Από τη Χούντα στη Μεταπολίτευση

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το Σεπτέμβρη 2002 στην εφημερίδα Εργατική Εξουσία
Όλα αυτά τα χρόνια καλλιεργείται ο μύθος πως η δικτατορία ήταν μια θλιβερή παρένθεση στην πολιτική ζωή του τόπου που διέκοψε μια παράδοση δημοκρατικής διακυβέρνησης. Πως η χούντα ήταν έργο μιας μικρής ομάδας επίορκων αξιωματικών και πως βρήκαν αντίθετο μπροστά τους σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο της χώρας. Είναι ο μύθος που πάνω του στηρίζεται η κοινωνική συναίνεση των χρόνων της μεταπολίτευσης. Για να καταρριφθεί αρκεί και μόνο να δούμε τα πραγματικά γεγονότα μετάβασης στην «δημοκρατία».

Η πρώτη απόπειρα δημοκρατικοποίησης

Η πρώτη απόπειρα μετάβασης σε ένα καθεστώς αστικής δημοκρατίας επιχειρείται από την ίδια τη χούντα, το 73. Η αστική τάξη με την επιβολή της χούντας είχε καταφέρει να κλείσει τον κοινωνικό αναβρασμό του 65 (ένα πράγμα που δεν μπόρεσαν να πετύχουν οι αστοί πολιτικοί) και να επιβάλλει για 6 χρόνια στη χώρα τη σιωπή του νεκροταφείου. Αυτό σημαίνει πρωτίστως τη σιωπή στους εργασιακούς χώρους, όπου με το ξεζούμισμα της εργατικής τάξης πέτυχε να σταθεροποιήσει τη θέση της στο εσωτερικό και να αναβαθμίσει τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο εξωτερικό. Η χούντα του Παπαδόπουλου είχε πετύχει το σκοπό της και τώρα οι καπιταλιστές πλέον ένιωθαν αρκετά ισχυροί για να περάσουν σταδιακά και ελεγχόμενα σε μια αστική δημοκρατία σαν αυτή προ του 65. Ο στόχος της «χουντικής εκδημοκρατικοποίησης» είναι η ελεγχόμενη μετάβαση στο καθεστώς προ του πραξικοπήματος, με τα αστικά κόμματα ΕΡΕ και Ένωση Κέντρου να διεκδικούν την κυβέρνηση και την αριστερά στην παρανομία, με νόμιμο εκπρόσωπο την ΕΔΑ. Ο Παπαδόπουλος αναθέτει στον διορισμένο πρωθυπουργό Μαρκεζίνη να έρθει σε συνεννόηση με τους αστούς πολιτικούς και να προετοιμάσει εκλογές στις οποίες και θα μετείχαν όλα αυτά τα πολιτικά κόμματα (ΕΡΕ, ΕΚ, ΕΔΑ).

Εκ των υστέρων, ο πολιτικός κόσμος καταγγέλλει αυτή την ενέργεια της χούντας σαν «ψευτοδημοκρατία», τότε όμως δεν την είχε αντιμετωπίσει καθόλου έτσι. Ο αρχηγός της ΕΡΕ, ο Κανελόπουλος, αρνιόταν οποιαδήποτε συμμετοχή στις εκλογές, αλλά τα υπόλοιπα στελέχη της δεξιάς, πίεζαν συστηματικά για να αλλάξει αυτή τη στάση. Άλλωστε, πραγματικός αρχηγός της ΕΡΕ ήταν ο Καραμανλής που από το Παρίσι ενίσχυε την απόπειρα της χούντας για «εκδημοκρατισμό». Και η ΕΚ ήταν διχασμένη και ο Μαύρος, αρχηγός της ΕΚ, κρατούσε στάση αναμονής περιμένοντας την ΕΡΕ να καθορίσει τη στάση της, ώστε να μην εκτεθεί. Αντιθέτως, η ΕΔΑ δεν δίστασε καθόλου να εκτεθεί και ο Ηλιού ήταν ο πρώτος πολιτικός που χαιρέτησε την «επιστροφή στη δημοκρατία» και κάλεσε τα πολιτικά κόμματα να πάρουν μέρος σε αυτές.
Το πρόβλημα στην απόπειρα της χούντας ήταν η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, που έκανε αδύνατη μια επιστροφή στο προ του 1965 πολιτικό σκηνικό. Σε αυτά τα 7 χρόνια μια νέα γενιά έχει αντρωθεί μέσα στον αντιχουντικό αγώνα, που δεν καλύπτεται από τους πολιτικούς σχηματισμούς του παρελθόντος. Η ΕΚ χωρίς τον ιστορικό της ηγέτη, τον Γ. Παπανδρέου, είναι σκιά του εαυτού της και ουσιαστικά διασπασμένη, με τον Ανδρέα στο εξωτερικό να έχει ιδρύσει το ΠΑΚ. Απ’ την άλλη, η αριστερά έχει υποστεί πολύ σοβαρές μεταβολές. Καταρχήν, έχει εμπνεύσει μια ολόκληρη γενιά, που την ακολουθεί. Επιπλέον στη λογική του «κοινού αγώνα κατά της δικτατορίας» έχει αποκτήσει δίαυλους επικοινωνίας με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις της εποχής. Οποιαδήποτε απόπειρα επιστροφής στο πολιτικό σύστημα του 1965 ήταν λοιπόν καταδικασμένη.

