Η θέση της Ρωσίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα

Το κορυφαίο γεγονός του τέλους του 20ου αιώνα, είναι αναμφίβολα η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των λαϊκών δημοκρατιών. Η παλιά μεταπολεμική γεωπολιτική ισορροπία ανατράπηκε και οι ΗΠΑ έμοιαζαν ως η μόνη υπερδύναμη. Ταυτόχρονα η επανένταξη στον καπιταλιστικό σύστημα νέων αγορών, η μείωση του κόστους παραγωγής από την υπερπροσφορά φθηνής εργατικής δύναμης και την αυτοματοποίηση των υπηρεσιών, επέτρεψαν στην παγκόσμια οικονομία να αναπτυχθεί με ταχείς ρυθμούς σε ένα ενιαίο πια πλαίσιο (παγκοσμιοποίηση). Η ιδεολογική ηγεμονία του καπιταλισμού συμπυκνώθηκε στην υπερφίαλη διατύπωση περί του τέλους της ιστορίας.

Η Ρωσία τη δεκαετία του 1990

Το κόστος μετάβασης από τον (αν)υπαρκτό σοσιαλισμό στον καπιταλισμό ήταν δυσβάσταχτο για τη Ρωσία. Οι θεραπείες-σοκ που σύστησε το ΔΝΤ διέλυσαν τον κοινωνικό ιστό βυθίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στην εξαθλίωση. Η οικονομική καταστροφή μπορεί να συγκριθεί με την ύφεση της δεκαετίας του 30 για τις ΗΠΑ.  Η νέα αστική τάξη στελεχώθηκε από πρώην ανώτατους γραφειοκράτες,που κυριολεκτικά σε μια νύχτα από διορισμένοι διευθυντές μετατράπηκαν σε ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων που διεύθυναν. Όπως εύστοχα έχει ειπωθεί οι νεορώσοι ήταν υβρίδια, Ροκφέλερ με το μουστάκι του Στάλιν. Η ανάδυση τέτοιων τυχοδιωκτών, η εποπτεία της οικονομίας από τη Δύση, η καταστροφή του σοβιετικού κράτους πρόνοιας, η βαθιά ύφεση και ο τριψήφιος μέχρι το 1995 πληθωρισμός δημιούργησαν χιλιάδες νεόφτωχους και άνοιξαν το δρόμο στη Μαφία και στη δημιουργία ενός άγριου γκαγκστερικού καπιταλισμού που ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί, πόσο μάλλον να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ. Ουσιαστικά  ο φορέας σύστασης της αστικής τάξης ήταν ένα μίγμα μαφίας-νομεκλατούρας.
Η χρεοκοπία της χώρας το 1998, δεν ήταν απλά αποτέλεσμα της επιθετικότητας των κερδοσκοπικών κεφαλαίων, αλλά απεικόνιζε την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής των προηγούμενων ετών. Η αδυναμία του κράτους να πληρώσει μισθούς και συντάξεις (εξωτερικό χρέος 80δις $) , η υποτίμηση του ρουβλιού, οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης όλη τη δεκαετία του 1990 που μείωσαν το ΑΕΠ κατά 40% (με εξαίρεση πενιχρή ανάπτυξη 1% το 1997), η μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης κατά δέκα χρόνια σε συνδυασμό με την τυφλή αποδοχή κάθε αμερικανικής ή δυτικής επιταγής (1ος πόλεμος στο Ιράκ διάλυση Ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, βομβαρδισμοί του 1999) μετέτρεψαν τη Ρωσία σε ταπεινωμένο γίγαντα και έθρεψαν τις αμερικάνικες ιμπεριαλιστικές αυταπάτες για μονοκρατορία. Δύο χαρακτηριστικές σκηνές που συμπυκνώνουν την παρακμή: ο μεθυσμένος Γιέλτσιν να κάνει το μεσαιωνικό τζουτζέ στον αυτοκράτορα Κλίντον και ο Γκορμπατσώφ να διαφημίζει πίτσα. Είναι φανερό πως τμήματα της ρωσικής ελίτ, εκφράζοντας σε ένα βαθμό και το κοινό αίσθημα, συνειδητοποίησαν την ανάγκη για μια αλλαγή στρατηγικής. Πολύ απλά αν η Ρωσία ήθελε να διεκδικήσει κάποτε το ζωτικό της χώρο και να βρει εκ νέου τη θέση της στο γεωπολιτικό ανταγωνισμό, έπρεπε πρώτα να σταθεροποιηθεί εσωτερικά, προσφέροντας μια βάση για την εξόρμηση των ρωσικών κεφαλαίων.

Η εποχή Πούτιν

Ο Πούτιν ήταν διορισμένος αντιπρόεδρος το 1997 και το 1998 αναλαμβάνει τη διεύθυνση των μυστικών υπηρεσιών. Τον Αύγουστο του 1999 διορίζεται από τον Γιέλτσιν πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 2000 ύστερα από την παραίτηση Γιέλτσιν αναλαμβάνει προσωρινός πρόεδρος, για να εκλεγεί πανηγυρικά το Μάρτιο. Ο Πούτιν εκπροσωπούσε τα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης που έμειναν απ’ έξω από την καταλήστευση του δημόσιου πλούτου της εποχής Γιέλτσιν, αλλά κυρίως εκείνα που συνειδητοποίησαν πως η συνέχιση μιας τόσο κραυγαλέας άνισης οικονομικής πολιτικής, δίχως τον παραμικρό σχεδιασμό, θα ναρκοθετούσε μακροπρόθεσμα την ίδια την ανάπτυξη. Ο πρώην σταθμάρχης της KGB κατάλαβε έγκαιρα αυτό που είχε πει κι ο Μαρξ: πως ο χειρότερος εχθρός του καπιταλισμού είναι ο μεμονωμένος καπιταλιστής. Το κράτος ενοποίησε όλες τις αντιμαχόμενες μερίδες της αστικής τάξης που δεν είχαν στοιχειώδη ταξική συνείδηση και απειλούσαν να ναρκοθετήσουν κάθε απόπειρα οικονομικής ανάκαμψης. Για αυτό το λόγο τσάκισε τα μεμονωμένα ενεργειακά μαγαζάκια και τα ενοποίησε  υπό τον έλεγχο του κράτους στον κολοσσό της Gazprom. Η στρατηγική αυτή φάνηκε να αποδίδει και η Ρωσία μέχρι την κρίση αναπτυσσόταν με  6% ετησίως ,το κατά κεφαλήν εισόδημα από 600 δολλάρια έφτασε τα 4500, ενώ  μια σχετική ομαλότητα στην πληρωμή συντάξεων και μισθών, η φυλάκιση κάποιων από τα παράσιτα που πλούτισαν στις αρχές του 90, στα πλαίσια ανακατατάξεων στους κόλπους της αστικής τάξης, προσέφέραν στον Πούτιν την απαραίτητη συναίνεση. Η Ρωσία έμοιαζε να αφήνει πίσω τη δεκαετία του 90 και να μοιάζει με έναν πιο κλασικό καπιταλισμό. Ως φυσικό επακόλουθο της σχετικής σταθερότητας στο εσωτερικό, διεκδικεί τον παραδοσιακό γεωπολιτικό της ρόλο σε μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και αναζήτηση νέων ισορροπιών.
Αξίζει να ειπωθεί πως ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας που εγκαινιάστηκε με την 11/9, επέτρεψε τη δημιουργία μιας επίπλαστης συμμαχίας των εθνικών ελίτ κατά του κοινού εχθρού. Η Ρωσία μπόρεσε έτσι να επιλύσει το Τσετσενικό, επιβάλοντας με ωμή βία σταθερότητα στην πλούσια αυτή επαρχία της, υπό τη συνένοχη σιωπή της Δύσης, κλείνοντας ένα ανοιχτό μέτωπο. Η σφαγή στο θέατρο το 2002 και στο Μπεσλάν το 2004 με προφανείς ευθύνες των ρωσικών υπηρεσιών, αποτέλεσαν τα τελευταία επεισόδια ενός ασύμμετρου πολέμου. Σε καμία περίπτωση η σταθερότητα στην Τσετσενία με το διορισμό Καντίρωφ δε συνεπάγεται την οριστική επίλυση, προφανώς άδικη, του Τσετσενικού. Όμως από την εποχή που ο Πούτιν συναντούσε τον Μπους στο ράντσο του και η τρομοκρατική απειλή κάλυπτε τις αντιθέσεις τους, έχουμε περάσει πια σε μια νέα ισορροπία που χαρακτηρίζεται από σκληρό ανταγωνισμό, κάτι που πολλοί αναλυτές αποκαλούν νέο Ψυχρό Πόλεμο. Η επανάκαμψη της Ρωσίας οφείλεται στο συνδυασμό της συγκυρίας των υψηλών τιμών ενέργειας (μέχρι την εκδήλωση της κρίσης) και της διακυβέρνησης Πούτιν, αλλά και στην καθήλωση των Ηπα στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Η αντιδραστική ουτοπία του μονοπολικού κόσμου και του αμερικανικού 21ου αιώνα, δίνει τη θέση της σε έναν πολυπολικό ανταγωνιστικό κόσμο. Ας εξετάσουμε τη θέση της Ρωσίας σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Σχέσεις Ηπα-Ρωσίας
1) έγχρωμες επαναστάσεις και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί

Όπως αναφέραμε από την ανοιχτή εξάρτηση (οικονομική και πολιτική) της δεκαετίας του 1990, περάσαμε στην παθητική συνύπαρξη και από το 2005 στην επιμέρους αντιπαράθεση. Η αντίθεση Ρωσίας-Ηπα εντοπίζεται καταρχήν σε αυτό που οι Ρώσοι αποκαλούν γεωπολιτική περικύκλωση της Ρωσίας. Η ρωσική ελίτ θεωρεί τον εαυτό της κληρονόμο του ζωτικού χώρου της ΕΣΣΔ. Η γεωγραφική της θέση, την καθιστά μια ηπειρωτική χώρα, δίχως θαλάσσιες διεξόδους. Με δεδομένο πως χωρίς έξοδο στη θάλασσα καμία χώρα δεν μπορεί να διεκδικήσει ρόλο υπερδύναμης, οι ΗΠΑ θέλουν να απομονώσουν τη Ρωσία, ενώ η Μόσχα διεκδικεί το ζωτικό χώρο που της είναι απαραίτητος για την εφόρμηση των κεφαλαίων της. Οι βαλτικές χώρες έχουν γίνει δεκτές στην ΕΕ (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία) και το πολιτικό τους σύστημα, όπως και η νέα εθνική του ταυτότητα αρθρώνονται σε μια αντιρωσική βάση, που δε διστάζει να δικαιώσει και το δοσιλογισμό του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Από αυτή την άποψη η Ρωσία δεν έχει έξοδο στη Βαλτική Θάλασσα, ούτε πολιτικά ερείσματα σε αυτές τις κοινωνίες, αλλά αντίθετα αποτελούν ένα τμήμα της ΕΕ ανοιχτά αντιρωσικό.
Οι σχέσεις με Ουκρανία και Γεωργία είναι πολύ πιο πολύπλοκες. Η πορτοκαλί επανάσταση στην Ουκρανία και η αντίστοιχη επανάσταση των ρόδων στη Γεωργία εφεραν στην εξουσία ανοιχτά φιλοδυτικά καθεστώτα (Γιουσένκο και Σαακασβίλι), τερματίζοντας τη μακροχρόνια ρωσική κυριαρχία στην περιοχή. Οι αλλαγές αυτές χρηματοδοτήθηκαν ανοιχτά από τις Ηπα, μέσω κονδυλίων με όχημα ΜΚΟ-βιτρίνες της CIA που εκμεταλλεύτηκαν τη δυσαρέσκεια του λαού από τις αυταρχικές φιλορωσικές ηγεσίες. Μία αντίστοιχη απόπειρα στο Κιργιστάν έπεσε στο κενό, καθώς η εξέγερση δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει μια ελεγχόμενη διαδοχή και τερματίστηκε πριν γίνει απειλητική.  Οι δύο αυτές χώρες μαζί με Μολδαβία καιΑζερμπαιτζάν, αποχώρησαν από την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), το δίαδοχο υπερεθνικό οργανισμό της ΕΣΣΔ και σχημάτισαν νέα ένωση, τη GUAM σπάζοντας την επιρροή της Μόσχας από την  Ανατολική Ευρώπη ως τον Καύκασο , φιλοδοξώντας να δημιουργήσουν έτσι ένα νατοικό προγεφύρωμα. Το 2007 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την υπογραφή της διακήρυξης ειδικής συνεργασίας (Charter on a Distinctive Partnership) που υπέγραψε το ΝΑΤΟ με την ουκρανική ηγεσία στη διάσκεψη της Μαδρίτης, τον Ιούλιο του 1997. Το βορειοατλαντικό επιτελείο αντιλαμβάνεται τη γεωγραφική Ευρασία, αλλά και τις χώρες που συμμετέχουν στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) ως έναν στρατηγικό εναλλακτικό χώρο, επέκτασης των νατοϊκών δομών άμυνας και ασφάλειας.
Η αντίδραση της Ρωσίας ήταν άμεση. Τον Ιανουάριο του 2006 έκλεισε τις στρόφιγγες του φυσικού αερίου στην Ουκρανία σε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης, κάτι που επανέλαβε και φέτος, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι όποιος φεύγει από τη σφαίρα επιρροής έχει και τις συνέπειες. Ταυτόγχρονα διεύρυνε την επιρροή της όχι μόνο στην φιλορωσική αντιπολίτευση, αλλά και στο φιλοδυτικό μέτωπο με την προσέγγιση της Τιμοσένκο. Ουσιαστικά σχεδόν μια πενταετία μετά, η πορτοκαλί επανάσταση, έχει πενιχρά αποτελέσματα, η ουκρανική κοινωνία είναι βαθιά πολωμένη  σε κυβερνητική κρίση και ουσιαστικά χρεοκοπημένη. Καμία σχέση δηλαδή με την αμερικανική προσδοκία ενός κράτους ισχυρού που θα μπορούσε να παρακάμψει τη Ρωσία στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Επιπλέον το 2017 λήγει η διακρατική συμφωνία για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου στην Κριμαία, την έξοδο της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα, μέσω της λειτουργίας της ναυτικής βάσης της Σεβαστούπολης. Ο Ιβάνοφ, αναπληρωτής πρωθυπουργός οταν ρωτήθηκε από το ΒΒC αν φαντάζεται την Κριμαία να μην αποτελεί βάση ελλιμενισμού δήλωσε: «θα μπορούσα να το φανταστώ αν η τότε ουκρανική κυβέρνηση δεν ανανεώσει τη συμφωνία». Είναι φανερό όμως πως η Ρωσία δε θα μείνει αδιάφορη στις πολιτικές εξελίξεις της Ουκρανίας μιας χώρας που η ρωσική ελίτ, θεωρεί επέκταση του ζωτικού της χώρου, ειδικά σε μια συγκυρία που τα εκατ. των πορτοκαλί επαναστάσεων μοιάζουν χαμένη επένδυση. Η σκληρή διπλωματική γλώσσα υπενθυμίζει το προφανές: το ενεργειακό όπλο είναι πρωτίστως διπλωματικό και ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας δεν μπορεί να απολαμβάνει τις προνομιακές τιμές διάθεσης φυσικού αερίου που ίσχυαν πριν την έλευση Γιουσένκο. Οι Ηπα δε μοιάζουν φυσικά διατέθειμένες να απεμπολήσουν την προοπτική ένταξης αυτής της περιοχής στη σφαίρα επιρροής τους γι’ αυτό και η Κλίντον κατά την πρώτη επίσκεψή της στην Ευρώπη, συνεχίζοντας την πολιτική της προκατόχου της Κοντολίζα Ράις κάλεσε εκ νέου τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ να «αφήσουν ανοιχτή την πόρτα» στη Γεωργία και στην Ουκρανία, καταδίκασε την «εισβολή της Ρωσίας στη Γεωργία» τον περασμένο Αύγουστο και εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για τη χρήση της «ενέργειας ως όπλου» στη διαμάχη για το φυσικό αέριο μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.

