Το αστικό κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης

logo121

Η πρόσφατη ένοπλη επίθεση κατά επίσης ένοπλων αστυνομικών φρουρών στο ΑΤ Αγίας Παρασκευής προκάλεσε για ακόμη μια φορά τη συζήτηση γύρω από το ρόλο αυτών των οργανώσεων, για το αν είναι εγκληματίες, τρομοκράτες, προβοκάτορες ή αγνοί αντάρτες. Για το αν οι αστυνομικοί ανήκουν στη γενιά των 700€ και τελικά στην εργατική τάξη. Επίσης για το αν η βία αντιμετωπίζεται με τη βία και αν για την αριστερά είναι εξορισμού καταδικαστέα «απ’ όπου κι αν προέρχεται», για το αν αυτό το είδος βίας γίνεται «το άλλοθι ενός νέου κύκλου αστυνομοκρατίας και περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών», για το αν «αντικειμενικά εξυπηρετούν τον αντίπαλο» δίνοντας «επιχειρήματα στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο και την ακροδεξιά… καθώς και για την καλλιέργεια φοβικών και συντηρητικών αντιλήψεων σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας». (από ανακοίνωση του Συριζα και όχι μόνο)
Πέρα απ’ αυτά τα ζητήματα τέθηκε και ένα ακόμα μάλλον για πρώτη φορά από στελέχη της αριστεράς. Η πρόταση για «μαζική διαδήλωση διαμαρτυρίας κατά της τρομοκρατίας» μέσω του κεντρικού δελτίου του Alter (29/10) από τον Θ. Μαργαρίτη και που μαζί του συμφώνησαν τόσο ο Άδ. Γεωργιάδης όσο και ο Π. Ευθυμίου, που βρίσκονταν εκείνη την στιγμή στα τηλεοπτικά παράθυρα. Την ίδια θέση υποστήριξαν και άλλα στελέχη της Ανανεωτικής Πτέρυγας του ΣΥΝ όπως ο Στ. Μπαγεώργος λέγοντας στο Βήμα ότι «και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, που αντιμετώπιζαν προβλήματα τρομοκρατίας (Ισπανία, Ιταλία), η Αριστερά είχε πάρει ανάλογες πρωτοβουλίες».
Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ορισμένα απ’ όλα αυτά.

 

Για τη φύση της επίθεσης

Ακούγεται κυρίως από τα επίσημα ΜΜΕ και όχι μόνο, ότι η επίθεση ήταν άνανδρη, ανήθικη, πισώπλατη, δολοφονική, εγκληματική και κατά «παιδιών που αμείβονται με  700€». Όλα αυτά δεν είναι τίποτα περισσότερο από σκέτη προπαγάνδα. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τέτοιου είδους ενέργειες, η επίθεση αυτή έγινε κατά ενόπλων υποψιασμένων και εκπαιδευμένων επαγγελματιών κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους και όχι κατά άοπλων ανύποπτων και ανεκπαίδευτων πολιτών ή «παιδιών». Αυτό συνιστά μια τεράστια διαφορά, γεγονός που συνειδητά αποκρύπτουν όσοι επιμένουν επανειλημμένως μέσα από τα ΜΜΕ να παρουσιάζουν τους αστυνομικούς σαν «πολίτες με στολή» σαν «γενιά των 700€», σαν «παιδιά» και σαν «αθώα θύματα». Στην πραγματικότητα αυτό που εκνευρίζει περισσότερο τους κυρίαρχους μηχανισμούς προπαγάνδας δεν είναι οι τραυματίες αστυφύλακες, αλλά το ότι αμφισβητείται το κρατικό μονοπώλιο άσκησης βίας, και ειδικά όταν αυτή η βία στρέφεται κατά ακριβώς αυτού του μονοπωλίου.

 

«Γενιά των 700€» και «εργατική τάξη»;

