Κομμουνισμός και συνδικαλισμός

Κομμουνισμός και συνδικαλισμός, 14 Οκτωβρίου 1929, Λ. Τρότσκυ
Τα συνδικάτα στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής, Αύγουστος 1940, Λ. Τρότσκυ

Εισαγωγή στην έκδοση της Εργατικής Εξουσίας το 1996

Με την έκδοση της μπροσούρας μας “ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ” στοχεύουμε στη θωράκιση των πρωτοπόρων αγωνιστών του εργατικού κινήματος με την πλούσια ιστορική εμπειρία της ταξικής πάλης που αποκρυσταλλώθηκε στις ιδεολογικές και πολιτικές κατακτήσεις του επαναστατικού μαρξισμού.
Το άρθρο: “Τα συνδικάτα στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής” γράφτηκε τον Αύγουστο του 1940, λίγες μέρες πριν από την εκτέλεση του Τρότσκυ από πράκτορα της Γκε-Πε-Ου και της σταλινικής γραφειοκρατίας.
Στην ιμπεριαλιστική εποχή τα όρια για “ειρηνική διευθέτηση” των ταξικών διαφορών έχουν εξαντληθεί. Η γενικευμένη κρίση, η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών επιβάλλει στις εθνικές αστικές τάξεις την πολιτική του ανελέητου χτυπήματος των εργατικών κατακτήσεων. Στην ιμπεριαλιστική εποχή καμία διεκδίκηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή από τη αστική τάξη. Η νίκη ενός μεμονωμένου αγώνα δημιουργεί “κακό προηγούμενο” για το κεφάλαιο. Οι καπιταλιστές είναι υποχρεωμένοι να καταστέλλουν, γι’ αυτό το λόγο, όλους τους αγώνες.
Οι μεταρρυθμίσεις είναι αδύνατες. Μόνο με την οριστική νίκη είτε της αστικής τάξης είτε των εργατών μπορούν να λυθούν οι ταξικές διαφορές. Ο Τρότσκυ εξηγεί το μηχανισμό προσαρμογής της γραφειοκρατικής ηγεσίας των συνδικάτων στο καπιταλιστικό κράτος και -κατά συνέπεια- της προσαρμογής της πολιτικής των συνδικάτων στις επιλογές του κεφαλαίου.

Όμως, οι πρωτοπόροι εργάτες συναντούν πολλές φορές απόψεις που πλασάρονται ως αριστερές και επαναστατικές, αλλά στην ουσία δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να δημιουργούν σύγχυση και αποπροσανατολισμό από τις ορθές μεθόδους επαναστατικής παρέμβασης στην εργατική τάξη. Διάφοροι αριστεροί αγωνιστές, που στο παρελθόν έχουν έρθει σε ρήξη με τους ρεφορμιστικούς μηχανισμούς, φτάνουν στο συμπέρασμα ότι για την προσαρμογή των συνδικάτων στο αστικό κράτος ευθύνονται “όλα γενικά” τα κόμματα που είναι -εξ’ ορισμού- γραφειοκρατικά.
Η λύση ισχυρίζονται πως βρίσκεται στο “πέταγμα” όλων των κομμάτων έξω απ’ τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η αρνητική εμπειρία από την κυριαρχία των ρεφορμιστικών κομμάτων στα συνδικάτα δημιουργεί το έδαφος για την αναβίωση των απόψεων της “γενικής” και “απ’ όλα τα κόμματα” αυτονομίας των συνδικάτων. Η άποψη αυτή δεν είναι ούτε καινούργια ούτε πρωτότυπη. Οι γάλλοι αναρχοσυνδικαλιστές -τη δεκαετία του ‘20- έχτισαν μια ολόκληρη πολιτική στη βάση της “γενικής και ολοκληρωτικής” ανεξαρτησίας και αυτονομίας των γαλλικών συνδικάτων. Ο Τρότσκυ με ο άρθρο του “Κομμουνισμός και συνδικαλισμός” κατέδειξε την αναποτελεσματικότητα αυτής της αντίληψης.
Κατ’ αρχήν, η υλική βάση για τα γραφειοκρατικά ξεπουλήματα και τη ρεφορμιστική απραξία εντοπίζεται στην ύπαρξη, μέσα στην εργατική τάξη, ενός κομματιού σχετικά καλοπληρωμένων εργατών, της “εργατικής αριστοκρατίας”. Η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία είναι ρεφορμιστική γιατί ανταποκρίνεται στην κοινωνική θέση της “εργατικής αριστοκρατίας” που παλεύει για μερικά ψίχουλα παραπάνω από τα κέρδη της ιμπεριαλιστικής ληστείας της αστικής τάξης, προσφέροντας σαν αντάλλαγμα τις υπηρεσίες της στην τελευταία. Το ίδιο ισχύει και για τα σταλινικά κόμματα μετά τον εκφυλισμό τους και το πέρασμά τους, στην πράξη, σε ρεφορμιστικές θέσεις. Οι όροι που δημιούργησαν τα ρεφορμιστικά και γραφειοκρατικά κόμματα είναι καθαρά υλικοί και όχι ψυχολογικοί.
Τόσο το “ξεπούλημα” όσο και το “καπέλωμα” δεν είναι “ίδιον” των κομματικών μηχανισμών γενικά, αλλά του ρεφορμισμού που καταργεί την εσωτερική δημοκρατία στα συνδικάτα για να εξασφαλίσει την υποταγή των εργατών στην αστική τάξη.

Πολλές φορές συναντάμε απόψεις για τον τρόπο παρέμβασης στα συνδικάτα που βάζουν σαν κεντρικό καθήκον των επαναστατών εργατών την έξοδο από τα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Οι απόψεις αυτές είναι εξ’ ολοκλήρου αδιέξοδες. Μια συνεπής πολιτική παρέμβαση των επαναστατών πρέπει να απευθύνεται σ’ όλους τους χώρους όπου βρίσκεται και απ’ όπου διεξάγει την πάλη της η εργατική τάξη ακόμα και μέσα στα ρεφορμιστικά ή αντιδραστικά συνδικάτα.
Όσοι προσπαθούν να σχεδιάσουν και να προγραμματίσουν τη δική τους παρέμβαση ρίχνοντας το σύνθημα “Έξω από τα (ρεφορμιστικά) συνδικάτα” δε θα μπορέσουν να βοηθήσουν την εργατική τάξη στην κατανόηση του ιστορικού της καθήκοντος να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Αντίθετα, εγκαταλείπουν την πάλη για επιρροή πάνω στις εργατικές μάζες, αφήνοντάς τες κάτω απ’ την κυριαρχία των γραφειοκρατών.
Ο Λένιν κατηγορούσε τους γερμανούς αριστεριστές ότι κάνουν μια ασυγχώρητη βλακεία και προσφέρουν τη μεγαλύτερη υπηρεσία στην αστική τάξη “όταν από την αντιδραστικότητα και την αντεπαναστατικότητα των κορυφών των συνδικάτων βγάζουν το συμπέρασμα ότι πρέπει να φύγουμε από τα συνδικάτα… ν’ αρνούμαστε να δουλέψουμε σ’ αυτά”. (Αριστερισμός, σελ. 70). Καυτηρίαζε με δριμύτητα την “αριστερίστικη” άρνηση δουλειάς στα συνδικάτα: “Το να μη δουλεύεις μέσα στα συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις όχι αρκετά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών, των πρακτόρων της αστικής τάξης, των αριστοκρατών εργατών ή των ‘αστοποιημένων’ εργατών” (Αριστερισμός, σελ. 70-71).
Οι επαναστάτες μαρξιστές έχουμε το καθήκον να διεξάγουμε την πάλη ενάντια στους “πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα”, ενάντια στους “εργάτες τοποτηρητές της τάξης των κεφαλαιοκρατών” μέσα από τα συνδικάτα για να μην κόψουμε τους δεσμούς με τις εργατικές μάζες και να μπορέσουμε να τις κερδίσουμε στις απόψεις μας.

Το αναγκαστικό “συμπληρωματικό” του συνθήματος “έξω από τα συνδικάτα” είναι η πρόταξη της δημιουργίας νέων “μειοψηφικών”, “επαναστατικών” συνδικάτων. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άποψης αυτής θα ήταν μόνο ένα αποτυχημένο υποκατάστατο τόσο του επαναστατικού κόμματος των εργατών όσο και των συνδικάτων. Από τη μια τα μειοψηφικά συνδικάτα θα ήταν πάρα πολύ ακαθόριστα και χωρίς την αναγκαία πολιτική ομοιογένεια για να παίξουν το ρόλο του επαναστατικού κόμματος. Από την άλλη θα ήταν πολύ μικρά για να παίξουν το ρόλο των συνδικάτων έχοντας αποκλείσει από τις γραμμές τους τις εργατικές μάζες που δεν είναι ακόμα αρκετά αναπτυγμένες ώστε να πάψουν να εμπιστεύονται τους ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων. Στην εποχή του Λένιν η άρνηση δουλειάς μέσα στα μαζικά συνδικάτα από τους γερμανούς αριστεριστές συνοδευόταν από την εφεύρεση μιας νέας φόρμουλας, της “εργατικής ένωσης” που θα ήταν -υποτίθεται- η επαναστατική και καθαρή μορφή οργάνωσης των εργατών. Ήταν ακριβώς η ίδια άποψη για “νέα”, μειοψηφικά “επαναστατικά” συνδικάτα.
Ο Λένιν θεωρούσε απαράδεκτη παιδαριωδία αυτήν την πολιτική και έβαζε σαν κύριο καθήκον για τους κομμουνιστές “να πείθουν τους καθυστερημένους (εργάτες), να ξέρουν να δουλεύουν ανάμεσά τους και όχι να απομονώνονται απ’ αυτούς με επινοημένα, παιδιάστικα, “αριστερά” συνθήματα”. (Αριστερισμός, εκδ.Θεμέλιο, σελ. 72)
Δεν μπορούμε να διαλέξουμε το πεδίο της δραστηριότητάς μας ακολουθώντας τις επιθυμίες και τις αντιπάθειές μας, αγνοώντας την πραγματικότητα, αγνοώντας που βρίσκεται και από που παλεύει η εργατική τάξη.
Στο άρθρο του Τρότσκυ “Κομμουνισμός και συνδικαλισμός” αντικρούονται οι αριστερίστικες προλήψεις του γαλλικού αναρχοσυνδικαλιστικού ρεύματος, δηλαδή των οπαδών του “καθαρού” συνδικαλισμού της ομάδας του Πιέρ Μονάτ “Συνδικαλιστική Λίγκα”. Αντιπαραθέτει ο Τρότσκυ το πλούτο των τακτικών για μια μαζική κομμουνιστική δράση στα συνδικάτα, ξεσκεπάζοντας τις ξεπερασμένες αδιέξοδες αντιλήψεις που υψώνουν σε φετίχ τη γενική “αυτονομία” και την αναγκαστική ενότητα των συνδικάτων.
Στις μισοαναρχικές -ιδεαλιστικές απόψεις που υποτιμούν και “ξορκίζουν” το ρόλο του επαναστατικού κόμματος, στο όνομα της “αυτονομίας”, ο Τρότσκυ απαντά ότι η ουσία του ζητήματος της συνδικαλιστικής παρέμβασης είναι η πολιτική των συνδικάτων. Το επαναστατικό κόμμα οφείλει να αντιπαραθέσει μια σωστή πολιτική απέναντι στη λαθεμένη των ρεφορμιστών. Το κλειδί για μια επαναστατική παρέμβαση στα συνδικάτα είναι η παρουσία και δράση ενός επαναστατικού μαρξιστικού κόμματος που θα ενοποιεί πολιτικά και οργανωτικά την εργατική πρωτοπορία. Ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να χτίσουμε σήμερα. Ένα κόμμα που θα οδηγήσει την ταξική πάλη μέχρι την τελική της συνέπεια: την ανατροπή του καπιταλισμού με τη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση.

