Με αφορμή το 14ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ και τη θέση της «Πρωτοβουλίας για την αυτοοργάνωση στην εκπαίδευση»

Αντί λοιπόν για συνέδρια αντιπροσώπων κάθε δύο χρόνια η Πρωτοβουλία http://blogs.espiv.net/ekpaideysi/archives/677 προτείνει «διαρκές συνέδριο στους δρόμους». Το ερώτημα είναι το εξής απλό: Ο σημερινός υπαρκτός καθημερινός εργαζόμενος που παλεύει να επιβιώσει τρέχοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ είναι δυνατόν να ασχολείται με ένα «διαρκές συνέδριο στο δρόμο»; Η προκήρυξη των συντρόφων της πρωτοβουλίας δίνει μόνη της την απάντηση στο κείμενό τους που ξεκινάει με ένα απόσπασμα του Αντον Πάνεκουκ: «Η καθημερινή πρακτική απαρτίζεται από τις ξέχωρες δραστηριότητες πολυάριθμων εργαζομένων, οι οποίες απορροφούν όλο το χρόνο τους». Που θα βρουν λοιπόν το χρόνο να συνελευσιάζονται καθημερινώς και αδιαλείπτως για κάθε ζήτημα;

Ο εξεγερμένος εργάτης που βρίσκεται πίσω από ένα οδόφραγμα ή συζητάει τα προβλήματά του μέσα σε μια γενική συνέλευση είναι μια εξαιρετική στιγμή και όχι μια μόνιμη κατάσταση των καθημερινών εργατών. Μόνο στη φαντασίωση όσων φαντασιόνονται ότι ζουν διαρκώς σε μια εξέγερση που συνεχίζεται επ’ άπειρον, μπορεί να υπάρχουν τέτοιες συνθήκες και τέτοιοι εργάτες. Φυσικά η ιστορία προχωράει με εξεγέρσεις ή καλύτερα θα λέγαμε με επαναστάσεις, όμως αυτό δεν είναι μια καθημερινότητα, αλλά βίαια γεγονότα που συμβαίνουν κάθε 10, 20 ή και 40 χρόνια, αλλά όχι κάθε μέρα. Και αυτές οι επαναστάσεις γίνονται από πραγματικούς εργάτες και καταπιεσμένους που μέχρι τότε πάλευαν για να επιβιώσουν χωρίς ακριβώς να κοιμούνται και να ξυπνάνε με το όνειρο μιας επανάστασης.
Βεβαίως υπάρχουν άνθρωποι που ασχολούνται καθημερινά με το κίνημα, την αριστερά, την αναρχία, τα εργατικά συμβούλια, την επανάσταση, τις απεργίες, τον κομμουνισμό, τις επιτροπές και τις συνελεύσεις βάσης, τις οργανώσεις και κάθε αλλού είδους συλλογικότητες και οραματισμούς. Αλλά αυτοί όταν «επιστρέφουμε στην ομαλότητα» είναι πολλοί λίγοι, είναι μια μειοψηφία που πολλές φορές όχι αδίκως χρησιμοποιεί για τον εαυτό της -ανεξάρτητα αν κάποιοι παθαίνουν αναφυλαξία με-, τον όρο πρωτοπορία. Οι άνθρωποι αυτοί καλά κάνουν να ασχολούνται, αλλά στο βαθμό που δεν είναι μια πλειοψηφούσα άποψη τα πράγματα δεν δουλεύουν ακριβώς όπως θα ήθελαν.
