Κινητοποιήσεις ενάντια στο πολυνομοσχέδιο στην εκπαίδευση

Σε 48ωρη απεργία προχωρούν δάσκαλοι, καθηγητές, ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί και πανεπιστημιακοί για την ερχόμενη Τρίτη και Τετάρτη (4 και 5 Μαΐου), ζητώντας την απόσυρση του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας.
Αύριο, Πέμπτη 29 Απριλίου, στις 18:00 το απόγευμα διοργανώνεται πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στα Προπύλαια και πορεία προς τη Βουλή, για το ίδιο ζήτημα. Την Τρίτη 4/5 θα παραγματοποιηθεί πανεκεπαιδευτικό συλλαληρήριο στα προπύλαια 12.30 μ.μ.
Αναδημοσιεύουμε εδώ μέρος προκήρυξης της «Αυτοργάνωσης στην εκπαίδευση» για το πολυνομοσχέδιο της Διαμαντοπούλου:

ΨΑΧΝΟΥΝ ΓΙΑ ΚΟΡΟΪΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΙΔΙΚΑ;

Πολύ πρόσφατα η υπουργός Παιδείας κατέθεσε και τη δική της συμβολή στην τρομοκρατική διαχείριση της εργατικής τάξης από την κυβέρνηση, με τη μορφή «πολυνομοσχεδίου» που φέρει το βαρύγδουπο και ψευδεπίγραφο τίτλο της νεο-οργουελιανής γλώσσας της εξουσίας «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού και καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην επαίδευση». Αν και αρκετές από τις διατάξεις του δεν αποτελούν κάτι το καινούργιο καθώς είχαν θεσμοθετηθεί σε παλαιότερους νόμους αλλά δεν είχαν ποτέ ισχύσει λόγω ανοιχτών ή και υπόγειων αντιδράσεων εναντίον τους, η επαναφορά τους τώρα μαζί με την εισαγωγή νέων προφανώς δείχνει ότι, μεσούσης της κρίσης του «δημόσιου χρέους», η εξουσία θεωρεί πως ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων είναι ευνοϊκός για αυτήν.
Σε γενικές γραμμές το πολυνομοσχέδιο προσπαθεί κι αυτό με τη σειρά του όπως τόσα προηγούμενα να επιτείνει τον ανταγωνιστικό-επιλεκτικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, βάζοντας στο στόχαστρο, σε πρώτη φάση, τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών. Η βασική συνταγή που ακολουθείται κι εδώ είναι αυτή της υποχρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης για ένα τόσο φτηνό και πειθαρχημένο σχολείο που οι προκάτοχοι της νυν υπουργού μόνο να ονειρευτούν μπορούσαν. Οι βασικές ρυθμίσεις για την υποβάθμιση των εκπαιδευτικών είναι οι ακόλουθες:

