Τρομοκρατία και Κομμουνισμός (απόσπασμα), Λ. Τρότσκυ 1920

coverΑναδημοσιεύουμε εδώ το 4ο κεφάλαιο  με τίτλο «Τρομοκρατία» από το βιβλίο του Τρότσκυ Τρομοκρατία και Κομμουνισμός, που γράφτηκε το 1920 κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο συγγραφέας την ίδια ώρα καθοδηγούσε τον Κόκκινο Στρατό ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς στρατούς εισβολής που επιχειρούσαν από κοινού με τους τσαρικούς και του λευκοφρουρούς αντεπαναστάτες να ανατρέψουν τη σοβιετική εξουσία. Πιο συγκεκριμένα ο Τρότσκυ υπερασπίζεται τις μεθόδους επαναστατικής αυτοάμυνας απέναντι στην ιδεολογική επίθεση του Κάουτσκυ που ως μέντορας του πασιφισμού κατηγορούσε διαρκώς τους μπολσεβίκους για τις βίαιες μεθόδους που χρησιμοποιούν για να υπερασπίσουν την επανάσταση. Ο Τρότσκυ υπερασπίστηκε ανοιχτά αυτές τις μεθόδους απέναντι στη μοιρολατρία της σοσιαλδημοκρατίας. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τον πρόλογο στη 2η αγγλική έκδοση: «Η θεμελιώδης ιδέα αυτού του βιβλίου είναι τούτη εδώ: η ιστορία δεν έχει βρει μέχρι τώρα άλλα μέσα για να ωθήσει προς τα μπρος την ανθρωπότητα πέρα από το να αντιτάσσει κάθε φορά στη βία των καταδικασμένων τάξεων την επαναστατική βία της επαναστατικής τάξης».
Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1979 από τις εκδόσεις Αλλαγή και μετάφραση  επιμέλεια του Θ. Θωμαδάκη.

Περιεχόμενα του βιβλίου

Εισαγωγή
Εισαγωγή στη δεύτερη αγγλική έκδοση, 1935
O συσχετισμός δυνάμεων
Η δικτατορία του προλεταριάτου
Δημοκρατία
Τρομοκρατία
Η Παρισινή Κομμούνα και η Σοβιετική Ρωσία
Μαρξ και … Κάουτσκι
Η εργατική τάξη και η σοβιετική πολιτική της
Τα ζητήματα Οργάνωσης της Εργασίας
Ο Καρλ Κάουτσκι, η σχολή και το βιβλίο του
Αντί Επιλόγου

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Το κύριο θέμα του βιβλίου του Κάουτσκυ είναι η τρομοκρατία. Την άποψη ότι η τρομοκρατία ανήκει στην ουσία της επανάστασης, ο Κάουτσκυ την ανακηρύσσει σε μια διαδεδομένη πλάνη. Δεν είναι αλήθεια ότι αυτός που θέλει την επανάσταση πρέπει να συμβιβαστεί και με την τρομοκρατία. Όσον αφορά τον ίδιο τον Κάουτσκυ, αυτός είναι, γενικά μιλώντας, υπέρ της επανάστασης, αλλά αποφασιστικά ενάντια στην τρομοκρατία. Από δω, όμως, αρχίζουν οι περιπλοκές.

«Η επανάσταση –κλαψουρίζει ο Κάουτσκυ- φέρνει μαζί της μια αιματηρή τρομοκρατία που ασκείται από τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Στη Ρωσία, πρώτοι μπήκαν σ’ αυτό το δρόμο οι μπολσεβίκοι. Αυτό τους έφερε στο σημείο να τους αποδοκιμάζουν με τον πιο αυστηρό τρόπο όλοι οι σοσιαλιστές που δεν αποδέχονται την μπολσεβίκικη άποψη και που ανάμεσά τους είναι οι σοσιαλιστές της γερμανικής πλειοψηφίας. Μα οι τελευταίοι δε δίστασαν με τη σειρά τους, μόλις αισθάνθηκαν ότι απειλείται η κυριαρχία τους, να καταφύγουν σε τρομοκρατικές μεθόδους που τη χρήση τους είχαν καταδικάσει στην Ανατολή»