Το Πολυτεχνείο και η δικτατορία του Ιωαννίδη

Παρόλα αυτά, το μεγαλύτερο κομμάτι του επίσημου πολιτικού κόσμου φλέρταρε ανοιχτά με αυτή την ιδέα και μόνο οι πιο διορατικοί πολιτικοί κρατούσαν κάποιες επιφυλάξεις. Αυτός που έδωσε τέλος σε αυτό το πείραμα ήταν το ίδιο το κίνημα. Το μνημόσυνο για τον Γ. Παπανδρέου, στις αρχές Νοέμβρη του 73 έδωσε την αφορμή για την πρώτη μαζική σύγκρουση στους δρόμους με τη δικτατορία. Η σύγκρουση αυτή, ανάγκασε ένα μεγάλο μέρος των αστών πολιτικών να συγκρατηθούν στις δηλώσεις τους υπέρ της χουντικής «εκδημοκρατικοποίησης». Μια εβδομάδα αργότερα ήρθε η εξέγερση του Πολυτεχνείου για να βάλει οριστικό τέλος σε αυτή την απόπειρα.
Το Πολυτεχνείο στάθηκε το κορυφαίο ξέσπασμα αυτής της ριζοσπαστικοποίησης και ανάγκασε τη χούντα να καταφύγει στην καταστολή αφήνοντας προς το παρόν κάθε ιδέα «μετάβασης στη δημοκρατία». Ο ίδιος ο Μαρκεζίνης, ο πρωθυπουργός της χούντας που μέχρι χθες συναντιόταν με τους πολιτικούς για να κανονίσει τις εκλογές, ήταν αυτός που κήρυξε επίσημα τον στρατιωτικό νόμο και κατέβασε τα τανκς. Στις 25 Νοεμβρίου, στα ερείπια του Πολυτεχνείου, ο Ιωαννίδης ανατρέπει τον Παπαδόπουλο και κάθε απόπειρα για ομαλή αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας. Η χούντα θα έχει ακόμη 7 μήνες ζωής. Με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου έγιναν φανερά δύο πράγματα: Το πρώτο είναι πως ο λαός δεν θα επέτρεπε μια «ομαλή» πορεία εκδημοκρατικοποίησης, που θα άφηνε ατιμώρητους τους συνταγματάρχες, τους χουντικούς, τους βασανιστές. Και δεύτερον, ένα καθεστώς μεταπολίτευσης που θα διαδεχτεί τη χούντα δεν μπορεί να αφήσει έξω από το πολιτικό παιχνίδι τις πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν την νέα πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και μάλιστα τις δυνάμεις της αριστεράς. Με άλλα λόγια, η πολιτική μεταβολή έπρεπε να τελειώνει όχι μόνο με τη χούντα, αλλά και με το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς.

Η Κύπρος και η διάλυση της χούντας

Η αστική τάξη της Ελλάδας, ωστόσο, δεν επικροτεί καμιά τέτοια απόπειρα. Η ογκούμενη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών -όπως απέδειξε και το Πολυτεχνείο- ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη για την αστική τάξη και ελάχιστα ελεγχόμενη από τους παραδοσιακούς πολιτικούς μηχανισμούς. Συνεπώς, εφόσον δεν μπορεί να προχωρήσει ελεγχόμενα μια διαδικασία «εκδημοκρατισμού», ας μην προχωρήσει καθόλου. Αυτό που προείχε, ήταν η καταστολή του κινήματος. Πράγματι, το πρώτο μέλημα του Ιωαννίδη ήταν η εξάρθρωση και το χτύπημα των παράνομων αριστερών οργανώσεων. Το Πολυτεχνείο το ακολουθούν πλήθος συλλήψεων. Άλλωστε, η εξάρθρωση του «εσωτερικού εχθρού» ήταν διπλά επιβεβλημένη, τη στιγμή που ετοιμαζόταν η δυναμική λύση του κυπριακού και το πραξικόπημα κατά του Μακάριου.

Τα γεγονότα στην Κύπρο έμελλε να αποτελέσουν τον τάφο της χούντας. Όταν μετά το πραξικόπημα κατά του Μακάριου, εισβάλει στο νησί ο τούρκικος στρατός η χούντα δεν μπορεί να δια    χειριστεί την κατάσταση. Κηρύσσει τη χώρα σε γενική επιστράτευση η οποία αποτυγχάνει παταγωδώς. Βέβαια, το σύνολο του πολιτικού κόσμου σπεύδει να στηρίξει «αυτές τις δύσκολες για το έθνος ώρες» τους στρατιωτικούς, αυτοί όμως δεν είναι δυνατόν να ηγηθούν ενός πολέμου με την Τουρκία, που δείχνει επιβεβλημένος. Κάθε κρατική υποδομή δείχνει διαλυμένη και στις κορυφές του στρατού οι διάφορες κλίκες αλληλοτρώγονται για το πώς θα χειριστούν την κρίση. Ο λαός δεν εμπιστεύεται τη χούντα στην ηγεσία αυτού του πολέμου και δεν δείχνει κανέναν ενθουσιασμό για να εμπλακεί σε αυτόν. Η ΕΣΑ δεν μπορεί να επιβάλει καμιά τάξη στις επιστρατευμένες μονάδες και σημειώνονται λιντσαρίσματα εσατζήδων από τους εφέδρους. Φυσικά, ούτε η χούντα εμπιστεύεται το λαό και επιστρατεύει μεν τον κόσμο, αλλά αρνείται να δώσει στους επιστρατευμένους όπλα, αφού δεν είναι καθόλου σίγουρη για το που θα στραφούν αυτά τα όπλα. Σε τέτοιες συνθήκες, όχι πόλεμος δεν μπορεί να διεξαχθεί, αλλά ούτε και να σταθεί καθεστώς και κυβέρνηση. Ο Ιωαννίδης τα παρατάει και αποφασίζει να «πάρει άδεια», αφήνοντας τους αρχηγούς του στρατού να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Αυτοί μαζί με τον διορισμένο από τη χούντα πρόεδρο της δημοκρατίας τον Φ. Γκιζίκη, μπροστά στο αδιέξοδο καλούν τους αστούς πολιτικούς και τους παραδίδουν την εξουσία. Είναι 24 Ιουλίου 1974, η μέρα που γιορτάζεται σαν «αποκατάσταση της δημοκρατίας».