Άλλο ένα ξαναζεσταμένο παραμύθι. Οι αστυφύλακες είναι ο μοναδικός κλάδος που ο μισθός πέφτει βρέξει χιονίσει από τα 21. Ακόμα και οι μαθητευόμενοι αστυφύλακες αφού πρώτα απαλλαχθούν από τη στρατιωτική θητεία πληρώνονται με ένα επίδομα γύρω στα 350€, όταν οι άλλοι φοιτητές πληρώνουν για να σπουδάσουν. Στα 21 ο μισθός είναι αντίστοιχος με οποιονδήποτε μισθό δημόσιου υπαλλήλου με τη διαφορά ότι ο καθηγητής διορίζεται κατά μέσο όρο στα 30 ενώ εδώ ο διορισμός έρχεται 10 χρόνια νωρίτερα. Και μόλις κλείσει 25 χρόνια υπηρεσίας μπορεί να βγει στη σύνταξη, όταν οι υπόλοιποι θα πρέπει να έχουν συμπληρώσει 35ετία και να έχουν πατήσει τα 60 ή και τα 65 χρόνια. Δεν υπάρχει κανένας κλάδος πέρα από τα σώματα ασφαλείας και το στρατό που να συνταξιοδοτείται κανείς αν το επιθυμεί σε ηλικίες 45 έως το πολύ 50 χρονών. Για το σκάνδαλο αυτό που ρημάζει τα ταμεία του δημοσίου δεν μιλάει κανείς. Ας μας πούνε όλοι αυτοί που κλαίγονται στα κανάλια, για τις συντάξεις «πείνας» των αστυνομικών και τι σχέση έχουν με των υπολοίπων εργαζομένων που βγαίνουν στη σύνταξη μετά τα 65. Και όλα αυτά χωρίς να αναφερθεί κανείς στις έξτρα νόμιμες ειδικές αμοιβές και άλλες εξωυπηρεσιακές ενασχολήσεις των αστυνομικών οργάνων που τους αποφέρουν τουλάχιστον έναν ή και δύο ακόμα μισθούς.
Το αστικό κράτος φροντίζει επιμελώς τους φύλακές του και κάθε κλάψα για τις εργασιακές σχέσεις και τους μισθούς των πραιτοριανών της αστυνομίας είναι μόνο εκ του πονηρού.
Οι αστυνομικοί μπορεί να είναι μισθωτοί, αλλά δεν ανήκουν στην εργατική τάξη. Η θέση τους στον ταξικό ανταγωνισμό καθορίζεται από τον ειδικό τους ρόλο ως πραιτοριανό σώμα της αστικής εξουσίας και των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης. Η εργασία τους και τα ιδιαίτερα προνόμια που απολαμβάνουν εξαρτώνται άμεσα από αυτό το ρόλο που τον υπηρετούν με πλήρη συνείδηση. Ο αστυνομικός δεν είναι ένας απλός πολίτης ή ένας παραπλανημένος συνειδησιακά εργαζόμενος. Είναι αναπόσπαστό μέρος ενός κατασταλτικού μηχανισμού, του ένοπλου σώματος στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης, ένα σώμα ταυτισμένο με το βαθύ αστικό κράτος. Αυτός ο ρόλος καθορίζει με τη σειρά του και την πολιτική τους συμπεριφορά. Δεν είναι τυχαία η επιρροή που απολαμβάνουν το ΛΑΟΣ ακόμα και η ναζιστική συμμορία της «χρυσής αυγής» στους «ένστολους πολίτες».

 

«Διαδήλωση διαμαρτυρίας»;

