Για την ΕΛΕ και τη διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους

Επιτροπή για το Λογιστικό Έλεγχο του Χρέους και μαζική -ενωτική- πανελλαδική καμπάνια για τη διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους

Η σημασία μιας καμπάνιας για τη διαγραφή του «απεχθούς χρέους» θα μπορούσε να αποδειχθεί όχι απλώς μεγάλη, αλλά και καταλυτική, καθώς θα μπορούσε: να υπονομεύσει το κυβερνητικό μονοπώλιο στην «άμεση» ή και «μοναδική λύση» στην κρίση χρέους, να ανοίξει –όχι μόνο σε επίπεδο «κορυφής» αλλά και με όρους πλατιάς διεργασίας βάσης- μέτωπο με την τρομοκρατία του χρέους και του μονόδρομου, να καταλύσει ιδεολογικά και πολιτικά την πλατιά κοινωνική δυσαρέσκεια και οργή δίνοντάς της στόχο και αιχμή, να ξαναδώσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο κίνημα και την Αριστερά, να δώσει τη δυνατότητα πλατιάς ενωτικής δράσης από δυνάμεις της Αριστεράς -και όχι μόνο- και τέλος να αποτελέσει έναυσμα για μια ευρωπαϊκή δυναμική αμφισβήτησης του τοτέμ του χρέους, που στο όνομά του κατεδαφίζονται ιστορικές κατακτήσεις και δικαιώματα. Ωστόσο, για να υλοποιηθούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αυτές οι δυνατότητες, θα πρέπει να απαντηθούν κάποια κρίσιμα ερωτήματα και να γίνουν οι κατάλληλες επιλογές σε βασικά ζητήματα: Πολιτικές κατευθύνσεις έρευνας για την επιτροπή, πολιτικό σχέδιο στο οποίο εντάσσεται η έρευνα για το απεχθές χρέος και η καμπάνια για τη διαγραφή του, σχέση ανάμεσα στην ερευνητική δουλειά της επιτροπής και τη μαζική καμπάνια στην κοινωνία για τη διαγραφή του απεχθούς χρέους κ.λπ..

Στην «Έκκληση για σχηματισμό επιτροπής λογιστικού ελέγχου επί του ελληνικού δημόσιου χρέους» αναφέρεται ότι:

  • «Ο σκοπός της ΕΛΕ θα είναι η εξακρίβωση των αιτίων του δημόσιου χρέους, των όρων με τους οποίους έχει συναφθεί, καθώς και της χρήσης των δανείων. Στη βάση των συμπερασμάτων της η ΕΛΕ θα διαμορφώσει κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχθεί παράνομο, μη νομιμοποιημένο ή απεχθές. Η επιδίωξη της ΕΛΕ θα είναι να συνδράμει την Ελλάδα ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσει το βάρος του χρέους. Η ΕΛΕ θα επιχειρήσει επίσης να διαπιστώσει ευθύνες για τις προβληματικές συμβάσεις χρέους».
  • Συμπληρωματικά, δηλώνεται η ανάγκη δημοκρατικού ελέγχου του χρέους και «ανοίγματος των βιβλίων»: «Η τρέχουσα πολιτική της Ε.Ε. και του ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχει επιφέρει μεγάλο κοινωνικό κόστος στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια ο ελληνικός λαός έχει δημοκρατικό δικαίωμα να απαιτήσει πλήρη πληροφόρηση όσον αφορά το χρέος που είναι δημόσιο, ή εγγυημένο από το κράτος». Και επίσης «Η δημιουργία διεθνούς και ανεξάρτητης ΕΛΕ για το ελληνικό δημόσιο χρέος αποτελεί αναντίρρητη ανάγκη. Είναι επίσης δημοκρατική απαίτηση του ελληνικού λαού που σηκώνει το βάρος της κρίσης και θέλει να γνωρίζει τις αιτίες της».
  • Επίσης, δίνεται έμφαση στη “θεσμική υπόσταση” και τις δυνατότητες πρόσβασης της Επιτροπής σε στοιχεία: «Για να επιτύχει το στόχο της η ΕΛΕ θα πρέπει να έχει πλήρη διαχρονική πρόσβαση στις συμβάσεις και εκδόσεις δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και διμερούς, πολυμερούς, ή άλλης μορφής χρέους και κρατικών υποχρεώσεων. Θα πρέπει να έχει τις απαραίτητες αρμοδιότητες ώστε να θέτει στη διάθεσή της όλα τα έγγραφα που κρίνει απαραίτητα για να επιτελέσει το έργο της. Θα πρέπει επίσης να θεσμοθετηθούν πρόσφοροι τρόποι ώστε να μπορεί να καλεί προς εξέταση δημόσιους λειτουργούς, όπως και να ανοίγει, μετά από αιτιολογημένο αίτημά της και δικαστική συνδρομή, τραπεζικούς λογαριασμούς, ιδίως λογαριασμούς του δημοσίου σε ιδιωτικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδας».
  • Όσον αφορά την κοινωνική – πολιτική στόχευση της επιτροπής δηλώνεται: «Η ΕΛΕ μπορεί να συμβάλει στην αναπλήρωση του δημοκρατικού αυτού ελλείμματος. Μπορεί επίσης να ενθαρρύνει τη συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων στην ανάπτυξη κινημάτων για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους» και «Θα πρέπει να διαθέτει επαρκές χρονικό διάστημα για να μελετήσει τις συμβάσεις και να εξαγάγει το πόρισμά της».

Από τις πολιτικές αυτές επιλογές προκύπτουν συγκεκριμένα διλήμματα:

Στο στόχαστρο η διαφθορά ή ο ταξικός μηχανισμός παραγωγής δημόσιων ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους;

