Οι αραβικές επαναστάσεις και το ιμπεριαλιστικό θερμιδώρ

του Άκη Τζάρα, (Αναδημοσίευση από το Κόκκινο, τεύχος 51)

Το 2011 ξεκίνησε με το αδιαμφισβήτητα ιστορικό γεγονός  της αφύπνισης  των αραβικών μαζών. Έχουν περάσει τέσσερις μήνες από τότε που ο  απελπισμένος θάνατος του νεαρού Μπουαζίζι, στην Τυνησία, πυροδότησε μια ιλιγγιώδη κίνηση των μαζών που ανέτρεψε τον εκλεκτό δικτάτορα της Δύσης Μπεν Αλί και άναψε τη σπίθα της εξέγερσης στην ευρύτερη περιοχή. Ο επόμενος σταθμός ήταν η Αίγυπτος με την, ιστορική πλέον, πλατεία Ταχρίρ να αποτελεί τη χωρική έκφραση της πρωτοπορίας που με ανυποχώρητο πολιτικό αγώνα ανέτρεψε το μισητό Μουμπάρακ, σπέρνοντας τον τρόμο στα διεφθαρμένα καθεστώτα και στους ιμπεριαλιστές. Η επέκταση των εξεγέρσεων στο Μπαχρέιν, την Υεμένη -αρχικά και στη Λιβύη-, στη Συρία και στο βαθμό που εκείνες έμειναν ανολοκλήρωτες, είχε ως αποτέλεσμα την αντεπίθεση των ιμπεριαλιστών και την οργάνωση της αντεπανάστασης.
Η εξάπλωση των εξεγέρσεων στον κρίσιμο γεωπολιτικά χώρο της Μέσης Ανατολής, η πτώση των διεφθαρμένων καθεστώτων -προπύργιων- της ιμπεριαλιστικής σταθερότητας και η αναμενόμενη ιμπεριαλιστική αντίδραση στην κοινωνική κίνηση των μαζών έχουν δημιουργήσει ένα ρευστό και πολύπλοκο πλαίσιο, με τις γεωπολιτικές ισορροπίες δεκαετιών να καταρρέουν. Μπροστά στο ντόμινο των αραβικών εξεγέρσεων, οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν αν όχι να ανακόψουν, τουλάχιστον να κατευθύνουν τη δυναμική σε μια συμφέρουσα για εκείνους διάδοχη κατάσταση, ενώ ταυτόχρονα οι περιφερειακοί ανταγωνιστές, είτε πρόκειται για κράτη είτε για πολιτικές οργανώσεις, επανακαθορίζουν τις συμμαχίες και τη θέση τους.

Από αυτήν την άποψη  το γεγονός της αραβικής αφύπνισης  συμπυκνώνει:

  • Τον πολιτικό αγώνα των μαζών ενάντια στα καθεστώτα της περιοχής, τη συσσωρευμένη οργή δεκαετιών, τη συνειδητοποίηση της δύναμής τους και τα πολιτικά οράματα μιας άλλης κοινωνικής συγκρότησης, όχι απαραίτητα δυτικού τύπου.
  • Το αδιέξοδο και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών και το λυσσαλέο αγώνα ανάμεσα στους περιφερειακούς ανταγωνιστές για την κυριαρχία στην περιοχή την «επόμενη μέρα».
  • Και τέλος την ίδια την οριακή πραγματικότητα που έχει διαμορφώσει το μακρύ κύμα ύφεσης της τελευταίας τριετίας.

Από αυτήν την άποψη  έχουν δίκιο οι αναλυτές που κάνουν λόγο ένα «αραβικό 1848», καθώς η παλιά ισορροπία των διεφθαρμένων πριγκιπάτων καταρρέει και η καινούρια αναδύεται μέσα από εναλλαγές επαναστατικών διαδικασιών κι αντεπανάστασης, αλλάζοντας είτε επιμέρους είτε ολικά μια ολόκληρη περιοχή του πλανήτη. Αν ταυτόχρονα λάβουμε υπόψη μας τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας που διαμορφώνουν μια συγκεκριμένη κάθε φορά κατάσταση, χωρίς να χάνουμε από την ανάλυσή μας τα γενικά χαρακτηριστικά, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως το ιστορικό γεγονός της αραβικής αφύπνισης δεν μπορεί να ερμηνευτεί ούτε από τα σχήματα των αυθόρμητων καθαρών εξεγέρσεων, που τη λιβυκή εκδοχή τους στηρίζει κι ένας αίφνης «ανθρωπιστικός» πόλεμος, ούτε φυσικά από την αστυνομική ερμηνεία της Ιστορίας για εξεγέρσεις υποκινούμενες από τις μυστικές υπηρεσίες. Πριν επανέλθουμε στην κριτική αυτών των σχημάτων, καθώς αποτελούν τις κυρίαρχες αφηγήσεις της αριστεράς για τις αραβικές εξεγέρσεις, ας δούμε τον αντίκτυπο των εξεγέρσεων στις γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής αλλά και ευρύτερα.

