Το ευρώ και η ελληνική οικονομία: μια ταξική προσέγγιση

του Δημήτρη Τσίρκα
(Aναδημοσίευση από το Κόκκινο, τεύχος 49)

Η προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης της τρόικας (ΔΝΤ, Κομισιόν, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) επανέφερε δυναμικά στην Αριστερά μια σχετικά ξεχασμένη συζήτηση: αυτή της υποτιθέμενης εξάρτησης του ελληνικού καπιταλισμού από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η οποία επιτυγχάνεται διαμέσου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάρτηση που υποτίθεται εντάθηκε με την εισαγωγή του ευρώ, στο οποίο και χρεώνεται η τρέχουσα οικονομική κρίση και η χρεοκοπία. Για πολλούς η υπογραφή του μνημονίου που συνοδεύει το δανεισμό από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, από την κυβέρνηση, ισοδυναμεί με ουσιαστική απώλεια της εθνικής κυριαρχίας.

Έτσι, σύμφωνα με τον Χ. Καραμάνο από την ΚΟΕ: «Έχουμε μπει σε μια νέα καθεστωτική φάση, ότι κάτι σημαντικό άλλαξε στη χώρα και στον τρόπο διακυβέρνησής της από τη στιγμή που προσχωρήσαμε στην τριπλή επιτήρηση και στο καθεστώς επικυριαρχίας από ΔΝΤ-Ε.Ε» (Εποχή 13/06/2010). Ενώ σύμφωνα με το Αλέκο Αλαβάνο: «Η Βουλή ψηφίζει το τριετές πρόγραμμα στα αγγλικά. Η Βουλή αυτοευνουχίζεται, παραιτείται από το δικαίωμα και την υποχρέωση να επικυρώνει τις διεθνείς συμφωνίες. Δεν μπορούμε να δεχθούμε μισό αιώνα μετά τον γερμανόδουλο πρωθυπουργό της κατοχής Τσολάκογλου, ενάμιση αιώνα μετά τον Βαυαρό πρωθυπουργό κόμη Ιωσήφ Λουδοβίκο Άρμανσμπεργκ, η Ελλάδα να έχει Γερμανίδα πρωθυπουργό, την Άγκελα Μέρκελ» (ομιλία στο Σπόρτινγκ 27/5/2010). Τέλος, ο καθηγητής της σχολής SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Κώστας Λαπαβίτσας,, συγγραφέας (μεταξύ άλλων) μιας αρκετά ενημερωτικής εργασίας για τη λειτουργία της ευρωζώνης, εκτιμά πως το ευρώ και η Ε.Ε. συνολικότερα είχαν αποτέλεσμα την επαναδημιουργία της ιμπεριαλιστικής – εκμεταλλευτικής σχέσης κέντρου – περιφέρειας, που κατά την άποψή του χαρακτηρίζει ιστορικά τον καπιταλισμό, ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες του Βορρά και του Κέντρου της Ε.Ε. (Γερμανία, Γαλλία κ.λπ.) από τη μια και τις χώρες του Νότου όπως η Ελλάδα, Πορτογαλία κ.λπ. από την άλλη.

Η κρίση λοιπόν του ελληνικού καπιταλισμού αποδίδεται πρώτα και κύρια στο ευρώ, η υιοθέτηση του οποίου μετέτρεψε την Ελλάδα σε χώρα της περιφέρειας, αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης από τις ισχυρές χώρες του Κέντρου και του Βορρά. Ενώ η ψήφιση του Μνημονίου ολοκληρώνει αυτή τη σχέση υποτέλειας και εξάρτησης και στο πολιτικό επίπεδο, αφού παραδίδει την εθνική κυριαρχία στους πιστωτές (ΔΝΤ, Ε.Ε.). Με βάση αυτή την ανάλυση, προτείνεται ως στρατηγική για το κίνημα και την Αριστερά ένα πλατύ μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, διαταξικού χαρακτήρα, ενάντια στους νέους κατακτητές της πατρίδας και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Ένα «νέο ΕΑΜ» με άλλα λόγια.

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση πάσχει από μια σοβαρή μεθοδολογική αδυναμία, καθώς αντιστρέφει τη σχέση του ταξικού με το διεθνικό, δίνοντας προτεραιότητα στο δεύτερο. Ακόμη χειρότερα όμως, δεν επιβεβαιώνεται ούτε εμπειρικά, με βάση την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και της Ζώνης του Ευρώ (ΖΕ) τα τελευταία χρόνια.

Η μαρξική προσέγγιση ενός κοινωνικού σχηματισμού εκκινά από την ανάλυση των ταξικών σχέσεων που τον συγκροτούν. Τα εθνικά κράτη αποτελούν την κατεξοχήν βαθμίδα όπου συμπυκνώνεται και συγκεφαλαιώνεται η ταξική εξουσία της αστικής τάξης, ενώ η ταξική πάλη διεξάγεται πρώτα από όλα στο πλαίσιο του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού. Όπως επισημαίνει ο Γκράμσι: «Οι διεθνείς σχέσεις προηγούνται ή έπονται των δομικών κοινωνικών σχέσεων; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως έπονται. Κάθε οργανική καινοτομία στην κοινωνική δομή (μιας χώρας σ.τ.μ.) τροποποιεί τις απόλυτες και τις σχετικές σχέσεις στο διεθνές επίπεδο. Ακόμη και η γεωγραφική θέση ενός κράτους δεν προηγείται (λογικά), αλλά ακολουθεί αυτών των δομικών κοινωνικών αλλαγών… Ωστόσο, οι διεθνείς σχέσεις αντεπιδρούν τόσο παθητικά όσο και ενεργητικά πάνω στις πολιτικές σχέσεις (στην ηγεμονία ανάμεσα στα κόμματα στο εσωτερικό του κράτους)». Με βάση αυτή την οπτική, πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια της σημερινής κρίσης εντός των συνόρων, στην εξέλιξη της ταξικής πάλης και του μοντέλου συσσώρευσης του ελληνικού καπιταλισμού. Μέσα από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αναλυθεί και η συμμετοχή της Ελλάδας στο κοινό νόμισμα. Δηλαδή ως στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης και του κράτους, αφενός μεν για να διευκολύνει την πειθάρχηση της εργασίας και να μεγεθύνει την εκμετάλλευσή της, αφετέρου για να ενισχύσει τη διεθνή της θέση στο νέο και οξυμμένο ανταγωνιστικό πλαίσιο που σήμανε η παγκοσμιοποίηση, συμμετέχοντας σε ένα από τα ισχυρότερα οικονομικά μπλοκ του πλανήτη. Ασφαλώς η συμμετοχή στο ευρώ δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα στην οποία κλήθηκαν να λειτουργήσουν τα ελληνικά κεφάλαια και το κράτος, την οποία και θα αναλύσουμε στην επόμενη ενότητα.