Η πρόταση για διαδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στην «τρομοκρατία» από στελέχη της αριστεράς (ανανεωτικοί ΣΥΝ) έγινε αποδεκτή σχεδόν με πανηγυρισμούς από την άκρα δεξιά και όλον τον κρατικοδίαιτο προπαγανδιστικό συρφετό. Όμως ποιος είναι ο αποδέκτης μιας τέτοιας πρότασης; Γιατί έστω και αυτή η κοινοβουλευτική ρεφορμιστική νομοταγής αριστερά θα έπρεπε να αναλάβει ένα τέτοιο καθήκον;
Μια διαδήλωση γίνεται για να καταγγελθεί ένα γεγονός το οποίο επιπροσθέτως αποκρύπτεται από τα ΜΜΕ. Γίνεται από τους αδύναμους, τους απροστάτευτους, τα θύματα που δεν βρίσκουν πουθενά το δίκιο τους. Γίνεται για να καταγγελθεί η αδικία, για να πιεστεί η οικονομική και πολιτική εξουσία, γίνεται από τους από κάτω ενάντια στους από πάνω. Η αριστερά είναι λογικό όχι μόνο να βρίσκεται, αλλά και να οργανώνει τέτοιες διαμαρτυρίες.  Εδώ ποιος θα είναι ο χαρακτήρας μιας τέτοιας διαδήλωσης; Μήπως να ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί του κράτους που δήθεν δεν προστατεύουν καταλλήλως τα αστυνομικά όργανα; Μήπως για να γίνει γνωστό το γεγονός που το έχει σκεπάσει ένα πέπλο σιωπής; Μήπως για να δοθεί η πραγματική διάσταση των γεγονότων; Μήπως για να κινητοποιηθούν οι εισαγγελικές αρχές και κάθε άλλη κρατική αρχή προκειμένου να αποκαλυφθούν οι ένοχοι και να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη; Μήπως για να δοθούν αποζημιώσεις στα θύματα;
Ο λόγος που όλες οι μέχρι τώρα προσπάθειες για ανάλογες κινητοποιήσεις δεν βρήκαν καμία ανταπόκριση είναι ακριβώς ότι δεν υπάρχει αντικείμενο. Δεν χρειάζεται καμία διαδήλωση για να ακούμε μέρα νύχτα από τα ΜΜΕ για τους «δολοφόνους τρομοκράτες» και τα «αθώα θύματα των 700€»,  για να ακούμε τις κατάρες και τις απειλές των συγγενών τους, ούτε για να κινητοποιηθούν οι δικαστικές αρχές και όλος ο κρατικός μηχανισμός. Οι αστυφύλακες δεν χρειάζονται καμία συμπαράσταση από την κοινωνία, γιατί πολύ απλά έχουν όλα τα μέσα στη διάθεσή τους και πάνω απ’ όλα όλο το σύστημα εξουσίας. Κανείς δεν τους έχει ούτε πρόκειται να τους εγκαταλείψει. Οι νόμοι, τα ΜΜΕ, οι εισαγγελείς, τα κόμματα εξουσίας, τα αφεντικά, όλοι είναι μαζί τους. Εκατοντάδες τα εκατομμύρια -του δημοσίου- που έχουν επικηρυχθεί οι «τρομοκράτες». Ας επικηρυχθούν με τα ίδια ποσά όσοι αστυνομικοί έχουν πυροβολήσει αφαιρώντας ζωές αθώων πολιτών. Ας κινητοποιηθεί ο κρατικός μηχανισμός και οι δικαστικές αρχές για να αποκαλυφθούν όσοι χτύπησαν διαδηλωτές, άνοιξαν κεφάλια, έσπασαν χέρια και έμειναν ατιμώρητοι και κρυμμένοι μέσα στα κράνη τους. Ας αναζητηθούν οι υπεύθυνοι για τους εκατοντάδες εργάτες που χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους στο μεροκάματο του τρόμου, των προσφύγων και όχι μόνο που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία του κράτους και του φασιστικού παρακράτους.
Η αριστερά δεν υπάρχει για να συμπαραστέκεται στα καημένα τα αφεντικά που δεν πάνε καλά οι δουλειές τους, ούτε στο βαθύ κράτος όταν αυτό γίνεται μια φορά στο τόσο στόχος. Χιλιάδες περιπτώσεις κοινωνικών αδικιών περιμένουν την αριστερά να μιλήσει, να ορθώσει ανάστημα, να διαμαρτυρηθεί, να συμπαρασταθεί, να δώσει λύσεις. Η αριστερά είναι για τους κατατρεγμένους και τους κολασμένους, είναι για τα θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της κοινωνικής αδικίας, της κρατικής καταστολής και αυθαιρεσίας και όχι για αυτούς που την αναπαράγουν, ούτε για τους ένοπλους φρουρούς τους.
Βεβαίως ο καθένας είτε δηλώνει αριστερός, είτε οτιδήποτε άλλο μπορεί να έχει μια οποιαδήποτε θέση. Και κρίνεται απ’ αυτό και από τίποτα περισσότερο. Όμως το να παρουσιάζονται τα ένοπλα σώματα του κράτους και οποιαδήποτε ένοπλα σώματα ως δήθεν θύματα που μας έχουν και ανάγκη είναι πέρα από κάθε λογική.
Από κει και πέρα κανείς σίγουρα παίρνει θέση για τη μορφή πάλης, για τα μέσα που χρησιμοποιούνται, για το αν είναι αποτελεσματικά ή όχι, για το τι μπορεί να προκαλούν. Όχι όμως για να ταυτιστεί με την επιχειρηματολογία των γκεμπελίσκων της αστικής προπαγάνδας και της ακροδεξιάς ρητορείας, όχι για να δώσει διαπιστευτήρια στους απολογητές της κρατικής τρομοκρατίας, αλλά για να δείξει το δικό του δρόμο αγώνα σε αντίθεση με το αδιέξοδο και την απόγνωση των ομάδων ένοπλης βίας.