Γεωπολιτικές  ισορροπίες και εξεγέρσεις

Αίγυπτος-Τυνησία

Όταν το 2006 η τότε Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Κοντολίζα  Ράις διατύπωνε το αντιδραστικό όραμα  μιας νέας Μέσης Ανατολής, χωρίς  τις ενοχλητικές Χαμάς και  Χεζμπολά, με τη Συρία και το Ιράν στο περιθώριο, δε μοορούσε προφανώς να φανταστεί πως 5 χρόνια αργότερα ο Μουμπάρακ και ο Μπεν Αλί θα είχαν ανατραπεί από τον εξεγερμένο λαό.

Είναι σίγουρο ότι  ανεξάρτητα από το αν ο ιμπεριαλισμός  επεξεργαζόταν διάδοχες λύσεις ή  είχε επαφές με την αντιπολίτευση, ο  Μουμπάρακ (και η χούντα του) ήταν ο πιστός σύμμαχος των ιμπεριαλιστών, μαζί με τα βασίλεια της Ιορδανίας και της Σαουδικής Αραβίας. Είναι τα καθεστώτα αυτά που εξασφάλιζαν την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική σταθερότητα της περιοχής και παρείχαν τις εγγυήσεις ασφάλειας που χρειαζόταν ο έτερος θεματοφύλακας των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, το Ισραήλ.

Ήταν ο Μουμπάρακ  που συνέδραμε στον αποκλεισμό της  Γάζας κι ήταν οι μυστικές του υπηρεσίες, υπό τον αντιπρόεδρο Σουλεϊμάν, που εξόπλιζαν κατ’ εντολή των  ΗΠΑ τη Φατάχ και τον Νταχλάν  στην ενδοπαλαιστινιακή σύρραξη με τη Χαμάς το καλοκαίρι του 2007. Η εξουσία του Μουμπάρακ στηριζόταν στην ανοιχτή προδοσία της παλαιστινιακής υπόθεσης που παρουσιαζόταν σαν ρεαλισμός, στο τσάκισμα αρχικά της αριστεράς και μετά των Αδελφών Μουσουλμάνων, στην αποτελεσματική διατήρηση -μέσω του αυταρχικού του καθεστώτος- της καπιταλιστικής ομαλότητας. Εκτιμώντας όλες αυτές τις υπηρεσίες, η «ευαίσθητη» Δύση, όπως και στην περίπτωση εξάλλου όλων των κρατών της περιοχής, δεν έδειχνε την παραμικρή ευαισθησία για το γεγονός ότι οι σύμμαχοί της ήταν -και είναι- είτε στυγνές στρατιωτικές δικτατορίες είτε αυταρχικά, σκοταδιστικά καθεστώτα. Πραγματικά, μέχρι την ανατροπή του Μπεν Αλί μόνο το Ισραήλ και το Ιράν διατηρούσαν κάποια επίφαση αστικής δημοκρατίας (εκλογές χωρίς νοθεία, νόμιμα κόμματα), χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο το σιωνιστικό και αυταρχικό χαρακτήρα τους αντίστοιχα. Αυτή η κατάσταση επέτρεπε στη σιωνιστική προπαγάνδα να παρουσιάζει το ισραηλινό κράτος σαν προπύργιο του δυτικού πολιτισμού μέσα στους «βάρβαρους» μουσουλμάνους και αντίστοιχα στο Ιράν να μοιάζει πιο ελκτικό κοινωνικό μοντέλο, ειδικά για τις καταπιεσμένες σιιτικές μάζες των χωρών του Κόλπου.