Ο Καραμανλής ή τα τανκς

Στο γραφείο του Γκιζίκη μαζεύτηκαν οι Κανελόπουλος, Αβέρωφ, Μαύρος, Νόβας, Ζολώτας, Γαρουφαλιάς και Μαρκεζίνης. Με εξαίρεση τον Μαύρο, αρχηγό της ΕΚ, οι υπόλοιποι είναι τα στελέχη της δεξιάς, οι δυο τελευταίοι μάλιστα χουντικοί. Έξω από το γραφείο αρχίζει ήδη να συγκεντρώνεται λαός. Ο Γκιζίκης κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται να βγει κανείς από το δωμάτιο αν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση. Αλλά και οι αστοί πολιτικοί διστάζουν να αναλάβουν σε μια τόσο κρίσιμη περίσταση. Μια προσπάθεια για κυβέρνηση Κανελόπουλου – Μαύρου αποτυγχάνει και απλά θα κάτσουν να περιμένουν τον Καραμανλή που έρχεται εσπευσμένα από το Παρίσι. Ο λαός της Αθήνας κατεβαίνει αυθόρμητα στο κέντρο πανηγυρίζοντας την πτώση της χούντας, όπου και συγκροτούνται αυτοσχέδιες διαδηλώσεις, που ζητάν την τιμωρία των χουντικών. Η αστυνομία επεμβαίνει και συγκρούεται με τους διαδηλωτές στους δρόμους του κέντρου. Είναι η πρώτη γεύση της «δημοκρατίας».
Η λύση Καραμανλή ήταν η μοναδική ενδεδειγμένη για την αστική τάξη. Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να συσπειρώσει γύρω του τον αστικό κόσμο και να εγγυηθεί την αποκατάσταση του καταρρακωμένου αστικού εποικοδομήματος και κυρίως να διαχειριστεί και να καταστήσει ακίνδυνα τα λαϊκά ξεσπάσματα. Δεν ήταν δυνατόν όμως να δεχτεί ο λαός σαν «αποκατάσταση της δημοκρατίας» τον ερχομό του ηγέτη της δεξιάς, του στηρίγματος του μετεμφυλιακού κράτους, του εμπνευστή των εκλογών της βίας και της νοθείας. Η επιβολή της λύσης Καραμανλή στον λαό ήταν έργο των ρεφορμιστών. Με αντάλλαγμα τη νομιμοποίηση των κομμάτων της και τη συμμετοχή τους στο πολιτικό παιχνίδι, η αριστερά έδωσε απόλυτη πολιτική κάλυψη στη λύση Καραμανλή και ζήτησε από το κίνημα να τον στηρίξει. Η φράση του Θεοδωράκη «Καραμανλής ή τανκς» δείχνει τον ιστορικό εκβιασμό των ρεφορμιστών προς τον λαό. Ο ιστορικός αυτός εκβιασμός αποτελεί βάση της «αποκατάστασης της δημοκρατίας», αλλά και τη συνεισφορά της ρεφορμιστικής αριστεράς στην οικοδόμηση του αστικού εποικοδομήματος της μεταπολίτευσης. Με αυτό τον εκβιασμό θα αντιμετωπίζει κάθε απόπειρα αμφισβήτησης των αστικών θεσμών από τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων τα ερχόμενα χρόνια. Θα συμβάλει στην καταστολή κάθε λαϊκού αγώνα, εφόσον αυτός δημιουργεί «κλίμα ανωμαλίας και αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας». Η δεξιά του εμφυλίου, με την ενεργή στήριξη των ρεφορμιστών θα αναλάβουν να ξαναστήσουν στα πόδια του το αστικό κράτος και τους θεσμούς του, που πλέον αμφισβητούνταν ανοιχτά από το λαό.

Καρότο και μαστίγιο

Η αστική δημοκρατία γίνεται η μοναδική εναλλακτική επιλογή της αστικής τάξης. Η κατάρρευση και η ανικανότητα των στρατιωτικών στα γεγονότα της Κύπρου να υπερασπιστούν το αστικό κράτος, αναγκάζει και τους πιο σκεπτικιστές αστούς να εμπιστευτούν αυτό το έργο στους αστούς πολιτικούς. Δεν είναι μια καθόλου εύκολη δουλειά εξαιτίας της διαρκώς ογκούμενης ριζοσπαστικοποίησης του ελληνικού λαού. Με δυο λόγια αναθέτει στους αστούς πολιτικούς την αποκατάσταση του αστικού εποικοδομήματος, σε συνθήκες που οι λαϊκές κινητοποιήσεις το αμφισβητούν ανοιχτά. Κατά συνέπεια, η «αποκατάσταση της δημοκρατίας», η μεταπολίτευση, παίρνει τη μορφή μιας ανοιχτής σύγκρουσης της αστικής τάξης και των υπηρετών της με τον ελληνικό λαό. Ο στόχος από την πλευρά της αστικής τάξης ήταν να τσακίσει το διαρκώς ογκούμενο κίνημα και από την άλλη να οικοδομήσει μια νέα κοινωνική συναίνεση. Ο Καραμανλής, έχοντας απόλυτη συναίσθηση του έργου αυτού, ακολουθεί μια συνεπή τακτική «καρότου και μαστίγιου», από την επόμενη κιόλας μέρα που ανέλαβε την κυβέρνηση. Το πρώτο μέτρο ήταν η πολιτική αμνηστία, με την οποία βγαίνουν έξω όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι. Το σχέδιο «αμνηστίας» περιλαμβάνει και τους χουντικούς, η οργή του κόσμου για τη χούντα όμως ήταν τόση, που ανάγκασε την κυβέρνηση Καραμανλή να οργανώσει τις δίκες της χούντας, ώστε να κατευνάσει το λαϊκό αίσθημα. Τις ίδιες στιγμές, τα γεγονότα στην Κύπρο βρίσκονται σε εξέλιξη και μαχητικές, αντιαμερικάνικες διαδηλώσεις και συγκρούσεις συγκλονίζουν τη χώρα, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να ανακοινώσει την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, εξαγγέλλονται εκλογές για το Νοέμβρη του 74, με τη συμμετοχή της αριστεράς, στις οποίες ο Καραμανλής πετυχαίνει συντριπτική νίκη.