 

«Αυτονόητα καταδικαστέα»;

Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να καταδικαστεί η επίθεση; Όχι, καμία πράξη δεν είναι αυτονόητα καταδικαστέα. Αυτό το είδος της ηθικολογίας δεν έχει κανένα νόημα. Ένας φόνος αυτός καθ’ εαυτός δεν μπορεί να είναι καταδικαστέος από θέση αρχής. Αν δεχτούμε επίθεση και στην δίκαιη άμυνά μας φονεύσουμε τον επιτιθέμενο, είμαστε δολοφόνοι;  Αν μια ομάδα αμερικάνων στρατιωτών την ώρα που καιει ένα χωρίο βιετναμέζων δεχτεί τα πυρά μιας ομάδας βιετγκόγκ θα μιλάμε για δολοφόνους; Στην αστική ηθική όποιος σηκώνει τα όπλα ενάντια στα ένοπλα σώματα του κράτους είναι εξορισμού δολοφόνος και εγκληματίας. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τις ένοπλες ενέργειες αυτών των σωμάτων γιατί, όπως είπε και ο Βουλγαράκης για μια δική του υπόθεση, αυτές καλύπτονται και προβλέπονται από το νόμο. Αυτή την «λογική» δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τη δεχτούμε.
Ζούμε σε μια κοινωνία που η επιβολή δια της βίας παραμένει βασικό της συστατικό, ακόμα και κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η πολιτική βία και αντιβία δεν είναι κάτι που αξίζει να το καταδικάζει κανείς με τον ίδιο τρόπο που δεν έχει νόημα να καταδικάζει τις βροχές, τους σεισμούς και τις φουρτούνες. Όταν ταξιδεύεις θα συναντήσεις και φουρτούνες και όταν ασχολείσαι με την πολιτική και τα κοινά από οποιαδήποτε θέση θα πρέπει να γνωρίζεις ότι πολλές φορές οι διαφορές λύνονται όχι με τη συζήτηση αλλά με μια βίαιη αναμέτρηση, την οποία συνήθως προκαλούν οι μηχανισμοί της κυρίαρχης τάξης. Η αριστερά μπορεί να καταδικάζει την «ατομική τρομοκρατία», αλλά δέχεται «τις ιστορικές μεθόδους του μαζικού κινήματος: οργανωμένη πάλη, συλλογικές αποφάσεις, ενωτικοί και δυναμικοί αγώνες», όπως τονίζει η σχετική ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ. Καμία αντίρρηση για τις «ιστορικές μεθόδους του μαζικού κινήματος». Αλλά μήπως σε αυτές απορρίπτεται η χρήση βίας; Όποιος το πιστεύει αυτό, μάλλον δεν έχει ιδέα για τα βίαια γεγονότα που συνοδεύουν τις επαναστάσεις της σύγχρονης εποχής αλλά και κάθε οξυμένο γεγονός της ταξικής και πολιτικής πάλης. Και για την αστική προπαγάνδα δεν έχει καμία διαφορά αν η βία είναι μαζική ή ατομική.
Είναι τελείως διαφορετικό να καταδικάζεις, από το να απορρίπτεις μια πράξη ή μια μέθοδο πάλης. Η καταδίκη έχει ένα και μόνο νόημα. Είναι πολιτική πράξη υποταγής στην αστική νομιμότητα και συμμόρφωσης στην κυρίαρχη προπαγάνδα η οποία διαρκώς εγκαλεί την αριστερά προκειμένου να την στριμώξει και να την ευνουχίσει ιδεολογικά και πολιτικά.
Σίγουρα σε κάθε αιματηρό γεγονός υπάρχει και η ανθρώπινη διάσταση. Κανένας σώφρων και λογικός άνθρωπος δεν θα ευχόταν σε έναν τραυματία να πεθάνει, ούτε και στον χειρότερο εχθρό του. Μόνοι παρανοϊκοί μπορούν να σκέφτονται έτσι. Όμως ποιοι μιλάνε για σεβασμό της ανθρώπινης ζωής; Αυτοί που στα αστυνομικά τμήματα αντιμετωπίζουν τους μετανάστες σαν ζώα, που ατιμώρητα ξεφτιλίζουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που καταγγέλλονται καθημερινά για τους πιο απίστευτους ψυχολογικούς και σωματικούς βασανισμούς κατά ανυπεράσπιστων ανθρώπων εν ψυχρώ και κατ’ εξακολούθηση;

 