Φαίνεται λοιπόν πως θα έπρεπε από αυτά τα γεγονότα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η τρομοκρατία είναι πολύ πιο βαθιά συνδεδεμένη από ότι νομίζουν ορισμένοι σοφοί, με τη φύση της επανάστασης. Ο Κάουτσκυ βγάζει απ’ αυτά ένα συμπέρασμα διαμετρικά αντίθετο. Η τρομερή ανάπτυξη της τρομοκρατίας των λευκών και των κόκκινων σ’ όλες τις τελευταίες επαναστάσεις –ρώσικη, γερμανική, αυστριακή, ουγγρική- είναι γι’ αυτόν ένα δείγμα για το ότι δεν αποδείχτηκαν τέτοιες που θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τα θεωρητικά ονειροπολήματά του. Το αν η τρομοκρατία «σαν τέτοια» είναι «εγγενής» στην επανάσταση «σαν τέτοια», ας δούμε λίγες επαναστάσεις καθώς ξετυλίγονται μπροστά μας στη ζωντανή ιστορία της ανθρωπότητας.
Θα υπενθυμίσουμε, πρώτα πρώτα, τη Μεταρρύθμιση που αποτελεί ένα είδος ορόσημου ανάμεσα στην ιστορία του μεσαίωνα και τη σύγχρονη ιστορία: όσο πιο πολύ αγκάλιαζε τα ζωτικά συμφέροντα των λαϊκών μαζών, όσο πιο πολύ επεχτεινόταν, όσο πιο λυσσασμένος γινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, που ξετυλιγόταν κάτω από θρησκευτικά λάβαρα, τόσο πιο ανελέητη, ήταν και από τις δύο πλευρές η τρομοκρατία.
Στο 17ο αιώνα, η Αγγλία πραγματοποίησε δύο επαναστάσεις: η πρώτη προκαλώντας βίαιους κοινωνικούς κλονισμούς και πολέμους, οδήγησε, ανάμεσα στα άλλα, στην εκτέλεση του Καρόλου 1ου . Η δεύτερη, στέφθηκε με επιτυχία με την άνοδο στο θρόνο μιας νέας δυναστείας. Η αγγλική μπουρζουαζία και οι ιστορικοί της βλέπουν με πολύ διαφορετική γωνιά την καθεμιά από τις δύο αυτές επαναστάσεις: η πρώτη είναι, στα μάτια τους, μια απεχθής Ζακερί, ή μεγάλη «ανταρσία». Η δεύτερη, πήρε το όνομα «ένδοξη επανάσταση». Ο γάλλος ιστορικός Αύγουστος Τιερί έχει κατονομάσει τα αίτια της διαφορετικής αυτής εκτίμησης. Στην πρώτη αγγλική επανάσταση, στη μεγάλη «ανταρσία» ενεργούσε ο λαός, ενώ στη δεύτερη ήταν σχεδόν «σιωπηλός». Αυτό συνέβη γιατί ακριβώς κάτω από ένα καθεστώς ταξικής σκλαβιάς, είναι πολύ δύσκολο να μάθεις καλούς τρόπους στις καταπιεζόμενες μάζες. Απελπισμένες, μάχονται με παλούκια και πέτρες, με τη φωτιά και το σκοινί. Οι ιστορικοί που βρίσκονται στην υπηρεσία των μοναρχών και των εκμεταλλευτών προσβάλλονται καμιά φορά. Αλλά το μεγάλο γεγονός στη σύγχρονη «αστική» ιστορία είναι η «μεγάλη ανταρσία» και όχι η «ένδοξη επανάσταση».
Το πιο σημαντικό γεγονός της σύγχρονης ιστορίας ύστερα από τη Μεταρρύθμιση και τη «μεγάλη ανταρσία», γεγονός που, με τη σπουδαιότητά του, αφήνει μακριά πίσω του τα δύο προηγούμενα, υπήρξε η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 18ου αιώνα. Η κλασική επανάσταση γέννησε την κλασική τρομοκρατία. Ο Κάουτσκυ είναι έτοιμος να συχωρέσει την τρομοκρατία των Γιακοβίνων, αναγνωρίζοντας πως κανένα άλλο μέτρο Δε θα τους επέτρεπε να σώσουν τη Δημοκρατία. Μα κανείς Δε νοιάζεται για την όψιμη αυτή δικαιολόγηση. Για τους Κάουτσκυ του τέλους του 18ου αιώνα (τους αρχηγούς των γάλλων Γιροδίνων), οι Γιακοβίνοι ήταν προσωποποίηση του κακού. Να, σ’ όλη της τη χυδαιότητα, μια σύγκριση αρκετά διδαχτική των Γιροδίνων και τους Γιακοβίνους, που γράφτηκε από την πένα ενός γάλλου αστού ιστορικού.

«Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι θέλανε τη Δημοκρατία… Μα οι Γιροδίνοι θέλανε μια Δημοκρατία νόμιμη, ελεύθερη, γενναιόδωρη. Οι ορεινοί θέλανε μια Δημοκρατία δεσποτική και τρομοκρατική. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δήλωναν πως είναι υπέρ της κυριαρχίας του λαού. Οι Γιροδίνοι όμως με τη λέξη λαός εννοούσαν, και δικαιολογημένα, το σύνολο του πληθυσμού. Ενώ για τους Ορεινούς, ο λαός δεν ήταν παρά η εργατική τάξη, και κατά συνέπεια η εξουσία έπρεπε να ανήκει σε αυτούς μονάχα τους ανθρώπους».

Η αντίθεση ανάμεσα στους ευγενείς υποστηριχτές της Συντακτικής Συνέλευσης και τους αιμοχαρείς πράκτορες της προλεταριακής δικτατορίας δείχνεται εδώ αρκετά καλά στους πολιτικούς όρους της εποχής.
Η σιδερένια δικτατορία των Γιακοβίνων επιβλήθηκε από την εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση της επαναστατικής Γαλλίας. Να τι λέει πάνω σ’ αυτό ένας αστός ιστορικός:

«Τα ξένα στρατεύματα είχαν μπει στο γαλλικό έδαφος από τέσσερα μέρη ταυτόχρονα: οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί στο Βορρά. Οι Πρώσοι στην Αλσατία. Στην Ντοφίν και μέχρι τη Λυών οι Πεδεμόντιοι. Στο Ρουσιγιόν οι Ισπανοί. Κι αυτό σε μια στιγμή όπου ο εμφύλιος πόλεμος λυσσομανούσε σε τέσσερα διαφορετικά σημεία, στη Νορμανδία, τη Βαντέ, τη Λυών και Τουλόν».