Στη Γεωργία, η Ρωσία  συσφίγγει τις οικονομικές της σχέσεις με τις αποσχισθείσες επαρχίες της Γεωργίας, Ν.Οσετία και Αμπχαζία, ως απάντηση στη μονομερή αναγνώριση του Κοσόβου. Η απάντηση της Γεωργίας στη ρωσική κίνηση οδήγησε σε ένα μίνι πόλεμο που έληξε με τη νίκη της Ρωσίας και την επιβεβαίωση της κυριαρχίας της στην περιοχή. Οι Ρώσοι κυανόκρανοι διατηρούν τις θέσεις του, ενώ δημιουργείται κοινή οικονομική ζώνη Οσετίας-Ρωσίας. Ο Σαακασβίλι, προφανώς με την υποστήριξη των Ηπα και ειδικά της φράξιας Τσέινι, θέλησε να δοκιμάσει τα ρωσικά όρια. Την ίδια στιγμή ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θέλησε να ανιχνεύσει τις πραγματικές δυνατότητες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και αν πίσω από τις ρωσικές ρητορείες υπήρχε κάτι περισσότερο από απειλές. Η Ρωσία αντιλήφθηκε πως μια ενδεχόμενη αδράνεια της θα υποδήλωνε αδυναμία κι έτσι η πρώτη πολεμική σύγκρουση Ηπα-Ρωσίας έλαβε χώρα, έστω και δι’ αντιπροσώπου. Επίσης η γρήγορη ρωσική αντίδραση έστειλε μηνύματα προς τη Μολδαβία και την αμφισβητούμενη περιοχή της Υπερδεινηστερίας, στην Ουκρανία και φυσικά στην Ευρώπη που διχάστηκε για μια ακόμη φορά. Πολιτικά ο Σαακασβίλι ηττήθηκε καθώς μεγάλο μέρος του γεωργιανού λαού, θεώρησε πως λειτούργησε είτε τυχοδιωκτικά, είτε ως φερέφωνο ξένων συμφερόντων. Αξίζει να σημειωθεί πως σε Ουκρανία και Γεωργία υπάρχει μεγάλη μερίδα της νεολαίας και του λαού, αλλά και της άρχουσας τάξης που έχει σαφή αντινατοικό προσανατολισμό. Κάτι που φάνηκε από τις μεγάλες διαδηλώσεις και τις σφοδρές συγκρούσεις κατά της ένταξης αυτών των χωρών στο ΝΑΤΟ

2) ενεργειακοί ανταγωνισμοί

Η οικονομική διάσταση ήταν πάντα μια συνιστώσα του διπλωματικού ανταγωνισμού και αυτή η τάση την τελευταία δεκαετία έγινε κυρίαρχη σε τέτοιο βαθμό, ώστε διπλωμάτες να συμπεριφέρονται ως εκπρόσωποι συγκεκριμένων συμφερόντων, σε βάρος μιας συνολικότερης οπτικής του πλέγματος των διεθνών σχέσεων. Μια τέτοια εξέλιξη ήταν σε ένα βαθμό μια αναπόφευκτη συνέπεια της κυριαρχίας του καπιταλιστικού μοντέλου σε όλο τον πλανήτη. Σε αυτό το πλαίσιο το ενεργειακό όπλο είναι το όχημα μιας γεωοικονομικής επέκτασης. Η ρωσική άρχουσα τάξη, έχοντας δημιουργήσει το ημικρατικό μονοπώλιο της  Gazprom μπορεί να εκμεταλλευτεί το φυσικό πλούτο της χώρας πιο αποτελεσματικά. Η Ρωσία αυτή τη στιγμή είναι δεύτερη σε παραγωγή πετρελαίου μετά τη Σαουδική Αραβία και πρώτη σε φυσικό αέριο με τα μεγαλύτερα αποθέματα παγκοσμίως. Στις αιτιάσεις των Ηπα πως η Gazprom δεν είναι μια απλή εταιρεία, αλλά ο βραχίονας της ρωσικής επέκτασης, ο πρόεδρος Μεντβέντεφ που υπήρξε πρόεδρος της, έχει δηλώσει το αυτονόητο πως δηλαδή και οι αμερικάνικες εταιρείες εξυπηρετούν τα αμερικάνικα συμφέροντα. Η Ρωσία προσπαθεί να μετατραπεί στον αποκλειστικό προμηθευτή ενέργειας της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι οι Ηπα θεωρούν  πως μια τέτοια εξέλιξη υπονομεύει τα συμφέροντα τους στη γηραιά ήπειρο και έχουν αντιληφθεί πως μια αναβάθμιση της Ρωσίας θα σήμαινε την αρχή του τέλους της αμερικανικής ηγεμονίας. Εξάλλου όλες οι πολεμικές εκστρατείες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή, αλλά και οι δημιουργία προγεφυρωμάτων στα σύνορα της Ρωσίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουν ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα πετρέλαια του πλανήτη και άρα το γεωπολιτικό έλεγχο του κόσμου για τον επόμενο αιώνα. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός προσπαθεί να χαράξει ενεργειακούς αγωγούς που θα παρακάμπτουν τη Ρωσία και θα τροφοδοτούν απευθείας την Ευρώπη με τα κοιτάσματα της Κασπίας, περιορίζοντας έτσι τη Ρωσία στο ρόλο ενός ακόμα προμηθευτή. Η Ρωσική άρχουσα τάξη όμως αφενός έχει συνάψει συμβόλαια με Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν και Τουρκμενιστάν ( Μάιος 2007) για την από κοινού εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, αφετέρου χαράσσει ενεργειακούς αγωγούς ευθέως ανταγωνιστικούς στα σχέδια των Ηπα, όπως ο South Stream , Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, υποθαλλάσιος αγωγός με Γερμανία, γνωστός και ως North Stream.
Η  Μόσχα προτάσσει αγωγούς που ξεκινούν από το έδαφος της και τροφοδοτούνται με ρωσικό φυσικό αέριο ή πετρέλαιο. Οι Ηπα και μέρος της ΕΕ (θα επανέλθουμε αναλυτικά σε ειδικό κεφάλαιο) προτάσσουν το αζέρικο φυσικό αέριο και την Τουρκία, αλλά και την Ελλάδα χώρες-σταθμούς. Ειδικότερα όσον αφορά στους αγωγούς πετρελαίου:
Ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, με τριμερή συμμετοχή Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρωσίας, με κόστος 1 δις $, φιλοδοξεί να μεταφέρει 50 τόνους ρωσικού πετρελαίου ετησίως, αναμένεται να λειτουργήσειτο 2011.(συμφωνία ίδρυσης 15/03/07) (ρωσικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Μπακού-Τιφλίδα-Τζειχάν(BTC). Εγκαινιάστηκε το 2006 με κόστος 4δις$ και μήκος 1760 χλμ. Καρπός διπλωματικών χειρισμών των Ηπα με την Τουρκία, το Αζερμπαιτζάν και τη Γεωργία με προοπτική μεταφοράς 50 εκ τόνους ετησίως, δηλαδή 1,3% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Κυρίαρχος μέτοχος με 30% η BP, ενώ ακολουθεί η αζέρικη AzBTC με 25% και οι Chevron, Total, Eni, Conoco Phillips, Statoil, Itochu, Amerada Hess και INPEX με μονοψήφιες συμμετοχές. Μελλοντικά προβλέπεται επέκταση του προς το Καζακστάν. (δυτικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Κιρκούκ-Τζειχάν με μήκος 966χλμ, που ξεκινά από το κατοχικό ιρακινό Κουρδιστάν με χωρητικότητα 71εκ τόνους. (δυτικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Σαμψούντα-Τζειχάν, που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο από τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία στη Δύση, με κυριότερο όφελος την αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας στα Στενά. (ρωσοτουρκικος αγωγός)
Αναφορικά τώρα με τους αγωγούς φυσικού αερίου:
Ο αγωγός Blue Stream. Σύμπραξη Ρωσίας-Τουρκίας, με μήκος 1213 χλμ, με υποθαλάσσιο τμήμα στη Μαύρη Θάλασσα, με ικανότητα μεταφοράς 8 δις κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου, ποσότητα που αναμένεται να διπλασιαστεί το 2010. με κόστος 3.2 δις $, κατασκευάστηκε από κοινοπραξία της Gazprom με την ιταλική Eni.(ρωσικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Μπακού-Τιφλίδα-Ερζερούμ (BTE), που στοχεύει στη μεταφορά φυσικού αερίου από την Κασπία στην Τουρκία και από εκεί στη Δύση, με δυνατότητα μεταφοράς 16 δις κυβικά μέτρα. Συμπληρωματικό τμήμα αυτού του αγωγού είναι και η κατασκευή υποθαλάσσιου τμήματος στο βυθό της Κασπίας, που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν, παρακάμπτοντας τη Ρψσία. Οι επαφές άρχισαν ύστερα από αμερικανική πρωτοβουλία, μεταξύ Τουρκίας, Αζερμπαιτζάν, Γεωργίας και Τουρκμενιστάν, αλλά η κοινοπραξία General Electric, Shell και Bechtel δεν προχώρησε λόγω διαφωνιών περί των δικαιωμάτων του Αζερμπαιτζάν και των ρωσικών και ιρανικών διαφωνιών, επομένως παραμένει το BTE.(δυτικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Nabucco, στοχεύει στη μεταφορά αερίου από την Κασπία και τη Μέση. Ανατολή από την Τουρκία στην Αυστρία, μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Ουγγαρίας. Από τα 3300 χλμ του αγωγού, τα 2000 θα βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος και αναμενόταν να ολοκληρωθεί το 2011, με κόστος 6 δις $. Όμως το πιθανότερο λόγω οικονομικής κρίσης είναι να μείνει προς το παρόν στο σχεδιασμό όπως ειπώθηκε στην τελευταία συνάντηση των Ευρωπαίων ηγετών, γεγονός που συνιστά μια γεωπολιτική ήττα των Ηπα σε πρώτη φάση. Φυσικά όσο το ενεργειακό σκάκι είναι σε εξέλιξη, η Ευρώπη δεν προκρίνει μια αποκλειστική λύση και στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων μπορεί να επαναφέρει το Nabucco, εις βάρος του ρωσικού αγωγού.
Ο αγωγός Τουρκίας-Ελλάδας-Ιταλίας (TGI), με στόχο την ίδρυση δικτύου φυσικού αερίου Νότιας Ευρώπης για τη μεταφορά αερίου από Κασπία (αζέρικο αέριο), αλλά και τη Ρωσία. Με δυνατότητα μεταφοράς 12 δις κυβικά μέτρα και με 209 χλμ του αγωγού να βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος. Οι Ηπα πιέζουν ο αγωγός αυτός να μεταφέρει αποκλειστικά αζέρικο αέριο κάτι όμως που τον καθιστά προς το παρόν οικονομικά ασύμφορο, ενώ το ρωσικό αέριο είναι έτοιμο προς διάθεση.
Ευθέως ανταγωνιστικός αγωγός στον TGI και στο Nabucco, είναι ο αγωγός South Stream, που στοχεύει να μεταφέρει ρωσικό αέριο στην Ευρώπη, στην Αυστρία μέσω Ρουμανίας και Ουγγαρίας και στην Ιταλία μέσω Ελλάδας αλλά και μέσω Σερβίας, Βοσνίας και Σλοβενίας. Αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2013. Οι Ηπα έχουν εκδηλώσει με κάθε τρόπο την προτίμηση τους στους αγωγούς TGI και Nabucco, γεγονός που εξηγεί και την επιθυμία αναθέρμανσης των σχέσων τους με την Τουρκία. Οι ρωσικοί αγωγοί μπορούν να γεμίζουν με αέριο πολύ πιο γρήγορα από τους ανταγωνιστικούς και αυτό συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για τη Μόσχα. Η προνομιακή σχέση της Ρωσίας με την ΕΕ, αποτελεί και μια αιτία που η Ουάσιγκτον αποπειράται να συνομιλήσει με το Ιράν( δεύτερη χώρα σε αποθέματα αερίου μετά τη Ρωσία), καθώς ένας επιτυχής προσεταιρισμός του Ιράν, θα μπορούσε να παρακάμψει τη Ρωσία από κάθε ενεργειακό σχεδιασμό. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η τουρκοιρανική συμφωνία για το σχηματισμό κονσιόρτσουμ της Εθνικής Ιρανικής Εταιρείας Εξαγωγής Αερίου (ΕΙΕΕΑ) με μία τουρκική με στόχο τον εφοδιασμό των δυτικών αγορών με ιρανικό φυσικό αέριο. Για να είναι λειτουργικό ένα τέτοιο σχέδιο, πρέπει το Ιράν να ικανοποιήσει την εσωτερική του ζήτηση με πυρηνική ενέργεια. Σίγουρα πέρα από τις φιλοδοξίες της ¨Αγκυρας να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο, υπάρχει ένα σκληρό διπλωματικό παιχνίδι Ηπα-Ιράν με ανταλλάγματα ίσως την πυρηνική του ενέργεια. Αναμφίβολα η κατάσταση είναι ρευστή και προς το παρόν το παίγνιο είναι μηδενικού αθροίσματος, όμως όλες οι εναλλακτικές για τις αμερικανοιρανικές σχέσεις είναι στο τραπέζι.
Τέλος σημαντικός είναι και ο αγωγός  North Stream που στόχος του είναι να μεταφέρει υποθαλάσσια μέσω της Βαλτικής, απευθείας ρωσικό αέριο στη Γερμανία, παρακάμπτοντας την Ουκρανία. Έργο ρωσογερμανικής κοινοπραξίας με διευθύνοντα σύμβουλο τον πρώην Καγκελάριο Σρέντερ. Η σχετική συμφωνία υπογράφτηκε μυστικά επί των ημερών της διακυβέρνησης του. Η Πολωνία είχε χαρακτηρίσει τη δημιουργία του νέο σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, ενώ ο Εσθονός ευρωβουλευτής Ταράν είχε κατηγορήσει τη Ρωσία πως δε σέβεται το μεγαλύτερο σοβιετικό ναυτικό ναυάγιο που βρίσκεται στη Βαλτική(!), σε μια προσπάθεια να επικαλεστεί το κοινό αίσθημα των Ρώσων για θέματα που άπτονται της ιστορίας τους. Το σίγουρο είναι πως ο North Stream αποτελεί σημαντική νίκη στο ενεργειακό σκάκι, συσφίγγει τις σχέσεις Ρωσίας-Γερμανίας και κατ’ επέκταση ενισχύει την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης.