Το ευρώ ως εργαλείο πειθάρχησης της εργασίας και πεδίο καπιταλιστικού ανταγωνισμού

Η συμμετοχή στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) παρουσιάζει μια σειρά οφέλη και κόστη για τις οικονομίες που την απαρτίζουν.
Τα οφέλη ονομάζονται οφέλη νομισματικής σταθερότητας και σχετίζονται με το γεγονός πως το χρήμα είναι πιο χρήσιμο όταν χρησιμοποιείται σε μια μεγάλη περιοχή ως μέσο πληρωμών και αποταμίευσης. Όσο πιο μεγάλη είναι η διεθνής κυκλοφορία του ευρώ, τόσο αυξάνει η χρησιμότητά του. Εντός της ευρωζώνης η αβεβαιότητα που προερχόταν από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις ανάμεσα στα νομίσματα έχει εξαφανιστεί, οδηγώντας σε σημαντική μείωση του κόστους και του κινδύνου των συναλλαγών. Αυτό οδήγησε σε αύξηση του εμπορίου και της κίνησης του κεφαλαίου, διευκολύνοντας τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, αλλά και τη συνολικότερη αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, αυξάνοντας το μέγεθος και την αποτελεσματικότητά τους. Συνολικά, διευκόλυνε την προσπάθεια των ευρωπαϊκών κεφαλαίων να διατηρήσουν και να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους σε ένα πιο δύσκολο διεθνές πεδίο που σήμανε η παγκοσμιοποίηση.

Ταυτόχρονα, η ολοένα και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση του ευρώ ως διεθνούς μέσου πληρωμών και αποταμίευσης διευκόλυνε το εμπόριο της ευρωζώνης με τον υπόλοιπο κόσμο, μειώνοντας το κόστος των διεθνών συναλλαγών. Η συνεχής ανατίμηση του ευρώ σε σχέση με το δολάριο από τη στιγμή της εισαγωγής του, απορρόφησε μεγάλο μέρος της αύξησης τα τελευταία χρόνια των τιμών του πετρελαίου και των άλλων πρώτων υλών και τροφίμων που τιμώνται σε δολάρια. Επίσης διευκόλυνε την επέκταση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων ανά τον κόσμο, αφού κατέστησε τις ξένες άμεσες επενδύσεις και εξαγορές πιο φθηνές. Τέλος, η ισχύς αυτή του ευρώ είχε συνέπεια τη συγκράτηση του πληθωρισμού εντός της Ζώνης σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με το παρελθόν, ενώ περιόρισε σημαντικά το κόστος δανεισμού τόσο των ιδιωτών όσο και των κρατών. Οι δύο τελευταίες εξελίξεις είχαν ιδιαίτερη σημασία για τις χώρες του Νότου όπως η Ελλάδα, που ταλαιπωρούνταν από χρόνια προβλήματα υψηλού πληθωρισμού, αντιμετωπίζοντας παράλληλα υψηλά κόστη δανεισμού.

Τα κόστη του κοινού νομίσματος ονομάζονται κόστη ευστάθειας και απορρέουν από την οικειοθελή παραίτηση των χωρών-μελών της Ζώνης από τη νομισματική και τη συναλλαγματική τους πολιτική και τον περιορισμό της δημοσιονομικής τους πολιτικής στα όρια που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας (3% έλλειμμα του προϋπολογισμού και 60% δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ). Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η Ζώνη του Ευρώ δεν αποτελεί έναν οικονομικά ενιαίο γεωγραφικό χώρο με κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, υψηλό ενδοκλαδικό και διακλαδικό εμπόριο, μία τιμή για βασικά προϊόντα, κοινό φορολογικό σύστημα και έναν ενιαίο οικονομικό προϋπολογισμό και κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό. Όλα αυτά θα προϋπέθεταν εκτός από τη νομισματική και τη πολιτική ένωση, δηλαδή ένα ευρωπαϊκό κράτος. Ωστόσο, η ΟΝΕ παραμένει μια οικονομική και νομισματική ένωση ανεξάρτητων κρατών με πολύ διαφορετικές παραγωγικότητες των οικονομιών τους. Η προσπάθεια να διατηρηθεί η συνοχή αυτού του ετερόκλητου συνόλου και η βιωσιμότητα αλλά και η ισχύς του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος ήταν εξαρχής μια δύσκολη υπόθεση. Η επίτευξη διαφορετικών και πολλές φορές αντιφατικών στόχων όπως η ενοποίηση διαφορετικών οικονομιών και η δημιουργία ενός ισχυρού διεθνούς νομίσματος χωρίς πολιτική ένωση οδήγησε σε ένα πολύ σκληρό δημοσιονομικό πλαίσιο (Σύμφωνο Σταθερότητας) και σε μια άτεγκτη αντιπληθωριστική πολιτική, την οποία ανέλαβε να εφαρμόσει μια ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Η ΕΚΤ είναι μια «ασυνήθιστη» κεντρική τράπεζα. Διαθέτει το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης άδειας τυπώματος επιπλέον νομισμάτων (ευρώ) και διατήρησης και διαχείρισης των συναλλαγματικών αποθεμάτων των κρατών-μελών. Ωστόσο. αντίθετα από τις κεντρικές τράπεζες άλλων χωρών, δεν έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται το χρέος των χωρών της ευρωζώνης αγοράζοντας ομόλογα του Δημοσίου τους και διαμορφώνοντας έτσι τα επιτόκιά τους σε χαμηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, είναι πραγματικά ανεξάρτητη, με την έννοια πως κανένας δημόσιος θεσμός ή μεμονωμένο κράτος-μέλος δεν μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις και τη λειτουργία της. Μπορεί και οι κεντρικές τράπεζες άλλων χωρών να είναι τυπικά ανεξάρτητες, αλλά επιβλέπουν μια ενιαία οικονομία, ενώ λογοδοτούν σε τελική ανάλυση στο κράτος. Η ανεξαρτησία της ΕΚΤ προκύπτει ακριβώς από την απουσία ενός ευρωπαϊκού κράτους. Μπορεί ωστόσο η ΕΚΤ να μην έχει το δικαίωμα να αγοράσει το χρέος των χωρών-μελών, έχει το δικαίωμα όμως να δανείσει τις τράπεζες της ευρωζώνης με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο (1%), με εγγύηση ομόλογα του Δημοσίου των χωρών-μελών αλλά και άλλα χρεόγραφα που απολαμβάνουν υψηλής βαθμολογίας από τις Εταιρείες Αξιολόγησης (rating agencies, π.χ. Fitch, S&P κ.λπ.). Για να εμποδίσει όμως τα κράτη να χρησιμοποιήσουν αυτό το παράθυρο για να δανείζονται αφειδώς χρησιμοποιώντας διάφορες τράπεζες που έχουν υπό τον έλεγχό τους (π.χ. το ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να μεταφέρει ομόλογά του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και αυτό να τα καταθέτει στην ΕΚΤ δανειζόμενο ευρώ με επιτόκιο 1%, λύνοντας έτσι το πρόβλημα της χρηματοδότησης του χρέους), οδηγώντας έτσι σε ανεξέλεγκτο τύπωμα ευρώ, μειώνοντας την αξία του και υπονομεύοντας τη διεθνή του ισχύ, τέθηκε το όριο του 3% στο έλλειμμα και του 60% στο χρέος και ένας πολύ χαμηλός στόχος για τον πληθωρισμό της τάξης του 2%. Με όλους αυτούς τους περιορισμούς, τα κράτη είναι αναγκασμένα να χρηματοδοτούν το χρέος τους από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, κάτι που μπορεί να αποβεί καταστροφικό όταν ξεφεύγουν από τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας, όπως είδαμε στην περίπτωση της Ελλάδας.