Ο κόσμος εναποθέτει την εκπροσώπησή του σχεδόν εν λευκώ όχι μόνο σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, αλλά και στο συνδικάτο γιατί δεν προλαβαίνει να τα βγάλει πέρα με την καθημερινότητά του. Αυτή που είναι σήμερα και κάθε φορά, ακόμα κι αν αυτό οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Η πολιτική, ο συνδικαλισμός και γενικά η ενασχόληση με τα κοινά και τέλος πάντων η αντίληψη ότι μαζί με τους συνομοίους μας θα βοηθήσουμε και τον εαυτό μας, έρχεται στη μέση συνείδηση δεύτερη, μοιάζει με μια πολυτέλεια, κάτι που δεν έχει και τόση σημασία και που είναι πολύ μακρινό, κάτι σαν να ασχολείσαι με τη φιλοσοφία, γιατί στο κυρίαρχο πνεύμα του πρακτικισμού και του ατομισμού αν δεν βοηθήσεις εσύ τον εαυτό σου δεν θα σε βοηθήσει κανείς. Ο πολύς κόσμος και η εργατική τάξη, που αν δεν είναι για τον εαυτό της είναι απλά αντικείμενο εκμετάλλευσης, συμπεριφέρεται παθητικά και όχι σαν υποκείμενο κοινωνικής απελευθέρωσης, και μόνο σε εξαιρετικές στιγμές όταν καταρρέουν οι καθημερινές της σταθερές, τότε παίρνει τους δρόμους. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο τώρα, αλλά και στο «ένδοξο επαναστατικό» παρελθόν. Φυσικά κοινωνικές ματαιώσεις και πολιτικές απογοητεύσεις (ήττες επαναστάσεων, σταλινισμός, κατάρρευση «υπαρκτού», γραφειοκρατικά ξεπουλήματα) έχουν βάλει το χεράκι τους σε αυτή τη συμπεριφορά αλλά δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται συνήθως εκτός συλλογικών διαδικασιών.

Η φύση και ρόλος των συνδικάτων

Στο κείμενο της «πρωτοβουλίας» υπάρχει μια αίσθηση που τη συναντά κανείς στα περισσότερα κείμενα της αριστεράς ότι τα συνδικάτα ήταν κάποτε κάτι άλλο, και τώρα έχουν πέσει στα χέρια κάποιων γραφειοκρατών που τα χρησιμοποιούν για προσωπικό τους συμφέρον. Αυτό είναι ένας μύθος. Τα συνδικάτα δεν γεννήθηκαν σαν όργανα κοινωνικής απελευθέρωσης, αλλά μέσα από τις επαγγελματικές συντεχνίες προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του επαγγέλματος, όπως επίσης και από τις ομάδες αλληλοβοήθειας. Στην αριστερή φιλολογία τα συνδικάτα έχουν φετιχοποιηθεί μαζί φυσικά με τη φετιχοπόιηση της εργατικής τάξης, η οποία οφείλει να είναι επαναστατική μαζί και οι οργανώσεις της λες και υπάρχει μια εσώτερη φύση που να της το επιβάλλει. Φυσικά ούτε η εργατική τάξη είναι από τη φύση της ο νέος μεσσίας ούτε και τα συνδικάτα τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Δηλαδή όργανα για την υπεράσπιση ομοιοεπαγγελματικών συμφερόντων, και για να το πούμε πιο μαρξιστικά, εργαλεία με τα οποία η εργατική τάξη διαπραγματεύεται την πώληση της εργατικής της δύναμης. Το αν τα συνδικάτα ξεπεράσουν τον εαυτό τους και μεταμορφωθούν σε όργανα επαναστατικής ανατροπής αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά παραμείνει ζητούμενο και σε τελευταία ανάλυση θα γίνουν γιατί κάποιοι το θέλησαν και όχι γιατί το επιβάλει κάποια ανώτερη δύναμη, όπως για παράδειγμα κάποιος «φυσικός τους σκοπός».

Τα συνδικάτα τις περισσότερες φορές στο παρελθόν όπως και τώρα βρίσκονται υπό το έλεγχο ρεφορμιστικών, συμβιβαστικών, γραφειοκρατικών ηγεσιών, όχι εξαιτίας ενός γραφειοκρατικού πραξικοπήματος ούτε λόγω της «γραφειοκρατικής ιεραρχικής» τους λειτουργίας, όπως νομίζουν κάποιοι σύντροφοι που δικαίως αγανακτούν με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλά γιατί αυτό είναι το προϊόν ενός ορισμένου κάθε φορά κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού και μιας ορισμένης συνείδησης. Αν οι εργαζόμενοι και οι καταπιεσμένοι ήταν πραγματικά επαναστατημένοι τότε δεν θα μπορούσε κανένα γραφειοκρατικό καταστατικό και καμία προηγούμενη ιεραρχία να τους σταματήσει. Όμως όταν η εργατική τάξη είναι με τα κεφάλια μέσα τότε είναι καθαρός παραλογισμός να πιστεύουμε ότι θα κάνουμε «διαρκή συνέδρια στους δρόμους» ή «αγώνες διάρκειας» ή «εξεγέρσεις που θα συνεχίζονται από το Δεκέμβρη» μέχρι το άπειρο.