Οι δίκες της χούντας

Τα συνθήματα που συγκλόνιζαν τις πρώτες διαδηλώσεις της μεταπολίτευσης αφορούσαν την τιμωρία της χούντας. Δώστε τη χούντα στο λαό, Φόλα στο σκύλο της ΕΣΑ, Η χούντα στο Γουδί και τόσα άλλα. Σε αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν είχε καμιά διάθεση να αγγίξει τους χουντικούς, αλλά δοκίμασε και να τους προστατεύσει.
Χαρακτηριστική γι’ αυτό είναι η απολογία του δικτάτορα Ιωαννίδη στη δίκη του Πολυτεχνείου, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε στις 11/12/75: «Δεν έφταναν δε αυτά αλλά είχα και μίαν πρότασιν – εντολήν από τον τότε υφυπουργό Εθνικής Αμύνης κ. Κατσαδήμα ο οποίος, όπως είπε, είχε εκ μέρους του κυρίου Αβέρωφ και του κ. Καραμανλή μίαν πρότασην να φυγαδευθώ εις το εξωτερικόν. Της προτάσεως αυτής έλαβε γνώσιν ο στρατηγός Γκιζίκης και μερικοί άλλοι. Μου τη διεβίβασεν δε ο στρατηγός Παπαδάκης».
Μπροστά στην απροθυμία της κυβέρνησης Καραμανλή να φέρει τη χούντα στο εδώλιο, την πρωτοβουλία ανέλαβαν ιδιώτες και προώθησε η Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων. Για καιρό προσπαθούν να συντάξουν μηνύσεις συγκεντρώνοντας στοιχεία για πρόσωπα, ώστε να περάσουν από δίκη τους αξιωματικούς που έκαναν το πραξικόπημα, τους υπουργούς, υφυπουργούς και γενικούς γραμματείς των χουντικών υπουργείων, τους αρχηγούς στρατού, αστυνομίας, χωροφυλακής και γενικής ασφάλειας, τους διάσημους βασανιστές της χούντας. Ένα έργο πραγματικά δύσκολο, αφού, φυσικά, καμιά κρατική υπηρεσία δεν άνοιγε τα αρχεία της, προστατεύοντας τους χουντικούς. Αλλά και απλός κόσμος δίσταζε να καταθέσει καθώς δεχόταν πλήθος πιέσεων (απειλητικά τηλεφωνήματα, γράμματα, κλπ). Άλλωστε, τις μέρες εκείνες όλοι οι χουντικοί κυκλοφορούσαν ελεύθεροι. Έστω κι έτσι καταρτίζεται μια λίστα σχεδόν 200 ατόμων για τους οποίους καταρτίζεται μηνυτήρια αναφορά. Ακόμα και τότε, η λίστα μένει στο συρτάρι γιατί όσο η κυβέρνηση Καραμανλή διατηρούσε σε ισχύ την επιστράτευση και το στρατιωτικό νόμο, η υπόθεση θα δικαζόταν από στρατοδικείο.Η πίεση του λαού που ζητά την τιμωρία των χουντικών είναι τεράστια και δεν αφήνει περιθώρια στην κυβέρνηση να συνεχίσει να παριστάνει την ανήξερη. Η αστική τάξη επιλέγει να θυσιάσει τους «πρώτους» δικτάτορες για να γλιτώσει τους υπόλοιπους. Έτσι και έγινε. Η προετοιμασία των δικών έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήσει στο απυρόβλητο όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους της χούντας. Το Σεπτέμβρη του 74, ο Λυκουρέζος καταθέτει μήνυση εναντίον 15 (!) χουντικών, αυτών που το 67 ανέτρεψαν τη δημοκρατία. Λίγες μέρες μετά, η ίδια η κυβέρνηση, με Συντακτική Πράξη καθορίζει τα όρια των δικών. Θα δικαστούν μόνο οι «πρωταίτιοι», για το «στιγμιαίο» αδίκημα. Αυτό θα πει πως σαν αδίκημα δικάζεται μόνο η «στιγμιαία» ανατροπή του πολιτεύματος και επομένως μόνο οι αξιωματικοί που το ανέτρεψαν. Όλοι οι υπόλοιποι, οι πολιτικοί, οι υπουργοί, η αστυνομία, όλα τα όργανα της χούντας, όλοι ετούτοι, με μια απόφαση της κυβέρνησης του Καραμανλή αφήνονται όχι μόνο ελεύθεροι, αλλά και στις θέσεις τους στον κρατικό μηχανισμό. Η αστική τάξη δεν αφήνει να καταδικαστούν αυτοί που την υπηρέτησαν τόσο πιστά για 7 χρόνια. Αμέσως καταθέτουν την μήνυση και η Ένωση Δικηγόρων για 85 πλέον άτομα (όσοι εμπίπτουν στο «στιγμιαίο»), όλες μαζί τις αναλαμβάνει ένας ανακριτής, ο οποίος στέλνει στο δικαστήριο… 22 χουντικούς. Πριν ακόμη οι δικαστές εκδώσουν απόφαση, ο Καραμανλής παρεμβαίνει δίνοντας χάρη σε όσους θα καταδικαστούν, μετατρέποντας έτσι την ποινή τους από θανατική σε ισόβια.
Το φιάσκο της αστικής δικαιοσύνης σπέρνει απογοήτευση σε όσους πίστευαν σε μια ηθική δικαίωση για τα δεινά της δικτατορίας. Ξανά με πρωτοβουλία ιδιωτών ξεκινάν δυο νέες δίκες, αφού πλέον το «αδίκημα της χούντας» είχε πάρει το «δρόμο της δικαιοσύνης». Η πρώτη για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, η δεύτερη για τους βασανιστές της χούντας. Η δεύτερη δίκη καταλήγει σε φιάσκο. Οι βασανιστές δικάζονται στα γρήγορα από μικτό ορκωτό, οι κατάλογοι όμως των ενόρκων είναι οι ίδιοι που είχε καταρτίσει η χούντα και οι βασανιστές… αθωώνονται!
Η δίκη του Πολυτεχνείου γίνεται κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Στο σκαμνί κάθονται μια σειρά αστυνόμοι και στρατιωτικοί, αλλά και οι σπουδαιότεροι από τους δικτάτορες σαν ηθικοί αυτουργοί. Αλλά, ποιος να πρωτοδικαστεί για το τριήμερο όργιο βίας με τους 45 νεκρούς. Το δικαστήριο μοιράζει ποινές σε όσους αποδεδειγμένα και βάσει μαρτύρων δολοφόνησαν κόσμο, δηλαδή ελάχιστους. Σε μια δίκη που παρακολουθεί όλη η Ελλάδα, δίνει ποινές και στους δικτάτορες, ποινές συμβολικές εφόσον είχαν ήδη ισόβια.
Ολόκληρη την περίοδο της μεταπολίτευσης, όλα τα όργανα της χούντας θα μείνουν στις θέσεις τους για να συντονίζουν την καταστολή του κινήματος, αυτή τη φορά κάτω από τις εντολές της «δημοκρατικής» κυβέρνησης Καραμανλή.