Πολλοί υποστηρίζουν, ακόμη και εντός της Αριστεράς, πως αυτός ο σχεδιασμός της ΟΝΕ είναι έτσι ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων επιλογών των αρχιτεκτόνων του και των κυβερνήσεων. Αυτό εν μέρει είναι σωστό, αφού το ευρώ δημιουργήθηκε το 1999, στο απόγειο της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού. Ο θεσμικός του σχεδιασμός ενσωματώνει τη μονεταριστική οικονομική ιδεολογία, που από πολλές απόψεις θυμίζει την πολιτική του κανόνα του χρυσού που ακολουθούσαν όλες σχεδόν οι οικονομίες μέχρι το μεγάλο κραχ του 1929. Αυτή στηρίζεται στην άποψη πως η δημοσιονομική επεκτατική πολιτική (κρατική στήριξη της οικονομίας διαμέσου δημιουργίας ελλειμμάτων) είναι αναποτελεσματική, ο πληθωρισμός είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της αύξησης της προσφοράς χρήματος και τέλος στην άποψη πως η πραγματική οικονομία επανέρχεται γρήγορα και αυτόματα σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης ύστερα από εξωτερικά σοκ. Αυτές οι αντιλήψεις οδήγησαν σε βάθεμα την κρίση που ξέσπασε το 1929 και άρχισαν να εγκαταλείπονται από όλες τις κυβερνήσεις ήδη από το 1932, όταν και υιοθετήθηκαν σταδιακά οι κεϊνσιανές πολιτικές. Ωστόσο, με βάση τα όσα παρουσιάσαμε παραπάνω οι επιλογές αυτές ήταν σε μεγάλο βαθμό αναγκαστικές προκειμένου να διατηρηθεί η νομισματική ένωση ενός μεγάλου αριθμού διαφορετικών οικονομιών χωρίς πολιτική ενοποίηση και ενιαία οικονομική πολιτική. Μια πιο χαλαρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική είτε θα επέτεινε τις φυγόκεντρες τάσεις μεταξύ των οικονομιών της Ζώνης είτε θα υπονόμευε την ισχύ του νέου νομίσματος, καθιστώντας το λιγότερο ελκυστικό σε μια σειρά χώρες (π.χ. Γερμανία) και άρα θέτοντας εκ νέου σε αμφισβήτηση τη χρησιμότητά του.

Μέσα σε αυτό το πολύ αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας του νέου νομίσματος, οι μόνοι τρόποι προσαρμογής στο διεθνή ανταγωνισμό που έμειναν στις χώρες, μετά την παραίτηση από τη συναλλαγματική και νομισματική τους πολιτική, είναι τρεις: Ένας μακροπρόθεσμος (η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και γενικά της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας – αυτής που δεν σχετίζεται με τις τιμές) και δύο βραχυπρόθεσμοι (η μείωση των περιθωρίων κέρδους ή η μείωση του κόστους εργασίας). Επειδή όμως στον καπιταλισμό το ισχυρό μέρος είναι το κεφάλαιο, αυτό που επιλέγεται είναι συνήθως το τελευταίο, δηλαδή η μείωση του κόστους παραγωγής μέσα από τη συμπίεση των μισθών και την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας. Και αυτό ακριβώς έγινε, όχι εν αγνοία των σχεδιαστών της ΟΝΕ αλλά εντελώς προσχεδιασμένα.
Όπως πολύ ανάγλυφα περιγράφει ο Ηλίας Ιωακείμογλου:

«Θα μπορούσαμε να γράψουμε την ιστορία των οικονομικών ιδεών, που αναπτύχθηκαν κυρίως στη δεκαετία του 1990, αμέσως πριν τη δημιουργία του ευρώ, με τον τίτλο «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος», με την έννοια ότι όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν αποτελούν ιστορικό ατύχημα, αλλά φυσικό αποτέλεσμα μιας νομισματικής ένωσης που σχεδιάστηκε ακριβώς για να παράγει τέτοια αποτελέσματα».
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

O «Δούρειος ίππος»

Στην οικονομική βιβλιογραφία της δεκαετίας του 1990, οι περισσότεροι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονταν το νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης σαν Δούρειο Ίππο που θα επιτρέψει την απορρύθμιση των αγορών εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως έγραφε ένας γνωστός οικονομολόγος, «εκτός εάν κάποιο απίθανο θαύμα συμβεί στην πανευρωπαϊκή συλλογική διαπραγμάτευση, οι αγορές εργασίας θα γίνονται όλο και πιο ευέλικτες στο μέλλον» (Burda 2001). Ένας συνάδελφός του, ακόμη πιο γνωστός (Calmfors 1998), έφθανε στο συμπέρασμα ότι οι μεγαλύτερες μεταβολές στην απασχόληση που θα προκληθούν από το κοινό νόμισμα, δηλαδή η ευκολότερη άνοδος της ανεργίας, θα αποτελέσουν κίνητρο για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και ότι η νομισματική ένωση θα επιδρά ως καταλύτης για την ελευθέρωση της αγοράς εργασίας, καθώς η κοινή γνώμη θα μεταστρέφεται υπό το βάρος της νέας πραγματικότητας, οι δε συνδικαλιστικές οργανώσεις θα πείθονται ότι δεν-υπάρχει-εναλλακτική-λύση (there-is-no-alternative)». (Εποχή, 28/02/2010)