Οι ιμπεριαλιστές  αιφνιδιάστηκαν από την εξέγερση στη -σχετικά αδιάφορη γεωπολιτικά  και δίχως ενεργειακό πλούτο- Τυνησία και περιορίστηκαν στο να συνδράμουν το σχέδιο της αντίδρασης για βελούδινη μεταπολίτευση. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση, την επαναστατική διαδικασία -την πρώτη στιγμή της αραβικής αφύπνισης- διαδέχτηκε μια συντηρητική αντεπίθεση, με τον ιμπεριαλισμό προφανώς να συμμαχεί με όποιον θα περιόριζε τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Σε αντίθεση με μια στενά οικονομίστικη ερμηνεία, ο στόχος της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στην περιοχή, δεν είναι τα πετρέλαια ως πλούτος, αλλά η παγκόσμια κυριαρχία.
Όταν το κύμα της  τυνησιακής εξέγερσης μεταδόθηκε και στην κρίσιμη γεωπολιτικά Αίγυπτο, τόσο η Ευρώπη όσο και οι ΗΠΑ άρχισαν να αντιλαμβάνονται τις τεκτονικές συνέπειες της κίνησης των μαζών. Ακόμα όμως και τότε, οι αντιδράσεις τους έδειξαν μάλλον την απουσία ενός ξεκάθαρου σχεδίου για την «επόμενη μέρα», παρά παντοδύναμους αφέντες της παγκόσμιας τάξης που επιβάλλουν τη θέλησή τους. Όσο κι αν τμήματα των ιμπεριαλιστών είχαν επαφές με μέρος της αντιπολίτευσης, η πρώτη επιλογή παρέμενε ο Μουμπάρακ, γι’ αυτό και η «διεθνής κοινότητα» απαίτησε την απομάκρυνσή του όταν έγινε πια ξεκάθαρο πως μόνο η πτώση του μπορούσε να εγγυηθεί το στάτους κβο της Αιγύπτου ως κράτους θεματοφύλακα των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

Ιράν – Σ. Αραβία

Σε κάθε περίπτωση  ο κλονισμός του αιγυπτιακού  καθεστώτος ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά των ιμπεριαλιστών και των τοπικών γεωπολιτικών «παικτών», που αντιλήφθηκαν, έστω και καθυστερημένα, πως δεν είναι αρκετή μια παρέμβαση στους εσωτερικούς συσχετισμούς στην Αίγυπτο, αλλά αντίθετα απαιτείται η ενεργητική συμμετοχή στην επιβεβλημένη από τα γεγονότα γεωπολιτική αλλαγή. Ουσιαστικά μια μονομερής κατάρρευση των διεφθαρμένων-φιλοδυτικών καθεστώτων θα μετέτρεπε τον «άξονα του κακού» Ιράν-Συρία σε ρυθμιστή των εξελίξεων στην περιοχή, αλλάζοντας ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Εξάλλου, η αποτυχία των σταυροφόρων σε Αφγανιστάν και Ιράκ είχε ήδη ενισχύσει το Ιράν, που παραμένει η μόνη σε επίπεδο κράτους αντιδυτική δύναμη στην περιοχή, ενώ η στήριξη της Τεχεράνης στην κυβέρνηση δωσίλογων του Ιράκ είναι ο μοναδικός λόγος που εκείνη παραμένει στη θέση της, επιτρέποντας στην ιρανική ελίτ να κερδίζει χρόνο και περιθώρια διαπραγματεύσεων αναφορικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα – και όχι μόνο. Ο κλονισμός, η αποδυνάμωση και η αποσκίρτηση των τοπικών του ανταγωνιστών από το δυτικό εναγκαλισμό θα μετέτρεπαν το Ιράν στη μοναδική τοπική υπερδύναμη, ενισχύοντας αντίστοιχα και τους συμμάχους του στα μέτωπα του Λιβάνου και της Παλαιστίνης. Είναι ακριβώς η προοπτική που ο ιμπεριαλισμός θα προσπαθήσει με κάθε μέσο -ο πόλεμος στη Λιβύη σχετίζεται άμεσα με αυτό- να εμποδίσει.
Η Σαουδική Αραβία, αφού κατέπνιξε με σχετική ευκολία  τις αντιδράσεις στο εσωτερικό  της, βοηθούμενη κι από την ιδιόμορφη  κοινωνική συγκρότηση, εισέβαλε με τις ευλογίες της Δύσης στο  Μπαχρέιν καταστέλλοντας με κτηνώδη βία (όχι πάντως λιγότερη από τη βία του Καντάφι και μάλιστα εναντίον αόπλων) την εξέγερση των σιιτών. Οι σκοταδιστές πρίγκιπες σε συνεργασία με τους Αμερικανούς, που δεν ήταν δυνατό να επιτρέψουν μια καθεστωτική αλλαγή στη χώρα-λιμάνι του στόλου τους, έστειλαν ένα καθαρό μήνυμα στο Ιράν για το ποιος τελικά ελέγχει την περιοχή, ειδικά όταν από τη μεταβατική Αίγυπτο και τη διώρυγά της περνούν ιρανικά πλοία για να πάνε στη Συρία. Φυσικά αν και πρόκειται για ξεκάθαρη εισβολή σε ξένη χώρα, μια πρόγευση της επίθεσης στη Λιβύη, στην προκειμένη περίπτωση οι διαμαρτυρίες της «ευαίσθητης» διεθνούς κοινότητας απουσίασαν με πολύ εύγλωττο τρόπο. Η Σ. Αραβία έδειξε έτσι πως θεωρεί την ευρύτερη περιοχή ζωτικό της χώρο και πως σε καμία περίπτωση δε θα παρακολουθεί αμέτοχη την πτώση των συμμάχων της και των γεωπολιτικών ισορροπιών, αλλά αντίθετα και σε προφανή συνεννόηση με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, θα δράσει για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της.