Η έκρηξη του εργατικού κινήματος

Λίγο νωρίτερα από τις εκλογές του Νοέμβρη, στις 4/10 ξεσπά η πρώτη απεργία της μεταπολίτευσης στο εργοστάσιο της Nacional CAN στην Ελευσίνα. Μια βδομάδα μετά τις εκλογές οι εργαζόμενοι στην ΗΒΗ ξεκινούν απεργία διαρκείας που λήγει όταν η εργοδοσία ικανοποιεί το μεγαλύτερο μέρος των εργατικών αιτημάτων. Η αλυσίδα των εργατικών απεργιών έχει αρχίσει να ξετυλίγεται. Οι πρώτες κινητοποιήσεις το 74, όσο μαχητικές και συγκρουσιακές και να ήταν, είχαν πάντα έναν πλατύ, λαϊκό χαρακτήρα. Ήταν οι διαδηλώσεις για την Κύπρο, για τη δημοκρατία, ενάντια στους αμερικάνους. Από το 75 τη σκυτάλη παίρνει ξεκάθαρα η εργατική τάξη. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται το εργοστασιακό προλεταριάτο, με σκληρές, ανυποχώρητες απεργίες (Ιζόλα, AEGE, ΙΤΤ, Λάρκο, Εσκιμό, Πίτσος, Μαντούδι, Ναυπηγεία και δεκάδες άλλες). Σταδιακά, το απεργιακό κύμα αγκαλιάζει σχεδόν κάθε κλάδο εργαζομένων. Τα αιτήματα ξεκινάν από τα άθλια μεροκάματα, τις συνθήκες εργασίας, την ανεργία, την ελευθερία του συνδικαλισμού και καταλήγουν συχνά σε πολιτικές απεργίες. Πολλές φορές οι απεργοί καταφέρνουν να επιβάλλουν τα αιτήματά τους, ή ένα μεγάλο μέρος τους, μετά από σκληρό αγώνα. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η θρυλική απεργία των μεταλλωρύχων στη ΜΑΔΕΜ ΛΑΚΚΟ, που οι απεργοί άντεξαν τις συγκρούσεις, τις συλλήψεις, τις καταδίκες, την αστυνομική τρομοκρατία επί 2 χρόνια και 3 μήνες(!) μέχρι που ανάγκασαν τον Μποδοσάκη να λυγίσει.
Η έκρηξη των εργατικών αγώνων τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια δεν είχε προηγούμενο στην ελληνική ιστορία. Για δεκάδες χρόνια η εργατική τάξη έχτιζε τον πλούτο που έκανε την Ελλάδα σύγχρονη χώρα. Για την ίδια, μόνο πείνα και εξαθλίωση, κάτω από καθεστώς πολιτικής τρομοκρατίας και καταστολής, χωρίς να έχει καν την ψευδαίσθηση ότι μετέχει στην πολιτική ζωή της χώρας. Τώρα, η εργατική τάξη σηκώνει κεφάλι.
Η πρωτοφανής έκρηξη των αγώνων στα εργοστάσια και τους χώρους δουλειάς είναι η αιχμή ενός γενικότερου κοινωνικού αναβρασμού που αγγίζει πρώτα πρώτα τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας. Τέτοιες ήταν οι συγκρούσεις στο Πέραμα και στο Κερατσίνι όταν οι κάτοικοι έδιναν μάχες με την αστυνομία για να υπερασπιστούν τις καλύβες τους από το γκρέμισμα με το νόμο για τα αυθαίρετα. Αλλά και στο Ρέντη, στο Μοσχάτο, στο Μαρούσι, στα Σπάτα. Στην Αγ. Βαρβάρα το 79 οι συγκρούσεις με την αστυνομία κράτησαν δυο μέρες μέσα στους δρόμους της συνοικίας. Αφορμή για αυτές τις κινητοποιήσεις ήταν πάντα η προκλητική στάση της αστυνομίας, αλλά και το μίσος του κόσμου για τους μηχανισμούς καταστολής. Όταν οι κάτοικοι των Μεγάρων διαμαρτύρονταν για τον αποκλεισμό της ομάδας του «Βύζαντα» από το πρωτάθλημα, η επέμβαση της αστυνομίας είχε σαν αποτέλεσμα πραγματικές μάχες που κράτησαν 4 ολόκληρες μέρες, με την αστυνομία να κάνει εφόδους στα σπίτια των κατοίκων και τους κάτοικους να κρατούν κλειστή τη σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου. Αλλά και έξω από την Αθήνα, στην υπόλοιπη χώρα οι κινητοποιήσεις είναι στην ημερήσια διάταξη και ειδικά μετά το 77, που μπαίνουν σε αγώνα μαζικά και οι αγρότες. Παράλληλα, σε κινητοποιήσεις βρίσκονται και οι φοιτητές με αποχές και με καταλήψεις. Συνολικά, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης είναι χρόνια σκληρών λαϊκών αγώνων. Οι αγώνες που ξεκινάν από οποιοδήποτε επιμέρους ζήτημα, θέτουν έμπρακτα σε αμφισβήτηση κάθε απόπειρα «ομαλοποίησης» του δημόσιου βίου.

Καταστολή του «αριστεροχουντισμού»…

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η αστική τάξη και η κυβέρνησή της καταφεύγουν σε σκλήρυνση της καταστολής εναντίον του κινήματος. Οι ίδιοι οι στυλοβάτες της χούντας στον κρατικό μηχανισμό, στο στρατό, στην αστυνομία, τώρα συσπειρωμένοι γύρω από τη ΝΔ οικοδομούσαν την «μεταπολιτευτική δημοκρατία» τσακίζοντας το κίνημα.
Μόλις το Μάη του 76 η κυβέρνηση Καραμανλή ψηφίζει τον αντεργατικό νόμο 330, με στόχο ακριβώς να εμποδίσει το ξέσπασμα των απεργιών. Για απάντηση έρχεται η πρώτη πανεργατική απεργία στην Ελλάδα μετά από δεκαετίες. Η διαδήλωση, με πρωτοπορία τους οικοδόμους, εξελίσσεται γρήγορα σε σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία, με ένα νεκρό. Παρά τον αισχρό ρόλο των ρεφορμιστών που κατήγγειλαν τα επεισόδια σαν «προβοκάτσια για την ανατροπή της δημοκρατίας», ο σπόρος των μαχητικών κινητοποιήσεων είχε πέσει. Από κει και μετά, είναι εκατοντάδες οι εργατικές κινητοποιήσεις που θα συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής. Οι συλλήψεις απεργών είναι το άλλο όπλο της κυβέρνησης. Ειδικά μετά το 77 καταφεύγει όλο και συχνότερα σε συλλήψεις απεργών με τις πιο απίθανες κατηγορίες. Σειρά έχουν τα δικαστήρια που μοιράζουν εξοντωτικές ποινές φυλάκισης. Σε κάθε σημαντικό αγώνα, οι πιο πρωτοπόροι αγωνιστές συνήθως βρίσκονται στη φυλακή.
Το «Οδόφραγμα» τροτσκιστική εφημερίδα στις 10-11-77 αποτυπώνει χαρακτηριστικά το κλίμα εκείνης της εποχής:
«Η κυβέρνηση Καραμανλή στα πλαίσια της τρομοκρατικής της εκστρατείας ενάντια στους «τρομοκράτες αναρχικούς» δεν αρκέστηκε στις δεκάδες συλλήψεις αγωνιστών, στις εξοντωτικές καταδίκες, στην «ηθική αυτουργία», στην αστυνομοκρατία. Προχωράει σε δυναμικότερα μέτρα μεθοδεύει απαντήσεις γνωστές στο εργατικό κίνημα από τις μέρες της χούντας.
Τη Δευτέρα 31 Οκτώβρη, στο ΙΒ παράρτημα Πειραιά (Ρέντη), η ασφάλεια βασάνισε με το μαρτύριο της φάλαγγας τον αγωνιστή Λευτέρη Βιδάλη, 16 χρονών εργάτη, που τον συνέλαβε επειδή μοίραζε προκηρύξεις έξω από το εργοστάσιο της AEG. (…)
Ο αγωνιστής Βιδάλης πιάστηκε ενώ μοίραζε προκηρύξεις της «Επιτροπής ενάντια στην τρομοκρατική επίθεση της κυβέρνησης» με τις οποίες η επιτροπή καλούσε σε συγκέντρωση την ίδια μέρα στο θέατρο Αλάμπρα και κατάγγελνε την πρόσφατη τρομοκρατική εκστρατεία της κυβέρνησης Καραμανλή».

