Δεν παίζουμε με τη Σπίθα

Μίκης Θεοδωράκης(του Άρη Βασιλόπουλου, αναδημοσίευση από το Κόκκινο)

Στα τέλη του 2010, και κατόπιν προαναγγελίας σε ομιλία του στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, ο Μίκης Θεοδωράκης έδωσε στη δημοσιότητα τις θέσεις της «Κίνησης ανεξάρτητων πολιτών – Σπίθα». Στη συνέχεια η διακήρυξη παρουσιάστηκε σε εκδήλωση στις 17, Γενάρη την οποία διοργάνωσε πλήθος επαγγελματικών συλλόγων και φορέων. Στο 48σέλιδο «μανιφέστο» του, που δημοσίευσε ολόκληρο η Ελευθεροτυπία, παρουσιάστηκε η διακήρυξη της πολιτικής αυτής κίνησης, που, όπως διευκρινίζει ο Μίκης Θεοδωράκης, αποσκοπεί  στη δημιουργία ενός ρεύματος ιδεών για  «την έξοδο της πατρίδας μας από την κρίση» – όχι, δηλαδή, στη δημιουργία νέου κόμματος.

Μολονότι το μπολσεβικικής σημειολογίας όνομα της κίνησης και το αγωνιστικό παρελθόν του Μίκη Θεοδωράκη δημιούργησαν προσδοκίες για κάτι ελπιδοφόρο στο χώρο της Αριστεράς, η διάψευση ήρθε πολύ γρήγορα. Το ίδιο το πολιτικό περιεχόμενο της διακήρυξης της Σπίθας, αλλά και ο συνολικός προσανατολισμός της κίνησης, καθώς και τα πρόσωπα που την πλαισιώνουν, διαλύουν και την παραμικρή ψευδαίσθηση για τον κοινωνικό και πολιτικό χώρο όπου τοποθετούνται εξαρχής οι ιδρυτές της Κίνησης.

Το έθνος ως πυξίδα στην κρίση

Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση διαπιστώνει κανείς ότι, για τους εμπνευστές της διακήρυξης, βασικό εργαλείο ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας είναι το έθνος. Εντελώς ενδεικτικά, στο κείμενο συναντά κανείς τους ακόλουθους όρους στις εξής συχνότητες:

χώρα: 90 φορές
έθνος-εθνικός: 88
Ελλάδα: 43,
πατρίδα-πατριώτες: 30,
τράπεζες-τραπεζίτες: 29 (τις περισσότερες φορές εννοούνται οι ξένες τράπεζες), Αμερική-αμερικάνοι: 20,
λαός: 19 (υπονοείται ή αναφέρεται ο ελληνικός λαός, δηλαδή το έθνος: όχι οι υποτελείς τάξεις του έθνους),
Γερμανία-Γερμανοί:17

Την ίδια στιγμή, η λέξη καπιταλισμός εμφανίζεται μία και μόνη φορά στην εισαγωγή («διεθνής κρίση του καπιταλισμού»), ενώ λείπει οποιαδήποτε αναφορά στην εργατική τάξη…

Το θεμελιακό πρόβλημα της ανάλυσης του κειμένου, από το οποίο προκύπτουν και όλα τα υπόλοιπα, βρίσκεται στην υποτιθέμενη ενότητα συμφερόντων στο έθνος, το οποίο ταυτίζεται με το λαό. Όπως ανάγλυφα περιγράφεται στο κείμενο, «είμαστε ένας λαός στον ίδιο χώρο, στην ίδια πατρίδα… Και συνεπώς, αν σωθούμε, θα σωθούμε ή όλοι μαζί ή κανένας».  Το έθνος, λοιπόν, νοείται ως ένας  χώρος όπου μισθωτή εργασία και κεφάλαιο συνυπάρχουν αρμονικά, ως αλληλοσυμπληρούμενα  μέρη που θα αντιμετωπίσουν από κοινού την κρίση.