Η «Έκκληση…» ξεκινάει με τη δήλωση ότι «σκοπός της ΕΛΕ θα είναι η εξακρίβωση των αιτίων του δημόσιου χρέους, των όρων με τους οποίους έχει συναφθεί, καθώς και της χρήσης των δανείων». Είναι ωστόσο γνωστό ότι τα αίτια του δημόσιου χρέους είναι το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού (της Γενικής Κυβέρνησης ορθότερα) που καλύπτεται με δανεισμό. Το δημόσιο χρέος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο συσσωρευμένος δανεισμός για την κάλυψη των ετήσιων ελλειμμάτων της Γενικής Κυβέρνησης. Αν πάλι αυτή η φράση εννοεί ότι στόχος της επιτροπής είναι να εξετάσει πώς δημιουργήθηκαν αυτά τα ελλείμματα και μάλιστα σε μακρά σειρά ετών, σε βάθος μεγαλύτερο της τριακονταετίας, τότε πρέπει να εξεταστούν τα βασικά συστατικά του εκάστοτε ετήσιου ελλείμματος, δηλαδή τα δημόσια έσοδα, οι δημόσιες δαπάνες, οι κοινοτικές εισροές (που αποτελούν ειδική κατηγορία εσόδων και συνδέονται με ειδική κατηγορία δημόσιων δαπανών) και οι πράξεις αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, στο μεταξύ τους συσχετισμό για όλη αυτή τη μακρά σειρά ετών. Πρέπει δηλαδή να εξεταστεί στο σύνολό του ο μηχανισμός παραγωγής δημόσιων ελλειμμάτων (που μετατράπηκαν σε δημόσιο χρέος) για όλη αυτή την περίοδο. Δεν είναι σαφές αν η επιτροπή θέτει στον εαυτό της αυτό το ηράκλειο έργο. Σε αυτή την περίπτωση, πάντως, η έρευνά της θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκινήσει από τα δημόσια έσοδα, αφού είναι γνωστό ότι παρά την τεράστια σπατάλη και λεηλασία στο σκέλος των δημόσιων δαπανών, αυτές κινήθηκαν περίπου στο επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ αντίθετα τα δημόσια έσοδα υπολείπονταν του ευρωπαϊκού σταθερά κατά 1 έως 3 μονάδες του ΑΕΠ. Όλοι ξέρουμε το λόγο που συνέβη αυτό: ήταν επιλογή όλων των κυβερνήσεων, ιδιαίτερα στα χρόνια της ΟΝΕ, η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος θεσμισμένης και κρατικά προστατευόμενης φοροδιαφυγής των κερδών και των εισοδημάτων για μεγάλα αλλά και μεσαία και μικρομεσαία εισοδηματικά στρώματα, σε σημείο ώστε να γίνει τυπικό και βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αν εξαιρέσουμε από την έρευνα του συνολικού «μηχανισμού» παραγωγής δημόσιων ελλειμμάτων, άρα και δημόσιου χρέους, τα δημόσια έσοδα, δηλαδή την κρατικά προστατευόμενη φοροδιαφυγή, τότε απομένει η μονομερής εστίαση στις δημόσιες δαπάνες και στις πράξεις αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Μια τέτοια επιλογή όμως εγκυμονεί κινδύνους:

  • Το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων δαπανών είναι ανελαστικό: μισθοί, συντάξεις, τόκοι (για την αμφισβήτηση μέρους των τόκων θα μιλήσουμε σε άλλο σημείο). Αναγκαστικά η έρευνα θα στραφεί στις δημόσιες προμήθειες, δηλαδή στις δαπάνες για προμήθειες των διαφόρων υπουργείων (από βαγόνια του ΟΣΕ, μέχρι φαρμακευτικό υλικό, εξοπλιστικά προγράμματα κ.λπ.). Εδώ τα προβλήματα είναι δύο: Πρώτο, οι δημόσιες προμήθειες είναι ένα μικρό μέρος των δημόσιων δαπανών. Επιπλέον, ποιος εγγυάται ότι η Επιτροπή θα έχει καλύτερη πρόσβαση σε δεδομένα απ’ ό,τι οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, για παράδειγμα, ώστε να τεκμηριώσει το ύψος των μιζών και της διαφθοράς; Τέλος, θα χρειαστεί τεράστια ενέργεια και στρατός ερευνητών για να βγάλει άκρη, ενώ πολλά θέματα έχουν «καεί» μέσα από το «δημόσιο έλεγχο» των σχετικών σκανδάλων και άκρη δεν βγήκε… Δεύτερο, ενδεχομένως κάποιες δαπάνες θα μπορούσαν να κηρυχθούν στο σύνολό τους «απεχθείς» μέσα από την αμφισβήτηση της σκοπιμότητας του αντικειμένου τους (π.χ. για το C4I ή για κάποια εξοπλιστικά). Αλλά ακόμη και αν η έρευνα στις δημόσιες προμήθειες αποδώσει, το πρακτικό αποτέλεσμα όσον αφορά τον εντοπισμό «απεχθούς χρέους» δεν θα είναι ιδιαίτερα αξιόλογο. Δηλαδή δεν θα ανακαλύψει «άνομες» δαπάνες και «άνομο» χρέος αξιόλογου ύψους σε σχέση με το σύνολο του χρέους.
  • Οι απώλειες δημόσιων φορέων από τα δομημένα ομόλογα είναι ένα θέμα με πολιτική προστιθέμενη αξία αλλά πολύ διαθλασμένα και ελάχιστα αφορά το δημόσιο χρέος. Τα δομημένα ομόλογα είναι παράγωγα προϊόντα πάνω στο εκδοθέν χρέος – ούτε το αυξάνουν ούτε το μειώνουν. Πολύ έμμεσα αφορούν το χρέος, στο βαθμό που επηρεάζουν το δημόσιο έλλειμμα μέσα από τα αποτελέσματα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης (την περιβόητη «άσπρη τρύπα»). Και εδώ, δεν μπορεί να γίνει εύκολα πρωτογενής έρευνα ώστε να μάθουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα μάθαμε όταν ξέσπασε το σχετικό σκάνδαλο και στη συνέχεια μέχρι σήμερα, το δε πρακτικό αποτέλεσμα στο εντοπισμό «άνομου» χρέους θα είναι αμελητέο.
  • Τα SWAPs, ακόμα χειρότερα: το μόνο που μπορεί να αποκαλυφθεί είναι πως έπρεπε το ελληνικό Δημόσιο να πληρώνει περισσότερους τόκους -και άρα να έχει μεγαλύτερο δημόσιο έλλειμμα- απ’ ό,τι σήμερα! Διότι με τα SWAPs μετατέθηκαν για το μέλλον δαπάνες για τόκους, ώστε να ελαφρυνθεί το τρέχον δημόσιο έλλειμμα. Ήταν πράξεις αναχρηματοδότησης του χρέους και το μόνο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν είναι οι προμήθειες που δόθηκαν στην Goldman Sachs και οι μίζες που σίγουρα έπεσαν. Ακόμη όμως και αν θεωρήσουμε τις προμήθειες στο σύνολό τους μίζες, πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό του χρέους.