Παράλληλα με την καταστολή των εργατικών αγώνων η κυβέρνηση προχωρά σε επίθεση στην πολιτική πρωτοπορία του κινήματος, στην άκρα αριστερά και τις οργανώσεις της. Σε αντίθεση με τους ρεφορμιστές, η άκρα γενικά βρίσκονταν στην πρωτοπορία των αγώνων. Ο Καραμανλής καταγγέλλει ανοιχτά την «άκρα» πως βρίσκεται πίσω από τις κινητοποιήσεις με σκοπό την «αποσταθεροποίηση του καθεστώτος» και την «ομαλή εγκαθίδρυση της δημοκρατίας». Είναι η περίφημη θεωρία του «αριστεροχουντισμού». Σύμφωνα με αυτή, «ύποπτα στοιχεία» από την άκρα αριστερά και τους νοσταλγούς της χούντας συνεργάζονται άμεσα ή έμμεσα για να εκτρέψουν την δημοκρατικοποίηση της πολιτικής ζωής. Με τη θεωρία του «αριστεροχουντισμού», η κυβέρνηση του Καραμανλή δήλωνε την πρόθεσή της να χτίσει τη «δημοκρατία της μεταπολίτευσης» τσακίζοντας τα δύο «άκρα». Στην πραγματικότητα, βέβαια, απευθυνόταν αποκλειστικά στην αριστερά, αφού η άκρα δεξιά στελέχωνε την κρατική μηχανή. Για το σκοπό αυτό προχώρησε σε μια σειρά νομοθετήματα (τρομονόμος, νόμος περί ηθικής αυτουργίας, κλπ) με τους οποίους ποινικοποιούσε την πολιτική δράση. Με αυτούς τους νόμους φυλάκιζε αριστερούς, έστηνε δίκες, προσπάθησε να κλείσει πολιτικές εφημερίδες. Κορύφωση αυτής της τακτικής ήταν η επέμβαση με όπλα στα μπλοκ της άκρας στο Πολυτεχνείο το 80 και η δολοφονία του Κουμή και της Κανελοπούλου από τις σφαίρες της αστυνομίας.
Τα αποτελέσματα, όμως, αυτής της πολιτικής ήταν λιγότερα από την σκληρότητά της, αφού η καταστολή, δεν στάθηκε αρκετή από μόνη της να τσακίσει το κίνημα. Στην μια απεργία που έκλεινε άνοιγε άλλη και οι κινητοποιήσεις στις γειτονιές, στους αγρότες, στους φοιτητές συνεχίζονταν αμείωτες. Αλλά και η άκρα αριστερά μπορούσε να υπολογίζει σε πλατιά κοινωνική συμπαράσταση, πράγμα που έκανε τις επιθέσεις της κυβέρνησης σε αυτήν όχι πολύ αποτελεσματικές. Για να κατασταλεί το κίνημα, για να εγκατασταθεί μια «ομαλή» αστική δημοκρατία που δεν θα κινδυνεύει από ταξικές εντάσεις και αριστερή αμφισβήτηση, χρειάζονταν επιπλέον δύο πράγματα: α) ο συστηματικός αφοπλισμός και πειθάρχηση του κινήματος από τα μέσα, και β) η σταδιακή ενσωμάτωση τμημάτων του κινήματος στους μηχανισμούς του αστικού κράτους. Και οι δυο δουλειές ανατέθηκαν στους ρεφορμιστές.

…και προβοκάτορες

Στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος το ΠΑΣΟΚ μόλις εκείνη την περίοδο αποκτά σοβαρές βάσεις και ερείσματα σε εργατικούς χώρους και το ΚΚΕ εσ. έχει περιορισμένη επιρροή. Ο κόσμος εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται σαν «κόμμα της εργατιάς» το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ λοιπόν είναι αυτό που ανέλαβε εργολαβικά την πειθάρχηση και την υπονόμευση του κινήματος. Μετά από δεκαετίες στην παρανομία, τώρα ήταν αποφασισμένο να προσφέρει οποιαδήποτε εκδούλευση στην ελληνική αστική τάξη σε αντάλλαγμα τη συμμετοχή του στο πολιτικό παιχνίδι. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η κυρίαρχη δουλειά του ΚΚΕ τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν η συγκράτηση του εργατικού κινήματος. Τις περισσότερες φορές η απόφαση για αγώνα ή απεργία παίρνονταν σε κόντρα με τους συνδικαλιστές του ΚΚΕ που συνιστούσαν «ρεαλισμό και αυτοσυγκράτηση». Από τη στιγμή που αποτύχαιναν, ολόκληρο το βάρος έπεφτε στη συγκράτηση του αγώνα σε ειρηνικά πλαίσια που δεν ενοχλούσαν το αστικό εποικοδόμημα. Εδώ το μοτίβο ήταν πάντα το ίδιο, η καραμέλα του «προβοκάτορα». Κάθε σύγκρουση με την αστυνομία ήταν «έργο ύποπτων, παρακρατικών, προβοκατόρων».
Είναι χαρακτηριστική η παρουσίαση των απεργών που συγκρούονταν με τα ΜΑΤ, στη γενική πανεργατική απεργία της 25/5/76, σαν… όργανα της χούντας: «Τα σημερινά έκτροπα και οι άλλες πολύμορφες εκδηλώσεις που θυμίζουν παρόμοια γεγονότα ης 23 Ιούλη της περασμένης χρονιάς, δείχνουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα οργανωμένο σχέδιο των σκοτεινών δυνάμεων της ανωμαλίας –εγχώριων και ξένων- που επιδιώκουν να στραγγαλίσουν τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του λαού. Φασιστικά και προβοκατόρικα στοιχεία βρήκαν την ευκαιρία με την κινητοποίηση ενάντια στο γνωστό αντεργατικό νομοσχέδιο και μπροστά στα μάτια των αστυνομικών οργάνων να δράσουν ανενόχλητα, εμφανίζοντας τον εαυτό τους σαν απεργούς οικοδόμους… Το ΚΚΕ καταδικάζει κατηγορηματικά όλες τις προβοκατόρικες αυτές ενέργειες που αποσκοπούν στην ανωμαλία. Και καλεί τον λαό σε επαγρύπνηση και την κυβέρνηση να συναισθανθεί τις ευθύνες της και να λάβει μέτρα ενάντια στα χουντοβασιλικά και προβοκατόρικα στοιχεία και σ’ όσους τα υποκινούν και τα υποθάλπουν». (Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ)