Σημείωση: Το άρθρο “Κομμουνισμός και συνδικαλισμός” γράφτηκε τον Οκτώβρη του 1929. Ο Τρότσκυ την περίοδο εκείνη ηγείτο της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης στα πλαίσια της σταλινικής πλέον Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς. Δεν είχε εγκαταλείψει την άποψη ότι η Τρίτη Διεθνής μπορεί να μεταρρυθμιστεί από τα μέσα και να επιστρέψει στον επαναστατικό δρόμο. Γι’ αυτό, όποτε αναφέρεται στην παρέμβαση και τα καθήκοντα των κομμουνιστών υπονοεί τα κόμματα της Τρίτης Διεθνούς.

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ, Λ.Τρότσκυ,1929

Το ζήτημα των συνδικάτων είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα για το εργατικό κίνημα και, κατά συνέπεια, για την Αντιπολίτευση. Χωρίς μία συγκεκριμένη θέση πάνω στο ζήτημα των συνδικάτων, η Αντιπολίτευση θα σταθεί ανίκανη να κερδίσει μία πραγματική επιρροή πάνω στην εργατική τάξη. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να βάλω εδώ για συζήτηση ορισμένες απόψεις πάνω στο ζήτημα των συνδικάτων.

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ
1. Το κομμουνιστικό κόμμα είναι το θεμελιώδες όπλο της επαναστατικής δράσης του προλεταριάτου, η μαχητική οργάνωση της πρωτοπορίας του που πρέπει να κερδίσει τον ρόλο του ηγέτη της εργατικής τάξης σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις σφαίρες της πάλης της και, κατά συνέπεια, στο πεδίο των συνδικάτων.
2. Εκείνοι που, από άποψη αρχών, αντιπαραθέτουν την αυτονομία των συνδικάτων στην ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος αντιπαραθέτουν με αυτό -είτε το θέλουν είτε όχι-το πιο καθυστερημένο τμήμα του προλεταριάτου στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης, την πάλη για άμεσες διεκδικήσεις στην πάλη για την πλήρη απελευθέρωση των εργατών, τον ρεφορμισμό στον κομμουνισμό, τον οπορτουνισμό στον επαναστατικό μαρξισμό.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

3. Παλεύοντας για την αυτονομία των συνδικάτων την εποχή της ανόδου και επέκτασης του, ο προπολεμικός γαλλικός συνδικαλισμός, στην πραγματικότητα πάλευε για την ανεξαρτησία του από την αστική κυβέρνηση και τα αστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου του ρεφορμιστικού κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού. Αυτή ήταν μία πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό – για έναν επαναστατικό δρόμο.
Σε αυτή του την πάλη, ο επαναστατικός συνδικαλισμός δεν έκανε φετίχ την αυτονομία των μαζικών οργανώσεων. Αντίθετα, κατανόησε και διακήρυξε τον ηγετικό ρόλο της επαναστατικής μειοψηφίας σε σχέση με τις μαζικές οργανώσεις, που αντανακλούν την εργατική τάξη με όλες της τις αντιθέσεις, με την καθυστέρηση και τις αδυναμίες της.
4. Η θεωρία της δραστήριας μειοψηφίας ήταν, στην ουσία της, μία ανολοκλήρωτη θεωρία του προλεταριακού κόμματος. Ο επαναστατικός συνδικαλισμός ήταν, σε όλη του την πρακτική, το έμβρυο του επαναστατικού κόμματος σε σύγκρουση με τον οπορτουνισμό, δηλαδή μία αξιόλογη σκιαγράφηση του επαναστατικού κομμουνισμού.
5. Η αδυναμία του αναρχοσυνδικαλισμού, ακόμα και στην κλασσική του περίοδο, ήταν η απουσία ενός σωστού θεωρητικού θεμελίου και, σαν αποτέλεσμα, η λαθεμένη κατανόηση της φύσης του κράτους και του ρόλου του στην πάλη των τάξεων, μία ανολοκλήρωτη, όχι εντελώς ανεπτυγμένη και, κατά συνέπεια, μία λαθεμένη αντίληψη του ρόλου της επαναστατικής μειοψηφίας, δηλαδή του κόμματος. Από εδώ απορρέουν και τα λάθη του στην τακτική, όπως είναι ο φετιχισμός της γενικής απεργίας, η αγνόηση της σχέσης ανάμεσα στην εξέγερση και την κατάληψη της εξουσίας, κ.λ.π.
6. Μετά τον πόλεμο ο γαλλικός συνδικαλισμός βάσισε όχι μόνο την ανάπτυξη του αλλά και την ολοκλήρωσή του στον κομμουνισμό. Οι απόπειρες για την αναβίωση του επαναστατικού συνδικαλισμού τώρα, δεν είναι παρά προσπάθειες να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Για το εργατικό κίνημα, τέτοιου είδους προσπάθειες μόνο αντιδραστική σημασία μπορούν να ’χουν.

ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ

7. Οι επίγονοι του συνδικαλισμού μεταμορφώνουν (στα λόγια) την ανεξαρτησία των συνδικαλιστικών οργανώσεων από την μπουρζουαζία και τους ρεφορμιστές σοσιαλιστές σε ανεξαρτησία γενικά, σε απόλυτη ανεξαρτησία από όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού.
Αν στην περίοδο της ανάπτυξης, ο συνδικαλισμός θεωρούσε τον εαυτό του πρωτοπορία, και πάλευε για τον ηγετικό ρόλο της πρωτοπόρας μειοψηφίας μέσα στις καθυστερημένες μάζες, οι επίγονοι του συνδικαλισμού παλεύουν τώρα ενάντια στις ίδιες επιθυμίες της κομμουνιστικής πρωτοπορίας, επιχειρώντας-αν και χωρίς επιτυχία ακόμα- να στηριχθούν πάνω στην έλλειψη ανάπτυξης και τις προλήψεις των πιο καθυστερημένων τμημάτων της εργατικής τάξης.
8. Η ανεξαρτησία από την επιρροή της μπουρζουαζίας δεν μπορεί να είναι μία παθητική κατάσταση. Μπορεί να εκφραστεί μόνο με πολιτικές πράξεις, δηλαδή με την πάλη ενάντια στην μπουρζουαζία. Η πάλη αυτή πρέπει να εμπνέεται από ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, που για την εφαρμογή του απαιτεί οργάνωση και τακτική. Είναι η ενότητα προγράμματος, οργάνωσης και τακτικής που αποτελεί το κόμμα. M’ αυτή την έννοια, η πραγματική ανεξαρτησία του προλεταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο αν το προλεταριάτο διεξάγει την πάλη του κάτω από την ηγεσία ενός επαναστατικού και όχι οππορτουνιστικού κόμματος.
9. Οι επίγονοι του συνδικαλισμού θέλουν να πιστεύουν ότι τα συνδικάτα είναι από μόνα τους αυτάρκη. Θεωρητικά, αυτό δε σημαίνει τίποτα, στην πράξη όμως σημαίνει την διάλυση της επαναστατικής πρωτοπορίας μέσα στις καθυστερημένες μάζες, δηλαδή μέσα στα συνδικάτα.
Όσο πιο πλατιά είναι η μάζα που αγκαλιάζουν τα συνδικάτα, τόσο πιο ικανά είναι να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Αντίθετα, ένα προλεταριακό κόμμα είναι αντάξιο του ονόματος του μόνο αν είναι ιδεολογικά ομοιογενές, μια ενότητα δράσης και οργάνωσης. Το να παρουσιάζεις τα συνδικάτα σαν αυτάρκη επειδή το προλεταριάτο έχει ήδη πετύχει σε αυτά την “πλειοψηφία” του, είναι σαν να κολακεύεις το προλεταριάτο, είναι σαν να το παρουσιάζεις διαφορετικά από ότι είναι και μπορεί να είναι κάτω από τον καπιταλισμό, ο οποίος κρατάει στην άγνοια και την καθυστέρηση τεράστιες μάζες εργατών, επιτρέποντας μόνο στην πρωτοπορία του προλεταριάτου την δυνατότητα να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες και να φτάσει σε μια καθαρή κατανόηση των καθηκόντων της τάξης σα σύνολο.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΔΕΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΤΑΙ ΑΠO ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ

10. Η πραγματική, έμπρακτη και όχι μεταφυσική αυτονομία των συνδικαλιστικών οργανώσεων δεν διαταράσσεται στο ελάχιστο, ούτε περιορίζεται από την πάλη που διεξάγει το κομμουνιστικό κόμμα για να κερδίσει επιρροή. Κάθε μέλος των συνδικάτων έχει δικαίωμα να ψηφίσει όπως νομίζει, και να εκλέξει εκείνον που του φαίνεται ο πιο άξιος. Οι κομμουνιστές έχουν αυτό το δικαίωμα όπως όλοι οι άλλοι.
Η κατάκτηση της πλειοψηφίας των ηγετικών οργάνων από τους κομμουνιστές βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με την αρχή της αυτονομίας, δηλαδή με την αυτοδιοίκηση των συνδικάτων. Από την άλλη πλευρά, κανένα καταστατικό συνδικάτου δεν μπορεί να εμποδίσει ή να αποτρέψει το κόμμα από το να εκλέξει στην Κεντρική του Επιτροπή το Γενικό Γραμματέα της Συνομοσπονδίας Εργατών, γιατί εδώ πια βρισκόμαστε εξολοκλήρου μέσα στα πλαίσια της αυτονομίας του κόμματος.
11. Στα συνδικάτα, οι κομμουνιστές, βέβαια, υποτάσσονται στην πειθαρχία του κόμματος, ανεξάρτητα από τα πόστα που κατέχουν. Αυτό δεν αποκλείει αλλά προϋποθέτει την υποταγή τους στην πειθαρχία των συνδικάτων. Με άλλα λόγια, το κόμμα δεν τους επιβάλλει καμιά γραμμή που να έρχεται σε αντίθεση με τη διάθεση ή τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών των συνδικάτων. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν το κόμμα θεωρεί αδύνατη την υποταγή των μελών του σε ορισμένες αντιδραστικές αποφάσεις του συνδικάτου, υποδεικνύει ανοιχτά στα μέλη του τις συνέπειες που απορρέουν από αυτό, δηλαδή απομακρύνσεις από τα πόστα του συνδικάτου, διαγραφές, κ.τ.λ.
Με νομικίστικες φόρμουλες σ’ αυτά τα ζητήματα -και η αυτονομία είναι μια καθαρά νομικίστικη φόρμουλα- δεν μπορείς να πας πουθενά. Το ζήτημα πρέπει να μπει από την άποψη της ουσίας του, δηλαδή, στο επίπεδο της πολιτικής των συνδικάτων. Μια σωστή πολιτική πρέπει να αντιπαρατεθεί σε μια λαθεμένη πολιτική.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΌ ΕΙΔΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

12. Ο χαρακτήρας της καθοδήγησης του κόμματος, οι μέθοδοι και οι μορφές της, μπορεί να διαφέρουν βαθιά, ανάλογα με τις γενικές συνθήκες μιας συγκεκριμένης χώρας ή με την περίοδο της ανάπτυξης της.
Στις καπιταλιστικές χώρες, όπου το κομμουνιστικό κόμμα δεν κατέχει κανένα μέσο πίεσης, είναι φανερό ότι μπορεί να καθοδηγήσει μόνο διαμέσου των κομμουνιστών που βρίσκονται στα συνδικάτα σαν μέλη της βάσης ή σα στελέχη.
Ο αριθμός των κομμουνιστών στα ηγετικά πόστα των συνδικάτων είναι μόνο ένα μέσο για να μετρηθεί ο ρόλος του κόμματος στα συνδικάτα. Η πιο σημαντική μέτρηση είναι το ποσοστό των κομμουνιστών στη βάση των συνδικάτων σε σχέση με το σύνολο της οργανωμένης μάζας. Αλλά το πρωταρχικό κριτήριο είναι η γενική επιρροή του κόμματος πάνω στην εργατική τάξη, που μετριέται με την κυκλοφορία του κομμουνιστικού τύπου, την παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του κόμματος, τον αριθμό των ψήφων στις εκλογές και, αυτό που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, από τον αριθμό των εργαζόμενων ανδρών και γυναικών που ανταποκρίνονται ενεργητικά στις εκκλήσεις του κόμματος για αγώνα.
13. Είναι καθαρό ότι η επιρροή γενικά του Κομμουνιστικού κόμματος, μαζί και στα συνδικάτα, θα μεγαλώνει όσο η κατάσταση γίνεται πιο επαναστατική.
Αυτοί οι όροι επιτρέπουν μια εκτίμηση του βαθμού και της μορφής της αληθινής, της πραγματικής και όχι της μεταφυσικής αυτονομίας των συνδικάτων. Σε “ειρηνικούς” καιρούς όταν οι πιο μαχητικές μορφές της συνδικαλιστικής δράσης είναι οι απομονωμένες οικονομικές απεργίες, ο άμεσος ρόλος του κόμματος στην συνδικαλιστική δράση περνάει σε δεύτερη μοίρα. Κατά γενικό κανόνα, το κόμμα δεν παίρνει για κάθε απομονωμένη απεργία και από μια απόφαση. Βοηθάει το συνδικάτο να αποφασίσει αν το συμφέρει ή όχι η απεργία, με την πολιτική και οικονομική πληροφόρηση και τις συμβουλές που του δίνει. Υπηρετεί την απεργία με την αγκιτάτσια του κ.λ.π. Τον πρώτο λόγο σε ότι αφορά την απεργία, τον έχει, φυσικά, το συνδικάτο.
Η κατάσταση αλλάζει ριζικά όταν το κίνημα ανυψώνεται στο επίπεδο της γενικής απεργίας και ακόμα περισσότερο στην άμεση πάλη για την εξουσία. Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο ηγετικός ρόλος του κόμματος γίνεται αποφασιστικός επεμβαίνοντας κατευθείαν, ανοικτά και άμεσα. Τα συνδικάτα -όχι φυσικά εκείνα που περνάνε στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος- γίνονται οι οργανωτικοί μηχανισμοί του κόμματος που μπροστά σε ολόκληρη την τάξη στέκεται ως ο ηγέτης της επανάστασης, παίρνοντας πάνω του όλη την ευθύνη.
Στο φάσμα που εκτείνεται ανάμεσα στη μερική οικονομική απεργία και την επαναστατική ταξική εξέγερση, υπάρχουν όλες οι δυνατές μορφές αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ του κόμματος και των συνδικάτων, διάφοροι βαθμοί της κατευθείαν και άμεσης καθοδήγησης κ.λ.π.
Αλλά κάτω απ’ όλες τις συνθήκες, το κόμμα επιδιώκει να κερδίσει τη γενική ηγεσία, βασισμένο στην πραγματική αυτονομία των συνδικάτων που σαν οργανώσεις -δεν χρειάζεται να το πούμε- δεν “υποτάσσονται” σ’ αυτό.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ

14. Τα γεγονότα δείχνουν ότι πολιτικά “ανεξάρτητα” συνδικάτα δεν υπάρχουν πουθενά. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ. Και η πείρα και η θεωρία λένε ότι ούτε θα υπάρξουν ποτέ. Στις Η.Π.Α., τα συνδικάτα είναι δια μέσου του μηχανισμού τους, απευθείας δεμένα με το γενικό επιτελείο της βιομηχανίας και των αστικών κομμάτων. Στην Αγγλία, τα συνδικάτα, που στο παρελθόν υποστήριζαν κυρίως τους φιλελεύθερους, αποτελούν τώρα την υλική βάση του Εργατικού κόμματος. Στη Γερμανία, τα συνδικάτα βαδίζουν κάτω από την σημαία της Σοσιαλδημοκρατίας. Στη Σοβιετική Δημοκρατία, η ηγεσία τους ανήκει στους Μπολσεβίκους. Στην Γαλλία, μια από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ακολουθεί τους Σοσιαλιστές και η άλλη τους Κομμουνιστές. Στην Φιλανδία, τα συνδικάτα σπάσανε στα δύο πριν από λίγο, τείνοντας το ένα μέρος προς την Σοσιαλδημοκρατία και το άλλο προς τον Κομμουνισμό. Αυτό συμβαίνει παντού.
Οι θεωρητικοί της “ανεξαρτησίας” του συνδικαλιστικού κινήματος δεν κάνουν τον κόπο να προβληματιστούν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα: γιατί το σύνθημα τους όχι μόνο δεν πλησιάζει πουθενά την υλοποίηση του στην πράξη αλλά αντίθετα, η εξάρτηση των συνδικάτων από την ηγεσία ενός κόμματος γίνεται παντού, χωρίς καμία εξαίρεση, όλο και περισσότερο ανοικτή και φανερή. Και ακόμα, αυτό ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στον χαρακτήρα της ιμπεριαλιστικής εποχής, που ξεγυμνώνει όλες τις ταξικές σχέσεις και που ακόμα και μέσα στο προλεταριάτο, οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στην αριστοκρατία του και τα πιο εκμεταλλευόμενα τμήματα του.