Εν κατακλείδι, δεν θα έχουμε ένα άξιο λόγου, από πρακτική και πολιτική άποψη, αποτέλεσμα αν εστιάσουμε κυρίως ή, ακόμη χειρότερα, αποκλειστικά σε ζητήματα αδιαφάνειας, «μιζών» και διαφθοράς, όπως οι συμβάσεις δημόσιων προμηθειών (π.χ. Siemens, εξοπλιστικά κ.λπ.), οι συμβάσεις αναχρηματοδότησης του χρέους (π.χ. SWAPs) ή η λεηλασία των αποθεματικών φορέων του Δημοσίου μέσα από παράγωγα προϊόντα (τα δομημένα των ασφαλιστικών ταμείων). Έχουν πολιτική «προστιθέμενη αξία», αλλά αφορούν το δημόσιο χρέος εμμέσως και σε ένα μικρό του ποσοστό (σίγουρα πολύ μικρότερο από το «κούρεμα» που προτείνει η Μέρκελ!). Επιπλέον, πέρα από τον κίνδυνο να επαναληφθούμε για θέματα που έκαναν ήδη τον κύκλο τους στη δημόσια αντιπαράθεση και ο κόσμος έβγαλε τα συμπεράσματά του (ότι υπήρξε διαφθορά και μίζες) και μάλιστα χωρίς να καταφέρουμε να ποσοτικοποιήσουμε έγκυρα το ύψος της διαφθοράς και την επίπτωσή της στο δημόσιο χρέος, στην καλύτερη περίπτωση θα τεκμηριώσουμε το αίτημα για διαγραφή πολύ μικρού ποσοστού του χρέους. Τέλος, αλλά όχι έσχατο, η εστίαση στις δημόσιες δαπάνες, δηλαδή κατά κύριο λόγο στις δημόσιες προμήθειες, κινδυνεύει να ενισχύσει το θόρυβο περί «σπάταλου κράτους» και να αντιμετωπίσει δυσκολίες στο να διαχωριστεί από τη νεοφιλελεύθερη καμπάνια των κυβερνώντων για τον «περιορισμό της σπατάλης στο δημόσιο τομέα» ή να κατηγορηθεί ότι δεν αγγίζει τομείς όπου «κάνουν πάρτι οι συντεχνίες του Δημοσίου» (π.χ. προμήθειες νοσοκομείων κ.λπ.).
Συμπερασματικά, είτε η επιτροπή θα τάξει στον εαυτό της το καθήκον να ερευνήσει και να αποκαλύψει συνολικά τον ταξικό μηχανισμό παραγωγής δημόσιων ελλειμμάτων (οπότε θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να εστιάσει στα δημόσια έσοδα, στη θεσμισμένη και κρατικά προστατευόμενη φοροδιαφυγή και στον τρόπο «αξιοποίησης» των κοινοτικών πόρων, και όχι μόνο στις δημόσιες προμήθειες και στις πράξεις αναχρηματοδότησης του χρέους) είτε θα πρέπει να εστιάσει αποκλειστικά στο παραχθέν χρέος, στους τόκους και τα χρεολύσια, και να αμφισβητήσει τη «νομιμότητά» του.

Έρευνα για το χρέος χωρίς εξαρχής τοποθετημένα κριτήρια και κατευθύνσεις;

Η «Έκκληση…» κάνει λόγο για τις «προβληματικές συμβάσεις χρέους» και υπόσχεται να ερευνήσει τη «χρήση των δανείων», η δε περίοδος έρευνας πάει πολλές δεκαετίες πίσω, αγκαλιάζοντας σχεδόν όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο! Ας δούμε τα προβλήματα που ελλοχεύουν εδώ:

  • Κατ’ αρχάς, επειδή γίνεται πολλαπλώς κακή χρήση του παραδείγματος του Ισημερινού, πρέπει να τονίσουμε την τεράστια διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον τρόπο δανεισμού του Δημοσίου για χώρες της Ευρωζώνης όπως η Ελλάδα και στον τρόπο δανεισμού του Δημοσίου για χώρες του Τρίτου Κόσμου ή και του αναπτυσσόμενου κόσμου, ιδιαίτερα δε στη δεκαετία του ’80 και του ’90. Διότι ο δημόσιος δανεισμός και ο τρόπος διαχείρισης και αναχρηματοδότησης του χρέους έχουν αλλάξει ριζικά -τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο- από τη στιγμή που επιβλήθηκε ο δανεισμός μέσω ομολόγων και οικοδομήθηκαν τα μοντέρνα χρηματοοικονομικά εργαλεία (παράγωγα – δομημένα – SWAPs) και οι διεθνείς αγορές και χρηματιστήρια ομολόγων και παράγωγων προϊόντων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτή η αλλαγή σημαίνει ότι ο δανεισμός από την είσοδο στην ΟΝΕ και ύστερα γίνεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά με εκδόσεις ομολόγων, από τον εντεταλμένο Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) και με όρους αγοράς (στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων με δημοπρασίες ή με κοινοπρακτικές εκδόσεις με αναδόχους τράπεζες). Η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους δεν ξεπερνάει τα 7 χρόνια, το οποίο σημαίνει ότι στο σύνολό του πλέον αφορά ομόλογα που εκδόθηκαν την περίοδο της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΟΝΕ, με όρους λίγο πολύ ίδιους με των άλλων χωρών-μελών. Μάλιστα, στην ελληνική περίπτωση για μεγάλο διάστημα τα επιτόκια δανεισμού του Δημοσίου ήταν πολύ χαμηλά για τα δεδομένα των αγορών. Από το 2004 μέχρι και το 2008 περίπου το ελληνικό Δημόσιο δανειζόταν με spread κάτω από 30 μ.β. σε σχέση με τους Γερμανούς! Όσο για τις προμήθειες των τραπεζών, είτε δεν υπήρχαν είτε ήταν μικρές (βάσει τυποποιημένου ποσοστού για εκδόσεις ομολόγων σε όλη την ΟΝΕ) για να είναι άξιες λόγου. Δεδομένων αυτών, η έκφραση «προβληματικές συμβάσεις χρέους» τι θέλει να πει; Προβληματικές επειδή, λόγω διαφθοράς, έγιναν κατά παράβαση των όρων της αγοράς ή προβληματικές επειδή οι όροι της αγοράς ήταν τοκογλυφικοί και άδικοι;
  • Οι εκδόσεις ομολόγων γίνονταν για να καλυφθούν γενικώς οι τρέχουσες ανάγκες του Δημοσίου (το τρέχον έλλειμμα συν οι τρέχουσες ανάγκες για χρεολύσια). Δεν είναι λοιπόν συνδεδεμένες με συγκεκριμένα πρότζεκτ, ώστε να εξεταστεί η σκοπιμότητα των επιμέρους ομολογιακών εκδόσεων. Άρα η φράση «χρήση των δανείων» δεν έχει έννοια.
  • Η εξέταση του χρέους σε βάθος πολλών δεκαετιών πίσω είναι επίσης προβληματική επιλογή. Πρώτα απ’ όλα, προσθέτει έναν τεράστιο όγκο δουλειάς στην επιτροπή και μάλιστα για έτη που η έρευνα για συγκεκριμένα στοιχεία είναι τρομακτικά δύσκολη (όσο πιο πίσω πάμε, τόσο πιο αναιμικά και ανεπαρκή είναι τα στοιχεία των εθνικών στατιστικών αρχήν – ΕΣΥΕ, Τράπεζα της Ελλάδος κ.λπ.). Ας υποθέσουμε όμως ότι ανακαλύπτουμε «άνομο» ή «απεχθές» χρέος στη δεκαετία του ’90. Τι αίτημα τεκμηριώνεται με αυτό τον τρόπο; Όταν η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους δεν ξεπερνάει τα 7 χρόνια, αυτό σημαίνει ότι το υπαρκτό χρέος, δηλαδή τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που δεν έχουν λήξει και είναι τώρα σε «κυκλοφορία» είναι στην κατοχή κάποιων που το αγόρασαν στην τελευταία δεκαετία. Να μην πληρωθούν τα ομόλογα σε κάποιους που τα αγόρασαν πριν 7, 3, 1 χρόνο επειδή μια σύμβαση χρέους τη δεκαετία του ’80 ή του ’90 ήταν… «άνομη»;! Με λίγα λόγια, αν πρόκειται να ζητηθεί η διαγραφή του «άνομου» και «απεχθούς» χρέους, αυτό πρέπει να τεκμηριωθεί με την έρευνα του υπαρκτού χρέους, δηλαδή των ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται τώρα σε κυκλοφορία! Το τι συνέβη τη δεκαετία του ’80 ή και του ’90 έχει πλέον θεωρητική και προπαγανδιστική αξία.