Οι αύρες του Καραμανλή εναντίον των οικοδομων στο κέντρο της Αθηνας στις 23 Ιουλίου 1975. Το ΚΚΕ αντί για οικοδόμους εβλεπε παντού προβοκάτορες. Από τις «Μαρτυρίες» του Νίκου Καβουκίδη

Σιγοντάροντας άμεσα και ανοιχτά την καραμανλική γραμμή του «αριστεροχουντισμού» προσπαθούσε να πείσει το κίνημα πως κάθε υπέρβαση της αστικής «ομαλότητας» από τα αριστερά, ανοίγει ντεφάκτο το δρόμο στη χούντα, συνεπώς είναι έργο πρακτόρων, συνεπώς πρέπει να τσακιστεί. Αυτή η πρακτική στοίχισε σε μεγάλο βαθμό στο ΚΚΕ την πρωτοκαθεδρία του στην εργατική τάξη και άφησε χώρο για το ρίζωμα του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτή. Αν και το ΠΑΣΟΚ δεν μοιραζόταν μια διαφορετική στρατηγική σε κεντρικό επίπεδο και έλεγε ακριβώς τα ίδια πράγματα, στη μικροκλίμακα ενός εργοστασίου οι συνδικαλιστές του είχαν το περιθώριο να δημαγωγούν και τις περισσότερες φορές βρίσκονταν αριστερότερα αυτών του ΚΚΕ.
Αυτή η ταχτική της υπονόμευσης λειτούργησε ακόμα εντονότερα απέναντι στην άκρα αριστερά, όπου το ΚΚΕ μπορούσε να περάσει από την υπονόμευση των αγώνων στην ανοιχτή καταστολή των πρωτοπόρων. Ειδικά μετά το 79 που η άκρα είχε μπει στο στόχαστρο της αστικής επίθεσης, ήταν που το ΚΚΕ ενέτεινε τις απροσχημάτιστες επιθέσεις του στην άκρα και ειδικά στο φοιτητικό χώρο. Κορυφαία στιγμή η οργανωμένη επίθεση μελών του ΚΚΕ για να σπάσουν την κατάληψη του Χημείου, που είχαν αποφασίσει σε συνέλευσή τους οι φοιτητές. Είναι η εποχή που τα μέλη της ΚΝΕ κέρδισαν επάξια από το κίνημα τον τίτλο των «ΚΝΑΤ». Είναι η εποχή που ο Ριζοσπάστης καλούσε δημόσια την κυβέρνηση της ΝΔ να «καθαρίσει την πλατεία Εξαρχείων από τους αναρχοαυτόνομους και τους αριστεριστές».

Η αδυναμία της άκρας αριστεράς

Όταν λέμε «άκρα αριστερά» των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης εννοούμε την σχεδόν απόλυτη κυριαρχία των σταλινομαοϊκών αντιλήψεων και των οργανώσεών τους στο χώρο. Οργανώσεις που ως επί το πλείστον εκφράζουν και ενσωματώνουν τη ριζοσπαστικοποίηση των τελευταίων χρόνων του αντιχουντικού αγώνα και προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στο νέο καθεστώς, σε συνθήκες σκληρών ταξικών συγκρούσεων, με αποτέλεσμα και το απότομο «φούσκωμα» των οργανώσεων αυτών. Σε μια περίοδο που η ριζοσπαστικοποίηση αναζητούσε πολιτική έκφραση, η άκρα κατάφερε να την εκφράσει σε ένα βαθμό. Έτσι, σε γενικές γραμμές οι οργανώσεις της βρέθηκαν στην πρωτοπορία των αγώνων, αλλά είχαν πλήρη αδυναμία να τους καθοδηγήσουν πολιτικά, ακόμα και όταν είχαν την ποσοτική δυνατότητα. Η αδυναμία αυτή πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στην πολιτική της.
Με στρατηγική την σταλινική αντίληψη των «σταδίων της επανάστασης» (σε κάθε πιθανή παραλλαγή, αλλά πάντα σε στάδια), δεν μπορούσε να προσφέρει στο κίνημα την προοπτική του πολιτικού ανεβάσματος των αγώνων. Αν και στα λόγια δεν υπήρχε οργάνωση της άκρας που να μην λέει ότι σκοπός της είναι ο σοσιαλισμός, στην πράξη η πάλη για το σοσιαλισμό γινόταν κάτι σαν διακήρυξη αρχών για τις μέλλουσες γενιές, αφού μέχρι τότε θα έπρεπε να διανυθεί μια μακρά σειρά σταδίων. Στην «αστική δημοκρατία» της αστικής τάξης, δεν αντιπρότεινε την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά την πάλη για την «πραγματική δημοκρατία», για την «εθνική ανεξαρτησία», κλπ. Έλειπε από τις προτάσεις της ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, που να δημιουργεί γέφυρα ανάμεσα στα εργατικά αιτήματα και στην ανάγκη ανατροπής αυτής της κοινωνίας. Η οριοθέτηση από τους ρεφορμιστές γινόταν μόνο στο επίπεδο της αγωνιστικής συνέπειας, ότι δηλαδή σε αντίθεση με τους ρεφορμιστές που είναι οι πυροσβέστες των αγώνων, η άκρα είναι συνεπείς αγωνιστές της πρώτης γραμμής. Όσο σημαντική και να είναι η αγωνιστική συνέπεια είναι λίγη τη στιγμή που το κίνημα έτσι κι αλλιώς δίνει μάχες και ψάχνει πολιτικό μπούσουλα.
Το εθνικό ζήτημα αποτελεί ένα σημείο που αξίζει περισσότερη εμβάθυνση. Κάτω από την κυριαρχία των σταλινομαοϊκών αντιλήψεων, στο σύνολό της σχεδόν η άκρα αριστερά είχε την αντίληψη πως η Ελλάδα είναι ένα προτεκτοράτο των ΗΠΑ και πως το πρώτο καθήκον του κινήματος ήταν ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία, στον οποίο θα έπρεπε να υποταχτούν τα ταξικά αιτήματα. Σε μια χώρα που έβραζε από εργατικές διαδηλώσεις, οι οργανώσεις της άκρας, ακολουθώντας σε αυτό τη ρεφορμιστική αριστερά, θεωρούσαν σημαντικότερο θέμα τις πορείες στην αμερικάνικη πρεσβεία. Τη στιγμή που οι εργάτες απεργούσαν ενάντια στον Μποδοσάκη, τον Σκαλιστίρη και τον Αθανασιάδη, οι αριστερά έδειχνε τον εχθρό στην Ουάσιγκτον, συχνά μάλιστα καλούσε σε συμμαχία με τα «δημοκρατικά, αντιιμπεριαλιστικά» τμήματα της αστικής «μας» τάξης ενάντια στις ΗΠΑ. Με αυτή την εγκληματικά λανθασμένη πολιτική όχι μόνο άφηναν ακάλυπτους τους ταξικούς αγώνες, αλλά παρέδιναν το κίνημα αλυσοδεμένο στα ιδεολογήματα της αστικής τάξης για μια πορεία «ανεξάρτητης εθνικής ανάπτυξης», της ανάπτυξης, δηλαδή, των ελλήνων καπιταλιστών. Το πόσο ολέθρια στάθηκε αυτή η στάση, φάνηκε λίγο αργότερα, όταν το ΠΑΣΟΚ θα αναλάβει να κάνει πράξη αυτή την εθνική ανάπτυξη (σε βάρος φυσικά της εργατικής τάξης). Κατηγορούν συχνά το ΠΑΣΟΚ ότι υιοθέτησε τα αιτήματα της αριστεράς για να κερδίσει τον κόσμο της. Χωρίς να αρνείται κανείς την τυχοδιωκτική δημαγωγία του Αντρέα, μάλλον το ανάποδο έγινε: Η αριστερά δηλαδή υιοθέτησε όχι μόνο τα αιτήματα, αλλά και τη στρατηγική της σοσιαλδημοκρατίας και από αυτό δυστυχώς δεν εξαιρείται ούτε η άκρα, παρά τη μαχητική και αγωνιστική της στάση. Δεν πρέπει να ξαφνιάζει κανέναν που το μεγαλύτερο μέρος της σταλινομαοϊκής άκρας διαλύθηκε ή και προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ, όταν αυτό το 81 ήρθε στην κυβέρνηση.