Η πραγματικότητα, βέβαια, δείχνει ότι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Το ελληνικό κεφάλαιο εξαπολύει μια άνευ προηγουμένου επίθεση στον κόσμο της εργασίας με στόχο το ξεπέρασμα της κρίσης του και την ανάκτηση της χαμένης του ανταγωνιστικότητας έναντι των ξένων κεφαλαιοκρατών. Αντίστροφα, η εργατική τάξη είναι υποχρεωμένη να συγκρουστεί με το κεφάλαιο και να οργανώσει τις αντιστάσεις της αν θέλει να διατηρήσει στοιχειώδη δικαιώματα και κατακτήσεις. Σύμφωνα με το Σπίγκελ, οι καταθέσεις ελλήνων ιδιωτών σε ελβετικές τράπεζες είναι 600 δις, ενώ είναι γνωστό ότι από την αρχή της κρίσης το 2008, έλληνες κεφαλαιοκράτες επένδυαν τα χρήματά τους σε αγορές κατοικιών στο Λονδίνο. Την ίδια στιγμή, ένας στους 11 πολίτες ψάχνει για φαγητό σε συσσίτια…

Η ενότητα συμφερόντων που επικαλείται, λοιπόν, η Σπίθα όχι μόνο είναι ανύπαρκτη, αλλά η επίκλησή της στην ουσία συγκαλύπτει τον αμείλικτο (ταξικό) πόλεμο που έχει κηρυχθεί εδώ και ένα χρόνο από το εγχώριο και διεθνές κεφάλαιο.

Σε πείσμα αυτής της πραγματικότητας, και ως απόδειξη της «συγκολλητικής δύναμης του έθνους», όπου πλούσιοι και φτωχοί σε μια γροθιά μπορούν να νικήσουν τους πάντες, η Κίνηση του Μίκη Θεοδωράκη ανακαλεί την 28η Οκτωβρίου του 1940 και την απόκρουση, τότε, της ιταλικής εισβολής. Παραλείπει όμως να αναφέρει τι έγινε τέσσερα χρόνια μετά, όταν η εθνική ενότητα θρυμματίστηκε, και το έθνος των πλουσίων, μαζί με τους αγγλο-αμερικανούς  προστάτες του, κήρυξε εμφύλιο πόλεμο στο έθνος των φτωχών, νιώθωντας ότι αμφισβητείται η κυριαρχία του.

Η κρίση ως πρόβλημα «εθνικής υποτέλειας» και «εξάρτησης»

Από μια Κίνηση που φιλοδοξεί να αποτελέσει εργαλείο υπέρβασης της κρίσης, θα περίμενε κανείς μια σοβαρή ανάλυση των αιτιών της. Αντ΄ αυτού, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας προσεγγίζεται απλώς ως πρόβλημα οικονομικής εξάρτησης και φαυλότητας του πολιτικού προσωπικού, τα οποία με τη σειρά τους μας οδήγησαν στο «μαγγανοπήγαδο» (sic) του δημόσιου χρέους. Eδώ, μάλιστα, υπεισέρχονται και στοιχεία θεωριών συνωμοσίας ακροδεξιάς έμπνευσης, σύμφωνα με τα οποία αμερικάνοι και  ευρωπαίοι μας επιτίθενται «με στόχο την εθνική μας ιδιοσυστασία σε όλες της τις εκφάνσεις», σε «σημείο να μας κάνουν να ξεχάσουμε ακόμα και το ότι είμαστε Ελληνες».

Ο πυρήνας του προβλήματος, κατά τη Σπίθα, συνίσταται στο ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε σχέση υποτέλειας με τις μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες με τη σειρά τους, εξαγοράζοντας διεφθαρμένους πολιτικούς ηγέτες, κατάφερναν να διατηρούν τον έλεγχο της χώρας. Κάπως έτσι, ο ιμπεριαλισμός χάνει κάθε ταξικό περιεχόμενο και ευτελίζεται – υποβιβάζεται, δηλαδή, σε απλή σχέση εξάρτησης των φτωχών από τα πλούσια έθνη –, αντί να αναλύεται ως δυναμικό σύστημα, ο κάθε «κρίκος» του οποίου βρίσκεται σε σχέση αλληλεξάρτησης με τους άλλους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Πέραν αυτού, όμως, στη διακήρυξη της Σπίθας επανέρχεται μια εντελώς πλασματική και στρεβλή εικόνα του ελληνικού καπιταλισμού ως «Ψωροκώσταινας». Αξίζει να θυμηθούμε, λοιπόν, ότι το 2009 η ελληνική οικονομία καταλάμβανε την 22η θέση στον κόσμο, ότι την τελευταία 15ετία η ίδια ήταν δεύτερη σε ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, ενώ στο ίδιο περίπου διάστημα, το μεγάλο κεφάλαιο πραγματοποίησε μια σοβαρή οικονομική διείσδυση στις βαλκανικές χώρες. Αν και προφανώς η Ελλάδα δεν κατέλαβε ξαφνικά τη θέση των ΗΠΑ ή της Γερμανίας, η εικόνα απέχει πολύ από αυτήν ενός καπιταλισμού της καρπαζιάς, όπως περιγράφει η Σπίθα.