Όλα τα προηγούμενα σημαίνουν ότι στην περίπτωση του ελληνικού χρέους δεν έχει κανένα νόημα να ψάχνουμε «ανομίες» ερευνώντας μίζες ή διαφθορά στις ίδιες τις «συμβάσεις του χρέους»: δεν υπάρχουν τέτοιες «συμβάσεις», παρά μόνο (πλην επουσιωδών εξαιρέσεων) εκδόσεις ομολόγων με τυποποιημένους όρους και με σχετικά χαμηλά -με όρους αγοράς- επιτόκια, εξαιρουμένων των μηνών του 2010 πριν το Μνημόνιο, οπότε και οργίασε η κερδοσκοπία και οδήγησε στην υπαγωγή στο Μνημόνιο. Άρα, η «ανομία» και η «απέχθεια» όσον αφορά το δημόσιο χρέος μπορούν να αφορούν μόνο στην αμφισβήτηση της «νομιμότητας» της διαδικασίας δανεισμού με όρους αγοράς, αλλά και την αμφισβήτηση της ανάληψης του ρίσκου του χρέους από τους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες.

Το «δίκαιο» των κοινωνικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων ενάντια στο «δίκαιο» των αγορών

Παίρνοντας αυτά υπόψη, οι βασικές κατευθύνσεις που εγκαθιστούν το «δίκαιο» των κοινωνικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων, οι οποίες πρέπει να τεθούν εξαρχής σαν κατευθύνσεις έρευνας της επιτροπής (δεν θα τα ανακαλύψουμε ψάχνοντας τις ανύπαρκτες «συμβάσεις του χρέους»), μπορούν και πρέπει να είναι οι εξής:

  • Κυβέρνηση-τρόικα, για να νομιμοποιήσουν τις πολιτικές του Μνημονίου, υποστηρίζουν πως δίκαιο είναι ό,τι δίνει τη δυνατότητα να εκπληρώσουμε τις «συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας» προς τους πιστωτές. Εμείς, αντίθετα (πρέπει να) λέμε -και μέσω της ΕΛΕ να τεκμηριώσουμε- ότι δίκαιο είναι να πληρώσουν αυτοί που ευθύνονται και όχι αυτοί που δεν ευθύνονται (στο όνομα τάχα της κοινής ευθύνης να τιμήσουμε τις «διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας»). Οι συμβάσεις του χρέους είναι χωρίς εγγύηση. Εγγύηση είναι γενικώς το αξιόχρεο του κράτους, τα δημόσια έσοδά του και η αξιοπιστία των δημοσιονομικών του μεγεθών. Ποιος εγγυάται το αξιόχρεο; Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Με βάση ποια στοιχεία; Με βάση τα στοιχεία των εθνικών αρχών (υπουργείο Οικονομικών, πρώην ΕΣΥΕ και νυν ΕΛΣΤΑΤ) και των διεθνών αρχών (Eurostat, Κομισιόν, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ). Ας στραφούν εκεί οι πιστωτές να ζητήσουν τα ρέστα για το γεγονός ότι η επένδυσή τους «έπεσε έξω»! Στη συνέχεια: τι είναι η αγορά ομολόγων από έναν ιδιώτη; Ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου. Πώς ασφαλίζεται έναντι του ρίσκου; Με το μεγαλύτερο επιτόκιο και με τα CDS (ασφάλιστρα κινδύνου). Από τη στιγμή που αναλαμβάνει το ρίσκο έναντι του μεγαλύτερου επιτοκίου και δεν έχει (κάνει την επιλογή να) ασφαλιστεί με CDS (ενώ η αγορά τού παρέχει αυτή τη δυνατότητα), είναι απολύτως υπεύθυνος αν το αξιόχρεο της χώρας καταρρεύσει. Δεν μπορεί, λοιπόν, τις αστοχίες των εθνικών και διεθνών αρχών (που μάλιστα μπορεί να αποδειχθεί ότι ενείχαν δόλο), τις αστοχίες των διεθνών οίκων αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, τις αστοχίες των ιδιωτών επενδυτών αλλά και την απρονοησία τους να μην ασφαλιστούν έναντι του κινδύνου, να τις πληρώσουν τα κοινωνικά δικαιώματα. Από την άποψη του δικαίου, αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί αποδεικνύοντας ότι δεν μπορούν να αποτελούν εγγύηση έναντι του ρίσκου του δημόσιου χρέους οι μισθοί, οι συντάξεις και οι κοινωνικές δαπάνες.
  • Κυβέρνηση-τρόικα: Οι συμβάσεις του χρέους είναι ιερές. Από τη στιγμή που το ελληνικό Δημόσιο πούλησε ένα ομόλογο σε ιδιώτη, οφείλει να συνεχίσει βάσει των όρων διάθεσης του ομολόγου να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Εμείς: Όχι, οι συμβάσεις του χρέους δεν είναι ιερές. Ιερές είναι οι κοινωνικές κατακτήσεις και τα δικαιώματα των ανθρώπων. Από την άποψη του δικαίου, οι κρίσιμες έννοιες εδώ είναι οι έννοιες της «έκτακτης ανάγκης» και της «ανωτέρας βίας»: Όταν μια χώρα βρεθεί σε εθνική κρίση (και η Ελλάδα βρέθηκε σε τέτοια κρίση από τη στιγμή που δεν μπορούσε πλέον να δανείζεται από τις αγορές), τότε πρέπει πρώτα απ’ όλα να καλύψει τις θεμελιώδεις ανάγκες του πληθυσμού της σε τροφή, στέγη, περίθαλψη, παιδεία κ.