Από τη μεταπολίτευση στην «Αλλαγή»

Ακόμα κι έτσι όμως, η προσφυγή στην καταστολή (εσωτερική και εξωτερική) δεν μπορούσε να υποτάξει το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Σε όλο αυτό το διάστημα οι εργάτες με τους αγώνες τους αποσπούσαν νίκες, αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, απαιτούσαν συνολικότερες πολιτικές λύσεις. Η αστική δημοκρατία έχει ανάγκη μια μίνιμουμ κοινωνική συναίνεση που να επιτρέπει στην αστική τάξη να κυβερνά περισσότερο με την εξαγορά και την ιδεολογική πλύση εγκεφάλων και λιγότερο με την αστυνομική καταστολή. Είναι φανερό πως η πίεση του κινήματος δεν άφηνε σπουδαία περιθώρια για κάτι τέτοιο, καθώς η αστική τάξη δίσταζε να προχωρήσει σε παραχωρήσεις που θα πριόνιζαν την ίδια την καρέκλα της. Ταυτόχρονα, η ΝΔ σαν το καθαρόαιμο κόμμα της αστικής τάξης δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος τέτοιων παραχωρήσεων. Την κοινωνική της βάση αποτελούσαν τα πιο συντηρητικά και αντιδραστικά κομμάτια της κοινωνίας και το σύνολο σχεδόν των ακροδεξιών που συσπειρώθηκαν γύρω της φοβούμενα την άνοδο του κινήματος. Έτσι, ακόμα και όταν στο τέλος της δεκαετίας του 70 είχε καταφέρει με τη σκληρή καταστολή να κάμψει σε μεγάλο βαθμό τις κινητοποιήσεις, δεν ήταν ικανή να αποσπάσει καμιά ευρύτερη κοινωνική συναίνεση. Το κίνημα είχε κατορθώσει να επιβάλει λύσεις που το κράτος της «μεταπολιτευτικής δημοκρατίας» του τις αρνούνταν. Αυτή η κραυγαλέα ανισορροπία διαπερνούσε τις περισσότερες πτυχές του δημόσιου βίου. Ας σταθούμε σε αυτή την αντίφαση με ένα μόνο παράδειγμα. Στις επετειακές γιορτές για την 28 Οκτωβρίου, συχνά στα σχολεία των λαϊκών συνοικιών τραγουδιόνταν αντάρτικα τραγούδια στα πλαίσια του επίσημου εορτασμού. Αμέσως μετά τη γιορτή οι μαθητικές παρελάσεις συχνά εξελίσσονταν σε μικροσυμπλοκές με την αστυνομία, όταν διάφοροι σύλλογοι επιχειρούσαν να καταθέσουν στεφάνι προς τιμή της εθνικής αντίστασης.
 
 
 

Δείτε επίσης:


 
Μέρος από το ντοκυμαντέρ μεγάλου μήκους "Ο Αγώναςομάδας έξι σκηνοθετών το οποίο γυρίστηκε απο το 1972 έως το 1975.

Μέρες Πολυτεχνείου

Ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και βασισμένο σε κινηματογραφικά ντοκουμέντα επαγγελματιών οπερατέρ οι οποίοι κατέγραψαν με την κάμερά τους τα γεγονότα.

Οι «Μαρτυρίες» του Νίκου Καβουκίδη, αποτελούν ένα κινηματογραφικό χρονικό της περιόδου που αρχίζει με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973 και φτάνει ως και τον Αύγουστο του 1975. Επίσης το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει την πρώτη δημόσια εμφάνιση των θωρακισμένων της Χωροφυλακής, στις 7 Φεβρουαρίου του 1975 κι εκτεταμένα πλάνα από τις συγκρούσεις ΜΑΤ-οικοδόμων στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους. Εδώ το πρώτο μέρος.
 

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε:

Οι πράκτορες και οι προβοκάτορες… της 17 Νοέμβρη 1973

Πως φτάσαμε στη Χούντα;

Από την εξέγερση του Νοέμβρη… στο “Καραμανλής ή τανκς”

ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ

13 μύθοι και αλήθειες για τη Χούντα (Εργατική Εξουσία Νοε 2007)

ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ

επίσης από τον Ιό (28/11/2004)

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ φ. 8»Η προβοκάτσια ζει!


Οι «Μαρτυρίες» του Νίκου Καβουκίδη, αποτελούν ένα πολυσήμαντο κινηματογραφικό χρονικό της περιόδου που αρχίζει με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973 και φτάνει ως και τον Αύγουστο του 1975.
Ο κινηματογραφιστής καταγράφει, με συγκινησιακή φόρτιση κι εκφραστική δύναμη, σημαίνουσες στιγμές και γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνη την εποχή. Ανατρέχει στο παρελθόν για να διαφωτίσει ιστορικά τη σύγχρονη ιστορική συγκυρία. Επίσης το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει την πρώτη δημόσια εμφάνιση των θωρακισμένων της Χωροφυλακής, στις 7 Φεβρουαρίου του 1975 κι εκτεταμένα πλάνα από τις συγκρούσεις ΜΑΤ-οικοδόμων στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s