3) Ανταγωνισμοί στη Βαλκανική Χερσόνησο

Ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας το 1999 από το ΝΑΤΟ ,παρά το ρωσικό βέτο στο Σ.Α του ΟΗΕ, διέλυσε τις αυταπάτες της ρωσικής άρχουσας τάξης, ότι θα μπορούσε χάρη σε μια ειρηνική, φιλοαμερικανική εξωτερική πολιτική, όπως αυτή που ασκούσε ο Γιέλτσιν, να διατηρήσει το διεθνές στάτους της ΕΣΣΔ. Ταυτόγχρονα έκανε ορατό πως ο πόλεμος αυτός (που άνοιξε το δρόμο στο δόγμα περί μονομερούς αντίδρασης του Μπους) είχε, μέσα σ΄όλα και ως πολιτικό στόχο τη Ρωσία. Ο πόλεμος αυτός ανανέωσε το δόγμα του ΝΑΤΟ στα πλαίσια της νέας εποχής- ανθρωπιστική επέμβαση- και επέτρεψε στους Αμερικανούς να επεκτείνουν το ΝΑΤΟ προς ανατολάς, εντάσσοντας  σε αυτό Τσεχία, Ουγγαρία και Πολωνία, παραβιάζοντας την υπόσχεση που είχε δοθεί τον Ιούλιο του 1990 στον Γκορμπατσώφ από τον Μπέικερ.
Το 2007 η Μόσχα ήταν πια σε θέση να αντιληφθεί πως η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου και η εμμονή των Ηπα σε αυτήν είχαν και αντιρωσική διάσταση.Τον  Απρίλιο του 2007, η υπογραφή από τον Μπους του Νόμου για τη Θωράκιση της Ελευθερίας που άνοιγε το δρόμο για την ένταξη στη Συμμαχία Αλβανίας, Κροατίας, Γεωργίας, Ουκρανίας και FYROM, θεωρήθηκε από τη Μόσχα πρόκληση. Ο Πούτιν απείλησε με αναγνώριση της Νότιας Οσετίας και Αμπχαζίας κάτι που τελικά έπραξε. Ταυτόγχρονα  επανήλθε δυναμικά στα Βαλκάνια στηρίζοντας τη Σερβία, βάζοντας την στο ρωσικό ενεργειακό δίκτυο και απείλησε με γενικευμένη σύρραξη σε περίπτωση που αμερικανικά στρατεύματα εγγυηθούν την ασφάλεια του Κοσσόβου, καταλαμβάνοντας το. Είναι προφανές πως τη ρωσική ελίτ απασχολεί η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια και όχι φυσικά το δίκαιο ή άδικο των σερβικών αιτιάσεων και εκμεταλλεύεται την ευνοϊκή συγκυρία για να επεκτείνει μέσω θυλάκων την παρουσία της στα Βαλκάνια. Οι ιστορικές παραδόσεις, η ορθοδοξία και η απογοήτευση των Σέρβων από τη Δύση δημιουργούν τις προυποθέσεις για μια ρωσική επιστροφή στα Βαλκάνια και πιθανή όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην πολύπαθη αυτή περιοχή.

4) Αντιπυραυλική ασπίδα και εξοπλισμοί

Ένα πεδίο αντιπαράθεσης Ρωσίας-Ηπα, είναι και η λεγόμενη αντιπυραυλική ασπίδα. Οι Ηπα ισχυρίζονται πως η πιθανή πυρηνική αναβάθμιση του Ιράν, αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της Ευρώπης και χαράσσουν μια ομπρέλα προστασίας με βάσεις ραντάρ στην Τσεχία και συστοιχίες πυραύλων στην Πολωνία (10). Η απερχόμενη τσεχική κυβέρνηση είχε υπογράψει τη συμφωνία, δίχως να έχει επικυρωθεί από το Κοινοβούλιο, ενώ η Πολωνία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις. Και  οι δύο χώρες διεκδικούν περισσότερα οφέλη από τη συμφωνία. Μεγάλο τμήμα του τσέχικου λαού, αλλά και του πολωνικού, αντιτίθεται στην εγκατάσταση αντιπυραυλικού συστήματος, θεωρώντας πως οι χώρες τους μετατρέπονται σε πεδίο γεωπολιτικών και μελλοντικά στρατιωτικών συγκρούσεων. Η νέα κυβέρνηση Ομπάμα, δεν έχει ξεκαθαρίσει τις τελικές της προθέσεις γύρω από το θέμα και ως εκ τούτου, η ασπίδα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη Ρωσία. Σε ένδειξη καλής θέλησης η Μόσχα ανέστειλε προσωρινά την εγκατάσταση πυραύλων στο θύλακα του Καλίνιγκραντ, αλλά τα πρώτα δείγματα γραφής του Ομπάμα, αναμφίβολα δεν ικανοποιούν τη Ρωσία. Η Κλίντον, λίγες ώρες πριν συναντήσει το Ρώσο ομόλογο της είχε δηλώσει εμμένοντας στην πολιτική Μπους:πως το σύστημα αυτό προορίζεται για την «αμοιβαία άμυνα» των ΗΠΑ και της Ευρώπης στον 21ο αιώνα. Ενώ θέλοντας να προκαταβάλει επικοινωνιακά το Λαβρόφ συμπλήρωσε: «οι Ρώσοι αρχίζουν πραγματικά άρχισαν να παραδέχονται ότι το αντιπυραυλικό σύστημα δεν κατευθύνεται εναντίον τους» και ο υπαινιγμός της ότι η ανάγκη για μια τέτοια «ομπρέλα» θα παραμείνει ακόμη και αν εκμηδενιστεί η ιρανική απειλή, έδειξε τις πραγματικές προθέσεις των Αμερικανών. Είναι φανερό πως η αντιπυραυλική ασπίδα αποτελεί μια ευθεία πρόκληση κατά της Ρωσίας, αλλά έχει και ως στόχο να καταστήσει την Ευρώπη προκεχωρημένο αμερικανικό φυλάκιο, διχάζοντας την πολιτικά ή και στρατιωτικά. Οι πληροφορίες πως αντίστοιχα συστήματα πυραύλων θα τοποθετηθούν στην Αλάσκα, την Καλιφόρνια και τη ΒΑ Ασία, η προθυμία της Λιθουανίας να συμμετάσχει, φανερώνουν πως είτε οι Ηπα προετοιμάζουν τις θέσεις τους για μια μελλοντική σύρραξη, είτε πως χρησιμοποιούν το πολεμικό χαρτί για να αποσπάσουν ρωσικά ανταλλάγματα και την αποδοχή εκ νέου της ηγεμονίας τους.
Η Μόσχα, όμως από την πρώτη στιγμή, είχε δείξει πως θεωρεί το ζήτημα αυτό «κόκκινη γραμμή». Η ρωσική άρχουσα τάξη αντιλαμβάνεται πως μια υποχώρηση της, θα ματαίωνε όλη την προσπάθεια της να αναδυθεί ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας. Γι’ αυτό από νωρίς ο Ιβανόφ είχε δηλώσει με σκληρή γλώσσα προς τις ηγεσίες Τσεχίας-Πολωνίας: «αν θέλετε αντιπυραυλική ασπίδα, προμηθευτείτε αντιασφυξιογόνες μάσκες»!, ενώ ο ρωσικός στρατός έχει προχωρήσει σε πυραυλικές δοκιμές που διαπερνούν την αντιπυραυλική ασπίδα.

Ο Πούτιν είχε αντιπροτείνει (στην αντιπυραυλική ομπρέλα) στο περιθώριο της συνόδου G8 το 2007, σε ένα μεγαλοφυή αντιπερισπασμό, κοινή αμερικανορωσική βάση στο Αζερμπαιτζάν. Με αυτό τον τρόπο αποκάλυψε τις πραγματικές αμερικανικές προθέσεις ενώ ταυτόγχρονα οι Ρώσοι θα μπορούσαν να αποκτήσουν έρεισμα σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας, λόγω αγωγών, γειτνίασης με Γεωργία κτλ. Η Μόσχα αντιλαμβάνεται πως η αμερικανική ηγεμονία βρίσκεται στη χειρότερη εποχή της, ο Ομπάμα θα διαχειριστεί την ήττα σε Ιράκ και Αφγανιστάν και σκληραίνει τη στάση της, προσδοκώντας σε ένα καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων. Σε αυτή τη λογική εντάσσεται η συμφωνία με το Κιργιστάν που στέρησε στους Αμερικανούς τη μόνη αεροπορική βάση ανεφοδιασμού τους για τον πόλεμο του Αφγανιστάν. Τώρα οι Ηπα έχουν μόνο ως δίοδο ανεφοδιασμού από ξηράς το χαοτικό Πακιστάν, που μετατρέπεται σε ένα δεύτερο μέτωπο του αφγανικού πολέμου. Ή μπορούν να στηριχθούν στη Ρωσία. Αν λοιπόν θέλουν έστω να ηττηθούν αξιοπρεπώς, θα πρέπει να μην διανοηθούν να περικυκλώσουν πυραυλικά τη Ρωσία, γεγονός που εξηγεί το πάγωμα τελικά της αντιπυραυλικής ασπίδας. Αυτή τη στιγμή κάθε πλευρά ψάχνει να κατοχυρώσει τις θέσεις της σε μια μεταβαλλόμενη ισορροπία, που γέρνει το εκκρεμές στην αντιπαράθεση, χωρίς να σημαίνει πως έχουν εκλέιψει τα κοινά συμφέροντα.
Στο πλαίσιο αυτού του ιδιότυπου παιχνιδιού οι Ρώσοι επέτρεψαν ξανά στους νατοϊκούς τη χρησιμοποίηση του ρωσικού εδάφους για τη χερσαία μεταφορά «μη στρατιωτικών εφοδίων» προς το Αφγανιστάν, ενώ υποσχέθηκαν ότι δεν θα εγκαταστήσουν τους νέους πυραύλους «Ιskander» στον θύλακο του Καλίνινγκραντ, αν βεβαίως οι Αμερικανοί «παγώσουν» αντιστοίχως τα σχέδια για την αντιπυραυλική ασπίδα τους. Δε βρισκόμαστε ακριβώς μπροστά σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών, αλλά η ρωσική ελίτ, αντιλαμβάνεται πως μια αναβάθμιση των οπλικών της συστημάτων, είναι απαραίτητη για να μπορεί να ενισχύσει τη γεωπολιτική της θέση. Μια τέτοια αναβάθμιση συνοδεύεται από τη διεξαγωγή των διπλωματικών διαπραγματεύσεων, χωρίς την παραδοσιακή αβρότητα, αλλά με ψυχροπολεμική γλώσσα. Έτσι ο πρόεδρος Μεντβέντεφ σε  μήνυμα που απέστειλε στην Ουάσιγκτον ο ίδιος προς την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της χώρας, υποσχέθηκε τον «ταχύ εκσυγχρονισμό»των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και την «αναβάθμιση» του πυρηνικού οπλοστασίου τα επόμενα χρόνια. Επικαλούμενος τη σχεδιαζόμενη διεύρυνση του ΝΑΤΟ κοντά στα ρωσικά σύνορα, την απειλή της τρομοκρατίας και τον κίνδυνο περιφερειακών συγκρούσεων, ο ρώσος πρόεδρος τόνισε: «Ο εκσυγχρονισμός είναι απαραίτητος για την προστασία μας από εν δυνάμει απειλή ή απόπειρες να ασκηθούν πιέσεις στο έθνος… Η ανάλυση της πολιτικοστρατιωτικής κατάστασης στον κόσμο έδειξε έναν εν δυνάμει κίνδυνο για σοβαρή σύγκρουση σε ορισμένες περιοχές που τροφοδοτείται από τοπικές κρίσεις και από τις συνεχείς προσπάθειεςτου ΝΑΤΟ να αναπτύξει τη στρατιωτική υποδομή του κοντά στη Ρωσία». Ο ρώσος υπουργός Αμυνας Ανατόλι Σερντιούκοφ εμφανίστηκε μάλιστα ακόμη σκληρότερος έναντι της Δύσης. Οπως είπε ο κ. Σερντιούκοφ, «οι φιλοδοξίες των ΗΠΑ στοχεύουν στην απόκτηση πρόσβασης σε πρώτες ύλες,ενεργειακές και άλλες πηγές σε πρώην σοβιετικές χώρες. «Παρέχεται ενεργός υποστήριξη σε διαδικασίες που προσπαθούν να πιέσουν τη Ρωσία έξω από τη σφαίρα των παραδοσιακών συμφερόντων της» πρόσθεσε ο υπουργός Αμυνας- «φωτογραφίζοντας» τη Γεωργία και την Ουκρανία, αλλά και τα πλούσια σε ορυκτά καύσιμα κράτη που βρέχονται από την Κασπία. Πέρυσι το Κρεμλίνο ανακοίνωσε σχέδια αύξησης των αμυντικών δαπανών της Ρωσίας για την προσεχή διετία – ενώ τα τελευταία χρόνια η Ρωσία έχει σχεδόν υπερτετραπλασιάσει τις αμυντικές δαπάνες της, χωρίς ωστόσο να πλησιάζει καν τις αντίστοιχες αμερικανικές. Για αμυντικές δαπάνες εφέτος, παρά την οικονομική κρίση, έχουν προϋπολογιστεί ενάμιση τρισ. ρούβλια ή 43 δισ. δολάριαεκ των οποίων το 25%, δηλαδή σχεδόν 11 δισ. θα δαπανηθούν για την «πυρηνική αναβάθμιση» της χώρας, με περισσότερους από δέκα νέους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους RS-24, να τίθενται σε μάχιμη υπηρεσία.