Μια ξεκάθαρη θέση

Η αριστερά που διατηρεί την αξιοπρέπειά της απορρίπτει την στρατηγική της ατομικής βίας γιατί είναι ατελέσφορη, αναποτελεσματική, αποσπασματική, και πάνω απ’ όλα γιατί γίνεται εύκολη λεία από τους μηχανισμούς κρατικής βίας. Η αριστερά δεν είναι με το μαζικό κίνημα γιατί αυτό είναι από τη φύση του πιο ειρηνικό, αλλά γιατί αυτό είναι που μπορεί να δώσει πραγματικά και αποφασιστικά χτυπήματα στην αστική οικονομική και πολιτική εξουσία, μέσα από μια διαδικασία που δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής σε χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να δράσουν από κοινού, να επεξεργαστούν τις εμπειρίες τους, να οργανώσουν το κίνημά τους, και σε τελευταία ανάλυση να αναλάβουν και τις ευθύνες που απορρέουν από την ίδια τους τη δράση. Οι οργανώσεις που δρουν έξω από αυτές τις διαδικασίες χάνουν την επαφή τους με την πραγματικότητα, αυτονομούνται, λειτουργούν εκτός τόπου και χρόνου και τελικά αποκτούν συμφέροντα που αφορούν όχι το κίνημα αλλά τη δική τους επιβίωση. Το χτύπημα μεμονωμένων αστυνομικών δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσομοίωση ταξικής πάλης και επαναστατικού αγώνα. Στη φαντασίωση των μελών αυτών των ομάδων ο επαναστατικός αγώνας έχει περισσότερο μια ατομική παρά μια ταξική διάσταση. Μοιάζει με έναν αγώνα να σώσουν στην ψυχή τους παρά να ανοίξουν έναν νέο δρόμο στην κοινωνία. Αυτό φαίνεται με το πόσο απαξιωτικά βλέπουν και αντιλαμβάνονται τις ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Αυτή η λάθος οπτική τους οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση κάνοντας τα χτυπήματά τους όχι πυροκροτητές της κοινωνικής επανάστασης, αλλά ακατανόητα γεγονότα ακόμα και γι’ αυτούς που εν πάση περιπτώσει δεν είναι ούτε και αισθάνονται «υποταγμένοι και ξεπουλημένοι».
Μια τέτοια θέση μπορεί να προκαλεί τον κάθε λακέ της αστικής εξουσίας, αλλά δεν μας απασχολεί καθόλου. Δεν έχουμε να απολογηθούμε τίποτα και σε κανέναν, ειδικά σε όλους αυτούς που αν δεν συμμετέχουν ενεργά τουλάχιστον συγκαλύπτουν τα καθημερινά εγκλήματα της αστικής εξουσίας και που σε κάθε γεγονός σαν αυτό της Αγ. Παρασκευής βρίσκουν μια ευκαιρία για να ξεπλύνουν την βουτηγμένη στη λάσπη συνείδησή τους.

 

«Προβοκάτορες»;