Όσο κι αν, μέσα από  την αντιφατικότητα των εξελίξεων, η Σ. Αραβία εμφανίζεται ως η μόνη όαση σταθερότητας στην περιοχή, κάτι που αναβαθμίζει τη θέση της, είναι ξεκάθαρο πως μια μη ελεγχόμενη μεταπολίτευση στην Αίγυπτο και μια ανατροπή στην εύθραυστη Ιορδανία θα υποβάθμιζε τελικά και την ίδια την Σ. Αραβία. Ο χρόνος πιέζει τελικά τους πρίγκιπες, που αυτή τη στιγμή φαίνεται να είναι οι μόνοι που επιθυμούν αλλαγή καθεστώτος στη Συρία, για να αποδυναμώσουν το Ιράν, αλλά και για να επιβάλουν έναν δικό τους ισλαμικό θύλακο.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί  πως στην περιοχή οι διαφορές ανάμεσα στα ισλαμικά δόγματα, ανεξάρτητα από το αν αποτελούν καλυμμένες μορφές ταξικών συσχετισμών, διατηρούν την αυτονομία τους και την ιδεολογική τους δύναμη στις συνειδήσεις. Κι οι αραβικές εξεγέρσεις συνιστούν ένα κορυφαίο ιστορικό γεγονός, ακριβώς γιατί εκατομμύρια άνθρωποι κινητοποιούνται ύστερα από δεκαετίες πέρα από τα θρησκευτικά σχήματα, αναζητώντας διευρυμένες ταυτότητες, μια διαδικασία που βιώνουν ως απειλή όσες δυνάμεις πορεύονται με το Κοράνι.

Ισραήλ-Παλαιστίνη-Συρία 

Το Ισραήλ είδε με την ανατροπή του Μουμπάρακ να χάνεται ουσιαστικά η οπισθοφυλακή του στον πόλεμο με τη Χαμάς, καθώς ο αποκλεισμός της Γάζας από τα αιγυπτιακά στρατεύματα προσέφερε στους σιωνιστές τις απαραίτητες εφεδρείες. Ταυτόχρονα, η μεταβατική κατάσταση στην Αίγυπτο αναγκάζει το Ισραήλ να επαναδιαπραγματευτεί με το μέτωπο στρατού-πολιτικού ισλάμ που κυβερνά αυτή τη στιγμή. Η αβεβαιότητα είναι που αναγκάζει τους σιωνιστές να μην επιθυμούν αυτή τη στιγμή την ανατροπή του Άσαντ στη Συρία, αλλά πιο πολύ να πιεστεί τόσο, ώστε να εγκαταλείψει το Ιράν και κυρίως τη Χαμάς και τη Χεζμπολά. Από αυτή την άποψη, είναι προτιμότερος ένας γνωστός αντίπαλος τύπου Άσαντ από μια διάδοχη κατάσταση είτε από τα ριζοσπαστικά τμήματα του Μπάαθ είτε από μιας νέας κοπής ισλαμιστές, είτε φυσικά από κάποιο αριστερό αντι-ιμπεριαλιστικό μέτωπο. Επιπλέον, το Ισραήλ παρατηρεί μάλλον με τρόμο πως η αλλαγή στην περιοχή αναγκάζει και τις ΗΠΑ να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους σε ένα μείγμα που ενδεχομένως να μην υποστηρίζει τόσο μονομερώς το Ισραήλ, ειδικά όταν το τελευταίο, παραδομένο στις ακροδεξιές φωνές τύπου Λίμπερμαν, αντιπαραβάλλει ως μοναδικό σχέδιο την τελική λύση της εθνοκάθαρσης. Φυσικά η ιστορία διδάσκει πως πίσω από τους λεονταρισμούς κρύβεται η πιο βαθιά αδυναμία και με αυτήν την έννοια, το Ισραήλ θα συρθεί το πιθανότερο σε διαπραγματεύσεις, εκτός κι αν η περιοχή βυθιστεί στην αστάθεια των περιφερειακών συρράξεων.