Και σ’ αυτά πρέπει ακόμα να προσθέσουμε τους εσωτερικούς εχθρούς, τους αναρίθμητους υπερασπιστές της παλιάς τάξης πραγμάτων, που ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν με όλα τα μέσα τον εχθρό.
Η αυστηρότητα της προλεταριακής δικτατορίας στη Ρωσία, ας τονίσουμε, καθορίστηκε από περιστάσεις όχι λιγότερο κρίσιμες. Ένα συνεχές μέτωπο από το Βορρά ως το Νότο, από την Ανατολή ως τη Δύση. Πέρα από τους αντεπαναστατικούς στρατούς του Κολτσάκ, του Ντενίκιν κλπ. Στη σοβιετική Ρωσία επιτέθηκαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, οι Τσεχοσλοβάκοι, οι Σέρβοι, οι Πολωνοί, οι Ρουμάνοι, οι Γάλλοι, οι Ουκρανοί, οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι, οι Γιαπωνέζοι, οι Φιλανδοί, οι Εσθονοί και οι Λιθουανοί. Στο εσωτερικό της χώρας, που ήταν από παντού μπλοκαρισμένη και πέθαινε από την πείνα, δεν συναντούσες παρά απανωτές συνωμοσίες, εξεγέρσεις, τρομοκρατικές πράξεις, ανατινάξεις αποθηκών, των σιδηροδρομικών δικτύων και των γεφυριών.

«Η κυβέρνηση που είχε αναλάβει να παλέψει με τους αναρίθμητους εχθρούς του εξωτερικού και του εσωτερικού δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε αρκετό στρατό, με μια λέξη, τίποτε, εκτός από μια απεριόριστη ενεργητικότητα, μια θερμή υποστήριξη από μέρους των επαναστατικών στοιχείων της χώρας και το θάρρος να καταφύγει σ’ όλα τα μέτρα, όσο αυθαίρετα και σκληρά κι αν ήταν αυτά, για τη σωτηρία της πατρίδας».

Μ’ αυτά τα λόγια χαρακτήριζε άλλοτε ο Πλεχάνωφ την κυβέρνηση των …Γιακοβίνων, («Ο Σοσιαλδημοκράτης»: Τετράμηνη Πολιτική Λογοτεχνική Επιθεώρηση», Φλεβάρης, Τόμος 1ος, Λονδίνο 1890. Άρθρο για τα «Εκατόχρονα της Μεγάλης Επανάστασης», σελ. 6-7).
Ας στραφούμε, όμως, προς την επανάσταση που έγινε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στις Ενωμένες Πολιτείες, τη χώρα αυτή της «δημοκρατίας». Αν και δεν επρόκειτο για την κατάλυση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά για την κατάργηση της ιδιοκτησίας πάνω στους μαύρους, οι θεσμοί της δημοκρατίας δεν υπήρξαν λιγότερο ανίκανοι, να λύσουν τη διένεξη με δημοκρατικά μέσα. Οι Πολιτείες του Νότου, αφού νικήθηκαν στις προεδρικές εκλογές του 1860, αποφάσισαν να επανακτήσουν, με οποιοδήποτε τίμημα, την επιρροή που εξασκούσαν μέχρι τότε για τη διατήρηση της δουλείας και ενώ, εκφωνούσαν, όπως συνήθως γίνεται, στομφώδεις λόγους για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, έπαιρναν το δρόμο που οδηγούσε στην εξέγερση των δουλοκτητών. Όλα τα κατοπινά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου προκύψανε αναπόφευκτα απ’ αυτό. Από την αρχή της πάλης, η στρατιωτική κυβέρνηση της Βαλτιμόρης φυλάκισε, στο φρούριο Μακ Χένρι ,παρά το «Habeas Corpus» μερικούς πολίτες οπαδούς του δουλοκτητικού Νότου παραβιάζοντας το Habeas Corpus. Το ζήτημα αν ήταν νόμιμες ή παράνομες αυτές οι πράξεις έγινε το αντικείμενο μιας έντονης συζήτησης ανάμεσα στις λεγόμενες «ανώτατες αρχές» του τόπου. Ο ανώτατος δικαστής Τίνεϊ αποφάσισε πως ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν είχε ούτε το δικαίωμα να παραχωρήσει παρόμοιες εξουσίες στις στρατιωτικές αρχές.

«Τέτοια είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η σωστή συνταγματική λύση του ζητήματος λύση αυτού του ζητήματος –λέει ένας από τους πρώτους ιστορικούς του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου. Μα η κατάσταση ήταν τόσο κρίσιμη, και η ανάγκη να παρθούν ριζικά μέτρα απέναντι στον πληθυσμό της Βαλτιμόρης τόσο πιεστική, ώστε η κυβέρνηση και ο λαός των Ενωμένων Πολιτειών απαιτούσαν να παρθούν τα πλέον αποφασιστικά μέτρα». (Ιστορία του αμερικάνικου πολέμου», Φλέτσερ, αντισυνταγματάρχης των σκοτσέζων τυφεκιοφόρων της φρουράς)