Μια διαδεδομένη θέση στην αριστερά είναι ότι αυτές οι ομάδες αν δεν είναι βαλτές, λειτουργούν «αντικειμενικά» εναντίον του κινήματος αφού «δίνουν το άλλοθι για περισσότερη αστυνομοκρατία και περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων».  Άρα είναι ή συνειδητοί προβοκάτορες ή «αντικειμενικά» προβοκάτορες.
Βεβαίως δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμπλοκή υπηρεσιών του κράτους σε οργανώσεις ένοπλης βίας. Καθόλου παράλογο και θα ήταν αφελής κανείς να μην σκεφτεί και αυτό το ενδεχόμενο. Όμως οι μυστικές υπηρεσίες εισχωρούν σε όλες τις οργανώσεις, μαζικές, πολιτικές, κοινωνικές κ.ο.κ. Μια θέση δεν μπορεί να ξεκινά από την ενδεχόμενη ανάμειξη του κράτους. Αυτό μπορεί να αφορά και μια διαδήλωση, οποιοδήποτε μαζικό γεγονός, πέρα από τις λιτανείες του ΚΚΕ. Μια απεργία μπορεί να προκαλέσει απολύσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάποιοι εξώθησαν συνειδητά στην απεργία για να βγουν μπροστά ορισμένοι, να εκτεθούν και μετά να χτυπηθούν χάνοντας τη δουλειά τους. Ή μια σύγκρουση με την αστυνομία να κατηγορηθούν ορισμένοι ότι την προκάλεσαν για να χτυπηθεί μια διαδήλωση. Θα μπορούσε έτσι ολόκληρη η ταξική πάλη να αναχθεί σε μια συνομωσία των κυρίαρχων που απλώς ψάχνουν δικαιολογίες για περισσότερη καταστολή.
Η πολιτική βία ακόμα και στην πιο μειοψηφική της έκφραση είναι γνωστή και υπαρκτή με τον τρόπο που εμφανίζεται σήμερα εδώ και δύο αιώνες. Κατά καιρούς νέοι κυρίως άνθρωποι έλκονται από την αμεσότητα που δίνει η λογική της πολιτικής αυτοδικίας, θεωρώντας ταυτόχρονα ότι εκτός από μια αίσθηση τιμωρίας κατά των μηχανισμών εξουσίας και εκμετάλλευσης λειτουργεί και ως πυροκροτητής μιας ευρύτερης κοινωνικής διεργασίας. Το σενάριο αυτό το έχουμε δει επανειλημμένως να επαναλαμβάνεται και ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικής όξυνσης και συνήθως στη φάση υποχώρησης του μαζικού κινήματος ύστερα από μια περίοδο έντονων κινηματικών εμπειριών και επαναστατικών προσδοκιών. Οι παλιοί επαναστάτες χαρακτήριζαν όσους έλκονται από τέτοιες λογικές όχι προβοκάτορες αλλά ανυπόμονους αγωνιστές που στο τέλος καταλήγουν απομονωμένοι στο κελί μιας φυλακής.
Το κράτος δεν έχει ανάγκη τέτοιες ομάδες για να επιβάλει καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Ας θυμηθούμε τον Δεκέμβρη πριν λίγους μήνες. Αυτός ήταν και όχι η επίθεση στους φρουρούς του υπ. πολιτισμού που προκάλεσε το μένος και την οργή σύσσωμης της αστικής αντίδρασης. Η πρόσφατη κατοχή των Εξαρχείων δεν χρειάστηκε καμία «τρομοκρατική» ενέργεια για να «προκληθεί» εκτός κι αν θεωρήσουμε ως τέτοια τις λίγες σπασμένες βιτρίνες επί της Σόλωνος την προηγούμενη μέρα.
Τόσες και τόσες φορές η αστυνομική βία κατά μαζικών και συνήθως ειρηνικών διαδηλωτών δεν χρειάστηκε καμία προβοκάτσια για να εκδηλωθεί, εκτός κι αν θεωρήσουμε προβοκάτσια τις μαχητικές εκδηλώσεις των διαδηλωτών, τα οδοφράγματα και την ενεργητική άμυνα απέναντι στην αστυνομική βαρβαρότητα.

 

Κανένα μέτωπο με το κράτος καμία μετάνοια στους νοσταλγούς του Μεταξά και της χούντας