Από την άλλη μεριά, η συμφωνία Φατάχ – Χαμάς πιστοποιεί μεν την αλλαγή στο αιγυπτιακό καθεστώς (όχι μονομερής στήριξη σε Ισραήλ-Φατάχ, άνοιγμα στον αραβικό κόσμο), αλλά εκφράζει και το συμβιβασμό της Χαμάς μπροστά στην ανερχομένη ιμπεριαλιστική αντεπανάσταση που προσπαθεί να επιβάλει τη σφραγίδα της στις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις των Σύριων. Η Χαμάς προφανώς συνειδητοποιεί πως ο ούτως ή άλλως τυχοδιώκτης Άσαντ θα πουλήσει τα πάντα για να σώσει την εξουσία του, κάτι που ισχύει και για τη Χεζμπολά, αν και εκείνη έχει καθιερωθεί ως πολιτική δύναμη στο Λίβανο κι όχι ως παράρτημα της Δαμασκού. Η Χαμάς όμως είναι απομονωμένη διπλωματικά από το 2006 και αποδυναμωμένη από τον αποκλεισμό και δύο πολέμους. Και όσο κι αν η συνεργασία της με την παλαιστινιακή Αριστερά σε συνδυασμό με την πολιτική παρακμή του Αμπάς την καθιστά συνεπή πολιτική δύναμη, δεν αποκλείεται να επιλέξει ένα συμβιβασμό για αγορά χρόνου. Εξάλλου, και πάλι μέσα από την αντιφατικότητα των εξελίξεων που πυροδότησαν οι αραβικές εξεγέρσεις, οργανώσεις αλλά και κράτη που εξέφραζαν τους πόθους των αραβικών μαζών και το δίκαιο μίσος τους για το Ισραήλ και τη Δύση, ενδέχεται να ξεπεραστούν από ένα κύμα πολιτικού ριζοσπαστισμού κυρίως στη νεολαία, αρκεί φυσικά να μην κυριαρχήσουν τελικά οι δυνάμεις της αντεπανάστασης.

«Ανθρωπιστικός» πόλεμος και στρατηγική του χάους

Μπορεί λοιπόν κανείς να ισχυριστεί πώς η εξέγερση στη Συρία -όπως και στη Λιβύη- λαμβάνει χώρα σε δεύτερο χρόνο σε σχέση με τις εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Τυνησία. Με την έννοια πως πια ταυτόχρονα με μια κίνηση των μαζών -φτωχών στρωμάτων, μορφωμένης νεολαίας- ο ιμπεριαλισμός και οι τοπικοί παίκτες δεν περιορίζονται στο να κατευθύνουν την ελεγχόμενη μεταπολίτευση, αλλά επεμβαίνουν εξαρχής στη διαμόρφωση του ίδιου του περιεχόμενου των εξεγέρσεων. Ή -με άλλα λόγια- οι κυρίαρχοι του πλανήτη προτιμούν, εφόσον αποσταθεροποιούνται οι φίλιες δυνάμεις στην περιοχή, το ίδιο να συμβεί και στα αντίπαλα καθεστώτα.