Η ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΙΓΚΑ, ΕΜΒΡΥΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

15. Η τελειότερη έκφραση του ξεπερασμένου συνδικαλισμού είναι η λεγόμενη Συνδικαλιστική Λίγκα. Από όλα τα χαρακτηριστικά της παρουσιάζεται σαν μια πολιτική οργάνωση που επιδιώκει να υποτάξει το συνδικαλιστικό κίνημα στην επιρροή της. Στην πραγματικότητα, η Λίγκα στρατολογεί τα μέλη της όχι σύμφωνα με τις συνδικαλιστικές αρχές, αλλά σύμφωνα με τις αρχές των πολιτικών ομάδων. Έχει την πλατφόρμα της, αν όχι το πρόγραμμά της, και το υπερασπίζεται στα έντυπα της. Έχει τη δικιά της εσωτερική πειθαρχία μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Στα συνέδρια των Συνομοσπονδιών, οι οπαδοί της δρουν σαν μια πολιτική φράξια με τον ίδιο τρόπο που δρα και η κομμουνιστική φράξια. Αν δεν θέλουμε να πελαγοδρομούμε, πρέπει να πούμε ότι η τάση της Συνδικαλιστικής Λίγκας περιορίζεται σε μια πάλη για την απελευθέρωση των δύο Συνομοσπονδιών από την ηγεσία των Σοσιαλιστών και κομμουνιστών και την ενοποίηση τους κάτω από την διεύθυνση της ομάδας του Μονάτ.
Η Λίγκα δεν δρα ανοικτά στο όνομα της ανάγκης και του δικαιώματος της προχωρημένης μειοψηφίας, να παλέψει για να επεκτείνει την επιρροή της πάνω στις πιο καθυστερημένες μάζες. Εμφανίζεται με μια μάσκα που την αποκαλεί “ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος”. Απ’ αυτή την άποψη, η Λίγκα προσεγγίζει το Σοσιαλιστικό Κόμμα που κι αυτό επίσης καθοδηγεί κάτω από το κάλυμμα της φράσης: “ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος”. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, αντίθετα, λέει ανοικτά στην εργατική τάξη: αυτό είναι το πρόγραμμα μου, αυτή είναι η τακτική και η πολιτική που προτείνω στα συνδικάτα.
Το προλεταριάτο δεν πρέπει ποτέ να πιστεύει οτιδήποτε στα τυφλά. Πρέπει να κρίνει κάθε κόμμα, κάθε οργάνωση από τη δουλειά τους. Αλλά οι εργάτες πρέπει να έχουν διπλή και τριπλή δυσπιστία προς τους υποκριτές εκείνους ηγέτες που δρουν ιγκόγνιτο, κάτω από μια μάσκα, που κάνει το προλεταριάτο να πιστεύει ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη για ηγεσία γενικά.

ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ “ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ” ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΣΩΣΤΗ ΗΓΕΣΙΑ

16. Δεν πρέπει να αρνιόμαστε το δικαίωμα ενός πολιτικού κόμματος να παλεύει για να κερδίσει τα συνδικάτα στην επιρροή του. Το ζήτημα, όμως, αυτό πρέπει να μπαίνει έτσι: Στο όνομα τίνος προγράμματος και ποιας τακτικής παλεύει αυτή η οργάνωση; Από αυτή την άποψη, η Συνδικαλιστική Λίγκα δεν δίνει τις αναγκαίες εγγυήσεις. Το πρόγραμμα της είναι εντελώς άμορφο, όπως είναι και η τακτική της. Στις πολιτικές εκτιμήσεις της ενεργεί μόνο από γεγονός σε γεγονός. Αναγνωρίζοντας την προλεταριακή επανάσταση, ακόμα και τη δικτατορία του προλεταριάτου, αγνοεί το κόμμα και παλεύει ενάντια στην κομμουνιστική ηγεσία, χωρίς την οποία η προλεταριακή επανάσταση θα κινδύνευε πάντα να μείνει μια φράση χωρίς περιεχόμενο.
17. Η ιδεολογία της ανεξαρτησίας των συνδικάτων δεν έχει τίποτα το κοινό με τις ιδέες και τα αισθήματα του προλεταριάτου σαν τάξης. Αν το κόμμα είναι ικανό με την καθοδήγησή του να εξασφαλίσει μια σωστή, καθαρή και σταθερή πολιτική στα συνδικάτα, τότε ούτε ένας εργάτης δεν θα έχει την διάθεση να ξεσηκωθεί ενάντια στην ηγεσία του κόμματος. Η ιστορική εμπειρία των μπολσεβίκων το έχει αποδείξει αυτό.
Αυτό ισχύει και για την Γαλλία όπου οι κομμουνιστές συγκέντρωσαν στις εκλογές 1.200.000 ψήφους ενώ η Ενιαία Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (η κεντρική οργάνωση των Κόκκινων Συνδικάτων) έχει σαν μέλη της το ένα τέταρτο ή το ένα τρίτο μόνο αυτού του αριθμού. Είναι καθαρό ότι το αφηρημένο σύνθημα της ανεξαρτησίας δεν μπορεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να προέλθει από τις μάζες. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Όχι μόνο βλέπει σαν επαγγελματικό ανταγωνιστή την κομματική γραφειοκρατία, αλλά και τείνει να καταστεί ανεξέλεχτη από την πρωτοπορία του προλεταριάτου. Το σύνθημα της ανεξαρτησίας είναι, από την ίδια του την βάση, ένα γραφειοκρατικό και όχι ταξικό σύνθημα.

Ο ΦΕΤΙΧΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

18. Ύστερα από τον φετιχισμό, της “ανεξαρτησίας”, η Συνδικαλιστική Λίγκα μεταμορφώνει το ζήτημα της ενότητας των συνδικάτων σε ένα φετίχ.
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η διατήρηση της ενότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχει τεράστια πλεονεκτήματα από την άποψη των καθημερινών καθηκόντων του προλεταριάτου όπως επίσης και από την άποψη της πάλης του κομμουνιστικού κόμματος να επεκτείνει την επιρροή του πάνω στις μάζες. Αλλά τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι με την πρώτη επιτυχία της επαναστατικής πτέρυγας στα συνδικάτα, οι οπορτουνιστές παίρνουν εσκεμμένα τον δρόμο της διάσπασης. Οι ειρηνικές σχέσεις με την μπουρζουαζία τους έλκουν περισσότερο από ότι η ενότητα του προλεταριάτου. Αυτό είναι το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα της μεταπολεμικής εμπειρίας.
Εμείς οι κομμουνιστές ενδιαφερόμαστε πάντα να δείχνουμε στους εργάτες ότι η ευθύνη για την διάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων πέφτει ολοκληρωτικά πάνω στην σοσιαλδημοκρατία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η κενή φόρμουλα της ενότητας είναι για εμάς πιο σημαντική από τα επαναστατικά καθήκοντα της εργατικής τάξης.
19. Έχουν περάσει οκτώ χρόνια από τότε που τα συνδικάτα διασπάστηκαν στην Γαλλία. Σ’ αυτό το διάστημα, οι δύο οργανώσεις προσδέθηκαν οριστικά σε δύο, θανάσιμα εχθρικά, πολιτικά κόμματα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να ενοποιήσουμε το συνδικαλιστικό κίνημα με το απλό κήρυγμα της ενότητας, αυτό σημαίνει ότι καλλιεργούμε αυταπάτες. Το να δηλώνουμε ότι χωρίς την ενοποίηση πρώτα των δύο συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι αδύνατο να γίνει όχι μόνο η προλεταριακή επανάσταση αλλά ακόμα και μια σοβαρή ταξική πάλη, σημαίνει ότι το μέλλον της επανάστασης εξαρτάται από την διεφθαρμένη κλίκα των ρεφορμιστών συνδικαλιστών.
Στην πραγματικότητα, το μέλλον της επανάστασης δεν εξαρτάται από την συγχώνευση των δύο συνδικαλιστικών μηχανισμών, αλλά από την ενοποίηση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης γύρω από τα επαναστατικά συνθήματα και τις επαναστατικές μεθόδους πάλης.
Για την ώρα, η ενοποίηση της εργατικής τάξης είναι δυνατή μόνο με την πάλη ενάντια στους οπαδούς της συνεργασίας των τάξεων (τους οπαδούς του συνασπισμού), που δεν βρίσκονται μόνο στα πολιτικά κόμματα αλλά και στα συνδικάτα.
20. Ο πραγματικός δρόμος προς την επαναστατική ενότητα του προλεταριάτου βρίσκεται στην ανάπτυξη, τη διόρθωση τη διεύρυνση και τη σταθεροποίηση της επαναστατικής Ενιαίας Γ.Σ.Ε και την εξασθένιση της ρεφορμιστικής Γ.Σ.Ε.
Όχι μόνο δεν αποκλείεται, αλλά, αντίθετα, είναι πολύ πιθανόν, τον καιρό της επανάστασης του, το γαλλικό προλεταριάτο να μπει στην πάλη με δύο Συνομοσπονδίες πίσω από την μια θα βρίσκονται οι μάζες και πίσω από την άλλη η εργατική αριστοκρατία και η γραφειοκρατία.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

21. Η νέα συνδικαλιστική αντιπολίτευση ολοφάνερα δεν θέλει να πάρει το δρόμο του συνδικαλισμού. Την ίδια στιγμή, σπάει από το κόμμα -όχι από μια ορισμένη ηγεσία- αλλά από το κόμμα γενικά. Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι ιδεολογικά αφοπλίζει τον εαυτό της και κατρακυλάει σε θέσεις συντεχνιακές και τρεϊντγιουνιονιστικές.
22. Η συνδικαλιστική αντιπολίτευση σαν σύνολο είναι πολύ ανομοιογενής. Αλλά διακρίνεται από μερικά κοινά χαρακτηριστικά που δεν τη φέρνουν κοντύτερα προς την Αριστερή Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, αλλά, αντίθετα, την αποξενώνουν και την αντιτάσσουν σ’ αυτή.
Η συνδικαλιστική αντιπολίτευση δεν παλεύει ενάντια στις απερίσκεπτες πράξεις και τις λαθεμένες μεθόδους της κομμουνιστικής ηγεσίας αλλά ενάντια στην επιρροή του κομμουνισμού πάνω στην εργατική τάξη.
Η συνδικαλιστική αντιπολίτευση δεν παλεύει ενάντια στην υπεραριστερή εκτίμηση μιας συγκεκριμένης κατάστασης και του ρυθμού ανάπτυξής της, αλλά, στην πραγματικότητα, δρα ενάντια στις επαναστατικές προοπτικές γενικά.
Η συνδικαλιστική αντιπολίτευση δεν παλεύει ενάντια στις γελοίες μεθόδους του αντιμιλιταρισμού, αλλά προωθεί έναν πασιφιστικό προσανατολισμό. Μ’ άλλα λόγια, η συνδικαλιστική αντιπολίτευση αναπτύσσεται φανερά προς ένα ρεφορμιστικό πνεύμα.
23. Είναι πέρα για πέρα λάθος να βεβαιώνουμε ότι τα τελευταία χρόνια – αντίθετα από ότι συνέβη στην Γερμανία, την Τσεχοσλοβακία και σε άλλες χώρες – στην Γαλλία δεν έχει εμφανιστεί μια δεξιά ομάδα μέσα στο επαναστατικό στρατόπεδο. Το κύριο σημείο είναι ότι η δεξιά αντιπολίτευση στην Γαλλία, εγκαταλείποντας την επαναστατική πολιτική του κομμουνισμού, έχει, σε συμφωνία με τις παραδόσεις του γαλλικού εργατικού κινήματος, αποκτήσει ένα συνδικαλιστικό χαρακτήρα, αποκρύπτοντας έτσι την πολιτική της φυσιογνωμία. Τελικά, η πλειοψηφία της συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης αντιπροσωπεύει την δεξιά πτέρυγα, όπως ακριβώς η ομάδα Μπράντλερ στην Γερμανία, οι Τσέχοι συνδικαλιστές που, ύστερα από την διάσπαση, έχουν πάρει μια καθαρά ρεφορμιστική θέση κ.λ.π.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

24. Μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι όλες οι προηγούμενες απόψεις θα ήταν σωστές μόνο με τον όρο ότι το κομμουνιστικό κόμμα έχει μια σωστή πολιτική. Αλλά αυτή η αντίρρηση δεν είναι θεμελιωμένη. Το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στο κόμμα, που αντιπροσωπεύει το προλεταριάτο έτσι όπως θα έπρεπε να είναι και τα συνδικάτα που αντιπροσωπεύουν το προλεταριάτο έτσι όπως είναι, είναι το θεμελιώδες ζήτημα του επαναστατικού μαρξισμού. Θα ήταν πραγματική αυτοκτονία να απορρίψουμε την μόνη δυνατή, από άποψη αρχών, απάντηση πάνω σε αυτό το ζήτημα μόνο και μόνο επειδή το κομμουνιστικό κόμμα, κάτω από την επίδραση αντικειμενικών και υποκειμενικών λόγων, για τους οποίους έχουμε μιλήσει περισσότερο από μια φορά, ακολουθεί τώρα μια λαθεμένη πολιτική απέναντι στα συνδικάτα, όπως επίσης και σε άλλους τομείς. Μια σωστή πολιτική πρέπει να αντιπαρατίθεται σε μια λαθεμένη πολιτική. Με αυτό τον σκοπό η Αριστερή Αντιπολίτευση έχει συγκροτηθεί σε φράξια. Αν θεωρήσουμε ότι το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στο σύνολο του βρίσκεται σε μια ολοκληρωτικά αθεράπευτη και απελπιστική κατάσταση -κάτι που ούτε καν το σκεφτόμαστε- τότε πρέπει να του αντιπαρατάξουμε ένα άλλο κόμμα. Αλλά το ζήτημα των σχέσεων του κόμματος με την τάξη δεν αλλάζει απ’ αυτό το γεγονός, ούτε κατά ένα γιώτα.
Η Αριστερή Αντιπολίτευση πιστεύει ότι για να επηρεάσει το συνδικαλιστικό κίνημα, για να βοηθήσει στο σωστό προσανατολισμό του, για να το διαποτίσει με σωστά συνθήματα, δεν μπορεί να το κάνει παρά μόνο σαν κομμουνιστικό κόμμα (ή σαν φράξια για την ώρα) που, παρόλα τα άλλα του γνωρίσματα, είναι το κεντρικό ιδεολογικό εργαστήρι της εργατικής τάξης.
25. Το σωστά κατανοημένο καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος δεν συνίσταται απλά στο να κερδίσει επιρροή πάνω στα συνδικάτα έτσι όπως αυτά είναι, αλλά στο να κερδίσει επιρροή, διαμέσου των συνδικάτων, πάνω στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Αυτό είναι δυνατόν μόνο αν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από το κόμμα στα συνδικάτα ανταποκρίνονται στην φύση και τα καθήκοντα του. Η πάλη του κόμματος για επιρροή στα συνδικάτα βρίσκει την αντικειμενική της επιβεβαίωση στο αν ακμάζουν ή όχι τα συνδικάτα, στο αν ο αριθμός των μελών τους αυξάνει, όπως επίσης και στις σχέσεις τους με τις πλατύτερες μάζες. Αν το κόμμα πληρώνει την επιρροή του στα συνδικάτα με την τιμή του στενέματος και του φραξιονισμού τους -μετατρέποντάς τα σε βοηθούς του κόμματος για στιγμιαίους σκοπούς και εμποδίζοντάς τα να γίνουν γνήσιες μαζικές οργανώσεις- τότε οι σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη είναι λαθεμένες. Δεν είναι αναγκαίο να σταθούμε εδώ στις αιτίες μιας τέτοιας κατάστασης. Το έχουμε κάνει περισσότερο από μια φορά και το κάνουμε κάθε μέρα. Η ευκολία με την οποία αλλάζει η επίσημη κομμουνιστική (Σ.τ.Ε σταλινική) πολιτική αντανακλά τις τυχοδιωκτικές τάσεις της να κάνει τον εαυτό της κύριο της εργατικής τάξης στο συντομότερο χρονικό διάστημα με θεατρινισμούς, εφευρέσεις, υπερφίαλη αγκιτάτσια, κ.λ.π.
Η διέξοδος από αυτή την κατάσταση δεν βρίσκεται, ωστόσο, στο να αντιπαραθέσουμε τα συνδικάτα στο κόμμα (ή στη φράξια) αλλά στην αδιάλλακτη πάλη για να αλλάξουμε ολόκληρη την πολιτική του κόμματος, όπως επίσης και την πολιτική των συνδικάτων.

ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

26. Η Αριστερή Αντιπολίτευση πρέπει να βάλει τα ζητήματα του συνδικαλιστικού κινήματος σε αδιαχώριστη σχέση με τα ζητήματα της πολιτικής πάλης του προλεταριάτου. Πρέπει να δώσει μια συγκεκριμένη ανάλυση του σημερινού σταδίου ανάπτυξης του γαλλικού εργατικού κινήματος. Πρέπει να δώσει μια εκτίμηση, ποσοτική και ποιοτική, του σημερινού απεργιακού κινήματος και των προοπτικών του σε σχέση με τις προοπτικές της οικονομικής εξέλιξης της Γαλλίας. Είναι αναγκαίο να πει ότι απορρίπτει πέρα για πέρα την προοπτική της καπιταλιστικής σταθεροποίησης και του πασιφισμού για δεκαετίες. Προχωρεί με μια εκτίμηση της εποχής μας σαν επαναστατικής, εκτίμηση που απορρέει από την αναγκαιότητα μιας επίκαιρης προπαρασκευής του πρωτοπόρου προλεταριάτου μπροστά στις απότομες στροφές που δεν είναι μόνο πιθανές αλλά και αναπόφευκτες. Όσο πιο σταθερή και πιο αδυσώπητη είναι η δράση της ενάντια στους υποτιθέμενους επαναστατικούς κομπασμούς της κεντριστικής γραφειοκρατίας, ενάντια στην πολιτική υστερία που δεν παίρνει υπόψη της τις συνθήκες, που μπερδεύει το σήμερα με το χθες ή το αύριο, τόσο πιο σταθερά και αποφασιστικά πρέπει να τοποθετείται ενάντια στα στοιχεία της δεξιάς που αντιγράφουν την κριτική της και κρύβονται πίσω από αυτήν για να εισάγουν τις τάσεις τους μέσα στον επαναστατικό μαρξισμό.
27. Καινούργιες οριοθετήσεις; Νέες πολεμικές; Νέες διασπάσεις; Αυτός είναι ο θρήνος των καλών αλλά κουρασμένων ψυχών, που θα ήθελαν να μεταμορφώσουν την Αντιπολίτευση σε ένα γαλήνιο άσυλο όπου ο καθένας θα μπορούσε να ξεκουραστεί από τα μεγάλα καθήκοντα και ταυτόχρονα να διατηρήσει άθικτο το όνομα του επαναστάτη “της αριστεράς”. Όχι! Στις κουρασμένες αυτές ψυχές λέμε: Είναι βέβαιο ότι δεν προχωρούμε στον ίδιο δρόμο. Η αλήθεια δεν έχει γίνει ποτέ έως τώρα από το άθροισμα των μικρών λαθών. Μια επαναστατική οργάνωση δεν έχει ποτέ μέχρι τώρα συντεθεί από μικρές συντηρητικές ομάδες που πρώτα – πρώτα ζητάνε να διακρίνονται η μια από την άλλη. Υπάρχουν εποχές όπου η επαναστατική τάση περιορίζεται σε μια μικρή μειοψηφία μέσα στο εργατικό κίνημα. Αλλά αυτές οι εποχές απαιτούν όχι διακανονισμούς ανάμεσα στις μικρές ομάδες με αμοιβαίο κρύψιμο των αμαρτιών τους, αλλά αντίθετα, ένα διπλά αδυσώπητο αγώνα για μια σωστή προοπτική και εκπαίδευση των στελεχών στο πνεύμα του αυθεντικού μαρξισμού. Η νίκη είναι δυνατή μόνο απ’ αυτό τον δρόμο.
28. Στο βαθμό που αυτές οι γραμμές αφορούν προσωπικά τον συγγραφέα τους, πρέπει να δεχθεί ότι η γνώμη που είχε διαμορφώσει για την ομάδα Μονάτ, όταν ο ίδιος εξορίστηκε από την Σοβιετική Ένωση, αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ αισιόδοξη και γι’ αυτό λαθεμένη. Για πολλά χρόνια, ο συγγραφέας δεν είχε την δυνατότητα να παρακολουθήσει την δράση αυτής της ομάδας. Την έκρινε από παλιές αναμνήσεις. Οι διαφορές αποκαλύφθηκαν στην πραγματικότητα όχι μόνο πιο βαθιές, αλλά και πιο οξυμένες από ότι θα μπορούσε κανένας να υποθέσει. Τα τελευταία γεγονότα έχουν αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι χωρίς μια ξεκάθαρη και συγκεκριμένη ιδεολογική οριοθέτηση από την γραμμή του συνδικαλισμού, η Κομμουνιστική Αντιπολίτευση στην Γαλλία δεν θα πάει μπροστά. Οι θέσεις που προτείνουμε αντιπροσωπεύουν από μόνες τους το πρώτο βήμα στο δρόμο της οριοθέτησης που είναι το πρελούδιο στον επιτυχή αγώνα ενάντια στις επαναστατικές φλυαρίες και την οπορτουνιστική ουσία των Κασέν, Μονμουσό και την παρέα τους.