Η αριστερά και το κίνημα δεν θα προφυλαχτεί από την σκλήρυνση της κρατικής καταστολής, ούτε από «την καλλιέργεια φοβικών και συντηρητικών αντιλήψεων σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας» παριστάνοντας το καλό παιδί που είναι ενάντια σε κάθε μορφής βίας. Το καθεστωτικό κατακάθι που ζητάει δηλώσεις μετάνοιας από την αριστερά είναι τα ίδια καθάρματα που όταν πνίγονται οι μετανάστες στο αιγαίο ή όταν βασανίζονται φριχτά στα αστυνομικά τμήματα ή στα «κέντρα υποδοχής» λένε καλά να πάθουνε, αφού δεν τους κάλεσε κανείς να έλθουν εδώ. Είναι οι ίδιοι που ως καναλάρχες και μεγαλοδημοσιογράφοι απαξιούν να κάνουν ρεπορτάζ για τα εκατοντάδες εργατικά ατυχήματα που γίνονται κάθε χρόνο αφήνοντας ανάπηρους ή στέλνοντας στον τάφο εκατοντάδες αθώους εργάτες. Πράγματι τα βίαια γεγονότα ίσως διεγείρουν τα συντηρητικά ένστικτα ενός κομματιού της κοινωνίας. Αυτό όμως έγινε και με τον Δεκέμβρη. Επιπλέον τον μεγαλύτερο φόβο τον παράγει το ίδιο το σύστημα και οι μηχανισμοί του. Είτε είναι ο φόβος της ανεργίας, της απόλυσης, του να γίνεις στόχος του αφεντικού, του προϊστάμενου, της κατάσχεσης από τα χρέη, ή της διμοιρίας των ΜΑΤ που σε «συνοδεύει» στη διαδήλωση. Είτε είναι ο φόβος της γρίπης, του ξένου, του κλέφτη, του τούρκου, του αμερικάνου, του εβραίου, του γείτονα, του κάθε ένα που θέλει να πάρει τη θέση σου, της κόλασης. Ο φόβος της «τρομοκρατίας» είναι σίγουρα ένας ακόμα φόβος που η εξουσία θα ενσωματώσει στην προπαγάνδα της, όπως άλλωστε και κάθε εξωθεσμική, αντισυστημική πολιτική συμπεριφορά.
Για την αριστερά το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι ένα «μέτωπο» μαζί με τα ρουφιανοκάναλα, τους φασίστες εκπροσώπους των αστυνομικών συνδέσμων, τους υποκριτές απολογητές της αστικής και κρατικής βίας, και τους κάθε είδους νοσταλγούς της χούντας και του Μεταξά, αλλά ενάντιά τους. Σε όλους αυτούς που ψάχνουν την ευκαιρία για να επιτεθούν σε ολόκληρο το κίνημα, την αριστερά και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Ακόμα και αν αυτό γίνεται με αφορμή τις βίαιες ενέργειες αυτών των ομάδων. Πιστεύει κανείς πραγματικά σε ολόκληρη την υπαρκτή αριστερά με όλους τους προσδιορισμούς που αυτή δέχεται για τον εαυτό της, ότι όντως η μειοψηφική βία αποτελεί τόσο σημαντικό κίνδυνο για το αστικό καθεστώς που να δικαιολογεί όλη αυτή την τρομοϋστερία; Πρέπει για να σταθεί εμπόδιο στην τρομοϋστερία του κράτους και των νοσταλγών της χούντας, να καταδικάσει μαζί με όλους αυτούς τους απερίγραπτους υποκριτές την «τρομοκρατία» και μάλιστα υιοθετώντας όλο το καθεστωτικό παραμύθι περί «εχθρών της κοινωνίας»; Όχι δεν υπάρχει καμία τέτοια προϋπόθεση. Η αριστερά αν δεν έχει μια φορά σχέση με τους ζορό που νομίζουν ότι με μερικές σφαίρες θα εκφοβίσουν το αστικό κράτος, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια κάθε πραγματική κοινωνική κίνηση και συσχετισμό, με τα φασιστόμουτρα που περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι ζητώντας να επανέλθουν οι νόμοι του Μεταξά, τα ιδιώνυμα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα δεν μπορεί να έχει σχέση χίλιες φορές. Αυτοί που προτείνουν διαδηλώσεις θα πρέπει να σκεφτούν επίσης ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι τους. Οι φασίστες, ο ακροδεξιός και παρακρατικός υπόκοσμος, τα ΜΑΤ, τα ΕΚΑΜ, μπορούν; Θα έχουν και τα όπλα τους μαζί τους; Ο Χρυσοχοϊδης θα είναι και αυτός εκεί; Οι δελτάδες και οι ζητάδες που μπούκαραν στο Φλοράλ, κρύβοντας τα διακριτικά τους, συμπεριλαμβάνονται στο «μέτωπο κατά της τρομοκρατίας»;
Επιτέλους, έχει να απολογηθεί απέναντι σε όλους αυτούς η αριστερά για κάτι, προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα να ολοκληρώσει τις σκέψεις της; Τι να πει κανείς; Τα κόκαλα των χιλιάδων αριστερών αυτής της χώρας που εξοντώθηκαν από τη στυγνή τρομοκρατία του εμφυλιακού και μεταεμφυλιακού κράτους και παρακράτους και όλων αυτών που σήμερα ζητάνε ξανά δηλώσεις μετάνοιας, θα τρίζουν στους τάφους τους, μπροστά στο οικτρό θέαμα αριστερών να ψάχνουν από κοινού με τους νεοταγματασφαλίτες του ΛΑΟΣ μια κάποια λύση για το θέμα της «τρομοκρατίας».