Επιπλέον, η μάχη για την κυριαρχία και τις ζώνες επιρροής των δύο χωρών, εκδηλώνεται και στο θαλάσσιο χώρο. Έτσι με υπερσύγχρονα υποβρύχια ετοιμάζεται να ενισχύσει την παρουσία της στον Εύξεινο Πόντο η Ρωσική Ομοσπονδία., πολλαπλασιάζοντας την ισχύ του υποβρυχιακού της στόλου.
Από την πτώση της ΕΣΣΔ και μετά, ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας αποτελούσε ένα από τα «παράδοξα» των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς επιχειρούσε από ουκρανικούς ναυστάθμους και αποτελούσε το λόγο πολλών διαφωνιών ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Ως αποτέλεσμα αυτού, αποτελούσε ένα από τους θεωρούμενους ως προβληματικούς σχηματισμούς του ρωσικού ναυτικού, με αποτέλεσμα να υποφέρει από ελλείψεις όσον αφορά τον εξοπλισμό και τη συντήρησή του: διαθέτει μόνο δύο ντηζελοκίνητα υποβρύχια, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται εν μέσω μακράς περιόδου επισκευών/ εκσυγχρονισμού.
Στα πλαίσια του επανεξοπλισμού των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε πως θα ανεβάσει τα υποβρύχια του στόλου σε 8-10, τα οποία θα ανήκουν σε μια από τις πλέον μοντέρνες κλάσεις του ρωσικού ναυτικού, Lada. Τα συγκεκριμένα υποβρύχια θα τεθούν σε υπηρεσία μέσα στο 2010 και είναι εξοπλισμένα με ειδική αντι-σόναρ επικάλυψη και σύγχρονο εξοπλισμό, ο οποίος περιλαμβάνει βλήματα cruise.
Οι ανακοινώσεις αυτές ξεσήκωσαν αντιδράσεις από την πλευρά της Ουκρανίας, η οποία όπως παρατηρήσαμε πιο πάνω δεν διατίθεται να συνεχίσει τη διάθεση των βάσεών της για τις επιχειρήσεις του ρωσικού στόλου μετά το 2017 και δε βλέπει θετικά την ενίσχυσή του. Η ρωσική απάντηση ήταν ότι σύντομα δεν θα χρειάζεται η έγκριση της Ουκρανίας, καθώς μέχρι το 2020 θα έχει ολοκληρωθεί η ανέγερση του ναυστάθμου του Νοβοροσίσκ.

Τέλος στα πλαίσια της αντιπαράθεσης για την αντιπυραυλική ασπίδα, πρέπει να ιδωθεί και η αποχώρηση της Ρωσίας από τη CFE, τη συμφωνία για τον περιορισμό των συμβατικών όπλων στην Ευρώπη (Conventional Forces in Europe treaty). Είναι ένα ποιοτικό στοιχείο το γεγονός πως η Μόσχα κάνει πράξη κάθε ρητορική της δήλωση. Ο Πούτιν είχε διατυπώσει δημόσια αυτήν την κίνηση στην ετήσια συνέντευξη προς τους δημοσιογράφους στις 26 Απριλίου του 2007. ). Η ρωσική αποχώρηση από τη CFE τέθηκε σε εφαρμογή από τα μεσάνυχτα της 11ης Δεκεμβρίου του 2007. Η σχετική ανακοίνωση του ρωσικού ΥΠΕΞ ανέφερε: “Η συμφωνία που υπογράφτηκε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου έχει πάψει να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ασφάλειάς μας, καθώς (τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ) έχουν προχωρήσει σε μια σειρά βημάτων που είναι ασυμβίβαστα με το πνεύμα αλλά και το γράμμα της συμφωνίας”
Το κείμενο της CFE καθόριζε την επιχειρησιακή αριθμητική οροφή των συμβατικών οπλικών συστημάτων (άρματα μάχης, μαχητικά αεροσκάφη, βαρύ πυροβολικό) που μπορούσαν να αναπτύξουν τόσο τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας όσο και τα μέλη του ΝΑΤΟ. Η γεωγραφική περιοχή εφαρμογής της CFE άρχιζε από την ακτογραμμή του Ατλαντικού και κατέληγε στα Ουράλια, ενώ η συμφωνία αναθεωρήθηκε μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, το 1999. Η Ρωσία είχε επικυρώσει την αναθεωρημένη έκδοση της συμφωνίας το 1999, ενώ το ΝΑΤΟ δεν είχε προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, καθώς έθετε ως προϋποθέσεις την αποχώρηση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη Δημοκρατία της Γεωργίας και τη Δημοκρατία του Μόλδοβα. Ωστόσο, η Μόσχα υποστηρίζει ότι τα δύο ζητήματα δεν συνδέονται μεταξύ τους.
Αναλύθηκαν συνοπτικά κάποια από τα πεδία αντιπαράθεσης Ρωσίας-Ηπα. Το μέλλον δείχνει πως η αντιπαράθεση θα τείνει να κυριαρχεί στις σχέσεις των δύο χωρών, παρά η σύμπτωση απόψεων, καθώς αναδεικνύεται η αντίθεση των συμφερόντων τους, που είχε επικαλυφθεί από την κοινή αντίληψη σε ζητήματα ασφάλειας, οικονομικής ανάπτυξης κτλ. Αναμφίβολα και σχετικά με το ΝΑΤΟ ,πέρα από τις διαφοροποιήσεις και τις εντάσεις, το μετασοβιετικό πλαίσιο των σχέσεων της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ ενεργοποιήθηκε το 1997, ενώ η 11χρονη πορεία των διμερών σχέσεων μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις φάσεις:
1η φάση: μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν την πολεμική εμπλοκή του ΝΑΤΟ, τόσο με τους βομβαρδισμούς κατά της Σερβίας όσο και κατά στόχων στο Κοσσυφοπέδιο, η Ρωσία ήταν η μεγαλύτερη χώρα μη μέλος του ΝΑΤΟ που συμμετείχε στις -υπό νατοϊκή διοίκηση- επιχειρήσεις για μία επταετία.
2η φάση: η θεσμοθέτηση και λειτουργία του Συμβουλίου ΝΑΤΟ – Ρωσίας (NATO – Russia Council -NRC) το 2002, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να υπερνικηθούν τα στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και να αντιμετωπιστούν οι μελλοντικές προκλήσεις ασφάλειας στην Ευρώπη.
3η φάση: σε εφαρμογή του άρθρου 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, περί συλλογικής ασφάλειας, ναυτικές μονάδες του ρωσικού στόλου συμμετείχαν για πρώτη φορά, το 2006, στις συμμαχικές αντιτρομοκρατικές περιπολίες του ΝΑΤΟ που πραγματοποιούνται στη Μεσόγειο θάλασσα. Από το 2007 και μετά και ειδικά μετά τον πόλεμο στη Γεωργία έχει επέλθει σημαντικό πάγωμα των διμερών σχέσεων, αλλά η «παλιά» Ευρώπη επιθυμεί συνέχιση των σχέσεων. Η νέα πραγματικότητα της βαθιάς ύφεσης θα οδηγήσει σε μια προσωρινή αναθέρμανση των αμερικανορωσικών σχέσεων και κατά συνέπεια και των  σχέσεων Ρωσίας-ΝΑΤΟ

Σχέσεις Ρωσίας-Μ. Ανατολής

Σίγουρα η ρωσική παρουσία στη Μ. Ανατολή απότελεί μια πτυχή της ρωσοαμερικανικής αντιπαράθεσης, καθώς η αμερικανική παρουσία στην περιοχή ως εγγυητή της ιμπεριαλιστικής ασφάλειας είναι αναμφισβήτητη. Η  στήριξη που παρέχουν στο Ισραήλ και στις κατοχικές κυβερνήσεις Καρζάι και Μαλίκι σε Αφγανιστάν και Ιράκ αντίστοιχα, οι Ηπα και συνολικότερα η Δύση, το πιστοποιεί. Η Ρωσία συμμετέχει στο κουαρτέτο για την Παλαιστίνη με αισθητή τη διαφοροποίηση της, έστω φραστικά στις σχέσεις με τη Χαμάς. Η Ρωσία συνομιλεί με την ισλαμική οργάνωση, θεωρώντας τη μέρος της λύσης, αναγνώρισε τη νίκη της στις εκλογές το 2006, αλλά δεν έχει προχωρήσει σε στενότερη συνεργασία, αναγνωρίζοντας πως δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί συνολικότερα στο Παλαιστινιακό ζήτημα με τη Δύση, εξάλλου δε διατηρεί παραδοσιακά ερείσματα στην περιοχή. Αντίθετα, σε σχέση με το Ιράν, δε διστάζει να χαρακτηρίζει ανόητη κι επικίνδυνη μια τυχόν επέμβαση απλώνοντας μαζί με την Κίνα ένα δίχτυ προστασίας. Η Ρωσία πέρα από τα συμφέροντα που διατηρεί στην περιοχή του Ιράν (πάνω από 5δις$ σε κατασκευαστικά συμβόλαια,800εκ για πυρηνικό αντιδραστήρα,εξοπλισμοί) αντιλαμβάνεται πως οι Ηπα καθηλωμένες στα υπόλοιπα μέτωπα, θα διστάσουν να επέμβουν στο Ιράν. Η ρωσική ελίτ είναι όμως πεπεισμένη πως μια τυχοδιωκτική επέμβαση θα αποτελούσε πρελούδιο περιφερειακής, αν όχι παγκόσμιας σύρραξης. Σίγουρα η Ρωσία δεν επιθυμεί την αναβάθμιση του Ιράν σε περιφερειακή δύναμη και το στηρίζει σε μια λογική στρατηγικού εταίρου, προσπαθώντας να ανακόψει τις υπερβολικές για τα συμφέροντα της φιλοδοξίες του. Η Ρωσία στη συνείδηση των λαών της περιοχής δεν έχει ταυτιστεί με τη δυτική μονομέρεια και επιθετικότητα, γεγονός που αποτελεί ένα πολιτικό κεφάλαιο έτοιμο να αξιοποιηθεί την κατάλληλη συγκυρία.
Σε επίπεδο στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή η Ρωσία αποφάσισε να δημιουργήσει ναυτικές βάσεις στην Λιβύη, την Συρία και την Υεμένη μέσα σε λίγα χρόνια, σύμφωνα με το πρακτορείο Ιταρ-Τας σε μία ένδειξη των αυξανόμενων φιλοδοξιών της Μόσχας στην εξωτερική πολιτική.
«Είναι δύσκολο να πούμε πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να δημιουργηθούν οι βάσεις για τον στόλο μας στις χώρες αυτές, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια αυτό θα έχει γίνει οπωσδήποτε. Η πολιτική απόφαση για το θέμα αυτό έχει ληφθεί», φέρεται να δήλωσε ένας αξιωματικός. Δεν υπήρξε σχόλιο από επίσημο εκπρόσωπο του ρωσικού Πολεμικού Ναυτικού.
«Γίνονται διαπραγματεύσεις με ξένες κυβερνήσεις. Τέτοια δημοσιεύματα ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τις συνομιλίες», φέρεται να δήλωσε σύμφωνα με το Ιταρ Τας ο υπαρχηγός των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, αντιστράτηγος Ανατόλι Νογκοβίτσιν.
Αναλυτές έχουν αναφέρει ότι το συριακό λιμάνι Ταρτούς μπορεί να αναβιώσει ως ρωσική ναυτική βάση. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το σοβιετικό ναυτικό είχε μόνιμη παρουσία στην Μεσόγειο χρησιμοποιώντας το λιμάνι Ταρτούς για ανεφοδιασμό και όπως έχουμε δει η ρωσική άρχουσα τάξη κινείται γεωπολιτικά ως ο νόμιμος κληρονόμος της ΕΣΣΔ.
Ρωσικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν επίσης ότι το άνοιγμα μίας ναυτικής βάσης στο λιμάνι της Βεγγάζης στην Λιβύη, ήταν μεταξύ των βασικών θεμάτων της συζήτησης που είχε στην Μόσχα ο Λίβυος ηγέτης Μουάμαρ Καντάφι. Με τη Λιβύη και την Αλγερία η Μόσχα φιλοδοξεί να συνάψει στενές εμπορικές σχέσεις για να ανοιχτεί στην Αφρική, έστω στο αραβικό της τμήμα, καθώς η μαύρη ήπειρος είναι το νέο πεδίο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με τη σύμμαχο Κίνα να πρωτοστατεί σε επενδύσεις. Εξάλλου  ο μεταμοντέρνος πόλεμος κατά της πειρατείας υποκρύπτει όχι μόνο την ευθύνη της Δύσης για τα κοινωνικά αίτια της πειρατείας, αλλά την επιθυμία για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας περιοχής του Άντεν και ευρύτερα της Σομαλίας. Στρατηγικής σημασίας όχι μόνο ως εμπορικός και μεταφορικός κόμβος, αλλά και ως σημείου ελέγχου της Ερυθράς Θάλασσας και της κρίσιμης γεωπολιτικά θαλάσσιας έκτασης που απλώνεται στον Ινδικό Ωκεανό.