Λέον Τρότσκυ
14 Οκτωβρίου 1929

ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Υπάρχει ένα κοινό γνώρισμα στην εξέλιξη, ή πιο σωστά, στον εκφυλισμό, των σύγχρονων συνδικαλιστικών οργανώσεων όλου του κόσμου: η προσέγγιση και η συγχώνευσή τους με την κρατική εξουσία. Το προτσές αυτό είναι εξίσου χαρακτηριστικό για τα ουδέτερα, τα σοσιαλδημοκρατικά, τα σταλινικά και τα «αναρχικά» συνδικάτα. Αυτό και μόνο το γεγονός δείχνει ότι η τάση για «συγχώνευση» με το κράτος δεν είναι συνυφασμένη με τούτη ή την άλλη θεωρία, αλλά απορρέει από κοινωνικές συνθήκες κοινές για όλα τα συνδικάτα.
Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν βασίζεται στο συναγωνισμό και την ατομική πρωτοβουλία, αλλά σε μια συγκεντρωτική διοίκηση. Οι καπιταλιστικές κλίκες που είναι επικεφαλής των ισχυρών τραστ, των συνδικάτων, των τραπεζικών κονσόρτσιουμ, κ.λ.π. ελέγχουν την οικονομική ζωή από το ίδιο ύψος που την ελέγχει το κράτος, και σε κάθε στιγμή καταφεύγουν στην συνεργασία του. Τα συνδικάτα, με την σειρά τους, στους κλάδους τους πιο σπουδαίους της βιομηχανίας, δεν έχουν την δυνατότητα να επωφεληθούν από το συναγωνισμό ανάμεσα στις διάφορες επιχειρήσεις. Έχουν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο καπιταλιστή, συγκεντρωτικό και στενά συνδεδεμένο με την κρατική εξουσία. Από κει προέρχεται η ανάγκη για τα συνδικάτα -όσο παραμένουν σε ρεφορμιστικές θέσεις, δηλαδή σε θέσεις που βασίζονται σε μία προσαρμογή στην ατομική ιδιοκτησία, να προσαρμοστούν στο καπιταλιστικό κράτος και να αγωνιστούν για μια συνεργασία μαζί του. Στα μάτια της γραφειοκρατίας του συνδικαλιστικού κινήματος, το κύριο καθήκον είναι να απελευθερώσει το κράτος από την αγκαλιά του καπιταλισμού, αδυνατίζοντας την εξάρτησή του από τα τραστ, και να το τραβήξει προς το μέρος της. Αυτή η θέση βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την κοινωνική θέση της εργατικής αριστοκρατίας και της γραφειοκρατίας, που παλεύουν για να πάρουν μερικά ψίχουλα από το μοίρασμα του υπερκέρδους του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Στους λόγους τους οι γραφειοκράτες των συνδικάτων κάνουν ότι μπορούν για να αποδείξουν στο «δημοκρατικό» κράτος πόσο κατάλληλοι και απαραίτητοι είναι σε καιρό ειρήνης και, ιδιαίτερα, σε καιρό πολέμου. Μεταβάλλοντας τα συνδικάτα σε όργανα του κράτους ο φασισμός δεν ανακαλύπτει τίποτα το καινούργιο, σπρώχνει μόνο μέχρι την τελευταία τους συνέπεια όλες τις τάσεις τις σύμφυτες με τον ιμπεριαλισμό.
Οι αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες δεν βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του ντόπιου καπιταλισμού, αλλά του ξένου ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, αυτό δεν αδυνατίζει αλλά, αντίθετα δυναμώνει την ανάγκη για άμεσους, καθημερινούς και πρακτικούς δεσμούς ανάμεσα στους μεγιστάνες του καπιταλισμού και τις κυβερνήσεις που στην ουσία είναι υποταγμένες σ’ αυτούς – οι κυβερνήσεις των αποικιακών ή μισό αποικιακών χωρών. Δεδομένου ότι ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός δημιουργεί στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες ένα στρώμα εργατικής αριστοκρατίας και γραφειοκρατίας, αυτό απαιτεί την υποστήριξη των αποικιακών ή μισοαποικιακών κυβερνήσεων, που τις θέλει προστάτες, κηδεμόνες και καμιά φορά διαιτητές. Αυτό το στρώμα αποτελεί την πιο σπουδαία κοινωνική βάση του βοναπαρτιστικού και μισοβοναπαρτιστικού χαρακτήρα των κυβερνήσεων στις αποικίες και γενικά στις καθυστερημένες χώρες. Αυτό αποτελεί επίσης την βάση της εξάρτησης των ρεφορμιστικών συνδικάτων από το κράτος.
Στο Μεξικό τα συνδικάτα έχουν με νόμο μεταβληθεί σε μισοκρατικό θεσμό και κατά συνέπεια έχουν πάρει χαρακτήρα μισοολοκληρωτικό. Η κρατικοποίηση των συνδικάτων, έγινε, σύμφωνα με την αντίληψη των νομοθετών, για το συμφέρον των εργατών και με στόχο να τους εξασφαλίσει την επιρροή στην κυβερνητική και οικονομική ζωή. Στο μέτρο, όμως, που ο ξένος ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός κυριαρχεί στο εθνικό κράτος, στο μέτρο που είναι ικανός, με την βοήθεια των αντιδραστικών δυνάμεων του εσωτερικού, να ανατρέψει την ασταθή δημοκρατία και να την αντικαταστήσει αμέσως με ανοικτή φασιστική δικτατορία, σ’ αυτό το μέτρο η νομοθεσία η σχετική με τα συνδικάτα μπορεί εύκολα να γίνει ένα όπλο στα χέρια της ιμπεριαλιστικής δικτατορίας.

Συνθήματα για την ανεξαρτησία των συνδικάτων

Από τα προηγούμενα θα μπορούσε κανείς εύκολα να βγάλει το συμπέρασμα ότι τα συνδικάτα παύουν να είναι συνδικάτα στην ιμπεριαλιστική εποχή. Δεν αφήνουν σχεδόν πια τόπο στην εργατική δημοκρατία που, τον παλιό καλό καιρό, όταν το ελεύθερο εμπόριο κυριαρχούσε στον οικονομικό στίβο, αποτελούσε το περιεχόμενο αυτό καθεαυτό της εσωτερικής ζωής των εργατικών οργανώσεων. Όταν λείπει η εργατική δημοκρατία, δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερος αγώνας για επιρροή πάνω στα μέλη του συνδικάτου. Και από αυτή την άποψη, ο κύριος στίβος για επαναστατική δουλειά μέσα στα συνδικάτα εξαφανίζεται. Μια τέτοια, ωστόσο, θέση θα ήταν βασικά λαθεμένη. Δεν μπορούμε να διαλέξουμε το πεδίο και τους όρους της δραστηριότητας μας ακολουθώντας τις επιθυμίες και τις αντιπάθειες μας. Είναι άπειρα πιο δύσκολο να αγωνίζεται κανείς για να επιδράσει πάνω στις εργαζόμενες μάζες μέσα σ’ ένα ολοκληρωτικό και μισοολοκληρωτικό κράτος παρά σε μια δημοκρατία. Το ίδιο επίσης ισχύει και για τα συνδικάτα που η όλη τους ύπαρξη αντανακλά την εξέλιξη των καπιταλιστικών κρατών.
Δεν μπορούμε όμως να παραιτηθούμε από την πάλη να επιδράσουμε πάνω στους εργάτες της Γερμανίας μόνο και μόνο γιατί το ολοκληρωτικό καθεστώς κάνει μια τέτοια δουλειά εξαιρετικά δύσκολη. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από την πάλη μέσα στις οργανώσεις υποχρεωτικής δουλείας που δημιούργησε ο φασισμός. Για ένα λόγο παραπάνω δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από την συστηματική δουλειά μέσα στα συνδικάτα ολοκληρωτικού ή μισοολοκληρωτικού τύπου, μόνο και μόνο γιατί αυτά εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το εργατικό κράτος ή γιατί η γραφειοκρατία στερεί από τους επαναστάτες την δυνατότητα να δουλέψουν ελεύθερα μέσα σ’ αυτά τα συνδικάτα. Είναι ανάγκη να αγωνιστεί κανείς κάτω απ’ όλες αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την προηγούμενη εξέλιξη, που σε αυτήν περιλαμβάνονται τα λάθη της εργατικής τάξης και τα εγκλήματα των αρχηγών της.
Στις φασιστικές και μισοφασιστικές χώρες, είναι αδύνατον να γίνει επαναστατική δουλειά που να μην είναι κρυφή, παράνομη και συνωμοτική. Στα ολοκληρωτικά και μισοολοκληρωτικά συνδικάτα, είναι αδύνατο ή σχεδόν αδύνατο να γίνει οποιαδήποτε άλλη δουλειά έξω από την συνωμοτική δουλειά. Είναι ανάγκη να προσαρμοστούμε εμείς οι ίδιοι στις συγκεκριμένες συνθήκες που υπάρχουν στα συνδικάτα κάθε χώρας για να κινητοποιήσουμε τις μάζες, όχι μόνο ενάντια στην μπουρζουαζία, μα και ενάντια στο ολοκληρωτικό καθεστώς που βασιλεύει στα ίδια τα συνδικάτα και ενάντια στους ηγέτες που ενισχύουν αυτό το καθεστώς.
Το πρώτο σύνθημα σε αυτόν τον αγώνα είναι: πλήρης και χωρίς όρους ανεξαρτησία των συνδικάτων από το καπιταλιστικό κράτος. Αυτό σημαίνει αγώνα για να μεταβάλουμε τα συνδικάτα σε όργανα των εκμεταλλευομένων μαζών και όχι σε όργανα της εργατικής αριστοκρατίας.
Το δεύτερο σύνθημα είναι: δημοκρατία στα συνδικάτα. Το δεύτερο αυτό σύνθημα βγαίνει άμεσα από το πρώτο και προϋποθέτει, για την πραγματοποίησή του, πλήρη ελευθερία των συνδικάτων από το ιμπεριαλιστικό ή αποικιακό κράτος.
Μ’ άλλα λόγια, στην σημερινή εποχή, τα συνδικάτα δεν μπορούν να είναι απλά όργανα της δημοκρατίας όπως ήταν την εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, και δεν μπορούν να μείνουν άλλο πολιτικά ουδέτερα, δηλαδή, να περιοριστούν στην υπεράσπιση των καθημερινών αναγκών της εργατικής τάξης. Δεν μπορούν να είναι πια αναρχικά, δηλαδή να αγνοούν την αποφασιστική επίδραση του κράτους στην ζωή των λαών και των τάξεων. Δεν μπορούν να είναι πια ρεφορμιστικά, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επιτρέπουν πια σοβαρές και διαρκείς μεταρρυθμίσεις. Τα συνδικάτα της εποχής μας μπορούν είτε να χρησιμεύσουν σαν δευτερεύοντα όργανα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού για να υποτάξουν και να πειθαρχήσουν τους εργάτες και να εμποδίσουν την επανάσταση είτε, αντίθετα, να γίνουν όργανα του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου.
Η ουδετερότητα των συνδικάτων ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν, είναι νεκρή μαζί με την ελεύθερη αστική «δημοκρατία».
Από τα παραπάνω βγαίνει καθαρά ότι παρά το συνεχή εκφυλισμό των συνδικάτων και την προοδευτική συγχώνευσή τους με το ιμπεριαλιστικό κράτος, η δουλειά μέσα στα συνδικάτα, όχι μόνο δεν έχασε τίποτα από τη σπουδαιότητα της, αλλά παραμένει όπως και πριν και γίνεται μάλιστα, με μια ορισμένη έννοια, ακόμα πιο σημαντική για κάθε επαναστατικό κόμμα. Στόχος αυτής της δουλειάς είναι ουσιαστικά, ο αγώνας για την επιρροή πάνω στην εργατική τάξη. Κάθε οργάνωση, κάθε φράξια που επιτρέπει στον εαυτό της μια θέση τελεσιγραφική απέναντι στα συνδικάτα, που στην ουσία δηλαδή γυρίζει την πλάτη της στην εργατική τάξη μόνο και μόνο γιατί οι οργανώσεις της δεν της αρέσουν, κάθε τέτοια οργάνωση είναι καταδικασμένη σε θάνατο. Και πρέπει να το πούμε είναι άξια της τύχης της.

