Πόσο θα αντέξει η ΟΝΕ;

του Η. Ιωακείμογλου

Η δεινή θέση στην οποία βρίσκεται ο ευρωπαϊκός νότος θέτει προς συζήτηση την βαθύτερη ουσία του προβλήματος: Μπορεί να αντέξει η Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης; Είναι θεμελιωμένη σε ορθολογικές βάσεις ώστε να μην οδηγείται σε μεγάλες κρίσεις;

Οι αποτυχίες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) είναι τόσο μεγάλες ώστε ορισμένοι οικονομολόγοι επιχειρηματολογούν, δικαίως, ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν, οι αποτυχίες αυτές, την αφετηρία για την ανάπτυξη φυγόκεντρων τάσεων στο εσωτερικό της ζώνης του ευρώ.

Το 2004 ήταν ήδη ορατό ότι η ίδια η ΟΝΕ, σε αντίθεση με τις αρχικές προβλέψεις, είναι πηγή μακροοικονομικών αποκλίσεων μεταξύ των χωρών. Ας θεωρήσουμε ως παραδείγματα, την περίπτωση της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Γερμανίας.

Με την υιοθέτηση του ευρώ, η  Ισπανία και η Ελλάδα, απήλαυσαν της μείωσης των ονομαστικών επιτοκίων, τα οποία σε συνδυασμό με τις  διαρθρωτικές αλλαγές στο τραπεζικό σύστημα οδήγησαν στην έκρηξη του δανεισμού και στην επακόλουθη άνθηση της οικοδομής και του προστατευμένου από τον διεθνή ανταγωνισμό τομέα των υπηρεσιών. Δίπλα σε αυτόν τον ευνοϊκό παράγοντα, δρούσαν παράλληλα και άλλοι παράγοντες που ευνοούσαν την αύξηση της ζήτησης και οι οποίοι σχετίζονταν με την ιδιοσυγκρασία κάθε χώρας. Έτσι, η Ισπανία και η Ελλάδα μπήκαν σε αναπτυξιακή τροχιά, που συνοδευόταν και από πληθωρισμό υψηλότερο από τον μέσο όρο των ανταγωνιστριών χωρών.

Η αύξηση του πληθωρισμού βοήθησε ακόμη περισσότερο την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα και την Ισπανία, διότι ένα κοινό, για όλες τις χώρες, ονομαστικό επιτόκιο της ΕΚΤ μετατρέπει τις εθνικές διαφορές πληθωρισμού σε εθνικές διαφορές των πραγματικών επιτοκίων. Στις χώρες του ευρώ με υψηλότερο πληθωρισμό, η ζήτηση αυξήθηκε χάρη στα χαμηλότερα πραγματικά επιτόκια.

Η Ισπανία και η Ελλάδα συνέχιζαν την πορεία τους με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλό πληθωρισμό και συνακόλουθα με διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών, χωρίς να λαμβάνουν, από τη λειτουργία των αγορών, κάποιο ισχυρό μήνυμα για διόρθωση του εξωτερικού τους ελλείμματος. Εάν η Ελλάδα και η Ισπανία είχαν τα εθνικά τους νομίσματα, θα είχαν μπει προ πολλού σε διαδικασία διόρθωσης των ελλειμμάτων τους και συγκράτησης του εξωτερικού τους χρέους.

Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία επί της οποίας θεμελιώθηκε η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, η λειτουργία των εθνικών νομισμάτων που καταργήθηκαν θα είχε αντικατασταθεί από μία άλλη εξίσου αποτελεσματική: η μείωση της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα και την Ισπανία, διευρύνοντας τα εμπορικά τους ελλείμματα (αγαθών και υπηρεσιών), θα είχε μειώσει τη συνολική ζήτηση, θα είχε αλλάξει τους μισθούς και τις τιμές και θα είχε θέσει, έτσι, υπό έλεγχο το εξωτερικό έλλειμμα και το εξωτερικό χρέος.

Τα πράγματα, όμως, δεν ήρθαν όπως είχαν προβλεφθεί από τους αρχιτέκτονες της ΟΝΕ: η επίπτωση από τη μείωση των επιτοκίων (και από τους άλλους εθνικούς παράγοντες αύξησης της ζήτησης) αποδείχθηκε ισχυρότερη της αρνητικής επίπτωσης της μειούμενης ανταγωνιστικότητας, και αυτό συνέχισε να συμβαίνει για πολλά έτη. Για όσον καιρό η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν και η απώλεια ανταγωνιστικότητας παρήγαγε ανεπαρκώς ισχυρά υφεσιακά αποτελέσματα, η διόρθωση των ελλειμμάτων καθυστερούσε.

Στην άλλη άκρη, βρίσκεται η Γερμανία, στην οποία η μειωμένη εγχώρια ζήτηση κράτησε τον πληθωρισμό χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Με δεδομένο το κοινό ονομαστικό επιτόκιο της ΕΚΤ για όλες τις χώρες του ευρώ, ο χαμηλός πληθωρισμός στην Γερμανία διατήρησε υψηλό το πραγματικό επιτόκιο, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης και του πληθωρισμού. Βεβαίως, το γεγονός ότι ο πληθωρισμός διατηρήθηκε χαμηλός, ενεργοποίησε τον δίαυλο της ανταγωνιστικότητας: οι Γερμανοί εξαγωγείς έγιναν περισσότερο ανταγωνιστικοί και το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών βελτιώθηκε. Με την πάροδο του χρόνου, τα αποτελέσματα του διαύλου ανταγωνιστικότητας αντιστάθμισαν, εν μέρει, τα υφεσιακά αποτελέσματα των υψηλών πραγματικών επιτοκίων (αλλά και της περιστολής της εσωτερικής ζήτησης από την κυβέρνηση). Η διαδικασία αυτή, όμως, αποδείχθηκε εξαιρετικά μακρόχρονη και λίγο αποτελεσματική.

Τόσο η γερμανική περίπτωση, όσο και η ελληνική και η ισπανική, δείχνουν ότι η διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών υπό καθεστώς ΟΝΕ χρειάζεται πολύ μακρό χρόνο για να ολοκληρωθεί. Οι προσαρμογές αυτές θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί πολύ ταχύτερα, αν είχαμε ακόμη τα εθνικά μας νομίσματα.

Εν κατακλείδι, η ΟΝΕ δεν λειτουργεί αρμονικά, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί από τους οικονομολόγους της κυρίαρχης θεωρίας: η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ οδηγεί σε σοβαρές αποκλίσεις στους κόλπους της ζώνης του ευρώ, οι αποκλίσεις αυτές δεν διορθώνονται εύκολα ελλείψει εθνικών νομισμάτων και απειλούν τη μακροχρόνια συνοχή της ζώνης του ευρώ.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, πιθανές μεταρρυθμίσεις ώστε να υπάρξει πιστωτής τελευταίας καταφυγής, αξιόλογος κοινοτικός προϋπολογισμός, μεταφορά πόρων προς τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες κ.λπ., θα αποτελούν λύσεις που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του προβλήματος και όχι το ίδιο το πρόβλημα, που είναι βαθύτερο: το κοινό νόμισμα δημιουργεί ένα σύστημα εγγενώς εκτός ισορροπίας, ένα σύστημα που απειλείται διαρκώς από την άνιση συσσώρευση κεφαλαίου, δηλαδή από την άνιση ιστορική εξέλιξη, των χωρών μελών του.

αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αυγή (28.2.2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s