Το δημόσιο χρέος ως «πρόβλημα ανικανότητας» και η κρίση ως προϊόν «κακοδιαχείρισης»

Αν και ο Θεοδωράκης θεωρεί το δημόσιο χρέος το σοβαρότερο πρόβλημα της χώρας, παρομοιάζοντάς το με μαγγανοπήγαδο, η μόνη εξήγηση που έχει να δώσει για τη δημιουργία τους είναι η ανικανότητα των πολιτικών ηγετών και του συστήματος των πελατειακών σχέσεων που αυτοί έχτισαν. Στην ουσία, αγοράζει ατόφιο το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα του «υπερδιογκωμένου και διεφθαρμένου δημόσιου τομέα», θεωρώντας ότι αυτός ο τελευταίος οδήγησε στη συσσώρευση του χρέους.

Τα πραγματικά στοιχεία, ωστόσο, διαψεύδουν και πάλι τους ισχυρισμούς της Σπίθας. Τα τελευταία χρόνια, οι συνολικές δαπάνες του Δημοσίου ήταν χαμηλότερες από το μέσο όρο των υπόλοιπων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση το 2008 (γράφημα 1), ενώ το ίδιο συνέβη και με τις δαπάνες για μισθοδοσία προσωπικού (γράφημα 2).

Διάγραμμα 1

Συνολικές δαπάνες στην Ε.Ε ως ποσοστό του ΑΕΠ

Διάγραμμα 2

Δαπάνες προσωπικού στην Ε.Ε ως ποσοστό του ΑΕΠ

Δεν πάει πολύς καιρός, εξάλλου, από το φιάσκο της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων, που θα αποκάλυπτε σύμφωνα με τα ΜΜΕ 2 εκατομμύρια δημοσίους υπαλλήλους (!), τελικά όμως βρήκε 750.000, συμπεριλαμβανομένων των συμβασιούχων και των εργαζομένων στις πρώην ΔΕΚΟ.

Πέρα από την κραυγαλέα διάσταση με την πραγματικότητα, η Σπίθα κλείνει το μάτι προς τα δεξιά, όταν η μόνη πολιτική ευθύνη που αποδίδει για την εκτόξευση του χρέους βρίσκεται στις κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου του διαστήματος 1981-1989. Αθωώνει, δηλαδή, τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη, Σημίτη και Καραμανλή, αφού αυτές ευθύνονται για την αύξηση του χρέους κατά 20%, ενώ η πρώτη το άυξησε κατά 80% (από το 32 στο 112%).

Στο σημείο αυτό, μάλιστα, παρατηρούνται δύο σοβαρές λαθροχειρίες:

Η πρώτη αφορά στα ίδια τα στοιχεία που παρατίθενται. Η ακριβής εικόνα της πορείας του χρέους από το 1981 μέχρι σήμερα είναι η εξής: 1974: 20.8%, 1981: 26.5%, 1989: 64.2%, 1993: 98.9%, 2004: 98.9%, 2009: 126.8%, 2010: 142.8%. Το χρέος, δηλαδή, αυξήθηκε μέσα στα 8 χρόνια της κυβέρνησης Παπανδρέου κατά 37.7% του ΑΕΠ, ενώ στην 4ετία 1989-1993 (Τζανετάκη, Ζολώτα, Μητσοτάκη) αυξήθηκε κατά 34.7%. Επομένως, η περίοδος εκτόξευσης του δημόσιου χρέους αφορά συνολικά στην περίοδο 1981-1993 – και όχι μόνο την περίοδο 1981-1989, όπως σκόπιμα αναφέρεται.