Στο μέτρο που τον κύριο ρόλο στις καθυστερημένες χώρες τον παίζει όχι ο εθνικός καπιταλισμός αλλά ο ξένος ιμπεριαλισμός, η εθνική μπουρζουαζία κατέχει, με την έννοια της κοινωνικής της θέσης, μια θέση πολύ κατώτερη από εκείνη που ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Στο μέτρο που το ξένο κεφάλαιο δεν κάνει εισαγωγή εργατών, αλλά προλεταριοποιεί τον ντόπιο πληθυσμό, το εθνικό προλεταριάτο αρχίζει να παίζει έναν πολύ σπουδαίο ρόλο στην ζωή της χώρας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εθνική κυβέρνηση, στο βαθμό που προσπαθεί να αντισταθεί στο ξένο κεφάλαιο, είναι υποχρεωμένη σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό να στηριχθεί στο προλεταριάτο.
Από την άλλη μεριά, οι κυβερνήσεις των καθυστερημένων αυτών χωρών, που θεωρούν σαν αναπόφευκτο ή πιο επικερδές για τον εαυτό τους να βαδίζουν χέρι χέρι με το ξένο κεφάλαιο, διαλύουν τις εργατικές οργανώσεις και επιβάλουν ένα, λιγότερο ή περισσότερο, ολοκληρωτικό καθεστώς. Έτσι η αδυναμία της εθνικής μπουρζουαζίας, η έλλειψη παραδόσεων αυτο-κυβέρνησης, η πίεση του ξένου καπιταλισμού και η σχετικά γρήγορη ανάπτυξη του προλεταριάτου, κλονίζουν τα θεμέλια κάθε σταθερού δημοκρατικού καθεστώτος.
Οι κυβερνήσεις των καθυστερημένων χωρών, δηλαδή των αποικιακών και μισοαποικιακών χωρών, παίρνουν χαρακτήρα βοναπαρτιστικό ή μισοβοναπαρτιστικό, και διαφέρουν η μια από την άλλη στο ότι μερικές προσπαθούν να προσανατολιστούν προς μια δημοκρατική κατεύθυνση, ζητώντας στηρίγματα στους εργάτες και τους αγρότες, ενώ οι άλλες επιβάλλουν μια μορφή στρατιωτικής και αστυνομικής δικτατορίας. Αυτό προσδιορίζει επίσης την τύχη των συνδικάτων. Τα συνδικάτα είτε βρίσκονται κάτω από την ιδιαίτερη κηδεμονία του κράτους, είτε καταδιώκονται σκληρά. Η κηδεμονία του κράτους υπαγορεύεται από δύο σκοπούς που είναι αντιμέτωποι: πρώτο, να πλησιάσει ολόκληρη την εργατική τάξη και να κερδίσει έτσι ένα στήριγμα για να μπορεί να αντιστέκεται στις υπερβολικές αξιώσεις του ιμπεριαλισμού, και δεύτερο, να πειθαρχήσει τους ίδιους τους εργάτες βάζοντάς τους κάτω από τον έλεγχο μιας γραφειοκρατίας.