λπ., δηλαδή να καλύψει το εισόδημα και τις κοινωνικές δαπάνες. Αυτό τεκμηριώνει το δικαίωμά της να διακόψει μονομερώς την εξυπηρέτηση μέρους ή όλου του χρέους της (χρεολυσίων ή τόκων). Από την άποψη του δικαίου, αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση πτώχευσης κράτους δεν προηγούνται οι απαιτήσεις των πιστωτών, αλλά οι απαιτήσεις του πληθυσμού αυτού του κράτους. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι αποδεχόμαστε πως η Ελλάδα έχει πτωχεύσει, πράγμα που είναι ωστόσο προφανές: κατέφυγε στο δανεισμό της τρόικας ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές. Αν πάλι η δυνατότητα δανεισμού από την τρόικα σημαίνει ότι δεν έχει πτωχεύσει, τότε -πολύ περισσότερο- δεν νομιμοποιούνται οι πολιτικές του Μνημονίου. Με αυτή την έννοια, από την άποψη του δικαίου ο ρόλος της τρόικας είναι μετέωρος: Ή, βάσει των αρχών της αγοράς, «δεν δικαιούται» να σώσει την Ελλάδα από το χρεοκοπία (στο βαθμό που αυτό συνιστά δημόσια παρέμβαση στην «ελευθερία του ανταγωνισμού» και ανάληψη των ρίσκων αυτού του ανταγωνισμού) ή τη σώζει με πολιτικά κριτήρια, δηλαδή με όρους αλληλεγγύης, Στη δεύτερη περίπτωση, τα κριτήρια πρέπει να στηριχτούν στη διεθνή νομολογία για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Με λίγα λόγια, η τρόικα είτε δεν δικαιούται να παρέμβει είτε πρέπει να παρέμβει κατά παράβαση των όρων της αγοράς και υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πληθυσμού! Οπότε όλο το χρέος προς την τρόικα μπορεί και πρέπει να αμφισβητηθεί σαν άνομο, όπως επίσης και οι απεχθείς και επαχθείς πολιτικές που έχουν επιβληθεί βάσει του Μνημονίου!
  • Κυβέρνηση-τρόικα: Είναι νόμιμο, άρα και «δίκαιο», το Δημόσιο, δηλαδή οι φορολογούμενοι, να αναλάβουν το επιχειρηματικό ρίσκο των τραπεζών. Βάσει αυτής της λογικής, οι τράπεζες έχουν πάρει μέχρι σήμερα ούτε λίγο ούτε πολύ 95 δισ. ευρώ εγγυήσεις από το ελληνικό Δημόσιο! Εμείς: Η στήριξη των τραπεζών με δημόσιο χρήμα και δημόσιες εγγυήσεις είναι παράνομη από την άποψη των ευρωπαϊκών συνθηκών και οδηγιών περί μη παρέμβασης στον ανταγωνισμό και μη ανάληψης από το Δημόσιο επιχειρηματικού ρίσκου. Είναι επίσης «άνομη» από την άποψη ότι δεν μπορούν οι φορολογούμενοι να αναλαμβάνουν το επιχειρηματικό ρίσκο ιδιωτών. Είναι ακόμη ακόμη παράνομη η ρύθμιση να μην καταγράφονται αυτές οι εγγυήσεις στο δημόσιο χρέος, όταν οι πολύ μικρότερου ύψους εγγυήσεις του Δημοσίου για το δανεισμό των ΔΕΚΟ πέρασαν με απαίτηση της τρόικας στο δημόσιο χρέος και έγιναν ένα από τα επιχειρήματα για την περιβόητη αναδιάρθρωση των ΔΕΚΟ. (Φυσικά, λέγοντας αυτό αναδεικνύουμε τις αντιφάσεις και την εκλεκτική αξιοποίηση του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού πλαισίου από την πλευρά της τρόικας. Ότι για να στηρίξουν τις τράπεζες κρύβουν χρέος από τις αξιότιμες αγορές τους – θα μπορούσαν κάλλιστα να κατηγορηθούν για …εξαπάτηση των επενδυτών…
  • Κυβέρνηση-τρόικα: Όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες (οι οποίες συνδιαμορφώνουν μαζί με τα δημόσια έσοδα το δημόσιο έλλειμμα, άρα παράγουν το δημόσιο χρέος) ισχύει το «ο γέγονε γέγονε»: Από τη στιγμή που μετατράπηκαν σε έλλειμμα και -μέσω του δημόσιου δανεισμού- σε χρέος, αυτό το χρέος πρέπει να εξυπηρετηθεί απαρέγκλιτα σύμφωνα με τους όρους της έκδοσής του. Θα το ψάξουμε -λένε- για να καταλογίσουμε ευθύνες (για παρηγοριά των υπηκόων και για κάθαρση και εξιλέωση του συστήματος), αλλά τα αποτελέσματά τους στη δημιουργία ελλειμμάτων και χρέους δεν μπορούν να αρθούν. Εμείς: Όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες: Ό,τι δεν υπηρέτησε το δημόσιο συμφέρον, ό,τι έγινε απλώς για να πλουτίσουν επιχειρήσεις, ό,τι συμφωνήθηκε με «μίζα» δεν παραγράφεται: όχι μόνο να πληρώσουν οι υπεύθυνοι, αλλά να μην υπολογιστεί στο έλλειμμα και κατ’ επέκταση στο δημόσιο χρέος. Είναι οφειλή όσων υπέγραψαν τις σχετικές συμβάσεις και συνευθύνη των προμηθευτών του Δημοσίου.