Τα λίγα πράγματα που είχε ανάγκη ο επαναστατημένος Νότος του τα πρόσφεραν μυστικά οι έμποροι του Βορρά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έμεινε πια στους κατοίκους του Βορρά παρά να καταφύγουν στην καταπίεση. Στις 6 Αυγούστου 1861, επικυρώθηκε από τον πρόεδρο ένα νομοσχέδιο του κογκρέσου για τη «δήμευση της ατομικής εκείνης ιδιοκτησίας που χρησιμοποιείται για επαναστατικούς σκοπούς». Ο λαός, που εκπροσωπούνταν από τα πιο δημοκρατικά στοιχεία, ήταν επιρρεπής στα ακραία μέτρα. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είχε στο Βορρά μια αποφασιστική πλειοψηφία και όλοι εκείνοι που ήταν ύποπτοι για χωριστικές τάσεις, δηλαδή υποστήριζαν τις διασπαστικές Πολιτείες του Νότου, έγιναν αντικείμενο βίας. Σε ορισμένες πόλεις του Βορρά κι ακόμα στις πολιτείες της Νέας Αγγλίας, που υπερηφανευόνταν για την ησυχία τους, ο πληθυσμός κατέλαβε επανειλημμένα και κατέστρεψε τα γραφεία και τα τυπογραφεία των εφημερίδων που υποστήριζαν τους εξεγερμένους δουλοκτήτες. Κάθε τόσο μπορούσες να δεις τους αντιδραστικούς εκδότες πασαλειμμένους με κατράμι και στολισμένους με φτερά να τους περιφέρουν στους δρόμους με τη γελοία αυτή αμφίεση χλευάζοντάς τους μέχρι τη στιγμή που θα δέχονταν να ορκιστούν πίστη στην Ένωση. Η προσωπικότητα ενός ιδιοκτήτη φυτειών πασαλειμμένη με κατράμι δεν είχε πια τίποτε το κοινό με το «σκοπό καθ’ εαυτό» και γι’ αυτό το λόγο η κατηγορική προσταγή του Κάουτσκυ έχει υποστεί στη διάρκεια του αμερικάνικού εμφυλίου πολέμου ένα σημαντικό κτύπημα. Μα αυτό δεν είναι όλο.

«Η κυβέρνηση, από τη μεριά της, μας εξιστορεί ο ίδιος ιστορικός, είχε καταφύγει σε διάφορα καταπιεστικά μέτρα ενάντια στις εκδόσεις που δεν υιοθετούσαν την άποψή της. και ο αμερικάνικος τύπος, που μέχρι τότε είχε γνωρίσει την πιο μεγάλη ελευθερία, βρέθηκε πολύ γρήγορα σε κατάσταση το ίδιο δύσκολη με κείνη των αυταρχικών κρατών της Ευρώπης» Η ελευθερία του λόγου είχε την ίδια τύχη. «Έτσι –συνεχίζει ο αντισυνταγματάρχης Φλέτσερ- ο αμερικάνικος λαός βρέθηκε ταυτόχρονα απογυμνωμένος από το μεγαλύτερο μέρος των ελευθεριών του. Πρέπει να σημειωθεί –συνεχίζει σαν ηθικολόγος- πως η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν τόσο απορροφημένη από τον πόλεμο και τόσο πολύ πρόθυμη να αποδεχτεί όλες τις θυσίες για να φτάσει στο σκοπό της, ώστε όχι μόνο Δε λυπόταν για το χάσιμο των ελευθεριών της, αλλά και έμοιαζε να τις παραβλέπει».
(Η Ιστορία του Αμερικάνικου Πολέμου», σελ. 162-164)

Οι αιμοχαρείς δουλοκτήτες του Νότου και το λυσσασμένο μπουλούκι των υπηρετών του ενεργούσαν με μια πολύ πιο μεγάλη παραφορά.

«Παντού, -εξιστορεί ο κόμητας του Παρισιού- όπου σχηματιζόταν μια πλειοψηφία υπέρ της δουλείας, η κοινή γνώμη γινόταν τρομερά δεσποτική απέναντι στη μειονότητα. Όλοι εκείνοι που σέβονταν την εθνική σημαία… είχαν φιμωθεί. Μα αυτό φάνηκε πολύ ανεπαρκές. Όπως γίνεται σ’ όλες τις επαναστάσεις ανάγκασαν τους αδιάφορους να εκφράσουν την αφοσίωσή τους στην καινούργια υπόθεση… Εκείνους που το αρνιόντουσαν τους ρίχνανε βορά στο μίσος και τη βία του όχλου… Σε όλα τα κέντρα που άρχιζε να γεννιέται ο πολιτισμός (Νότιο-Δυτικές Πολιτείες) ιδρύθηκαν επιτροπές επαγρύπνησης που αποτελούνταν απ’ όλους εκείνους που είχαν αναδειχτεί με τον εξτρεμισμό τους στη διάρκεια της εκλογικής πάλης… Οι ταβέρνες ήταν ο συνηθισμένος τόπος των συνεδριάσεων, και ένα θορυβώδες όργιο ανακατευόταν με την αξιοθρήνητη παρωδία των δημοσίων μορφών δικαιοσύνης. Μερικοί δαιμονισμένοι που συνεδρίαζαν γύρω από έναν πάγκο που πάνω του έτρεχε το τζιν και το ουίσκι, δίκαζαν τους παρόντες ή απόντες συμπολίτες τους. Ο κατηγορούμενος, πριν ακόμα ανακριθεί,, έβλεπε κι όλας να προετοιμάζουν την απαίσια κρεμάλα. Κι αυτός που δεν προσάγονταν στο δικαστήριο μάθαινε την καταδίκη τους πέφτοντας κάτω από τις σφαίρες του δημίου που κρυβόταν μέσα στους θάμνους του δάσους…».