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός και τα συνδικάτα

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός είναι μέρα με την μέρα λιγότερο πρόθυμος να συμφιλιωθεί με την ανεξαρτησία των συνδικάτων. Αξιώνει από την ρεφορμιστική γραφειοκρατία και την εργατική αριστοκρατία, που μαζεύουν ψίχουλα από το τραπέζι του, να μεταβληθούν και οι δύο τους σε πολιτική αστυνομία του απέναντι στην εργατική τάξη. Αν αυτό δεν γίνεται, παραμερίζει την εργατική γραφειοκρατία και την αντικαθιστά με τους φασίστες. Τότε, όλες οι προσπάθειες της εργατικής αριστοκρατίας, που είναι στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού, δεν μπορούν να την γλιτώσουν για πολύ καιρό από την καταστροφή.
Η ένταση των ταξικών αντιθέσεων σε κάθε χώρα και των ανταγωνισμών ανάμεσα στα έθνη, δημιουργεί μια κατάσταση όπου ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός μπορεί να ανεχτεί (δηλαδή για μια ορισμένη στιγμή) την ρεφορμιστική γραφειοκρατία μόνο αν αυτή ενεργεί άμεσα σαν ένας μικρός αλλά δραστήριος μέτοχος στις ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις του, στα σχέδια και στα προγράμματά τους τόσο μέσα στην ίδια την χώρα όσο και στον παγκόσμιο στίβο. Ο σοσιαλρεφορμισμός οφείλει να μεταμορφωθεί σε σοσιαλιμπεριαλισμό για να κρατηθεί στην ζωή, αλλά μόνο για να κρατηθεί στην ζωή και τίποτα άλλο. Γιατί ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο δεν υπάρχει, γενικά, καμία διέξοδος.
Αυτό σημαίνει πως στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι γενικά αδύνατη η ύπαρξη ανεξάρτητων συνδικάτων; Θα ήταν, βασικά, λάθος να βάλουμε έτσι το ζήτημα. Αδύνατη είναι η ύπαρξη ανεξάρτητων ή μισοανεξάρτητων ρεφορμιστικών συνδικάτων. Είναι όμως απόλυτα δυνατή η ύπαρξη επαναστατικών συνδικάτων που, όχι μόνο δεν είναι φερέφωνα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, αλλά θεωρούν καθήκον τους την άμεση ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Την εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής τα συνδικάτα δεν μπορούν να είναι πραγματικά ανεξάρτητα παρά μόνο στον βαθμό που, στην πράξη, είναι συνειδητά όργανα της προλεταριακής επανάστασης.
Από αυτή την άποψη, το Μεταβατικό Πρόγραμμα που υιοθέτησε το περασμένο συνέδριο της 4ης Διεθνούς δεν είναι μόνο το πρόγραμμα δράσης του κόμματος, αλλά, στις ουσιώδεις του γραμμές, και το πρόγραμμα της συνδικαλιστικής δράσης του.
Η ανάπτυξη των καθυστερημένων χωρών διακρίνεται από έναν συνδυασμένο χαρακτήρα. Μ’ άλλα λόγια, η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, της οικονομίας και της πολιτικής του ιμπεριαλισμού, συνδυάζεται σε αυτές τις χώρες με την καθυστερημένη και από παράδοση πρωτόγονη κατάσταση τους. Αυτό τον νόμο μπορούμε να τον παρατηρήσουμε στους πιο διάφορους τομείς της ανάπτυξης των αποικιακών ή μισοαποικιακών χωρών, και εδώ περιλαμβάνεται και ο τομέας του συνδικαλιστικού κινήματος. Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός ενεργεί εδώ με την πιο κυνική, με την πιο φανερή μορφή του. Μεταφέρει σε παρθένο έδαφος τις πιο τέλειες μεθόδους της τυραννικής κυριαρχίας του.
Σ’ ολόκληρο το παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα παρατηρήθηκε, την τελευταία περίοδο, ένα γλίστρημα προς τα δεξιά και η κατάργηση της εσωτερικής δημοκρατίας.
Στην Αγγλία, το κίνημα της μειοψηφίας στα συνδικάτα τσακίστηκε (με την βοήθεια της Μόσχας). Οι ηγέτες του συνδικαλιστικού κινήματος είναι σήμερα, ιδιαίτερα στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, οι πιο πιστοί υπηρέτες, οι πράκτορες του Συντηρητικού κόμματος.
Στην Γαλλία δεν υπήρχε θέση για την ανεξάρτητη ύπαρξη των σταλινικών συνδικάτων. Ενώθηκαν με τα λεγόμενα αναρχοσυνδικαλιστικά συνδικάτα κάτω από την ηγεσία του Ζουό, και το αποτέλεσμα αυτής της ένωσης ήταν μια γενική μετατόπιση του συνδικαλιστικού κινήματος όχι προς τ’ αριστερά αλλά προς τα δεξιά. Η ηγεσία της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (C.G.T) είναι το πιο άμεσο και το πιο ανοικτό πρακτορείο του γαλλικού ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το συνδικαλιστικό κίνημα πέρασε τα τελευταία αυτά χρόνια την πιο θυελλώδη ιστορία του. Η άνοδος του Συνεδρίου Βιομηχανικών Οργανώσεων (C.I.O.) είναι μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη για τις επαναστατικές τάσεις που εκδηλώνονται ανάμεσα στις εργατικές μάζες. Ωστόσο, αξιοσημείωτο και ενδεικτικό, στον υψηλότερο βαθμό του, είναι το γεγονός ότι η νέα αυτή «αριστερίστικη» συνδικαλιστική οργάνωση δεν πρόφτασε να ιδρυθεί και έπεφτε κιόλας κάτω από την επίδραση του ιμπεριαλιστικού κράτους. Η πάλη ανάμεσα στις διοικήσεις της παλιάς και της καινούργιας συνομοσπονδίας περιορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην πάλη για το κέρδισμα της συμπάθειας και της υποστήριξης του Ρούσβελτ και της κυβέρνησης του.
Δεν είναι λιγότερο χαρακτηριστική, αν και με διαφορετική έννοια, η εξέλιξη και ο εκφυλισμός των συνδικάτων στην Ισπανία. Στα σοσιαλιστικά συνδικάτα όλα τα ηγετικά στοιχεία, που ως ένα βαθμό αντιπροσώπευαν την ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος, παραμερίστηκαν. Όσο για τις αναρχοσυνδικαλιστικές ενώσεις, αυτές μεταβλήθηκαν σε όργανα της δημοκρατικής μπουρζουαζίας. Οι αναρχοσυνδικαλιστές ηγέτες έγιναν συντηρητικοί αστοί υπουργοί. Το γεγονός ότι αυτή η μεταμόρφωση έγινε μέσα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου δεν μειώνει τη σημασία της. Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της ίδιας ακριβώς πολιτικής. Επιταχύνει τις εξελίξεις, φανερώνει τα βασικά τους γνωρίσματα, καταστρέφει καθετί που είναι σάπιο, ψεύτικο, αμφίβολο και εμφανίζει γυμνό καθετί που είναι ουσιώδες.
Το γλίστρημα των συνδικάτων προς τα δεξιά οφείλεται στον παροξυσμό των ταξικών και διεθνών αντιθέσεων. Οι ηγέτες του συνδικαλιστικού κινήματος αισθάνονταν ή καταλάβαιναν, ότι τώρα δεν είναι καιρός να παίζουν το παιχνίδι της αντιπολίτευσης. Κάθε αντιπολιτευτική κίνηση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, και ιδιαίτερα στις κορυφές του, απειλούσε να προκαλέσει ένα φοβερό κίνημα μαζών και να δημιουργήσει έτσι δυσκολίες στον εθνικό ιμπεριαλισμό. Εδώ έχει την πηγή του το γλίστρημα των συνδικάτων προς τα δεξιά και η κατάργηση της εργατικής δημοκρατίας στα συνδικάτα. Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, το γλίστρημα προς το ολοκληρωτικό καθεστώς, προσδιορίζει το εργατικό κίνημα ολόκληρου του κόσμου.
Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω την Ολλανδία, όπου όχι μόνο ο ρεφορμισμός και το συνδικαλιστικό κίνημα έχουν γίνει στήριγμα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, αλλά και οι λεγόμενες αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις που έχουν περάσει τελευταία κάτω από τον έλεγχο της ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης. Ο γραμματέας αυτής της οργάνωσης, ο Σνέβλιτ, παρ’ όλες τις πλατωνικές συμπάθειές του για την 4η Διεθνή, σαν βουλευτής στην ολλανδική βουλή ενδιαφερόταν πρώτα από όλα, να μην πέσουν οι κεραυνοί της κυβέρνησης πάνω στην συνδικαλιστική οργάνωσή του.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το υπουργείο εργασίας με την «αριστερή» γραφειοκρατία του έθεσε σαν καθήκον του να υποτάξει το συνδικαλιστικό κίνημα στο δημοκρατικό κράτος και, πρέπει να πούμε πως μέχρι τώρα το καθήκον αυτό εκπληρώθηκε με κάποια επιτυχία.
Η εθνικοποίηση των σιδηροδρόμων και των πετρελαιοπηγών στο Μεξικό δεν έχει, βέβαια, τίποτα το κοινό με τον σοσιαλισμό. Είναι ένα μέτρο κρατικού καπιταλισμού σε μια καθυστερημένη χώρα που με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να υπερασπισθεί τον εαυτό της από τη μια, ενάντια στον ξένο ιμπεριαλισμό και, από την άλλη, ενάντια στο ίδιο της το προλεταριάτο. Η διαχείριση των σιδηροδρόμων, των πετρελαιοπηγών, κ.λ.π. διαμέσου των εργατικών οργανώσεων, δεν έχει τίποτα το κοινό με τον εργατικό έλεγχο στην βιομηχανία, γιατί, ουσιαστικά, η διαχείριση είναι στα χέρια της εργατικής γραφειοκρατίας, που ενώ είναι ανεξάρτητη από τους εργάτες, βρίσκεται κάτω από την απόλυτη εξάρτηση του αστικού κράτους. Αυτό το μέτρο από μέρους της κυρίαρχης τάξης έχει σκοπό να πειθαρχήσει την εργατική τάξη, να την κάνει να δουλέψει περισσότερο στην υπηρεσία των «κοινών» συμφερόντων του κράτους, που φαίνεται να μπερδεύονται με τα συμφέροντα της ίδιας της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, ο μόνος στόχος της μπουρζουαζίας είναι να διαλύσει τα συνδικάτα σαν όργανα της πάλης των τάξεων και να τα αντικαταστήσει με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία που είναι όργανο του αστικού κράτους για τη διοίκηση των εργατών. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, το καθήκον της επαναστατικής πρωτοπορίας είναι να αγωνιστεί για την πλήρη ανεξαρτησία των συνδικάτων, και για την επιβολή του πραγματικού εργατικού ελέγχου πάνω στην σημερινή συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που έχει μεταβληθεί σε διοίκηση των σιδηροδρόμων, των επιχειρήσεων πετρελαίου κ.λ.π.
Τα γεγονότα της τελευταίας (πριν από τον πόλεμο) περιόδου αποκαλύψανε, ιδιαίτερα καθαρά, πως ο αναρχισμός, που από θεωρητική άποψη είναι πάντα φιλελευθερισμός σπρωγμένος στα άκρα του και τίποτα άλλο, ήταν στην πράξη μια ειρηνιστική προπαγάνδα μέσα στα πλαίσια της δημοκρατικής πολιτείας της οποίας απαιτεί την προστασία. Αν αφήσουμε στην άκρη τις ατομικές τρομοκρατικές πράξεις κ.λ.π., ο αναρχισμός, σαν ένα σύστημα κινήματος και πολιτικής δράσης των μαζών, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα προπαγανδιστικό υλικό κάτω από την ειρηνική προστασία των νόμων. Σε συνθήκες κρίσης, οι αναρχικοί κάνουν πάντα το αντίθετο από εκείνο που διδάσκουν σε καιρό ειρήνης. Αυτό το σημείωσε ο ίδιος ο Μαρξ μιλώντας για την Κομμούνα του Παρισιού. Και επαναλήφθηκε πολύ αργότερα σε μια κολοσσιαία κλίμακα στην εμπειρία της ισπανικής επανάστασης.
Συνδικάτα δημοκρατικά με την παλιά έννοια του όρου, δηλαδή οργανώσεις, όπου στα πλαίσιά τους συγκρούονται διάφορες τάσεις, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερα, στους κόλπους μιας και της ίδιας μαζικής οργάνωσης δε μπορούν να υπάρχουν πια. Ακριβώς όπως είναι αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στο αστικό δημοκρατικό κράτος είναι και αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στην παλιά εργατική δημοκρατία. Η μοίρα του ενός αντανακλάει την μοίρα του άλλου. Είναι γεγονός αποδειγμένο ότι η ανεξαρτησία των συνδικάτων από ταξική άποψη, στις σχέσεις τους με το αστικό κράτος, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στις σημερινές συνθήκες, παρά μόνο κάτω από μια ηγεσία απόλυτα επαναστατική, όπως είναι η ηγεσία της 4ης διεθνούς. Αυτή η ηγεσία, φυσικά, μπορεί και πρέπει να είναι λογική και να εξασφαλίζει στα συνδικάτα το μάξιμουμ της δυνατής δημοκρατίας κάτω από τις συγκεκριμένες σημερινές συνθήκες. Αλλά χωρίς την πολιτική ηγεσία της 4ης Διεθνούς, η ανεξαρτησία των συνδικάτων είναι αδύνατη.

Αύγουστος 1940
Λ.ΤΡΟΤΣΚΥ

Advertisements

One response to “Κομμουνισμός και συνδικαλισμός

  1. Παράθεμα: sufired | Κομμουνισμός και συνδικαλισμός·

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s