Το τοκογλυφικό χρέος

Αλλά φυσικά τα ζητήματα δεν εξαντλούνται εδώ. Όλα τα προηγούμενα μπορούν να τεκμηριώσουν την απαίτηση για προσωρινή διακοπή πληρωμής τόκων και χρεολυσίων και για διαγραφή ενός μέρους του χρέους. Δεν «τεκμηριώνουν» αίτημα για απαλλαγή σε μόνιμη βάση από τα χρεολύσια και -κυρίως- τους τόκους.
Για τη διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους αλλά και των βαρών αναχρηματοδότησής του πρέπει να τεθεί ένα σημαντικό ζήτημα: το ύψος του επιτοκίου. Με ποιο κριτήριο μπορεί να τεθεί; Σαν «άνομη», δηλαδή ανισότιμη, στάση μιας δημόσιας αρχής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εις βάρος του Δημοσίου και υπέρ των εμπορικών τραπεζών. Οι τρόποι με τους οποίους η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ευνόησε και ευνοεί σκανδαλωδώς τις εμπορικές τράπεζες είναι γνωστοί. Η σκανδαλώδης ανισοτιμία στη συμπεριφορά της ΕΚΤ απέναντι στις εμπορικές τράπεζες και το Δημόσιο στηρίζεται στη χρηματοδότηση των τραπεζών με το βασικό επιτόκιο του ευρώ (αυτή τη στιγμή 1,25% και για 3 σχεδόν χρόνια μέχρι πρόσφατα 1%). Στη συνέχεια οι τράπεζες επενδύουν αυτή τη ρευστότητα στα κρατικά ομόλογα κερδίζοντας εκ του ασφαλούς μια σημαντική διαφορά επιτοκίου. Για να συνεχίσουν να έχουν ομόλογα που καταθέτουν ως εγγύηση για να αντλήσουν ρευστότητα και ταυτόχρονα να συνεχίζεται η επιτοκιακή επιδότησή τους από την ΕΚΤ, συνεχίζεται και επί Μνημονίου ο δανεισμός του ελληνικού Δημοσίου με τρίμηνα, εξάμηνα και ετήσια γραμμάτια με ληστρικά επιτόκια (περίπου 5% για ένα εξάμηνο!). Αυτές οι εκδόσεις το 2011 θα ανέλθουν σε 22,5 δισ. ευρώ! Επιπλέον, συνεχίζονται τα «πακέτα» εγγυήσεων του Δημοσίου, με πλέον πρόσφατο εκείνο των 30 δισ. ευρώ. Με βάση αυτές τις εγγυήσεις, οι εμπορικές τράπεζες εκδίδουν ομόλογα, τα οποία καταθέτουν επίσης στην ΕΚΤ για να αντλούν ρευστότητα. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν αντλήσει συνολικά ρευστότητα («ζεστό» χρήμα) ύψους 95 δισ. ευρώ, καταθέτοντας εγγυήσεις (ομόλογα) συνολικού ύψους 130 και πλέον δισ. ευρώ στην ΕΚΤ! Και ενώ η ΕΚΤ αναλαμβάνει το ρίσκο των τραπεζών, επιδοτώντας τες ανοιχτά, και ισχυρίζεται ότι δεν είναι δουλειά της να αναλαμβάνει το ρίσκο του δημόσιου χρέους, στο τέλος αγοράζει κρατικά ομόλογα των PIIGS από τη δευτερογενή αγορά, με ζημίες του ισολογισμού της, για να «ξαλαφρώσει» τις γερμανικές, γαλλικές, γαλλικές κ.λπ. τράπεζες και να μην επεκταθεί η κρίση στην ευρωζώνη. Η συμπεριφορά της ΕΚΤ είναι ένα τεράστιο σκάνδαλο. Από τη μια, παραβιάζει το καταστατικό της, παραβιάζει τις -νεοφιλελεύθερες- ευρωπαϊκές συνθήκες. Από την άλλη -και αυτό μας αφορά ως κίνημα και Αριστερά- συνιστά φυσική αυτουργία στη λεηλασία του Δημοσίου. Η κατεύθυνση έρευνας της Επιτροπής πρέπει να είναι μία: το επιτόκιο πάνω από 1,25% ή πάνω από 1% τα προηγούμενα χρόνια (όσο αυτό με το οποίο δανείζονται οι τράπεζες από την ΕΚΤ) είναι τοκογλυφικό και ληστρικό, είναι «άνομο» και «απεχθές»! Αυτό σημαίνει τη διαγραφή σημαντικού μέρους των ετήσιων υποχρεώσεων για τόκους. Σημαίνει επίσης την αναδρομική διαγραφή ενός σημαντικού μέρους του χρέους, αφού οι «άνομοι» τόκοι έγιναν έλλειμμα και εν τέλει χρέος.
Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να τεθεί είναι η νομιμότητα του χρέους των 110 δισ. ευρώ προς την τρόικα. Εδώ το έγκλημα είναι πολλαπλό: α. Μετατρέπεται ανυπόθηκο χρέος σε ενυπόθηκο (με υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας), κάτι που σίγουρα σκοντάφτει σε ψηφίσματα του ΟΗΕ αλλά και στις ευρωπαϊκές συνθήκες. β. Συνάπτεται δανειακή σύμβαση «σωτηρίας» με ληστρικό επιτόκιο, κάτι που επίσης σίγουρα αντίκειται σε διεθνείς συνθήκες. γ. Η δανειακή σύμβαση υπακούει στο βρετανικό δίκαιο, κάτι που ξεπερνάει τις δικαιοδοσίες του ενός εκ των συμβεβλημένων (της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία παραβιάζει το ελληνικό Σύνταγμα) ενώ ταυτόχρονα αποτελεί καταχρηστική πρακτική του έτερου των συμβεβλημένων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα).

Κατευθύνσεις έρευνας της ΕΛΕ

Τελικά ποιος είναι ο στόχος μιας καμπάνιας για τη διαγραφή του απεχθούς χρέους; Είναι να τεκμηριωθεί η προτεραιότητα των συμφερόντων και αναγκών των εργαζομένων έναντι της προτεραιότητας των συμφερόντων των πιστωτών, των τραπεζών, του τοκογλυφικού κεφαλαίου γενικότερα. Η προσπάθεια αυτή η τεκμηρίωση να θεμελιωθεί και υποστηριχτεί με όρους διεθνούς δικαίου για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και με την ανάδειξη των αντιφάσεων των νεοφιλελεύθερης έμπνευσης νομοθεσιών για τη λειτουργία της αγοράς και τις παρεμβάσεις του Δημοσίου σ’ αυτήν, δεν συνιστά προφανώς υπόκλιση και ένδειξη σεβασμού σε τούτη ή την άλλη διεθνή συνθήκη. Ούτε επίσης εμπνέεται από την αυταπάτη ότι τα δίκαια των δικαιωμάτων των εργαζομένων θα κατοχυρωθούν διά της …νομικής οδού. Αντίθετα, ο στόχος (πρέπει να) είναι η απονομιμοποίηση των κυρίαρχων πολιτικών, η υπονόμευση και απονομιμοποίηση του νεοφιλελεύθερου προτάγματος περί υπαγωγής των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των κοινωνικών δαπανών, των κοινωνικών κατακτήσεων στην απόλυτη προτεραιότητα του τοκογλυφικού χρέους. Είναι λοιπόν μια μέθοδος για να δοθεί αποτελεσματικότερα η μάχη της ηγεμονίας των ιδεών και των προταγμάτων που καθορίζουν τις θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές μέσα στην κρίση. Δεν πρόκειται λοιπόν να φτιάξουμε μια επιτροπή για τη διερεύνηση του χρέους για να μάθουμε την αλήθεια, γιατί την ξέρουμε από πριν, αλλά για να τεκμηριώσουμε την αλήθεια υπονομεύοντας την κυρίαρχη «αφήγηση» για το χρέος και το αναπόφευκτο των πολιτικών τύπου Μνημονίου.
Επομένως, οι κατευθύνσεις έρευνας της επιτροπής πρέπει να τεθούν εξαρχής – κατά τη γνώμη μας κακώς δεν περιλαμβάνονται στην «Έκκληση» για τη συγκρότησή της. Σε αντίθετη περίπτωση, η ΕΛΕ θα συγκροτηθεί από μέλη που δεν δεσμεύονται από ένα αρχικό πλαίσιο κατευθύνσεων και επιλογών και επομένως είτε αυτές οι κατευθύνσεις και επιλογές θα διαμορφωθούν με βάση τον κανόνα του ελάχιστου κοινού παρονομαστή είτε θα οδηγήσουν σε διαμάχες μέσα στην ίδια την επιτροπή είτε και τα δύο. Θα πρέπει λοιπόν αυτό το κενό, ενός συγκεκριμένου πλαισίου κατευθύνσεων και επιλογών έρευνας, να λυθεί πριν τη συγκρότηση της επιτροπής και η συγκρότησή της να γίνει στο έδαφός του.