Η εικόνα αυτή μας φέρνει στη μνήμη τις σκηνές που ξετυλίγονται κάθε μέρα στις περιοχές όπου δρουν ο Ντενίκιν, ο Κόλτσακ, ο Γιούντενιτς και οι άλλοι πρωταθλητές της Αγγλο-γαλλο-αμερικάνικης «δημοκρατίας».
Πως έμπαινε το ζήτημα της τρομοκρατίας κάτω από την Κομμούνα του Παρισιού; Αυτό θα δούμε πιο κάτω. Όποιες κι αν είναι οι προσπάθειες που κάνει ο Κάουτσκυ για να μας αντιτάξει την Κομμούνα δεν είναι καθόλου θεμελιωμένες και τον υποχρεώνουν να καταφεύγει σε μια ευτελή φρασεολογία.
Πρέπει, φαίνεται, να δούμε τη σύλληψη ομήρων, Σα φαινόμενο «εγγενές» στην τρομοκρατία του εμφυλίου πολέμου. Ο Κάουτσκυ αντίπαλος της τρομοκρατίας και της σύλληψης ομήρων, είναι ωστόσο υπέρ της Κομμούνας του Παρισιού (είναι αλήθεια πως αυτή υπήρξε πριν πενήντα χρόνια). Η Κομμούνα είχε όμως συλλάβει ομήρους. Από δω και η κάποια αμηχανία του συγγραφέα μας. Αλλά σε τι θα χρησίμευε η κανονιστική θεολογία, αν όχι σε τέτοιες περιπτώσεις;
Τα διδάγματα της Κομμούνας για τους ομήρους και για την εκτέλεσή τους, σαν απάντηση στις ωμότητες των Βερσαγιέζων, ήταν αιτιολογημένα –σύμφωνα με τη βαθυστόχαστη ερμηνεία του Κάουτσκυ- από την επιθυμία να σωθούν ανθρώπινες ζωές κι όχι από την επιθυμία του θανάτου. Θαυμάσια ανακάλυψη! Δε μένει πια παρά να την εμπλουτίσουμε. Μπορούμε και πρέπει να του δώσουμε να καταλάβει πως στην εποχή του εμφυλίου πολέμου εξολοθρεύαμε τους λευκοφρουρούς για να μην εξολοθρεύσουν τους εργαζόμενους. Επομένως ο στόχος μας δεν ήταν να αφαιρέσουμε ανθρώπινες ζωές αλλά να τις προφυλάξουμε. Αν για την προφύλαξή τους έπρεπε να παλέψουμε με το όπλο στο χέρι, κι αν αυτό μας οδηγεί στην εξολόθρευσή τους- υπάρχει εδώ ένα αίνιγμα που το διαλεκτικό μυστικό του διασαφηνίστηκε από το γέρο-Χέγκελ, για να μη μιλήσουμε για τους σοφούς που άνηκαν σε παλιότερες σχολές.
Η Κομμούνα Δε θα μπορούσε να κρατηθεί και να στερεωθεί αν δεν έκανε έναν ανελέητο πόλεμο ενάντια στους Βερσαγιέζους. Οι τελευταίοι είχαν, στο Παρίσι, έναν μεγάλο αριθμό πρακτόρων. Αφού βρισκόταν σε πόλεμο με τους πράκτορες του Θιέρσου, η Κομμούνα δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς από το να εξολοθρεύσει τους βερσαγιέζους τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν. Αν η εξουσία της είχε ξεπεράσει τα όρια του Παρισιού, θα είχε προσκρούσει –στην ανάπτυξη του εμφυλίου πολέμου με το στρατό της Εθνοσυνέλευσης- σε εχθρούς πολύ πιο επικίνδυνους, στους ίδιους τους κόλπους του ειρηνικού πληθυσμού. Η Κομμούνα Δε θα μπορούσε πολεμώντας τους βασιλόφρονες, να παραχωρήσει ελευθερία λόγου στους πράκτορές τους στα μετόπισθεν.
Ο Κάουτσκυ, παρά τα μεγάλα σύγχρονα γεγονότα, δεν έχει ιδέα τι θα πει πόλεμος γενικά και εμφύλιος πόλεμος ιδιαίτερα. Δεν κατορθώνει να καταλάβει πως κάθε οπαδός του Θιέρσου στο Παρίσι δεν ήταν ένας απλός ιδεολογικός «αντίπαλος» των κομμουνάρων, αλλά ένας πράκτορας, ένας κατάσκοπος του Θιέρσου, ένας θανάσιμος εχθρός που παραμονεύει τη στιγμή να τους καρφώσει πισώπλατα. Επομένως ο εχθρός πρέπει να τεθεί εκτός μάχης για να μην βλάψει, πράγμα που, σε καιρό πολέμου, δεν μπορεί να γίνει παρά με την εξάλειψή του.
Στην επανάσταση, όπως και στον πόλεμο, πρέπει να συντριβεί η θέληση του εχθρού, να αναγκαστεί να συνθηκολογήσει αποδεχόμενος τους όρους του νικητή.
Η θέληση, βεβαίως, είναι ένα γεγονός του φυσικού κόσμου, αλλά σε αντίθεση με μια συγκέντρωση, με μια διαμάχη ή μ’ ένα συνέδριο η επανάσταση επιδιώκει τους σκοπούς της με την προσφυγή σε υλικά μέσα, αν και σε μικρό βαθμό απ’ ότι ο πόλεμος.
Η μπουρζουαζία κυρίεψε την εξουσία με την εξέγερση, και την στερέωσε με τον εμφύλιο πόλεμο. Σε καιρό ειρήνης, προστατεύει την εξουσία της με τη βοήθεια ενός πολύ πολύπλοκου καταπιεστικού μηχανισμού. Όσο θα υπάρχει η ταξική κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω σε απύθμενους ανταγωνισμούς, η χρησιμοποίηση των καταπιεστικών μέτρων θα είναι απαραίτητη για να σπάσει η θέληση της αντίθετης πλευράς.
Ακόμα κι αν η δικτατορία του προλεταριάτου γεννιόταν, σε ορισμένες χώρες, στους κόλπους της δημοκρατίας, μ’ αυτό Δε θα αποφευγόταν ο εμφύλιος πόλεμος. Το ζήτημα του να γνωρίζουμε σε ποιόν θα ανήκει η εξουσία μέσα στη χώρα, δηλαδή αν η μπουρζουαζία πρέπει να ζήσει ή να πεθάνει, θα λυθεί όχι με το να καταφεύγουμε στα άρθρα του Συντάγματος, αλλά με την άσκηση κάθε μορφής βίας. Ότι και να κάνει ο Κάουτσκυ για να αναλύσει την τροφή του ανθρωποπιθήκου και τις άλλες περιπτώσεις, κοντινές ή απομακρυσμένες που θα τους επιτρέψουν να καθορίσει τα αίτια της ανθρώπινης απανθρωπιάς, Δε θα βρει στην ιστορία άλλα μέσα για να συντρίψει την ταξική θέληση του εχθρού πέρα από τη συστηματική και ενεργητική χρήση της βίας.
Ο βαθμός όξυνσης της πάλης εξαρτάται εξ ολοκλήρου από μια σειρά εσωτερικούς και διεθνείς όρους. Όσο πιο λυσσασμένη και επικίνδυνη θα γίνεται η αντίσταση του ηττημένου ταξικού εχθρού, τόσο το σύστημα καταναγκασμού θα μεταμορφώνεται αναπόφευκτα σε σύστημα τρομοκρατίας.
Μα ο Κάουτσκυ παίρνει εδώ απρόοπτα μια καινούργια θέση στην πάλη του ενάντια στην τρομοκρατία των Σοβιέτ. Απλά προσποιείται ότι αγνοεί την παράφορη αντεπαναστατική αντίσταση της ρώσικης μπουρζουαζίας.