Η δεύτερη λαθροχειρία αφορά στα ποιοτικά στοιχεία κάθε περιόδου διακυβέρνησης και τη σχέση τους με το χρέος. Αν στην πρώτη περίοδο Παπανδρέου (1981-1985), η εκτόξευση του χρέους συνδυάζεται με την οικοδόμηση ενός στοιχειώδους κοινωνικού κράτους και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων, από το 1985 και μετά το πρώτο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» Σημίτη, σταθερά δε από το 1991 και μετά, το χρέος συνδυάζεται με νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας, συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα και σταθερής μείωσης των μισθών ως ποσοστών του ΑΕΠ.

Με απλά λόγια, αν ο Α. Παπανδρέου άσκησε κοινωνική πολιτική με δανεικά, χωρίς δηλαδή να έρθει σε ρήξη με το μεγάλο κεφάλαιο φορολογώντας το, οι επόμενες κυβερνήσεις  έπαιρναν δανεικά για να ασκήσουν πολιτική υπέρ του κεφαλαίου. Η διαφορά αυτή δεν είναι, προφανώς, αμελητέα.

Από εκεί και πέρα, το χρέος αντιμετωπίζεται αφηρημένα και πάλι ως «εθνικό» πρόβλημα, αποσπασμένο δηλαδή από την κοινωνική-ταξική και τη διεθνή του διάσταση, και κατ’ αποσιώπηση της ουσιαστικής χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισμού. Οι υπέρογκες εξοπλιστικές δαπάνες, η μείωση της φορολογίας των Α.Ε, τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τα σχεδόν 100 δις επιδότησης στις τράπεζες, ο ιδιότυπος προστατευτισμός της φοροδιαφυγής και το ξεπούλημα κερδοφόρων επιχειρήσεων του Δημοσίου δεν υπάρχουν πουθενά ως στοιχεία διόγκωσης του δημοσίου χρέους. Το ίδιο και η απώλεια ανταγωνιστικότητας των Ελλήνων κεφαλαιοκρατών στο πλαίσιο της ΟΝΕ, που είχε ως συνέπεια τη διόγκωση του εμπορικού ελλείμματος.

Το Μνημόνιο ως «εξωτερική επιβολή» (και όχι ως στρατηγική επιλογή της ελληνικής άρχουσας τάξης)

Ως συνέπεια της παραπάνω ανάλυσης για την την κρίση και την ελληνική οικονομία, η Σπίθα θεωρεί ότι το Μνημόνιο επιβλήθηκε από τα έξω στην Ελλάδα: «Τις αλλαγές αυτές τις αποφασίζει και τις επιβάλλει η Τρόικα προς μέγιστο εξευτελισμό της εθνικής μας αξιοπρέπειας». Όμως και πάλι, το πρόβλημα κατά την ίδια δεν είναι τα μέτρα καθαυτά, αλλά ότι μας ήρθαν απ΄ έξω. Όπως εύγλωττα το θέτει η διακήρυξη, «λες και μέσα στα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν δέκα μυαλά ισάξια με κείνα των ξένων υπαλλήλων για να πραγματοποιήσουν σήμερα, όπως και χτες, τα αυτονόητα».

Με λίγα λόγια, τα μέτρα αυτά ήταν αυτονόητα, και μάλιστα έπρεπε να παρθούν – όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο – από το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ‘80, μιας και τότε διέθετε ευρύτατη λαϊκή υποστήριξη: όχι σήμερα, και με τρόπο που να πληγώνεται η «εθνική μας υπερηφάνια»…