Μετά τον εντοπισμό του «απεχθούς» χρέους, τι;

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι η ΕΛΕ συγκροτείται, ερευνά τα του δημόσιου χρέους και αποφαίνεται ότι το τάδε ποσοστό του χρέους ή και το χρέος στο σύνολό του είναι απεχθή. Ποια είναι η συνέχεια; Προφανώς δεν περιμένουμε οι πιστωτές-τοκογλύφοι να πεισθούν από το πόρισμα της Επιτροπής, να συγκινηθούν από το δράμα του ελληνικού λαού και να παραιτηθούν των απαιτήσεών τους. Επομένως, ανακύπτει το ερώτημα: μετά το πόρισμα της ΕΛΕ, τι;
Δυστυχώς, η «Έκκληση» δεν δηλώνει ρητά και ξεκάθαρα αυτό που είναι στα μυαλά όλων και θεωρείται αυτονόητο: ότι θα ζητήσουμε τη διαγραφή του «άνομου», «απεχθούς» και τοκογλυφικού χρέους! Αντ’ αυτού, έχει την ασαφή θέση ότι
«θα διαμορφώσει κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχθεί παράνομο, μη νομιμοποιημένο ή απεχθές».
Με ποια κριτήρια θα διαμορφωθούν αυτές οι «κατάλληλες προτάσεις» και ποιο θα είναι το περιεχόμενό τους;
Η θέση αυτή στη συνέχεια συμπληρώνεται από μια δεύτερη, απόλυτα προβληματική πολιτικά:
«Η επιδίωξη της ΕΛΕ θα είναι να συνδράμει την Ελλάδα ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσει το βάρος του χρέους».
Οι δύο αυτές θέσεις, σε συνδυασμό, θολώνουν το πιο αποφασιστικό ζήτημα: ποιος είναι ο τελικός πολιτικός στόχος της ΕΛΕ; Με αυτό τον τρόπο, όμως, τα πορίσματα έρευνας της ΕΛΕ μπορούν -τίποτε στην «Έκκληση» δεν το αποκλείει- να αξιοποιηθούν από οποιοδήποτε σχέδιο: είτε για να διαπραγματευτεί η ελληνική κυβέρνηση τους όρους μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους είτε για να τεκμηριωθεί το αίτημα για διαγραφή του άνομου, απεχθούς κ.λπ. χρέους κ.λπ.

ΕΛΕ και μαζική καμπάνια για τη διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους

Με ποιους όρους η συγκρότηση της ΕΛΕ και τα πορίσματά της μπορούν να εμπνεύσουν και πυροδοτήσουν μια ριζοσπαστική – αριστερή δυναμική; Η φυγομαχία των βασικών σχηματισμών της Αριστεράς στο ζήτημα αιχμής της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, την κρίση χρέους, είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η οργή του κόσμου και η διάθεσή του να δώσει τη μάχη ενάντια στο Μνημόνιο και την τρόικα δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε κοινωνικό και πολιτικό κίνημα ανατροπής. Η τεράστια επιτυχία του Debtocracy, αλλά και τα γκάλοπ που δείχνουν ότι ένα ποσοστό της κοινής γνώμης που έχει ξεπεράσει το 30% είναι υπέρ της στάσης πληρωμών για το χρέος, αποκαλύπτουν τόσο τις ώριμες διαθέσεις όσο και το τεράστιο έλλειμμα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα μαζικό κίνημα, μια μαζική – πανελλαδική καμπάνια, με βάση το «Δεν χρωστάμε – δεν πληρώνουμε!», που θα αμφισβητήσει μαζικά ότι το χρέος είναι «δημόσιο» δηλαδή όλων μας, θα ζητήσει τη «διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους» και θα απαιτήσει την απαλλαγή από το Μνημόνιο και κάθε είδους πολιτικές τύπου Μνημονίου.
Το «σήμα» της ΕΛΕ πρέπει να είναι εξαρχής ευκρινές και ριζοσπαστικό, με καθαρά κριτήρια και γραμμές έρευνας, ώστε να μεγιστοποιηθεί η έμπνευση και το κίνητρο που θα δώσει για το ξεδίπλωμα μιας τέτοιας καμπάνιας και ενός τέτοιου κινήματος.
Αν αυτή η υπόθεση μείνει σε επίπεδο κορυφής, τότε τα δυνητικά της οφέλη θα είναι μικρά. Για να μεγιστοποιηθούν, θα πρέπει παράλληλα με τη συγκρότηση της Επιτροπής να ξεδιπλωθεί μια μαζική – ενωτική – κινηματική καμπάνια βάσης σε όλους τους κοινωνικούς χώρους αλλά και σε όλη την Ελλάδα.
Το Αριστερό Βήμα Διαλόγου και Κοινής Δράσης πρέπει να κάνει την έκκληση και να αναλάβει το συντονισμό, απευθυνόμενο σε όλο το φάσμα των οργανώσεων της Αριστεράς, αλλά και σε κοινωνικές οργανώσεις κ.λπ., για τη συγκέντρωση το ταχύτερο δυνατόν των όρων για το ξεδίπλωμα μιας τέτοιας καμπάνιας.
Η δημιουργία υποεπιτροπών στο πλαίσιο της ΕΛΕ για τη διάχυση της έρευνας σε επιμέρους αντικείμενα και χώρους δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για μια πλατιά – μαζική καμπάνια στην κοινωνία, απλωμένη σε όλους τους κοινωνικούς χώρους και σε όλη την Ελλάδα. Αν αρκεστούμε μόνο στη διάχυση του ερευνητικού έργου της ΕΛΕ και την κοινωνική του γείωση μέσω υποεπιτροπών, τότε θα σπαταλήσουμε μια ευκαιρία για την ανάπτυξη μαζικής – πανελλαδικής καμπάνιας!
Ένα τέτοιο κίνημα εκατοντάδων επιτροπών θα πρέπει να διέπεται από τον ελάχιστο συγκεντρωτισμό των κοινών στόχων και κάποιων κοινών υλικών για την καμπάνια, αλλά ταυτόχρονα να δίνει τη δυνατότητα στις επιμέρους επιτροπές να παίρνουν τις δικές τους πρωτοβουλίες και να διαμορφώνουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους. Χρειαζόμαστε ένα κίνημα που η συνοχή του θα στηρίζεται στις συμφωνημένες κοινές αιχμές αλλά ταυτόχρονα θα είναι πολύμορφο και πολυτασικό.