«Παρόμοια παράφορα δεν παρατηρήθηκε –λέει- στην Πετρούπολη και τη Μόσχα τον Οκτώβρη του 1917 κι ακόμα λιγότερο, τελευταία, στη Βουδαπέστη». (σελ. 149)

Με τον εξαίσιο αυτό τρόπο τοποθέτησης του ζητήματος, η επαναστατική τρομοκρατία γίνεται απλά προϊόν του αιμοβόρου πνεύματος των μπολσεβίκων που παράλληλα απομακρύνθηκαν από τις παραδόσεις του φυτοφάγου ανθρωποπιθήκου και την ηθικοδιδασκαλία του Κάουτσκυ.
Η κατάκτηση της εξουσίας από τα Σοβιέτ του Οκτώβρη του 1917 εκπληρώθηκε με τίμημα ασήμαντες απώλειες. Η ρώσικη μπουρζουαζία αισθανόταν τόσο απομονωμένη από τις μάζες, τόσο ανίσχυρη στο εσωτερικό, τόσο εκτεθειμένη από την πορεία και την έκβαση του πολέμου, τόσο αποθαρρημένη από το καθεστώς του Κερένσκι, που δεν διακινδύνεψε να αντισταθεί. Στην Πετρούπολη, η εξουσία του Κερένσκι ανατράπηκε σχεδόν χωρίς μάχη. Στη Μόσχα, η αντίσταση παρατάθηκε κυρίως εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα των ίδιων των ενεργειών μας. Στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις, η εξουσία πέρασε στα Σοβιέτ κάτω από ένα απλό τηλεγράφημα της Πετρούπολης ή της Μόσχας. Αν τα πράγματα είχαν μείνει ως εδώ, δεν θα υπήρχε καθόλου ζήτημα κόκκινης τρομοκρατίας. Μα από τον Οκτώβρη του 1917 υπήρχαν ενδείξεις της έναρξης της αντίστασης από μέρους των κατεχόντων. Είναι αλήθεια πως χρειάστηκε η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων της Δύσης για να δώσουν στη ρώσικη αντεπανάσταση αυτή την αυτοπεποίθηση και στην αντίστασή της μια δύναμη ολοένα και πιο μεγάλη: πράγμα που μπορεί κανείς να το αποδείξει με τα καθημερινά, σημαντικά ή δευτερεύοντα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σ’ όλη τη διάρκεια της σοβιετικής επανάστασης.
Το «Μεγάλο Γενικό Επιτελείο» του Κερένσκι δεν έβρισκε κανένα στήριγμα στις μάζες των στρατιωτών. Ήταν διατεθειμένο να αναγνωρίσει τη Σοβιετική κυβέρνηση που άρχιζε διαπραγματεύσεις με τους γερμανούς για το κλείσιμο ανακωχής. Ακολούθησε μια διαμαρτυρία των στρατιωτικών αποστολών της Αντάντ, που συνοδευόταν από ανοικτές απειλές. Το «Μεγάλο Γενικό Επιτελείο» τρομοκρατήθηκε. Κάτω από την πίεση των «συμμάχων» αξιωματικών μπήκε στο δρόμο της αντίστασης, προκαλώντας έτσι την ένοπλη σύγκρουση και τη δολοφονία του αρχηγού του γενικού επιτελείου στρατηγού Ντουκόνιν, από μια ομάδα επαναστατημένων ναυτών.
Στην Πετρούπολη, οι επίσημοι πράκτορες της Αντάντ, και ιδιαίτερα η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή, ενεργώντας από κοινού με τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους, οργάνωναν ανοιχτά την αντίσταση από τη δεύτερη μέρα της επανάστασης. Κινητοποιώντας, οπλίζοντας και κατευθύνοντας ενάντια μας τους Ευέλπιδες (γιούγκερς) και την αστική νεολαία. Η ανταρσία των γιούγκερς στις 28 Οκτώβρη κόστισε εκατό φορές περισσότερα θύματα από όσα η επανάσταση στις 25 του Οκτώβρη. Η τυχοδιωκτική εκστρατεία των Κερένσκι – Κρασνόφ ενάντια στην Πετρούπολη, που υποκινήθηκε από την Αντάντ, έμελλε φυσιολογικά να μπάσει στην πάλη τα πρώτα στοιχεία αγριότητας. Ο στρατηγός Κρασνόφ αφέθηκε εντούτοις ελεύθερος αφού μας έδωσε το λόγο του. Η εξέγερση του Γιαροσλάβ (το καλοκαίρι του 1918), που κόστισε τόσα θύματα, οργανώθηκε από τον Σαβίνκοφ, με εντολή της γαλλικής πρεσβείας και με δικά της έξοδα. Η κατάληψη του Αρχάγγελου έγινε με βάση τα σχέδια πρακτόρων του βρετανικού ναυτικού, με τη βοήθεια αγγλικών