Στο σημείο αυτό η Κίνηση Θεοδωράκη συσκοτίζει εντελώς την πραγματικότητα, αντιστρέφοντάς την. Η ελληνική αστική τάξη έχει εξαφανιστεί από την ανάλυση και παρουσιάζεται ως υποτελής στους ξένους, ενώ η πολιτική ηγεσία εγκαλείται γιατί προωθεί μια πολιτική υποδούλωσης. Όμως το Μνημόνιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμβόλαιο διαχείρισης της ελληνικής χρεοκοπίας που συνάφθηκε μεταξύ της ελληνικής αστικής τάξης και της διεθνούς κεφαλαίου. Το ελληνικό κεφάλαιο είναι προς το παρόν συνεργάτης (αν και όχι ισότιμος) του ευρωπαϊκού κεφαλαίου σε έναν κοινό στόχο: στο πώς θα ξεπεραστεί η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού και πώς θα αποφευχθεί η μετάδοση της «ελληνικής νόσου» στην Ε.Ε, διά της λεηλασίας της εργατικής τάξης, του δημόσιου πλούτου και του κοινωνικού κράτους. Είναι γι΄ αυτό ο πρόεδρος του ΣΕΒ δεν παραλείπει στιγμή να δηλώνει ότι το Μνημόνιο αποτελεί «ευκαιρία» και ζητά την επέκτασή του επ΄ αόριστον. Είναι γι΄ αυτό που, σύσσωμα τα αστικά ΜΜΕ, ασκούν εδώ και ένα χρόνο ιδεολογική τρομοκρατία για την αναγκαιότητα των μέτρων του Μνημονίου και προετοιμάζουν την κοινωνία για την επιβολή ενός δεύτερου, ακόμα πιο βάρβαρου. Το μόνο σημείο σύγκρουσης της ελληνικής αστικής τάξης με τη Διεθνή των Τοκογλύφων είναι στη διανομή – και εκεί, προς το παρόν, τα βρίσκουν.

Η πολιτική πρόταση της Σπίθας: μια στρατηγική για το κεφάλαιο

Εδώ λοιπόν αναδεικνύεται πλήρως ο χαρακτήρας της Σπίθας, η οποία, πέρα από επιμέρους φιλαλαϊκά μέτρα, στην ουσία προτείνει μια άλλη στρατηγική για την άρχουσα τάξη – όχι για το εργατικό κίνημα.

Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο στοιχείο μιας νέας πολιτικής θα είναι, σύμφωνα με την ίδια, η εξόφληση του χρέους, για την οποία θα χρειαστεί «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς και πάλη για τη μείωσή του χρέους (ο τρόπος δεν διευκρινίζεται).

Στη συνέχεια, και προκειμένου να αντληθούν νέα κεφάλαια για επενδύσεις, προτείνεται μια νέα εξωτερική πολιτική, με αποφασιστική στροφή σε Ρωσία και Κίνα, αλλά και μια επιθετική πολιτική υπεράσπισης των «εθνικών μας δικαίων» στα Βαλκάνια (Τουρκία, Αλβανία, Δημοκρατία της Μακεδονίας). Στόχος είναι η δημιουργία ενός «σύγχρονου και ανταγωνιστικού κράτους, με προτεραιότητες την Εθνική Αμυνα, τη Δημόσια Υγεία και την Παιδεία». Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία ξεπουλήματος του ΟΛΠ στην Cosco χαρακτηρίζεται ως επιτυχημένο παράδειγμα αξιοποίησης υποδομών και σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Μια ματιά, βέβαια, στις συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα που έχουν επιβληθεί στο λιμάνι αρκεί ώστε να κατανοήσει κανείς τίνος επιτυχία είναι η σύμβαση με την Cosco.

Ποιος μπορεί, όμως, να υλοποιήσει το πολιτικό σχέδιο που εισηγείται η Σπίθα; Η απάντηση είναι μια κυβέρνηση αρίστων, που θα προκύψει έπειτα από συνεννόηση των υπαρχόντων πολιτικών κομμάτων. Πρόκειται για την πρόταση που από το 2008 έχει διατυπώσει ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ Γ. Καρατζαφέρης. Εξέχουσα θέση μεταξύ των αρίστων κατέχει ο sir (sic) Βασίλειος Μαρκεζίνης, που μας πληροφορεί ότι πρέπει να αγωνιστούμε για μια «επανάσταση νοοτροπίας, επανάσταση ιδεών», ώστε «να μην καταλήξουμε στην πιο οδυνηρή από όλων των ειδών τις επαναστάσεις: την επανάσταση του πεζοδρομίου». Οι ιδέες περί «άμεσης δημοκρατίας» που ευαγγελίζονται κάποιοι οπαδοί της Σπίθας πάνε περίπατο, αφού στόχος είναι να γίνουν τα πάντα ώστε να αποτραπεί μια επανάσταση από τον «εχθρό λαό». Κατόπιν τούτων, η αποδοχή και υποστήριξη προς τη Σπίθα από τους κ.κ. Παπαθεμελή και Καμένο είναι μάλλον κατανοητή.