Εφόσον αρχικά οι εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Τυνησία  εμπεριείχαν τη δυνατότητα στη δυναμική τους να μετατραπούν σε επαναστάσεις, είναι αναμενόμενο την πλημμυρίδα των ανολοκλήρωτων επαναστάσεων να διαδεχτεί η άμπωτη της αντεπανάστασης ή, πιο σωστά, τα γεγονότα πια στην περιοχή να συμπυκνώνουν και την κίνηση των μαζών και την ιμπεριαλιστική-καθεστωτική αντίδραση. Σχηματικά μπορούμε να περιγράψουμε το ιμπεριαλιστικό θερμιδώρ ως εξής:

  • Αποδοχή των τετελεσμένων των εξεγέρσεων και προσπάθεια να οδηγηθούν τα πράγματα σε βελούδινη μεταπολίτευση που θα διασφαλίζει μια συνέχεια στο καθεστώς και θα απομονώνει τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία. Στην Αίγυπτο πριμοδοτείται το πολιτικό μπλοκ στρατού-Αδελφών Μουσουλμάνων (κάτι που φάνηκε στο δημοψήφισμα για το Σύνταγμα), στην Τυνησία ανασυντάσσεται η μυστική αστυνομία και φιμώνονται οι ριζοσπαστικές δυνάμεις που προσπαθούν να εκφράσουν πολιτικά την εξέγερση (όπως η επαναστατική «Συμμαχία της 17ης Ιανουαρίου» στην Τυνησία). Τέλος, στην Υεμένη μεθοδεύεται η ομαλή διαδοχή σύμφωνα με το μοντέλο της Αιγύπτου.
  • Συνεργασία και πολιτική στήριξη στις τοπικές δυνάμεις, ώστε να τσακίσουν τις ανεπιθύμητες εξεγέρσεις, όπως συνέβη στο Μπαχρέιν και αρχικά στην Υεμένη.
  • Πολεμική εισβολή και ανοιχτή στήριξη των αντικαθεστωτικών, με προφανή στόχο όχι μόνο μια ελεγχόμενη ανατροπή καθεστώτος, αλλά κυρίως την προσπάθεια οι ιμπεριαλιστές να επανακτήσουν τον έλεγχο των κινήσεων. Προφανώς είναι η περίπτωση της Λιβύης, με τη Συρία να παίζει προς το παρόν ανάμεσα και στα τρία σχήματα.

Ουσιαστικά αυτό που  συμβαίνει είναι πως οι δυτικοί  ιμπεριαλιστές (κι όχι ενιαία) από μια σταθερότητα στην περιοχή με ενισχυμένους τους αντίπαλους πόλους, που για να έχουμε και μια ευρύτερη εικόνα αποτελούν συμμάχους της Κίνας και της Ρωσίας, προτιμούν ενδεχομένως το χάος των φυλετικών συγκρούσεων στα πρότυπα της Αφρικής, ώστε να εμφανιστούν σαν σωτήρες. Φυσικά μια τέτοια λύση «σωτηρίας» μετατρέπεται κάλλιστα σε συνταγή καταστροφής, ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας πως το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο δε βρίσκεται στην εποχή της συνεργασίας, αλλά μάλλον των εσωτερικών ανταγωνισμών.

Η Λιβύη

Στη Λιβύη λοιπόν η εξέγερση δεν αφέθηκε από  την πρώτη στιγμή στη μοίρα  της και πολύ γρήγορα οι ανοικτά  προδοτικές φιλο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις υπερκέρασαν τους γνήσιους αντικαθεστωτικούς. Ταυτόχρονα, μια συντονισμένη μιντιακή προπαγάνδα μέσω αντιφατικών πληροφοριών παρουσίασε την κατάσταση στη Λιβύη σαν «ανθρωπιστική καταστροφή», προσπαθώντας έτσι να νομιμοποιήσει το λησμονημένο ιδεολόγημα του «ανθρωπιστικού» πολέμου. Είναι ξεκάθαρο πως ήταν η αδυναμία του δυτικού προλεταριάτου να συμπαρασταθεί έμπρακτα και της πληβειακής μερίδας της λιβυκής αντιπολίτευσης να ηγεμονεύσει που επέτρεψαν στους δωσίλογους και στον ιμπεριαλισμό να πάρουν την πρωτοβουλία.

Τόσο στην περίπτωση  της «ανθρωπιστικής» εισβολής όσο  και στη συνεπαγόμενη στρατηγική του χάους το μήνυμα είναι σαφές: τέρμα στις επικίνδυνες εξεγέρσεις που κλόνισαν το στάτους κβο της περιοχής, τώρα την πρωτοβουλία των κινήσεων θα αναλάβει ο ιμπεριαλισμός, ακόμα κι αν αδυνατεί να πορευτεί ενιαία, ακόμα κι αν η παρέμβασή του επιφέρει μεγαλύτερη αστάθεια.