Επομένως τα συνδικάτα και τα δ.σ. εκπροσωπούν τους εργαζόμενους αυτούς καθ’ εαυτούς, όχι ως συνειδητό κοινωνικό υποκείμενο αλλά ως εμπόρευμα-εργατική δύναμη που επιδιώκει να πουληθεί σε καλή τιμή. Και για να πουληθεί πρέπει να δουλεύουν τα εργοστάσια, οι επιχειρήσεις, η αγορά, οι τράπεζες κ.ο.κ. Γιατί όσο οι καπιταλιστές θα έχουν ανάγκη να παράγουν και να πουλάνε τόσο πιο ακριβά πουλιέται και η εργατική δύναμη. Πολλές φορές αυτό το ξεχνάμε, τονίζοντας μόνο τα αντίθετα ταξικά συμφέροντα και ξεχνώντας ότι παράλληλα με αυτά αναπτύσσονται και συμφέροντα συμβιβασμού. Αν δεν υπήρχαν αυτά δεν θα υπήρχε και ο ρεφορμισμός που αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει πολιτικά αυτή την τάση της εργασίας, όχι για σύγκρουση με το κεφάλαιο αλλά για συμβιβασμό και συνεργασία.
Άρα ο γραφειοκράτης δεν είναι απλά πράκτορας της αστικής τάξης και ιδεολογίας που εισβάλει στο «καθαρό» εργατικό περιβάλλον των συνδικάτων, αλλά το λογικό αποτέλεσμα μια τάσης που υπάρχει στους «καθαρούς και αγνούς» εργάτες, που αν δεν ελπίζουν στην επανάσταση το μόνο που τους μένει είναι να τα βρουν με τους δυνάστες τους. Για αυτή τη δουλειά εκλέγουν και τους αντίστοιχους εκπροσώπους.

Ας δούμε στους χώρους που δεν υπάρχουν συνδικάτα. Ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα. Δεκάδες επιχειρήσεις χωρίς σωματεία και χωρίς γραφειοκράτες, χωρίς συνέδρια, χωρίς αντιπρόσωπους, χωρίς εκλογές και οτιδήποτε άλλο ιεραρχικό κατασκεύασμα που «πολλοί χρησιμοποιούν για να αποσπάσουν διοικητικές θέσεις στα υπουργεία». Εκεί που είναι παρθένος ο χώρος, γιατί δεν αναπτύσσονται αυθόρμητα «συνελεύσεις βάσης»; Ποιος τους εμποδίζει; Οι ανύπαρκτοι της ΓΣΕΕ, το ΠΑΜΕ, ποιος; Αφού κανείς δεν πατάει εκεί. Ωραία ας κατηγορήσουμε ότι η ΓΣΕΕ δεν παλεύει να χτίσει σωματεία. Αλλά εδώ παλεύουμε να αποφύγουμε τη ΓΣΕΕ, τώρα που «εγκαταλείπει» τα καθήκοντά της, αντί να χαιρόμαστε, της ζητάμε να σταθεί στο ύψος της; Εδώ δεν υπάρχει καμία εσωτερική λογική. Φυσικά δεν φταινε οι εργάτες που δεν φτιάχνουν σωματεία, αλλά η τρομοκρατία των αφεντικών και οι απειλές για απόλυση στο βαθμό που σηκώσουν κεφάλι. Αυτό όμως αντί να εξεγείρει τους εργάτες μπορεί να τους κάνει και πιο πειθήνιους. Σε αυτούς τους χώρους καταλαβαίνει κανείς ότι χίλιες φορές να υπάρχει ένα σωματείο με γραφειοκράτες στη γραμμή της ΓΣΕΕ παρά τίποτα.