Με άλλα λόγια, η εφαρμογή του νέου νομίσματος σχεδιάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να διαμορφώσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια άνευ προηγουμένου επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας που οδήγησε σε σημαντική αναδιανομή του πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Αυτή ήταν η βασική συγκολλητική ουσία που ένωσε τις αστικές τάξεις των κρατών της ΖΕ, παρά τις διαφορές τους, στο κοινό νόμισμα. Ωστόσο το ευρώ, ενώ έφερε κοντά τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις και τα κράτη τους στον αγώνα τους ενάντια στου εργαζόμενους της Ευρώπης, δεν εξαφάνισε τον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Αντίθετα, από πολλές απόψεις μπορούμε να πούμε πως τον όξυνε, αφού αφαίρεσε ορισμένα από τα παραδοσιακά όπλα των πιο αδύναμων κρατών όπως τη δυνατότητα υποτίμησης του εθνικού τους νομίσματος. Έτσι οι χώρες του Νότου (εξαιρείται η Ιταλία, η οποία συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση), όπως η Ελλάδα, με παραδοσιακά μικρότερη ανταγωνιστικότητα από τα κράτη του Κέντρου και του Βορρά, βρέθηκαν να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο νέο σκηνικό, αντιμετωπίζοντας σειρά προβλήματα τα οποία υπονομεύουν τη συνοχή της ΖΕ.

Οι ανισορροπίες του ευρώ

Με την είσοδό τους στο ευρώ οι χώρες του Νότου Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα και τελευταία η Κύπρος εμφανίζουν υψηλά και χρόνια εμπορικά ελλείμματα, ένδειξη της χαμηλής τους ανταγωνιστικότητας (διάγραμμα 1)

  

 

 

 

 

 

 

 

 

Το έλλειμμα αυτό είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Ο ένας είναι η ανατίμηση του ευρώ. Από 0,95 δολάριο τη στιγμή της εισαγωγής του, έφτασε το 1,58 τον Ιούλιο του 2008 (για να πέσει περίπου στο 1,22 σήμερα). Αυτό κατέστησε τα προϊόντα της ζώνης του ευρώ πιο ακριβά σε σχέση με του εξωτερικού. Ταυτόχρονα οι χώρες του Νότου εμφάνιζαν συστηματικά υψηλότερη ανάπτυξη από τους εμπορικούς τους εταίρους της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, ιδίως από τη Γερμανία και την Ιταλία (διάγραμμα 2), με αποτέλεσμα η ζήτηση των πρώτων για προϊόντα των δεύτερων να αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση των δεύτερων για προϊόντα των πρώτων.

Διάγραμμα 2 

Η υψηλότερη αυτή ανάπτυξη των χωρών του Νότου είχε αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό από τις χώρες του Κέντρου και του Βορρά (διάγραμμα 3)

 

 

Διάγραμμα 3
Αυτό είχε συνέπεια οι χώρες της Νότιας Ευρώπης (και η Ιρλανδία) να υποστούν μια εσωτερική ανατίμηση των προϊόντων τους εντός της Ζώνης, σε σχέση με τη Γερμανία και την Ιταλία και τις άλλες χώρες του Κέντρου. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα η διεύρυνση του εμπορικού της ελλείμματος σχετίζεται άμεσα με την ανατίμηση τόσο της δραχμής (από τη στιγμή που αποφάσισε να προσχωρήσει στο κοινό νόμισμα) όσο και του ευρώ.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε πως είναι λάθος οι απόψεις που χρεώνουν τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού στην υπερβολική αύξηση των μισθών. Μπορεί οι μισθοί στην Ελλάδα να αυξάνονταν ταχύτερα από το μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ, ωστόσο ταχύτερα αυξανόταν και η παραγωγικότητα της εργασίας, με αποτέλεσμα η συμβολή της αύξησης των μισθών στην ανταγωνιστικότητα από το 1995 και ύστερα να είναι σχεδόν ουδέτερη. Αντίθετα, η συμβολή του ποσοστού κέρδους των ελληνικών εξαγωγικών εταιρειών είναι μονίμως αρνητική. Που σημαίνει ότι οι εταιρείες, προκειμένου να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους τους, αύξαναν συστηματικά τις τιμές των προϊόντων τους, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ανταγωνιστικότητά τους. Όπως δείχνει το παρακάτω διάγραμμα, η κερδοφορία έχει διαρκώς αρνητική επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα από το 1995 και ύστερα (διάγραμμα 5).
(η ίδια τάση συνεχίζεται μέχρι και το 2009, σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ 2009)

                   Διάγραμμα 5

Ανακεφαλαιώνοντας, η Ελλάδα (και οι υπόλοιπες χώρες του Νότου) εμφανίζουν πρόβλημα ανταγωνιστικότητας εξαιτίας της ανατίμησης του ευρώ, της ταχύτερης ανάπτυξης των οικονομιών τους από αυτή των εμπορικών τους εταίρων που είχε αποτέλεσμα γοργότερη αύξηση της ζήτησης σε σχέση με αυτή των βόρειων εταίρων τους και υψηλότερο πληθωρισμό. Η ταχύτερη αυτή ανάπτυξη ήταν απαραίτητη προκειμένου να επιτύχουν τη σύγκλιση με τις πιο πλούσιες χώρες της Ζώνης. Αντίθετα, οι χώρες του κέντρου και ιδίως η Γερμανία με την περιοριστική πολιτική που άσκησαν όλα τα προηγούμενα χρόνια, με καθήλωση μισθών και των δημόσιων δαπανών, εμφανίζουν μικρότερη ανάπτυξη και χαμηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας (διάγραμμα 6).

Διάγραμμα 6

Η ισχνή ανάπτυξη της Γερμανίας μετά το 2004, με την οποία κατάφερε να μειώσει την ανεργία, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην αύξηση των εξαγωγών της προς τις χώρες του ευρώ (αποτελούν τα 2/3 των εξαγωγών της), η οποία στηρίχθηκε στη συμπίεση των μισθών των εργαζομένων της.