Σχέσεις Ρωσίας-Λ.Αμερικής

Εδώ και σχεδόν 200 χρόνια η Λατινική Αμερική είναι ο προμηθευτής πρώτων υλών και φτηνών εργατικων χεριών για τις Ηπα. Μόνη η συστηματική καταλήστευση του πλούτου αυτής της περιοχής επέτρεψε στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό να συσσωρεύσει κεφάλαια για να επεκτείνει την κυριαρχία του πλανητικά. Πρόκεται για τις αποικίες των Ηπα και για να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα τους δε δίστασαν να στηρίξουν ή να επιβάλλουν δικτατορίες, να διεξάγουν πολεμικές επιχειρήσεις και να δολοφονήσουν χιλιάδες αγωνιστές. Τα τελευταία χρόνια η Λ. Αμερική αποτελείται από ανοιχτά αντιιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις που στηρίζονται στον εξεγερμένο λαό μέχρι αφυπνισμένες εθνικά αστικές τάξεις που αρνούνται να παραχωρούν τη μερίδα του λέοντος στους αμερικανούς. Με εξαίρεση το Μεξικό και την Κολομβία, το υπόλοιπο τμήμα της ηπείρου είναι από ροζ μέχρι κόκκινο, στερώντας πολύτιμο ζωτικό χώρο από τα αμερικανικά κεφάλαια. Η καθήλωση των Ηπα στη Μ. Ανατολή επέτρεψε την παγίωση μιας άλλης ισορροπίας στην αυλή τους. Είναι λογικό οι κυβερνήσεις αυτές, στα πλαίσια της αυτονόμησης τους να στραφούν σε συμμαχίες με τους αναδυόμενους πόλους, όπως η Ρωσία. Έτσι μια σειρά ενεργειακών συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ της Ρωσίας και της Βενεζουέλας υπεγράφησαν κατά την επίσκεψη του Ρώσου προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεφ στο Καράκας, στο πλαίσιο της επίσημης περιοδείας του σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Χαρακτηριστική της ενίσχυσης των δεσμών μεταξύ των δύο χωρών είναι η δήλωση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της ρωσικής Άνω Δούμας, ο οποίος συνοδεύει το Ρώσο πρόεδρο.
«Ο κόσμος γίνεται πολύπλοκος. Η Λατινική Αμερική είναι ένας από τους πόλους ισχύος. Η Ρωσία έχει επιστρέψει στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική, στην Ασία. Είμαστε έτοιμοι να εργαστούμε σε αγορές στις οποίες μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί», είπε ο Μιχαήλ Μαργκέλοφ. Αναλυτικότερα η κρατική πετρελαϊκή εταιρία της Βενεζουέλας PDVSA υπέγραψε συμφωνία με τις ρωσικές Gazprom, Lukoil, TNK-BP και Rosneft για δημιουργία κοινοπραξίας με στόχο την εξερεύνηση και εκμετάλλευση πετρελαϊκών κοιτασμάτων στην περιοχή Καραμπόμπο, την πιο πλούσια σε πετρέλαια περιοχή της Ζώνης του Ορινόκου.
Όπως διευκρίνισε ο υπουργός Πετρελαίου της Βενεζουέλας Ραφαέλ Ραμίρες, πρόκειται για κοιτάσματα βαρέως τύπου αργού πετρελαίου (υψηλής περιεκτικότητας σε θείο) και ότι «κάθε πρόγραμμα που στοχεύει σε παραγωγή, μετά από δύο χρόνια, 200.000 βαρελιών πετρελαίου την ημέρα αντιπροσωπεύει κόστος 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων».
Παράλληλα, οι δύο πλευρές υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας για την ανάπτυξη τεχνολογίας πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς.
Η συμφωνία αυτή στοχεύει στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πόρων της Βενεζουέλας.
Θα την καταστήσει, εξάλλου, την τρίτη λατινοαμερικανική χώρα που θα διαθέτει πυρηνικούς αντιδραστήρες, μετά την Αργεντινή και Βραζιλία, οι οποίες συνεργάζονται στον τομέα της έρευνας από το Νοέμβριο του 2005.
Είχε προηγηθεί επίσκεψη του Τσάβες στη Ρωσία, όπου οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ισχυρή στρατιωτική και οικονομική συμμαχία, που θα λειτουργήσει ως αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ και επιρροή. Οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στο Ορενμπουργκ της Ρωσίας και υπέγραψαν πρωτόκολλα συνεργασίας «στον οικονομικό και στρατιωτικό τομέα», όπως δήλωσε ο Ντμίτρι Μεντβιέντεφ. Μια ημέρα νωρίτερα, ο Τσάβες είχε συναντηθεί με τον πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος και πρότεινε τη συνεργασία στην πολιτική πυρηνική ενέργεια και ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα τεθούν σε πλήρη εφαρμογή όλες οι συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ των πολεμικών ναυτικών των δύο χωρών. Ήταν οι βάσεις για τις οικονομικές συμφωνίες που υπογράφτηκαν τελικά κατά την επίσκεψη Μεντβέντεφ στη Βενεζουέλα. Με αυτό τον τρόπο η Ρωσία κάνει ξεκάθαρο πως διατηρεί ζωτικά συμφέροντα στο υπογάστριο των Ηπα, όπως ακριβώς ισχυρίζονται οι αμερικανοί για την ευρύτερη περιοχή πλησίον της Ρωσίας. Εκτός των οικονομικών συμφωνιών, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε μόνο ότι χορηγεί πιστώσεις ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων στη Βενεζουέλα για την αγορά ρωσικού οπλισμού. Από το 2005 η Ρωσία έχει υπογράψει συμφωνίες άνω των 4,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Βενεζουέλα για την προμήθεια της λατινοαμερικανικής χώρας με μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα και 100.000 τουφέκια εφόδου τύπου Καλάσνικοφ. Αντίστοιχα σε μια επίδειξη δύναμης πραγματοποιήθηκαν κοινά ναυτικά γυμνάσια με τη συμμετοχή του αντιτορπιλικού   «Μέγας Πέτρος» και του αεροπλανοφόρο «Ναύαρχος Τσαμπανένκο». Μάλιστα, ο αγκυροβολισμός του δεύτερου πολεμικού πλοίου χαιρετήθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό της Βενεζουέλας με 21 πυροβολισμούς. Η Ρωσία κατέχει σήμερα την θέση του βασικού προμηθευτή όπλων της Βενεζουέλας, με συμβόλαια που αγγίζουν τα 4,4 δισεκατομμύρια δολάρια
Η Ρωσία ταυτόγχρονα υπογράφει και συμφωνίες με άλλες χώρες της Λ. Αμερικής που βρίσκονται στον άξονα Τσάβες. Ενδεικτικά , ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε ότι η Ρωσία ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη πυρηνικής συνεργασίας και με το Εκουαδόρ του Ραφαέλ Κορέα, ενώ ο πρόεδρος της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, και ο Κουβανός ομόλογός του, Ραούλ Κάστρο, υπέγραψαν στο Κρεμλίνο συμφωνία «στρατηγικής σύμπραξης», επαναβεβαιώνοντας τους στενούς δεσμούς ανάμεσα στις δύο χώρες.
Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας περιλαμβάνονται 34 επιμέρους συμφωνίες. Η Ρωσία συμφώνησε επίσης να χορηγήσει στην Κούβα ένα δάνειο για να αγοράσει ρωσικά αγαθά, μολονότι το ακριβές ποσό του δανείου δεν αποκαλύφθηκε.
Συμπερασματικά η Ρωσία προσφέρει σε αυτές τις χώρες, οικονομική βοήθεια και στρατιωτική ενίσχυση, δημιουργώντας έτσι ισχυρά ερείσματα στην περιοχή και συνεχίζοντας τη σοβιετική παράδοση. Με τη σειρά τους οι χώρες αυτές ελίσσονται στο πλαίσιο των ρωσοαμερικανικών ανταγωνισμών για να εδραιώσουν τη θέση τους. Σίγουρα η ιδεοληψία της περιόδου Μπους, έπαιξε το ρόλο της στην ρωσική προσέγγιση αυτών των χωρών, είναι όμως αμφίβολο κατά πόσο ο πραγματιστής Ομπάμα, αφενός μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς κι αφετέρου κατά πόσο η αμερικανική αστική τάξη έχει εγκαταλείψει τους σχεδιασμούς της για πραξικοπηματική ανατροπή αυτών των κυβερνήσεων, υποστηρίζοντας τις άρχουσες τάξεις της περιοχής. Η πολιτική Μπους εξέφραζε σίγουρα μια βαθύτερη επιλογή της αστικής τάξης και όχι μόνο τις αντιδραστικές ουτοπίες των νεοσυντηρητικών.

Σχέσεις Ρωσίας-Κίνας

Για να προσεγγίσει κανείς τις σινορωσικές σχέσεις, πρέπει να λάβει υπόψη του τη θέση της Κίνας στη σύγχρονη πραγματικότητα. Από το 1999 που στον προκλητικό βομβαρδισμό της πρεσβείας της στη Γιουγκοσλαβία, η Κίνα είχε απαντήσει διπλωματικά και ήπια, η αλλαγή είναι εμφανής. Όσο κι αν η εσωστρέφεια παραμένει ένα βασικό στοιχείο της κινεζικής διπλωματίας, η Κίνα αναδύεται ως ανταγωνιστικός πόλος. Η οικονομική της επέκταση, το μέγεθος των αποθεματικών της σε δολλάρια και ευρώ, η αδυναμία των Ηπα να ασκήσουν μια λειτουργική παγκόσμια ηγεμονία είναι κάποιοι λόγοι για την πρόσφατη εξωστρέφεια της Κίνας. Η Ρωσία από την άλλη έχει αντιληφθεί πως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηπα, χωρίς να συμμαχήσει με το Πεκίνο, όπως επίσης πως αυτή η συμμαχία δεν είναι ακριβώς ισότιμη, αλλά αποκρυσταλλώνει την κινεζική υπεροχή.
Η  Ρωσία χρησιμοποιεί την Κίνα ως εναλλακτικό καταναλωτή των ενεργειακών της αποθεμάτων και στις αιτιάσεις των ευρωπαίων γαι καλύτερες τιμές ή για μείωση της ενεργειακής τους εξάρτησης επικαλείται τη ζήτηση της διψασμένης για ενέργεια(πριν την κρίση) Κϊνας.
Μαζί έχουν συστήσει εξάλλου το αντι-Νατο ή αλλιώς Σύμφωνο της Σαγκάης στο οποίο συμμετέχουν και Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν ενώ σαν παρατηρητές το Ιράν,το Πακιστάν, η Μογγολία και η Ινδία. Είναι φανερό πως αναδύεται ένας νέος πόλος εξουσίας που απειλεί να ελέγξει όχι μόνο τους δρόμους της ενέργειας μέσω των ρωσικών αγωγών αλλά κι όλη την αχανή και κρίσιμα γεωπολιτικά περιοχή μέχρι την Ιαπωνία. Ήδη έχουν πραγματοποιηθεί κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με κύριο σενάριο την εμπλοκή με το ΝΑΤΟ. Το σύμφωνο της Σαγκάης παρουσιάζεται ως ο εγγυητής της ασφάλειας στην περιοχή, δίχως να αποκλείει κοινές συμπράξεις κατά της τρομοκρατικής απειλής με το ΝΑΤΟ ή με τον ευρωστρατό, όποτε δημιουργηθεί, προσπαθώντας έτσι να νομιμοποιηθεί στο διεθνές σύστημα ασφάλειας.
Η Ρωσία μαζί με την Κίνα, συστηματικά εναντιώθηκαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική κύρωση ενάντια στο Ιράν, αλλά και στη Β.Κορέα, συστήνοντας ένα φανερό αντιδυτικό μπλόκ στο Σ.Α του ΟΗΕ.
Η δημιουργία του συμφώνου της Σαγκάης, αλλά κυρίως η δυναμική του που μελλοντικά το καθιστά απειλητικό, ώθησε τις Ηπα να αναβαθμίσουν την Ιαπωνία σε σταθερό τους αεροπλανοφόρο στην περιοχή-ενώ η ιαπωνική ελίτ επαναφέρει το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας!- οξύνοντας έτσι τις περιφερειακές εντάσεις, γεγονός που εξηγεί το θερμό επεισόδιο μεταξύ του κινεζικού και αμερικανικού ναυτικού στις αρχές Μαρτίου.