Τα συνδικάτα είναι εργαλεία για μια νορμάλ ταξική πάλη. Όταν τα πράγματα είναι σχετικά ήρεμα, όταν το σύστημα δουλεύει. Είναι για να υπογράφουν τις συλλογικές συμβάσεις, για να βλέπουν αν τηρούνται οι νόμοι, το ωράριο, αν πληρώνονται οι μισθοί, αν γίνονται παράνομες απολύσεις, αν κάποιο αφεντικό το παρακάνει να πάει το συνδικάτο να τον βάλει στη θέση του κ.ο.κ. Όταν όμως η κατάσταση αλλάζει, και αυτό γίνεται πάντα απότομα και βίαια, τα συνδικάτα δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Σε καμία επανάσταση δεν έπαιξαν κάποιο καθοριστικό ρόλο. Γιατί πολύ απλά τα συνδικάτα είναι εργαλεία νόμιμης ταξικής πάλης. Οι εκπρόσωποι τους είναι καλοί για να διαπραγματεύονται διάφορα μικροζητήματα ίσως και πιο σοβαρά αλλά μέσα στο όρια της νομιμότητας, όχι σε καθεστώς άγριων απεργιών, οδοφραγμάτων και εμφυλίου πολέμου. Σε τελευταία ανάλυση δεν υποσχέθηκαν σε κανέναν ότι αναλαμβάνουν τέτοιες δουλειές. Το να ζητάει κανείς από τα συνδικάτα να σταθούν στο ύψος τους σε μια εξέγερση είναι συνώνυμο με την δική του παραίτηση από τα δικά του καθήκοντα. Είναι εντελώς γελοίο το θέαμα επαναστατών που μιλάνε χρόνια για την επανάσταση και όταν αυτή έρχεται να καλούν τους γραφειοκράτες ρεφορμιστές να ηγηθούν της εξέγερσης.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρίσκεται στα συνδικάτα και στο σύστημα αντιπροσώπευσης αλλά στο επίπεδο της ταξικής πάλης και της συνείδησης που αναπτύσσεται παράλληλα με αυτήν. Οι επαναστατικές εμπειρίες δεν μπορούν να αποκρυσταλλωθούν σε όργανα που συμμετέχει ή που θα έπρεπε να συμμετέχει το σύνολο της εργατικής τάξης, αλλά σε μειοψηφικές συλλογικότητες που τέλος πάντων απασχολούνται όχι με το πόσο θα πουληθεί η εργατική δύναμη αλλά με την ανατροπή του καπιταλισμού και την προοπτική μιας άλλης κοινωνίας (κομμουνιστική ή οτιδήποτε έχει κανείς στον εγκέφαλό του).
Έτσι είτε μείνει κανείς στα συνδικάτα είτε φύγει δεν πρόκειται ούτε να οξυνθεί η ταξική πάλη ούτε να αλλάξει η συνείδηση. Αυτό που απλά θα πετύχει είναι να διευκολύνει τους γραφειοκράτες να κάνουν τη δουλειά τους, όπως το κάνει κανείς με το να απέχει γενικά από οπουδήποτε (πχ βουλευτικές εκλογές) διευκολύνοντας τη δικτατορία της αστικής δημοκρατίας να αποσπάσει κάνοντας περίπατο την συναίνεση από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις.