  • Για να συμμετέχει υποψήφιος εκπαιδευτικός σε πανελλήνιο διαγωνισμό για την είσοδό του στην εκπαίδευση θα πρέπει να διαθέτει «πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας από πρόγραμμα ΑΕΙ ή μεταπτυχιακό τίτλο ειδίκευσης στην παιδαγωγική, τις επιστήμες της Αγωγής ή τις επιστήμες της εκπαίδευσης». Ήδη θεσμοθετημένο από το γνωστό ως νόμο Αρσένη (ν. 2525/1997) αλλά ουδέποτε σε ισχύ, το Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής Επάρκειας σε συνθήκες κρίσης δε μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο από επιπλέον εξετάσεις, δηλαδή αξιολόγηση, δηλαδή ανταγωνισμό και εν τέλει εμπόδιο και φραγμό στις προσλήψεις, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα το στόχο της μείωσης των διορισμών και της εμπέδωσης της λογικής της συνεχούς απόδειξης της «επάρκειας». Επιπρόσθετα, τίποτα δεν αποκλείει ότι το Πιστοποιητικό αυτό δε θα πληρώνεται από τους ίδιους τους υποψήφιους εκπαιδευτικούς ενταγμένο στη λογική της αυτοεπένδυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου. Κυκλοφόρησε ήδη, ως είδηση, ότι η Ένωση Ελλήνων Φυσικών ετοιμάζει τμήματα παρακολούθησης (κάποιοι έμαθαν τηλεφωνικά ότι κοστίζει …300 ευρώ αν και επισήμως είναι δωρεάν)
  • Οι πίνακες προϋπηρεσίας παύουν να τροφοδοτούνται στις 30/6/2010 και οι υποψήφιοι (όλων των εργασιακών κατηγοριών, ακόμα και αναπληρωτές και ωρομίσθιοι) που συγκεντρώνουν τη βάση στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ θα εντάσσονται σε ενιαίο πίνακα υποψηφίων για διορισμό ή πρόσληψη. Με άλλα λόγια, η αναλογία 40%-60% που προέκυψε μετά από αγώνες και σήμαινε το ροκάνισμα της επιλεκτικότητας του ΑΣΕΠ παύει και μαζί της η προϋπηρεσία όσων ακόμα και σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης ως ωρομίσθιοι πόνταραν σ’ αυτήν. Επιπλέον, ο «ανοιχτός» χαρακτήρας των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ (χωρίς προκήρυξη συγκεκριμένου αριθμού θέσεων), απαλάσσει το κράτος από μια επιπλέον υποχρέωση απέναντι στους αδιόριστους εκπαιδευτικούς.
  • Σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη, τα πολυπληθή τμήματα μαθητών και η υπερωριακή (μέχρι 5 ώρες) απασχόληση των μόνιμων, δηλαδή το στράγγισμά τους, οδηγούν στην ελαχιστοποίηση των διορισμών. Επί πλέον στην επαρχία ο συνωστισμός των μαθητών σε τριαντάρια τμήματα θα προκαλέσει κατάργηση σχολικών μονάδων.
  • Κι ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που έχει αριστεύσει στη χρήση της οργουελιανής νεο-γλώσσας διατυμπανίζει την κατάργηση της ωρομισθίας, επαναφέρει τον ουδέποτε εφαρμοσθέντα θεσμό του «αναπληρωτή με μειωμένο ωράριο» για τις ώρες που θα έχουν απομείνει από την «αξιοποίηση» των μόνιμων, νομίζοντας ότι απευθύνεται σε άτομα μειωμένης αντίληψης.
  • Για τους επιτέλους νεοδιοριζόμενους μετά από αλλεπάλληλες εξετάσεις και συνεχή ανταγωνισμό, προβλέπεται το καλύτερο: παραμένουν επί δύο χρόνια δόκιμοι υπό την εποπτεία του Μέντορα (!) και μετά από αξιολόγηση είτε μονιμοποιούνται ή παίρνουν το δρόμο της μετάταξης. Πραγματικά, τι αποτελεσματικότερο θα μπορούσαν να συλλάβουν οι «σοσιαλιστικοί» εγκέφαλοι του Υπουργείου ώστε οι «μαθητευόμενοι» εκπαιδευτικοί να υποκλίνονται έγκαιρα στην ιεραρχία, την πειθάρχηση και τη συμμόρφωση με τα αφεντικά τους!
  • Το καλύτερο, αν και δυσκολευτήκαμε πολύ στην επιλογή, το αφήσαμε για το τέλος: Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας. Για τους «αφελείς» συναδέλφους που «δε βλέπουν κάτι το μεμπτόν» στην αυτοξιολόγηση ή ακόμα περισσότερο για άλλους εργαζόμενους που ο χρόνιος εθισμός στις πολιτικές των διαχωρισμών και των διαιρέσεων έχει καλλιεργήσει υψηλά ποσοστά μνησικακίας και καννιβαλισμού, έχουμε να πούμε τα εξής βασικά: η κρατική εκπαίδευση αποτελεί ένα βασικό τομέα αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, στο βαθμό που αυτή κυρίως διαμορφώνει, κατηγοριοποιεί και κατανέμει το εμπόρευμα εργατική δύναμη, δηλαδή τους μελλοντικούς εργαζόμενους. Σε περιόδους κρίσης, σαν αυτή που τόσο βίαια βιώνουμε σήμερα, το κράτος