Το ιδεολογικό φορτίο της Σπίθας: θεωρίες συνωμοσίας και γνήσιος σωβινισμός

Μολονότι ως πολιτικός ο Θεοδωράκης δεν υπήρξε ποτέ εφάμιλλος του χαρισματικού μουσικού, εντούτοις τα τελευταία χρόνια η ακραία συντηρητική του στροφή είναι κραυγαλέα. Η δημιουργία της Σπίθας και η συνεργασία με εξέχουσες φυσιογνωμίες του «πατριωτικού χώρου» (Ζουράρις, Καραμπελιάς, Φίλιας) εδράζονται σε ένα ιδεολογικό συνονθύλευμα μανίας εθνικής καταδίωξης από τη μια και θεωριών συνωμοσίας ακροδεξιάς έμπνευσης από την άλλη.

Σε αυτή την αφήγηση, το ελληνικό έθνος είναι ενιαίο και αδιαίρετο, και βρίσκεται μόνιμα περικυκλωμένο από εχθρούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς, οι οποίοι επιβουλεύονται την εθνική μας  υπόσταση. Οι εχθροί, σύμφωνα με τη Σπίθα, είναι πάντα «αγαπημένα παιδιά των ιμπεριαλιστών», σε αντίθεση με τη – δήθεν – αντιιμπεριαλιστική Ελλάδα, που παλεύει σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από εθνικισμούς με μόνο όπλο τον πολιτισμό της. Ακριβώς τον πολιτισμό αυτό έχουν στόχο «τα σατανικά σχέδια [των ξένων κέντρων] που έφτασαν στο σημείο να μας κάνουν να ξεχάσουμε ακόμα και το ότι είμαστε Ελληνες!».

Για τους λόγους αυτούς, αφενός πρέπει να θέσουμε ως πρώτη προτεραιότητα την εθνική άμυνα, προκειμένου να αποτρέψουμε Τούρκους, Αλβανούς και Σκοπιανούς (sic) που εποφθαλμιούν την Ελλάδα, αφετέρου να δημιουργήσουμε μια «ελληνοκεντρική παιδεία» και  «έναν καθαρά νεοελληνικό πολιτισμό», με στόσο «οι νεότεροι Έλληνες να είναι περήφανοι για την καταγωγή τους και σίγουροι για τον εαυτό τους, ιδιαίτερα μέσα στη σημερινή διεθνή σκηνή, που κυριαρχείται από εθνικιστικές τάσεις».
.
Αν και παρόμοιες τοποθετήσεις της Σπίθας συγκρίνονται σε γραφικότητα με τις προσπάθειες υπουργού Εργασίας της ΝΔ να καταργήσει την πάλη των τάξεων (επρόκειτο για το 1977), το πράγμα είναι δυστυχώς σοβαρότερο. Καθώς η κοινωνική καταστροφή στον ένα χρόνο εφαρμογής του Μνημονίου δημιουργεί οργή και απελπισία σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, βάζοντας σε δοκιμασία παραδοσιακές πολιτικές εκπροσωπήσεις, ρόλο στα πολιτικά πράγματα δεν διεκδικεί μόνο η Αριστερά, αλλά και η φασιστική άκρα δεξιά. Στη συγκυρία αυτή, είναι τουλάχιστον ανησυχητικό, το μουσικό μεγαλείο του Θεοδωράκη να επιστρατεύεται για να νομιμοποιήσει ιδέες και αξίες που ανήκουν στον αντίποδα όσων επί χρόνια ο ίδιος υπερασπίστηκε με αγώνες. Δεν είναι πολιτικά αδιάφορο, λοιπόν, ότι πολυάριθμα φασιστικά μπλογκ σήμερα «αποθεώνουν» το Θεοδωράκη ή ότι στο επίσημο σάιτ της Σπίθας υπήρχε, μέχρι πρότινος, παραπομπή σε βίντεο χρυσαυγίτη για τη Λέσχη Μπίλντεμπεργκ (βλ. άρθρο του Δ. Ψαρρά στην «Ελευθεροτυπία»).

Τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;

Ενώ είναι σαφές ότι η Σπίθα ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την Αριστερά, ακόμα στις πιο «πατριωτικές» εκδοχές της, προκαλεί εύλογη απορία γιατί πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες που ανήκουν στο χώρο της Αριστεράς, ιδίως δε αυτές που αναφέρονται στην ανάγκη ενός νέου ΕΑΜ, τη θεωρούν φίλια δύναμη.

Η απάντηση είναι ότι, παρά τις σοβαρότατες διαφορές, υπάρχει σύμπτωση σε δύο βασικά σημεία: το πρώτο αφορά στην ανάλυση περί «εξάρτησης» και «ξένης κατοχής». Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα τελεί υπό την κατοχή της τρόικα και των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και το Μνημόνιο εκφράζει αυτήν ακριβώς την υποδούλωση. Αυτή η παραδοχή μας οδηγεί στο αμέσως επόμενο σημείο σύμπτωσης, που είναι η ανάγκη διαμόρφωσης ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου που να έρθει σε ρήξη με τις Μεγάλες Δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη χαμένη εθνική ανεξαρτησία – εξ ου και η ανάκληση του παραδείγματος του ΕΑΜ. Σε αυτό ακριβώς το ενδιάμεσο στάδιο, στόχος είναι η ανασυγκρότηση και ανεξαρτητοποίηση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να ωριμάσουν οι συνθήκες για την Αριστερά να περάσει στο επόμενο στάδιο, το βήμα για το σοσιαλισμό.

Και τα δύο αυτά σημεία, ωστόσο, βασίζονται σε αφετηριακά λανθασμένες παραδοχές. Οι ευρωπαίοι και αμερικανοί ιμπεριαλιστές προσκλήθηκαν από τους έλληνες ομολόγους τους να συνδιαχειριστούν την ελληνική χρεοκοπία. Προφανώς σε αυτή τη σχέση έχουν εκχωρηθεί τμήματα εθνικής και, κυρίως, λαϊκής κυριαρχίας. Αυτό όμως έγινε συναινετικά, αντίθετα με ό,τι συνέβη στη ναζιστική κατοχή.

Αν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’40, εξάλλου, οι κοινωνικές συμμαχίες της ελληνικής αστικής τάξης κατέρρευσαν, γεγονός που άφησε χώρο στο ΕΑΜ να διεκδικήσει την ηγεμονία σε επίπεδο έθνους, ακόμα και συμμαχώντας με τμήματα της αστικής τάξης, τα πράγματα σήμερα είναι πολύ διαφορετικά. Η αστική τάξη, παρά τα προβλήματά της στη διαχείριση της κρίσης, είναι αταλάντευτη στην εφαρμογή του υφιστάμενου σχεδίου υπέρβασής της, που διαμέσου του κράτους μπορεί και παρουσιάζει ως «εθνικό». Γι΄ αυτό και η όποια προσπάθεια τμημάτων της Αριστεράς να «ντύσουν» σήμερα τις προτάσεις τους σε εθνικό «μανδύα» είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού στην απόπειρα διεκδίκησης της ηγεμονίας σε επίπεδο έθνους, η Αριστερά στην πραγματικότητα εκχωρεί την ηγεμονία σε δυνάμεις που βρίσκονται στα δεξιά της. Πολλώ δε μάλλον, οδηγεί αναπόφευκτα στην εμφιλοχώρηση μικροαστικών αντιλήψεων, σε ιδεολογική υποχώρηση από το διεθνισμό και τον αγώνα για το σοσιαλισμό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s