Η επαναστατική δράση και πρακτική, για να μην γίνεται μια γραφικότητα εκτός τόπου και χρόνου, θα πρέπει να αντιμετωπίζει υπαρκτά και όχι φαντασιακά ζητήματα και αντιθέσεις. Όταν για παράδειγμα μπαίνουμε σε μια φάση ανοιχτής αναμέτρησης τα συνδικάτα δεν μπορούν να γίνουν ο αποφασιστικός παράγοντας. Η ταξική συνείδηση κάνει άλματα γεγονός που οφείλεται όχι στην επαναστατική προπαγάνδα αλλά στη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων στον αγώνα. Ακριβώς γι’ αυτό μια επαναστατική κατάσταση δημιουργεί τα δικά της ad hoc όργανα, όπως εργατικές επιτροπές, πολιτοφυλακές, σοβιέτ κ.ο.κ. Αυτά μπορούν να λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά και με ανακλητούς αντιπροσώπους γιατί ο κόσμος είναι στο δρόμο έτσι κι αλλιώς, απεργεί, διαδηλώνει βρίσκεται στον αγώνα. Μια τέτοια περίοδος όμως δεν μπορεί να κρατήσει παρά μερικούς μήνες. Πολύ απλά γιατί ο κόσμος θα πρέπει και να επιβιώσει. Μόνο τότε σπάει ο γραφειοκρατικός έλεγχος και λειτουργεί το κίνημα αμεσοδημοκρατικά. Η επιστροφή όμως στην ομαλότητα σημαίνει και την αδυναμία να συνεχίσουν να λειτουργούν τέτοια όργανα. Όποιος νομίζει ότι περιφέροντας το άδειο τσόφλι ενός «σοβιέτ» ή μιας «συνέλευσης βάσης» συνεχίζει στο δρόμο της εξέγερσης, περισσότερο κοροϊδεύει τον εαυτό του παρά προσφέρει κάτι στους υπαρκτούς εργαζόμενους που χτες ήταν στα οδοφράγματα και σήμερα έχουν γυρίσει στη δουλειά ή στο ταμείο ανεργίας και τη σκληρή και «μίζερη» καθημερινότητα. Και τι να κάνουμε έτσι είναι η ζωή, εκτός από τον χαρούμενο παράδεισο της Ναβαρίνου υπάρχει και η μιζέρια μας: Οι γέροι γονείς μας, τα μικρά παιδιά μας, το νοίκι που πρέπει να πληρώσουμε και οι υπόλοιποι λογαριασμοί, οι γιατροί και τα φάρμακα που δεν μας καλύπτει πια η ασφάλειά μας και ίσως μια δόση από το δάνειο που πήραμε ακόμα κι αν δεν έχουμε καμία αυταπάτη για την ευτυχία της κατανάλωσης. Και δεν ντρεπόμαστε καθόλου γι’ αυτό.

Για την ΟΛΜΕ

Στο κείμενο της πρωτοβουλίας υπάρχουν μερικά σημεία για τον απολογισμό της ΟΛΜΕ. Ορισμένες παρατηρήσεις γι’ αυτά:
1. Η πρόταση για 5νθήμερες επαναλαμβανόμενες απεργίες από την 1η Δεκέμβρη δεν πέρασε γιατί απλά δεν υπήρχε καμία προετοιμασία για «απεργιακά ταμεία» και δεν έγινε αρκετή «προπαγάνδα στην κοινωνία». Αν ήταν αυτό θα είχε γίνει και η αντίστοιχη συζήτηση στις συνελεύσεις. Αλλά εδώ δεν έγιναν καν συνελεύσεις με απαρτία. Ωραία, έφταιγαν οι εκπρόσωποι (όλοι το ίδιο δεξιοί και αριστεροί ε) που δεν το οργάνωσαν για να λένε ότι ο κόσμος δεν τραβάει. Ήταν δηλαδή ένα άθλιο κόλπο και μάλιστα των Παραμβάσεων, ίσως και της Συνεργασίας που το πρότειναν, ούτε καν της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ, του ΚΚΕ αλλά της άλλης αριστεράς. Μιλάμε για πλήρη παραλογισμό. Ας είναι. Όμως αυτός ο αγνός εργαζόμενος της βάσης γιατί δεν άρπαξε την ευκαιρία να πάει στη συνέλευση και μαζί με τους άλλους επαναστάτες να ψηφίσει τις 5νθήμρες και να πάμε σε «συνέδριο διάρκειας στο δρόμο»; Γιατί δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του να αυτοοργανωθεί χωρίς εκπροσώπους (εκτός από ανακλητούς, λες και αυτοί δεν είναι… εκπρόσωποι); Μήπως δεν έχει ξανακούσει περί αυτού; Έχει και παρά έχει και ειδικά στους καθηγητές. Εξάλλου δεν είμαστε στην εποχή του Πάνεκουκ. Εδώ κυκλοφορούν οι απόψεις, οι πάντες κάτι ξέρουν από αυτοργάνωση, παρόλα αυτά κανένα αποτέλεσμα. Η απεργία δεν πέρασε για πολύ βαθύτερους λόγους και όχι εξαιτίας των ταχυδακτυλουργιών της γραφειοκρατίας, η οποία φυσικά και υπάρχει αλλά δεν είναι και καμία υπερδύναμη.