Έτσι και στη  Συρία, πλάι στις αριστερές αντικαθεστωτικές δυνάμεις, οι ιμπεριαλιστές υποδαυλίζουν θρησκευτικά και φυλετικά μίση, ενισχύουν κάθε μορφή συντηρητικής αντιπολίτευσης με στόχο να τσακίσουν κάθε προοδευτική προοπτική των εξεγερμένων και να έχουν εκείνοι τον πρώτο λόγο σε μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος. Βέβαια, η Συρία αποτελεί τη βάση ελλιμενισμού του ρωσικού στόλου, κάτι που σημαίνει πως η Ρωσία διατηρεί ζωτικά συμφέροντα στη χώρα, τα οποία θα προασπίσει.

Τέλος και η Τουρκία  προσπαθεί να επανακαθορίσει τις  συμμαχίες της, καθώς ενδεχόμενη πτώση του Άσαντ θα έχει άμεσο  αντίκτυπο στα συμφέροντά της, ενώ  αντίστοιχα μια φιλοπαλαιστινιακή στροφή της Αιγύπτου θα είναι ανταγωνιστική στην εξωτερική τουρκική πολιτική των τελευταίων ετών.

Θεωρίες συνωμοσίας και «αμόλυντες» εξεγέρσεις

Ένα τμήμα της Αριστεράς, συντασσόμενο με τη «λαϊκή» πρόληψη, τείνει να θεωρεί την εξέγερση στη Λιβύη, αλλά ενδεχομένως ολικά τις αραβικές εξεγέρσεις, μέρος μιας συντονισμένης επιχείρησης αλλαγής καθεστώτων από τον ιμπεριαλισμό. Μια άποψη βαθιά προβληματική, που αγνοεί πως αφενός οι μυστικές υπηρεσίες δρουν σε ένα αντιφατικό πλαίσιο που δεν ελέγχουν απόλυτα κι αφετέρου υποτιμά με χυδαίο τρόπο την τόλμη, το μεγαλείο αλλά και τη δύναμη του συνειδητοποιημένου λαού που εισβάλλει στο προσκήνιο ως αστάθμητος παράγοντας και επιβάλλει τις δικές του λύσεις. Ειδικά ύστερα από τις ήττες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σε Ιράκ και Αφγανιστάν, την τωρινή δυσκολία των ιμπεριαλιστών να πορευθούν ενιαία στη Λιβύη αλλά και να επιβάλλουν τη θέλησή τους, αλλά κυρίως την πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης που κατέρριψε κάθε μύθο περί παντοδύναμου συστήματος, η αστυνομική αντίληψη της Ιστορίας είναι μια βαθιά αντιδραστική άποψη. Επιπλέον, οι θιασώτες αυτής της άποψης επιμένουν να αγνοούν πως η Λιβύη του Καντάφι, το Ιράν και η Συρία δομήθηκαν ως καθεστώτα κυριολεκτικά αφού τσάκισαν και δολοφόνησαν τους κομμουνιστές και ευρύτερα κάθε προοδευτική δύναμη. Επομένως, όσο κι αν δεν τα ταυτίζουμε με τον ιμπεριαλισμό, δε χρειάζεται να αναζητούμε συμμάχους εκεί που δεν υπάρχουν ή να αγνοούμε πως μια ανατροπή τους από το λαό κι όχι φυσικά από τους σταυροφόρους είναι μια προοδευτική εξέλιξη.