αεροπλάνων και πολεμικών πλοίων. Η αρχή της αυτοκρατορίας του Κόλτσακ, που ήταν άνθρωπος του αμερικάνικου Χρηματιστηρίου, ήταν δουλειά της ξένης τσεχοσλοβάκικης λεγεώνας με έξοδα της γαλλικής κυβέρνησης. Ο Καλέντιν και ο Κρασνόφ (που τον απελευθερώσαμε εμείς), πρώτοι ηγέτες της αντεπανάστασης του Ντον, δεν μπόρεσαν να πετύχουν τις όποιες επιτυχίες τους παρά χάρη στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια της Γερμανίας, Στην Ουκρανία, η σοβιετική εξουσία ανατράπηκε στις αρχές του 1918 από το γερμανικό μιλιταρισμό. Με τα οικονομικά και τεχνικά μέσα της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας δημιουργήθηκε ο εθελοντικός Στρατός του Ντενίκιν. Μονάχα με την ελπίδα μιας επέμβασης της Αγγλίας και σε συνέχεια με την υλική βοήθεια της οργανώθηκε ο στρατός του Γιουντένιτς. Οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες και οι δημοσιογράφοι των χωρών της Αντάντ, συζητούν με πλήρη ειλικρίνεια, εδώ και δύο χρόνια, το ζήτημα αν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ρωσία είναι μια αρκετά επικερδής επιχείρηση για να μπορεί κανείς να την χρηματοδοτήσει. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, πρέπει να έχεις ένα κεφάλι σκληρό σαν πέτρα για να αναζητάς τα αίτια του αιματηρού χαρακτήρα του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, στην κακή θέληση των μπολσεβίκων κι όχι στη διεθνή κατάσταση.
Το ρώσικο προλεταριάτο μπήκε πρώτο στην πάλη της κοινωνικής επανάστασης, και η ρώσικη μπουρζουαζία, πολιτικά ανίσχυρη, είχε το θάρρος να μη δεχτεί την πολιτική και οικονομική απαλλοτρίωσή της, μόνο και μόνο γιατί έβλεπε παντού τα μεγαλύτερα αδέλφια της να κρατούν την εξουσία και να είναι οικονομικά, πολιτικά και ως έναν ορισμένο βαθμό στρατιωτικά παντοδύναμα.
Αν η επανάστασή μας του Οκτώβρη είχε γίνει μερικούς μήνες ή ακόμα και μερικές βδομάδες ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία πως θα ήταν η πιο «ειρηνική», η λιγότερο «αιματηρή» απ’ όλες τις πιθανές επαναστάσεις στον αμαρτωλό τούτο κόσμο. Μα η ιστορική αυτή σειρά –από πρώτη ματιά η πιο «φυσική» και όπως και να έχει η πιο ευνοϊκή για τη ρώσικη εργατική τάξη- δεν παραβιάστηκε από δικό μας λάθος, αλλά από τη θέληση των γεγονότων: το ρώσικο προλεταριάτο, αντί να είναι το τελευταίο, βρέθηκε πρώτο. Αυτή ακριβώς η κατάσταση έδωσε, ύστερα από την πρώτη περίοδο σύγχυσης έναν χαρακτήρα εξαιρετικά λυσσασμένο στην αντίσταση των πρώην κυρίαρχων τάξεων της Ρωσίας και υποχρέωσε το ρώσικο προλεταριάτο, την ώρα των πιο μεγάλων κινδύνων των επιθέσεων από το εξωτερικό, των συνωμοσιών και των εξεγέρσεων στο εσωτερικό, να καταφύγει στα σκληρά μέτρα της κρατικής τρομοκρατίας. Το ότι αυτά τα μέτρα ήταν ατελέσφορα, αυτό δεν μπορεί κανείς να το ισχυριστεί για την ώρα. Αλλά μήπως πρέπει να τα χαρακτηρίσουμε… «απαράδεκτα».
Η εργατική τάξη, που παλεύοντας κατάχτησε την εξουσία, είχε στόχο και καθήκον της να την κάνει ακλόνητη, αν εξασφαλίσει οριστικά την κυριαρχία της, να κόψει κάθε διάθεση για πραξικόπημα στους εχθρούς της κι έτσι να αποχτήσει τη δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγάλες σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις. Διαφορετικά δεν έπρεπε να πάρει την εξουσία.