Είναι αυτονόητο πως η Κίνα συντάχθηκε απόλυτα με τη Ρωσία στο ζήτημα της αντιπυραυλικής ασπίδας, οπως και ότι η Μόσχα θεωρεί αναντίρρητο δικαίωμα της Κϊνας την προσάρτηση της Ταιβάν για να ολοκληρωθεί η εδαφική της επέκταση.
Ταυτόγχρονα, χωρίς να έχουν δοθεί στη δημοσιότητα όλες οι λεπτομέρειες, οι δύο χώρες έχουν συνάψει μεγάλο αριθμό συμφωνιών στον ενεργειακό τομέα, αλλά και στην πολεμική βιομηχανία. Πιο συγκεκριμένα το Μάρτιο του 2007, οι δύο χώρες υπέγραψαν 21 συμβόλαια ύψους 4 δις $ που περιλαμβάνουν την προμήθεια κηροζίνης στην Κϊνα. Επίσης στο ίδιο πλαίσιο συμφωνιών ο χαλυβουργικός όμιλος Novoli Petsk υπέγραψε συμβόλαιο ύψους 460 εκ $ με την κινεζική Tebian Electric Apparatus Stock παράδοσης 94000 τόνων χάλυβα στο διάστημα 2007-2009
Στις 17/02/09 οι δύο χώρες υπέγραψαν ενεργειακή συμφωνία ύψους 25 δις $. Η Ρωσία θα προμηθεύσει την Κίνα, μέσω του Σκοβορόντινο που βρίσκεται στη ρωσική Άπω Ανατολή, με 15 εκ τόνους σιβηρικού πετρελαίου ετησίως για 20 χρόνια. Σε αντάλλαγμα η κρατική China Development Bank θα χορηγήσει δάνεια 15 δις $ στην πετρελαϊκή Rosneft και 10 δις στην εταιρεία κατασκευής αγωγών Transneft.
Η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων της Κίνας και ο βασικός εταίρος της σε ζητήματα στρατιωτικής και διαστημικής τεχνολογίας. Το μεγαλύτερο μέρος των 8,35 δις $ των πωλήσεων ρωσικών όπλων το 2008 αφορούσε την Κίνα, την Ινδία, την Αλγερία και το Ιράν. Είναι σίγουρο πως πίσω από την εκτόξευση του κινεζικού δορυφόρου, κρύβεται ρωσική τεχνογνωσία.
Επίσης οι δύο χώρες ακόμα και πριν το ξέσπασμα της κρίσης είχαν προβεί σε διαφοροποίηση των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων και πίεζαν για τη δημιουργία ενεργειακού χρηματιστηρίου που θα έσπαζε το μονοπώλιο του δολλαρίου ως αποθεματικό νόμισμα
Τα  σημεία σύγκλισης των δύο χωρών, δεν αντανακλούν σε καμία περίπτωση απόλυτη σύμπτωση συμφερόντων. Για αυτό το λόγο η Κίνα μείωσε τον όγκο παραγγελιών των ρωσικών όπλων και στρέφεται προς την κατασκευή κινεζικών οπλικών συστημάτων. Ενδεικτικές είναι οι διαπραγματεύσεις για την αντιγραφή του ρωσικού αεροσκάφους SU33 από την κινεζική πολεμική βιομηχανία. Οι δύο χώρες συστήνουν μέτωπο με στόχο την από κοινού αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά την ίδια στιγμή ούτε η Ρωσία επιθυμεί την αυτονομία της Κϊνας από τη ρωσική τεχνογνωσία, ούτε η Κίνα επιθυμεί να αφήνει την ανάπτυξη και την ασφάλεια της στις καλές προθέσεις της Ρωσίας, αποδεχόμενη τη ρωσική κυριαρχία. Η ενεργειακή συμφωνία Κίνας-Τουρκμενιστάν για τη δημιουργία αγωγού φυσικού αερίου που συνδέει απευθείας το Τουρκμενιστάν με την επαρχία Σιντζιάνγκ με ενδιάμεσους σταθμούς σε Ουζμπεκιστάν και Καζακστάν εκφράζει ακριβώς την αυτόνομη ενεργειακή πορεία της Κίνας. Στο σύγχρονο ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον κάθε ιμπεριαλισμός αναζητά να κατοχυρώσει τις θέσεις του για μια μελλοντική εφόρμηση του. Έτσι κάθε συμμαχία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας εμπεριέχει στοιχεία της μελλοντικής τους αντιπαράθεσης αν και εφόσον οι Ηπα απωλέσουν το ηγεμονικό τους ρόλο. Όσο κι αν αποτελούν ένα κοινό μπλοκ στις σχέσεις τους με τις χώρες της Λ. Αμερικής, όσο κι αν εδραιώνονται στο παγκόσμιο σκηνικό ως ο πιο διακριτός πόλος εξουσίας τα συμφέροντα τους παραμένουν μεσοπρόθεσμα ανταγωνιστικά. Επιπλέον η Κίνα στηρίζοντας την αμερικανική οικονομία από το ενδεχόμενο κατάρρευσης έχει πολύ πιο στενές σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις Ηπα από τη Ρωσία. Ουσιαστικά ο παγκόσμιος καπιταλισμός και μέσα σε αυτόν προφανώς εντάσσονται και οι άλλοι πόλοι εξουσίας, αντιλαμβάνεται πως αυτή τη στιγμή μπορεί να αναπαραχθεί μόνο κάτω από την αμερικανική ηγεμονία, όσο κι αν αυτό οξύνει μέχρι καταστροφής τις αντιθέσεις του. Αυτή η παραδοχή αποτελεί και το υλικό πλαίσιο της ρωσοκινέζικης σύμπραξης.

Σχέσεις Ρωσίας-Ινδίας (ετήσιες εμπορικές συναλλαγές 3,1 δις$)

Σημαντική πτυχή της ρωσικής γεωπολιτικής επέκτασης στην περιοχή της Ασίας αποτελούν οι ινδορωσικές σχέσεις. Η Ινδία, χάρη στην πληθυσμιακή της γιγάντωση, αλλά και στην ταχεία οικονομική της ανάπτυξη, απόρροια της νέας της θέσης στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, μετατρέπεται σε υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη που μελλοντικά μπορεί να διεκδικήσει την παγκόσμια ηγεμονία. Το γεγονός αυτό εξηγεί το ρωσοαμερικανικό ανταγωνισμό γύρω από την Ινδία. Οι Ηπα επιθυμούν να συσφίξουν τις σχέσεις τους με την Ινδία, δημιουργώντας ένα αντίβαρο στην ανερχόμενη Κίνα και εισβάλλοντας σε ένα χώρο σοβιετικής και μετέπειτα ρωσικής επιρροής. Η αστάθεια στο γειτονικό Πακιστάν, σίγουρα ενισχύει το χαρτί της ινδοαμερικανικής προσέγγισης. (πυρηνική συμφωνία Ηπα-Ινδίας).
Αντίθετα η Ρωσία συνεχίζοντας τη σοβιετική παράδοση, θεωρεί την Ινδία προνομιακό της εταίρο και αντιλαμβάνεται τις αμερικανικές κινήσεις ως εισβολή στο ζωτικό της χώρο. Έτσι Μόσχα και Ουάσινγκτον επιδίδονται σε έναν άτυπο αγώνα δρόμου με μόνο σίγουρο νικητή την ινδική ελίτ.
Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2007, σε επίσκεψη του Πούτιν υπογράφτηκε συμφωνία για τη συνεργασία στην κατασκευή τεσσάρων επιπρόσθετων πυρηνικών αντιδραστήρων στον πυρηνικό σταθμό «Κουντανκουλάμ» στην Ινδία ως απάντηση στην πυρηνική συμφωνία Ηπα-Ινδίας. Υπογράφτηκε , επίσης, σημαντικό συμβόλαιο που αφορά στην κατασκευή στην Ινδία 120 αεροπορικών κινητήρων, με τους οποίους θα εφοδιαστούν τα ρωσικής κατασκευής παλαιότερα αεροπλάνα ΜΙΓΚ, που έχει στη διάθεσή της η Ινδία, όπως και πρωτόκολλο για την κοινή επεξεργασία και κατασκευή στρατιωτικό-μεταγωγικού αεροπλάνου πολλαπλής χρήσης. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν η Ινδία να καταβάλει τμήμα του παλιού χρέους της πρώην ΕΣΣΔ, που κυμαίνεται γύρω στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια, για την κατασκευή χημικό-μεταλλουργικού εργοστασίου για παράγωγα του τιτανίου. Στη Ρωσία θα ανήκει το 55% του νέου εργοστασίου και αυτό θα καλύπτει περίπου τις μισές σημερινές ανάγκες της Ρωσίας στα σχετικά υλικά, που τώρα αυτή εισάγει από το εξωτερικό.
Πέρα από τις συμφωνίες αυτές οι δύο χώρες υπέγραψαν πρωτόκολλα διαστημικής συνεργασίας, με τα οποία η  Ινδία θα ενταχθεί στο ρωσικό πρόγραμμα διαστημικής ναυσιπλοΐας «GLONASS-M». Η Ινδία θα εκτοξεύσει δύο δορυφόρους, χρησιμοποιώντας ινδικούς πυραύλους και θα συμμετάσχει στη δημιουργία «νέας γενιάς» δορυφόρων ναυσιπλοΐας «GLONASS-Κ», μαζί με τη Ρωσία. Η διαστημική τεχνολογία παραμένει ένα ισχυρό χαρτί για τη Μόσχα και είναι πιθανό πως το Διάστημα θα είναι το πεδίο των ανταγωνισμών του άμεσου μέλλοντος.
Με τις συμφωνίες αυτές η Ρωσία προσπαθεί να επιβεβαιώσει το ρόλο της ως ο κύριος προμηθευτής όπλων και υψηλής τεχνολογίας της Ινδίας. Όπως εξάλλου ανοιχτά διαπιστώνει το  ρωσικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «STRANA»: «Η Μόσχα πρέπει να βιαστεί, γιατί εκεί που πριν κυριαρχούσαν οι Ρώσοι προμηθευτές, όπως στην αγορά όπλων ή της πυρηνικής ενέργειας, τώρα επιδιώκουν να κυριαρχήσουν οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί». Δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο ινδικός στρατός είναι 3ος παγκοσμίως σε μέγεθος και πως τα συμβόλαια που υπογράφηκαν μόνο σε τούτη την επίσκεψη άγγιξαν τα 4,5 δις$. Τέλος σημαντική λεπτομέρεια είναι πως η ινδική ελίτ προμηθεύεται όπλα υψηλής τεχνολογίας, σε αντίθεση με την Κίνα που δίνει έμφαση σε δοκιμασμένα οπλικά συστήματα. Η Ρωσία στην προσπάθεια να καθιερωθεί ως ο κύριος προμηθευτής όπλων, έχει προτείνει στην Ινδία την από κοινού κατασκευή καταδιωκτικού 5ης γενιάς, υπό την προϋπόθεση το Δελχί να προτιμήσει το ρωσικό καταδιωκτικό 4ης γενιάς από τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά αεροσκάφη.
Φυσικά σε περίπτωση που η ινδική ελίτ κρίνει πως ο δρόμος για την παγκόσμια αναβάθμιση της περνά από τη στενότερη συνεργασία με τις Ηπα και γενικότερα τη Δύση, τότε και η Μόσχα θα αναθεωρήσει τη στάση της, όπως δήλωσε Ο Κ. Κοσατσιόφ, επικεφαλής της επιτροπής για τα διεθνή ζητήματα της Κρατικής Δούμας της Ρωσίας, αναφέρθηκε στο μεγάλο ενδιαφέρον του Πακιστάν για τα ρωσικά όπλα και πρόσθεσε: «Αν η Ινδία επιλέξει άλλους προμηθευτές, Ευρωπαίους ή Αμερικανούς, τότε κι η Ρωσία, με τη σειρά της, θα ψάξει να βρει νέες δυνατότητες συνεργασίας με άλλες χώρες της περιοχής».

Γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί στον ασιατικό ειρηνικό ωκεανό

Αναφέραμε  πως το ενδιαφέρον των Ηπα για την Ινδία συνίσταται στη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού πόλου ενάντια στην κινεζική επιρροή. Ο ινδικός καπιταλισμός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη στρατηγική του θέση και να ελιχθεί αποσπώντας ανταλλάγματα. Η  Ρωσία δεν έχει το γεωπολιτικό βάρος της ΕΣΣΔ, έχει όμως το ενεργειακό διπλωματικό χαρτί και οι Ηπα βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο αναφορικά με την ηγεμονική τους ικανότητα. Έτσι η Ινδία συμμετέχει στην εξόρυξη των κοιτασμάτων πετρελαίου της «Σαχαλίνης 1» (με ποσοστό 20% που της παραχώρησαν ρωσικές κρατικές εταιρείες) κι ενδέχεται να της επιτραπεί να επενδύσει και στο κοίτασμα της «Σαχαλίνης 3». Να σημειωθεί ότι στα τέλη του περασμένου Δεκέμβρη κατέπλευσε στην Ινδία το πρώτο γεμάτο πετρελαιοφόρο πλοίο από τη «Σαχαλίνη 1». Όχι τυχαία, ο Πούτιν υπογράμμισε στο ΡΤΙ, πως «η Ινδία έγινε πέρσι η 1η χώρα στους ρυθμούς αύξησης της κατανάλωσης υδρογονανθράκων». Ούτε, από την άλλη, είναι συμπτωματική η δραστηριοποίηση του ρωσικού μονοπωλίου φυσικού αερίου, της Gazprom, στον κόλπο της Βεγγάλης.
Το ρευστό γεωπολιτικό τοπίο έχει ως αποτέλεσμα, όπως και στις σινορωσικές σχέσεις, να καλύπτονται υπαρκτές αντιθέσεις. Με αυτή την έννοια η ρωσική ελίτ δεν επιθυμεί την αναβάθμιση της Ινδίας σε περιφερειακή, αν όχι παγκόσμια δύναμη, αλλά γνωρίζει πως ο δρόμος για την αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας περνά από τη σύσφιξη των σχέσεων με την Ινδία και φυσικά την Κίνα. Οι τρεις χώρες βρίσκονται σε συνεχείς επαφές, στο Σύμφωνο της Σαγκάης η Ινδία συμμετέχει ως παρατηρητής, σχηματίζουν κοινό μέτωπο σε επιμέρους ζητήματα, όπως το Ιράν, το μεσανατολικό κ.α. Σίγουρα υπάρχει η προοπτική της τριμερούς συμμαχίας που θα λειτουργεί ως αντίβαρο στην αμερικανική κυριαρχία, στο βαθμό μάλιστα που η ευρύτερη περιοχή εντάσσεται χωρικά στα πεδία των ρωσοαμερικανικών ανταγωνισμών για τους ενεργειακούς πόρους της Κεντρικής Ασίας. Η Ρωσία μεταφέρει την τεχνογνωσία της υπερδύναμης, ενώ οι Ινδία όπως και η Κίνα το τρομακτικό τους μέγεθος από κάθε άποψη. Σε καμία όμως περίπτωση δεν υπάρχει μεσοπρόθεσμη σύμπτωση συμφερόντων και οι τρεις χώρες δεν αποτελούν ενιαίο μπλοκ.