Πιο συγκεκριμένα, από τότε που μπήκαν στο ευρώ οι χώρες του Νότου απήλαυσαν τη δραστική μείωση των ονομαστικών επιτοκίων δανεισμού του Δημοσίου τους και σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τους τομέα, αντίστοιχα και στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό είχε συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση του δανεισμού (ιδιωτικού και δημόσιου) που οδήγησε σε έκρηξη της οικοδομικής δραστηριότητας και του προστατευμένου από τον ανταγωνισμό τομέα των υπηρεσιών. Η ανάπτυξη που ακολούθησε αυτή την έκρηξη δανεισμού (ιδιωτικού, κυρίως για την Ισπανία και την Πορτογαλία, δημόσιου, περισσότερο για την Ελλάδα) συσσώρευσε υψηλά εμπορικά ελλείμματα τα οποία χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό. Τα πλεονάσματα των χωρών του Κέντρου ανακυκλώνονταν υπό τη μορφή δανείων στο Νότο. Για χρόνια επικρατούσε η άποψη πως σε μια ενιαία νομισματική ζώνη η χρηματοδότηση των εμπορικών ελλειμμάτων εντός της Ζώνης δεν αποτελεί πρόβλημα. Ωστόσο, αποδεικνύεται πως κάτι τέτοιον δεν ισχύει. Αφενός, μεν γιατί μακροχρόνια οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη φυγή πόρων από τις ελλειμματικές χώρες στο εξωτερικό με τη μορφή τόκων και χρεολυσίων, περιορίζοντας την εγχώρια ανάπτυξη. Αφετέρου, διότι η έκθεση σε όλο και μεγαλύτερο εξωτερικό δανεισμό μπορεί να αυξήσει το ασφάλιστρο κινδύνου καθιστώντας όλο και πιο ακριβό ή και απαγορευτικό το δανεισμό λόγω της ανόδου των επιτοκίων. Κατ’ αυτό τον τρόπο οδηγήθηκε σε πρακτική χρεοκοπία η Ελλάδα στα τέλη Απριλίου.

Το ενδιαφέρον με την παραπάνω κατάσταση είναι πως οι αγορές μέχρι πρόσφατα δεν είχαν στείλει κάποιο μήνυμα στις ελλειμματικές χώρες προκειμένου να διορθώσουν τις ανισορροπίες τους. Συνέχισαν να δανείζονται με ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια, δανεισμό με τον οποίο διατηρούσαν υψηλή ανάπτυξη, η οποία όμως διεύρυνε το εμπορικό τους έλλειμμα. Αντίθετα, τα κράτη του Κέντρου και ιδίως η Γερμανία αύξαναν τις εξαγωγές τους εκμεταλλευόμενες τη ζήτηση από το Νότο, γνωρίζοντας με τη σειρά τους ανάπτυξη παρά τη συμπίεση της εσωτερικής τους ζήτησης. Εάν υπήρχαν τα εθνικά νομίσματα, τα κράτη της Νότιας Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν θα μπορούσαν να συσσωρεύσουν τόσο υψηλά εμπορικά ελλείμματα για τόσο μεγάλο διάστημα χωρίς να υποστούν συναλλαγματική κρίση (αδυναμία χρηματοδότησης του εμπορίου τους), εξέλιξη βέβαια που θα τις οδηγούσε κατευθείαν στην πόρτα του ΔΝΤ. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ιωακείμογλου:

«Η ΟΝΕ δεν λειτουργεί αρμονικά, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί από τους οικονομολόγους της κυρίαρχης θεωρίας: η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ οδηγεί σε σοβαρές αποκλίσεις στους κόλπους της ζώνης του ευρώ, οι αποκλίσεις αυτές δεν διορθώνονται εύκολα ελλείψει εθνικών νομισμάτων και απειλούν τη μακροχρόνια συνοχή της ζώνης του ευρώ.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, πιθανές μεταρρυθμίσεις ώστε να υπάρξει πιστωτής τελευταίας καταφυγής, αξιόλογος κοινοτικός προϋπολογισμός, μεταφορά πόρων προς τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες κ.λπ. θα αποτελούν λύσεις που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του προβλήματος και όχι το ίδιο το πρόβλημα, που είναι βαθύτερο: το κοινό νόμισμα δημιουργεί ένα σύστημα εγγενώς εκτός ισορροπίας, ένα σύστημα που απειλείται διαρκώς από την άνιση συσσώρευση κεφαλαίου, δηλαδή από την άνιση ιστορική εξέλιξη των χωρών-μελών του». (Αυγή 28/02/2010)

Στη διεθνή αγορά υπάρχει τροποποίηση του νόμου της αξίας και της συνακόλουθης τάσης εξίσωσης του ποσοστού κέρδους που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, καθώς ο ανταγωνισμός διαμεσολαβείται από τα εθνικά νομίσματα. Η λειτουργία του εθνικού νομίσματος επιτρέπει την αναπαραγωγή διαφορετικών επιπέδων παραγωγικότητας στις διαφορετικές χώρες, καθώς προστατεύει (μέσω της υποτίμησης) τα λιγότερο παραγωγικά κεφάλαια από τα πιο ισχυρά. Έτσι οι επιχειρήσεις μιας λιγότερο αναπτυγμένης χώρας προστατεύονται από τον ανταγωνισμό που υφίστανται από τις πιο ισχυρές. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να ισοσκελίζεται και το εμπόριο. Όταν μια χώρα εμφανίζει εμπορικό έλλειμμα, μπορεί να υποτιμήσει το νόμισμά της και να καταστήσει τις εισαγωγές πιο ακριβές και τις εξαγωγές της πιο φθηνές, εξαφανίζοντας με αυτό τον τρόπο το έλλειμμα χωρίς να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.

Στη Ζώνη του Ευρώ αυτή η δυνατότητα έχει εξαφανιστεί, με αποτέλεσμα οι πιο αδύναμες οικονομίες όπως της Ελλάδας να εκτεθούν πλήρως στον ανταγωνισμό των πιο ισχυρών χωρών του Κέντρου και του Βορά. Αυτό είχε αποτέλεσμα οι λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες του Νότου να εμφανίζουν ένα χρόνιο και όλο και διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα, σε αντιδιαστολή με τις χώρες του Κέντρου που εμφανίζουν συστηματικά πλεονάσματα (διάγραμμα 7). (Η Ιρλανδία αποτελεί εξαίρεση, λόγων των υψηλών ξένων άμεσων επενδύσεων που δεχόταν τα προηγούμενα χρόνια)

Ωστόσο, επειδή το κεφάλαιο στην ιστορική διαδικασία ανάπτυξής του έχει συγκροτηθεί σε διαφορετικούς εθνικούς σχηματισμούς (εθνικά κράτη), δηλαδή τα εθνικά κεφάλαια έχουν συγκροτηθεί σαν ιδανικό συνολικό κεφάλαιο σε εθνικό κι όχι σε παγκόσμιο ή πανευρωπαϊκό επίπεδο, το νέο πλαίσιο λειτουργίας που σήμανε η ΟΝΕ, η γυμνή έκθεση δηλαδή των πιο αδύναμων χωρών στον ανταγωνισμό, έδωσε ώθηση σε σειρά δυναμικές που στόχευαν στο να εξασφαλίσουν την ευρωστία αυτών των κρατών στις νέες συνθήκες στις οποίες κλήθηκαν να λειτουργήσουν. Είδαμε λοιπόν:

