίες του αγώνα σε δύναμη ανατροπής, σε δύναμη αγώνα για την εξουσία: Τα βασικά στοιχεία ενός τέτοιου προγράμματος έχουν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται και να κερδίζουν τη μαζική υποστήριξη της μαζικής αγωνιζόμενης κοινωνικής πρωτοπορίας:

  • Κατάργηση όλων των ρυθμίσεων και καταγγελία των διεθνών συμφωνιών της περιόδου του μνημονίου!
  • Στάση πληρωμών για τη διαγραφή του χρέους!
  • Εθνικοποίηση των τραπεζών, χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων, υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο!
  • Μαζική επανεθνικοποίηση, υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, όλων των ΔΕΚΟ αλλά και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων!
  • Αυτόματη αναπροσαρμογή στο ωράριο εργασίας (με μείωση των ωρών εργασίας) και στο μισθό (με αύξηση του μισθού) ώστε να καλύπτουν τον πληθωρισμό και την αύξηση της ανεργίας.
  • Βαριά φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου – δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας!
  • Εργατικός και κοινωνικός έλεγχος σε όλη την έκταση της παραγωγής και της κοινωνίας! Κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης και της «παράνομης και καταχρηστικής» απεργίας – Απαγόρευση των απολύσεων – Εργατική αυτοδιαχείριση στις επιχειρήσεις που κλείνουν ή που προχωρούν σε «προγράμματα αναδιάρθρωσης» με μαζικές απολύσεις!

Απέναντι στη «γέφυρα» Παπαδήμου, αυτή είναι η δική μας «γέφυρα», που συνδέει τις μαζικές ριζοσπαστικές διαθέσεις τού σήμερα και την εξουσία των εργαζομένων του αύριο.
Πολιτικό μέτωπο – Κυβέρνηση της Αριστεράς! Ο αγώνας για την εξουσία, αλλά και το ίδιο το κίνημα, απαιτούν μια εναλλακτική πολιτική προοπτική. Οι λογικές της «αιώνιας αντιπολίτευσης» ή της «αντίστασης και ανάσχεσης της επίθεσης» είναι ηττοπαθείς και οδηγούν το κίνημα στην αποθάρρυνση, στο αδιέξοδο και την ήττα. Η Αριστερά πρέπει να κάνει τους φόβους του συστήματος πραγματικότητα: όχι απλώς να απαιτεί εκλογές, αλλά να προχωρήσει σε πολιτικό μέτωπο και να παλέψει για κυβέρνηση της Αριστεράς, με στόχο να πληρώσει το κεφάλαιο και όχι οι εργαζόμενοι.
Για να σπάσει ο αδύναμος κρίκος της μνημονιακής διακυβέρνησης και να ανοίξει ο δρόμος για τη συνολική αναμέτρηση με το σύστημα και την ανατροπή του. Για να ενταχτεί η αντιπαράθεση με το βοναπαρτισμό όχι σε κάποια μυθική επιστροφή στην «κοινοβουλευτική ομαλότητα» αλλά στον αγώνα για την εξουσία. Για να ενταχτεί το αίτημα για εκλογές σε ένα πολιτικό σχέδιο για άνοιγμα του δρόμου στη συνολικότερη – νικηφόρα αναμέτρηση με το σύστημα.
Το κίνημα και η Αριστερά πρέπει να γκρεμίσουν τη «γέφυρα» που θέλει να στήσει η κυβέρνηση Παπαδήμου για λογαριασμό του συστήματος. Αν κάνουμε αυτό που πρέπει, αυτή η κυβέρνηση θα είναι μια αδύναμη κυβέρνηση και, αντί για τη «γέφυρα» που σχεδιάζει, μπορεί να αποτελέσει το «πέρασμα» στην περίοδο της γενικής αντεπίθεσης για το κίνημα και την Αριστερά.
Οι «απέναντι» έκαναν τις επιλογές τους και συνασπίστηκαν σε μια «ιερή συμμαχία» ενάντια στο κίνημα και την Αριστερά.
Εμείς, έχουμε καθήκον να συγκροτήσουμε το δικό μας στρατόπεδο, σε όλα τα επίπεδα, σαν δύναμη ανατροπής και κατάληψης της εξουσίας.
Για να ξανακάνουμε την εξέγερση νικηφόρο πολιτικό σχέδιο, για «τις γενιάς μας τα Πολυτεχνεία», που αυτή τη φορά δεν πρέπει να μείνουν στη μέση του δρόμου αλλά να φτάσουν μέχρι τη νίκη!
Όλοι και όλες στον αγώνα για την εξουσία των εργαζομένων, για το σοσιαλισμό!

Αθήνα, 15 Νοεμβρίου 2011

 


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s