Μετά από μια έντονη κινηματική διετία (άνοιξη 2006-άνοιξη 08), φοιτητικό, ν/π, άρθρο 16, απεργίες δασκάλων, ασφαλιστικό, χιλιάδες βρέθηκαν στο δρόμο, ξοδεύοντας τεράστια ενέργεια με δυσανάλογα μικρά αποτελέσματα. Αν εξαιρέσει κανείς το 16 σε όλα τα άλλα το κίνημα ηττήθηκε. Αυτό έχει μετρήσει στη συνείδηση του κόσμου που βρέθηκε στο δρόμο. Αυτό τώρα σε συνδυασμό με το απότομα ξέσπασμα της κρίσης από το Νοέμβρη και όλο το κλίμα της καταστροφολογίας που όχι αδίκως τη συνοδεύει, άνοιξε μια εντελώς νέα ατζέντα στα μυαλά των ανθρώπων. Το άκουσμα για 5νθήμρες σε μια φάση που γίνεται χαμός και σε συνδυασμό πάντα με την πρόσφατη εμπειρία αποθάρρυναν τον κόσμο από νέες κινηματικές περιπέτειες αυτού του είδους. Έτσι προτίμησαν να μην εμφανιστούν στις συνελεύσεις. Αυτό δεν αποτελεί μια προοδευτική στάση. Ίσως δείχνει και έναν συντηρητισμό που εμφανίστηκε παράλληλα με το ξέσπασμα της κρίσης. Όμως δείχνει και μια ωριμότητα. Όχι άλλες περιπέτειες, ας σκεφτούμε πιο σοβαρά αυτή τη φορά. Είναι τουλάχιστον απλοϊκό όλοι αυτοί οι παράγοντας να εξαφανίζονται για να επιβεβαιωθούμε για πολλοστή φορά όσον αφορά το ρόλο της γραφειοκρατίας.
2. Το ίδιο ισχύει και για τις επόμενες απεργίες που η ΑΔΕΔΥ και η ΟΛΜΕ συμμετείχαν χωρίς όμως τη μαζική συμμετοχή του κλάδου. Ξανά έγιναν προσπάθειες για συνελεύσεις χωρίς όμως παρουσία. Οι απεργίες αυτές δεν είχαν συμμετοχή όχι γιατί δεν οργανώθηκαν με διαδικασίες βάσης αλλά γιατί η «βάση» συνεχίζει να είναι κουμπωμένη.