και το κεφάλαιο προσπαθούν με διάφορους τρόπους να επιτείνουν την επιλεκτική λειτουργία της ψαλιδίζοντας τις προσδοκίες κοινωνικής ανόδου και τις απαιτήσεις των εκπαιδευόμενων, ερχόμενοι σε σύγκρουση με τις επιδιώξεις της εργατικής τάξης για άμβλυνση των διαχωρισμών και της επιλογής. Με άλλα λόγια, τίποτα στην εκπαίδευση (όπως και παντού άλλωστε) δεν είναι ουδέτερο: το τι μαθαίνεται, για ποιο σκοπό και πώς αποτελεί σημείο τριβής και διεκδίκησης, η ίδια η εκπαίδευση είναι ένα πεδίο ταξικής σύγκρουσης. Για να βγάλει όμως η εκπαίδευση σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε πειθαρχημένους, αποδοτικούς και υπάκουους σε Προγράμματα Σταθερότητας εργαζόμενους, θα πρέπει η αξιολόγησή τους να ανατεθεί σε ήδη αξιολογημένους εκπαιδευτές. Η πρωτοτυπία και πονηριά όμως του νέου πολυνομοσχεδίου δεν έγκειται μόνο στο ότι θεσπίζει πρώτα την αξιολόγηση των εκπαιδευτών, αλλά στο ότι λανσάρει αρχικά την «πρώτη φάση» της, όπως λέει, αυτή της Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας. Όσο κι αν αυτή προβάλλεται ως ελεύθερη αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, δεν τσιμπάμε. Πρώτα απ’ όλα, γιατί παντού όπου εφαρμόζεται ακολουθείται από την εξωτερική αξιολόγηση με τις επιβραβεύσεις (ποιες άραγε σε εποχή γενικευμένης λιτότητας;) και τις ποινές της. Έπειτα, τα «ενδεικτικά σχέδια δράσης» της επιστημονικής επιτροπής και οι φόρμες αυτοαξιολόγησης που αφορούν τους πόρους της σχολικής μονάδας, τη διοίκησή της, την αξιολόγηση των μαθητών, τη φοίτηση και τη διαρροή τους, τις σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων (πράγματα ήδη γνωστά στο υπουργείο), παραπέμπουν σε μια τεχνοκρατική αντίληψη λειτουργίας μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης, παρά σε ένα «ποιοτικό σχολείο» που έχει μότο «πρώτα ο μαθητής». Η αναφορά στην οικονομική στήριξη του σχολείου από το Δήμο, την Κοινότητα και το Σύλλογο Γονέων δείχνει προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί η σχολική μονάδα για την εξασφάλιση των πόρων της απαλλάσσοντας το κράτος από τις υποχρεώσεις του προς αυτήν. Στην ουσία η αυτοαξιολόγηση εμπλέκει τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς (καθώς και τους μαθητές και τους γονείς) σε μια διαδικασία ενοχοποίησής τους για το «παραγόμενο έργο», γινόμενοι κριτές του εαυτού τους τη στιγμή που τα κριτήρια είναι προεπιλεγμένα από το κράτος. Είναι σαφές ότι οι επιδόσεις των μαθητών θα αποτελέσουν το βασικό κριτήριο αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και αυτοί θα χρεωθούν την αποτυχία ή επιτυχία τους στις εξετάσεις. Γενικότερα, στο κέντρο της αυτοαξιολόγησης, βρίσκεται η μετάθεση ευθυνών για την κατάσταση των σχολείων και η μετακύλιση των δαπανών τους σε όλους τους «εμπλεκόμενους» προς άγραν χορηγών εκτός από το κράτος που όχι μόνο επιβάλλει την εκπαιδευτική πολιτική αλλά και θα έρθει να επιβάλλει τις αναμενόμενες ποινές. Τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της αυτοαξιολόγησης δε θα αργήσει να την ακολουθήσει η κατηγοριοποίηση των σχολείων και η ανάλογη χρηματοδότησή τους, όπως μας δείχνουν τα άφθονα παραδείγματα από το εξωτερικό.

Κανένας δεν πρέπει πια να αμφιβάλει για τις προθέσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που στην καλύτερη περίπτωση θα προσπαθήσει να εκτονώσει την οργή με ολιγοήμερες κλαδικές και σίγουρα αποτυχημένες απεργίες, αλλά ούτε και να τρέφει καμιά ψευδαίσθηση για τα όρια του εναλλακτικού συνδικαλισμού των επαγγελματιών της ανάθεσης. Κι αν το ζήτημα της αυτοαξιολόγησης μπορεί να αντιμετωπιστεί με την άρνηση κάθε συλλόγου διδασκόντων να την εφαρμόσει σε συνεργασία με τους γονείς (και με τους μαθητές ακόμα, στη δευτεροβάθμια), τη γενικότερη επίθεση στο μισθό, τις εργασιακές σχέσεις και την ασφάλιση μόνο μια διευρυμένη ταξική συμμαχία με άλλους προλετάριους του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να αναχαιτίσει.

Πρωτοβουλία για την Αυτοοργάνωση στην εκπαίδευση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s