Η επανάσταση δεν περιλαμβάνει «λογικά» την τρομοκρατία το ίδιο όμως δεν περιλαμβάνει «λογικά» την ένοπλη εξέγερση. Τι βαθιά κοινοτυπία! Μα, αντίθετα, η επανάσταση απαιτεί από την επαναστατική τάξη να βάλει όλα της τα μέσα σε ενέργεια για να πετύχει τους σκοπούς της: με την ένοπλη εξέγερση, αν χρειαστεί. Με την τρομοκρατία, αν αυτή είναι αναγκαία. Μια επαναστατική τάξη που κατέκτησε την εξουσία με το όπλο στο χέρι, έχει καθήκον να συντρίψει με τη βία όλες τις προσπάθειες που θα κάνουν για να της την αποσπάσουν. Όπου αντιμετωπίζει έναν εχθρικό στρατό θα του αντιτάξει το δικό της στρατό. Οπουδήποτε βρεθεί μπροστά σε μια ένοπλη συνωμοσία, μια απόπειρα δολοφονίας, μια εξέγερση, θα την συντρίψει ανελέητα. Μήπως ο Κάουτσκυ έχει επινοήσει άλλα μέσα; ή ανάγει όλο το ζήτημα στο βαθμό καταπίεσης και θα πρότεινε, σ’ αυτή την περίπτωση, να καταφύγουμε καλύτερα στη φυλάκιση παρά στην ποινή του θανάτου;
Το ζήτημα των μορφών  και του βαθμού της καταπίεσης δεν είναι ασφαλώς, ζήτημα «αρχής». Είναι ένα ζήτημα μέσων για να φτάσουμε στο σκοπό. Σε μια επαναστατική εποχή, το κόμμα που κυνηγήθηκε από την εξουσία, που δεν θέλει να παραδεχτεί τη σταθερότητα της άρχουσας τάξης και που το αποδείχνει με την απεγνωσμένη πάλη που διεξάγει ενάντιά της, δεν θα τρομοκρατηθεί από την απειλή των φυλακίσεων αφού δεν πιστεύει στην παράτασή τους. Από αυτό μονάχα το απλό, αλλά αποφασιστικό γεγονός εξηγείται η συχνή εφαρμογή της ποινής του θανάτου στον εμφύλιο πόλεμο.
Μήπως όμως ο Κάουτσκυ θέλει να πει πως η ποινή του θανάτου δεν είναι γενικά σύμφωνη με το σκοπό που επιδιώκουμε, κι ότι είναι αδύνατο να τρομοκρατήσει κανείς τις «τάξεις»; Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η τρομοκρατία είναι ανίσχυρη –κι ακόμα δεν είναι τέτοια παρά «μακροπρόθεσμα»- όταν ασκείται από την αντίδραση ενάντια σε μια ιστορικά ανερχόμενη τάξη. Αντίθετα, η τρομοκρατία ενάντια στην αντιδραστική τάξη που δεν θέλει να εγκαταλείψει την αρένα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Ο εκφοβισμός είναι ένα ισχυρό όπλο της πολιτικής δραστηριότητας τόσο σε διεθνή κλίμακα όσο και στο εσωτερικό. Ο πόλεμος, το ίδιο όπως  και η επανάσταση, στηρίζεται στον εκφοβισμό. Ένας νικηφόρος πόλεμος δεν εξοντώνει κατά γενικό κανόνα παρά ένα ελάχιστο μέρος του ηττημένου στρατού, αλλά αποθαρρύνει τους άλλους και συντρίβει τη θέλησή τους. Η επανάσταση ενεργεί με τον ίδιο τρόπο: σκοτώνει μερικά άτομα και τρομοκρατεί χιλιάδες. Μ’ αυτήν την έννοια, η κόκκινη τρομοκρατία δεν διαφέρει βασικά από την ένοπλη εξέγερση, που δεν είναι παρά η άμεση συνέχειά της. Δεν μπορεί να καταδικάσει «ηθικά» την κρατική τρομοκρατία της επαναστατικής τάξης παρά εκείνος που καταρχήν, απορρίπτει (με λόγια) κάθε βία γενικά –επομένως κάθε πόλεμο και κάθε εξέγερση. Αλλά τότε είναι απλά και μόνο ένας υποκριτής καουάκερος.

«Πως λοιπόν να διακρίνουμε –μας ρωτούν οι ποντίφικες του φιλελευθερισμού και του «καουτσκισμού»-την τακτική σας από την τακτική του τσαρισμού;»

Δεν το καταλαβαίνεται, άγιοι άνθρωποι; Θα σας το εξηγήσουμε. Η τρομοκρατία του τσαρισμού κατευθυνόταν ενάντια στο προλεταριάτο. Η τσαρική αστυνομία στραγγάλιζε τους εργάτες που πάλευαν για το σοσιαλιστικό καθεστώς. Οι Έκτακτες Επιτροπές μας τουφεκίζουν τους μεγαλογαιοκτήμονες, τους καπιταλιστές, τους στρατηγούς που πασχίζουν να αποκαταστήσουν το καπιταλιστικό καθεστώς. Συλλάβατε μήπως τη διαφορά στην… απόχρωση; Ναι; Ε, αυτή η διάφορα είναι για μας τους κομμουνιστές υπεραρκετή.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s