• Την επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων, την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγή προκειμένου να κλείσει το τεχνολογικό χάσμα και αύξηση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο εσωτερικό τους προκειμένου να δημιουργηθούν οικονομίες κλίμακας που θα μπορούν να σταθούν πιο αποτελεσματικά στον ανταγωνισμό.
• Τη συστηματική προσπάθεια μείωσης του εργατικού κόστους με συμπίεση μισθών και απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, την απασχόληση μαύρης εργασίας (κυρίως μεταναστών και νέων). Η επιτυχία όμως σε αυτό τον τομέα εξαρτάται από το επίπεδο της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα. Η σχετική δύναμη του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς στην Ελλάδα δεν επέτρεψαν στην αστική τάξη και το κράτος να προχωρήσουν όσο γρήγορα θα ήθελαν, όπως π.χ. στη Γερμανία.
• Την εξαγωγή κεφαλαίου και τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε χώρες χαμηλότερου εργατικού κόστους και πιο αδύναμων νομισμάτων. Το σκληρό ευρώ διευκόλυνε ιδιαίτερα αυτή τη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, για τον ελληνικό καπιταλισμό ενισχύεται ιδιαίτερα η ιμπεριαλιστική – επεκτατική του τάση τα τελευταία χρόνια:

«Το ελληνικό κεφάλαιο πραγματοποιεί κατά τα τελευταία χρόνια σημαντικές άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ και τις χώρες της Βαλκανικής. Από τις αρχές του 21ου αιώνα η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε καθαρή κεφαλαιοεξαγωγική χώρα, και μάλιστα σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό από τον μέσο όρο της Ε.Ε., καθώς οι εκροές άμεσων ξένων επενδύσεων ξεπέρασαν σημαντικά τις αντίστοιχες εισροές (λόγω και της μικρής αύξησης των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων).

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στις βαλκανικές χώρες (Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, Π.Γ.Δ. της Μακεδονίας, Ο. Δ. της Γιουγκοσλαβίας), όπου δραστηριοποιούνται περισσότερες από 3.500 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, οι οποίες έχουν επενδύσει εκεί το μεγαλύτερο τμήμα από τα ελληνικά αποθέματα εκροών άμεσων ξένων επενδύσεων (συνολικά 7.027 εκατ. δολάρια, ή 5% του ελληνικού ΑΕΠ το 2002, σύμφωνα με στοιχεία της UNCTAD): Καθώς η Ελλάδα αναδεικνύεται σε μια από τις σημαντικότερες κεφαλαιοεξωγωγικές χώρες στην περιοχή, οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στα Βαλκάνια αποκτούν όχι μόνον οικονομική αλλά και γεωπολιτική βαρύτητα, εξασφαλίζοντας σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και στρατηγικές «επιρροές»». (Αποτελεί ο «αντιιμπεριαλισμός» αριστερή ιδεολογία και πολιτική; Περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ, Τεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2004 )

Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (2006), κατά την περίοδο 2003-2006 μετεγκαταστάθηκαν από την Κεντρική, Ανατολική και Δυτική Μακεδονία σε Βαλκανικές χώρες (είτε υπό ένταξη στην Ε.Ε είτε τρίτες χώρες) 3.000 επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα την απώλεια, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, στις προαναφερόμενες διοικητικές-γεωγραφικές περιφέρειες 60.000 θέσεων εργασίας.
• Την «τριτογενοποίηση» της οικονομίας με ώθηση του τομέα των υπηρεσιών και της οικοδομής, κλάδοι που είναι πιο προστατευμένοι από το διεθνή ανταγωνισμό (στην Ελλάδα ο τομέας των υπηρεσιών αντιστοιχεί στο 75,8% του ΑΕΠ και της γεωργίας στο 3,4%).
• Αύξηση της ανεργίας καθώς ένα όλο και πιο μεγάλο μέρος της εγχώριας ζήτησης καλύπτεται από εισαγωγές και όχι από εσωτερική παραγωγή. Έτσι εξηγείται εν μέρει η συστηματικά υψηλότερη ανεργία των χωρών του Νότου από εκείνων του Κέντρου και του Βορρά.

Εδώ χρειάζεται να επισημάνουμε πως οι παραπάνω τάσεις εμφανίζονται και εντός μιας εθνικής οικονομίας. Ωστόσο, εκεί δρουν παράλληλα και μια σειρά αντεπιδραστικές τάσεις που μετριάζουν ή ακυρώνουν τις συνέπειές των πρώτων. Υπάρχει μεγάλη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού προς τις πιο γοργά αναπτυσσόμενες περιοχές (εσωτερική μετανάστευση) καθώς και μεταφορά πόρων αλλά και κινήτρων στις επιχειρήσεις για επενδύσεις στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες. Όλα αυτά εξασφαλίζονται από τον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό, την ενιαία φορολογική πολιτική και προϋπολογισμό που εξασφαλίζει το ενιαίο κράτος, στόχος του οποίου είναι η διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής συνοχής ενός γεωγραφικού χώρου (έθνος). Στη Ζώνη του Ευρώ όμως, απουσία όλων αυτών, οι παραπάνω εγγενής ανισορροπίες έχουν συσσωρεύσει τεράστια ελλείμματα στις χώρες του Νότου, τα οποία χρηματοδοτούνται με εξωτερικό δανεισμό. Η διεθνής συγκυρία το προηγούμενο διάστημα βοήθησε στο να συγκαλύπτονται για μεγάλα διαστήματα αυτές οι στρεβλώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η δυναμική ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού όλα τα προηγούμενα χρόνια οδήγησε σε σημαντική αύξηση των κερδών που αναζητούσαν αξιόλογες επενδυτικές ευκαιρίες και πτώση του κόστους του χρήματος διεθνώς. Τα κέρδη αυτά ανακυκλώνονταν, διαμέσου των τραπεζών, στις χώρες του Νότου (και όχι μόνο) με τη μορφή δανεισμού, ιδιωτικού και δημόσιου. Η συμμετοχή των χωρών αυτών στην ΟΝΕ εκλείφθηκε από τις διεθνείς αγορές ως ένδειξη υψηλής ασφάλειας και χαμηλού ρίσκου, αφού προεξοφλούνταν η στήριξη από τις ισχυρές χώρες όπως η Γερμανία, με αποτέλεσμα τα επιτόκια να καταρρεύσουν. Πιο συγκεκριμένα, το spread ανάμεσα στα επιτόκια των ελληνικών δεκαετών ομολόγων σε σχέση με των αντίστοιχων γερμανικών από 1.800 μονάδες βάσης το Μάη του 1993, πριν την επικύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ, έπεσε στις 10 μονάδες βάσης το Μάιο του 2001 (διάγραμμα 8).