Σχέσεις Ρωσίας-ΕΕ

Η πτώση της ΕΣΣΔ, επέτρεψε σε ένα βαθμό στην Ευρώπη να αυτονομηθεί πολιτικά από τις Ηπα και να αποπειραθεί να καθιερωθεί ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας. Οι ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις πρέπει να ιδωθούν ως τμήμα της ρωσοαμερικανικής αντιπαράθεσης αλλά και ως αυτόνομες. Η παρακμή της αμερικανικής ηγεμονίας όπως εκφράστηκε στις ήττες στα πεδία των μαχών και η μονομέρεια της περιόδου Μπους, έστρεψαν διακριτά το εκκρεμές της Ευρώπης προς τη Ρωσία. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός ήταν πρόθυμος να ακολουθήσει τους σχεδιασμούς του Μπους, όσο αυτοί έμοιαζαν να μπορούν να προσφέρουν ένα σταθερό και ασφαλές παγκόσμιο πλαίσιο. Όταν όμως η αντιδραστική ουτοπία των νεοσυντηρητικών κατέρρευσε, με αποτέλεσμα ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός να αδυνατεί να επιβάλλει τις δικές του λύσεις η Ευρώπη συνειδητοποίησε πως η ταύτιση με τις Ηπα δεν πρόσφερε τίποτα στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Αυτός ο σκεπτικισμός δε σημαίνει σε καμία περίπτωση πως η Ευρώπη σφίγγει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, ή εγκαταλείπει τις Ηπα. Η κατάσταση είναι τρομακτικά ρευστή για να είναι τόσο απλή. Καταρχήν στο ζήτημα της αντιπυραυλικής ασπίδας και οι 26 του ΝΑΤΟ συντάχθηκαν με τις αμερικανικές θέσεις, πιστοποιώντας πως ο περιορισμός της ρωσικής ισχύος δεν είναι αποκλειστικά αμερικανική επιδίωξη.
Από την άλλη μεριά στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι(Απρίλιος 2008), η νεκρανάσταση του γαλλογερμανικού άξονα έβαλε ταφόπλακα στα αμερικανικά σχέδια, εμποδίζοντας την είσοδο στον οργανισμό της Ουκρανίας και της Γεωργίας.
Ο πόλεμος Γεωργίας-Ρωσίας τον περασμένο Αύγουστο δοκίμασε τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, αλλά μάλλον η Ρωσία μπόρεσε να αποφύγει μια ουσιαστική καταδίκη, αφού η ΕΕ δε διανοήθηκε να επιβάλλει πάγωμα των σχέσεων ή εμπορικό αποκλεισμό, προς λύπη των Ηπα. Αντίθετα η Ευρώπη προσπάθησε να εμφανιστεί ως ειρηνοποιός κάτι που ως ένα βαθμό πέτυχε, με κόστος όμως έναν ακόμα διχασμό στο εσωτερικό της.
Η αλήθεια πως η εγγενής αντίφαση της ΕΕ που συνίσταται στην οικονομική ενοποίηση από τη μια μεριά (ομάδα ευρώ, ευρώπη των 27) και στην απουσία κεντρικής εξουσίας είναι ορατή στις ευρωρωσικές σχέσεις. Η ΕΕ χωρίζεται σε χώρες που βρίσκονται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τη Ρωσία και συμπεριφέρονται ως εκφραστές των αμερικάνικων γεωπολιτικών επιδιώξεων (η λεγόμενη νέα Ευρώπη) και σε χώρες που φυσικά δεν επιθυμούν την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, αλλά αντιλαμβάνονται τη σύμπτωση συμφερόντων με τη Ρωσία σε επιμέρους αλλά ουσιαστικούς τομείς. Αυτή η αντίθεση διαπερνά και το εσωτερικό των ευρωπαϊκών ελίτ κι όσο κι αν είναι σχηματική απεικονίζει την πραγματικότητα.
Στην τελευταία σύνοδο κορυφής Ρωσίας-ΕΕ επιβεβαιώθηκε πως ενώ η ΕΕ αναγνώρισε πως η Μόσχα εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της σχετικά με τον πόλεμο στον Καύκασο, η κόκκινη γραμμή είναι η επιμονή της Ρωσίας να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ν.Οσετίας και Αμπχαζίας. Ταυτογχρονα συμφωνήθηκε καταρχήν η επεξεργασία ενός συμφώνου ευρωπαϊκής ασφάλειας, γεγονός που αναβαθμίζει το γεωστρατηγικό ρόλο της Ρωσίας ως εγγυητή της τάξης στην Ευρώπη και εκφράζει την πεποίθηση πως η Ρωσία δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους σχεδιασμούς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Ενεργειακή εξάρτηση

Έχει αναλυθεί παραπάνω το διπλωματικό σκάκι γύρω από τους αγωγούς και την πίεση από τις Ηπα προς την ΕΕ για διαφοροποίηση των προμηθευτών της με έμφαση στο αζέρικο φυσικό αέριο. Ταυτόγχρονα η αναβάθμιση της Τουρκίας ως χώρα-διακομιστή επαναφέρει στο προσκήνιο τις αμερικανικές πιέσεις για πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Με δεδομένο πως αυτή τη στιγμή ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πιο μακρινό από ποτέ κι αυτό κυρίως έχει να κάνει με την αδυναμία της ΕΕ να επεκταθεί χωρικά, δίχως κεντρική πολιτική εκπροσώπηση, η Ρωσία θα παραμείνει η κύρια ενεργειακή λύση. Αυτή τη στιγμή η Ρωσία είναι ο βασικος ενεργειακός προμηθευτής της ΕΕ που είδε το ελλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου να φτάνει τα 50,3δις€ από 17,6 το 1999.
Η Ευρώπη όμως έχει υποστεί τις συνέπειες του ενεργειακού πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας(2006 και 2009) και έχει αντιληφθεί την εξάρτηση της από τα γεωπολιτικά παιχνίδια. Η κίνηση της να προβεί σε απ’ ευθείας συμφωνίες με την Ουκρανία γύρω από την τεχνολογική αναβάθμιση του ουκρανικού δικτύου, σε μια προσπάθεια να θωρακιστεί από το επόμενο επεισόδιο της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης, προκάλεσε τις έντονες ρωσικές διαμαρτυρίες. Από την άλλη μεριά ήταν η εικόνα στις αρχές Ιανουαρίου των ευρωπαίων αξιωματούχων να προσπαθούν να συνεννοηθούν με τις αντιμαχόμενες πλευρές, που έριχναν τις ευθύνες η μία στην άλλη, που αποκάλυψε την αδυναμία της Ευρώπης να εγγυηθεί τη θέρμανση των πολιτών της και ώθησε την ευρωπαϊκή ελίτ στις ευρω-ουκρανικές συμφωνίες.
Η Γερμανία καλύπτει το 37% των αναγκών της με ρωσικό φυσικό αέριο και αυτή η εξάρτηση της είναι το υλικό υπόβαθρο των ρωσογερμανικών σχέσεων που προφανώς περιορίζει τους ελιγμούς της κατά κάποιους φιλοαμερικανικής κυβέρνησης Μέρκελ σε νουθεσίες για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το ρωσικό κράτος.
Αντίθετα η Γαλλία εξαρτάται πολύ λιγότερο (21%), αφού καλύπτει το 80% των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια με πυρηνικά εργοστάσια αλλά παρ΄ όλα αυτά στην ανώτατη κρατική γραφειοκρατία και στη γαλλική αστική τάξη υπάρχουν φιλορωσικά τμήματα που θεωρούν πως η αναβάθμιση της Γαλλίας έχει και ρωσική διάσταση.
Η ανάγκη του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να κινηθεί δίχως εξαρτήσεις, που θα εμποδίζουν την ικανότητα του να ηγεμονεύσει, κρύβεται πίσω από τη συζήτηση για επαναφορά της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη με ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή

Πίνακας 1

Πηγές: BBC, περιοδικά Kommersa

Σχέσεις Ρωσίας-Ελλάδας

Όπως και στα προηγούμενα κεφάλαια, έτσι και τις ελληνορωσικές σχέσεις, οφείλουμε να τις αντιληφθούμε στο ευρύτερο και μεταβαλλόμενο παγκόσμιο πλαίσιο.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες ο ελληνικός καπιταλισμός ενίσχυσε τη διεθνή του θέση. Η συμμετοχή του στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ, η σχετική πολιτική σταθερότητα και η δυνατότητα της αστικής τάξης να ηγεμονεύει αποσπώντας συναίνεση μέσω εθνικών στόχων καθιέρωσε τον ελληνικό καπιταλισμό στην ομάδα των 25 πιο πλούσιων κρατών του ΟΑΣΑ, έστω και στις τελευταίες θέσεις. Ταυτόχρονα η κατάρρευση του Υπαρκτού, τροφοδότησε την οικονομία με φτηνή εργατική δύναμη, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού κεφαλαίου. Η αστική τάξη θεώρησε τις βαλκανικές χώρες ελληνική ενδοχώρα και το κεφάλαιο εξαπλώθηκε εκεί με ταχείς ρυθμούς, μετατρέποντας την Ελλάδα σε ένα διακριτό πόλο στα Βαλκάνια. Αντίστοιχα οι μετανάστες εργάτες των Βαλκανίων θεωρήθηκαν τα πρώτα χρόνια δουλοπάροικοι, ενισχύοντας προσωρινά την ελληνική μικροαστική τάξη. Οι ανακατατάξεις αυτές είχαν ως συνέπεια την ανάδυση μιας αστικής τάξης που δεν ήταν τόσο εξαρτημένη από τη Δύση και δη τις Ηπα ή τουλάχιστον αυτή ήταν η πεποίθηση της. Ο νέος αυτός επιθετικός πατριωτισμός (του αφέντη στα Βαλκάνια) σε συνδυασμό με την μείωση της αμερικανικής ισχύος, δημιούργησαν το απαραίτητο υπόβαθρο για να συσφιχθούν και οι σχέσεις με τη Ρωσία ταυτόχρονα με το ανήκομε εις την Δύση. Αν και πόσο εξαρτημένη ήταν στο παρελθόν η ελληνική αστική τάξη είναι μια συζήτηση που δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στη μελέτη αυτή, αν και έχει τη σημασία της.
Η Ελλάδα με τη Ρωσία έχουν μια μακρά ιστορία συμμαχίας. Στο φαντασιακό των περισσότερων Ελλήνων, οι Ρώσοι ήταν σύμμαχοι από τον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η κοινή θρησκεία ήταν πάντα ένας ισχυρός συνεκτικός δεσμός και ακόμα και η πόλωση της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια του μετεμφυλιακού κράτους έπαιρνε, στρεβλά φυσικά, τα χαρακτηριστικά μια αντιπαράθεσης φιλορώσων και αντιρώσων. Μια απλή σύγκριση της τηλεοπτικής κάλυψης του πρόσφατου ρωσογεωργιανού πολέμου από τα ελληνικά ΜΜΕ σε σχέση με τα αντίστοιχα δυτικά, αρκεί για να διαπιστώσει κανείς την ασυνείδητη συμπάθεια μεγάλης μερίδας των Ελλήνων προς τη Ρωσία. Αν στην παραδοσιακή συμπάθεια προσθέσει κανείς το διάχυτο αντιαμερικανισμό που διαπερνά την ελληνική κοινωνία, τότε εξηγείται εύκολα η ταύτιση της ελληνικής κοινής γνώμης με τα ρωσικά δίκαια, λησμονώντας πως και η Ρωσία του Πούτιν είναι ένας ακόμη ιμπεριαλισμός.
Όπως είδαμε η Ελλάδα συμμετέχει στο ρωσικό ενεργειακό δίκτυο μέσω των αγωγών Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης και του South Stream, γεγονός που έχει ως συνέπεια οι Ηπα να διατυπώνουν κομψά ή άκομψα τη διαφωνία τους. Από την άλλη μεριά η Ρωσία, στηρίζει λεκτικά τις ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο και φυσικά διατηρεί προνομιακές θέσεις και με την Κύπρο. Ταυτόχρονα η Ρωσία είναι ουσιαστικά ο αποκλειστικός προμηθευτής φυσικού αερίου της Ελλάδας καλύπτοντας το 80% των αναγκών της. Βάσει μιας συμφωνίας που είχε υπογραφεί το 1987 με τη Gazprom και λήγει το 2016, η Ρωσία εξασφαλίζει την απρόσκοπτη ροή αερίου σε προνομιακές τιμές. Η κυβέρνηση ήδη μελετά την ανανέωση της συμφωνίας, παραχωρώντας διάφορα ανταλλάγματα στη ρωσική πλευρά, που σχετίζονται και με την αγορά οπλικών συστημάτων. Είναι λογικό από τη σκοπιά των συμφερόντων της η ελληνική αστική τάξη να στρέφεται και προς τη Ρωσία, εκμεταλλευόμενη τις αντιθέσεις με τις Ηπα και τη στρατηγική της θέση. Η κίνηση αυτή αντανακλάται και στους πολιτικούς της εκπροσώπους, αλλά και στην ανάδειξη νέων τμημάτων της ελίτ με καθαρά φιλορωσικό  προσανατολισμό (Κοπελούζος, Μυτιληναίος). Ο ελληνικός αστισμός ουσιαστικά ακολουθεί σε ένα βαθμό το γαλλογερμανικό άξονα και το βέτο Καραμανλή στη σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 2008, ήταν το αντίστοιχο βέτο για την ένταξη Ουκρανίας-Γεωργίας των Ευρωπαίων. Ακριβώς όπως και στην Ευρώπη, η θέση για τη Ρωσία χωρίζει κάθετα την ίδια την ελίτ. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ενδεχομένως και η παρουσία Μπακογιάννη στην εξωτερική πολιτική, ως μια φωνή πιο φιλοατλαντική. Το βέβαιο είναι πως η παρουσία του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο στις αρχές του έτους, θα ενόχλησε τους αμερικανούς πολύ περισσότερο από την ενεργειακή εξάρτηση καθώς η Μόσχα ύστερα από αιώνες βρήκε επιτέλους ένα ευρωπαϊκό έρεισμα στη Μεσόγειο.
Η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη δημιουργία ιδιαίτερων οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με την Ελλάδα στα πλαίσια των επαφών της με ευρωπαϊκές χώρες που της επιτρέπουν να έχει μια άμεση πρόσβαση στην καρδιά της ΕΕ των 27 και με αυτό τον τρόπο να αναγκάζει στο σύνολο της Ευρώπης να την αποδέχεται ως ισότιμο συνομιλητή. Επίσης η Μόσχα εισβάλλει σε έναν προνομιακό χώρο των Ηπα, όπως είναι η πώληση όπλων σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και δημιουργεί έτσι σύμφωνα με το περιοδικό Economist τους δικούς της δούρειους ίππους.
Η Ελλάδα φυσικά δεν εγκαταλείπει ούτε τη συμπόρευση με τις Ηπα, ούτε τρέχει να προσδεθεί στο ρωσικό άρμα. Απλά η ελληνική ελίτ αντιλαμβάνεται (και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες) πως ενώ η αμερικανική ηγεμονία κρίνεται απαραίτητη για την επιβίωση του παρόντος παγκόσμιου πλαισίου, ταυτόχρονα είναι φανερό πως το μέλλον δύσκολα θα είναι αμερικανικό. Η στενότερη συμμαχία με τη Ρωσία μπορεί να προσφέρει στον ελληνικό καπιταλισμό τη γεωπολιτική αναβάθμιση που δεν ήλθε ποτέ από τη στενή σχέση με τις Ηπα.
Η αναβάθμιση όμως της ελληνικής αστικής τάξης κινδυνεύει να αποδειχτεί απατηλό όνειρο (όχι πως προσέφερε κάτι στον ελληνικό λαό), όταν και εφόσον οι ελιγμοί της γίνουν δυσκολότεροι καθώς οι πιέσεις που θα της ασκούνται θα είναι πιο άμεσες και το διπλωματικό παιχνίδι ανελέητο.