Διαγραφή απεχθούς χρέους και στάση πληρωμών

Αν η ΕΛΕ δεν χάσει τον προσανατολισμό της εστιάζοντας κατά κύριο λόγο σε ζητήματα μιζών και διαφθοράς, αν θέσει στο στόχαστρο εξαρχής τον τοκογλυφικό μηχανισμό εκμετάλλευσης των εργαζομένων από το κεφάλαιο, τότε με μαθηματική βεβαιότητα η έρευνά της θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος -αν όχι το σύνολο- του χρέους είναι άνομο, απεχθές και τοκογλυφικό. Και θα τεκμηριώσει το «άνομο» των πολιτικών του Μνημονίου και του ίδιου του Μνημονίου, ανατρέποντας το «θέσφατο» περί προτεραιότητας των συμφερόντων του τοκογλυφικού κεφαλαίου πάνω στα δικαιώματα των ανθρώπων. Θα δώσει έτσι επιχειρήματα για τη μάχη της ηγεμονίας των αριστερών και αντικαπιταλιστικών ιδεών και θα ενισχύσει το διπλό αίτημα «διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους» – «απαλλαγή από το Μνημόνιο και κάθε μνημονιακή πολιτική».
Αυτή η διαδικασία είναι ήδη διαδικασία ρήξης με το «διεθνές συμβόλαιο» διαχείρισης της ελληνικής χρεοκοπίας, όπως αυτό αποτυπώνεται στο Μνημόνιο και τις διαρκείς επικαιροποιήσεις του, αλλά και στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015, στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων κ.λπ. Διαδικασία ρήξης με τον ελληνικό καπιταλισμό και τις κυβερνήσεις του αλλά και ταυτόχρονα με τη διεθνή συμμαχία του κεφαλαίου που κανοναρχεί τα Μνημόνια σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, το νέο Σύμφωνο για το Ευρώ αλλά και τους όρους διαχείρισης της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη μέσα από τους διάφορους μηχανισμούς (EFSF τώρα και ESM από 1/1/2-13). Είναι λοιπόν δουλειά της Αριστεράς να δουλέψει στο πλαίσιο αυτής της καμπάνιας για να συγκροτήσει έναν μαζικό – μαχητικό πολιτικό κορμό πάνω σε ένα σχέδιο ρήξης. Και η λυδία λίθος για ένα τέτοιο σχέδιο ρήξης είναι το αίτημα για στάση πληρωμών στα χρεολύσια και τους τόκους του δημόσιου χρέους. Ανεξάρτητα από το ποσοστό του χρέους που ζητάμε να διαγραφεί, το αποφασιστικό ζήτημα είναι αν η διαπραγμάτευση για τη διαγραφή του και οι όροι της διαγραφής του θα γίνουν σε συναίνεση με το ελληνικό και διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο και υπό τη διεύθυνση των καπιταλιστικών κυβερνήσεων και οργανισμών ή σε ρήξη με αυτούς και με τους όρους του κινήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, ακόμη και η διαγραφή ενός ομόλογου 100 ευρώ ισοδυναμεί με μονομερή ενέργεια και στάση πληρωμών! Η στάση πληρωμών, λοιπόν, δεν είναι ένα αίτημα που οφείλεται σε μαξιμαλιστικό οίστρο, αλλά η αυτόματη και στοιχειώδης πολιτική συνέπεια της ρήξης με το διεθνές συμβόλαιο διαχείρισης της ελληνικής χρεοκοπίας και με τις συναινέσεις και καταναγκασμούς που αυτό επιβάλλει.
Η έρευνα για το άνομο και απεχθές χρέος και η απαίτηση για τη διαγραφή του δεν είναι λοιπόν ο «δρόμος της επιστημοσύνης και της λογικής» ανάμεσα στα δύο «άκρα», από τη μια του Μνημονίου και από την άλλη της στάσης πληρωμών, αλλά ένα από τα εργαλεία για να φέρουμε πιο κοντά τη στάση πληρωμών προς τους τοκογλύφους – και τις ριζοσπαστικές ανατροπές που αυτό θα προκαλέσει.

Ένα κεϊνσιανό σχέδιο για την Αριστερά;

Για την Αριστερά, ωστόσο, η ΕΛΕ και η καμπάνια για τη διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους και την απαλλαγή από το Μνημόνιο και τις μνημονιακές πολιτικές δεν μπορεί παρά να εντάσσεται σε ένα συνολικότερο πολιτικό σχέδιο. Ποιο είναι λοιπόν αυτό το σχέδιο; Το ζήτημα είναι προφανώς τεράστιο, αλλά η καταρχήν απάντηση οφείλει να δοθεί τώρα. Θέλουμε να απαλλαγούμε από το άλγος του χρέους για να οδηγήσουμε τα πράγματα πού; Για να «ανασυγκροτήσουμε παραγωγικά τη χώρα»; Για να «ασκήσουμε μια άλλη βιομηχανική πολιτική»; Για να εφαρμόσουμε ένα αριστερό σχέδιο κεϊνσιανής ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού; Με μια αριστερή κυβέρνηση στην εξουσία και την πραγματική εξουσία στους καπιταλιστές; Και με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού της Ευρωζώνης να υπάρξει αυτή η επισφαλής ταξική ισορροπία και τα κυβερνητικά πειράματα «αντιμπεριαλιστικού κεϊνσιανισμού» τύπου Βενεζουέλας και Βολιβίας; Στο όνομα τέτοιων ψευδαισθήσεων η ελληνική Αριστερά απεμπολεί σχεδόν στο σύνολό της το στόχο της κατάληψης της πολιτικής (και όχι απλά κυβερνητικής) εξουσίας για να εφαρμόσει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα και φαίνεται πρόθυμη να επαναλάβει ξεθυμασμένες και αποτυχημένες πολιτικές σταδίων και «ενδιάμεσων προσεγγίσεων», χωρίς να τολμά, στη δίνη της μεγαλύτερης κρίσης του καπιταλισμού ύστερα από το 1929, να μιλήσει για σοσιαλισμό και να εφαρμόσει ένα σχέδιο σοσιαλιστικής ανατροπής.
Το γεγονός της συνδιοργάνωσης του τριήμερου συνεδρίου για το χρέος και από ΜΚΟ που «κρατάνε ζεστή» την κεϊνσιανή εναλλακτική του καπιταλισμού και χρηματοδοτούνται γι’ αυτό από την Κομισιόν και τα ιδρύματα του Μπιλ Γκέιτς και του Ροκφέλερ κ.λπ. (EURODAD, Bretton Woods Project), είναι ενδεικτικό των τάσεων εκχώρησης της ηγεμονίας στον αριστερό κεϊνσιανισμό.
Αυτή η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» όμως, όπου περισσεύει ο αριστερός κεϊνσιανισμός (πατριωτικής ή κοσμοπολίτικης κοπής – αδιάφορο) και λείπει σχεδόν παντελώς ο σοσιαλισμός, μπορεί να κάνει πολλή ζημιά, όχι μόνο στην υπόθεση της ΕΛΕ, αλλά και στην υπόθεση της Αριστεράς συνολικότερα.
Ως ΚΟΚΚΙΝΟ συμμετέχουμε και στηρίζουμε την υπόθεση συγκρότησης της ΕΛΕ, θα εργαστούμε για τη συγκρότηση μιας πανελλαδικής – μαζικής και ενωτικής καμπάνιας για τη «διαγραφή του άνομου, απεχθούς και τοκογλυφικού χρέους» και την «απαλλαγή από την τρόικα, το Μνημόνιο και κάθε μνημονιακή πολιτική», δίνοντας τη μάχη στη βάση των θέσεων που αναπτύξαμε παραπάνω. Επειδή θεωρούμε ότι είναι μια ευκαιρία που η Αριστερά πρέπει να αξιοποιήσει πάση δυνάμει και να μην την πετάξει ή σπαταλήσει.

7 Μαΐου 2011
ΚΟΚΚΙΝΟ – συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s