Επίλογος

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, μπορούμε να βγάλουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα:
• Η πορεία του ελληνικού καπιταλισμού τα προηγούμενα χρόνια κάθε άλλο παρά αποτυχημένη μπορεί να χαρακτηρισθεί. Η ελληνική οικονομία εμφάνιζε τη δεκαετία 1998 – 2008 μέσο όρο ανάπτυξης 4,1%, τον δεύτερο υψηλότερο (μετά την Ιρλανδία) στη Ζώνη του Ευρώ. Αντίθετα, την περίοδο 1980 – 1997 ο μέσος όρος ανάπτυξης περιοριζόταν στο 1,1%, ο χειρότερος ανάμεσα στις χώρες που συγκρότησαν το κοινό νόμισμα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα από 39% του αντίστοιχου γερμανικού το 1995, έφτασε το 71% το 2008. To ελληνικό ΑΕΠ τη δεκαετία 1997 – 2007 αυξήθηκε κατά 45%, ενώ για παράδειγμα το γερμανικό κατά μόλις 17%.
• Αυτή η ανάπτυξη συνοδεύτηκε από πρωτοφανή επέκταση της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα: Το 2006 ο ρυθμός αύξησης των κερδών πλησίασε το 60%, δηλ. 15 φορές μεγαλύτερος από το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Ειδικότερα τα κέρδη των τραπεζών αυξήθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1994-2003) κατά 564% και της ΝΔ (2004-2007) κατά 201%, ενώ αύξηση σημειώθηκε και το 2008 παρά την κρίση. Για τις 6 μεγαλύτερες τράπεζες, το 2008 τα κέρδη αυξήθηκαν από 4.228 σε 4.308 εκ. ευρώ. Για τις εισηγμένες τα κέρδη πήγαν από 4 δισ. ευρώ το 2003 σε 11,3 δισ. ευρώ το 2008 – στην πενταετία οι μέτοχοί τους έβγαλαν περισσότερα από 15 δισ. ευρώ σε μερίσματα! Ειδικά το 2008 τα μερίσματα έφθασαν τα 5,4 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή οι εφοπλιστές διαθέτουν ρευστότητα 250 δισ., στα private banking των ελληνικών τραπεζών υπάρχουν 50 δισ. από 30.000 οικογένειες και άλλα 60 δισ. στο εξωτερικό. Στις off shore διακινούνται 500 δισ. (= 2 φορές το ΑΕΠ).
• Η εισαγωγή λοιπόν του ευρώ ήταν κάτι παραπάνω από επικερδής για τους Έλληνες καπιταλιστές, «απλώς» πρέπει να υπενιθυμίσουμε πως στον καπιταλισμό η προηγούμενη φάση ανάπτυξης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επόμενη κρίση. Ο καπιταλισμός δεν είναι ένα σύστημα που λειτουργεί στη βάση σχεδίου, η κατανομή των πόρων εξασφαλίζεται διαμέσου του ανταγωνισμού, κάτι που μεσοπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αποκλίσεις. Ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα επανέρχεται στην ισορροπία είναι η κρίση. Μι8α διαδικασία βέβαια εξαιρετικά καταστροφική και για το κεφάλαιο, αλλά κυρίως για την εργασία. Η τωρινή κρίση της ελληνικής οικονομίας δείχνει πως το προηγούμενο επιτυχημένο μοντέλο συσσώρευσης έχει εξαντλήσει τη δυναμική του. Το σύστημα έχει μπει σε διαδικασία εκκαθάρισης των λιγότερο παραγωγικών κεφαλαίων και σε μαζική υποτίμηση της εργασίας προκειμένου ο ελληνικός καπιταλισμός συνολικά να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά του στο ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο.
• Η ΟΝΕ δεν αποτελεί βέλτιστη οικονομική ζώνη, δεν οδήγησε στη δημιουργία μιας συνεκτικής οικονομίας. Αντίθετα, οδήγησε σε σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών οικονομιών που την αποτελούν. Η κρίση αποκάλυψε πως δεν υπάρχουν μηχανισμοί διαχείρισης αυτών των αποκλίσεων, κάτι που γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπισθεί με ad hoc κινήσεις των κυβερνήσεων που λειτουργούν πυροσβεστικά. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των πρωτοβουλιών είναι η προσπάθεια μεταφοράς του κόστους της κρίσης στην εργασία, με σκλήρυνση του Συμφώνου Σταθερότητας και των πολιτικών λιτότητας, επιβεβαιώνοντας την ταξική προκατάληψη σε βάρος των εργαζομένων που βρίσκεται στον πυρήνα του ενιαίου νομίσματος.

Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να παρατηρήσουμε πως το ευρώ συνιστά μία μόνο πτυχή της ελληνικής κρίσης, η οποία είναι πολύ βαθιά. Το ξεπέρασμά της απαιτεί τη μαζική απαξίωση, πτώχευση της εργασίας. Τα μέτρα που εφαρμόζει όλο αυτό το διάστημα η κυβέρνηση δεν επιβάλλονται έξωθεν, από το ΔΝΤ και τις Βρυξέλλες. Η ελληνική αστική τάξη και το κράτος είναι αναγκασμένοι να πάρουν αυτά τα μέτρα προκειμένου να στήσουν τον ελληνικό καπιταλισμό και πάλι στα πόδια του. Το ΔΝΤ και η Κομισιόν προσφέρουν χείρα βοηθείας στο κράτος με τη μορφή δανείων και ιδεολογικής κάλυψης, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των μέτρων κατεδάφισης των εργατικών δικαιωμάτων. Αν ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά σε αυτά τα μέτρα, θα δει πως έχουν καθαρά ταξικό και όχι «εθνικό» περιεχόμενο. Γιατί τι είναι άμεση ή έμμεση μείωση των μισθών και των συντάξεων, η μείωση των κοινωνικών δαπανών και η επιπλέον απελευθέρωση και ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας; Η κλιμάκωση των ιδιωτικοποιήσεων και η περαιτέρω μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από το 25% στο 20% που προβλέπει το τριετές Πρόγραμμα Σταθερότητας; Είναι όλα αυτά τα μέτρα που διεκδικούσαν διαχρονικά οι εργοδοτικές οργανώσεις όπως ο ΣΕΒ, και που όμως ο ταξικός συσχετισμός δεν επέτρεπε να εφαρμοστούν.