Πίνακας διμερών εμπορικών σχέσεων

Πιο αναλυτικά: την 1η θέση στις ελληνικές εξαγωγές καταλαμβάνουν τα γουναρικά και τα γουνοδέρματα, αποτελώντας το 34% των συνολικών εξαγωγών και εμφανίζοντας αύξηση 44,2%, στα 119εκ ευρώ
Ακολουθούν τα νωπά φρούτα και λαχανικά (συμμετοχή 13%), με όγκο αυξανόμενο κατά 63%, στα 46εκ
Στην  3η θέση βρίσκονται οι εξαγωγές μηχανών και εξοπλισμού που παρουσιάζουν αύξηση 31%, στα 29εκ. (συμμετοχή 30,5%). Ακολουθούν καπνά, είδη σαπουνιών, καλλυντικά κτλ.
Αντίστοιχα στις εισαγωγές ρωσικών προϊόντων στην 1η θέση βρίσκονται προϊόντα πετρελαίου (συμμετοχή 80%) , στη 2η προϊόντα αργιλίου και στη 3η χυτοσίδηρο και χάλυβα, δηλαδή κυρίως προϊόντα βαριάς βιομηχανίας.

Οικονομική κρίση και νέες ισορροπίες

Είδαμε πως η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα σηματοδοτεί το τέλος της αντιδραστικής ουτοπίας της αμερικανικής αυτοκρατορίας και τη μετάβαση προς έναν πολυπολικό ανταγωνιστικό κόσμο. Σε αυτό το ρευστό πλαίσιο, από τον Αύγουστο του 2007, με αφορμή την κατάρρευση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μακρύ κύμα ύφεσης, εκτονώνοντας τις τρομακτικές της ανισορροπίες. Με πολύ γρήγορους ρυθμούς η χρηματοπιστωτική κρίση μετατράπηκε σε κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και φυσικά απέχει πολύ από το να έχει ολοκληρωθεί. Πρόκειται για μια πραγματική παγκόσμια κρίση που συμπαρασύρει στη δίνη της ύφεσης κάθε εθνική οικονομία. Τα μεγαλύτερα πακέτα διάσωσης στην ιστορία του καπιταλισμού, οι ρητορείες για πράσινη ανάπτυξη και νέες τεχνολογίες αδυνατούν να ανακόψουν την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων που μεταφράζεται σε καταρρεύσεις τραπεζικών κολοσσών και επιχειρήσεων, εκατομμύρια ανέργους και διάλυση του κοινωνικού ιστού.
Σε αυτό το πλαίσιο κάθε μεμονωμένος καπιταλισμός προσπαθεί να εδραιώσει τη θέση του με τους υπερεθνικούς οργανισμούς να δοκιμάζουν τη συνοχή τους, καθώς το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς καταρρέει και ο προστατευτισμός κάνει έπειτα από δεκαετίες και τυπικά την επανεμφάνιση του.
Η πρόσφατη σύνοδος των G20, δεν προσέφερε τίποτα το ουσιαστικό πέρα από μηνύματα αισιοδοξίας στις αγορές και μια αποκρυστάλλωση του συσχετισμού των δυνάμεων ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά μπλοκ.

Κεινσιανισμός εναντίον νεοφιλελευθερισμού;

Από τη μια μεριά οι Ηπα, υπό τη νέα ηγεσία Ομπάμα και η Αγγλία μοιάζουν να προτείνουν μια πολιτική πιο κοντά στον Κέινς με γενναίες παροχές στην πραγματική οικονομία, ενώ η ΕΕ αδυνατεί να χαράξει μια κοινή πολιτική και μοιάζει προσηλωμένη στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο δημοσιονομικής πειθαρχίας, κυρίως ο γαλλογερμανικός άξονας. Μια τέτοια ανάγνωση της πραγματικότητας, είναι κατά της γνώμη μας επιφανειακή.
Οι Ηπα τυπώνουν πλασματικό χρήμα, υποτιμώντας το νόμισμα τους, μεταφέροντας την κρίση στους πιστωτές τους, μειώνοντας τα ελλείμματα τους και κάνοντας έτσι πιο ανταγωνιστικά τα αμερικανικά προϊόντα, με ένα μέτρο κλασσικού προστατευτισμού. Με αυτό τον τρόπο οι Ηπα θέλουν να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία τους, να υπονομεύσουν το ευρώ και να ναρκοθετήσουν κάθε απόπειρα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να κινηθεί ανεξάρτητα. Ταυτόχρονα προσπαθούν να διατηρήσουν κόντρα σε κάθε πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων το μονοπώλιο του δολαρίου ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Είναι προφανές πως το κυρίαρχο νόμισμα στις αγορές απεικονίζει και την κυρίαρχη δύναμη στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Οι Ηπα λοιπόν, προσπαθούν να μη θίξουν τίποτα στην οικονομική αρχιτεκτονική, απλά να σώσουν την καπιταλιστική οικονομία και το ξεπέρασμα της κρίσης να βρει τους ανταγωνιστές της αποδυναμωμένους, έτοιμους να αποδεχτούν την πρωτοκαθεδρία του αμερικανικού καπιταλισμού, έστω και συναινετικά.
Ο γαλλογερμανικός άξονας, που εκπροσωπεί το σκληρό πυρήνα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, επιθυμεί μια αλλαγή του οικονομικού πλαισίου, μια επανίδρυση του καπιταλισμού, κατά Σαρκοζί, που θα σήμαινε το τέλος της κυριαρχίας του αμερικανικού μοντέλου. Για αυτό και ζητά έλεγχο στη ροή κεφαλαίου, μιας και η ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία του χρηματιστικού κεφαλαίου, καταστρέφει τον παραγωγικό ιστό, όχι πια μόνο των χωρών της περιφέρειας, αλλά του ανεπτυγμένου κόσμου. Η ΕΕ, όσο θα διατηρεί τη συνοχή της, δεν επιθυμεί όταν η κρίση αυτή, αν και εφόσον, ξεπεραστεί, η παγκόσμια οικονομία να συνεχίσει με την ίδια ακριβώς δομή. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια πραγματική αντίθεση παραγωγικού και κερδοσκοπικού κεφαλαίου, οι γαλλογερμανικές ενστάσεις εκφράζουν την ανάγκη αυτονόμησης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου από τον αμερικανικό εναγκαλισμό. Η σκληρή γραμμή Μέρκελ-Σαρκοζί στη σύνοδο του Λονδίνου υπενθύμισαν πως δεν είναι δυνατό η ευρωπαϊκή ελίτ να δεχτεί πως η μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων 100 ετών θα αφήσει αλώβητη την αμερικανική ηγεμονία και θα περιορίσει την Ευρώπη στο κλασικό ρόλο του εταίρου.
Η ύφεση είναι ένα καταλυτικό γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια τόσο τα αντικρουόμενα όσο και τα κοινά συμφέροντα των διαφόρων καπιταλισμών. Για αυτό το λόγο ταυτόχρονα με τη συναίνεση και τη συνεργασία εμφανίζονται και οι συγκρούσεις. Για να μπορέσουν οι αστικές τάξεις να ανταγωνιστούν, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουν από κοινού τη διατήρηση του υπάρχοντος πλαισίου, είτε από μια κατάρρευση, είτε από το ξέσπασμα άγριων εξεγέρσεων. Αυτή είναι η βαθύτερη κοινωνική κίνηση που κρύβεται πίσω από κάθε διπλωματικό χειρισμό.

Η θέση της Ρωσίας

Η Ρωσία είδε το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 7% και τις εξαγωγές της κατά 50%  το πρώτο τρίμηνο του 2009, γεγονός που μεταφράζεται σε δεκάδες εκατομμύρια νέους ανέργους, και χιλιάδες χρεοκοπημένα εργοστάσια. Η πτώση των τιμών των καυσίμων μειώνει τα αποθεματικά της, αναγκάζει σε επαναδιατύπωση του προϋπολογισμού και η κοινωνική αποσάθρωση πυροδότησε τις πρώτες μαζικές διαδηλώσεις κατά της κυβερνητικής πολιτικής. Ο συνδυασμός του υψηλού πληθωρισμού δημιουργεί τις συνθήκες για στρατιές εξαθλιωμένων  Η Ρωσία από την άλλη μεριά συγκαταλέγεται στις χώρες που δεν έχουν χρέος, αλλά αντίθετα διατηρεί υψηλά αποθεματικά (περίπου 300δις$) και είναι ουσιαστικά χώρα-πιστωτής, όχι βέβαια του επιπέδου της Κίνας. Εσωτερικά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στα χέρια του κράτους, αποτελεί ένα πλεονέκτημα της φράξιας Πούτιν που της επιτρέπει να απορροφήσει τους εναπομείναντες ολιγάρχες που είδαν την περιουσία τους να υποτιμάται κατά 80%. Επιπλέον η απουσία εξωτερικού χρέους επιτρέπει την άσκηση ισχυρής αντικυκλικής πολιτικής, χωρίς την πίεση των αγορών.
Στο διεθνές επίπεδο η Ρωσία συμπράττει με την Κίνα στην υπονόμευση της αμερικανικής ηγεμονίας. Για αυτό πρότειναν από κοινού την αντικατάσταση του δολαρίου από ένα καλάθι νομισμάτων (γουάν, ρούβλι, ευρώ, δολάριο που αποτελούν λογιστική μονάδα του ΔΝΤ) σε μια προσπάθεια να κατοχυρώσουν τη θέση τους στο διεθνές σύστημα και να καταδείξουν πως μόνο πολιτικοί λόγοι εξηγούν το μονοπώλιο του δολαρίου, όταν στις Ηπα αντιστοιχεί μόνο το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά το 75% των συναλλαγματικών αποθεμάτων. Σε καμία περίπτωση οι δύο χώρες δεν αμφισβητούν την αμερικανική ηγεμονία άμεσα, γιατί είναι φανερό πως μια κατάρρευση των Ηπα θα άφηνε πίσω της μια πελώρια μαύρη τρύπα.
Στην περίπτωση ειδικά της Κίνας, που διατηρεί 2 τρις $ σε αμερικανικά ομόλογα η αντίφαση ανάμεσα στη σύμπτωση συμφερόντων με τις Ηπα και στον ανταγωνισμό είναι κάτι παραπάνω από ορατή. Η πολιτική της εκτύπωσης πλασματικού χρήματος από τον Ομπάμα (ποσοτικοποίηση του χρέους), νοθεύει την αποδοτικότητα των κινεζικών επενδύσεων, αλλά από την άλλη μεριά καθιστά ανταγωνιστικά τα κινεζικά προϊόντα(σύνδεση γουάν με δολάριο).
Ένα μαζικό ξεπούλημα των αμερικανικών τίτλων από την Κίνα, θα τίναζε στον αέρα την χρεοκοπημένη ουσιαστικά αμερικανική οικονομία, αλλά θα συμπαράσυρε και την ίδια στην καταστροφή. Επιπλέον η Κίνα εξαιτίας της «αναπτυξιακής» πολιτικής της προηγούμενης περιόδου και την αστικοποίηση της υπαίθρου, ενδέχεται να αντιμετωπίσει μελλοντικά ακόμα και επισιτιστική κρίση.
Αντίστοιχα οι διμερείς συνομιλίες Ομπάμα-Μεντβέντεφ για αμοιβαίο περιορισμό των πυρηνικών είναι μια κίνηση που υπαγορεύεται από την κοινή αντίληψη τους για περιορισμό τέτοιων δαπανών σε περίοδο κρίσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εκφράζει κάτι μονιμότερο.
Συμπερασματικά κάθε καπιταλισμός είναι σφιχτά δεμένος με την πορεία του ανταγωνιστή του και η ύφεση μπορεί να καλύψει προσωρινά τις υπαρκτές αντιθέσεις, αλλά η ρευστότητα της κατάστασης και το βάθος της ύφεσης περιορίζει αυτή τη συνεργασία σε προετοιμασία των όρων για μελλοντικές συγκρούσεις.
Ουσιαστικά υπάρχει ανταγωνισμός για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και τους δρόμους μεταφοράς τους (αλλά και τους δρόμους του νερού), ανταγωνισμός για σφαίρες επιρροής και νέες αγορές στο φόντο της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης (κατά τη γνώμη μου ακόμα μεγαλύτερης) από το 1929.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπου όλα είναι πιθανά η Ρωσία αποτελεί ένα διακριτό πόλο εξουσίας. Δίχως πολιτιστικό μοντέλο, δανείζεται στοιχεία από το σοβιετικό της παρελθόν, ή ακόμα και από το Βυζάντιο. Χρησιμοποιεί το ενεργειακό όπλο, για να εντάξει χώρες στην επιρροή της, ανταγωνίζεται ευθέως τις Ηπα κάνοντας συμμαχίες με άλλες αναδυόμενες χώρες. Είναι όμως ένα έθνος που γερνά ( το 2050 ο πληθυσμός δε θα ξεπερνά τα 116 εκατ. μείωση 18% ) και που μελλοντικά μάλλον θα υποκύψει στους γίγαντες της Ανατολής.
Ο καπιταλισμός έχει δείξει πως ξεπερνά τις κρίσεις του και σίγουρα δεν υπάρχει η τελική κρίση για το σύστημα. Το ζητούμενο είναι πόσο ομαλά μπορεί να συντελεστεί η αλλαγή της παγκόσμιας ηγετικής δύναμης ή ποιο θα είναι το κόστος μιας διαιώνισης της  αμερικανικής κυριαρχίας. Το πιο ουσιαστικό ζήτημα όμως είναι το κόστος που θα κληθεί να πληρώσει η ανθρωπότητα για να ξεπεράσει ο καπιταλισμός αυτήν την κρίση. Γιατί ας θυμούνται οι όψιμοι κεινσιανιστές πως η ύφεση του 1930 ξεπεράστηκε από το σφαγείο του 2ου παγκοσμίου πολέμου κι όχι από το New Deal. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται φυσικά, η μελέτη της όμως επιτρέπει την ανεύρεση των αναλογιών, για την αποφυγή παρόμοιων εγκληματικών λαθών.

Aκης Τζ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s