3. Εξίσου λάθος είναι η κριτική για την στάση της ΟΛΜΕ στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Τα συνδικάτα και οι παρατάξεις πάγωσαν μπροστά στον Δεκέμβρη όπως πάγωσαν οι πάντες. Για διάφορους λόγους, άλλους το ΚΚΕ, άλλους η ΔΑΚΕ, άλλους η ΠΑΣΚΕ κ.ο.κ. οι ΕΛΜΕ σχεδόν παρέλυσαν. Στο κείμενο της «πρωτοβουλίας» αυτές οι διαφορές δεν έχουν καμία αξία. Η ΟΛΜΕ είναι ένα πράγμα, το συνώνυμο του κακού. Και η αγία «βάση» το καλό. Ο λόγος δεν είναι απλά ότι βοήθησαν την εξουσία, αλλά ότι δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σε ένα τέτοιο βίαιο ξέσπασμα. Η εξέγερση του Δεκέμβρη είχε πολιτικά και αντισυστημικά χαρακτηριστικά. Δεν πρόλαβε να αναπτύξει δικά της όργανα, πέρα από μια χρησιμότατη επαναστατική εμπειρία για την πρωτοφανή ένταση και έκταση που μπορεί να πάρει στις νέες συνθήκες ένα τέτοιο γεγονός. Το σύστημα δεν το έσωσε η ΟΛΜΕ, τουλάχιστον στο βαθμό που το έσωσε το ΚΚΕ. Αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς αλήθεια, γιατί στην πραγματικότητα ο Δεκέμβρης δεν σβήστηκε, έσβησε μόνος του γιατί δεν είχε κανένα σχέδιο για να συνεχίσει. Είναι αυτό που είπε ο Σόφρι (ηγέτης της Lotta Continua μέχρι τη διάλυσή της το 1976). «Η εξέγερση είναι ανεξέλεγκτη, τυφλή και απροετοίμαστη, ενώ η επανάσταση είναι συνειδητή, ξέρει που και πως θέλει να φτάσει, ξέρει ακόμα και να διασώζει την εξέγερση μετατρέποντας την σε ένα στάδιο της πορείας της. Η επανάσταση έχει τη δική της προμελετημένη εξέγερση την οποία και τοποθετεί σε καθορισμένο χρόνο μήνα ή μέρα. Η εξέγερση από την άλλη είναι παράκαιρη. Η δική της μέρα έρχεται τυχαία από μια σπίθα που έπεσε στα άχυρα… Παρά το παράδοξο το Καμί που θέλει να κάνει την εξέγερση να διαρκέσει…η εξέγερση είναι εξορισμού ηττημένη και αφού πρώτα έχει πυροδοτήσει τα πάθη τόσων ατόμων όσο και του πλήθους, αφήνει πίσω της μοναχικά πρόσωπα στην ουρά να βηματίζουν σε μια αυλή φυλακής ίσως για χρόνια ίσως για μια νύχτα» (Ελευθεροτυπία 3/5) Εκεί ακριβώς τελείωσε και η εξέγερση του Δεκέμβρη. Και αντί να σκεφτόμαστε την επόμενη, κάποιοι νομίζουν ακόμα ότι συνεχίζεται, ζώντας στην πραγματικότητα με τη νοσταλγία της, όπως και άλλοι ζούσαν για χρόνια με τη νοσταλγία της αντίστασης και του Πολυτεχνείου.

Και τώρα

«Απέναντι στην επίθεση του κράτους να αντιτάξουμε το αγώνα, την αλληλεγγύη, την αυτοοργάνωση, την παραδειγματική περιφρούρηση των απεργιών» προτείνει η «Πρωτοβουλία». Καμία αντίρρηση. Αλλά αυτό τι εμποδίζει κάποιον να ψηφίσει στις εκλογές για το Συνέδριο της ΟΛΜΕ; Και τι πιστεύουν οι σύντροφοι της «Πρωτοβουλίας» ότι όσοι δεν θα ψηφίσουν είναι ελευθέρα μυαλά, «αγωνιστές της βάσης», έχουν πάρει τις τύχες στα χέρια τους, είναι ενάντια στις λογικές της ανάθεσης; Τίποτα δεν συμβαίνει απ’ όλα αυτά. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που δεν θα ψηφίσουν είναι και οι πλέον αποστασιοποιημένοι από τα κοινά. Αυτοί που έχουν χαθεί εντελώς στα προσωπικά τους αδιέξοδα. Το καλύτερο δυναμικό συμμετέχει και έχει το ένστικτο να πάει να ψηφίσει χωρίς αυταπάτες ξέροντας ότι το συνέδριο της ΟΛΜΕ δεν θα φέρει την ευτυχία, αλλά θα χρησιμοποιήσουν έστω και αυτό το ελάχιστο μέσο για να δώσουν ένα μήνυμα και τέλος πάντως αυτοί οι «εκπρόσωποι» να μην είναι οι χειρότεροι δυνατοί.