Στον αντίποδα αυτών  των απόψεων, βρίσκουμε τη γερασμένη  Αριστερά της Δύσης που, εθισμένη στις ίσες αποστάσεις στους προηγούμενους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», τώρα που υπάρχουν και εξεγερμένοι, έτσι αφηρημένα, δε διστάζει να συνταχθεί ουσιαστικά με την επέμβαση. Τι κι αν στη λιβυκή αντιπολίτευση κυριαρχούν πια τα τσιράκια των ιμπεριαλιστών, πρώην κανταφικοί που χρηματοδοτούνται και υποστηρίζονται από αέρος από το ΝΑΤΟ; Τι κι αν το πρώτο καθήκον των «επαναστατών» στη Βεγγάζη ήταν να δημιουργήσουν υπουργείο πετρελαίου και τράπεζα επενδύσεων; Η εξέγερση παραμένει αμόλυντη όπως την πρώτη μέρα, δεν υπάρχει ιμπεριαλισμός, υπάρχει μόνο «ο σφαγέας Καντάφι και ο λαός». Αν οι συνωμοσιολόγοι απλοποιούν την πραγματικότητα μέσω της ηττοπαθούς αντίληψης του παντοδύναμου αφέντη, οι εραστές της αυθόρμητης εξέγερσης αρνούνται κάθε πιθανότητα νόθευσης των ονειρώξεών τους. Κάποιοι συγκρίνουν την εισβολή στη Λιβύη με τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, εξισώνοντας τον παρακμιακό καπιταλισμό του 2011 με τον κάπως ακόμα ακμαίο του 19ου αιώνα. Κυρίως, όμως, δεν κατανοούν πως η απόσταση από τα ριζοσπαστικά συντάγματα της Επιδαύρου ως τη βασιλεία του Όθωνα εξηγείται ακριβώς από το ότι η ελληνική ανεξαρτησία κατακτήθηκε χάρη στις τότε προστάτιδες δυνάμεις κι όχι στα όπλα της επανάστασης που μάλλον είχε άλλους σκοπούς.

Τώρα μάλλον είναι  κατανοητό να προβάλλει κανείς, ειδικά σε συνθήκες μνημονίου και κρίσης, την απουσία επαναστατικότητας  στη Δύση αλλού και να βαφτίζει με περίσσια ευκολία κάθε τι επανάσταση, όπως επίσης να νιώθει την ανάγκη να επιβεβαιώσει ξανά πως ανεξάρτητα από την επιδείνωση των εργασιακών -και όχι μόνο- όρων του, είναι πολίτης δημοκρατιών που υποστηρίζουν και εξεγέρσεις, αλλά: η ελευθερία κατακτιέται σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό κι όχι χάρη σε αυτόν! Και δυστυχώς για την εξέγερση στη Λιβύη, το πάνω χέρι το έχουν άθλιοι πράκτορες του ιμπεριαλισμού, κι αν υπάρχουν ακόμα δυνάμεις γνήσια αντικαθεστωτικές, ας διαχωρίσουν (προφανώς κάτι τέτοιο είναι απίστευτα δύσκολο) τη θέση τους. Αντίστοιχα, για όσους έχουν το «προνόμιο» να είναι πολίτες των κρατών που εισβάλλουν στη Λιβύη, ένα είναι το καθήκον: η ήττα της δικής τους αστικής τάξης και η διάλυση των άθλιων ιδεολογημάτων της «ανθρωπιστικής» επέμβασης.

Ένα νέο σημείο εκκίνησης

Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από την αραβική «έφοδο στον ουρανό», τώρα που μοιάζει να δίνει τη θέση της στην άμπωτη της αντεπανάστασης, είναι ότι έφερε ξανά στο προσκήνιο το δρόμο της συνειδητοποίησης των καταπιεσμένων κι αυτό είναι μια ιστορική νίκη, ένα νέο σημείο εκκίνησης, ανεξάρτητα από την πορεία των εξελίξεων. Ταυτόχρονα αποδεικνύεται πως για την ολοκλήρωση των εξεγέρσεων και τη μετατροπή τους σε νικηφόρες επαναστάσεις, απαιτείται η συνειδητή πρωτοπορία που καταλαμβάνει την εξουσία, φέρνοντας σε πέρας όχι μόνο το πολιτικό αλλά και το «τεχνικό» μέρος της εξέγερσης καθώς και τα οργανωτικά καθήκοντα της κατάληψης της εξουσίας.

Το προλεταριάτο της Δύσης πρέπει να υποστηρίξει ανοιχτά την αραβική άνοιξη από κάθε απόπειρα θερμιδωριανής αντίδρασης, αλλά απαραίτητος όρος γι’ αυτό είναι να αρχίσουμε να ξεχωρίσουμε την επανάσταση από την αντεπανάσταση.

Αντίστοιχα, απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση των  αραβικών επαναστάσεων είναι η ήττα της δικής «μας» αστικής τάξης  στα πεδία των μαχών, μια ήττα που θα αποτελέσει ταυτόχρονα μια εφεδρεία στη μάχη που διεξάγεται (και παίρνει τη μορφή του μνημονίου στην Ελλάδα) στις δυτικές μητροπόλεις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s