Όσοι εμμένουν να προσεγγίζουν την κρίση με εθνικούς όρους συγκαλύπτουν τα πραγματικά της αίτια και τους διαφορετικούς, ανισόμετρους τρόπους με τους οποίους επηρεάζει τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, ενώ δημιουργούν σύγχυση αναφορικά με τη στρατηγική και τις συμμαχίες που πρέπει να ακολουθήσει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά για να προστατέψει τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα. Η έμφαση στην υποτιθέμενη «εθνική» διάσταση της κρίσης συγκαλύπτει τα ανταγωνιστικά συμφέροντα που διαπερνούν το έθνος, μετατοπίζοντας τον πραγματικό εχθρό από το εσωτερικό, την αστική τάξη, του συμμάχους της και το κράτος, στο εξωτερικό, στις Βρυξέλλες και το ΔΝΤ. Εμφανίζει έτσι την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας ενωμένη απέναντι στα μέτρα, κάτι που δεν ισχύει. Για παράδειγμα, η πλατιά συμμαχία που ονειρεύονται αυτές οι δυνάμεις με τους 800.000 έως 1.000.000 επαγγγελματοβιοτέχνες και ελεύθερους επαγγελματίες μπορεί να γίνει μόνο στη βάση της υπαγωγής των συμφερόντων της εργατικής τάξης στα δικά τους. Αυτή η κοινωνική ομάδα κατάφερε να επιβιώνει όλα τα προηγούμενα χρόνια εκμεταλλευόμενη τη μαύρη εργασία κυρίως των μεταναστών και των νέων. Με εκτεταμένη φορααποφυγή και εισφοροδιαφυγή -νόμιμη ή παράνομη- και με τις πάσης φύσεως οικονομικές ενισχύσεις και κίνητρα που της παρείχε το κράτος. Ενώ η κρίση πλήττει και τα δικά της συμφέροντα ασφαλώς, το ξεπέρασμά της όμως για αυτά τα στρώματα προϋποθέτει την ήττα της εργατικής τάξης και τη μεγαλύτερη υποβάθμιση των δικαιωμάτων της. Στην ίδια λογική, το σύνθημα «Έξω από το ευρώ» δεν πρόκειται να βρει ιδιαίτερη απήχηση σε εκείνα τα στρώματα που είχαν συσσωρεύσει αρκετά υψηλές καταθέσεις το προηγούμενο διάστημα και η αγοραστική δύναμη των οποίων θα κινδυνεύει να εξανεμιστεί από μια υποτιμημένη δραχμή.

Τέλος, όλοι αυτοί που προβάλλουν ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας μετά την υπογραφή του Μνημονίου δανεισμού από την κυβέρνηση, καλό είναι να ανατρέξουν στην ιστορία αυτού του κράτους και σε μια άλλη περίπτωση χρεοκοπίας του. Το 1893 ο Τρικούπης ανακήρυξε από τα έδρανα του Κοινοβουλίου της επίσημη πτώχευση του ελληνικού κράτους. Το 1898, ένα χρόνο μετά την ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η Ελλάδα αναγκάστηκε να αποδεχτεί το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ). Ο ΔΟΕ επέβαλε αυστηρό νομισματικό και δημοσιονομικό πρόγραμμα, με δύο κυρίως μέσα: Μέσω του Ταμείου Υπεγγύων Προσόδων, ο ΔΟΕ εισέπραττε αντί του Δημοσίου φορολογικά έσοδα που εξοφλούσαν τα ξένα δάνεια, ενώ η χώρα υποχρεωνόταν να αποσύρει ετησίως 2 εκατομμύρια δραχμές από την κυκλοφορία. Η πραγματική οικονομία βρέθηκε αρχικά σε κατάσταση ύφεσης. Οι συνέπειες ήταν τραγικές για τα λαϊκά εισοδήματα, με αποτέλεσμα να προκληθεί το μαζικό κύμα μετανάστευσης από το 1901 και μετά, ενώ η κοινωνία βίωσε σειρά από ακραία συντηρητικά και εθνικιστικά ξεσπάσματα, όπως τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα πελατειακών κρατικών παρεμβάσεων μηδενίστηκε, ενώ, με την ετήσια απόσυρση πληθωριστικού χρήματος η δραχμή άρχισε να ανακάμπτει. Με τη βραδύτητα μιας αγροτικής οικονομίας, μέσα σε 13 χρόνια επιτεύχθηκε πλήρης δημοσιονομική εξυγίανση και ανατίμηση του νομίσματος. Η ελληνική οικονομία ήταν το 1910 τόσο ισχυρή, ώστε να ετοιμάζεται για τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο. Μια προηγούμενη λοιπόν χρεοκοπία του κράτους που συνοδεύτηκε από πολύ μεγαλύτερους ελέγχους εκ μέρους των πιστωτών σε σχέση μ’ αυτούς που βιώνουμε σήμερα, οδήγησε σε αναστήλωση της οικονομίας, σε βάρος βέβαια των λαϊκών τάξεων, που επέτρεψε στο ελληνικό κράτος να εξαπολύσει μια σειρά από επιθετικούς πολέμους που οδήγησαν στο διπλασιασμό της γεωγραφικής του επικράτειας. Τόσο απλά – και διδακτικά…

 

Κόκκινο pdf, τεύχος 49, Ioύλης 2010

Τεύχος 49
Ιούλης 2010

Advertisements

One response to “Το ευρώ και η ελληνική οικονομία: μια ταξική προσέγγιση

  1. Σαφως και βγαινουν ορισμενα συμπερασματα απο το αρθρο που αξιζει να αναφερθουν.
    Ειναι επιλογη που μεθοδευε χρονια τωρα της αστικης ταξης της χωρας μας η προσφυγη στο ΔΝΤ, η δραστικη μειωση του κοστους της εργατικης δυναμης ,για να μπορεσει να ξαναγινει ανταγωνιστικη.
    Ο βαθμος εξαρτησης της χωρας μας απο την ΕΕ εχει αυξηθει ακομη περισσοτερα καθως η αλληλοεξαρτηση των οικονομιων ειναι νομος του καπιταλιστικου συστηματος.
    ΟΙ χωρες του Ευρω δεν σπανε απο το Ευρω με τιποτε.Η μαζι θα σωθουνε η μαζι θα βουλιαξουνε.Θα παρουν οποιαδηποτε μετρα χρειαστει για να διατηρησουν την ανταγωνιστικη προς τους αλλους σχηματισμους ενοτητα τους.
    Ειναι ουτοπια ο ξεχωριστος δρομος της Ελλαδος σε πειραματισμους που το ανωριμο τμημα της αριστερας ονειρευεται.
    Ουτε ο εωτερικος συσχετισμος δυναμεων ουτε οι εξωτερικος δινουν και την ελαχιστη ελπιδα γι αυτο.
    Ο Λαος ουτε που θελει να ακουσει για τον Αλβανικο δρομο.
    Αυτην την ωρα χρειαζεται αντισταση να μην πληρωσουν το μαρμαρο και αλλο οι εργαζομενοι η μονον αυτοι και ενισχυση του Διεθνισμου ιδως του Ευρωπαικου για ισχυρο εργατικο κινημα με απωτερο στοχο την ανατροπη του καπιταλισμου στην Ευρωπη και την εγκαθιδρυση της Εργατικη Εξουσιας οπως την σκιαγραφησε η Κομμουνα του Παρισιου και Κ.Μαρξ.
    Προλεταριοι ολων των χωρων ενωθειτε.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s