Οι σύντροφοι της «πρωτοβουλίας» οφείλουν να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους. Μέσα ή έξω από τα σωματεία; Γιατί τα σωματεία δεν είναι μόνο οι συνελεύσεις που κι αυτές γίνονται στα πλαίσια του θεσμοθετημένου συνδικαλισμού. Είναι και όλα τα υπόλοιπα. Εκλογές, δ.σ, διαπραγματεύσεις, δυνατότητα να κηρυχθεί μια απεργία κ.ο.κ. Ή μήπως να τον καταργήσουμε και να κάνουμε παράνομες συνελεύσεις; Λετε αυτό να επαναστατικοποιήσει τις διαδικασίες και τη συνείδηση του κόσμου; Ε τότε να καταργήσουμε όλες τις εκλογές, και όλα τα δικαιώματα που έχουμε κατακτήσει (συγκεντρώσεις, σωματεία, ανοιχτή πολιτική δουλειά, ελευθερία τύπου) και που τα χρησιμοποιούν ακόμα και οι οργανώσεις ένοπλης βίας όταν δημοσιεύουν τις προκηρύξεις τους τον τύπο, και να βγούμε αυτοβούλως στην παρανομία, μήπως και από την πολύ καταπίεση γίνει και καμία επανάσταση.
Από τη μια να διαμαρτυρόμαστε και πολύ σωστά που η ΟΛΜΕ δεν δίνει δικαίωμα ψήφου στους ωρομίσθιους και από την άλλη να αρνιόμαστε αυτό το δικαίωμα στον εαυτό μας. Από τη μια να ζητάμε πολιτικά δικαιώματα στους μετανάστες και από την άλλη να παραιτούμαστε εμείς από αυτά. Α όχι απ’ όλα τα δικαιώματα, αλλά μόνο από τις εκλογές. Λες και η διαδήλωση ή ο συνδικαλισμός είναι παράνομη επαναστατική δράση. Αλλά μήπως και αυτά δεν διαβρώνουν όπως και οι εκλογές; Να που ο «θεσμοθετημένος» συνδικαλισμός με τους αντιπρόσωπους του οδηγεί στη διάβρωση. Ε τότε και μια νόμιμη διαδήλωση που δεν θα καταλήξει στην πυρπόληση μερικών τραπεζών δεν είναι και αυτό διάβρωση; Μήπως οι μόνες αδιαμεσολάβιτες διαδηλώσεις είναι αυτές. Μήπως αυτοί που δεν συμμετέχουν στις συγκρουσιακές διαδηλώσεις είναι γιατί υπάρχουν οι ειρηνικές που τους εκτονώνουν; Ε ας καταγγείλουμε όλες αυτές τις θεσμοθετημένες διαδηλώσεις και έτσι μάλλον θα μαζικοποιηθούν οι συγκρουσιακές. Αλλά ξεχάσαμε κάτι. Όπως είναι χρήσιμη η παρουσία της ειρηνικής αριστεράς σε κάποιους για να συγκρούονται και να κατεβάζουν τζαμαρίες, μήπως τότε και η ύπαρξη των «θεσμοθετημένων» συνδικάτων διευκολύνει τελικά τη συγκρότηση επιτροπών βάσης και άλλων «καθαρότερων» μορφών συγκρότησης του εργατικού κινήματος, αν όχι πάντα, τουλάχιστον όταν υπάρχει κίνημα και δεν είναι και αυτό μια ακόμα φαντασίωσή μας. Γιατί ως γνωστόν κίνημα είναι κάτι που κινείται, υπάρχει και αναγνωρίζει τον εαυτό του ως τέτοιο. Πχ φοιτητικό κίνημα δεν υπάρχει πάντα επειδή η ΠΣΚ ή τα ΕΑΑΚ μπερδεύουν τον εαυτό τους μ’ αυτό. Φοιτητικό κίνημα υπήρχε στις καταλήψεις. Το βλέπαμε στους δρόμους, στις χιλιάδες που γέμιζαν κάθε βδομάδα την Πανεπιστημίου και τη Σταδίου. Τώρα υπάρχει μόνο στο ύπνο ορισμένων που ψάχνουν μια ταυτότητα. Αυτό θα ξαναυπάρξει κ.ο.κ. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με τα κάθε είδους όργανα «βάσης» του κινήματος, που πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να αναρωτηθούν ποιον ακριβώς αυτά «εκπροσωπούν» πέρα από τον εαυτό τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s