Πρώτα θα απολογηθούν αυτοί για τα αμέτρητα και ατιμώρητα κρούσματα αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας που πολλά απ’ αυτά κατέληξαν και στην αφαίρεση της ζωής αθώων ανθρώπων, πρώτα θα οδηγηθούν στην δικαιοσύνη όλοι οι υπεύθυνοι για τα εκατοντάδες «εργατικά ατυχήματα» που δεν είναι τίποτα άλλο παρά δολοφονίες ανύποπτων εργατών, πρώτα θα ερευνηθούν όλα τα περιστατικά λεηλασίας της δημόσιας περιουσίας και εγκληματικής αμέλειας με ενδεχόμενο δόλο κατά του φυσικού πλούτου και του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα πέρα από την καταστροφή του και των απώλεια εκατοντάδων ανθρώπινων ζωών σε σεισμούς, πυρκαγιές και ναυάγια. Όλα αυτά τα αμέτρητα και ανεξιχνίαστα εγκλήματα, υποθέσεις που κατέληξαν με συνοπτικές διαδικασίες στο αρχείο περιμένουν και θα περιμένουν χωρίς καμία παραγραφή δικαίωση. Όσοι λοιπόν μας έχουν ξεκουφάνει με την τρομοκρατία, ας την αναζητήσουν πρώτα απ’ όλα στις γραμμές τους, σε όλους αυτούς που συγκαλύπτουν και μάλιστα όχι για κάποιο ιδεολογικό, έστω και ιδεοληπτικό σκοπό, αλλά με τα πιο χυδαία κίνητρα για προσωπικό όφελος και πλουτισμό και εκμεταλλευόμενοι μάλιστα τις περισσότερες φορές την εξουσία που απορρέει από την επαγγελματική τους σχέση και θέση στον κρατικό μηχανισμό και γνωρίζοντας από πριν ότι θα έχουν πλήρη ασυλία. Και όμως όλοι αυτοί έχουν το θράσος να μιλάνε για τρομοκρατία. Βρε ουστ από δω φαρισαίοι υποκριτές.
Και κρατώντας αυτή ακριβώς την περήφανη στάση, η αριστερά οφείλει  να ανοίξει την πολιτική συζήτηση μέσα στο κίνημα και ιδιαίτερα στη νεολαία, για το πώς μπορεί να οργανωθεί η αντιπαράθεση με το αστικό κράτος, τους μηχανισμούς του, για τις μορφές πάλης που μπορεί να είναι αποτελεσματικές και χρήσιμες αυτή την περίοδο, για τα μέτωπα που πρέπει να ανοιχτούν, για το πώς μπορούν αυτά να συγκινήσουν ευρύτερα τμήματα εργαζομένων, νεολαίας και όλων όσων βλέπουν το τέλμα αυτής της κοινωνίας και τη  δυνατότητα μιας άλλης κοινωνικής προοπτικής. Εκεί ναι, να ανοίξουμε πολιτικό μέτωπο στον μηδενιστικό τυχοδιωκτισμό. Κανένας αγωνιστής και αγωνίστρια να μη χαθεί στις απεγνωσμένες και αδιέξοδες ενέργειες που δεν ανοίγουν καμία προοπτική. Η αριστερά όντως, δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με τη μικροαστική απελπισία, αλλά μόνο ως ρεύμα επαναστατικής αισιοδοξίας, που παλεύει ενάντια στη σαπίλα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αλλά πώς να γίνει αυτό, όταν την ίδια στιγμή, αυτή η αριστερά μεταμορφώνεται με την πιο γελοία αφορμή σε υπερασπιστή της αστικής νομιμότητας.
Επιμένουμε. Ένα μέτωπο υπάρχει αυτό ενάντια στην τρομοϋστερία και την κρατική τρομοκρατία. Όσο η συζήτηση περιστρέφεται ανάμεσα σε «προβοκάτορες» και «καταδίκες της βίας», η αριστερά θα εγκαλείτε διαρκώς μέχρι να ενδώσει παίρνοντας συγχαρητήρια από τους αυλοκόλακες της εξουσίας, αφού πρώτα θα έχει παραμυθιάσει τον εαυτό της ότι μπορεί να αλλάξει αυτή η κοινωνία με ηθικά κηρύγματα εξανθρωπισμού της ταξικής πάλης, που θα οδηγήσουν στον «εκδημοκρατισμό» της αστικής εξουσίας και των μηχανισμών της και όχι με μια αποφασιστική αναμέτρηση μαζί τους. Και μετά θα αναρωτιέται που ούτε η δημοκρατία «βαθαίνει», ούτε το κράτος γίνεται ηθικότερο, ενώ η προοπτική μιας άλλης κοινωνίας μοιάζει με τη δευτέρα παρουσία παρά για κάτι που αφορά την τρέχουσα ζωή μας.

Σχετικά άρθρα

Η τρομοϋστερία του αστυνομικού παρακράτους δεν θα περάσει
Ατομική βία και μαζικό κίνημα (Εργατική Εξουσία, Μαρτιος 2001)
Από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου του Τρότσκυ Τρομοκρατία και Κομμουνισμός

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s